Ο Γκιαούρης του Λόρδου Βύρωνος. Σύνθεση από μπρούντζο του 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ)

 

Το σύμβολο του Φιλελληνισμού του Λόρδου Βύρωνος, ο αγωνιστής του 1821 Έγγελης και το σπαθί του Κολοκοτρώνη

Η πλέον κεντρική εμβληματική μορφή του Φιλελληνικού κινήματος κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, είναι αδιαμφισβήτητα αυτή του Έλληνα που νικά τον Χασάν και του αποσπά το άλογο και τα όπλα. Η μορφή αυτή προκύπτει από το εμβληματικό έργο του Λόρδου Βύρωνος «ο Γκιαούρης».

Η ιστορία αυτή και σωρεία των σχετικών απεικονίσεων στην Φιλελληνική τέχνη, ενέπνευσαν και ενθουσίασαν χιλιάδες Φιλέλληνες σε όλον τον κόσμο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821.

Όπως θα δείξουμε όμως, ο Γκιαούρης του Λόρδου Βύρωνος ενέπνευσε και Έλληνες αγωνιστές του 1821.

Θυμίζουμε ότι ο Λόρδος Βύρων έζησε για λίγο στην Αθήνα (1810 – 1811), που την εποχή αυτή ήταν μία μικρή πόλη με λίγους κατοίκους, στους οποίους η παρουσία του Άγγλου Λόρδου σίγουρα δεν πέρασε απαρατήρητη.

Από το ταξίδι του αυτό, ο Βύρων συγκέντρωσε εικόνες, εμπειρίες και υλικό για να συγγράψει πολλά από τα έργα του. Πρώτα από όλα το εμβληματικό Childe Harrold. Το 1813 ο Λόρδος Βύρων εξέδωσε τον Γκιαούρη. Είναι πολύ πιθανό, αντίγραφα του βιβλίου αυτού να είχαν σταλεί στην Αθήνα και να είχαν κυκλοφορήσει στους Αθηναίους ή και να είχαν εμπλουτίσει την βιβλιοθήκη της Εταιρείας Φιλομούσων.

 

Βιβλίο του Peter Edmund LAURENT (1796 – 1837), με τίτλο «Recollections of a Classical Tour through the various parts of Greece, Turkey, and Italy made in the years 1818 and 1819», από την βιβλιοθήκη της Εταιρείας Φιλομούσων στην Αθήνα. Συνοδεύεται με αίτηση εγγραφής μέλους στην Εταιρεία Φιλομούσων την οποία υπογράφουν γνωστοί Αθηναίοι της εποχής (συλλογή ΕΕΦ).

 

Σε κάθε περίπτωση, όπως η εικόνα αυτή του Γκιαούρη ενέπνεε τους Φιλέλληνες, έτσι εμψύχωνε και τους Έλληνες οι οποίοι αναζητούσαν ευκαιρία για να διεκδικήσουν την ελευθερία τους και την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού.

Στο άρθρο αυτό παρουσιάζουμε την ιστορία μίας Αθηναϊκής οικογενείας αγωνιστών του 1821, της οποίας η δράση έδωσε σάρκα και οστά στον εμβληματικό Γκιαούρη του Λόρδου Βύρωνος, χαρίζοντας στην Ελληνική Επανάσταση την μόνη επώνυμη σκηνή όπου Έλληνας αγωνιστής πετυχαίνει τον άθλο του Γκιαούρη, και μάλιστα σε ιδιαίτερα έντονες συνθήκες μάχης.

Στο Αρχείο Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης στην Αθήνα, το κουτί 53 περιέχει στοιχεία για την οικογένεια Έγγελη, που έδωσε τέσσερεις αγωνιστές στον Αγώνα για την εθνική Ανεξαρτησία.

Ο φάκελος 1, περιέχει μία ιδιαίτερα διαφωτιστική αίτηση του Δημητρίου Έγγελη, υιού του Αγγελή, με ημερομηνία 1865 «προς την Έκτακτην Επί των Δικαιωμάτων των Αγωνιστών Επιτροπή», που αναφέρεται στις υπηρεσίες του Δημητρίου Έγγελη και των αδελφών του, Γεωργίου και Ιωάννου, που πολέμησαν στην Ακρόπολη.

 

Αγγελής Έγγελης και Ελευθέριος Έγγελης

Με το υπ’ αρ. 926 έγγραφο του φακέλου που υπογράφουν στις 24 Σεπτεμβρίου 1860 στην Αθήνα, ο Ν. Ζαχαρίτσας, ο Δ.Σ. Καλλιφρονάς, ο Κ. Βρυζάκης, ο Δ. Σουρμελής, ο Σταύρος Βλάχος, ο Γ. Ψύλλας, ο Σ. Βενιζέλος, ο Παλαιολόγος Βενιζέλος και ο Σ. Γαλάκης, ο Δήμαρχος Αθηναίων Ιωάννης Σαντοριναίος βεβαιώνει τα ακόλουθα:

«Ο Αγγελής Έγγελης διέπρεψε στο Καματερό στη μάχη κατά του Ομέρ Βρυώνη. Κατάφερε να πάρει το διαβόητο βυζαντινό σπαθί του, το οποίο προσέφερε αργότερα, ύστερα από προτροπή των Δημογερόντων της Αττικής, στον Αρχηγό της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Ο Αγγελής Έγγελης έπεσε «κατά την αξιομνημόνευτον Έφοδον, παρά την Τρίτην Πύλην της Ακροπόλεως και επί ικανόν καιρό έκειτο έμπροσθεν αυτής, αδυνάτου όντος ν’αρθή εν μέσου το ανδρείον εκείνο λείψανον», ούτε από τους Έλληνες, ούτε από τους εχθρούς. «Αλλά τέλος ίσχυσαν οι Έλληνες να τον παραλάβωσιν και να τον κηδεύσουν εντίμως καθ’ως έπρεπεν εις γενναίον άνδραν».

 

Έλληνας αγωνιστής υπερασπίζεται τον θανάσιμα τραυματισμένο πατέρα του. Πίνακας του Ούγγρου ζωγράφου Adalbert Schaffer (1815-1871). Λάδι σε καμβά (συλλογή ΕΕΦ).

Ρολόι με νεαρό αγωνιστή που υπερασπίζεται τον τραυματισμένο πατέρα του (β΄ τέταρτο 19ου αιώνα). Επιχρυσωμένος μπρούντζος, ύψος: 46,5 cm (συλλογή ΕΕΦ).

 

Σύμφωνα με άλλο έγγραφο, στον ίδιο φάκελο (φάκελο 1) φαίνεται ότι γιός του Έγγελη, εστάλη με γράμματα από την κυβέρνηση προς τον Καραϊσκάκη και επέστρεψε με απόκριση μέσα στην υπό πολιορκία Ακρόπολη.

Ορισμένες βιβλιογραφικές πηγές αναφέρουν ως ημερομηνία θανάτου του Αγγελή Έγγελη, την 15η Δεκεμβρίου 1821, ενώ συμπληρώνουν ότι στις μάχες της Αττικής σκοτώθηκε την ίδια περίοδο και ένας από τους υιούς του, επίσης αγωνιστής, ο Ελευθέριος (ή Λευτέρης).

Η έκδοση των Αστυνομικών Χρονικών του 1961, αναφέρεται σε αγωνιστή με το όνομα Έγγελη (προφανώς έναν από τους υιούς του), και παραθέτει ως έτος του θανάτου του το 1827. Ο Δ. Σουρμελής εντάσσει τον Ελευθέριο Έγγελη στους πεσόντες κατά την πολιορκία, αλλά εκτός του φρουρίου της Ακροπόλεως.

Ο Δημήτρης Καμπούρογλου, σε μελέτη του για το Δαφνί στο περιοδικό ΕΣΤΙΑ, αναφέρεται στον αγωνιστή Έγγελη και τον προσδιορίζει ως «έτι ζών» και «κάτοικο Κολυκυνθούς», το 1920 («…το σπαθί όμως το διέσωσεν επιπεσών κατ ‘ αυτών και φίλος του Έγγελης, της Κολοκυνθούς και κάτοικος, ζών μέχρι πρότινων ετών εις βαθύτατον γήρας»). Προφανώς αναφέρεται σε επιζώντα υιό του Αγγελή Έγγελη.

Σε σημείωση στο τέλος του φακέλου αναφέρεται ότι ο Αγγελής Έγγελης εξ Αττικής ήταν αξιωματικός Ε΄ τάξης, με αριθμό μητρώου 3085. Πράγματι, η Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη στο λήμμα της για τον Αγγελή Έγγελη, τόμος 9, σ. 16, αναφέρει: «Έγγελης Αγγελής. Οπλαρχηγός, καταγώμενος εξ Αττικής. Διέπρεψεν εις διάφορας μάχας, αναδειχθείς εις αξιωματικός Ε΄ τάξεως. Εφονεύθη κατά την έφοδον εναντίων των Αθηνών (Αριθ. μητρ. 949, 3035, 3139-3145)», επιβεβαιώνοντας τα στοιχεία.

Από άλλες πηγές (Κουτσονίκας, Σουρμελής, Λάππας), μαθαίνουμε ότι ο Αγγελής Έγγελης γεννήθηκε μεταξύ 1770 και 1780, και πέθανε το 1821. Ήταν αγωνιστής του 1821 εξ Αθηνών. Με την έναρξη της Εθνεγερσίας, κατετάγη στο σώμα του Μενιδιάτη οπλαρχηγού Μελετίου Βασιλείου (1778-1826), προπροπροπάππου του δημάρχου Ασπροπύργου, κ. Νικολάου Μελετίου. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στην Αττική, πολεμώντας στην αρχή με τον Μελέτιο Βασιλείου, κι ύστερα με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Τον Σεπτέμβριο του 1821, όταν οι Τούρκοι έλυσαν την πολιορκία των Αθηνών, ήταν υπαρχηγός της ομάδας του Αθηναίου οπλαρχηγού Δήμου Ρουμπέση, ο οποίος έπεσε ηρωικά σε μάχη εναντίον των Οθωμανών, των οποίων ηγείτο ο ίδιος ο Ομέρ Βρυώνης. Ο Ρουμπέσης όρμησε μαζί με τον Έγγελη εναντίον του Ομέρ Βρυώνη, και κατόρθωσαν να τον ρίξουν από το άλογο και να του αποσπάσουν το ξίφος. Ο Ρουμπέσης τραυματίσθηκε θανάσιμα και πεθαίνοντας άφησε το σπαθί στον Έγγελη, λίγο πριν εκπνεύσει. Η οικογένεια Έγγελη, παρέδωσε το ξίφος αυτό το Σεπτέμβριο του 1822 στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, ο οποίος ευρίσκετο στην Αθήνα κατά την τελετή ανάληψης καθηκόντων στρατηγού ανατολικής Στερεάς Ελλάδος. Το ξίφος αυτό, το δώρισε ο Ανδρούτσος στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, ενώ επισκέπτετο τον Νικηταρά στο Ναύπλιο.

 

Ρολόι με Έλληνα αγωνιστή που ταυτίζεται με την εικόνα του Γκιαούρη (β΄ τέταρτο 19ου αιώνα). Επιχρυσωμένος μπρούντζος, ύψος: 54 cm (συλλογή ΕΕΦ).

 

Αργότερα, το ξίφος περιήλθε στον εγγονό του Κολοκοτρώνη ταγματάρχη (ΠΖ) και αρχηγό της τάξεως 1888 της ΣΣΕ, Γεώργιο Πάνου Κολοκοτρώνη. Αυτός το παρέδωσε στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, σύμφωνα με τη διαθήκη του, την οποία είχε συντάξει το Σεπτέμβριο του 1912, λίγο πριν αναχωρήσει για το μέτωπο των Βαλκανικών Πολέμων, όπου έπεσε ηρωικά στην Κρέσνα, την 12η Ιουλίου 1913.

Ο Αγγελής Έγγελης και ο πρεσβύτερος υιός του Ελευθέριος, έπεσαν ηρωικά τον Δεκέμβριο του 1821, κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως.

 

Γεώργιος Έγγελης

Ενας από τους υιούς του, ο αγωνιστής Γεώργιος Έγγελης, αναλάμβανε επικίνδυνες αποστολές ως αγγελιαφόρος. «Ο μεν Γεώργιος έπεσεν και αυτός αποσταλείς αγγελιοφόρος εκ της πολιορκούμενης Ακροπόλεως εις τα πέριξ ελληνικά στρατόπεδα».

 

Δημήτριος Έγγελης

Ο Δημήτριος Εγγελης πολέμησε μέσα από την Ακρόπολη κατά τη διάρκεια της πολιορκίας από τον Κιουταχή, την περίοδο που είχαν εισέλθει σε αυτήν και οι Φιλέλληνες με τον Φαβιέρο. «Ο Δημήτριος καίτοι επιζών φέρει εις το σώμα του πολλάς ουλάς τραυμάτων εκ του αγώνος. Δις επέτυχε να διέλθη δια των πολιορκουμένων γραμμών του Κιουταχή ως Αγγελιοφόρος των πολιορκουμένων προς τους εκτός και τ’ ανάπαλιν». Ο Σουμερλής Διονύσιος (πρώην συμβολαιογράφος) φαίνεται ότι τηρούσε αρχεία σχετικά με τον Δήμητριο (Μήτρο) Έγγελη. Σε έγγραφο που απόκειται στο φάκελο και πιστοποιούν σημαντικά πρόσωπα αναγράφεται:

«Οι υποφαινόμενοι πιστοποιούμεν ότι ο Μήτρος Έγγελης εξ Αθηνών αγωνισθής απ’ αρχής της Επαναστάσεως και πληγωθείς και ριψοκινδυνεύσας πολλάκις την ζωήν του εις διαφόρους κατά των εχθρών μάχας επρόσφερεν επί της τελευταίας πολιορκίας της Ακροπόλεως Αθηνών, δύο κατά συνέχειαν φοράς θύμα την ίδια του ζωήν, αναδεχόμενος να διέλθη δια μέσου των εχθρών, ως γραμματοκομιστής εις τας πλέον κρισήμους της φρουράς της Ακροπόλεως περιστάσεις».

 

Ιωάννης Έγγελης

«Ο Ιωάννης τέλος και αυτός, πλήρες έχων το σώμα πληγών, επεδόθη εις γαιπωνικών βίον και μετά των τριών αυτού υιών προσπορίζεται τα προς το ζήν, άνευ απαιτήσεως αμοιβών».

Πλείστα έγγραφά του συναντώνται στον φάκελο 2 του κουτιού, μεταξύ αυτών και αναφορά του με ημερομηνία 19 Απριλίου 1865, στην οποία επισυνάπτεται πιστοποιητικό υπ’ αρ. 26894 που βεβαιώνουν διάφοροι αγωνιστές με την υπογραφή τους, μεταξύ αυτών και ο Μακρυγιάννης. Σύμφωνα με την αναφορά και άλλα πιστοποιητικά που συναντάμε στο φάκελο, μερικά από τα οποία σε πολλά αντίτυπα, ο Γιαννάκος Έγγελης χρημάτισε αξιωματικός στην ναυαρχίδα του Ελληνικού στόλου το δίκροτο «Έλλας» κατά τα έτη 1828 και 1829, υπό τον Μιαούλη. Επίσης πολέμησε στην Ακρόπολη με 300 άλλους Αθηναίους, στην Πελοπόννησο, και συγκεκριμένα στο Νεόκαστρο όπου τραυματίσθηκε, στην Στερεά Ελλάδα, στην εκστρατεία της Καρύστου και στην εκστρατεία της Χίου, όπου υπηρέτησε ως αξιωματικός υπό τον Γάλλο Φιλέλληνα Φαβιέρο. Το πιστοποιητικό χρονολογείται το 1843.

Τη συμμετοχή του Αγγελή Έγγελη στη μάχη στο Καματερό και το επεισόδιο με τον Ομέρ Βρυώνη, πιστοποιούν οι περισσότεροι από τους ιστορικούς του Αγώνα, ειδικότερα εκείνοι που συνέγραψαν δοκίμια για τον αγώνα στην Αττική, όπως ο Σουρμελής, ο Κόκκινος και άλλοι.

Ιδιαίτερα ο Κόκκινος σημειώνει ότι ο «τρόμος του Βρυώνη από την προσωπική επίθεση που έλαβε από τον οπλαρχηγό Ρουμπέση ήταν τέτοιος, ώστε το σπαθί του με το οποίο ήθελε να αμυνθεί του έπεσε από το χέρι. Το σπαθί πήρε ο σύντροφος του Δήμου Ρουμπέση, Έγγελης και το χάρισε αργότερα στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, όπως αναφέραμε παραπάνω, ο οποίος με τη σειρά του το προσέφερε στον Κολοκοτρώνη». Μάλιστα μετά το επεισόδιο αυτό, ο Ομέρ Βρυώνης παρέμενε πλέον σε όλες τις μάχες στα μετόπισθεν.

Το σπαθί του Κολοκοτρώνη, του το έδωσε ο Ανδρούτσος που το είχε λάβει ως δώρο από την οικογένεια Admiral Rowan Hamilton, (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

 

Ακολουθεί το οικογενειακό δέντρο της οικογενείας Έγγελη:

1) Αγγελής Έγγελης (πρώτος αγωνιστής).

2) υιοί αυτού: ο Δημήτριος (Μήτρος), ο Γεώργιος και ο Ιωάννης (Γιαννάκος) με βάση τα αρχεία, και ο Ελευθέριος με βάση τη βιβλιογραφία.

3) Ο Δημήτριος, με τον θάνατό του άφησε δύο ορφανά παιδιά του, τον Παναγή και την Χρυσούλα και τρία ορφανά εγγόνια του αποβιώσαντος υιού του, Αγγελή Έγγελη (είχε το όνομα του πατέρα του Δημητρίου και πρώτου αγωνιστού). Τα εγγόνια αυτά ονομάζονταν Σπύρος, Ελένη και Παναγούλα.

Σήμερα το όνομα του Έγγελη και του Ρουμπέση έχει δοθεί σε δύο δρόμους που τέμνονται στον Νέο Κόσμο Αθηνών.

 

Το σημείο στο οποίο τέμνονται η οδός Έγγελη και η οδός Ρουμπέση στον Νέο Κόσμο Αθηνών.

 

Η ιστορία της οικογένειας Έγγελη, είναι ταυτισμένη με την εμβληματικότερη μορφή του Φιλελληνισμού και τον κοινό αγώνα των Ελλήνων και τον Φιλελλήνων για την απελευθέρωση της Αθήνας και της Ελλάδας.

Ο σκιτσογράφος Σπύρος Ζαχαρόπουλος εικονογράφησε σε ένα κόμικ την εμβληματική αυτή ιστορία.

 

 

Μπορείτε να κατεβάσετε το κόμικ σε αρχείο pdf ΕΔΩ.

 

ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αστυνομικά Χρονικά έτους 1961.
  • Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, Τόμος 9, έκδ. 1979.
  • Εθνική Βιβλιοθήκη, Αρχείο Αγωνιστών, Κουτί 53, Φάκελοι 1 και 2.
  • Καμπούρογλου Δημήτριος, το Δαφνί, Εστία, 1920, σ. 73.
  • Κόκκινος Α. Διονύσιος, Η Ελληνική Επανάστασης, Αθήνα, Μέλισσα, 1957.
  • Κορδάτος Γιάννης, Ιστορία Νεώτερης Ελλάδας, 1957.
  • Κουτσονίκας Λάμπρος, »Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, γ’ τόμος, σελ.78.
  • Λάππας Τάκης, »Ελληνικά Ιστορικά Ανέκδοτα 1750-1862», εκδ. Μ. Πεχλιβανίδη, Αθήνα, 1971, σελ. 24 και σελ.135.
  • Μαραβελέας Γ. Α, Η επανάσταση του 21 σε σαράντα μονογραφίες, 1983.
  • Σουρμελής Διονύσιος »Ιστορία των Αθηνών κατά τον Υπέρ Ελευθερίας Αγώνα», εκδ. Νικολάου Αγγελίδου, Αθήνα, 1853, σελ.24.

 

 

 

Η ΕΕΦ πληροφορήθηκε με ιδιαίτερη θλίψη τον θάνατο του Νίκου Ζία, Ομότιμου Καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης στο ΕΚΠΑ.

Ο Νίκος Ζίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης και διετέλεσε μέλος του ΔΣ (2003-2007) καθώς και αντιπρόεδρος (2010-2013).

Εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια στους συγγενείς και τους οικείους του εκλιπόντος.

 


Νίκος Ζίας, 1939-2020

Ο Νίκος Ζίας γεννήθηκε το 1939 στην Τρίπολη, ωστόσο η καταγωγή του ήταν από τη Μακεδονία. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στην Αρχαιολογική Υπηρεσία εργαζόμενος από το 1962, στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας, ενώ το 1964 ήταν μεταξύ των συντελεστών της ιστορικής έκθεσης «Βυζαντινή Τέχνη – Τέχνη Ευρωπαϊκή», που διοργανώθηκε στο Ζάππειο Μέγαρο με τη συνδρομή του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το 1965, ως συνεργάτης του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, βρέθηκε στην Καστοριά, προκειμένου να συλλέξει και να καταγράψει σημαντικό αριθμό βυζαντινών εικόνων. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε να ασχολείται και με την κριτική και την ιστορία της τέχνης. Υπήρξε συνεργάτης των περιοδικών Νέα Εστία και Ζυγός, δημοσιεύοντας επιστημονικά άρθρα, εργάστηκε δε ως τεχνοκρίτης στην εφημερίδα Μεσημβρινή μέχρι και την κατάλυση του πολιτεύματος από τη Δικτατορία της 21ης Απριλίου.

Το 1966 διορίστηκε επιμελητής αρχαιοτήτων. Υπηρέτησε αρχικά στην Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων και κατόπιν στον Μυστρά. Το 1969 ανέλαβε την 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (Νήσων Αιγαίου Πελάγους). Από τη θέση αυτή επιμελήθηκε, μάλιστα, την Έκθεση Μεταβυζαντινής και Νεοελληνικής Τέχνης της συλλογής του Ιδρύματος Τήνου. Έπειτα, βρέθηκε στην Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Πατρών (1972-1977), εργασία η οποία του πρόσφερε τη δυνατότητα να μελετήσει την τέχνη της Επτανησιακής Σχολής. Το 1977 μετατέθηκε στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, και το 1987 έγινε προϊστάμενος της Διεύθυνσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων.

Διετέλεσε επί σειρά ετών μέλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, του Δ.Σ. της Εθνικής Πινακοθήκης και άλλων σημαντικών επιτροπών. Υπήρξε, επίσης, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κέντρου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, από τη σύστασή του το 1997 έως το 2015, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην προβολή του βυζαντινού πολιτισμού εκτός Ελλάδας, σε χώρες οι οποίες έχουν στην επικράτειά τους βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία.

Πέραν της πολυετούς εργασίας του στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, ανέπτυξε πλούσιο διδακτικό και ακαδημαϊκό έργο. Δίδαξε Ιστορία της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης και Μνημειακή Τοπογραφία στη Σχολή Ξεναγών (1970-1983). Το 1986 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το θέμα της διατριβής του ήταν «Η Κοσμική Ζωγραφική του Φώτη Κόντογλου». Η ενασχόλησή του με το έργο του Κόντογλου συνεχίστηκε συστηματικά και αργότερα, καθιστώντας τον έναν από τους σημαντικότερους μελετητές του έργου του. Ο Ζίας επιμελήθηκε, μάλιστα, τις αναδρομικές εκθέσεις του Κόντογλου στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (1983-84) και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης (1986), ενώ το 1991 κυκλοφόρησε από την Εμπορική Τράπεζα η μονογραφία του Φώτης Κόντογλου, ζωγράφος στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα. Έγραψε, μεταξύ άλλων, τα βιβλία Η Ελλάδα του Γ. Μανουσάκη (Αθήνα 1993) και Νίκος Εγγονόπουλος, ο βυζαντινός (Αθήνα 2001), καθώς και πλήθος μελετών και άρθρων για τη βυζαντινή και τη νεοελληνική τέχνη. Από το 1985 και για πολλά χρόνια, υπήρξε συνεργάτης της εφημερίδας Το Βήμα, αρθρογραφώντας κατά κύριο λόγο για την νεότερη τέχνη. Το 1988 εξελέγη Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακολούθως Αναπληρωτής και τακτικός καθηγητής. Το 1998 αποχώρησε από το Υπουργείο Πολιτισμού, επιλέγοντας τη θέση του πανεπιστημιακού δασκάλου. Συνταξιοδοτήθηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 2006, οπότε και ομόφωνα ανακηρύχθηκε Ομότιμος Καθηγητής.

Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης και διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της (2003-2007) καθώς και αντιπρόεδρος (2010-2013).

 

 

Προσωπογραφία του Στρατηγού Sir Richard Church, του ζωγράφου Σπυρίδωνος Προσαλέντη (1830-1895). 19ος αιώνας (συλλογή ΕΕΦ)

 

Ο Richard Church (1784- 1873), ήταν Βρετανός στρατιωτικός, σημαντικός Φιλέλληνας, καθώς και εκ των πρώτων οργανωτών του Ελληνικού Στρατού.

Ήταν δευτερότοκος γιος του Matthew Church, εμπόρου από το Cork της Ιρλανδίας και της Anne Dearman[1].

Στις 3 Ιουλίου 1800, σε ηλικία 16 ετών, κατατάχθηκε στον Βρετανικό Στρατό ως ανθυπασπιστής  και τοποθετήθηκε στο 13ο Σύνταγμα Πεζικού του Somerset[2]. Πολέμησε κατά των Γάλλων στη μάχη του Φερρόλ στη Βόρειο Ισπανία το 1800 και στην εκστρατεία στην Αίγυπτο υπό τον στρατηγό sir Ralph Abercromby, το 1801[3]. Μετά την αποχώρηση των Γαλλικών στρατευμάτων από την Αίγυπτο, επέστρεψε στην Μεγάλη Βρετανία, και το 1802 τοποθετήθηκε στο 37ο Σύνταγμα Πεζικού ως υπολοχαγός[4].

Στο πλαίσιο των Ναπολεόντειων Πολέμων, το 1805 η μονάδα του Church στάλθηκε για να υπερασπισθεί τη Σικελία, ενώ στις 7 Ιανουαρίου του 1806, ο ίδιος ο Church, φέρων το βαθμό του λοχαγού, τοποθετήθηκε στο Βασιλικό Σύνταγμα Κυνηγών της Κορσικής. Εκεί ήταν για πρώτη φορά υπεύθυνος για την διοίκηση ξένων στρατευμάτων, στρατολογημένων από τον τοπικό πληθυσμό. Τον Οκτώβριο του 1808 έγινε Βοηθός Γενικός Φροντιστής στη Σικελία. Το 1809 προήχθη σε Γενικό Φροντιστή και τοποθετήθηκε ως αξιωματικός στην αποστολή που κατέλαβε τα Ιόνια νησιά υπό τον στρατηγό Sir John Oswald[5]. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1809, τοποθετήθηκε ως ταγματάρχης στο Ελληνικό Ελαφρύ Πεζικό του Βρετανικού στρατού, ενώ στις 19 Νοεμβρίου 1812 προήχθη σε αντισυνταγματάρχη στο 1ο  Ελληνικό Σύνταγμα Ελαφρού Πεζικού του Δούκα της Υόρκης[6].

Ο Richard Church ως αξιωματικός του Ελληνικού Ελαφρού Πεζικού του Δούκα της Υόρκης στα Επτάνησα σε πίνακα του 1813.

Ο Church ήταν ήδη ιδιαίτερα έμπειρος στη διοίκηση ξένων στρατευμάτων και έκανε χρήση της εμπειρίας του αυτής για να διοικήσει αποτελεσματικά τα στρατεύματα που είχαν στρατολογηθεί από Έλληνες. Μάλιστα η εμπειρία του αυτή, συνέβαλε στο να δημιουργηθεί το 2ο Ελληνικό Σύνταγμα Ελαφρού Πεζικού του Δούκα της Υόρκης, το οποίο χρησιμοποιήθηκε το 1813 για την κατάληψη των Παξών[7]. Στις τάξεις των μονάδων αυτών που διοικούσε ο Church, συμμετείχαν στρατιώτες και αξιωματικοί, που προέρχονταν από φυγάδες αρματωλούς από την ηπειρωτική Ελλάδα, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Church είχε καλλιεργήσει φιλική σχέση με τον μετέπειτα στρατιωτικό ηγέτη της Ελληνικής επανάστασης, και διατηρούσε τακτική αλληλογραφία, η οποία συνέβαλε στην διαρκή ενημέρωσή του και στην καλλιέργεια του Φιλελληνισμού του[8].

Αφού τελείωσαν οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι, μετά από παράπονα της οθωμανικής διοίκησης, διαλύθηκαν τα ελληνικά στρατεύματα τα οποία είχε οργανώσει ο Church με άλλους Βρετανούς αξιωματικούς. Τα μέλη τους όμως είχαν ήδη αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία από την λειτουργία, οργάνωση και εκπαίδευση τακτικού στρατού. Την εμπειρία αυτή αξιοποίησε ο Κολοκοτρώνης, αλλά και άλλοι αγωνιστές που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πριν και μετά την Επανάσταση του 1821, ο Church υπηρέτησε στη Μάλτα, στη Νάπολη, στη Σικελία, στην Καλαβρία. Ήταν παρών στην μάχη της Μάιντα, στην άμυνα του Κάπρι, όπου τραυματίσθηκε στο κεφάλι, στην κατάληψη της Ίσκιας, στην αποστολή στα Επτάνησα, στην κατάληψη της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς. Στη μάχη της Αγίας Μαύρας τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό του χέρι, το οποίο χτυπήθηκε από σφαίρα[9].

Μετά τη θητεία του στα Επτάνησα, ο Church τοποθετήθηκε σε αποστολή της Βρετανικής κυβέρνησης στους συμμαχικούς στρατούς Αυστρίας και Πρωσίας και στη συνέχεια υπηρέτησε ως σύνδεσμος μεταξύ των Βρετανικών και των Αυστριακών Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίες είχαν ως ορμητήριο την Ιταλία, το 1814 -1815[10]. Ταυτόχρονα, έλαβε μέρος ως στρατιωτικός εμπειρογνώμων στο Συνέδριο της Βιέννης, όπου υποστήριξε την παραμονή των Επτανήσων υπό Βρετανική διοίκηση, αλλά και της Πάργας και άλλων πρώην βενετικών πόλεων, που ήταν τότε υπό την κατοχή του Αλή Πασά[11]. Για τη δράση του στα Επτάνησα, την Ιταλία και την Βιέννη, έλαβε το 1815 από τη Βρετανική κυβέρνηση τον τίτλο του Εταίρου του Τάγματος του Λουτρού[12].

Ο Church επέστρεψε στην Ιταλία το 1817, μετά από προσφορά της κυβέρνησης του Βασιλείου των Δύο Σικελιών. Με την άδεια της βρετανικής κυβέρνησης, ανέλαβε στην Ιταλία τη θέση υποστρατήγου στο Σικελικό Στρατό, καθώς και τη θέση του επιθεωρητή των στρατευμάτων των ξένων, στην υπηρεσία του βασιλιά Φερδινάνδου Α΄ των Δύο Σικελιών. Υπηρέτησε στην Απουλία με έδρα το Λέτσε, όπου κατάφερε να σταματήσει τη δράση των τοπικών ληστάρχων οι οποίοι δρούσαν μέχρι τότε ανεξέλεγκτοι. Η επιτυχημένη θητεία του, του έφερε αναγνώριση και τους τίτλους του ιππότη του Τάγματος του Αγίου Φερδινάνδου της Νάπολης και το Μεγαλόσταυρο του Ευγενεστάτου Στρατιωτικού Τάγματος του Αγίου Γεωργίου των Δύο Σικελιών[13].

Το τέλος της σταδιοδρομίας του Church στην Ιταλία υπαγορεύθηκε από τις πολιτικές αναταραχές που ξέσπασαν εκεί. Μετά από την επιτυχημένη θητεία του στην Απουλία, δόθηκε στον Church η διοίκηση του 9ου Τάγματος στη Σικελία με έδρα το Παλέρμο, στις αρχές Ιουλίου του 1820. Όταν ο Church πήγε στο Παλέρμο, δεν του επετράπη να πάρει μαζί του το στράτευμα των ξένων, παρά την επιθυμία του, δεδομένου ότι τους εμπιστευόταν ότι θα είναι πιστοί σε αυτόν. Έτσι, όταν άρχισε τοπικά η επανάσταση, οι καρμπονάροι επαναστάτες θέλησαν να τον συλλάβουν. Ο Church κατάφερε να αποφύγει τη σύλληψη και γύρισε στη Νάπολη στις 23 Ιουλίου 1820, όπου συνελήφθη από τους επαναστάτες, οι οποίοι είχαν πάρει και εκεί την εξουσία. Φυλακίσθηκε εκεί για ένα χρονικό διάστημα και ελευθερώθηκε μετά από δίκη στην οποία βρέθηκε αθώος. Έτσι το 1821 επέστρεψε στην Μεγάλη Βρετανία, όπου τιμήθηκε με τον τίτλο του Ιππότη Διοικητή του Βασιλικού Τάγματος των Γουέλφων του Ανοβέρου[14].

Ο Church παντρεύτηκε στις 17 Αυγούστου 1826 στο Worthing, την Marie-Anne Wilmot, κόρη του Robert Wilmot, 2ου βαρονέτου του Osmaston[15]. Την  ίδια περίοδο δημοσίευσε τις αναμνήσεις του από την επανάσταση στο Παλέρμο[16].

Παράλληλα, όλον αυτόν τον καιρό διατηρούσε αλληλογραφία με τον Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε μία σχέση αλληλοεκτίμησης. Μάλιστα, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης, οι οποίες ξεκίνησαν  στην Επίδαυρο στις 6 Απριλίου 1826, ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να αναλάβει ο Church  αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού. Η συνέχιση των προπαρασκευαστικών εργασιών της Εθνοσυνέλευσης που είχε προγραμματισθεί για τον Αύγουστο του 1826, καθυστέρησε, εξαιτίας της δυσμενούς κατάστασης της χώρας. Η τελική ημερομηνία για την επίσημη έναρξη της Γ’ Εθνοσυνέλευσης αποφασίσθηκε μετά από διαβουλεύσεις του Church με τον Κολοκοτρώνη (τον οποίο συνάντησε στο Καστρί της Κυνουρίας[17]), του Βρετανού ναυάρχου Thomas Cochrane (ο οποίος ανέλαβε αρχηγός του Ελληνικού Στόλου[18]) και του Βρετανού ναυάρχου Rowan Hamilton. Εν τέλει η Γ’ Εθνοσυνέλευση συγκλήθηκε και τυπικά στην Τροιζήνα, στις 19 Μαρτίου 1827[19], και έλαβε χώρα εκεί, από τον Μάρτιο ως τον Απρίλιο του  1827[20].

Η πρόταση του Κολοκοτρώνη υπέρ του Church υπερψηφίσθηκε κατά την διάρκεια της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί, ότι την πρόταση αυτή υποστήριξε και ο άλλος μεγάλος στρατιωτικός ηγέτης της Ελληνικής Επανάστασης, ο Γ. Καραϊσκάκης. Πράγμα που επιβεβαιώνει επιστολή με την υπογραφή του («καραησκάκις») προς την Γ’ Εθνοσυνέλευση, που έχει σταλεί από το Κερατσίνι, στις 2 Απριλίου 1827. Σε αυτήν, κατά την διάρκεια της Γ’ Εθνοσυνέλευσης, ο Γ. Καραϊσκάκης προτείνει να ανατεθεί η αρχιστρατηγία στον Richard Church: «… Διά τοῦτο βάζω ὑπόψιν τῆς Σ(εβαστῆς) Συνελεύσεως, τό ἄτομον τοῦ ἐξοχωτάτου στρατηγοῦ ῥικάρδου ζόρζι, τό ὁποῖον ἔχομεν βεβαίας πληροφορίας ὅτι εἶναι τό ὄντι ἄξιον τοιούτου ἐπιφορτίσματος, ὅστις ἔχων τελείαν ἰδέαν τῶν Ἑλλ. στρατιωτικῶν φρονημάτων, ἔχω ὅλην τήν βεβαιότητα ὅτι θέλει διευθύνει τά Ἑλλ. στρατεύματα, θέλει τά ἑνώσει, καί θέλει τά συγκεντρώσει πρός ἀντίκρουσιν τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, καί ἑπομένως θέλει προξενήσει τήν ἐλευθέρωσιν τῶν ἀθηνῶν καί ὅλης τῆς πατρίδος…».

Ιδιόχειρη επιστολή του Γ. Καραϊσκάκης, με την οποία υποστηρίζει και αυτός την τοποθέτηση του Church στην θέση του αρχιστρατήγου του Ελληνικού Στρατού. (συλλογή ΕΕΦ).

Πρώτη αποστολή των Cochrane και Church, ήταν η ενίσχυση του Καραϊσκάκη που μαχόταν στο Φάληρο και το Κερατσίνι, για να λύσουν την πολιορκία της Ακρόπολης. Στην φάση αυτή, οι Τουρκικές δυνάμεις είχαν υπεροπλία, ενώ τους ευνοούσε και η μορφολογία του εδάφους που αποτελούσε ένα ανοικτό πεδίο μάχης. Έτσι, η αποστολή αυτή ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις των  Ελλήνων[21] να υφίστανται σημαντικές απώλειες. Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη και τη διάλυση του Ελληνικού στρατού, ο Church έδειξε τόλμη και μέγιστη σύνεση. Κατάφερε να σώσει τους άνδρες που ήταν σκορπισμένοι στα παράλια, φρόντισε για την επιβίβασή τους σε πλοία και τη συγκέντρωσή τους στο Φάληρο και στον Πειραιά και στη συνέχεια οργάνωσε την μεταφορά τους στη Σαλαμίνα, όπου συγκεντρώθηκε μετά από λίγο το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων[22].

Στη συνέχεια η Αντικυβερνητική Επιτροπή, ανέθεσε στον Church τη στρατιωτική διοίκηση του Ναυπλίου. Μετά από μερικούς μήνες ο Church τοποθετήθηκε στο φρούριο της Κορίνθου. Από εκεί μετατέθηκε στο Διακοπτό της Βοστίτσας (σημερινό Αίγιο) και ύστερα στην Ανατολική Ελλάδα, όπου έμεινε μέχρις ότου αφίχθηκε στην Ελλάδα ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας[23].

Μετά την άφιξη του Καποδίστρια, ο Church στάλθηκε στη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Η αποστολή του ήταν να ελευθερώσει το μεγαλύτερο δυνατό τμήμα της ευρύτερης περιοχής, προκειμένου να διευκολυνθεί ο Καποδίστριας κατά την διαπραγμάτευση των συνόρων του ελεύθερου Ελληνικού κράτους. Την περίοδο 1828 – 1829, ο Church συντόνισε πολλές επιχειρήσεις των στρατευμάτων της Δυτικής Ελλάδος σε συνεργασία και με τη βοήθεια του Ελληνικού στόλου στον οποίο συμμετείχε ο μεγάλος Φιλέλληνας Hastings με την «Καρτερία» και άλλα πέντε πολεμικά[24]. Με τις κινήσεις αυτές επετεύχθη ο αποκλεισμός του Αμβρακικού Κόλπου, κυριεύθηκε η Βόνιτσα, το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι. Οι επιχειρήσεις αυτές απετέλεσαν, τις τελευταίες πράξεις του πολέμου για την απελευθέρωση της Ελλάδος, που καθόρισαν και τα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους στη Στερεά Ελλάδα.

Με την έλευση του Όθωνoς στην Ελλάδα, η κυβέρνηση του Σπυρίδωνος Τρικούπη προσέφερε στον Church τη θέση του πρέσβη στη Ρωσία, κάτι που δεν αποδέχθηκε όμως ο Ρώσος Τσάρος[25].

Η Ελλάδα τίμησε το 1833 τον Church με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος των Ιπποτών του Σωτήρος[26]. Στη συνέχεια ο Church διορίσθηκε  Σύμβουλος της Επικρατείας και το 1836, τοποθετήθηκε Γενικός Επιθεωρητής του Ελληνικού Στρατού. Τον Φεβρουάριο του 1843, προΐστατο επί του τιμητικού αγήματος στην κηδεία του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη[27].

Στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, ο Church επιλέχθηκε ανάμεσα από τους Συμβούλους της Επικρατείας που ήταν επαναστάτες, ως διαμεσολαβητής μεταξύ αυτών και του Όθωνος. Μάλιστα, την επόμενη ημέρα συνυπέγραψε την προκήρυξη του Συμβουλίου της Επικρατείας που ευχαριστούσε το λαό και τη φρουρά των Αθηνών για τη συμπεριφορά τους, και ανακήρυσσε την 3η Σεπτεμβρίου ως εθνική εορτή. Ήταν ο τέταρτος υπογράφων μετά τον Μαυρομιχάλη, τον Κουντουριώτη και το Νοταρά[28].

Ένα μήνα μετά, τον Οκτώβριο του 1843, εξελέγη πληρεξούσιος του Ζυγού Αιτωλίας στην Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση της Γ’ Σεπτεμβρίου, αντιπροσωπεύοντας μια περιοχή από τα μέρη της Δυτικής Ελλάδας που απελευθέρωσε το 1828-1829 και επιλέχθηκε ως μέλος της Γερουσίας[29].

Μία συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης του 1844 στην οποία συμμετείχε ο Church, έχει μείνει στην ιστορία. Σε αυτήν κορυφώθηκε η σύγκρουση των αυτοχθονιστών με τους ετεροχθονιστές. Οι πρώτοι υποστήριζαν πως στο Δημόσιο μπορούσαν να διορίζονται μόνον όσοι κατάγονταν από τις απελευθερωμένες περιοχές της Ελλάδος. Οι υποστηρικτές των ετεροχθόνων ζητούσαν τα δικαιώματα να ισχύουν για όλους τους Έλληνες. Ο Church τάχθηκε με την πλευρά των ετεροχθόνων, συνεπής με το πνεύμα του φιλελληνισμού και όχι αυτό των σκοπιμοτήτων. Παραμένει θρυλική η αγόρευσή του για το ζήτημα αυτό, διότι αυτή περιείχε μόνο μια λέξη: «Γκαϊντούρια!», που εξέφραζε την αγανάκτησή του από τη στάση των αυτοχθονιστών βουλευτών.

Ο Church αποσύρθηκε σε ηλικία 60 ετών το 1844 από τα στρατιωτικά πράγματα. Παρέμεινε όμως γερουσιαστής μέχρι την κατάργηση της Γερουσίας το 1864[30].

Το 1854, προήχθη σε επίτιμο στρατηγό του Ελληνικού Στρατού[31], προκειμένου να τιμηθεί για τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια του Αγώνα και στα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του νέου Ελληνικού κράτους.

Ο στρατηγός Richard Church απολάμβανε την εκτίμηση της Ελληνικής και της Βρετανικής κοινωνίας της εποχής του και τον επεσκέπτετο τακτικά ο βασιλέας Γεώργιος Α’, κατά τα τελευταία έτη της ζωής του[32]. Ο Church απεβίωσε μετά από ασθένεια την Πέμπτη 8 Μαρτίου 1873 και τάφηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη στις 15 Μαρτίου 1873[33]. Η κηδεία έγινε με καθυστέρηση σε αναμονή του ανιψιού του, που αναμενόταν από την Αγγλία. Η νεκρώσιμη ακολουθία έλαβε χώρα στον προτεσταντικό ναό στην οδό Φιλελλήνων παρουσία του βασιλέως και πλήθους επισήμων. Το μνημείο του τάφου, απέναντι από τον ιερό ναό του Αγίου Λαζάρου, φέρει αγγλική επιγραφή στο μπροστινό τμήμα και την αντίστοιχη ελληνική στο πίσω μέρος: «Richard Church, General, who having given himself and all he had, to rescue a Christian race from oppression, and to make Greece a nation, lived for her service, and died among her people, rests here in peace and faith» «Ώδε κείται εν ειρήνη και πίστει ο Στρατηγός Ριχάρδος Τσωρτζ αφιερώσας εαυτόν και πάντα τα εαυτού υπέρ της από της δουλείας απελευθερώσεως φυλής χριστιανικής, συντελέσας ίνα η Ελλάς κατασταθή έθνος, ζήσας όπως υπηρετήση αυτήν και αποβιώσας μεταξύ του λαού αυτής». Επιτάφιο λόγο εκφώνησε στις 15 Μαρτίου 1873, ο υπουργός Δικαιοσύνης Παναγιώτης Χαλκιόπουλος[34] και μετά στα αγγλικά, ο μετέπειτα Εθνικός Ευεργέτης και τότε διπλωμάτης, Ιωάννης Γεννάδιος[35].

Η ΕΕΦ και η Ελλάδα τιμούν τη μνήμη του στρατηγού Richard Church, σημαίνοντος ευγενούς Βρετανού Φιλέλληνα, ο οποίος αγωνίσθηκε για τα Ελληνικά δίκαια και που τιμήθηκε για τη δράση του αυτή με υψηλές θέσεις ευθύνης στο νέο Ελληνικό κράτος, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα την εκτίμηση και το σεβασμό της τότε Ελληνικής κοινωνίας.

Α’ Κοιμητήριο Αθηνών. Ο τάφος του στρατηγού Richard Church.

 

Παραπομπές

[1] Jewers, Arthur John, “Wells Cathedral: its monumental inscriptions and heraldry: together with the heraldry of the palace, deanery, and vicar’s close: with annotations from wills, registers, etc., and illustrations of arms”, εκδ.  Nichel and Hughes, Λονδίνο, 1892.
[2] Philipart, John, “The Royal Military Calendar”, εκδ. A.J. Valpy, Λονδίνο, 1820, δ’ τόμος, σελ. 436 -437.
[3]  Βλ. στο ίδιο.
[4] Jewers, Arthur John, “Wells Cathedral: its monumental inscriptions and heraldry: together with the heraldry of the palace, deanery, and vicar’s close: with annotations from wills, registers, etc., and illustrations of arms”, εκδ.  Nichel and Hughes, Λονδίνο, 1892.
[5] Dakin, Douglas, “The Greek struggle for independence, 1821-1833”, εκδ. University of California Press, Berkley, 1973, σελ. 33.
[6]  Βλ. στο ίδιο.
[7]  Chartrand, Rene, Courcelle, Patrice, “Émigré & Foreign Troops in British Service 1803 – 1815”, εκδ. Osprey, Λονδίνο, 2000, σελ. 20.
[8] “Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη”, εκδ. Ελευθερουδάκη, Αθήνα,  1931, 12ος τόμος.
[9] Philipart, John, ‘’The Royal Military Calendar’’, εκδ. A.J. Valpy, Λονδίνο, 1820, δ’ τόμος, σελ. 436 -437.
[10] Church, R. W., “Occasional Papers selected from the ‘’Guardian’’, the ‘’Times’’ and the ‘’Saturday Review’’ 1846-1890”, εκδ. Macmillan, Λονδίνο, 1897.
[11] Church, E.M., “Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece”, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
[12] Εγκυκλοπαίδεια ’Brittanica’, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 6ος τόμος, σελ. 325.
[13] Jewers, Arthur John, “Wells Cathedral: its monumental inscriptions and heraldry: together with the heraldry of the palace, deanery, and vicar’s close: with annotations from wills, registers, etc., and illustrations of arms”, εκδ.  Nichel and Hughes, Λονδίνο, 1892.
[14]
[15] Περ. ‘’The Gentleman’s Magazine’’, φύλλο Αυγούστου 1826, Λονδίνο, 1826.
[16] Church, Richard, “Lieutenant General Sir Richard Church’s personal narrative of the revolution at Palermo, in the year 1820”, εκδ. περ. ‘’Monthly Magazine’’, Λονδίνο, 1826.
[17] St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 326.
[18] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 421.
[19] Μάμουκας, Ανδρέας, “Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος. Ήτοι, συλλογή των περί την αναγεννώμενην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από του 1821 μέχρι του 1832”, εκδ. Τυπογραφίας Ηλίου Χριστοφίδου ‘’Η αγαθή τύχη’’, Πειραιάς, 1839, τόμος 7ος.
[20] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 410.
[21] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος, σελ. 331.
[22] Χρυσανθόπουλος, Φώτιος  (Φωτάκος), “Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των εξώθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της επαναστάσεως”, εκδ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888, σελ. 260.
[23] Βλ. στο ίδιο.
[24]  Αλληλογραφία Church – Υψηλάντη, Συλλογή Βλαχογιάννη, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, Φάκελος 290.
[25] Church, E.M., ‘’Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece’’, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
[26] Κλάδης, Α. Ι., ‘’Επετηρίς του Βασιλείου της Ελλάδος’’, εκδ. Βασιλική Τυπογραφία & Λιθογραφία, Αθήνα, 1837.
[27]  Εφ. ‘’Η Ταχύπτερος Φήμη’’, φύλλο 3ης Φεβρουαρίου 1843, Αθήνα, 1843.
[28] Church, E.M., ‘’Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece’’, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
[29]  Βλ. στο ίδιο.
[30]  Γράψας, Κ.Μ. , ‘’Ελληνική Πολιτική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1948, β’ τόμος, σελ. 12.
[31] ‘’Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος’’ , ΦΕΚ 10ης Φεβρουαρίου 1854, Αθήνα, 1854 , Β.Δ. 6/1854.
[32] Εφ. ‘’Αιών’’, φύλλο 5ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
[33] Εφ. ‘’Αλήθεια’’, φύλλο 9ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
[34] Εφ. ‘’Αιών’’, φύλλο 21ης  Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
[35] Εφ. ‘’Εφημερίς των Συζητήσεων ‘’, φύλλο 15ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Jewers, Arthur John, “Wells Cathedral: its monumental inscriptions and heraldry: together with the heraldry of the palace, deanery, and vicar’s close: with annotations from wills, registers, etc., and illustrations of arms”, εκδ. Nichel and Hughes, Λονδίνο, 1892.
  • Philipart, John, “The Royal Military Calendar”, εκδ. J. Valpy, Λονδίνο, 1820, δ’ τόμος.
  • Dakin, Douglas, “The Greek struggle for independence, 1821-1833”, εκδ. University of California Press, Berkley, 1973.
  • Chartrand, Rene, Courcelle, Patrice, “Émigré & Foreign Troops in British Service 1803 – 1815”, εκδ. Osprey, Λονδίνο, 2000.
  • “Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη”, εκδ. Ελευθερουδάκη, Αθήνα, 1931, 12ος τόμος.
  • Church, R. W., “Occasional Papers selected from the ’Guardian’, the ’Times’ and the ’Saturday Review’ 1846-1890”, εκδ. Macmillan, Λονδίνο, 1897.
  • Church, E.M., “Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece”, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
  • Εγκυκλοπαίδεια ‘’Brittanica’’, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 6ος τόμος.
  • Περ. “The Gentleman’s Magazine”, φύλλο Αυγούστου 1826, Λονδίνο, 1826.
  • Church, Richard, “Lieutenant General Sir Richard Church’s personal narrative of the revolution at Palermo, in the year 1820”, εκδ. περ. “Monthly Magazine”, Λονδίνο, 1826.
  • “Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • Μάμουκας, Ανδρέας, “Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος. Ήτοι, συλλογή των περί την αναγεννώμενην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από του 1821 μέχρι του 1832”, εκδ. Τυπογραφίας Ηλίου Χριστοφίδου “Η αγαθή τύχη”, Πειραιάς, 1839, τόμος 7ος.
  • Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως”, εκδ. Δ.Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος.
  • Χρυσανθόπουλος, Φώτιος (Φωτάκος), “Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των εξώθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της επαναστάσεως”, εκδ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888.
  • Αλληλογραφία Church – Υψηλάντη, Συλλογή Βλαχογιάννη, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, Φάκελος 290.
  • Κλάδης, Α. Ι., “Επετηρίς του Βασιλείου της Ελλάδος”, εκδ. Βασιλική Τυπογραφία & Λιθογραφία, Αθήνα, 1837.
  • Εφ. “Η Ταχύπτερος Φήμη”, φύλλο 3ης Φεβρουαρίου 1843, Αθήνα, 1843.
  • Γράψας, Κ.Μ., “Ελληνική Πολιτική Εγκυκλοπαίδεια”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1948, β’ τόμος.
  • “Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος”, ΦΕΚ 10ης Φεβρουαρίου 1854, Αθήνα, 1854 , Β.Δ. 6/1854.
  • Εφ. “Αιών”, φύλλο 5ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
  • Εφ. “Αλήθεια”, φύλλο 9ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
  • Εφ. Αιών”, φύλλο 21ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
  • Εφ. “Εφημερίς των Συζητήσεων”, φύλλο 15ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.

 

Πορτραίτο του Winckelmann, έργο της Angelika Kauffmann (1764)

 

“In Gegenden, wo die Künste geblüht haben, sind auch die schönsten Menschen gezeugt worden“ (“Σε περιοχές, όπου άνθισαν οι τέχνες, δημιουργήθηκαν και οι ομορφότεροι άνθρωποι”).

Ο Johann Joachim Winckelmann (1717 – 1768) υπήρξε ο πρώτος Γερμανός αρχαιολόγος, με τη σημερινή έννοια του όρου, και σημαντικός δάσκαλος της τέχνης. Το κυριότερο έργο του, “Ιστορία της αρχαίας τέχνης” (Geschichte der Kunst des Alterthums, 1764) αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της επιστήμης της Αρχαιολογίας και της σύγχρονης Ιστορίας της τέχνης. Εξόπλισε την Aρχαιολογία με την επιστημονική μέθοδο, αποκαθαίροντάς την από τον αρχαιοδιφικό ερασιτεχνισμό που ως τότε την καθήλωνε σε ασχολία “ευγενών κυρίων”. Ρηξικέλευθα για την εποχή του, πρόταξε την υπεροχή της ελληνικής, κλασικής αρχαιότητας, έναντι της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής, και θεμελίωσε τον γερμανικό κλασικισμό πάνω στην ελληνική αρχαιολατρία. Δολοφονήθηκε υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες σε ηλικία μόλις 50 ετών στην Τεργέστη. Την ημέρα αυτή έφερε στις αποσκευές του τα αγαπημένα από τη νιότη του βιβλία, που καθόρισαν όλη του τη σκέψη και πορεία: αυτά του Ομήρου.

Ο Winckelmann γεννήθηκε σχεδόν 70 χρόνια πριν τη Γαλλική Επανάσταση και 100 πριν την Ελληνική. Ήταν ο πλέον διάσημος γιός της πόλης του Stendal (από το Altmark, Sachsen-Anhalt) της Πρωσίας. Υπήρξε ένα αυθεντικά φιλελεύθερο και πρωτοπόρο πνεύμα που επηρέασε τους μεγαλύτερους άνδρες της Γερμανίας (Lessing, Goethe, Herder, Schiller), τον Λόρδο Βύρωνα, ακόμη και τους θιασώτες της Γαλλικής Επανάστασης και αργότερα του Ναπολέοντος. Ο ίδιος ο Goethe χαρακτήρισε τον 18ο αιώνα “εκατονταετία του Winckelmann”, ορίζοντας έτσι το μέτρο της σπουδαιότητάς του. Η επιτυχία αυτή είναι άξια θαυμασμού, αν αναλογισθεί κανείς ότι ο Johann Joachim Winckelmann γεννήθηκε σε μια φτωχή και εξαθλιωμένη από τον Τριακονταετή Πόλεμο (1618 – 1648) πρωσική πόλη, ως μοναχογιός ενός υποδηματοποιού. Παρόλα αυτά, η εκπαίδευση του μονάκριβου γιου της οικογένειας ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των γονιών του, οι οποίοι τον έστελναν στο δημοτικό σχολείο λατινικών της πόλης τους (städtische Lateinschule). Χάρη στη συμμετοχή του σε μία χορωδία απόρων μαθητών, κατορθώνει να αποκτήσει τα βιβλία του και ελεύθερη πρόσβαση στα μαθήματα. Εκεί γνωρίζει τον σχεδόν τυφλό διευθυντή του σχολείου, Esaias Wilhelm Tappert, του οποίου γίνεται έμπιστος βοηθός και του διαβάζει βιβλία. Αυτή η εμπειρία, καθώς και η πρόσβαση που αποκτά ο νεαρός Winckelmann στη σχολική βιβλιοθήκη, την οποία επιβλέπει, του προσφέρουν την πρώτη γνωριμία με σημαντικά γραπτά Άγγλων και Γάλλων συγγραφέων, τα οποία σταδιακά θα ξυπνήσουν μέσα του την ιδέα της πολιτικής ελευθερίας. Η αντίληψη που έχει από νωρίς σχηματίσει άλλωστε για την Πρωσία είναι ότι πρόκειται για μία χώρα δεσποτείας, στην οποία, όπως θα αναφέρει κατοπινά, έχει “νιώσει τη σημαίνει σκλαβιά” («Homo vagus et inconstans“).

WINCKELMANN, Johann Joachim, λιθογραφία (συλλογή ΕΕΦ)

Mε παρότρυνση του Tappert, o δεκαοκτάχρονος Winckelmann μεταβαίνει τον Μάρτιο του 1735 για γυμνασιακές σπουδές στο Βερολίνο (Cöllnisches Gymnasium zu Berlin), όπου παραμένει έως το φθινόπωρο του 1736. Εκεί μελετά την θεωρία του κρατικού συντάγματος, βιογραφίες επιστημόνων, φυσικές επιστήμες, και διευρύνει τις γνώσεις του για την ελληνική γλώσσα και γραμματεία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απαρχή του Φιλελληνισμού του εντοπίζεται σε αυτή τη γόνιμη περίοδο της νεότητας του. Στην φάση αυτή γνωρίζει τον αντιπρόεδρο του Γυμνασίου, Christian Tobias Damm, ο οποίος ειδικεύεται στη Μυθολογία. Ο Damm μεταλαμπαδεύει την αγάπη του για τα ομηρικά έπη στον Winckelmann, αγάπη η οποία αποτελεί εφαλτήριο της βαθιάς του ενασχόλησης με την αρχαιότητα, την τέχνη και τη φιλοσοφία της. Ο Όμηρος θα παραμείνει ο αγαπημένος του συγγραφέας ως τον θάνατό του. Το Νοέμβριο του 1736 επιστρέφει στην πόλη του και συνεχίζει τις σπουδές του στο Salzwedeler Gymnasium, ενώ παράλληλα διδάσκει ελληνικά. Ο πρύτανης του σχολείου Bake τον χαρακτηρίζει “ανήσυχο και ασταθές άτομο” (homo vagus et inconstans).

Τον Απρίλιο του 1738 εγγράφεται φοιτητής Θεολογίας στο Halle, όπου με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολουθεί τις διαλέξεις του Alexander Gottlieb Baumgarten (1714–1762), ιδρυτή της Αισθητικής στη Γερμανία. Επίσης επισκέπτεται το σεμινάριο του γιατρού και φιλολόγου Johann Heinrich Schulze (1687–1744) για τις ελληνικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες σύμφωνα με τα αρχαία νομίσματα. Από εδώ ίσως θα αρχίσει να εξελίσσει την ικανότητά του για λεπτομερή περιγραφή των μερών των έργων τέχνης, όπως λ.χ. στην περίφημη περιγραφή του συμπλέγματος του Λαοκόοντος από την “Ιστορία της αρχαίας τέχνης” (Geschichte der Kunst des Alterthums, 1764). Για παράδειγμα, η εμμονή του στην εξονυχιστική καταγραφή των μερών του ανθρωπίνου σώματος, ως βάση για την ανάλυση αγαλμάτων της αρχαίας ελληνικής τέχνης (π.χ. για τον Απόλλωνα του Belvedere) και ως οδηγός για την αισθητική τους προσέγγιση, σχετίζεται με τις σύντομες σπουδές του Ιατρικής στο πανεπιστήμιο της Jena (Μάιος 1741), τις οποίες ωστόσο δεν ολοκλήρωσε. Ως δεύτερο λόγο της εμμονής του με το κάλλος του ανθρώπινου σώματος, κυρίως του ανδρικού, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς και την ομοφυλοφιλία του, η οποία βεβαιώνεται από πολλούς μελετητές του βίου του.

Τα χρόνια που ακολουθούν εργάζεται ως ιδιωτικός δάσκαλος ελληνικών και λατινικών για οικογένειες, προκειμένου να βιοπορίζεται. Παράλληλα, πραγματοποιεί φιλολογικές, φιλοσοφικές και ιστορικές μελέτες, οι οποίες σήμερα σώζονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας στο Παρίσι (Bibliothèque nationale de France, Paris). Την περίοδο αυτή της ζωής του θεωρεί ως μάλλον επαχθή. Εργάσθηκε ως δάσκαλος και αντιπρύτανης στη Lateinschule Seehausen (1742). Όμως, η θέρμη με την οποία δίδασκε τα ελληνικά, δεν έβρισκε ανταπόκριση στη νεολαία της πρωσικής επαρχίας, στην οποία ο Winckelmann ένιωθε να ασφυκτιά εξαιτίας των περιορισμένων διανοητικών της οριζόντων. Αναφέρεται δε ότι ο ίδιος εργαζόταν εξαντλητικά, σε βαθμό κατάρρευσης.

Η πρόταση του κόμητα Heinrich von Bünau, να μεταβεί στο Schloss Nöthnitz κοντά στη Δρέσδη και να αναλάβει χρέη βιβλιοθηκονόμου σε μια πολύ σημαντική, δημόσια προσβάσιμη ιδιωτική βιβλιοθήκη της εποχής, θα του προσφέρει διέξοδο από την ανία του Seehausen. Στη ζωή του Winckelmann προέκυπτε συχνά η εμφάνιση σημαντικών προσώπων με κύρος, τα οποία του προσέφεραν διόδους προσωπικής εξέλιξης. Κατά πάσα πιθανότητα ο Winckelmann ήταν ένας χαρακτήρας ευάρεστος και εκλεπτυσμένος, με δυνατότητα ευελιξίας στις κοινωνικές συναναστροφές του. Σύντομα λοιπόν εντυπωσίασε και τον πρεσβευτή του Πάπα και επισκέπτη της βιβλιοθήκης, Alberico Archinto, ο οποίος τον προσκάλεσε στη Ρώμη για να αναλάβει χρέη βιβλιοθηκονόμου στο Βατικανό. Η θέση αυτή είχε μεγάλη σημασία για τον Winckelmann, διότι η βιβλιοθήκη στο Βατικανό αποτελούσε το κέντρο της παγκόσμιας γνώσης. Ο Archinto θέτει ως όρο για την αποδοχή του στο Βατικανό, την αποκήρυξη του λουθηρανισμού εκ μέρους του Winckelmann και τον προσηλυτισμό του στον καθολικισμό, κάτι που ο Winckelmann δέχεται χωρίς αντίρρηση προκειμένου να διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες στη Ρώμη. Εκεί θα αφοσιωθεί απρόσκοπτα στη δια ζώσης μελέτη των καλλιτεχνικών έργων, ως “Augenmensch” (“άνθρωπος του βλέμματος”, οπτικός τύπος).

Η Ρώμη συντελεί καθοριστικά στην ανάδυση του ιστορικού τέχνης και αρχαιολόγου Winckelmann. Εκεί γνωρίζει τον πρώιμο κλασικιστή ζωγράφο Anton Raphael Mengs, στην οικία του οποίου διαμένει, με τον οποίον μοιράζεται την ίδια αγάπη για την ελληνική τέχνη. Κατόπιν γνωρίζει τη νεαρή Γερμανίδα καλλιτέχνη Angelica Kauffmann (1741-1807), η οποία εκ μέρους του Johann Kaspar Füßli (1706–1782), Ελβετού ζωγράφου, φιλοτεχνεί το πορτραίτο του το 1764.

Kauffmann, Angelika, λιθογραφία (συλλογή ΕΕΦ)

Ως προστατευόμενος του Archinto αποκτά διασυνδέσεις με ιταλικούς κύκλους μελετητών και έχει τη δυνατότητα να επισκέπτεται τις βιβλιοθήκες τους. Mετά τον θάνατο του Archinto, ο Winckelmann γίνεται προστατευόμενος του καρδιναλίου Alessandro Albani, o oποίος συμβάλλει καθοριστικά στον διορισμό του Winckelmann ως επιτρόπου των αρχαιοτήτων της Ρώμης (1763), θέση με υψηλότατη επιρροή και κύρος. Αναλαμβάνει ξεναγήσεις υψηλά ιστάμενων προσώπων στην αρχαία Ρώμη και πραγματοποιεί αρχαιολογικά ερευνητικά ταξίδια. Μεταξύ 1758 -1767 ολοκληρώνει τέσσερα ταξίδια στις κατεστραμμένες από την έκρηξη του Βεζουβίου πόλεις Πομπηία, Ηerculaneum και Σταβίες. Με τις αναφορές για τις ανασκαφές στις πόλεις του Βεζούβιου, ο Winckelmann ανέπτυξε ένα πρώτο σχήμα για την επιστημονική περιγραφή των ανασκαφών. Στο Paestum αντικρύζει για πρώτη φορά ελληνικούς ναούς, γεγονός που τον συναρπάζει. Αποτυπώνει τις εμπειρίες του στο έργο “Anmerkungen über die Baukunst der Alten“ (“Σημειώσεις για την αρχιτεκτονική των αρχαίων”, 1761).

Στις αρχές του 1764 εμφανίζεται το κύριο έργο του Winckelmann, η «Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας»( Geschichte der Kunst des Alterthums). Στο έργο αυτό, παρουσιάζει την εξέλιξη της τέχνης με βάση την ακολουθία των περιόδων του στιλ, χρησιμοποιώντας ως κύριο παράδειγμα την ελληνική τέχνη. Διακρίνει τις παρακάτω εποχές στην αρχαία ελληνική τέχνη και στην αρχαία λογοτεχνία: (α) την εποχή του «αρχαϊκού ύφους», με τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια από όλες (7ος-6oς αι. π.Χ.), (β) την εποχή του υψηλού ύφους, η οποία εκφράζει την καλλιτεχνική κορύφωση της κλασικής εποχής του 5ου αι. με εκπροσώπους της τον Φειδία, τον Πραξιτέλη, τον Λύσιππο και τον Απελλή, (γ) την εποχή του “ωραίου ύφους” του Πραξιτέλη, και, τέλος (δ) την εποχή της παρακμής της αρχαίας τέχνης και λογοτεχνίας. Η αξία του έργου του έγκειται στην ακριβή περιγραφή των χαρακτηριστικών κάθε καλλιτεχνικής περιόδου. Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησε ένα μεθοδολογικό εργαλείο ταξινόμησης των έργων, όχι αποκλειστικά για την επιστήμη της κλασικής αρχαιολογίας. Στον πυρήνα του έργου του βρίσκονται οι εντυπωσιακές και λεπτομερείς περιγραφές των καλλιτεχνικών αριστουργημάτων.

Ακολουθώντας τη διάταξη του Winckelmann ως σήμερα, αναφερόμαστε στις δυο κύριες εποχές της ελληνικής τέχνης (5ος και 4ος αι. π.Χ.), ως κλασικές. Αυτή η διάταξη προέρχεται από τον αρχαίο κλασικισμό. Επηρεάσθηκε και ο ίδιος από τον συγγραφέα Πλίνιο, ο οποίος θεώρησε ότι η ελληνική τέχνη άρχισε να πέφτει σε μαρασμό μετά την εποχή του Αλεξάνδρου. Το φιλελεύθερο πνεύμα του Winckelmann συνέδεε την αρνητική εξέλιξη της παρακμής των τεχνών με την ανάδυση των μοναρχιών μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου. Η παρακμή της τέχνης σχετίζεται με την απώλεια του δημοκρατικού κοινού και την ανάδυση μίας τέχνης της ιδιωτείας, για ιδιωτική χρήση. Θεωρεί δηλαδή ότι η τέχνη οδηγείται σε αδιέξοδο όταν πέφτει στα χέρια της ιδιωτικής επίδειξης, ενώ προϋπόθεση για την ύπαρξη της υψηλής τέχνης, είναι η πολιτική ελευθερία.

WINCKELMANN, Johann Joachim, λιθογραφία (συλλογή ΕΕΦ)

 

Ο Φιλελληνισμός του Winckelmann ήταν απόρροια της ανάγκης του για πολιτική ελευθερία

Για τον Winckelmann τα αρχαία ελληνικά αγάλματα αποτελούν το ύψιστο ιδανικό της τέχνης. Αυτό το αξίωμα διατυπώνει για πρώτη φορά στο έργο του «Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και τη γλυπτική» (“Gedanken über die Nachahmung der griechischen Werke in der Malerey und Bildhauerkunst ”, 1756). Τα ελληνικά έργα χαρακτηρίζουν “ευγενική απλότητα και ήρεμο μεγαλείο” («edle Einfalt und stille Größe» ). Προτρέπει τους καλλιτέχνες να μιμηθούν τα έργα της αρχαιότητας, κατά το αριστοτελικό μιμείσθαι: όχι μηχανικά, αλλά δημιουργικά, με τρόπο που οδηγεί στη γνώση.

Και αν στην εποχή μας, η ιδέα της υπεροχής της κλασικής αρχαιότητας μοιάζει αυτονόητη, τούτο δεν ίσχυε καθόλου στην εποχή του Winckelmann. Ήταν η δική του τόλμη που ανέδειξε την κλασική ελληνική αρχαιότητα έναντι της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής. Γεννημένος σε μία χώρα την οποία θεωρούσε δεσποτική, ο νεαρός Winckelmann εντοπίζει στην αττική δημοκρατία το πρότυπο της πολιτικής ελευθερίας. Θέτει την Ελληνική δημοκρατία στον αντίποδα του ρωμαϊκού δεσποτισμού και ορίζει την εποχή του Περικλή ως την πρώτη περίοδο άνθησης της ελληνικής τέχνης. Αυτή ήταν μία ρηξικέλευθη αντίληψη για την εποχή του, καθώς η γαλλική κουλτούρα της περιόδου, η οποία γνώριζε διάδοση και στις γερμανικές αυλές, θεμελίωνε την καταγωγή της στη ρωμαϊκή αρχαιότητα. O διαφωτιστής Winckelmann αντιπαραβάλλει την ελληνική δημοκρατία και τέχνη, στον ρωμαϊκό δεσποτισμό, τη βαριά τέχνη του μπαρόκ, και την επιφανειακή και α-πολίτικη του ροκοκό. Εδώ, δεν πρόκειται μόνον για αισθητικές προτιμήσεις, αλλά και για πολιτικές, καθώς η αισθητική και φιλοσοφική υπεροχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης συνδέεται άρρηκτα με τη δημοκρατία του Περικλέους.

Είναι σημαντικό επίσης το γεγονός, ότι μέχρις ότου ο Winckelmann επαναφέρει την αρχαία τέχνη στο ύψος στο οποίο πρέπει να τοποθετείται, ο χριστιανισμός τη λοιδορούσε για την παρακμή και την εξαφάνισή της.

Με τις τοποθετήσεις του λοιπόν υπέρ της αρχαίας ελληνικής τέχνης, εγκαινιάζει μία διαμάχη μεταξύ των θιασωτών της ρωμαϊκής και των υπέρμαχων της αρχαιοελληνικής τέχνης. Οι τελευταίοι αποτελούσαν τους “εκσυγχρονιστές” της εποχής του. Ο Winckelmann ορίζει τη θεμελίωση του γερμανικού κλασικισμού πάνω στην ελληνική αρχαιολατρία, διαφοροποιούμενος από τον γαλλικό και ιταλικό κλασικισμό που στρέφονταν στη ρωμαϊκή αρχαιότητα. Η μεταστροφή αυτή ισοδυναμούσε με πνευματική επανάσταση.

WINCKELMANN, Johann Joachim, λιθογραφία (συλλογή ΕΕΦ)

Για τον Winckelmann είναι σημαντική η ηθική επιρροή της αρχαιοελληνικής τέχνης, τόσο για τον καλλιτέχνη, όσο και για τον δέκτη της. Ο καλλιτέχνης οδηγείται μέσω της μίμησής της στη γνώση: “πρέπει να αισθανθεί τη δύναμη του πνεύματος, την οποία εγχάραξε στο μάρμαρο”. Ενώ εκείνος που αντικρύζει τα αγάλματα, βρίσκει σε αυτά παραδείγματα για μια συγκεκριμένη στάση ζωής. Το “ήρεμο μεγαλείο” του Λαοκόοντος λ.χ. έχει ηθική επιρροή στον παρατηρητή του, καθώς ο Λαοκόων δεν εγείρει “καμιά τρομερή φωνή, όπως διακηρύττει ο Βιργίλιος” για τον ήρωα. “Δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο το άνοιγμα του στόματος, περισσότερο πρόκειται για ανήσυχο αναστεναγμό (…) η δυστυχία του φθάνει ως την ψυχή του, όμως ευχόμαστε, ακριβώς όπως αυτός ο σπουδαίος άνδρας, έτσι και εμείς να μπορούμε να αντέξουμε τη δυστυχία”. Αντιστοίχως ο δέκτης λοιπόν μαθαίνει να υπομένει τα δεινά του με σεμνό τρόπο.

Το “ήρεμο μεγαλείο” του Λαοκόοντος

O Winckelmann θεωρεί ότι για τους Έλληνες, η καλλιτεχνία και η σοφία για τον κόσμο, είναι έννοιες ταυτόσημες. Αγαπημένο πρότυπό του είναι ο Σωκράτης, ο οποίος εκτός από φιλόσοφος ήταν και γλύπτης. Ο συνδυασμός τέχνης και φιλοσοφίας είναι ό,τι καθιστά τα ελληνικά έργα άξια προς μίμηση. Στόχος απαιτητικός στην επίτευξη του:

«Το υψηλότερο πρότυπο της τέχνης για τους σκεπτόμενους ανθρώπους είναι ο άνθρωπος, ή έστω η εξωτερική του εμφάνιση, και αυτό είναι τόσο δύσκολο να ερευνηθεί για τον καλλιτέχνη, όσο είναι για τους σοφούς η διερεύνηση του εσωτερικού τους, και το πιο δύσκολο είναι αυτό που δεν φαίνεται, είναι το κάλλος, επειδή στην πραγματικότητα, δεν εμπίπτει στον αριθμό και το μέτρο».

(Erinnerung über die Betrachtung der Werke der Kunst, 1759)

Ο Winckelmann θαυμάζει την ιδιαιτερότητα των Ελλήνων, την “ευγενική και ευέλικτη ευγένειά τους, που συνοδεύουν μια ζωντανή και χαρούμενη ύπαρξη”. Και θυμίζει ότι: “σε περιοχές όπου άνθισαν οι τέχνες, δημιουργήθηκαν επίσης και οι ομορφότεροι άνθρωποι.”

«In Gegenden, wo die Künste geblüht haben, sind auch die schönsten Menschen gezeugt worden».

(Schriften über die Nachahmung der alten Kunstwerke, 1756)

Ο Winckelmann συνέχισε να εργάζεται στην ιστορία της τέχνης καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το 1767 δημοσίευσε τις «Σημειώσεις για την Ιστορία της Αρχαίας Τέχνης» (Anmerkungen über die Geschichte der Kunst des Alterthums, Dresden 1767).

Winckelmann J., «Histoire de l’art chez les anciens», Saillant, Paris, 1766. Πρόκειται για την πρώτη έκδοση του έργου του Winckelmann στα Γαλλικά (συλλογή ΕΕΦ).

Το πρώτο του έργο αντιπροσώπευε ένα προκαταρκτικό στάδιο για την αναθεωρημένη δεύτερη έκδοση της Ιστορίας της Τέχνης. Το βιβλίο έκανε την εμφάνισή του μετά το θάνατο του στη Βιέννη το 1776.

«Winckelmann J.J., Geschichte der Kunst des Altertums” (Ιστορία της αρχαίας τέχνης), Βιέννη, 1776. Tο έργο που θεμελίωσε την Ιστορία τέχνης ως ξεχωριστό επιστημονικό κλάδο. Ο Winckelmann ορίζει εδώ την κλασική αρχαία τέχνη ως ιδανικό πρότυπο, άξιο μίμησης από τους σύγχρονους καλλιτέχνες (συλλογή ΕΕΦ).

Στο ίδιο έτος χρονολογείται και το σπουδαίο του έργο «Monumenti antichi inediti, spiegati ed illustrati», που περιλαμβάνει μη δημοσιευμένα αρχαία μνημεία, το οποίο έτυχε θετικής αποδοχής από το κοινό. Στο έργο του αυτό προέβη σε λεπτομερείς περιγραφές μη δημοσιευμένων μνημείων και βάσισε την ερμηνεία των παραστάσεων στο μυθολογικό τους πλαίσιο, ανοίγοντας νέους δρόμους στην αρχαιολογική ερμηνευτική. Το 1763 παρουσίασε μέρος του έργου του στον Πάπα Clemens XII. Φαίνεται να ήταν στο αποκορύφωμα της καριέρας του. Ήταν ήδη επίσημο μέλος πολυάριθμων Ακαδημιών, μεταξύ άλλων των: Accademia di Cortona, η Accademia di San Luca στη Ρώμη, της Εταιρεία Αρχαιοτήτων στο Λονδίνο και της Ακαδημίας του Göttingen.

Ο απρόσμενος και τραγικός θάνατος του τάραξε πολλούς στην Ευρώπη, καθώς ο Winckelmann ήταν άνθρωπος που έχαιρε γενικής και ειλικρινούς αποδοχής. Μια τυχαία γνωριμία στο λιμάνι της Τεργέστης με τον άνθρωπο του υποκόσμου Arcangeli, στάθηκε μοιραία.

Ο πενηντάχρονος τότε Winckelmann επιθυμούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του και να επισκεφθεί μια σειρά από επιφανείς του φίλους και ιδρύματα στη Γερμανία. Ετσι έφυγε από τη Ρώμη στις 10 Απριλίου 1768 και διέσχισε τις Άλπεις με τον γλύπτη φίλο του Bartolomeo Cavaceppi. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αρρώστησε αιφνιδίως και αποφάσισε να επιστρέψει στη Ρώμη. Οι φίλοι του τον οδήγησαν στο Regensburg, και στη συνέχεια στη Βιέννη, όπου έγινε δεκτός από την Αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία. Μετά ταξίδευσε στην Τεργέστη για να πάρει ένα πλοίο στην Ανκόνα και να μεταβεί στη Ρώμη. Λόγω καθυστέρησης του πλοίου, αναγκάσθηκε να παραμείνει σε ξενοδοχείο της Τεργέστης. Στις 8 Ιουνίου 1768 δολοφονήθηκε στο δωμάτιο όπου διέμενε, από τον Francesco Arcangeli, ο οποίος είχε προηγουμένως καταδικασθεί για κλοπή. Στην απολογία του ο Arcangeli δήλωσε ότι στις αποσκευές του θύματος βρήκε κάποια βιβλία γραμμένα σε μια αλλόκοτη γλώσσα: ήταν τα ομηρικά έπη. Ο δολοφόνος του εκτελέσθηκε στις 20 Ιουλίου 1768.

Η άδικη και πρόωρη δολοφονία του δεν επέτρεψε στον μεγάλο φιλέλληνα Winckelmann να ταξιδεύσει στην Ελλάδα. Ο πρώτος στην ιστορία αρχαιολόγος δεν κατάφερε να επισκεφθεί ποτέ τον Παρθενώνα, ούτε να περιηγηθεί στην Ολυμπία, την ανασκαφή της οποίας διακαώς επιθύμησε. Ο πνευματικός κόσμος της Ευρώπης συγκλονίσθηκε από την απρόσμενη απώλειά του. Ο Goethe αναφέρεται, συντετριμμένος, στα απομνημονεύματα του στην είδηση του θανάτου του Winckelmann, που έπεσε “σαν ένα χτύπημα βροντής σε καθαρό ουρανό”. Ενώ ο Γερμανός διαφωτιστής Gotthold Ephraim Lessing, ο οποίος στο έργο του “Λαοκόων ή περί των ορίων της ζωγραφικής και της ποίησεως” (Laokoön oder Über die Grenzen der Malerei und Poesie, 1767) αντέκρουσε θέσεις του Winckelmann, έγραψε, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του τελευταίου, ότι με ευχαρίστηση θα του χάριζε χρόνια από τη ζωή του.

Το 1822, ο Antonio Bosa σχεδίασε και έκτισε προς τιμήν του ένα ταφικό μνημείο στο νεκροταφείο San Giusto στην Τεργέστη.

Το κενοτάφιο του Antonio Bosa στη μνήμη Winckelmann

Επίσης φιλοτεχνήθηκαν πολυάριθμα μεταθανάτια πορτρέτα του μεγάλου αυτού ανθρώπου. Μεταξύ 1777–1782 o γλύπτης από την πόλη Gotha Friedrich Wilhelm Eugen Döll, με την υποστήριξη των φίλων του Winckelmann, Anton Raphael Mengs, Johann Friedrich Reiffenstein και Anton von Maron, δημιούργησε τρεις εκδοχές μιας προτομής του. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα ο Winckelmann τιμήθηκε με προτομές και αγάλματα σε όλη την Ευρώπη.

Προτομή του Winckelmann από τον γλύπτη Friedrich Wilhelm Doell

Ο θεμελιωτής της κλασικής αρχαιολογίας ως σύγχρονης επιστήμης τιμάται ως σήμερα. Η επέτειος των γενεθλίων του (9 Δεκεμβρίου) εορτάζεται σε όλα τα γερμανικά αρχαιολογικά ινστιτούτα ανά τον κόσμο. Οι κλασικοί αρχαιολόγοι πραγματοποιούν σειρά διαλέξεων που δημοσιεύονται στα “προγράμματα Winckelmann” (“Winckelmannprogramme“). Επίσης, το τμήμα της Κλασικής Αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου ονομάζεται “Ινστιτούτο Winckelmann”. Από το 1929 το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο απονέμει το Μετάλλιο Winckelmann, παράδοση που ενστερνίσθηκε από το 1960 και εξής και η γενέτειρα πόλη του, Stendal. Στο Stendal, επίσης, ιδρύθηκε το 1940 η Winckelmann-Gesellschaft, με σκοπό τη διάδοση του έργου του πιο σπουδαίου συμπατριώτη τους, η οποία μάλιστα φέρει την ευθύνη για το μουσείο προς τιμήν του από το 2000 κι έπειτα.

Άγαλμα του Winckelmann, Winckelmannplatz, Stendal, Γερμανία

Μολονότι δεν επισκέφθηκε ποτέ την Αθήνα, οι Έλληνες τιμούν τη μνήμη του με έναν μικρό δρόμο, νοτιοανατολικά του πρώτου νεκροταφείου της Αθήνας, την οδό Βίνκελμαν.

Οδός Βίνκελμαν στην Αθήνα

Ο μέγιστος αυτός επιστήμων, ο άνθρωπος του πνεύματος και της διανόησης, προσδιόρισε την αρχαία Ελλάδα και το σύστημα τέχνης, πολιτισμού, δημοκρατίας και αξιών, που αυτή πρεσβεύει, ως την κοιτίδα του πολιτισμού του δυτικού κόσμου. Έτσι έθεσε τον θεμέλιο λίθο για μία σειρά από τρομερές εξελίξεις στην Ευρώπη. Ο νεοκλασικισμός, ο διαφωτισμός, ο ρομαντισμός, και τέλος, ο φιλελληνισμός, στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στο έργο και στις ιδέες αυτού του ευγενούς αυτού ανθρώπου.

Ειδικά σε ότι αφορά την Ελλάδα, το έργο του Winckelmann απετέλεσε την σπίθα που πυροδότησε μία σειρά από διεργασίες που εν τέλει οδήγησαν στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

Η ΕΕΦ και οι Έλληνες τιμούν τον Johann Joachim Winckelmann στον οποίο οφείλουν τόσοι αυτοί, όσο και ολόκληρος ο δυτικός κόσμος, την ελευθερία της Ελλάδας.

 

Πηγές και Βιβλιογραφία:

  • Johann Joachim Winckelmann, Gedanken über die Nachahmung der griechischen Werke in der Malerey und Bildhauerkunst.Zweyte vermehrte Auflage. Walther, Dresden/Leipzig 1756.
  • Erika Simon, Der Philhellenismus des Johann Joachim Winckelmann, Würzburg, http://www.europa-zentrum-wuerzburg.de/, Griechisch-Deutsche Initiative.
  • Martin Disselkamp/ Fausto Testa (Hg.), Winckelmann- Handbuch. Leben- Werk- Wirkung. J.B.Metzler Verlag, Stuttgart, 2017.
  • Wolfgang von Wangenheim, Der verworfene Stein, Verlag Matthes-Seitz, Berlin 2005.
  • www.winckelmann-gesellschaft.com.
  • Spiros Moskovou, 300 χρόνια γερμανική ελληνολατρεία, Deutsche Welle (ηχητικό απόσπασμα).
  • Δημήτρης Καλαντζής, Ο γιός του τσαγκάρη που έκανε την Ευρώπη να λατρέψει την Αρχαία Ελλάδα.
  • Mιχάλης Α. Τιβέριος, Ιωάννης-Ιωακείμ Βίνκελμαν (Johann Joachim Winckelmann), ο θεμελιωτής της Αρχαιολογίας, 24 γράμματα.
  • Αλέξανδρος Κεσίσογλου, Ο Winckelmann και η εποχή μας, ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Νοεμβρίου 2008.

 

Μετάλλιο του Konraad Lange του 1836 με τον Π. Π. Γερμανό. Το απόφθεγμα «ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ …» και η τελετή ευλογίας των επαναστατών στα Καλάβρυτα την 25 Μαρτίου 1821, συμπυκνώνουν την ιδεολογία του πολέμου για την πίστη και την πατρίδα. Το απόφθεγμα παραπέμπει στο 15ο κεφάλαιο της Εξόδου, ένα από τα πολλά σημεία της Παλαιάς Διαθήκης με πολεμικό μήνυμα.

 

Γεώργιος Αργυράκος

Οκτώβριος 2020

 

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να διερευνήσει από πότε εμφανίζεται η παρότρυνση για αγώνα υπέρ της θρησκείας και της πατρίδας σε ένα ενιαίο φραστικό σχήμα παρόμοιο με το γνωστό σύνθημα του 1821. Θεωρώ ότι η σύνδεση των δύο εννοιών – θρησκείας και πατρίδας – σε στερεοτυπικές φράσεις για πολεμική χρήση, είναι ένας σημαντικός δείκτης λαϊκής εθνικής συνείδησης. Αυτά τα συνθήματα διακηρύσσονται από πρόσωπα ή θεσμούς που έχουν κάποια εξουσία (πολιτικοί, στρατιωτικοί ή θρησκευτικοί ηγέτες, διανοούμενοι) και απευθύνονται σε μεγάλες λαϊκές μάζες (συνήθως στρατιώτες ή επαναστάτες) υπό πολεμικές συνθήκες όπου έχει μεγάλη σημασία τα μηνύματα να είναι ευκόλως κατανοητά, αποδεκτά και ενωτικά. Η συνεχής χρήση τέτοιων φραστικών σχημάτων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και από διάφορες ευρωπαϊκές εθνότητες δείχνει ότι αυτά αντανακλούν κάποια βασικά ανθρώπινα συναισθήματα και αντιλήψεις και ότι δεν είναι προϊόντα επιτηδευμένης διανόησης και παιδείας.

Δεν έχω υπόψη μου κάποια σχετική ιστορική μελέτη στην ελληνική γλώσσα. Το πλησιέστερο (χρονικά και πολιτισμικά) στην Ελληνική Επανάσταση που έχω εντοπίσει είναι ένα σύντομο αλλά υπερπολύτιμο ρωσικό άρθρο το οποίο με βοήθησε να βρω τη συνέχεια του συνθήματος από το ύστερο Βυζάντιο έως το 1821[1]. Κάποιες ολιγόλογες αναφορές σύγχρονων Ελλήνων ιστορικών στη γνωστή προκήρυξη[2] του Υψηλάντη, δείχνουν μάλλον αμηχανία μπροστά στον όρο «πίστις» ο οποίος δεν είναι συμβατός με την κυρίαρχη ιστοριογραφία των τελευταίων δεκαετιών.[3]

Δεν σκοπεύω ούτε μπορώ να εμβαθύνω στην ιστορική εξέλιξη αυτού καθεαυτού του εννοιολογικού περιεχομένου των λέξεων πίστη, πατρίδα και συναφών (όμως αμφιβάλλω αν η σημασία τους άλλαξε ουσιαστικά τις τελευταίες τρείς χιλιετίες), αλλά θα υπενθυμίσω λίγα σημεία της ιστορίας απ’ όπου διαφαίνεται ότι από την αρχαιότητα ένας πόλεμος εθεωρείτο δίκαιος όταν γίνεται υπέρ αυτών. Κατά καιρούς χρησιμοποιούνταν διάφορες συναφείς λέξεις ή περιφράσεις από τις ίδιες εννοιολογικές κατηγορίες, όπως πατρική γή, βασιλέας (ως σύμβολο της πατρίδας), «θεών τε πατρώων έδη (ναοί)» και «θήκες(τάφοι) προγόνων», Θεός ή θεοί, ιερά, εκκλησίες κτλ.

Για την ελληνική λ. πατρίδα είναι διαδεδομένη η άποψη ότι στην κλασική αρχαιότητα συνήθως (αλλά όχι πάντα) αναφέρεται στις μικρές τοπικές πατρίδες. Από το «ευαγγέλιο» της ελληνικής αρχαιότητας, τα έπη του Ομήρου, βλέπουμε ότι εκεί οι «πανέλληνες και Αχαιοί» εμφανίζονται άλλοτε ενωμένοι και άλλοτε διαιρεμένοι με βάση τις τοπικές πατρίδες. Έχει υποστηριχθεί ότι η Ιλιάδα είναι ένα ποίημα γύρω από την πρώιμη πόλη-κράτος (αλλά όχι μόνο αυτό) του 9ου έως 8ου αιώνα πΧ, το οποίο απευθυνόταν σε ανθρώπους των πόλεων. Η σημασία των ομηρικών πόλεων ως τοπικών πατρίδων διαφαίνεται από τον Κατάλογο των Πλοίων, ένα από τα σημαντικότερα τμήματα της Ιλιάδας (Β 493-760). Εκεί παρουσιάζονται συνοπτικά αρκετές υπαρκτές ελληνικές πόλεις, με τον αριθμό των πολεμιστών κάθε μιάς, τους αρχηγούς και τους ήρωές τους, κάποιο τοπικό χαρακτηριστικό (π.χ. πετρώδης Αυλίδα, πολυστάφυλη Άρνη, περιτειχισμένη Τίρυνθα κτλ), και τη σχέση τους με κάποιον θεό ή μύθο. Ήταν δηλαδή σημαντική η ιδιαίτερη ταυτότητα κάθε πόλης. Στις μάχες της Ιλιάδας οι οπλίτες συμπεριφέρονται ως πολίτες (δηλ. κάτοικοι πόλεων), αχώριστοι από τον αρχηγό τους (βασιλέα), και όχι ως ακόλουθοι φυλάρχων μιας προϊστορικής εποχής.[4] Μετά από 9 χρόνια άκαρπης πολιορκίας της Τροίας, ο Αγαμέμνων καλεί τους Αχαιούς να φύγουν και να επιστρέψουν στην «φίλην πατρίδα γαίαν» (σε ενικόν αριθμό), όπως τον συμβούλευσε ο Δίας σε όνειρο (Ιλ. Β, 140).

Στις ωδές του Τυρταίου (7ος αι. πΧ) με τις οποίες ο ποιητής ενθάρρυνε τους Σπαρτιάτες στον πόλεμο κατά των Μεσσηνίων, συναντάμε επίσης την αναφορά σε θεούς και σε μάχη υπέρ πατρίδος, αν και σε διαφορετικά αποσπάσματα (οι ωδές του Τυρταίου σώζονται αποσπασματικά):

ἀθανάτοισι θεοῖσ’ ἐπὶ πάντ[α τιθέντες] / [ιερώ] ατερμονίῃ πεισόμεθ’ ἡγεμ[όνι].
[…]
τεθνάμεναι γὰρ καλὸν ἐνὶ προμάχοισι πεσόντα / ἄνδρ’ ἀγαθὸν περὶ ᾗ πατρίδι μαρνάμενον [5]
Στους Πέρσες του Αισχύλου συναντούμε ίσως για πρώτη φορά την προτροπή για αγώνα υπέρ πατρίδος και ιερών σε μια φράση, και μάλιστα με τη μορφή συνθήματος-παιάνος:
Ώ παίδες Ελλήνων, ίτε,
ελευθερούτε πατρίδ᾽, ελευθερούτε δε
παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη,
θήκας τε προγόνων· νυν υπέρ πάντων αγών»[6]

Η υψηλή αξία της πατρίδας στην αρχαϊκή και κλασσική εποχή προβάλλεται και στις ελληνικές θεότητες, αφού κι αυτές έχουν επίσης «πατρίδες», δηλαδή συγκεκριμένες μόνιμες εστίες (Όλυμπος, Ελικώνας, Μαίναλο κ.ά.) αλλά και προγόνους (π.χ. Ζεὺς Κρονίδης). Στην Ιλιάδα, δια στόματος του Έκτορα, η μάχη υπέρ πατρίδος περιγράφεται ως ύψιστο καθήκον και σύμφωνο με τη θέληση του Δία (είς οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης, Μ, 234-244). Οι νεκροί ομηρικοί ήρωες αποδημούν προς ένα είδος παραδείσου, το Ηλύσιο Πεδίο,[7] και γίνονται αντικείμενο λατρείας (cult) για τους ζωντανούς, δηλαδή κατά μία έννοια αποθεώνονται. Δεκάδες ήρωες (μυθικοί και ιστορικοί) λατρεύονταν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας (συχνά στις ιδιαίτερες πατρίδες τους) σε ναούς, ηρώα, τάφους, βωμούς κτλ.[8]

Στους στρατιωτικούς Χριστιανούς Αγίους διακρίνουμε μια συνέχεια της προχριστιανικής λατρείας των πολεμιστών, και έναν παράγοντα που μέσα από τις αγιογραφίες και τα αγιολογικά κείμενα ενίσχυε την αντίληψη των Χριστιανών περί του δίκαιου πολέμου υπέρ της πίστης.

Η αξία της ιδιαίτερης ή και της διευρυμένης πατρίδας ευρίσκεται και στα χριστιανικά δογματικά κείμενα. Κατά τα Ευαγγέλια, ο Χριστός ως άνθρωπος είχε σταθερή σχέση με την πατρίδα του, στην οποία επέστρεψε και έζησε συνεχώς μετά την προσωρινή διαμονή του στην Αίγυπτο, χωρίς να μετακινηθεί ποτέ σε μακρινές αποστάσεις. Μάλιστα ο ίδιος κηρύσσει ότι έχει (επίγεια) πατρίδα (Μτ. 13,57, Ιω. 4,44). Αυτό έχει σημασία είτε εξετάζουμε το Ευαγγέλιο ως ιστορικό κείμενο είτε ως Διαθήκη του Θεού. Και στις δύο περιπτώσεις είναι συμβατό με την Παλαιά Διαθήκη, η οποία είναι και μια εξιστόρηση της σχέσης ενός λαού (του Ισραήλ) με την πατρίδα του, με τους άλλους λαούς και με τις πατρίδες των άλλων. Για τη διαφορά των Ευαγγελίων από την Π.Δ. ως προς τη νομιμοποίηση του πολέμου, και τη χριστιανική επανασημασιοδότηση του «Ισραήλ» θα αναφερθώ πιο κάτω.

Το ότι στην κλασσική και ρωμαϊκή αρχαιότητα ως πατρίς και patria νοείται συνήθως η τοπική πατρίδα, πιθανώς σχετίζεται με κάποια πρακτικά ζητήματα της εποχής, όπως οι περιορισμοί στις επικοινωνίες και η κυριαρχία των επαγγελμάτων που ήταν δεμένα με τη σταθερή κατοίκηση. Υπενθυμίζω ότι η λέξη στην κυριολεξία σημαίνει την πατρική γη, και εννοιολογικά και ετυμολογικά σχετίζεται με τους προγόνους (parens), τους συγγενείς (πατριά), και τα πατρο-παράδοτα.[9] Στα τελευταία κατηγορία περιλαμβάνεται η λατρεία των οικογενειακών («πατρώων») θεοτήτων, τα ξόανά τους, οι τάφοι των προγόνων κτλ.

Στην ελληνιστική, ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή υπήρξαν συνθήκες γεωπολιτικής ενοποίησης, δηλαδή μεγάλες επικράτειες με έναν ηγεμόνα, ένα νομικό σύστημα, ένα νόμισμα, μια επίσημη γλώσσα κτλ. Αυτό διευκόλυνε τη γεωγραφική επέκταση της σημασίας της πατρίδας, ενώ ταυτόχρονα διατηρήθηκε (μέχρι και σήμερα) και η σημασία της ιδιαίτερης τοπικής πατρίδας. Ταυτόχρονα όμως η τότε «παγκοσμιοποίηση» διευκόλυνε και την επαφή κάθε εθνότητας με άλλους, και συνεπώς τη συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος είναι χωρισμένος σε εθνότητες, γλώσσες, θρησκείες και ήθη. Αυτό πρέπει να ήταν ένας παράγων που ενίσχυσε τα εθνικά συναισθήματα, ώστε μετά τη διάλυση των αυτοκρατοριών ήλθε σαν ομαλή εξέλιξη η δημιουργία ή απόπειρα δημιουργίας εθνικών κρατών/πατρίδων.

Ο Χριστιανισμός έδρασε παγκοσμιοποιητικά και ενοποιητικά με πολλούς τρόπους. Έφερε ορισμένες θρησκευτικές καινοτομίες, όπως η σύγχρονου τύπου θρησκευτική πίστη (fide), τα δογματικά κείμενα, και η έννοια της κοινής «ουράνιας πατρίδας»[10]. Η πίστη αναφέρεται στην προσωπική, σταθερή και έμμονη σχέση του ανθρώπου με έναν «ζηλότυπο» Θεό ο οποίος απαιτεί την αποκλειστικότητα, κάτι που δεν απαιτούσαν οι παγανιστικές θεότητες του παρελθόντος. Το δόγμα αυτό οδήγησε στη συγκρότηση των Χριστιανών σε μια μεγάλη «φαντασιακή κοινότητα», όπου όλοι, ανεξάρτητα της μεταξύ τους γεωγραφικής και κοινωνικής απόστασης, διάβαζαν ή ακροώνταν το ίδιο δογματικό βιβλίο, αποτελούσαν ένα Νέο Ισραήλ, είχαν κοινούς Πατέρες και Πατριάρχες, μια κοινή ουράνια πατρίδα, και όλοι ήταν μέλη του Μυστικού (=Μυστηριακού) Σώματος (Corpus Μysticus) του Χριστού. Αυτό βοήθησε και στην εδαφική ενοποίηση πολλών μικρών πατρίδων έτσι ώστε, για παράδειγμα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ή η Ρωσία αναφέρονται ως πατρίδες όπως θα δούμε.

Ιδέες περί διευρυμένης πατρίδας υπήρχαν και πριν τη χριστιανική εποχή, οι οποίες αποδίδονταν σε διαφόρους φιλοσόφους. Για παράδειγμα, στον Δημόκριτο αποδίδεται η άποψη ότι «ψυχής αγαθής πατρίς ο ξύμπας κόσμος».[11] Τον 2ο μΧ αιώνα ο Λουκιανός πιστεύει ότι «όσα σεμνά και θεία νομίζουσιν άνθρωποι, τούτων πατρίς αιτία και διδάσκαλος»[12], όπερ υποννοεί ότι πληθυσμοί με κοινούς θεούς και ήθη μπορεί να έχουν κοινή πατρίδα. Έτσι η διευρυμένη πατρίδα δεν ήταν κάτι ξένο για τον πρώιμο Χριστιανισμό. Τον 4ο αιώνα ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός φαίνεται να θεωρεί κοινώς αντιληπτή και αποδεκτή την έννοια της διευρυμένης (γήινης) πατρίδας, αφού την αναφέρει σε μια επιστολή του σε σχέση με κάποιο κοσμικό ζήτημα.[13]

Η ύπαρξη επίγειων πατρίδων με υλικές ανάγκες και κινδύνους έφερε τους Χριστιανούς μπρος σε ένα σοβαρό θεολογικό ερώτημα, όταν αυτοί ανέλαβαν τις ευθύνες διοίκησης του ρωμαϊκού κράτους: Είναι [;] σωστό και δίκαιο για τον Χριστιανό να συμμετέχει σε πόλεμο; Στον προχριστιανικό ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο, ο πόλεμος (και επομένως και αυτός υπέρ της πατρίδας ή των ιερών) ήταν κατ’ αρχήν κάτι αποδεκτό. Για τους Εβραίους επίσης είναι επιτρεπτός ο πόλεμος. Στην Παλαιά Διαθήκη είναι σαφές ότι «ο Κύριος είναι δυνατός πολεμιστής» (Εξ. 15,3) και σε πλείστες περικοπές επιτρέπει την εξολόθρευση των αντιπάλων με πόλεμο.[14] Όμως στην Καινή Διαθήκη δεν ευρίσκονται σημεία όπου ρητά αναφέρεται ο πόλεμος ως κάτι επιτρεπτό, χωρίς όμως και να απαγορεύεται (π.χ. Λκ. 3,33), ενώ ορισμένα σημεία μπορούν να ερμηνευθούν ως αντιπολεμικά (π.χ. Ιω. 18,35, Ιακ. 4, 1-3 ).[15] Έτσι, τουλάχιστον κάποιοι από τους πρώτους Χριστιανούς Πατέρες (όπως ο Τερτυλιανός) ήταν αντίθετοι προς κάθε πόλεμο. Ο πρώτος Πατέρας της Εκκλησίας που προσπάθησε να συμβιβάσει τον πόλεμο με τη χριστιανική ζωή ήταν ο Άγιος Αμβρόσιος (2ο μισό του 4ου αιώνα), ο οποίος τόνισε και την έννοια του «δίκαιου πολέμου». Αυτή την έννοια διεύρυνε ο Άγιος Αυγουστίνος (354-430)[16] και την επεξεργάστηκαν πολλοί άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας και θεολόγοι αργότερα. Από τις ελάχιστες συναφείς περικοπές που υπάρχουν στο Ευαγγέλιο, ο Αυγουστίνος παραπέμπει στο περιστατικό όπου ο Πέτρος (ή κάποιος άλλος μαθητής) είναι έτοιμος να υπερασπιστεί τον Χριστό με το μαχαίρι (Μτ. 26,51, Λκ. 22,50). Αυτό οδήγησε στην ερμηνεία ότι και ο Χριστιανός μπορεί να υπερασπιστεί την πίστη του με τα όπλα.[17] Στην ίδια περίπου εποχή εμφανίζεται το λατινικό απόφθεγμα pugna pro patria (μάχου υπέρ πατρίδος), το οποίο χρησιμοποιήθηκε πολύ τον Μεσαίωνα, συνήθως με την προσθήκη και της πίστης (fide). Βρίσκεται σε μια συλλογή λατινικών αποφθεγμάτων, τα «Δίστιχα», που αποδίδονταν σε κάποιον Διονύσιο Κάτωνα (Dionysius Cato), του 3ου ή 4ου αιώνα μΧ.

 

Η εμφάνιση του συνθήματος το Μεσαίωνα

Από τον Μεσαίωνα αρχίζει να εμφανίζεται όλο και πιο συχνά η ρητή προτροπή για πόλεμο υπέρ πατρίδος και θρησκείας. Αυτή η αύξηση των αναφορών δεν αντανακλά απαραίτητα μια ιδεολογική αλλαγή σε σχέση με την αρχαιότητα, αλλά ίσως οφείλεται στο ότι διαθέτουμε περισσότερες γραπτές πηγές από το Μεσαίωνα και μετά.

Το 853 ο Πάπας Λέων Δ’ βεβαιώνει τον αυτοκράτορα Λόθαρ Α’ και τους Φράγκους ότι θα αμειφθούν με τον Παράδεισο όσοι σκοτωθούν «για την αληθινή πίστη, τη σωτηρία της πατρίδας και την υπεράσπιση των Χριστιανών» σε πιθανή επίθεση των Αράβων κατά της Ιταλίας.[18] Στην καθ’ ημάς Ανατολή, περί το έτος 900, ο Λέων ΣΤ’ ο Σοφός ορίζει στα Τακτικά ότι πριν από τη μάχη πρέπει να γίνονται προτροπές (δημηγορίες) προς τους στρατιώτες ώστε να μάχονται υπέρ της πίστης, του έθνους, της πατρίδας και της οικογένειας. Οι προτροπές αυτές εκφωνούνται από «καντάτορες» τους οποίους επέλεγαν οι άρχοντες. Συγκεκριμένα, αυτοί έπρεπε να θυμίζουν στους στρατιώτες ότι:

«… ο αγών υπέρ Θεού εστί, και της εις αυτόν αγάπης, και υπέρ όλου του έθνους. Πλέον δε υπέρ αδελφών των ομοπίστων, εί τυχοι, και υπέρ γυναικών, και τέκνων, και πατρίδος»[19].

Επίσης, τα Τακτικά ορίζουν ότι ο στρατηγός οφείλει να είναι έτοιμος να δώσει ο ίδιος και την ψυχή του για την πατρίδα και την ορθή πίστη των Χριστιανών, και όλοι πρέπει να εθίζονται ώστε να υπομένουν τις κακουχίες του πολέμου «διά Χριστόν τον Θεόν ημών, και υπέρ συγγενών και φίλων και πατρίδος και του όλου των Χριστιανών έθνους».[20]

Άλλοι συγγραφείς της μέσης βυζαντινής εποχής συνιστούν επίσης ότι στις πολεμικές δημηγορίες πρέπει να γίνονται αναφορές στη θρησκεία και την πατρίδα. Έργο στρατιωτικής ρητορικής που αποδίδεται στον Συριανό Μάγιστρο (μέσα 9ου αι.) εξηγεί προς τους ρήτορες ότι

«λαμβάνεται δε το δίκαιον [του πολέμου] από του ζήλου της πίστεως, από της πατρίδος, από της προς ομοφύλους αγάπης [και] από της των αδικησάντων τιμωρίας».[21]

Ομοίως στο «Βιβλίον Τακτικόν» που αποδίδεται στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο (10ος αι.) υπάρχουν παραινέσεις  ουσιαστικά ίδιες με τις προαναφερθείσες των Τακτικών του Λέοντος. Αξιοσημείωτη είναι η έκφραση «υπέρ πάσης της πατρίδος» που δείχνει ότι υπήρχε η έννοια της αυτοκρατορίας ως μιας κοινής πατρίδας:

«υπέρ του θεού εστίν το αγωνίζεσθαι […] και υπέρ του έθνους ημών, πλέον δε υπέρ των ημετέρων αδελφών των ομοπίστων και υπέρ των γυναικών και τέκνων, και υπέρ πάσης ημών της πατρίδος».[22]

Δεν μπορεί να υποτεθεί ότι αυτές οι παραινέσεις είναι ευρήματα κάποιων συγγραφέων του βασιλικού περιβάλλοντος, αφού προορίζονται για ευρεία χρήση στο στρατό, και επομένως έπρεπε να είναι κατανοητές από χαμηλής μόρφωσης νέους του λαού. Πιστεύω ότι αυτές οι έννοιες ήταν διαδεδομένες και αποδεκτές από όλες τις κοινωνικές τάξεις, κυρίως μέσα από τις λαϊκές χριστιανικές διδαχές αλλά και από λαϊκά αναγνώσματα, παραδόσεις ή άλλα στοιχεία λαϊκού πολιτισμού.

Η ιδέα του πολέμου υπέρ πίστεως και πατρίδος εκφραζόταν και στις στρατιωτικές τελετές και στην εικονογραφία, όπου η πίστη αντιπροσωπευόταν από τα θρησκευτικά σύμβολα και η πατρίδα από τον αυτοκράτορα. Ήδη από την εποχή του Μαυρικίου (βασιλεία 582-602) ο Σταυρός πάνω σε χρυσή λόγχη προπορεύεται του αυτοκράτορα στις μάχες. Ο σταυρός εικονίζεται και στις σημαίες σύμφωνα με βυζαντινές πηγές του 10ου αι.[23]. Από τον 12ο αιώνα, και συχνότερα από το 1204, συνηθίζεται η εικονογραφική συνύπαρξη του αυτοκράτορα  με πολεμικούς αγίους ή τον Αρχάγγελο Μιχαήλ σε σημαίες (φλάμουλα), αγιογραφίες και σε νομίσματα. Σε κάποια νομίσματα εικονίζεται ο αυτοκράτορας μαζί με τον Αρχάγγελο να κρατούν το λάβαρο, σκηνή που παραπέμπει στο «Εν τούτω νίκα».[24] [25] Η παράδοση της απεικόνισης στρατιωτικών Αγίων και Σταυρού σε πολεμικές σημαίες (φλάμπουρα) συνεχίστηκε σε όλη τη μεταβυζαντινή περίοδο από Έλληνες και άλλους Βαλκάνιους πολεμιστές που βρέθηκαν στη Δύση (ιδίως ο Αγ. Γεώργιος από τους stradioti) και βεβαίως τηρήθηκε κατά την Επανάσταση.

Μετά τον 12ο αιώνα πυκνώνουν στη Δυτική Ευρώπη οι αναφορές για τον δίκαιο πόλεμο υπέρ πίστεως και πατρίδος, όπου ως πίστη διευκρινίζεται η «ορθή πίστη» (vera fide), δηλαδή ο καθολικισμός αρχικά, και ως patria διάφορες επικράτειες με πολιτικές και εκκλησιαστικές αρχές. Πολλές από αυτές τις αναφορές βρίσκονται σε νομικές πραγματείες γύρω από το ποιος έχει την εξουσία και την αρμοδιότητα να καλεί τους Χριστιανούς σε πόλεμο- ο πολιτικός ή ο εκκλησιαστικό άρχων; – και υπό ποιες προϋποθέσεις. Έτσι, για παράδειγμα ο Ιταλός επίσκοπος Σικάρδος της Κρεμόνα (Sicardus Cremonensis, 1155–1215) πιστεύει ότι ο Πάπας και οι εξουσιοδοτημένοι από αυτόν ιερωμένοι έχουν τη δυνατότητα να καλούν τους πρίγκιπες και τους Χριστιανούς στα όπλα για να υπερασπιστούν «την πίστη και την ειρήνη της Εκκλησίας και της πατρίδας» (sancte fidei pacis ecclesie et patrie). Ως εχθροί της πίστης και της πατρίδας νοούνταν είτε διάφοροι αιρετικοί (περιλαμβανομένων των Ορθοδόξων) είτε παγανιστές και Μουσουλμάνοι, ειδικά στις Σταυροφορίες. Σε κάποιες μάχες επιστρατευόταν ακόμα και ο πατριωτισμός των Αγίων. Στη λεγόμενη Μάχη του Στάνταρ (Battle of Standard) το 1138 μεταξύ Αγγλο-Νορμανδών και Σκώτων, οι πρώτοι έφεραν λάβαρα με τις εικόνες τοπικών Αγίων της Νορθούμπρια, πιστεύοντας ότι οι Άγιοι θα υπερασπίζονταν τις ιδιαίτερες εκκλησίες (ναούς) και πατρίδες τους (pro eius ecclesia ac sua patria defendenda susceperunt).[26]

Στο ιστορικό έργο Flores Historiarum (Άνθη Ιστορίας) του 13ου αιώνα (του οποίου τα κείμενα μπορεί να είναι και προγενέστερα) περιγράφεται ο πόλεμος του βασιλιά και μετέπειτα Μάρτυρα Εδμόνδου (Edmund) ο οποίος τo 869 ή 870 αντιμετώπισε στην Ανατολική Αγγλία την εισβολή Δανών (Βίκιγκς). Πριν από τη μάχη καλεί τους στρατιώτες του να αγωνιστούν «και για την πίστη και για την πατρίδα» (pro fide pariter pugnare et patria). Ο στρατός του ηττήθηκε και πολλοί σκοτώθηκαν κατακτώντας την κορώνα του μαρτυρίου (martyrio coronatos) αφού πολέμησαν «για την πατρίδα, το γένος και την πίστη του Ιησού Χριστού» (pro patria, gente et fide Jesu Christi).[27]

Εκτός από τις ιδιαίτερες πατρίδες, ως patria νοούνταν στη μεσαιωνική Δύση και μεγάλες επικράτειες, όπως ολόκληρη η Ιταλία στην εποχή του Δάντη και του Πετράρχη (13ος – 14ος αι.), αλλά και η Εκκλησία ως παγκόσμια πατρίδα[28].

Δεν χρειάζεται να επεκταθώ σε περισσότερα παραδείγματα πολεμικής επίκλησης της πίστης και της πατρίδας στη Δυτική Ευρώπη μετά τον ύστερο Μεσαίωνα, καθώς οι αναφορές πληθαίνουν και είναι σαφές ότι υπάρχει μια συνέχεια μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Από τη Δυτική (ή Κεντρο-ευρωπαϊκή) ιστορία θα προσθέσω μόνο λίγες περιπτώσεις από την Ουγγαρία του ύστερου Μεσαίωνα, οι οποίες γεωγραφικά και πολιτισμικά μας φέρνουν στα Βαλκάνια και στα όρια του ορθόδοξου κόσμου, και χρονικά στην εποχή όπου το σύνθημα αρχίζει να εμφανίζεται στις ρωσικές πηγές. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το σύνθημα έφτασε στην Ανατολική Ευρώπη μέσω των Ούγγρων (μόνο), αλλά ότι υπήρχαν οι συνθήκες ώστε αυτό να είναι αποδεκτό από όλα τα χριστιανικά δόγματα και εθνότητες της περιοχής.

Το Ουγγρικό βασίλειο μετά τις αρχές του 16ου αιώνα, αν και ουσιαστικά διαιρεμένο και πολιτικά ασταθές, περιλάμβανε και τη σημερινή Ρουμανία πριν αυτή περάσει στον έλεγχο των Οθωμανών. Το 1514 συνέβη η εξέγερση του György Dózsa στο χώρο της σημερινής Ουγγαρίας. Αυτός ήταν Ούγγρος ευγενής από την Τρανσυλβανία, όπως και πολλοί από τους χαϊντούκους του (οι «Κλέφτες» των Βορείων Βαλκανίων), οι οποίοι ήταν κυρίως γεωργοί και μοναχοί ή ιερωμένοι. Ο σκοπός τους αρχικά ήταν η άμυνα κατά των Τούρκων, αλλά μετά στράφηκαν κατά των καταχρήσεων των ευγενών και γαιοκτημόνων του βασιλείου της Ουγγαρίας, με τους οποίους είχαν και εθνικο-θρησκευτικές διαφορές. Οι Φραγκισκανοί ιερωμένοι, κηρύσσοντας ότι οι μόνοι σωστοί Χριστιανοί ήταν οι ενάρετοι αγρότες, καλούσαν τους αγρότες-χαϊντούκους να πολεμήσουν για την χριστιανική πίστη και για τη χώρα τους (pro religionis Christiane et presertim huius regni defensione) εναντίον των ευγενών. [29]

Το 1552, κατά την κατάληψη της Τιμισοάρα της Ρουμανίας από τους Τούρκους, ο ηγέτης ενός σώματος Ούγγρων πριν από μια ύστατη μάχη χωρίς ελπίδα, ενθαρρύνει τους πολεμιστές του λέγοντας ότι θα αγωνιστούν για έναν ένδοξο θάνατο υπέρ πίστεως και πατρίδος (pro fide, pro patria). To ιστορικό αυτού του πολέμου γράφηκε από τον σύγχρονο των γεγονότων Ούγγρο Franz von Forgách-Ghymes (1530 -1577).[30]

Το 1605 συνέβη η εξέγερση των Ούγγρων Καλβινιστών χαϊντούκων της Τρανσυλαβανίας υπό τον Ούγγρο Προτεστάντη πρίγκηπα Istvan Bocksai κατά του Καθολικού αυτοκράτορα της Ουγγαρίας και της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ροδόλφου Β’ (Rudolf II). Σε επιστολή του ο Bocskai εξηγεί ότι η ανταρσία έγινε για την υπεράσπιση της «αρχαίας ελευθερίας του έθνους και της πίστης» και ότι επιθυμούν την πρόοδο της πατρίδας τους (patria) Τρανσυλβανίας την οποία θεωρούν «το φώς του έθνους». Το ίδιο εξηγούν και δύο άλλοι οπλαρχηγοί των χαϊντούκων σε δική τους επιστολή:

«Εξεγερθήκαμε λοιπόν και πήραμε τα όπλα για τη Χριστιανική θρησκεία, και για το όνομα του Ιησού Χριστού, του Σωτήρα μας και για τη γλυκυτάτη μας πατρίδα».[31] (Insureximus igitur, et pro fide christiana, et pro nominae Iesu Christi Saluatoris nostri, proque dulcissima patria nostra, arma sumsimus).[32]

Ερχόμενοι στις γραπτές ελληνικές πηγές, δεν είναι εύκολο να βρεθεί το νήμα της συνέχειας του συνθήματος από την Άλωση μέχρι την Ελληνική Επανάσταση. Ο τουρκοκρατούμενος ελληνισμός δεν είχε την ελευθερία ούτε τα μέσα της γραπτής αναπαραγωγής και κυκλοφορίας τέτοιων ιδεών. Όμως η συνέχεια τηρήθηκε μέσω δύο άλλων διαδρομών: Η μία προφορική και συγκαλυμμένη στον τουρκοκρατούμενο χώρο, και η άλλη γραπτή, επίσημη και πανηγυρική μέσω Ρωσίας.

Από τις γραπτές πηγές της Επανάστασης φαίνεται ότι το σύνθημα και η έννοια του μάχεσθαι υπέρ πίστεως και πατρίδος ήταν ήδη εμπεδωμένα και διαδεδομένα , κάτι που δεν μπορεί να οφείλεται μόνο στις κατηχήσεις της Φιλικής Εταιρείας και στις προκηρύξεις του Υψηλάντη, οι οποίες δεν είχαν ιστορικό βάθος.[33] Υπάρχει ένα παράλληλο φαινόμενο που μας δείχνει ότι ορισμένες επαναστατικές πρακτικές διαδίδονταν κρυφά και προφορικά συνεχώς από το ύστερο Βυζάντιο μέχρι την Επανάσταση χωρίς να καταγράφονται σε κείμενα: Είναι το έθιμο της ευλογίας των σημαιών (βάνδων) και των πολεμιστών πριν από τη μάχη. Αυτό δεν αναφέρεται σε γραπτές πηγές της τουρκοκρατίας για προφανείς λόγους, ωστόσο ήταν κάτι αυτονόητο κατά την Επανάσταση, όπου οι αγωνιστές εφαρμόζουν ακριβώς τις διατάξεις του Λέοντος ΙΣΤ΄ και τις ακόμα παλαιότερες του Μαυρικίου (6ος αι.):

Στρατηγικόν Μαυρικίου, B1: «Χρη παρασκευάζειν του μεράρχας τα βάνδα αδνουμιάζειν προ μιας ή δευτέρας ημέρας του πολέμου και ούτως επιδιδόναι τοις βανδοφόροις των ταγμάτων».[34]

Τακτικά Λέοντος: «Διάταξις ΙΓ’.α’. Περί της προ πολέμου ημέρας.  Ώστε παρασκευάζειν τους τουρμάρχας προ μιας ή δευτέρας ημέρας του πολέμου τα βάνδα, αγιάζειν δια των ιερέων και ούτως επιδιδόναι τοις βανδοφόροις των ταγμάτων».

Κ’.172: «Ηνίκα δε τας δυνάμεις εξάγειν μέλλεις προς πόλεμον, δει μεν καθαράς αυτάς εξαμαρτημάτων είναι, φροντίσεις δε δια ιερέων καθαγνίσαι αυτάς δι’ ευλογίας, και ούτως μετά θάρσους επί της μάχης αποκινήσαι.» [35]

Οπλαρχηγός Αναγνώστης Γιαννόπουλος, Μάρτιος 1821: «…εκάστου χωρίου ο καπετάνιος έκαμε την σημαίαν του. Την επιούσαν άπαντες οι κάτοικοι των ανωτέρω χωρίων [Κλουκίνες Καλαβρύτων] μικροί τε και μεγάλοι συνήλθον εις την εκκλησίαν και εγένετο λειτουργία. Μετά το τέλος της λειτουργίας έκαμαν παράκλησιν εις τον Ύψιστον, και μετά το τέλος αυτής έλαβον οι ιερείς εν τω χωρίω Περιστέρα, ο μεν Οικονόμος το ευαγγέλιον εις τας χείρας του, άλλος δε τον σταυρόν και ο τρίτος, ήτοι ο Σπυρίδων ιερεύς, ο και Προεστόπουλος καλούμενος, εβάστα την σημαίαν εις την δεξιάν χείρα του, και ιστάμενοι κατά σειράν έψαλλον ενδεδυμένοι τας ιερατικάς των στολάς […] ο Σπυρίδων ιερεύς Προεστόπουλος, συνάμα με τον ασπασμόν ενεχείρισε στον Πάτζο και την σημαίαν ….».[36]

Σημαντικός σταθμός στη ροή της ελληνικής ιστορίας είναι η άμυνα και η άλωση της Κωνσταντινούπολης χωρίς συνθηκολόγηση, κατά την οποία η παραίνεση για μάχη υπέρ πίστεως και πατρίδος κηρύσσεται από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Ο σύγχρονος της άλωσης χρονικογράφος Γεώργιος Φραντζής (ή Σφραντζής) αναφέρει ότι σε μια από τις τελευταίες δημηγορίες του ο αυτοκράτορας καλεί τους στρατιώτες να πολεμήσουν για την πίστη και την πατρίδα:

«δια τέσσαρά τινα οφείλεται κοινώς εσμέν πάντες ίνα προτιμήσωμε αποθανείν μάλλον ή ζην, πρώτον μεν υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον δε υπέρ της πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του βασιλέως ως χριστού Κυρίου, και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων[37]

Αυτή η παραίνεση του αυτοκράτορα επιβεβαιώνεται και από άλλον χρονικογράφο της Άλωσης, τον ρωσόφωνο Νέστορα-Ισκεντέρ, ο οποίος πιστεύεται ότι βρισκόταν μέσα στην Κωνσταντινούπολη κατά την πολιορκία (αν και ο ίδιος γράφει ότι ήταν κρυπτοχριστιανός στο στρατό των Μουσουλμάνων). Έγραψε το χρονικό στα τέλη του 15ου αιώνα σε ρωσική γλώσσα. Σε διάσπαρτες παραγράφους του χρονικού αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας καλεί τους πολεμιστές να αγωνιστούν μέχρι θανάτου για την πατρίδα (от(е)чество) (§ C.244, C.245), την ορθόδοξη πίστη (за православную веру) (§ C.231, 251, 259) και τις εκκλησίες (§ C. 251, passim). Στα δύο αυτά χρονικά βρίσκουμε και μια μορφή του γνωστού από την Επανάσταση συνθήματος «ελευθερία ή θάνατος» (Νέστωρ § C.241). Στο ρωσικό χρονικό βρίσκεται πιθανότατα για πρώτη φορά η προφητεία για το «ξανθό γένος» (Русый же род) που θα ελευθερώσει την Κωνσταντινούπολη (§ C.265). Λόγω ηχητικής, ετυμολογικής και νοηματικής συνάφειας, θεωρήθηκε ότι «ξανθό γένος» είναι οι Ρώσοι. [38]

Την ίδια περίπου εποχή, την αξία του μάχεσθαι υπέρ της πατρίδας και των ιερών προ του τουρκικού κινδύνου βρίσκουμε και σε ομιλία του Ιωάννη Αργυρόπουλου (1415 – 1487) προς τον ίδιο αυτοκράτορα. Ο Αργυρόπουλος, αφού στην αρχή της μακροσκελούς ομιλίας του χαιρετίζει τον αυτοκράτορα ως «των Ελλήνων αγαθή τύχη νυνί βεβασιλευκότος», σε άλλο σημείο αναφέρει:

«… πολίτην μεν οντινούν ο φυσικός ηνάγκασε νόμος ανδρείως υπέρ πατρίδος αυτής μάχεσθαι και γονέων και παίδων και ιερών και τάφων και νόμων …»[39].

Ενώ στον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό το σύνθημα συνεχίζει τη διαδρομή του υπογείως, στη Ρωσία η αξία του αγώνα για την πίστη (веру, ‘μπέρου’) και την πατρίδα ( отечество, ‘οτέτσεστβο’) ήταν ήδη γνωστή πριν από τα μέσα του 15ου αιώνα μέσα από αγιολογικά κείμενα. Δεν μπορεί να ήλθε στη μεσαιωνική Ρωσία μέσω της ρωμαϊκής λογοτεχνίας όπως συνέβη στη Δύση. Πιστεύεται ότι ήλθε μέσω ελληνικών προτύπων, και ιδίως με το βίο του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης ο οποίος θυσιάστηκε για την κοινότητα της πόλεως, που ήταν μια μικρή πατρίδα.[40] Η Άλωση πρέπει να ενίσχυσε της σχέση της Εκκλησίας (και επομένως της πίστης) με την (ρωσική) πατρίδα, καθώς η Ρωσία γινόταν αντιληπτή σαν κληρονόμος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τότε περίπου εμφανίζεται και έννοια της «Αγίας Ρωσίας».[41]

Η ρωσική λ. отечество (μια από τις δύο ή τρείς ρωσικές λέξεις που σημαίνουν πατρίδα) παράγεται από τη λ. отец (otets, πατέρας) και την παραγωγική κατάληξη -ество (-estvo). Σχετικές είναι και οι λ. Отчизна (otsizna), η παλαιά ανατολικο-σλαβική отьчизна, η πολωνική ojczyzna κλπ, με κύριες σημασίες πατρίδα και πρόγονοι.[42]Το отец είναι συγγενές με το αρχαίο ελληνικό άττα που στον Όμηρο (Ιλ. Ι,607, Οδ. π,31) είναι φιλοφρονητική προσφώνηση νεωτέρου προς μεγαλύτερο, μεταφραζόμενο συνήθως ως γέροντα, πατέρα, παππούλη, κυρούλη.[43]

Ο θάνατος στον αγώνα υπέρ πατρίδος καθαγιάζεται στη Ρωσία από τους πρώτους Ρώσους μάρτυρες, τους Αγίους Πρίγκηπες Μπόρις και Γκλεμπ, που δολοφονήθηκαν σε διαμάχες μεταξύ των Ρώσων του Κιέβου τον 11ο αιώνα. Το σύνθημα που μας ενδιαφέρει εμφανίζεται με την παραλλαγή «ρωσική γη» αντί «πατρίδα» στα επικά ποιήματα που γράφηκαν για την ιστορική μάχη του Κουλίκοβο του 1380. Σ’ αυτή τη μάχη οι ενωμένοι Ρώσοι πρίγκηπες υπό τον Ντμίτρι Ντόνσκοϊ της Μόσχας νίκησαν του Μουσουλμάνους Τατάρους υπό τον Μαμάι, γεγονός που θεωρείται η αφετηρία της σύγχρονης ρωσικής ιστορίας. Στο επικό ποίημα Χρονική Ιστορία (αγγλ. Chronicle Story, ρωσ. летописная повесть, (Letopisnaia povest)) που γράφηκε πριν το 1409, ο Ντμίτρι μάχεται «για την Αγία Εκκλησία, την ορθή χριστιανική πίστη, και τη ρωσική γή».[44] Ομοίως, στο έπος Ζαντόντσινα (Задонщина), που κατά διάφορες εκτιμήσεις γράφηκε μεταξύ των αρχών του 14ου και των μέσων του 15ου αιώνα[45], οι Ρώσοι μάχονται «για τη ρωσική γη και τη χριστιανική πίστη»:

Ας δώσουμε τη ζωή μας για τη ρωσική γη και τη χριστιανική πίστη. […]
Κύριε, Βασιλεύ, οι άπιστοι Τάταροι άρχισαν
να εισβάλλουν στη χώρα μας […]
Οι γενναίοι πολεμιστές μας θα δοκιμαστούν
για τη ρωσική γη και τη χριστιανική πίστη […]
Και ο πρίγκηπας Ντιμίτρι Ιβάνοβιτς χαιρέτισε τους νεκρούς: […]
Δώσατε τη ζωή σας για την Αγία Εκκλησία,
για τη ρωσική γη και τη χριστιανική πίστη. [46]

Η έκφραση «ρωσική γή» (ρούσκαϊα ζέμλια) εκείνη την εποχή σήμαινε το πρώτο ρωσικό κράτος του Κιέβου και την κληρονομιά των ηγεμόνων του, και πρακτικά η έννοιά της δεν διαφέρει από την πατρίδα. Στο ίδιο έπος υπάρχει και το «καλύτερα να σκοτωθούμε στη μάχη παρά να γίνουμε σκλάβοι αυτών των άπιστων».[47] Η μάχη του Κουλίκοβο αποτελεί ένα πολύ σημαντικό σταθμό της ρωσικής εθνικής ιστορίας, και γι’ αυτό έχει αναπαρασταθεί αμέτρητες φορές στη ρωσική ιστοριογραφία μέχρι σήμερα. Το υπό συζήτηση σύνθημα έχει σταθερά τη θέση του και στα πρώτα ακαδημαϊκά έργα της ρωσικής ιστοριογραφίας, όπως στην «Ιστορία του Ρωσικού Κράτους» του ιστορικού N.Μ. Karamzin (1766-1826) η οποία χρονικά πλησιάζει την Επανάσταση του ‘21. Στον 5ο τόμο που εκδόθηκε το 1816, η αφήγηση της μάχης αναφέρει και πάλι ότι οι γενναίοι Ρώσοι πολεμιστές είναι έτοιμοι να πεθάνουν «για την πατρίδα και την πίστη».[48] Η αντικατάσταση της «ρωσικής γης» με την «πατρίδα» δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία, γιατί αυτές οι δύο λέξεις χρησιμοποιούνται εναλλακτικά τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα (βλ. κατωτέρω περί της εφημερίδας «Ρωσικό Δελτίο»).

To 1622 o ιερωμένος Sakovych Kasiian (γεν. π. 1578 στη σημερινή Δυτική Ουκρανία) σε ένα ποίημα που υμνεί τους Κοζάκους ιππότες, γράφει:

Χρυσή ελευθερία – έτσι την ονομάζουν.
Όλοι παλεύουν να την αποκτήσουν. Όμως δεν δίνεται στον καθένα,
παρά μόνο σ΄αυτούς που υπερασπίζονται την πατρίδα και τον Θεό.[49]

Οι αρχηγοί των Κοζάκων θεωρούσαν τον εαυτό τους μέρος του θρησκευτικά προσδιοριζόμενου έθνους των Ορθόδοξων Ρους.[50]

Από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου το σύνθημα ακούγεται όλο και συχνότερα (ή αυξάνουν οι διαθέσιμες πηγές που το αναφέρουν) και υιοθετείται από την επίσημη τσαρική προπαγάνδα. Το 1709 πριν από τη Μάχη της Πολτάβα εναντίον των Σουηδών, ο Μ. Πέτρος καλεί το στρατό του να πολεμήσει για την πατρίδα, την ορθόδοξη πίστη και την Εκκλησία (за Отечество, за Православную нашу веру и Церковь). [51] Το 1711, κατά την αποτυχημένη εκστρατεία του Προύθου, ο Μ. Πέτρος καλεί τους Χριστιανούς των Βαλκανίων, Καθολικούς και Ορθόδοξους, να ενωθούν μαζί του και να πολεμήσουν «για την πίστη και την πατρίδα, για την τιμή και τη δόξα» και να ελευθερωθούν από τους Μουσουλμάνους.[52] Στο κάλεσμα αυτό ανταποκρίθηκε μόνο ο βλαντίκα (πρίγκηπας-επίσκοπος) του Μαυροβουνίου και μερικοί Σέρβοι.

To 1742, κατά την ενθρόνιση της τσαρίνας Ελισάβετ Α’ (κόρης του Μ. Πέτρου), ο αρχιεπίσκοπος Αμβρόσιος του Νόβγκοροντ την καλεί «να μη λυπηθεί ούτε την τελευταία σταγόνα του αίματός της για να υπερασπιστεί την ακεραιότητα της πίστης και της πατρίδας».[53]

Το σύνθημα «Για τη σωτηρία της πίστης και της πατρίδας» (За спасение веры и отечества, (Za spasenye Very i Otechestva)) προβλήθηκε ιδιαίτερα κατά τις τελετές γύρω από τη στέψη της Αικατερίνης Β’ το 1762. Αναγραφόταν πάνω σε διάφορες επιφάνειες, από αψίδες μέχρι νομίσματα και μετάλλια.

Ασημένιο μετάλλιο του 1762 για τη στέψη της Μεγάλης Αικατερίνης. Στην πίσω όψη γράφει «За спасение веры и отечества» (Για τη σωτηρία της πίστης και της πατρίδας)

To 1769, στη διάρκεια του πολέμου κατά Τούρκων και Πολωνών, καθιερώνεται ειδική Θεία Λειτουργία που θα τελείται κατά την εορτή Αποτομής Κεφαλής του Αγ. Ιωάννου του Βαπτιστού (Παλαιό Ημ. 18 Αυγούστου) στη μνήμη των στρατιωτών που έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος.[54] Κατά την εποχή της Αικατερίνης συλλαμβάνεται και το «Ελληνικό Σχέδιο» για διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανασύσταση της Βυζαντινής, όπου ως αυτοκράτωρ προοριζόταν ένας από τους γιούς της Αικατερίνης ονόματι Κωνσταντίνος. Από τότε ισχυροποιούνται και οι επαφές και η συνεργασία με τους Έλληνες, με κορυφαίο γεγονός την επανάσταση του 1770 («Ορλωφικά»). Το εν λόγω σύνθημα εμφανίζεται σε ένα αυθεντικό λαϊκό στιχούργημα της εποχής, το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη», που συντέθηκε μεταξύ 1770 και 1786 από τον αγράμματο ριμαδόρο Μπάρμπα Πατζελιό και καταγράφηκε από τον κτηνοτρόφο Παπα-Σκορδύλη, όπου εξιστορείται η εξέγερση των Σφακίων:[55]

(Μιλάει ο Δασκαλογιάννης στον Πασά)

γι’ αυτά κ’ εγώ ‘ποφάσισα την Κρήτη να σηκόσω,
κι΄ απού τα ‘νύχια των Τουρκώ να την ελευτερώσω,
πρώτο για την πατρίδα μου, δεύτερο για την πίστι,
τρίτο για τσ’ άλλους χρισθιανούς ‘που κάθουνται ς την Κρήτη

Το 1785, η Μεγάλη Αικατερίνη εξέδωσε χάρτα που αναφέρει τα δικαιώματα των ευγενών της Ρωσίας. Εκεί επαινεί την ετοιμότητά τους να κινηθούν «για την πίστη και την πατρίδα» (за веру и отечество), και τους αγώνες που έδωσαν στο παρελθόν εναντίον των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών «της πίστης, του μονάρχη και της πατρίδας» (веры, монарха и отечества).[56] [57]

Από την εποχή της Αικατερίνης η Ρωσία είχε γίνει πλέον η ελπίδα των Ελλήνων για απελευθέρωση, όταν είχε αναδειχθεί σε μεγάλη αντιτουρκική χριστιανική δύναμη. Για λίγο εμφανίστηκε σαν πιθανή ελπίδα και ο Ναπολέων, αλλά αυτή η προοπτική ήταν εφήμερη, και οι επαφές που είχε το ελληνικό γένος με τη Γαλλία ήταν ισχνές, με εξαίρεση κάποιες ελίτ που ζούσαν κυρίως εκτός Ελλάδος. Ακόμα και στα Ιόνια Νησιά, κατά τη σύντομη γαλλική διοίκηση, μετά από την πρώτη ευφορία εκδηλώθηκε δυσαρέσκεια κατά των Γάλλων.

Το 1807, στη διάρκεια των Ναπολεοντείων Πολέμων, ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ κάλεσε να καταταγούν στο στρατό βετεράνοι αξιωματικοί και στρατιώτες, και να αγωνιστούν «για την πίστη και την πατρίδα». Την ίδια χρονιά για να τιμηθεί η πολιτοφυλακή Zemsky εκδόθηκε μετάλλιο σε χρυσό και ασήμι το οποίο στη μια όψη έφερε το προφίλ του τσάρου και στην άλλη το σύνθημα «Για την πίστη και την πατρίδα». Την ίδια περίπου εποχή, δηλαδή λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση, στη Ρωσία εκδίδονταν και άλλα μετάλλια με παραλλαγές του συνθήματος, όπως «για την πίστη, τον τσάρο και την πατρίδα» ή «για την πίστη και τον τσάρο» (За веру и Царя).[58]

Μπρούτζινο στρατιωτικό μετάλλιο του 1807. Πρόσθια όψη: Τσάρος Αλέξανδρος Α’. Πίσω όψη: «За веру и Отечество» (Για την πίστη και την πατρίδα).

Η χρήση του συνθήματος δεν περιοριζόταν στο στρατό και την κρατική μηχανή αλλά είχε χρήση και στην ευρύτερη φιλολογία. Στην εφημερίδα Ρωσικό Δελτίο (Русский Вестник), η οποία διαπνεόταν από ρωσικό εθνικισμό και ταυτόχρονα από αντι-δυτικό αίσθημα, στο πρώτο φύλλο του κρίσιμου για τους Ναπολεοντείους πολέμους έτους 1812 συναντάται το παράγγελμα «πολεμήστε μέχρι θανάτου για την πίστη, τον τσάρο και τη ρωσική γή» (биться досмерти за веру, за царя, за землю русскую). Η εισβολή του Ναπολέοντα στη Ρωσία άρχισε τον Ιούνιο του ίδιου έτους, και η εφημερίδα επαναλάμβανε το σύνθημα με τις γνωστές του παραλλαγές, μαζί με επίμονη ρητορεία κατά των Γάλλων, του Διαφωτισμού και των Δυτικών επιρροών στη Ρωσία. [59]

Από τους άλλους εμπόλεμους κατά του Ναπολέοντα, o Πρωσσικός στρατός και ο βασιλιάς της Πρωσσίας Φραγκίσκος Γουλιέλμος Γ’ χρησιμοποίησαν επίσης την παραλλαγή «Με τον Θεό για τον Βασιλιά και την Πατρίδα» (Mit Gott für König und Vaterland).[60] Κυκλοφόρησαν μετάλλια, σταυροί, κράνη, έντυπα κλπ με το σύνθημα, μέχρι και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν ο Ρωσικός Στρατός μαζί με τον Αυστριακό και τον Πρωσσικό κατέλαβε το Παρίσι στις 19 Μαρτίου (Παλ. Ημ.) 1814, σε μια διακήρυξη εγκωμιαζόταν μεταξύ άλλων ο ανώνυμος Ρώσος στρατιώτης-χωρικός που υπερασπίστηκε «την πίστη, την πατρίδα και τον ηγεμόνα» (Веру, Отечество и Государя) έναντι της εισβολής του Ναπολεόντα.[61] Στην περίπτωση αυτή το σύνθημα ενίσχυε και μια νέα εικόνα του ρωσικού καθεστώτος που θέλησε να προβάλλει ο τσάρος Αλέξανδρος A’, η οποία περιγραφόταν με το τρίπτυχο «Ορθοδοξία, Αυτοκρατορία, Εθνικότητα» (Pravoslavie, Samoderžavie, Narodnost). Η προβαλλόμενη ιδέα ήταν ότι ο ρωσικός λαός διαχρονικά είναι αφοσιωμένος στον αυτοκράτορα, κάτι το οποίο αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ρωσικής εθνικής ταυτότητας και εθνικής ιστορίας.[62]

Σταυρός της Πρωσίας, 1813, με την επιγραφή “Mit Gott für König und Vaterland” (Με τον Θεό για τον Βασιλιά και την Πατρίδα)

Η χρήση συνθημάτων για αγώνα υπέρ θρησκείας και πατρίδας ήταν αρκετά διαδεδομένη στη Ρωσία, και ειδικά στο στρατό, κατά τους Ναπολεοντείους πολέμους. Είναι σίγουρο ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης που υπηρέτησε εκείνη την εποχή στο Ρωσικό Στρατό, όπως και άλλοι Έλληνες που είτε υπηρέτησαν επίσης είτε είχαν άλλες επαφές με τη Ρωσία, γνώριζαν αυτά τα συνθήματα πριν το 1821. Αλλά και στους υπόλοιπους Έλληνες το σύνθημα του Υψηλάντη ήταν ευνόητο λόγω της Ορθόδοξης παράδοσης. Έτσι υιοθετήθηκε αβίαστα, και στη διάρκεια της Επανάστασης αυτό επαναλαμβάνεται, άλλοτε αυτούσιο και άλλοτε περιφραστικά. Για παράδειγμα:

«Δύω χρόνους σχεδόν αγωνιζόμεθα εις τον ιερόν τούτον αγώνα τον υπέρ πίστεως και πατρίδος», (Π. Ζαφειρόπουλος προς Μινίστρο του Πολέμου, 16/3/1823). [63]

Σε πολλά έγγραφα εμφανίζεται όχι ως προσωπικός τρόπος του εκάστοτε γράφοντος αλλά ως παράγγελμα ή αγωνιστικός χαιρετισμός από διοικητικά όργανα, και δείχνει να είναι ευρύτερα αντιληπτό:

«Σας παραγγέλομεν το μάχεσθαι υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος και γυναικών και τέκνων» (Μινίστρος των Εσωτερικών προς Χίους, 1/4/1822),

«… σας παραγγέλλομεν το ‘Μάχεσθε υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος’ και σας ευχόμεθα ελληνικήν ανδρείαν …» (3 Μαρτίου «και πρώτω της Ανεξαρτησίας» [1822], Γερουσιαστές της Δυτικής Ελλάδος προς Καπητάνους, προκρίτους και λοιπούς ομογενείς κατοίκους Θεσσαλίας).[64]

Η αναζήτηση στα ψηφιοποιημένα Αρχεία Εθνικής Παλιγγενεσίας δίνει περί τα 45 αποτελέσματα με μικρές ορθογραφικές και συντακτικές παραλλαγές του συνθήματος, κυρίως «υπέρ (της) πίστεως και (υπέρ της) πατρίδος», ή «διά (την) πίστιν και (την) πατρίδα» ή «υπέρ πατρίδος και πίστεως» κτλ. Ενίοτε συναντάται και ο όρκος «μα τον Θεόν και την πατρίδα» (Φροντιστηριακή Εφορία Σαλαμίνος, προς τους εν Ερμιόνη πληρεξουσίους, 1827). Σε επιστολή πέντε επισκόπων της Πελοποννήσου προς την Εθνική Συνέλευση, αναπτύσσεται η αξία του αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδος το οποίο και «διακελεύεται» προς κάθε Χριστιανό. Η επιστολή αρχίζει ως εξής:

«Αναφέρομεν, ότι η πίστις προς τον Θεόν και η αγάπη εις την πατρίδα, ότι είναι τα τιμιώτατα εις τον άνθρωπον, υπάρχει πασίδηλον. Διά τοι τούτο διακελεύεται έκαστος των χριστιανών, ένεκα τούτων, πίστεως και πατρίδος, αντιπραττόμενος να μάχηται μέχρι θανάτου.» (Ερμιόνη, 21/2/1827).[65]

Λογικά το σύνθημα διαδίδονταν κυρίως προφορικά μεταξύ των επαναστατών, σε μια εποχή όπου η εγχώρια τυπογραφία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και ο οιονεί κρατικός μηχανισμός πολύ ανίσχυρος για να το αναπαράγει. Είναι δεδομένο ότι η Επανάσταση είχε έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα και ότι οι επαναστάτες είχαν στόχο την απελευθέρωση μιας υπαρκτής πατρίδας, κάτι που διατυπώνεται και σε κείμενα όπως ο όρκος των Φιλικών και οι διακηρύξεις των Εθνοσυνελεύσεων.

Μεταξύ της ρωσικής και της ελληνικής περίπτωσης υπάρχει μια σημαντική διαφορά: Από την εποχή του Μ. Πέτρου η έννοια της ρωσικής πατρίδας είναι στενά δεμένη με το ρωσικό κράτος και τον τσάρο, ενώ οι Έλληνες δεν έχουν δικό τους ελεύθερο εθνικό κράτος ούτε εθνικό ηγεμόνα. Φαίνεται όμως ότι μεταξύ των υπόδουλων Ελλήνων υπήρχε η πίστη σε μια κατεχόμενη μυστική πατρίδα, λόγος για τον οποίο άλλωστε οι Τούρκοι αποκαλούνταν «αγαρηνοί», δηλαδή αποβλητέοι ξένοι χωρίς δικαιώματα. Αυτή η πατρίδα, ελληνο-βυζαντινή σε χαρακτήρα, είχε τα βασικά στοιχεία ενός σκαιώδους κράτους, με ηγέτες (Πατριάρχη, διαδόχους αυτοκρατορικών οικογενειών), πρωτεύουσα (Κωνσταντινούπολη), περιφερειακές διοικητικές δομές (κοινότητες, δημογεροντίες, ενορίες), εθνική-θρησκευτική ενότητα, επίσημη γλώσσα, και τους νόμους «των αειμνήστων Χριστιανών αυτοκρατόρων» όπως αναφέρεται στις πρώτες εθνοσυνελεύσεις. Πέρα από τη λαϊκή βούληση, όλα αυτά είχαν και ισχυρή θρησκευτική νομιμοποίηση, μέσω κατάλληλης ερμηνείας των Γραφών και των μεσσιανικών προφητειών που αναπαράγονταν από ανθρώπους της Εκκλησίας. Η Ιερουσαλήμ και οι υπόδουλοι Ισραηλίτες ήταν μια συνηθισμένη αλληγορία για την ελληνική πατρίδα και το έθνος/γένος, που συναντάται και σε επαναστατικές ομιλίες.[66]  Σύμφωνα με τον Κολοκοτρώνη, «Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα. […] Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά».[67] Ο Κολοκοτρώνης τονίζει και την ιεραρχία των λέξεων («πρώτα πρώτα είπαμε υπέρ Πίστεως και ύστερα υπέρ Πατρίδος»). Στις προκηρύξεις του Υψηλάντη η ελληνική πατρίδα φαίνεται να προσδιορίζεται γεωγραφικά στα Νότια Βαλκάνια και σαφώς διαχωρίζεται από τη Μολδαβία και τη Ρουμανία τις οποίες θεωρεί πατρίδες των Μολδαβών και των «Δακών»:

«Άνδρες Δάκες! Σήμερον αφήνω την ευλογημένην γην της Μολδαϋίας και πατώ εις το έδαφος της αγαπητής σας πατρίδος. […] Άνδρες Δάκες! Πορευόμενος όπου η φωνή της πατρίδος μου με προσκαλεί, …» (Ιάσιο, 3/3/1821).[68]

Στην προκήρυξη προς τους Έλληνες που φέρει τον τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», υπάρχουν ισορροπημένες αναφορές στην ελληνική πατρίδα, την αρχαία ιστορία, τα πολιτικά δικαιώματα και τα θρησκευτικά δικαιώματα. Γίνεται αναφορά στους καταπατημένους ναούς, το Σταυρό, την Ορθόδοξη πίστη, τους ιερείς και το σέβας προς την ιερά θρησκεία. Η τελευταία παράγραφος της προκήρυξης καλεί για «ελευθερία εις την κλασικήν γην της Ελλάδος».

Πίνακας του Γερμανού ζωγράφου Paul Emil Jacobs. Συμβολίζει τον αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδος μέχρις εσχάτων. Ο Τούρκος έχει πυρπολήσει την εκκλησία και έχει αποσπάσει ιερά άμφια και σκεύη (η θρησκεία). Στο πλαίσιο αρχαίες κολώνες (η πατρίδα). Ο πατέρας νεκρός, ο Τούρκος αρπάζει την μάνα, και ο γιός ετοιμάζεται να κάνει χρήση της τελευταίας σφαίρας.

Πιάτο από πορσελάνη, από την Γαλλία της σειράς Montereau, πρώτο μέρος 19ου αιώνα. Οι Ελληνες λαμβάνουν τις ευλογίες του αρχιεπισκόπου στο Μεσολόγγι για τον αγώνα τυς υπέρ της θρησκείας (ο σταυρός στο χέρι του αρχιεπισκόπου) και της πατρίδας (η σημαία στο χέρι του αγωνιστή)

Συμπέρασμα

Το επαναστατικό σύνθημα του ’21 «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» έχει προϊστορία τουλάχιστον μιας χιλιετίας στο Βυζάντιο και τη Δυτική Ευρώπη, όπως τεκμηριώνεται από τις γραπτές πηγές. Οι καταβολές του πιθανώς είναι ακόμα αρχαιότερες, όπως διαφαίνεται από τις λίγες προ-μεσαιωνικές ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές που σώζονται. Οι δύο ιδεολογικοί στυλοβάτες του, δηλαδή η έννοια της πατρίδας (με όποιες αποχρώσεις είχε κατά καιρούς) και η πίστη στην ύπαρξη θείων και ιερών οντοτήτων, είναι επίσης αρχαίοι. Στον ελληνικό χώρο το σύνθημα παύει να ακούγεται μετά την Άλωση, αλλά έχει μια λαμπρή συνέχεια στη Ρωσία, όπως και στη Δυτική Ευρώπη. Το σύνθημα περίπου όπως μας είναι γνωστό από την προκήρυξη του Υψηλάντη και τα έγγραφα της Επανάστασης ήταν πολύ διαδεδομένο στη Ρωσία μετά την εποχή του Μεγάλου Πέτρου. Στην επαναστατημένη Ελλάδα είχε επίσης μια φυσική αποδοχή, που λογικά οφείλεται στην προφορική και κρυφή εθνική κατήχηση που γινόταν στη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

 

Παραπομπές

[1] Gaida Fedor, «For Faith, Tsar and Fatherland» …, 2013, www.pravoslavie.ru/61882.html
[2] Βλ. πλήρες κείμενο και εικόνα του πρωτοτύπου στο www.ypsilantio.gr.
[3] Χαρακτηριστική είναι η αμηχανία του Βασίλη Κρεμμυδά ο οποίος γράφει ότι η λέξη πατρίδα «έρχεται κατ’ευθείαν από τη Γαλλική Επανάσταση», χωρίς να σχολιάζει την λ. πίστις. Κρεμμυδάς Β., 2017, σ. 61, 63. Βλ. περισσότερα στο Γ. Λουκίδης «Η μικρότητα του  μαρξιστή ιστορικού  …», 5 Ιουλ. 2017. Ο Κρεμμυδάς αλλού (ΤΑ ΝΕΑ, 24/3/2011) είχε γράψει ότι η λ. πατρίδα ήταν «νέα λέξη» κατά την Επανάσταση.
[4] Bowden, Hoplites and Homer, 1993, σ. 45-63, ιδίως 60, 61.
[5] Καραπλή Κατερίνα, «Οι καντάτορες», 1996, σ. 243, υποσημ. 70, 71. ● http://maronas480.blogspot.com/p/blog-page_12.html. ● Οι στίχοι «τεθνάμενον γαρ καλόν …» που εκφράζουν την αξία του θανάτου στη μάχη υπέρ πατρίδος, είναι το πρότυπο του λατινικού “Dulce et decorum est pro patria mori” (Οράτιος), και της γνωστής διασκευής από τον Σπ. Τρικούπη «Τί τιμή στο παλικάρι όταν πρώτo στη φωτιά, / σκοτωθή για την Πατρίδα …». Οι στίχοι «ἀθανάτοισι θεοῖσ’ … ἡγεμ[όνι]» προέρχονται από αποσπάσματα σε πάπυρο που δημοσιεύτηκαν μεταγενέστερα, το 1918. Η Κ. Καραπλή παρατηρεί τις ιδεολογικές αναλογίες των ποιημάτων του Τυρταίου με τις προτροπές των βυζαντινών Τακτικών, και το ότι και τα δύο χρησιμοποιούνταν σαν ψυχική προετοιμασία πριν από τη μάχη. Μαρνάμενον = μαχόμενον.
[6] Αισχύλου, Πέρσαι, 402-405, www.greek-language.gr/
[7] Οδύσσεια, δ, 564 ● Βιργίλιος, Αινειάς, 6.660.
[8] Ο Παυσανίας αναφέρει πάνω από 100 ήρωες (πολεμιστές και μη) που λατρεύονταν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Μεταξύ αυτών ο Αίας στη Σαλαμίνα, ο Καίσαρ και ο Αύγουστος στη Σπάρτη, ο Μενέλαος και ο Αχιλλέας στη Θεραπνή Λακωνίας, η Ιφιγένεια στην Αιγείρα Αχαΐας, ο Πρωτεσίλαος κλπ. Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ήταν υπαρκτό το θέμα της σύγκρισης του Χριστού με ορισμένους θεοποιημένους ήρωες, όπως ο Ηρακλής ή ο ομηρικός Πρωτεσίλαος. Marshal F., “The late antique hero”, 2011 [2008], σ. 172, 173.
[9] Στον Όμηρο η πάτρη, εκτός από την πατρίδα, σημαίνει και τον πατέρα (Ιλ. Ν, 354).
[10] Π.χ. κατά τον Κοσμά τον Αιτωλό «… ο Θεός μας έβαλεν τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθᾳ πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας» Κατά τη χριστιανική αντίληψη, η ουράνια πατρίδα είναι ιεραρχικά ανώτερη από την επίγεια, αλλά δεν καταργεί την τελευταία.  π. Μεταλληνός Γ., 26/3/2005.
[11] Στοβαίος III 40, 7, στο Ιωάννου Στοβαίου Ανθολόγιον, Thomas Gaisford, Lipsiae, 1823, τόμ. 2, 40, 7, σ. 231. https://archive.org
[12] Λουκιανός, Πατρίδος εγκώμιον, 1. https://el.wikisource.org
[13] «Μήτηρ δε άλλη μεν άλλου· κοινὴ δε πάντων, πατρίς.» Γρηγόριος ο Θεολόγος (π. 369), Επιστολή 37 προς Σωφρόνιο, Migne J.P., Patrologia Graeca, 1862, τόμ. 37, σ. 77-78.
[14] Π.χ. Κριταί 3,1-2, Ι.Ναυή 8, Δευτ. 7,1-2 κλπ.
[15] Οι περισσότερες σύγχρονες μελέτες γύρω από τη σχέση των πρώτων Χριστιανών με τον πόλεμο ερμηνεύουν τις πηγές αναχρονιστικά, μέσα από ένα σύγχρονο ιδεολογικό-ηθικό bias. Όμως μια μειονότητα σύγχρονων μελετητών κρίνει ότι δεν υπήρχε κάποια σαφής και ενιαία στάση των πρώτων Χριστιανών υπέρ ή κατά του (δίκαιου) πολέμου. Huttunen N., 2020, σ. 138-357, ιδίως σ. 138, 183, 184.
[16] Binkley Olin T., 1961, σ. 93–94.
[17] Οι απόψεις των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας, και κυρίως του Αυγουστίνου, γύρω από τον πόλεμο συνοψίζονται στο Russel Frederick H., The Just War in the Middle Ages, 1975, σ. 1-40.
[18]pro veritate fidei, et salvation patriae, ac defensione Christianorum”. Gaines Post, 1953, σ. 282. O Kantorowicz (1951, σ. 481) το αποδίδει στον Πάπα Νικόλαο Α’ (858-867).
[19] Migne J.P., Ελληνική Πατρολογία, 1863, τόμ. 107, σ. 828.
[20] Ό.π., 107, σ. 949, ιστ’, ιθ’.
[21] Anonymus Byzantinus, Rhetorica militaris, έκδοση 1855, σ. 8, ΙΧ,2. Επισήμως το κείμενο αποδίδεται σε «Ανώνυμο Βυζαντινό», που παλαιότερα πιστευόταν ότι ήταν του 6ου αιώνα. Νεώτερες έρευνες το αποδίδουν στον Συριανό Μάγιστρο που έζησε τον 9ο αιώνα. Ωστόσο, κάποια τμήματα πιθανότατα προέρχονται από παλαιότερα συγγράμματα.
[22] Meursius J. «Βιβλίον Τακτικόν …», 1745, τόμ. 6, στ. 1288.
[23] Κωνσταντινίδης Κ., Τα στρατιωτικά εγχειρίδια των Βυζαντινών …, 2011, σ. 68, 69. Για Θείες Λειτουργίες πριν τη μάχη 69, 70.
[24] Giakoumis Konstantinos, “Byzantine coins in Berat …”, 2018, σ. 66 κ.ε.
[25] Οι πολεμικοί άγιοι (Δημήτριος, Γεώργιος, Προκόπιος, Θεόδωροι κ.ά.) και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ απεικονίζονταν σε πολεμικές σημαίες (φλάμουλα, φλάμπουρα) τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα, όπως προκύπτει από το «Περί των οφφικιαλίων του Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως …» που αποδίδεται στον Γεώργιο Κωδινό (Ψευδοκωδινό). Saxby M.S., 2018, σ. 53.
[26] Bachrach David S., Religion and the Conduct of War, 2003, σ. 156.
[27] Aποδίδεται στα σύγχρονα αγγλικά ως “for their country and race, and for the faith of Jesus Christ”. Frantzen Allen J., 2004, σ. 65.
[28]  Για την Εκκλησία ως πατρίδα βλ. Russel, 1975,σ. 39. Για περισσότερα παραπέμπει στο Kantorowicz Ε., The Kings Two Bodies, 1985, σ. 232-49.
[29] Varga Β., 2010, σ. 302.
[30] Forgath F., Rerum Hungaricum …, 1788, σ. 49 ● Varga B., 2010, σ. 303.
[31] Varga Β., 2010, σ. 304-306. Ως έθνος αποδίδω το “nation” του αγγλικού κειμένου.
[32] Ribini Joannes, Memorabilia …, 1787,  σ. 330.
[33] Οι προκηρύξεις υπάρχουν στο Φωτεινός Ηλίας, Οι άθλοι της εν Βλαχία ελληνικής επαναστάσεως, 1846. Προκηρύξεις προς Δάκες κτλ, σ. 33 κ.ε. Στις προκηρύξεις είναι διακριτές οι πατρίδες των Ελλήνων, των Δακών (Ρουμάνων) και των Μολδαβών.
[34] Arriani Tactica & Mauricii Artis militaris libri dvodecim, έκδοση σχολιασμένη Johannes Schefferus, Ουπσάλα, 1664, Λόγος 7ος, κεφ. Β’, σ. 138. Αδνουμιάζω = αγιάζω.
[35] Migne, 1863, τόμ. 107, σ. 844  και σ. 1060 αντίστοιχα.
[36] Φωτόπουλος Αθ., «Βιογραφία του αγωνιστού Αναγνώστη Γιαννοπούλου», [1983], 1986, σ. 330, 331. Η Περιστέρα Καλαβρύτων και τα πέριξ χωριά, γνωστά και ως Κλουκίνες, κατά τον Α. Φραντζή ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης με τους προκρίτους την 24 Μαρτίου 1821. Αναφέρεται και στο Λουκίδης Γ. Δύο ομιλίες του Παλαιών Πατρών Γερμανού…, 2018, σ. 78.
[37] Φραντζής (ή Σφραντζής) Γεώργιος , Χρονικό Majus, κεφ. B’, 1477, στο Κείμενα Νεοελλ. Λογοτεχνίας (Α’ Γεν. Λυκείου), σ. 66.
[38] Nestor-Iskender, The Tale of Constantinople. Οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν «ξανθά γένη» και άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, όπως τους Φράγκους και τους Λογγοβάρδους (Τακτικόν Ψευδο-Μαυρικίου, αναφέρεται στο Καραπλή Κ., σ. 250).
[39] Λάμπρος Σ.Π., Αργυροπούλεια, 1910, σ. 39, στ. 14-16. Το παλαιότερο σωζόμενο χειρόγραφο της ομιλίας είναι του 15ου αιώνα.
[40] Kharkhordin Oleg, “What Is the State? …”, 2000,  p. 15.
[41] Bartlett Rosamund, “The Meaning of Motherland”, 2006, σ. 4. Στο www.simoncroberts.com.
[42] Το λεξικό SLOVNIK STAROUKRAINSKOI MOVI XIV-XV ST., T. 2, Kiiv: Naukova Dumka, (1978), σ. 111, 112, στο https://archive.org/ στο λήμμα Отчизна έχει αρκετές παραπομπές σε σλαβικά κείμενα του 15ου αιώνα με παραδείγματα της χρήσης της λέξης, αλλά το εμπόδιο της γλώσσας δεν μου επιτρέπει να τα διερευνήσω.
[43] Έπη Ομήρου, πρωτότυπο και νεοελληνικές μεταφράσεις, στο http://users.sch.gr/
[44] History of Russian Literature, The Chronicle Story of the Battle of Kulikovo (κεφ. “14th-15th century, 1st half”) www.rusliterature.org/
[45] Crummey Robert O. The Formation of Muscovy…, 2014, κεφ. 7 (σελίδες άνευ αριθ.). Στα έπη της μάχης του Κουλίκοβο χρησιμοποιούνται φραστικά σχήματα που βρίσκονται σε αγιολογικά κείμενα των ετών 1396 έως 1418 του ιερομονάχου Επιφανείου του Σοφού, ο οποίος είχε ασκηθεί στην Ιερουσαλήμ και το Άγιον Όρος.
[46] Ελεύθερη μετάφραση από το αγγλικό που υπάρχει στο Stoyanov Yuri, “Eastern Orthodox Christianity”, στο G. M. Reichberg & H. Syse (eds.), 2014, σ. 192.
[47] Halperin Charles J. “The Concept of the Russian Land …”, 1975, σ. 36.
[48] Karamzin Nikolay, Istoriia gosudarstva Rossiiskogo, τομ. 5, σ. 35. Αναφέρεται στο Parppei Kati M.J., The Battle of Kulikovo Refought…, 2017, σ. 124.
[49] Plokhy S., The Cossacks and Religion …, 2001, σ. 168.
[50] Plokhy S., The Origins of the Slavic Nations, 2006, σ. 193
[51] Kharkhordin, σ. 14 και σημ. 56.
[52] Zdenko Zlatar, The Poetics of Slavdom…, 2007, τ. 2, σ. 686.
[53] Gaida F., “For Faith, Tsar and Fatherland…”
[54] Betsy Perabo, Russian Orthodoxy and the Russo-Japanese War, 2017, σ.  70, 71.
[55] Βαρδίδης Εμμανουήλ «ο Κρής» (εκδ.), Κρητικαί ρίμαι: Tα τραγούδια Δασκαλογιάννη και Αληδάκη, 1905, σ. 22, στχ. 751-754. Βλ. επίσης Καλλιβρετάκης Λ., «Η Επανάσταση και το τραγούδι του Δασκαλογιάννη», ΤΑ ΝΕΑ, 30 Αυγ. 2000, σ. 16, 17.
[56] Грамота на права, вольности и преимущества благородного российского дворянства, 21 Απρ. 1785, στο  https://constitution.garant.ru/history/act1600-1918/2400
[57] McBurney Erin, “Art and Power in the Reign of Catherine the Great, 2014, σ. 28, 152, 154, 155.
[58] Kupryushkin Sergey, Наградные медали России … (Απονομή μεταλλίων της Ρωσίας κατά τους Ναπολεοντείους πολέμους του 1807-1814)  ● Gaida F., 2013. ● Frary Lucien J., Russia and the Making of Modern Greek Identity, 2015, σ.20, αναφέρεται στο Αργυράκος Γ.Λ & Αργυράκου Κ.Κ, Η Επανάσταση του ’21 στην Gazette de Lausanne, 2017, σ. 36, υποσημ. 7.
[59] Zamotin Ivan I. «Russian Bulletin by Glinka”, στο «Отечественная война и Русское общество» 1812-1912 (Πατριωτικός Πόλεμος και Ρωσική Κοινωνία: 1812-1912), έκδοση 1912, τόμ. 5, σ. 130-138. (σε ρωσική γλώσσα, με δυνατότητα αυτόματης μετάφρασης στα αγγλικά).
[60] Wikipedia (γερμανικά), άρθρο «Mit Gott für König und Vaterland».
[61] APPA, “Manifesto after the capture of Paris …”, 18-3-2018, http://news.ap-pa.ru/.
[62] Wortman Richard S., 2012, σ. 1099.
[63] Αρχεία Ελλ. Παλιγγενεσίας. τ. 1, σ. 434.
[64] Ό.π., τ. 1, σ. 406 και σ. 463 αντίστοιχα.
[65] Ό.π., τ. 3, σ. 341.
[66] Για παράδειγμα, βλ. ανάλυση της ομιλίας του Παλαιών Πατρών Γερμανού την 8/20 Μαρτίου 1821 στην Αγ. Λαύρα, στο Γ. Λουκίδης, Δύο ομιλίες …, 2017.
[67] Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, Καταγραφή Γ. Τερτσέτη,επιμέλεια Τάσος Βουρνάς, Αθήνα 1983, σ.178. Αναφέρεται στο Κολιόπουλος Ι. κ.ά., Ιστορία …, βιβλίο μαθητή ΣΤ’ Δημοτικού, τ. 2, σ. 29. ● Αναφορές του Κολοκοτρώνη όπως «Η Γαλλική επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε κατὰ την γνώμην μου να ανοίξη τα μάτια του κόσμου …» πρέπει να είναι παρεμβάσεις του Τερτσέτη (ο οποίος κατέγραψε τα απομνημονεύματα), αφού είναι απίθανο ότι η μεγάλη μάζα του λαού (και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης) ήταν σε θέση να γνωρίζει ή να κατανοεί τα της Γαλλ. Επανάστασης. Είναι χαρακτηριστική η ισχνή παρουσία στην Ελλ. Επανάσταση συνθημάτων περί ισότητας, δημοκρατίας και συναφών εννοιών οι οποίες ήταν κεντρικές στη Γαλλική Επανάσταση.
[68] Φωτεινός Ηλίας, 1846, σ. 36.

 

Βιβλιογραφία

  • Anonymus Byzantinus, Rhetorica militaris ή Δημηγορίαι προτρεπτικαί προς ανδρείαν …, έκδοση Köchly Hermann, Turici (Ζυρίχη) 1855, https://reader.digitale-sammlungen.de/
  • APPA, “Manifesto after the capture of Paris on March 19, 1814”, http://news.ap-pa.ru/news/ 18-3-2018, και http://nlr.ru/e-res/law_r/search.php
  • Arriani Tactica & Mauricii Artis militaris libri dvodecim, έκδοση σχολιασμένη Johannes Schefferus, Ουπσάλα, 1664. https://books.google.gr/
  • Bartlett Rosamund, “The Meaning of Motherland”, 2006. Στο www.simoncroberts.com
  • Betsy Perabo, Russian Orthodoxy and the Russo-Japanese War, Bloomsbury Publishing, 2017.
  • Binkley Olin T., επισκόπηση του βιβλίου του Roland H. Bainton. Christian Attitudes Toward War and Peace, N. York and Nashville: Abingdon Press, 1960, στο Journal of Church and State, Vol. 3, Issue 1, May 1961, σ. 93–94, doi.org/10.1093/jcs/3.1.93 και https://academic.oup.com
  • Bachrach David S., Religion and the Conduct of War, C. 300-1215, Boydell Press, 2003. https://books.google.gr
  • Bowden, “Hoplites and Homer: Warfare, hero cult, and the ideology of the polis”, στο Rich, D., Rich, J., Shipley, G. (Eds.), War and Society in the Greek World. London: Routledge, 1993, https://doi.org/10.4324/9780203431467, σ. 45-63. https://books.google.gr
  • Crummey Robert O. The Formation of Muscovy 1300–1613, Routledge, 2014. https://books.google.gr
  • Forgath F., Rerum Hungaricum sui temporis Commentarii, 1788, http//books.google
  • Frantzen Allen J., Bloody Good: Chivalry, Sacrifice, and the Great War, University of Chicago Press, 2004. https://books.google.gr.
  • Gaida Fedor, «For Faith, Tsar and Fatherland»: to the history of the famous military motto.», ρωσικά «ЗА ВЕРУ, ЦАРЯ И ОТЕЧЕСТВО»: К ИСТОРИИ ЗНАМЕНИТОГО ВОИНСКОГО ДЕВИЗА», 31/5/2013, στο http://pravoslavie.ru/61882.html , με δυνατότητα μετάφρασης μηχανής στα αγγλικά.
  • Gaisford Thomas (εκδ.), Ιωάννου Στοβαίου Ανθολόγιον, Lipsiae, 1823, https://archive.org
  • Giakoumis Konstantinos, “Byzantine coins in Berat …”, στο “The role of money in wartime”, 2nd Conference of the Museum of the Bank of Albania, Tirana, 2018, www.bankofalbania.org/Publications
  • Halperin Charles J. “The Concept of the Russian Land from the Ninth to the Fourteenth Centuries.” Russian History, vol. 2, no. 1, 1975, pp. 29–38. JSTOR.
  • History of Russian Literature. WordPress, 2020, www.rusliterature.org/
  • Huttunen Niko, Early Christians Adapting to the Roman Empire, Brill, 2020, κεφ. 4, “Brothers in Arms: Soldiers in Early Christianity”, σ. 138-357. https://helda.helsinki.fi/
  • Kantorowicz Ernst H, “Pro Patria Mori in Medieval Political Thought”, The American Historical Review, Vol. 56, No. 3 (Apr., 1951), pp. 472-492. JSTOR.
  • Kantorowicz Ernst H., The King’s Two Bodies, Princeton University Press, 1985. https://books.google.gr
  • Kharkhordin Oleg, “What Is the State? The Russian Concept of Gosudarstvo in the European Context”, XVIII World Congress of the International Political Science Association, 2000, https://eusp.org/, και στο www.academia.edu/
  • Kupryushkin Sergey, Наградные медали России периода Наполеоновских войн 1807-1814 гг (Απονομή μεταλλίων της Ρωσίας κατά τους Ναπολεοντείους πολέμους του 1807-1814) http://www.museum.ru/museum/1812/Army/Awards1/index.html
  • Marshal Francisco, “The late antique hero” στο P. Brown & R. Lizzi Testa (eds.) Pagans and Christians in the Roman Empire: The Breaking of a Dialogue, LIT, Zürich 2011 [2008]. https://books.google.gr
  • McBurney Erin, “Art and Power in the Reign of Catherine the Great: The State Portraits”, διδακτορική διατριβή, School of Arts and Sciences, Columbia University, 2014. https://academiccommons.columbia.edu/doi/10.7916/D8CC0XT5
  • Meursius Joannes, «Βιβλίον Τακτικόν … όπερ συνέγραψε Κονσταντίνος Βασιλεύς …», Florentiae, 1745, τόμ. 6, στ. 1288. https://books.google.gr
  • Migne Jacques Paul, Ελληνική Πατρολογία (Patrologiae cursus completus), έκδοση 1862 https://books.google.gr, έκδ. 1863. http://graeca.patristica.net/.
  • Nestor-Iskender, The Tale of Constantinople.  Σε παλαιά ρωσικά, παράγραφοι με ζυγούς αριθμούς, στο http://myriobiblion.byzantion.ru/romania-rosia/nestor1.htm. Σε νέα ρωσική γλώσσα, § C με μονούς αριθ., στο http://myriobiblion.byzantion.ru/romania-rosia/nestor2.htm,  Επίσης στο http://lib.pushkinskijdom.ru/Default.aspx?tabid=5059.
  • Parppei Kati M.J., The Battle of Kulikovo Refought: “The First National Feat”, Brill, 2017, https://books.google.gr
  • Plokhy Serhii, The Cossacks and Religion in Early Modern Ukraine, Oxford Univ. Press, 8 Νοε 2001. https://books.google.gr
  • Plokhy Serhii, The Origins of the Slavic Nations, Cambridge Univ. Press, 2006.
  • Ribini Joannes, Memorabilia Augustanae Confessionis in regno Hungariae a Ferdinando  I, 1787. https://books.google.gr.
  • Russel Frederick H., The Just War in the Middle Ages, Cambridge University Press, 1975. https://books.google.gr
  • Saxby Michael-Stephen, Remilitarising the Byzantine Imperial image: a study of numismatic evidence and other visual media 1042-1453. Ph.D. Thesis, University of Birmingham, 2018.
  • SLOVNIK STAROUKRAINSKOI MOVI XIV-XV ST., T. 2, Kiiv: Naukova Dumka, 1978, https://archive.org/
  • Stoyanov Yuri, “Eastern Orthodox Christianity”, στο Gregory M. Reichberg, Henrik Syse (eds.), Religion, War, and Ethics: A Sourcebook of Textual Traditions, Cambridge University Press, 2014. https://books.google.gr.
  • Varga Benedek, “Political humanism and the corporate theory of state: Nation, Patria And Virtue In Hungarian Political Thought Of The Sixteenth Century”, στο Balazs Trencsenyi & M. Zászkaliczk (eds.), Whose Love of Which Country ? …, Brill, 2010
  • Wikipedia, άρθρο “Mit Gott für König und Vaterland” (γερμ.).
  • Wortman Richard S., “1812 in the Evocations of Imperial Myth”, Revue des études slaves, 83 (4) 2012. doi : https://doi.org/10.3406/slave.2012.8296
  • Zamotin Ivan I. «Russian Bulletin» by Glinka, στο Отечественная война и Русское общество 1812-1912, έκδοση 1912, τ. 5, www.museum.ru/museum/1812/Library/Sitin/book5_07.html
  • Zdenko Zlatar, The Poetics of Slavdom: The Mythopoeic Foundations of Yugoslavia, 2007, τ. 2, https://books.google.gr

 

Ελληνική βιβλιογραφία

  • Αργυράκος Γεώργιος Λ. & Αργυράκου Κωνσταντίνα Κορασόν, Η Επανάσταση του ’21 στην Gazette de Lausanne, Εκδ. «Ελίκρανον», Αθήνα 2017
  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821-1832, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971-2001, ψηφιοποιημένο στο https://paligenesia.parliament.gr.
  • Βαρδίδης Εμμανουήλ «ο Κρής» (εκδ.), Κρητικαί ρίμαι: Tα τραγούδια Δασκαλογιάννη και Αληδάκη, β’ έκδ.,  Χανιά, 1905. http://repository.academyofathens.gr/document/171635.pdf
  • Βικιθήκη, https://el.wikisource.org
  • Έπη Ομήρου, http://users.sch.gr/
  • Καλλιβρετάκης Λεωνίδας «Η Επανάσταση και το τραγούδι του Δασκαλογιάννη», ΤΑ ΝΕΑ, 30 Αυγ. 2000, σ. 16, 17. http://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/8776
  • Καραπλή Κατερίνα, «Οι καντάτορες», Εώα & Εσπέρια, 1996, 2, 229-252, doi.org/10.12681/eoaesperia.34
  • Κολιόπουλος Ιωαννης κ.ά., Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου, βιβλίο μαθητή ΣΤ’ Δημοτικού, 2ος τόμος. http://prosvasimo.iep.edu.gr/Books
  • Κρεμμυδάς Βασίλης, Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, Gutenberg, 2017, https://issuu.com/.
  • Κρεμμυδάς Βασίλης, «Το ιδεολογικό στίγµα του 1821» ΤΑ ΝΕΑ, 24/3/2011, www.tanea.gr/
  • Κωνσταντινίδης Κωνσταντίνος, Τα στρατιωτικά εγχειρίδια των Βυζαντινών ως πηγή πολιτιστικών στοιχείων και αντιλήψεων, …, Μεταπτυχ. Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή, 2011, http://ikee.lib.auth.gr/record/126532?ln=el
  • Λάμπρος Σπυρίδων Π., Αργυροπούλεια, 1910, https://Books.google.gr
  • Λουκίδης Γεώργιος, «Η μικρότητα του μαρξιστή ιστορικού  μπροστά στο 1821», Αντίβαρο, 5 Ιουλ. 2017. www.antibaro.gr/article/17246.
  • Λουκίδης Γεώργιος Δύο ομιλίες του Παλαιών Πατρών Γερμανού στην Αγία Λαύρα το Μάρτιο 1821, Αθήνα, Ελίκρανον, 2018.
  • Μαυρικίου Τακτικά, βλ. Arriani Tactica …
  • Μεταλληνός Γεώργιος, «Έθνος-Εθνικισμὸς & Ορθόδοξο φρόνημα». Ἱερὰ Μητρόπολις Γερμανίας (26/3/2005), http://users.uoa.gr.
  • Φραντζής (ή Σφραντζής) Γεώργιος, Χρονικό Majus, 1477, στο Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Α’ Γεν. Λυκείου), Α’ τεύχος – Βιβλίο Μαθητή. ebooks.edu.gr
  • Φωτεινός Ηλίας, Οι άθλοι της εν Βλαχία ελληνικής επαναστάσεως το 1821 …, Λειψία, 1846.». https://anemi.lib.uoc.gr.
  • Φωτόπουλος Θ. Αθανάσιος, «Βιογραφία του αγωνιστού Αναγνώστη Γιαννοπούλου», Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών (Καλάβρυτα, 1983), Πελοποννησιακά, Παράρτ. 11, Αθήνα, 1986.

 

Ιστοχώροι.

  • http://constitution.garant.ru/history/act1600-1918/2400/ Грамота на права, вольности и преимущества благородного российского дворянства, 21 Απρ. 1785
  • http://maronas480.blogspot.com/p/blog-page_12.html, Τυρταίος. Πρόσβαση 19-9-2020.
  • www.greek-language.gr, Αισχύλου, Πέρσαι.
  • www.ypsilantio.gr. Προκήρυξη «Μάχου υπέρ πίστεως …»

 

 

Η Αρμενία και ο λαός της Αρμενίας, δέχονται για άλλη μια φορά επίθεση από τις δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν, επικουρούμενες από το νεο-οθωμανικό καθεστώς του Ερντογάν, το οποίο χρησιμοποιεί τον βία και τον τρόμο για να επιβληθεί στην ευρύτερη περιοχή, αποτελώντας μια μεγάλη απειλή για την ειρήνη και τις αξίες του δυτικού πολιτισμού μας (του οποίου η Αρμενία αποτελεί έναν από τους πυλώνες).

Αυτό το άρθρο θα αποκαλύψει μια άγνωστη περίοδο της ζωής του Λόρδου Βύρωνος, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Βενετία το 1816.

Πλάκα έξω από το Αρμενικό Μοναστήρι στο νησί San Lazzaro στη Βενετία
«Στη μνήμη του αγγλικού ποιητή,
LORD BYRON,
Αφιερωμένο φίλο της Αρμενίας,
Που πέθανε για την απελευθέρωση της Ελλάδας.»
«Ο επισκέπτης θα πεισθεί ότι
Υπάρχουν άλλα και καλύτερα πράγματα
Ακόμα και σε αυτή τη ζωή.»
Byron, 1788 – 1824

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Βενετία το 1816, ο Λόρδος Βύρων μελέτησε την αρμενική γλώσσα στο Αρμενικό Μοναστήρι στο νησί San Lazzaro, βοήθησε στην προετοιμασία του πρώτου Αρμενικού – Αγγλικού λεξικού και χρηματοδότησε την πρώτη του έκδοση.

Στις 5 Δεκεμβρίου 1816, ο Βύρων έγραψε σε μια επιστολή προς τον φίλο του Thomas Moore:

«Για διασκέδαση, μελετώ καθημερινά, σε ένα αρμενικό μοναστήρι, την αρμενική γλώσσα. Ανακάλυψα ότι το μυαλό μου ήθελε να σπάσει κάτι τραχύ, και είναι αυτό – ως το πιο δύσκολο πράγμα που θα μπορούσα να ανακαλύψω εδώ για διασκέδαση – που επέλεξα, να βασανίσει την προσοχή μου. Ωστόσο, είναι μια πλούσια γλώσσα και θα αμείψει σε μεγάλο βαθμό οποίον αναλάβει τον μπελά της εκμάθησής της. Προσπαθώ, και θα συνεχίσω · – αλλά δεν μπορώ να εγγυηθώ για τίποτα, κυρίως για τις προθέσεις ή την επιτυχία μου.»

Είσοδος στο μοναστήρι στο San Lazzaro degli Armeni, Βενετία

Το νησί San Lazzaro ήταν το παγκόσμιο κέντρο της αρμενικής παιδείας από το 1717, έτος κατά το οποίο δωρίσθηκε στον Αρμένιο ηγούμενο Mekhitar, τον ιδρυτή του τάγματος Mekhitarist, μια εκκλησία Βενεδικτίνων μοναχών της Αρμενικής Καθολικής Εκκλησίας. Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό αποθετήριο του αρμενικού πολιτισμού εκτός της Αρμενίας, με ένα μουσείο και μια βιβλιοθήκη που περιέχει χειρόγραφα και σπάνιες εκδόσεις, όπως η «γραμματική του Βύρωνα». Το μοναστήρι θεωρήθηκε από τον Ναπολέοντα πολιτιστικό ίδρυμα, το οποίο άφησε να επιβιώσει μετά την απόφαση του αυτοκράτορα να καταργήσει όλα τα θρησκευτικά ιδρύματα στην πόλη της Βενετίας.

Στην ίδια επιστολή της 5ης Δεκεμβρίου 1816, ο Βύρων συνέχισε:

«Υπάρχουν μερικά πολύ περίεργα χειρόγραφα στο μοναστήρι, καθώς και βιβλία, και μεταφράσεις από ελληνικά πρωτότυπα, τώρα χαμένα, και από Περσικά και Συριακά, & c .; εκτός από έργα των δικών τους ανθρώπων.»

Χειρόγραφα και βιβλία στο στούντιο του Βύρωνος

 

Ο Βύρων μεταφερόταν καθημερινά με γόνδολα στο San Lazzaro, όπου παρέμενε συχνά στο μοναστήρι από το πρωί έως το βράδυ, εργαζόμενος σε ένα δωμάτιο και στη βιβλιοθήκη, όπου σπούδασε αρμενικά.

 

Παρά τις προσπάθειες του Βύρωνος, η γλώσσα αποδείχθηκε πολύ δύσκολη.

«Προς τον Hobhouse, 19 Δεκεμβρίου 1816

Τα μαθήματά μου στα Αρμενικά συνεχίζονται. Έχω μάθει τριάντα από τις τριάντα οκτώ καταραμένες γρατσουνιές του Mesrob, του κατασκευαστή των αλφαβήτων και κάποιων λέξεων μιας συλλαβής. Τα μαθήματά μου αφορούν τους Ψαλμούς και ο πατέρας Pasqual είναι ένας πολύ προσεκτικός δάσκαλος.»

Οι μοναχοί αφιέρωσαν το χρόνο τους στη διδασκαλία του Βύρωνος στη γλώσσα τους, ο οποίος, με τη σειρά τους, για να τους ανταποδώσει τη χάρη που  του έκαναν, χρηματοδότησε τη δημοσίευση της αρμενικής – αγγλικής γραμματικής του βιβλιοθηκονόμου:

«Ως ανταπόκριση για τις οδηγίες του (καθώς δεν μπορούσα να προσφέρω χρήματα σε αυτούς τους φίλους), ανέλαβα τα έξοδα της αρμενικής και της αγγλικής γραμματικής, η οποία εκτυπώνεται τώρα. Κοστίζει μόνο χίλια φράγκα για την εκτύπωση πεντακόσιων αντιγράφων, και επειδή είναι το πρώτο που δημοσιεύθηκε σε αυτές τις δύο γλώσσες, νομίζω «επιτελώ την υπηρεσία του κράτους», σχεδόν όσο και ο κ. Valpy του Tookes Court, ο οποίος είναι ο εκδότης του Polidori

AUCHER, P. Paschal. Μια γραμματική των αρμενικών και αγγλικών. Βενετία: Ο Αρμενικός Τύπος του Αγίου Λαζάρου, 1832. Η δεύτερη βελτιωμένη και διευρυμένη έκδοση. «Στην παρούσα έκδοση θα βρείτε μερικά δείγματα της Αρμενικής Ποίησης, καθώς και κάποιες μεταφράσεις του Λόρδου Βύρωνος από τα Αρμενικά στα Αγγλικά. Και προστίθενται, μέσω άσκησης, αποσπάσματα από τους καλύτερους Αρμένιους συγγραφείς».

Σε μια άλλη επιστολή της 24ης Δεκεμβρίου 1816, προς τον κ. Moore, έγραψε:

«Ο ‘τρόπος ζωής μου’ ακολουθεί μεγάλη κανονικότητα. Τα πρωινά πηγαίνω με τη γόνδολα μου για να χαζέψω τους Αρμένιους με τους φίλους του μοναστηριού του Αγίου Λαζάρου και να βοηθήσω έναν από αυτούς να διορθώσει τα αγγλικά μιας αγγλικής και αρμενικής γραμματικής που δημοσιεύει.»

Στην επιστολή της 27ης Δεκεμβρίου 1816 δίνει για άλλη μια φορά λεπτομέρειες αυτής της καθημερινής ρουτίνας, καθώς και του πατέρα Pasquale:

«Συνεχίζω με τις σπουδές μου στα αρμενικά το πρωί και βοηθώ και προωθώ το αγγλικό τμήμα μιας αγγλικής και αρμενικής γραμματικής, που τώρα δημοσιεύεται στο μοναστήρι του Αγίου Λαζάρου. Ο ανώτερος των φίλων είναι επίσκοπος και καλός γέρος, με τη γενειάδα ενός μετεωρίτη. Ο πατέρας Paschal είναι επίσης μορφωμένη και ευσεβής ψυχή. Ήταν δύο χρόνια στην Αγγλία.».

Τέλος, σε μια άλλη επιστολή, ο Βύρων αναφέρει έναν πρόλογο που είχε γράψει και αυτός δυστυχώς παραλείφθηκε από τη Γραμματική. Ο λόγος ήταν πιθανώς επειδή ο πατέρας Pasquale αντιτάχθηκε στην αναφορά στους Τούρκους, καθώς ο αρμενικός λαός ζούσε υπό τουρκική κυριαρχία. Ο Βύρων πήρε αυτήν την άρνηση πολύ άσχημα και το γεγονός ότι ο πατέρας Pasquale συμφώνησε να προσθέσει το όνομα του Βύρωνος στη γραμματική αποτελεί μία διορθωτική κίνηση.

Το Μουσείο μέσα στο μοναστήρι στο San Lazzaro

Το πορτρέτο του Βύρωνος στο στούντιο του στο San Lazzaro

Το ακόλουθο απόσπασμα από το τμήμα ενός από τα γράμματά του, φαίνεται να προοριζόταν ως Πρόλογος για τη Γραμματική, η οποία δυστυχώς παραλείφθηκε όταν τελικά δημοσιεύθηκε:

«Στον κ. Murray, Βενετία, 2 Ιανουαρίου 1817

Ο Άγγλος αναγνώστης πιθανότατα θα εκπλαγεί που βρήκε το όνομά μου να σχετίζεται με ένα έργο της παρούσας περιγραφής και τείνει να μου δώσει περισσότερη πίστωση για τα επιτεύγματά μου ως γλωσσολόγος από ό, τι τους αξίζει.

Καθώς δεν είμαι πρόθυμος να κριθώ ένοχος για εξαπάτηση, θα δηλώσω, το συντομότερο δυνατό, το δικό μου μερίδιο στο έργο, με τα κίνητρα που την οδήγησαν. Κατά την άφιξή μου στη Βενετία το έτος 1816, βρήκα το μυαλό μου σε μια κατάσταση που απαιτούσε την ανάληψη μίας μελέτης μιας μορφής που θα έπρεπε να αφήνει ελάχιστα περιθώρια στη φαντασία και να προσφέρει κάποια δυσκολία στην αναζήτηση.

Σε αυτήν την περίοδο, με εντυπωσίασε πολύ – όπως και κάθε άλλο ταξιδιώτη πιστεύω – η κοινωνία της Μονής του Αγίου Λαζάρου, η οποία φαίνεται να ενώνει όλα τα πλεονεκτήματα του μοναστικού θεσμού, χωρίς κανένα μειονέκτημα.

Η τάξη, η άνεση, η ευγένεια, η ανεπηρέαστη αφοσίωση, τα επιτεύγματα και οι αρετές των αδελφών της Μονής, είναι ικανά για να εντυπωσιάσουν τον άνθρωπο του κόσμου με την πεποίθηση ότι ‘υπάρχει κάτι άλλο και καλύτερο, ακόμη και σε αυτή τη ζωή. (…)»

Η Piazza San Marco φαίνεται από το San Lazzaro. Μπορεί κανείς να δει το καμπαναριό του San Giorgio Maggiore στα δεξιά του καμπαναριού του San Marco.

 

ΠΗΓΕΣΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Massimo Vangelista, article in Byronico.com

 

 

Η Εταιρεία για τον Ελληνισμό και Φιλελληνισμό (ΕΕΦ) οργανώνει σε συνεργασία με οργανώσεις και σωματεία αναβιωτών του 19ου αιώνα, στην Ελλάδα και διεθνώς, ένα άγημα 25 Φιλελλήνων, που θα συμμετέχει μαζί με αγήματα αναβιωτών του Ιερού Λόχου του Αλεξάνδρου Υψηλάντη και Ελλήνων αγωνιστών του 1821, σε διάφορες εκδηλώσεις και παρελάσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Όσοι νέοι από 20 έως 35 ετών, ενδιαφέρονται να καλύψουν ως εθελοντές μία από τις 25 θέσεις, μπορούν να υποβάλουν αίτηση στην ΕΕΦ με email (info@eefshp.org).

 

 

Πριν ορισθεί η ημερομηνία έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας (3.10.2005), είχαν γίνει πολλές συζητήσεις κατά πόσον η Τουρκία πρέπει ή μπορεί να έχει θέση στην ΕΕ.

Κύριος εκφραστής της άποψης ότι η Τουρκία δεν μπορεί να έχει θέση στην ΕΕ ήταν ο πρ. Πρόεδρος της Γαλλίας  Valery Giscard d’Estaing. Την άποψη του D’Estaing αντέκρουσε με άρθρο του στην έγκυρη γαλλική εφημερίδα Le Monde ο Κώστας Σημίτης. Ήταν την εποχή της τελευταίας πρωθυπουργικής θητείας του Κώστα Σημίτη κατά την οποία εγκαινιάστηκε η κραυγαλέα ελληνική υποστήριξη της «ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας». Η πολιτική αυτή συνεχίστηκε με τις επόμενες κυβερνήσεις για να καταλήξει στην έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με τη συναίνεση της Ελλάδας χωρίς κανένα ουσιαστικό αντάλλαγμα. Έτσι, παραμένει ακόμα το περιβόητο casus belli, δηλαδή η τουρκική απειλή πολέμου στην περίπτωση επέκτασης του θαλασσίου χώρου μας από τα έξι στα δώδεκα μίλια. Ένα δικαίωμα που απορρέει από το δίκιο της θάλασσας και του οποίου δεν τολμήσαμε ακόμα να κάνουμε χρήση.

Ιδού τα καίρια σημεία του άρθρου Σημίτη στην εφημερίδα Le Monde : «Η Τουρκία είναι μία μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη από τον 16ο αιώνα και η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπαιξε ένα ρόλο στη δημιουργία της Ευρώπης που υπάρχει σήμερα (…). Ο Φραγκίσκος Α’ συνήψε συμμαχία με τον Σουλεϊμάν, υπήρχε αυτός ο γαλλοοθωμανικός άξονας εναντίον των Αψβούργων. Ο κ. Giscard d’Estaing ξέχασε επομένως ότι είναι η Γαλλία που εισήγαγε την Τουρκία στην Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία μπορεί να είναι μέλος της ΕΕ». (Το Βήμα 19.1.2003 μετφρ. Θ. Πάγκαλος).

Το ερώτημα που γεννάται είναι με τι τρόπο έπαιξε ρόλο η Οθωμανική Αυτοκρατορία «στη δημιουργία της Ευρώπης που υπάρχει σήμερα», όπως δηλώνει ο Κώστας Σημίτης. Απλούστατα με τον δοκιμασμένο τρόπο της εισβολής, των σφαγών και της υποδούλωσης των λαών.

Ήταν πράγματι παρούσα η Οθωμανική Αυτοκρατορία  στην κεντρική Ευρώπη τον 16ο αιώνα. Είχε εισβάλει με τον Σουλεϊμάν στην Ουγγαρία το 1526, αφού εξολόθρευσε το σύνολο του ουγγρικού πεζικού και ιππικού στη μάχη του ΜΑΧΑΤΣ. Παρέμεινε ως στυγνός κατακτητής στην Ουγγαρία επί 174 χρόνια με αποτέλεσμα η χώρα αυτή να χάσει το 50% του πληθυσμού της. « Εκατομμύρια άνθρωποι αφανίστηκαν από τους λιμούς ή πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Βόρειας Αφρικής», αναφέρει ο διάσημος Ούγγρος Συγγραφέας Στίβεν Βιζίνσευ. Τα γνωρίζει αυτά ο σημερινός Πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτωρ Όρμπρον ο οποίος είναι όλο γλύκες με τον Ερντογάν ; Έχει αντιληφθεί τα νεοοθωμανικά όνειρα του Ερντογάν ;  Γνωρίζει ότι τον φίλο του δεν τον αφήνουν να ησυχάσει τα τρόπαια του Σουλεϊμάν ; Τους Όρμπρον και Ερντογάν συνδέει το γεγονός ότι αμφότεροι έχουν παρόμοιες αυταρχικές τάσεις. «Όμοιος ομοίω αεί πελάζει» έλεγαν οι αρχαίοι μας. Ο όμοιος έρχεται πάντα κοντά στον όμοιό του.

Τρία χρόνια αργότερα (1529) μετά την κατάκτηση της Ουγγαρίας (1525), οι Τούρκοι πολιορκούσαν ανεπιτυχώς τη Βιέννη. Συνεπώς, δεν είναι «η Γαλλία που εισήγαγε την Τουρκία στην Ευρώπη» μέσω Φραγκίσκου Α’ , όπως αναφέρει ο Κώστας Σημίτης. Η Τουρκία ήταν ήδη παρούσα στην Κεντρική Ευρώπη όταν ο Φραγκίσκος Α’ συνήψε πράγματι συμμαχία με τον Σουλεϊμάν. Ευρισκόμενος σε πολυετή πόλεμο με τους Αψβούργους, σε κάποια φάση βρέθηκε τόσο στριμωγμένος που θα συμμαχούσε και με το διάβολο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισέβαλε στην Ευρώπη συνεχίζοντας τη γνωστή κατακτητική της τακτική. Αυτό βέβαια δεν της προσδίδει ευρωπαϊκή ταυτότητα κατά τη λογική Σημίτη. Κατά την ίδια λογική, θα πρέπει να διεκδικήσει ευρωπαϊκότητα και το Τουρκεστάν, από τις στέπες του οποίου ξεκίνησαν οι Ούννοι του Αττίλα τον 4ο αιώνα και κατέκλυσαν την Ευρώπη !

Ο Κώστας Σημίτης, για να στηρίξει την ευρωπαϊκότητα της Τουρκίας δεν δίστασε να συγκρουστεί με έναν δοκιμασμένο φίλο. Είναι πασίγνωστο πόσο στήριξε τη χώρα μας πριν και καθόλη τη διάρκεια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων ο Giscard d’Estaing. Ήταν τότε που ο Κώστας Σημίτης είχε ταχθεί εναντίον της ένταξης, ακολουθώντας τη γνωστή αντιενταξιακή πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Αυτό δείχνει το άρθρο του στο έγκυρο περιοδικό «Πολιτικά θέματα» με τίτλο «Γιατί είμαστε εναντίον» (αριθμός τεύχους 335 – 336, 2.9.1980).

Το ανωτέρω άρθρο του Κώστα Σημίτη στην εφημερίδα Le Monde καταλήγει : «Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία μπορεί να είναι μέλος της ΕΕ». Όμως, οι πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκία με τις διώξεις κατά παντός αντιφρονούντος και με τις νεοοθωμανικές διακηρύξεις της τουρκικής ηγεσίας δείχνουν ότι υπάρχει γεωπολιτική ασυμβατότητα της Τουρκίας προς την Ευρώπη.

 

Άγγελος Ζαχαρόπουλος

Επίτιμος Διευθυντής Ευρωπαϊκής Επιτροπής

πρ. Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Γεωργίας, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ ( ο τελευταίος επιζών).

 

Στρατηγός Thomas Gordon. Λιθογραφία του Γερμανού στρατιωτικού και Φιλέλληνα Krazeisen (συλλογή ΕΕΦ).

 

Ο Thomas Gordon (1788 – 1841), ήταν Βρετανός στρατιωτικός, σημαίνων Φιλέλληνας και εκ των πρώτων διοικητών του Ελληνικού Στρατού.

Γεννήθηκε στο Cairness House της πόλης Lonmay, στην κομητεία Aberdeenshire της Σκωτίας. Ήταν γιος του γαιοκτήμονα Charles Gordon, άρχοντα του Buthlaw  και του  Cairness και της Christian Forbes, λαίδης του  Ballogie[1]. Σπούδασε στο κολλέγιο Eton και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης[2].

Με την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης το 1808, κατατάχθηκε στο Σύνταγμα Ιππικού Royal Scots Greys, από το οποίο παραιτήθηκε το Μάιο του 1810 με το βαθμό του ιλάρχου[3].

Στις 26 Αυγούστου 1810, φιλοξενήθηκε από τον Αλή Πασά στα Ιωάννινα, ενώ μεταξύ του 1810 και του 1812, ταξίδευσε στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τη Μικρά Ασία, την Περσία, το Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία και τη Λιβύη[4].

Το 1813 υπηρέτησε αρχικά ως λοχαγός στο Ρωσικό Γενικό Επιτελείο και στη συνέχεια τοποθετήθηκε στην Ρωσική Στρατιά, η οποία στάθμευε στο Μεκλεμβούργο. Την Στρατιά αυτή την διοικούσε (μετά από συμφωνία της Ρωσικής και της Αυστριακής κυβέρνησης), ο Αυστριακός στρατηγός, κόμης Ludwig Georg Thedel von Wallmoden-Gimborn (1769-1862)[5].

Στις αρχές του 1814, ο Gordon επέστρεψε στην πατρίδα του, ενώ το 1815 ταξίδευσε ξανά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί γνώρισε την Ελληνίδα Βαρβάρα Κανά, την οποία κατόπιν νυμφεύθηκε. Έτσι η σύζυγός του απέκτησε τον τίτλο της βαρόνης [6].

Ο γάμος αυτός, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα ταξίδια τον έφεραν κοντά στην Ελλάδα. Μάλιστα ο Gordon είχε γνωρίσει τους αδελφούς Αλέξανδρο και Δημήτριο Υψηλάντη στο Βουκουρέστι. Έτσι ο Gordon  ανέπτυξε προοδευτικά ένα έντονο ενδιαφέρον για την Ελλάδα και έναν Φιλελληνισμό[7].

Στις αρχές του 1821, σε ένδειξη τιμής για την πολυσχιδή δράση του, ο Thomas Gordon τιμήθηκε με τον τίτλου του Εταίρου της Βασιλικής Εταιρείας της Μεγάλης Βρετανίας. Την περίοδο αυτή, διέμενε με την οικογένειά του στο Παρίσι, όπου πληροφορήθηκε την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Τότε, αποδεικνύοντας τον γνήσιο Φιλελληνισμό του, ο Gordon ανέλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες,  πριν οργανωθεί συντονισμένη δράση των Φιλελλήνων στη Μεγάλη Βρετανία. Συνδέθηκε με Φιλέλληνες Γάλλους αξιωματικούς με τους οποίους αποφάσισε να μεταβεί στην Ελλάδα. Για τον σκοπό αυτό αγόρασε όπλα και πολεμοφόδια, και ναύλωσε με δικά του έξοδα πλοίο στη Μασσαλία, με το οποίο ο εξοπλισμός και οι Φιλέλληνες έφθασαν στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 1821[8].

Εφημερίδα SCHWAEBISCHER MERKUR, Nr. 290, 5. Δεκεμβρίου 1821. Η εφημερίδα αναφέρει ότι ο Gordon έφθασε στο Μοριά με Άγγλους και Γάλλους αξιωματικούς και φορτίο όπλων και πυρομαχικών. Ακολουθείται από 1500 Έλληνες εκπαιδευμένους κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα (συλλογή ΕΕΦ).

Με την άφιξή του στην Ελλάδα, ο Gordon τοποθετήθηκε στο επιτελείο του Δημητρίου Υψηλάντη ως επιτελάρχης. Από την θέση αυτή έλαβε μέρος σε πολλές πολεμικές επιχειρήσεις, οι οποίες είχαν ως σκοπό την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς. Όταν η υπόθεση είχε πλέον κριθεί, ο Gordon, οι περισσότεροι Φιλέλληνες, και ο ίδιος ο Υψηλάντης, ανέλαβαν άλλες αποστολές και δεν παρέστησαν στην είσοδο των Ελλήνων στην Τριπολιτσά, την 23η Σεπτεμβρίου 1821[9].

Ο Gordon είχε δυσαρεστηθεί από τις βιαιότητες που ακολούθησαν την κατάληψη της Τριπολιτσάς. Για τον λόγο αυτό κυρίως, επέστρεψε με την άδεια του Υψηλάντη, το Νοέμβριο του 1821 μέσω Ζακύνθου στη χώρα του[10].

Τον Νοέμβριο του 1822 η Προσωρινή Ελληνική Κυβέρνηση της Ερμιόνης του απέστειλε επιστολή ζητώντας του να επιστρέψει[11]. Ο Gordon αρνήθηκε, διότι δεν ήταν ακόμη έτοιμος. Όμως όταν συστήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1823 η Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου, ο Gordon ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της. Από την θέση αυτή συνέβαλε στην αποστολή πολεμικού υλικού στην Ελλάδα[12]. Μάλιστα την ίδια εποχή, ο Gordon κατάληξε μετά από ώριμη αξιολόγηση της κατάστασης και των προοπτικών του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, στην ιδέα ότι ο Φιλελληνισμός πρέπει να αποτελεί μία ενιαία, αποφασιστική και συνεχή στρατηγική σε όλα τα επίπεδα και όχι να είναι ευκαιριακά και αποσπασματικά, υπόθεση ορισμένων μόνο ανθρώπων[13].

Επίσης, ήταν σημαντικός ο ρόλος που διαδραμάτισε ο Gordon για την αποστολή του Λόρδου Βύρωνος και του αντισυνταγματάρχη Leicester FitzGerald Charles Stanhope, 5ου κόμη του Harrington, στην Ελλάδα[14]. Υπενθυμίζεται ότι οι δύο αυτοί Φιλέλληνες είχαν διορισθεί (μαζί με τον Λάζαρο Κουντουριώτη), μέλη της Επιτροπής Διαχείρισης του πρώτου δανείου που θα ελάμβαναν την περίοδο αυτή οι επαναστατημένοι Έλληνες[15].

Με τη σύναψη του πρώτου δανείου η ελληνική αντιπροσωπεία ζήτησε και πάλι από τον Gordon να επιστρέψει[16] στην Ελλάδα. Ο Gordon αρνήθηκε και αυτήν την φορά, κυρίως επειδή τον έθλιβε ο εμφύλιος που είχε ξεσπάσει στην Ελλάδα. Το 1826 οι Έλληνες αντιπρόσωποι στο Λονδίνο τον έπεισαν να μεταβεί στην Ελλάδα, με στόχο την προώθηση της ενότητας των Ελλήνων και την επιβολή πειθαρχίας στις στρατιωτικές δυνάμεις. Έφθασε στο Ναύπλιο στις 11 Μαΐου του 1826, όπου έτυχε ευμενούς υποδοχής. Στην Ελλάδα ο Gordon σκόπευε να βοηθήσει τον σημαίνοντα Γάλλο Φιλέλληνα Charles Fabvier στην αναδιοργάνωση του Τακτικού Στρατού. Παράλληλα, ήθελε να προετοιμάσει την κατάσταση για την άφιξη στην Ελλάδα του εμβληματικού ναυάρχου Thomas Cochrane, 10ου κόμη του Dundonald, ο οποίος τοποθετήθηκε αρχηγός του Ελληνικού Στόλου[17].

Ένα άλλο σκέλος της αποστολής του Gordon ήταν να συνοδεύσει την προτελευταία δόση του δευτέρου βρετανικού δανείου προς την Ελλάδα, η οποία ανερχόταν σε 14.000 λίρες. Μάλιστα, διατήρησε τον απόλυτο έλεγχο διαχείρισής του ποσού αυτού, και συνετέλεσε στην ορθολογική διανομή του, Μάλιστα φρόντισε τα χρήματα αυτά να φθάσουν σε ανθρώπους οι οποίοι ήταν πρόσφυγες από διάφορα μέρη της Ελλάδος, όπως οι Σουλιώτες[18].

Το Ιανουάριο του 1827, μετά από πρόταση του Μακρυγιάννη και απόφαση του προέδρου της Διοικητικής Επιτροπής Ανδρέα Ζαΐμη, ανέλαβε τη διοίκηση του εκστρατευτικού σώματος, το οποίο, είχε ως αντικειμενικό στόχο να συνεργασθεί με τις δυνάμεις που διοικούσαν οι Καραϊσκάκης και Church στην Αττική, προκειμένου να επιτευχθεί η λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης[19].

Εφημερίδα ALLGEMEINE ZEITUNG, μαζί με Beilage Nr. 50, 19 Φεβρουαρίου 1827. Περιέχει ολόκληρη επιστολή του Gordon από τη Ζάκυνθο, στην οποία αναφέρει τι έχει πράξει από την άφιξή του, το Μάιο 1826, τις ανάγκες που υπάρχουν, τις δυσκολίες, την αποστολή Κολοκοτρώνη στη Γαστούνη, το Φαβιέρο που στηρίζεται από τους Γάλλους φιλέλληνες, το ελληνικό ναυτικό. Αναφέρεται στην άφιξη του Cochrane στην Ελλάδα και στα φιλελληνικά κομιτάτα. Παρουσιάζει απολογισμό της κεντρικής επιτροπής της φιλανθρωπικής εταιρείας του Παρισιού προς όλες τις ελληνικές λέσχες για τη συνολική βοήθεια που παρείχε για το ελληνικό θέμα το 1825 και 1826 (συλλογή ΕΕΦ).

Στις  3 και 4 Μαρτίου 1827, ο Gordon διακρίθηκε στην μάχη της Καστέλας στον Πειραιά και συνέβαλε στη δημιουργία του στρατοπέδου της Καστέλας[20]. Επίσης, στις 13 Απριλίου 1827, είχε σημαντική συμβολή στην απελευθέρωση της Ιεράς Μονής του Αγίου Σπυρίδωνος στον Πειραιά, με αποτέλεσμα την διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των Ελληνικών στρατοπέδων στην Καστέλα και το Κερατσίνι[21].

Αυτή η εξέλιξη οδήγησε τον Church να τοποθετήσει τον Gordon αρχηγό του επιτελείου του[22]. Μετά τη μάχη του Αναλάτου την 24η Απριλίου 1827, ο Gordon περιορίσθηκε στο έργο της επιμελητείας μέχρι τον Ιούλιο του 1827, οπότε εντέλει επέστρεψε στη Μεγάλη Βρετανία.

Εν τω μεταξύ, ο Gordon είχε αναπτύξει ένα έντονο ενδιαφέρον για την κλασσική ιστορία και την αρχαιολογία. Έτσι τον Ιανουάριο του 1828 ονομάσθηκε μέλος της Εταιρείας Αρχαιοδιφών της Σκωτίας[23].

Ο Gordon επανήλθε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1828, και ως τον Φεβρουάριο του 1831 διηύθυνε τις ανασκαφές στον ναό της Ήρας στο Άργος[24]. Την περίοδο αυτή έκτισε την οικία του στην νυν οδό Γόρδωνος 14. Το κτίσμα αυτό αναπαλαιώθηκε το 1982 και βρίσκεται πλέον στην κυριότητα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών[25].

Ο Gordon επέστρεψε ξανά στην πατρίδα του τον Φεβρουάριο του 1831, με σκοπό να αφοσιωθεί στη συγγραφή του έργου του ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, το οποίο ολοκλήρωσε τον Ιανουάριο του 1833[26].

Ιστορία της ελληνικής επανάστασης και των πολέμων και εκστρατειών που προέκυψαν από τους αγώνες των Ελλήνων πατριωτών για τη χειραφέτηση της χώρας τους από τον τουρκικό ζυγό. Τόμος I & II. Δεύτερη έκδοση. Gordon, Thomas, F.R.S. Εκδόθηκε από τους William Blackwood και T. Cadell, Εδιμβούργο και Λονδίνο, 1834 (συλλογή ΕΕΦ).

Η «Ιστορία» του στρατηγού Gordon χαρακτηρίζεται ως ένα από τα εγκυρότερα και σοβαρότερα έργα για την ελληνική επανάσταση. Διαθέτει σημαντικό σε έκταση υλικό και παρέχει ολοκληρωμένη, μετριοπαθή και αντικειμενική εικόνα, λόγω και της συμμετοχής του ιδίου στα γεγονότα. Το βιβλίο του έτυχε εξαρχής γενικής αποδοχής και επηρέασε καταλυτικά ιστορικούς όπως είναι οι Σπυρίδων Τρικούπης και Τζορτζ Φίνλεϊ.

Ο Gordon επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1833, μετά την άφιξη του βασιλέα Όθωνα. Την περίοδο αυτή τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος για τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια του Αγώνα[27] των Ελλήνων.

Ο αντιστράτηγος Τόμας Γκόρντον

Το 1834 τοποθετήθηκε πρόεδρος του Στρατοδικείου του Ελληνικού Στρατού.  Την ίδια περίοδο, η Βασιλική Ασιατική Εταιρεία της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας, τον ανακηρύσσει επίτιμο μέλος της[28]. Το 1837 ο Gordon προήχθη σε υποστράτηγο του Ελληνικού Στρατού, και ανακηρύχθηκε μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Φυσικής Ιστορίας[29].

Ο Thomas Gordon, εξαιτίας της κακής του υγείας, αποστρατεύθηκε από τον Ελληνικό Στρατό τον Ιανουάριο του 1839. Μετά την αποστρατεία του, πήγε στην Αγία Πετρούπολη, όπου τιμήθηκε από το Ρώσο αυτοκράτορα με τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ[30]. Από την Αγία Πετρούπολη επέστρεψε στην Μεγάλη Βρετανία. Τον Ιανουάριο του 1840 ταξίδευσε για λίγο στην Ελλάδα, όπου χρίσθηκε μέλος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, καθώς και της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας[31].

Ο στρατηγός Thomas Gordon, απεβίωσε στο Cairness House της πόλης Lonmay, στην κομητεία Aberdeenshire της Σκωτίας από νεφρική ανεπάρκεια, στις 20 Απριλίου 1841. Με τη διαθήκη του, άφησε το αρχείο του και την οικία του στον γιο του Charles Wilkinson Gordon, αξιωματικό του Βρετανικού Στρατού. Η εγγονή του τελευταίου, Marjorie Gordon, το 1938 πούλησε το Cairness House και δώρισε το αρχείο της οικογενείας Gordon στο Πανεπιστήμιο του Aberdeen[32].

Η ΕΕΦ και η Ελλάδα τιμούν τη μνήμη του στρατηγού Thomas Gordon, σημαίνοντος ευγενούς Βρετανού Φιλέλληνα, ο οποίος αγωνίσθηκε για τα Ελληνικά δίκαια. Ο σημαντικός αυτός άνδρας τιμήθηκε με υψηλές θέσεις ευθύνης στο νέο Ελληνικό κράτος, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα την αναγνώριση, την εκτίμηση και το σεβασμό της Ελληνικής κοινωνίας, καθώς και της ακαδημαϊκής κοινότητας, τόσο της Ελλάδας, όσο και της Μεγάλης Βρετανίας.

 

Παραπομπές

[1] Δωροβίνης, Βασίλης, ‘’Το σπίτι του στρατηγού Thomas Gordon στο Άργος, Ι’’, εκδ. περ. ‘’Αρχαιολογία’’, Αθήνα, 1993,  τεύχος 47, σελ. 80.
[2] Δρούλια, Έλλη, ‘’Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1990, γ’ τόμος, σελ. 134-135.
[3] Βλ. στο ίδιο.
[4] ‘’Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw‘’, φάκελος υπ’αριθμ. 1160, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
[5] Pallua-Gall, Julian, ‘’Allgemeine Deutsche Biographie‘’, εκδ. Duncker & Humblot, Λειψία, 1896, 40ος τόμος, σελ. 761-762.
[6] Goodwin, Gordon, ‘’Gordon, Thomas (1788-1841)’’, εκδ. Dictionary of National Biography, Λονδίνο, 1900, 22ος τόμος.
[7] Βλ. στο ίδιο.
[8] St Clair, William, ‘’That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 138.
[9] Persat, Maurice, ‘’Memoires du Commandant Persat. 1806 à 1844‘’, εκδ. Librairie Plon, Παρίσι, 1910, σελ. 87-88.
[10] Gordon, Thomas, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. ΜΙΕΤ , Αθήνα, 2015, α’ τόμος.
[11] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1857, α’ τόμος, σελ. 132.
[12]  Dakin, Douglas, ‘’O αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833’’, μτφρ. Ρένας Σταυρίδου-Πατρικίου, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1989, σελ. 141.
[13] St Clair, William, ‘’That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 138.
[14] Lovell, Ernest J., ‘’His Very Self and Voice, Collected Conversations of Lord Byron’’, εκδ. MacMillan, Νέα Υόρκη, 1954, σελ. 369.
[15] ‘’Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου’’, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
[16] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 161.
[17] Βλ. στο ίδιο, σελ. 421.
[18] Gordon, Thomas, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. MΙΕΤ, Αθήνα, 2015.
[19] Τρικούπης, Σπυρίδων, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος, σελ. 118.
[20] Κασομούλης, Νικόλαος, ‘’ Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 -1833’’, εκδ. Α. Ι. Βάρσου, Αθήνα, 1941, β’ τόμος, σελ. 484.
[21] Βλ. στο ίδιο.
[22] Church, E.M., “Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece”, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
[23] Kasdagli, Α. Ε., “The papers of Thomas Gordon of Cairness (1788-1841)”, εκδ. περ. ‘’Northern Scotland’’, Εδιμβούργο, 1994, τεύχος 14, σελ. 109 -114.
[24] Κουμαδωράκης , Οδυσσέας, ‘’Άργος το πολυδίψιον‘’,  εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
[25] ‘’Εφημερίς της Κυβερνήσεως’’, Αθήνα, ΦΕΚ Δεκεμβρίου 1982.
[26] Δρούλια, Έλλη, ‘’Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1990, γ’ τόμος, σελ. 134-135.
[27] “Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw”, φάκελος υπ’ αριθμ.2757, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
[28] “Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw”, φάκελος υπ’ αριθμ. 3193, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
[29] “Υπηρεσιακή αλληλογραφία υποστρατήγου Thomas Gordon”, φάκελος 107, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα.
[30] Kasdagli, Α. Ε., “Exploring the papers of the Scottish philhellene Thomas Gordon (1788-1841)”, εκδ. Kambos: Cambridge Papers in Modern Greek, Λονδίνο, 1995, σελ. 65.
[31] Βλ. στο ίδιο.
[32] “Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw”, φάκελος υπ’ αριθμ. 3193, Πανεπιστήμιο Aberdeen.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Δωροβίνης, Βασίλης, ‘’Το σπίτι του στρατηγού Thomas Gordon στο Άργος, Ι’’, εκδ. περ. ‘’Αρχαιολογία’’, Αθήνα, 1993, τεύχος 47.
  • Δρούλια, Έλλη, ‘’Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1990, γ’ τόμος.
  • ‘’Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw‘’, φάκελος υπ’ αριθμ. 1160, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
  • Pallua-Gall, Julian, ‘’Allgemeine Deutsche Biographie ‘’, εκδ. Duncker & Humblot, Λειψία, 1896, 40ος τόμος.
  • Goodwin, Gordon, ‘’Gordon, Thomas (1788-1841)’’, εκδ. Dictionary of National Biography, Λονδίνο, 1900, 22ος τόμος.
  • St Clair, William, ‘’That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • Persat, Maurice, ‘’Memoires du Commandant Persat. 1806 à 1844 ‘’, εκδ. Librairie Plon, Παρίσι, 1910.
  • Gordon, Thomas, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2015, α’ τόμος.
  • ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1857, α’ τόμος.
  • Dakin, Douglas, ‘’O αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833’’, μτφρ. Ρένας Σταυρίδου-Πατρικίου, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1989.
  • Lovell, Ernest J., ‘’His Very Self and Voice, Collected Conversations of Lord Byron’’, εκδ. MacMillan, Νέα Υόρκη, 1954.
  • ‘’Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου’’, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
  • ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος.
  • Τρικούπης, Σπυρίδων, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος.
  • Κασομούλης, Νικόλαος, ‘’Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 -1833’’, εκδ. Α. Ι. Βάρσου, Αθήνα, 1941, β’ τόμος.
  • Church, E.M., “Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece”, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
  • Kasdagli, Α. Ε., ‘’The papers of Thomas Gordon of Cairness (1788-1841)’’, εκδ. περ. ‘’Northern Scotland’’, Εδιμβούργο, 1994,  τεύχος 14.
  • Κουμαδωράκης , Οδυσσέας, ‘’Άργος το πολυδίψιον ‘’, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • ‘’Εφημερίς της Κυβερνήσεως’’, Αθήνα, ΦΕΚ Δεκεμβρίου 1982.
  • ‘’Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw‘’, φάκελος υπ’ αριθμ. 2757, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
  • ‘’Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw‘’, φάκελος υπ’ αριθμ. 3193, Πανεπιστήμιο
  • ‘’Υπηρεσιακή αλληλογραφία υποστρατήγου Thomas Gordon’’, φάκελος 107, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα.
  • Kasdagli, Α. Ε., ‘’Exploring the papers of the Scottish philhellene Thomas Gordon (1788-1841)’’, εκδ. Kambos: Cambridge Papers in Modern Greek, Λονδίνο, 1995.