Η ΕΕΦ και το Μουσείο Φιλελληνισμού τιμούν την μεγάλη Αμερικανίδα Φιλελληνίδα Julia Ward Howe, Julia Ward (1819-1910). Διάσημη ειρηνίστρια, φεμινίστρια, ακτιβίστρια για την κατάργηση της δουλείας και τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ποιήτρια. Έγραψε το ποίημα Battle Hymn of the Republic. Σύζυγος του Αμερικανού Φιλέλληνα Samuel Gridley Howe. Στήριξε τον αγώνα των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της επανάστασης στην Κρήτη (1866-1869) με τη σύσταση του “Greek Relief Committee” στη Βοστώνη, συγκεντρώνοντας χρήματα, τρόφιμα και ρούχα. Αφιέρωσε ακόμη και ένα ποίημα στην Ελλάδα. Για να στηρίξει τους επαναστατημένους Κρήτες, οργάνωσε μία μεγάλη εκδήλωση στη Βοστώνη με τη συμμετοχή εξεχόντων μουσικών. Μόνο από την εκδήλωση αυτή, οι εισπράξεις έφθασαν τα 2.000 τάλιρα, και στάλθηκαν στην Ελλάδα. Αργότερα η Julia Ward ήρθε με την οικογένεια της στην Ελλάδα και βοήθησε με χρήματα και ρούχα τους Κρητικούς πρόσφυγες. (Π99).

του Γεωργίου Αργυράκου

 

Ο ευρωπαϊκός φιλελληνισμός, σαν ιστορικό φαινόμενο, είναι κάτι «παραδοσιακό», αφού εμφανίζεται τουλάχιστον από τη ρωμαϊκή εποχή και συνεχίζεται με διάφορες μορφές στο Βυζάντιο, στη Μεσαιωνική Ευρώπη, στον Ορθόδοξο σλαβικό κόσμο, και πάλι στον ευρωπαϊκό Ουμανισμό και Διαφωτισμό κ.ο.κ. Αυτή η συσσώρευση αιώνων φιλελληνικού κεφαλαίου ενεργοποίησε μια ποικιλία κινήτρων για φιλελληνική δράση κατά την Επανάσταση. Ένα από αυτά τα κίνητρα, που πηγάζει από τα θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ήταν το ενδιαφέρον για τον άνθρωπο που αγωνίζεται για τη ελευθερία του. Υπήρξαν χιλιάδες ανώνυμοι και επώνυμοι Φιλέλληνες που είδαν την Επανάσταση μέσα από αυτή την οπτική, με έναν εκ των οποίων θα ασχοληθούμε στο παρόν άρθρο.

Ο Ελβετός ιατρός Louis-André Gosse (Λουί Αντρέ Gosse, 1791 – 1873) ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ανιδιοτελούς Φιλέλληνα που προσέφερε πολλά στην Ελλάδα καθαρά για λόγους ιδεολογικούς. Θυσίασε την προσωπική του άνεση και παρ’ ολίγο τη ζωή του απλά για να βοηθήσει ανθρώπους που αγωνίζονταν και υπέφεραν για την ελευθερία τους και τα δικαιώματά τους. Δεν πολέμησε με το σπαθί και το τουφέκι, αλλά με ένα κιβώτιο χειρουργικά εργαλεία (από τα ελάχιστα που υπήρχαν τότε στην Ελλάδα), και με τις γνώσεις του και τις οργανωτικές του αρετές.

Ο Gosse [1] ήταν γνωστός ιατρός της Γενεύης με φιλελεύθερες πεποιθήσεις. Ήταν γιος του φαρμακοποιού Henri Albert Gosse, ενός από τους ιδρυτές της Ελβετικής Εταιρείας Φυσικών Επιστημών. Σπούδασε ιατρική στο Παρίσι, απ’ όπου αποφοίτησε το 1816. Από τότε έκανε μια περιοδεία στην Ευρώπη (Ιταλία, Αυστρία, Ολλανδία, Αγγλία και Ιρλανδία) και το 1820 επέστρεψε στη Γενεύη, όπου ασκούσε την ιατρική. Υπήρξε πολιτικά ενεργός με το φιλελεύθερο κόμμα, μέσω του οποίου πρότεινε την κατάργηση της δημόσιας διαπόμπευσης των εγκληματιών και την άρση διαφόρων αντισημιτικών μέτρων. Υπήρξε συνιδρυτής και αρθρογράφος της εφημερίδας «Journal de Genève» που κυκλοφόρησε από τον Ιανουάριο του 1826.

Εκεί δημοσιεύονταν συχνά και ειδήσεις από την Ελληνική Επανάσταση, και επιστολές του ιδίου από την Ελλάδα. Για τους φιλελεύθερους κύκλους της Ευρώπης η Ελλάδα ήταν το τελευταίο προπύργιο στη μάχη υπέρ των πολιτικών ελευθεριών μετά την καταστολή των επαναστάσεων στη Νάπολη, το Πιεμόντε και την Ισπανία, από την Ιερά Συμμαχία. Ταυτόχρονα εκεί δινόταν η μάχη ανάμεσα σε δύο κόσμους: Ένα χριστιανικό ευρωπαϊκό έθνος εναντίον μιας μουσουλμανικής αυτοκρατορίας.

Από το 1825 που αποβιβάστηκαν Αιγυπτιακά στρατεύματα στην Πελοπόννησο η κατάσταση των επαναστατών χειροτέρευσε, με τη βοήθεια και των μεταξύ τους διχονοιών. Η απόπειρα γενοκτονίας που διέπρατταν οι Αιγύπτιοι σε συνεργασία με τους Τούρκους, και η κατάληψη του Μεσολογγίου (22 Απριλίου 1826) αναθέρμαναν το φιλελληνικό ενδιαφέρον στην Ευρώπη το οποίο βρισκόταν σε περίοδο ύφεσης. Προηγουμένως, είχαν γίνει και οι πρώτες κινήσεις για την διπλωματική αναγνώριση της προσωρινής ελληνικής κυβέρνησης, ενώ είχαν αρχίσει συνεννοήσεις μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων για στρατιωτική επέμβαση στην Ελλάδα. Πρώτες η Μεγάλη Βρετανία και η Ρωσία καταλήγουν στις 4 Απριλίου του 1826, στο αγγλορωσικό Πρωτόκολλο της Πετρούπολης το οποίο προέβλεπε ακόμη και στρατιωτική επέμβαση. Το σύμφωνο αυτό επιτάχυνε τις εξελίξεις. Ακολούθησε η Συνθήκη του Λονδίνου στις 6 Ιουλίου 1827, με την οποία ανατέθηκε σε κοινή ναυτική δύναμη της Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας η ειρηνευτική αποστολή στην Πελοπόννησο. Η Συνθήκη επέβαλε παύση των εχθροπραξιών και προέβλεπε την χρήση στρατιωτικής βίας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των δύο μερών. Από τη στιγμή που η Πύλη αρνήθηκε να δεχθεί τη Συνθήκη, η σύγκρουση ήταν πλέον αναπόφευκτη.  Ήταν η παγκοσμίως πρώτη μεγάλη επέμβαση για ανθρωπιστικούς λόγους, δηλαδή ουσιαστικά μια εκδήλωση ευρωπαϊκής ενότητας, στη βάση των ιδίων αξιών στις οποίες στηρίζεται μέχρι και σήμερα το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Ενώ συνέβαιναν αυτά και η Επανάσταση βρισκόταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ο Gosse αποφάσισε να εγκαταλείψει την λαμπρή καριέρα του και την άνετη ζωή στη Γενεύη για να έλθει στην Ελλάδα. Σ’ αυτή την απόφασή του έπαιξε ρόλο και ο μεγάλος Ελβετός  Φιλέλληνας Jean Gabriel Eynard (Εϋνάρδος). Ο τελευταίος ήταν κορυφαίο στέλεχος του φιλελληνισμού όχι μόνο της Ελβετίας αλλά και όλης της Ευρώπης. Σ’ αυτό του το έργο είχε πολύτιμους συνεργάτες τον Καποδίστρια και τον μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο. Ο Eynard συγκέντρωνε σημαντική βοήθεια για την Ελλάδα, και χρειαζόταν κάποια έμπιστα άτομα για να τη διαχειριστούν επί τόπου.

Ο Gosse γράφει ότι ο ζήλος του για να έλθει στην Ελλάδα άναψε μια μέρα του 1826 όταν ο Eynard του έδειξε μια συγκινητική επιστολή της χήρας του Μάρκου Μπότσαρη (Bouvier-Bron, σ. 345). Σύντομα ο Ελβετός τραπεζίτης έκρινε ότι ο Gosse ήταν ικανός για να αναλάβει τη μεταφορά και διαχείριση στην Ελλάδα μιας γενναίας χρηματικής και στρατιωτικής βοήθειας που είχε συγκεντρωθεί υπέρ του ελληνικού στόλου. Άλλα έμπιστα άτομα στα οποία είχε ανατεθεί παρόμοιος ρόλος από φιλελληνικές επιτροπές ήταν ο ιατρός Bailly για την επιτροπή του Παρισιού και ο συνταγματάρχης Heideck για τη Βαυαρία. Ο Gosse θα γινόταν το δεξί χέρι του Λόρδου Cochrane ο οποίος είχε ορισθεί διοικητής του ελληνικού στόλου από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (Μάρτιος – Μάιος 1827). Ο Eynard ανέλαβε όλα τα έξοδα της αποστολής του Gosse.

Πριν από την αναχώρησή του, ο Gosse συναντήθηκε με τον Cochrane ο οποίος ήταν περαστικός από τη Γενεύη, και με τον Καποδίστρια. Από τον τελευταίο έλαβε πληροφορίες για την οικτρή κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Ελλάδα. Αναχώρησε από τη Γαλλία στις 20 Δεκεμβρίου 1827, διέσχισε το πέρασμα των Άλπεων Mont-Cenis υπό το φως του φεγγαριού με έλκηθρο και πέρασε στην Ιταλία.

Στις 31 Δεκεμβρίου αναχώρησε από την Ανκόνα και μετά από ένα δύσκολο ταξίδι έφτασε στη Ζάκυνθο την 16 Ιανουαρίου 1828, εξουθενωμένος από τη θαλασσοταραχή και τις αναθυμιάσεις από τη ζύμωση των αλεύρων που μετέφερε το πλοίο. Στις 2 Φεβρουαρίου αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο το οποίο ήταν η έδρα της επαναστατικής κυβέρνησης και ταυτόχρονα εστία ενδοελληνικών τριβών. Εκεί συναντήθηκε με τον Γάλλο ιατρό φιλέλληνα Bailly (στο βιβλίο του Gosse αναγράφεται και ως Bally, και σε παλαιές ελληνικές πηγές ως Βαλλής).

Κύριος σκοπός του ήταν η διανομή της βοήθειας που μετέφερε, σε χρήμα, όπλα και τρόφιμα. Συνήθως λέγεται ότι οι Αιγύπτιοι υπερίσχυαν των Ελλήνων επαναστατών επειδή ήταν περισσότερο οργανωμένοι ως τακτικός στρατός με Γάλλους εκπαιδευτές.

Από κάποιες πηγές όμως φαίνεται ότι το πρόβλημα των Ελλήνων ήταν πρώτιστα η έλλειψη σε τρόφιμα και πυρομαχικά. Μετά από έξι χρόνια συνεχούς πολέμου η εγχώρια γεωργική παραγωγή είχε εκμηδενισθεί λόγω μείωσης του ανθρώπινου δυναμικού και καταστροφής των καλλιεργειών και των υποδομών.

Ταυτόχρονα εμποδίζονταν οι μεταφορές διά ξηράς. Στις 27 Φεβρουαρίου 1827 ο πρόεδρος της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη Γ. Σισίνης γράφει στον Gosse για την τρομερή έλλειψη τροφίμων που έχουν τα στρατόπεδα στην Αττική, τα οποία κινδυνεύουν να διαλυθούν από την πείνα.

Του ζητά να στείλει στον Καραϊσκάκη στην Ελευσίνα 40 – 50 χιλιάδες οκάδες αλεύρι από αυτό που είχαν δωρίσει οι φιλελληνικές επιτροπές της Ευρώπης. Ο Gosse, που έχει αμέσως πιάσει δουλειά στην επιτροπή διαχείρισης της βοήθειας, ανταποκρίνεται και σε 4 ημέρες στέλνει με καΐκια από την Ύδρα 80 χιλιάδες οκάδες καλαμπόκι. Στις 4 Απριλίου ο Καραϊσκάκης γράφει από το Κερατσίνι προς την κυβέρνηση ότι ήρθε η ώρα να χτυπηθεί ο εχθρός γιατί εκείνη τη στιγμή είναι αδύναμος περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Όμως το στράτευμα χρειάζεται 7 χιλιάδες οκάδες αλεύρι την ημέρα, καθώς προστίθενται και Σουλιώτες και Πελοποννήσιοι που έρχονται για βοήθεια. Επίσης χρειάζονται 50-100 χιλ. δεκάρια φυσέκια (Βακαλόπουλος, σ 114-116. Πρβλ. Αρχ. Εθν. Παλιγγενεσίας, τ. 3, σ. 352, 388).

Λόγω των αναταραχών που επικρατούσαν στην Πελοπόννησο ο Gosse προτίμησε να εγκατασταθεί αρχικά στην Ύδρα και εκεί να εκφορτώσει τη βοήθεια σε αποθήκες. Φαίνεται ότι σ’ αυτό διαφώνησαν πλοίαρχοι όπως ο Μιαούλης, ο οποίος προτιμούσε να αποθηκευθεί η βοήθεια στον Πόρο. Από το Μάρτιο του 1827 φτάνει ο Cochrane στην Ελλάδα και ο Gosse διορίζεται «γενικός επιμελητής» του στόλου. Οι αποθήκες με τη βοήθεια μεταφέρονται τελικά στον Πόρο, όπου ιδρύθηκε και ένας πρόχειρος ναύσταθμος. O Πόρος περιγράφεται από τον Gosse ως όαση ηρεμίας μέσα στην εμπόλεμη Ελλάδα. Η διαχείριση των εφοδίων γίνεται από επιτροπή στην οποία εκτός από τους Gosse και Bailly συμμετέχουν επίσης ο Heideck, o Koering, και ο Μιλανέζος εξόριστος Porro.

Με τα χρήματα της βοήθειας αγοράζονται σιτηρά που έρχονται από Ρωσία και Πολωνία μέσω της Οδησσού. Στέλνονται επίσης χρήματα για την επισκευή της ατμοκίνητης φρεγάτας «Καρτερία» και άλλων πλοίων του ελληνικού στόλου.

Παράλληλα προσφέρει τις ιατρικές υπηρεσίες του και στους μαχόμενους Έλληνες που προσπαθούν να ανακαταλάβουν την Αθήνα και άλλα σημεία της Αττικής. Ήταν ένας από τους ιατρούς που μάταια προσπάθησαν να σώσουν τη ζωή του Καραϊσκάκη μετά τη μάχη του Φαλήρου (22 – 23 Απριλίου 1827). Τότε φρόντισε και άλλους τραυματίες και με τη βοήθεια ενός νεαρού Άγγλου χειρουργού έκανε δύο ακρωτηριασμούς στο στρατόπεδο του ναυάρχου. Γράφει ότι ενώ έκανε αυτούς τους ακρωτηριασμούς (τότε μια φρικτή διαδικασία με ένα πριόνι και χωρίς αναισθητικό), κάποιοι ήρθαν να του ζητήσουν φαγητό. Μη έχοντας γραφική ύλη υπέγραψε κουπόνια τροφίμων χρησιμοποιώντας το αίμα τραυματιών για μελάνι και σπίρτα για γραφίδα. Λίγους μήνες αργότερα προσπάθησε μάταια να σώσει τον 18χρονο Παύλο Βοναπάρτη (Paul Marie Bonaparte), ανιψιό του Ναπολέοντα, που αυτοτραυματίστηκε σοβαρά κατά λάθος με πιστόλι που καθάριζε στη ναυαρχίδα φρεγάτα «Ελλάς» στο Ναύπλιο (Bouvier-Bron, 346).

Μετά την αποτυχία ανακατάληψης της Αθήνας και την ήττα των Ελλήνων στο Φάληρο, τα εφόδια και τα χρήματα εξαντλούνται. Στις 31 Μαΐου 1827 ο Heideck γράφει στον Εϋνάρδο ότι τα χρήματα της επιτροπής έχουν τελειώσει. Έτσι η κυβέρνηση αποφασίζει να επιβάλλει φορολόγηση των νησιών αλλά και να δανεισθεί από πλούσιους εμπόρους προκειμένου να στηρίξει τη λειτουργία του στόλου, ενώ επισήμως δεν υπάρχει ακόμη ανεξάρτητο ελληνικό κράτος. Ο Cochrane διορίζει τον Gosse υπεύθυνο για τη συλλογή φόρων από τα νησιά. Επειδή τα έσοδα από φόρους είναι πενιχρά, ανατίθεται στον ίδιο η σύναψη δανείου από τους εμπόρους της Σύρου.

Και αυτό αποδεικνύεται δύσκολο, καθώς η αποπληρωμή του δανείου είναι τόσο αβέβαιη όσο και το μέλλον της Επανάστασης και οι έμποροι προστατεύονται από τα προξενεία διαφόρων ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Μετά από δαιδαλώδεις συνεννοήσεις με τους διαφόρους παράγοντες των νησιών ο Gosse κατάφερε να συγκεντρώσει ένα ποσό.[2] Μέρος αυτού παρέδωσε στον Cochrane και με το υπόλοιπο οργάνωσε έναν στολίσκο από δύο γολέτες και δύο κανονιοφόρους για να καταπολεμήσει την πειρατεία και τις επιδρομές από μεμονωμένα τουρκικά πλοία αλλά και από ελληνικά. Έτσι ο Gosse, από ιατρός στη χώρα των Άλπεων γίνεται και ναυτικός διοικητής στο Αιγαίο με απόφαση της «επί των Ναυτικών Γραμματείας» τον Ιούνιο του 1827. Φαίνεται ότι είχε αρκετή επιτυχία σ’ αυτό το καθήκον, αφού ο Καποδίστριας με επιστολή του της 20 Μαρτίου 1828 αναγνωρίζει τον Gosse ως έμπειρο σε ναυτικά θέματα και τον συνιστά στον φιλέλληνα πλοίαρχο Hastings ο οποίος αναζητούσε αξιωματικούς για μικρά πλοία.

Στο μεταξύ συνεχίζουν να έρχονται από τους φιλέλληνες της Ελβετίας όπλα, χρήματα και άλλα εφόδια. Ο Gosse τηρεί λογιστικά βιβλία όπου καταγράφει τα δούναι και λαβείν όπως τα έξοδα για μισθούς, αγορά τροφίμων και ζωοτροφών, αγορά πυρίτιδας κτλ. Ταυτόχρονα δέχεται αιτήματα και για παροχή βοήθειας σε Έλληνες πρόσφυγες από διάφορες τουρκοκρατούμενες περιοχές (Βακαλόπουλος, 142, 143). Ο ίδιος ο Gosse περιγράφει τις ποικίλες ασχολίες που είχε στην Ελλάδα:

«Έχω γίνει αληθινός αρλεκίνος με το να είμαι άλλοτε συμφιλιωτής, σύμβουλος, συντονιστής, γενικός επίτροπος, ταμίας, έμπορος, γραμματικός, γιατρός. Ως προς την καρδιά μου, δεν έχει αλλάξει, σας το βεβαιώνω, και δεν θ’ αλλάξει καθόλου, παρά την δύναμη των γεγονότων, παρά τις εναντιότητες …».

Με την έξωθεν βοήθεια, κατασκευάζεται στον Πόρο ένα μικρό σκάφος 35 τόνων, επισκευάζονται άλλα, κατασκευάζονται οχυρώσεις και ιδρύεται ένα εργαστήριο παρασκευής παξιμαδιών (τα οποία τότε ήταν ένα κύριο εφόδιο για το στρατό και το ναυτικό). Άλλα χρήματα δόθηκαν για αγορά χειρουργικών εργαλείων και φαρμάκων, για βοήθεια προς φιλέλληνες, κλπ.

Ενδιάμεσα της ενασχόλησής του ως αξιωματικού «Εφοδιασμού και Μεταφορών», ο Γκός βρήκε το χρόνο να υπηρετήσει ως ιατρός πάνω στην «Καρτερία», και βρέθηκε στο πεδίο της μάχης όταν αυτή κατέστρεψε αρκετά τουρκικά πλοία στον κόλπο της Ιτέας (17 Σεπτεμβρίου 1827). Από τη θητεία του Gosse στην «Καρτερία» έχουμε και κατάλογο που συνέταξε με τα ονόματα 94 μελών του πληρώματος, Έλληνες, Άγγλους και Σουηδούς κυρίως (Βακαλόπουλος, σ. 155, 156).

Τον επόμενο μήνα έγινε η περίφημη ναυμαχία του Ναυαρίνου, η οποία έδωσε νέες προοπτικές για ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος. Η Συνθήκη του Λονδίνου προέβλεπε ότι τα σύνορα του κράτους θα οριστούν αργότερα. Έτσι σε περιοχές όπως τα νησιά του Αιγαίου, Δυτική Ελλάδα και Κρήτη αναζωπυρώθηκε το επαναστατικό πνεύμα, καθώς έβλεπαν ότι κινδύνευαν να μείνουν μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία κατά τις επικείμενες διεργασίες.

Μεταξύ άλλων οι Χιώτες που είχαν καταφύγει στη Σύρο και άλλα νησιά, με τη βοήθεια και των Γάλλων υπό τον Φαβιέρο αλλά και του Cochrane, οργάνωσαν εκστρατεία ανακατάληψης της Χίου τον Οκτώβριο του 1827. Ο Gosse βοήθησε και σ’ αυτή την περίπτωση, και ουσιαστικά συμμετείχε στην απόβαση στην τουρκοκρατούμενη Χίο. Εκεί λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του λόγω της αμέλειας κάποιων αξιωματικών του Φαβιέρου. Οι δύο Γάλλοι που τον συνόδευαν σε μια αναγνωριστική αποστολή στην ξηρά, τον άφησαν να κατευθυνθεί μόνος προς μια περιοχή που ήταν μέσα στο βεληνεκές των τουρκικών πυροβόλων του κάστρου της Χίου. Εκεί μια βολή του πήρε το καπέλο και τον ανάγκασε έντρομο να απομακρυνθεί. Τελικά η εκστρατεία στη Χίο αναδιπλώθηκε, κυρίως λόγω αδυναμίας των Ελληνικών δυνάμεων (τακτικοί και άτακτοι), και των τοπικών παραγόντων, να συντονισθούν και να υιοθετήσουν ένα κοινό σχέδιο. Στη συνέχεια, ο Φαβιέρος έλαβε διαταγή από τον Γάλλο ναύαρχο de Rigny (Δεριγνύ) να αποχωρήσει, δεδομένου ότι η προσωρινή ελληνική κυβέρνηση δεν είχε τις δυνάμεις να στηρίξει την εκστρατεία. Έτσι η Χίος δεν περιελήφθη τότε στο νέο ελληνικό κράτος.

Ο LouisAndré Gosse, σε μεγαλύτερη ηλικία. Λιθογραφία. Συλλογή ΕΕΦ / Μουσείο Φιλελληνισμού

Η επιδημία πανώλης

Ο Gosse διακινδύνευσε και για δεύτερη (τουλάχιστον) φορά τη ζωή του κατά την επιδημία πανώλης που έπεσε γύρω από τον Αργολικό Κόλπο και σε χωριά της Αχαΐας. Η επιδημία ξεκίνησε από το εκστρατευτικό σώμα των Αιγυπτίων στη Μεθώνη. Υπό τον Ιμπραήμ υπηρετούσε ένας σημαντικός αριθμός Ευρωπαίων ιατρών (κυρίως Γάλλοι και Ιταλοί) οι οποίοι όμως καθυστέρησαν να διαγνώσουν την ασθένεια. Λόγω ανταλλαγών αιχμαλώτων και άλλων μετακινήσεων, το καλοκαίρι του 1828 η επιδημία πανώλης εμφανίστηκε αρχικά στην Αίγινα, και μετά στην Ύδρα, τα Μέγαρα, το Ναύπλιο, άλλες τριγύρω περιοχές και σε μερικά χωριά της Αχαΐας. Πιθανότατα υπήρξε ταυτόχρονη επιδημία και από άλλη ασθένεια που στις πηγές της εποχής αναφέρεται ως «κακοήθης πυρετός», από την οποία προσβλήθηκε και ο Gosse. Ο πληθυσμός ήταν γενικά εξασθενημένος από την πείνα και τις κακουχίες, και ήταν ευάλωτος σε κάθε είδους ασθένειες που ήταν περίπου ενδημικές, όπως η ελονοσία, ο τύφος, κ.ά.

Σημαντικότατη προσφορά του Gosse στην Ελλάδα ήταν ότι βοήθησε στον περιορισμό της επιδημίας. Σ’ αυτό συνέβαλε και η οξυδέρκεια και το προσωπικό ενδιαφέρον του Καποδίστρια, ο οποίος έσπευσε να δώσει στον Ελβετό γιατρό τις απαραίτητες εξουσίες, που τον αναβίβαζαν στην πράξη σε «υπουργό υγείας». Ο κυβερνήτης της Ελλάδας είχε βέβαια ο ίδιος ιατρικές γνώσεις από τις σπουδές του στην Πάδοβα (1794-1797).

Σ’ αυτή τη μάχη συνεισέφεραν και άλλοι ιατροί καθώς και μη ειδικοί πολίτες που επάνδρωσαν τις υπηρεσίες αστυνόμευσης και καραντίνας, την υγειονομική ταφή των νεκρών (οι λεγόμενοι «μόρτηδες»), τη διαχείριση των φαρμάκων κτλ. Όσοι είχαν σπουδάσει στην Ιταλία ή είχαν ιατρική εμπειρία από τα Επτάνησα, γνώριζαν και εφάρμοσαν τα μέτρα καραντίνας τα οποία είχαν αναπτύξει από παλαιότερα οι Ενετοί, οι οποίοι είχαν ιδρύσει και τα διάφορα «λαζαρέτα» στα Βαλκάνια και την Ιταλία (Tsoucalas, 2021). Μετά την έναρξη της επιδημίας κάποιος απέστειλε από την Κέρκυρα στην Αίγινα και μια «Υγειονομική Διάταξη» που περιείχε παλαιότερες σχετικές οδηγίες βενετικές, γαλλικές, τοσκανικές και παπικές. Αυτή αποτέλεσε τη βάση για να συνταχθεί μια ελληνική υγειονομική διάταξη για την περίσταση. O Gosse αναφέρει ότι «ευτυχώς αυτή η διάταξη ήρθε πολύ αργά», καθώς την θεωρούσε άχρηστη και ξεπερασμένη (Gosse, σ. 168, 169).

Είναι αμφίβολο αν οι ξένοι ιατροί από τη Βόρεια Ευρώπη και την Αμερική είχαν ξαναδεί από κοντά θύματα πανώλης. Τουλάχιστον ο Gosse αναφέρει ότι στην Ύδρα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τέτοιον ασθενή όταν τον κάλεσε εκεί για την περίσταση η κυβέρνηση και τον υποδέχθηκε ο ίδιος ο Μαυροκορδάτος. Ο τελευταίος (έχων επίσης σπουδάσει ιατρική), είχε ήδη κάνει τη διάγνωση: (Προς τον Gosse) «Σας προειδοποιώ ότι πρόκειται για πανώλη και σας συμβουλεύω να λαδώσετε τα χέρια σας». Η επάλειψη με λάδι ήταν μια διαδεδομένη πρακτική για την προστασία από την πανώλη, την οποία ενώ ο Gosse θεωρεί αμφιλεγόμενη, πιστεύει ότι δεν είναι παντελώς άχρηστη (Gosse, σ. 122, 148). Περιγράφει ότι πλησίασε τον ασθενή «σαν στρατιώτης που βγαίνει στην επίθεση», αλλά δεν μπόρεσε να τον σώσει.

Πριν από τη δεκαετία του 1860 δεν είχε αναπτυχθεί ακόμα η μικροβιολογία και δεν ήταν γνωστοί οι παράγοντες που προκαλούσαν λοιμώδεις νόσους (στην περίπτωση της πανώλης ένα βακτήριο με ενδιάμεσους ξενιστές τρωκτικά και ψύλλους). Ωστόσο ήταν γνωστό ότι η συναναστροφή και η κοινή χρήση αντικειμένων ευνοούσαν τη διάδοση των επιδημικών ασθενειών, και η απομόνωση ήταν ένας συνήθης τρόπος αντιμετώπισης. Διάφορα φάρμακα της εποχής μπορεί να βοηθούσαν στην αντιμετώπιση συμπτωμάτων όπως ο πυρετός, αλλά όχι στη ριζική αντιμετώπιση των αιτίων των επιδημιών. Μια από τις επικρατούσες θεωρίες για τις επιδημίες ήταν ότι αυτές οφείλονταν σε κάποιο «μίασμα» (miasma στην ευρωπαϊκή ιατρική ορολογία της εποχής) το οποίο μεταδιδόταν με τον αέρα ή με αντικείμενα ή με τη σωματική επαφή.

Αυτή η θεωρία είχε τις ρίζες της στον Ιπποκράτη και ήταν διαδεδομένη στην Ευρώπη σε όλο το Μεσαίωνα και μέχρι τον ύστερο 19ο αιώνα. Ο Gosse πίστευε σ’ αυτή τη θεωρία, την οποία μάλιστα επιβεβαίωσε από τις παρατηρήσεις του στο πεδίο, και έτσι εφάρμοσε επειγόντως μέτρα απομόνωσης, μεταξύ των οποίων και η κατασκευή εγκαταστάσεων καραντίνας. Φρόντισε να κάνει μια λεπτομερή καταγραφή των παρατηρήσεών του επί της επιδημίας, και ανέπτυξε κάποιες νέες ιδέες για τη θεραπεία. Εκτός από το βιβλίο του “Relation de la peste qui a régné en Grèce en 1827 et 1828”, σχετικές λεπτομέρειες καταγράφει και σε εκθέσεις και επιστολές που έστελνε προς τον Καποδίστρια, ενώ συγκέντρωνε αναφορές και από άλλους ιατρούς. Από τα στελέχη της προσωρινής κυβέρνησης ο Ιωάννης Κωλέττης, που ήταν επίσης ιατρός, είχε κι αυτός ενεργό ρόλο στην εφαρμογή των υγειονομικών μέτρων. Στον αγώνα κατά του αόρατου μιάσματος ρίχθηκαν και άλλοι ιατροί, Έλληνες και ξένοι, που βρίσκονταν στην Ύδρα, τον Πόρο, τις Σπέτσες, το Ναύπλιο, το Άργος, την Αίγινα. Προ του κοινού κινδύνου ο Gosse συνεργάστηκε ακόμα και με τους Ευρωπαίους ιατρούς που υπηρετούσαν στο στράτευμα του Ιμπραήμ, τα ονόματα των οποίων κατέγραψε σε κατάλογο, όπως συνήθιζε. Στην Ελλάδα βρισκόταν την ίδια εποχή και ο Αμερικανός φιλέλληνας ιατρός Samuel Howe ο οποίος προσέφερε τις υπηρεσίες του στο ναυτικό.

Στη Μεγαρίδα είχε πληγεί το εκεί στρατόπεδο των Ελλήνων υπό τον Δημήτριο Υψηλάντη, όπως και πολλοί άμαχοι που είχαν καταφύγει στη μικρή χερσόνησο στο Βουρκάρι, που προστατεύεται από το Τείχος.[3] Εκεί πήγε ο Gosse για επιθεώρηση της κατάστασης, με βοηθό τον «έξυπνο και ενεργητικό» Παύλο Διαμαντίδη. Μαζί τους μετέφεραν και μερικά απλοϊκά φάρμακα της εποχής, τα οποία ο Gosse αναφέρει σε κατάλογο μαζί με τη δοσολογία: Εμμετικά, που ήταν τρυγικά άλατα για τους ενήλικες και σιρόπι ιπεκακουάνας για τα παιδιά, καυστική σόδα για καυτηριασμούς των ελκών (γαλλ. charbons > άνθραξ) και των βουβωνικών λεμφαδένων, κινίνη για αντιπυρετικό, αμμωνία, θειικό οξύ, βότανα μεταξύ των οποίων και χαμομήλι, σκόνη μουστάρδας για «σιναπισμούς», μέλι, ξύδι, λεμόνια και πορτοκάλια, σύριγγες, νυστέρια, βεντούζες για αφαιμάξεις και άλλα (Bouvier, σ. 350). Ο Gosse χρησιμοποίησε πολύ ως φάρμακο και το φασκόμηλο που φύτρωνε άφθονο στην περιοχή. Λογικά αυτό δεν είχε κάποια φαρμακολογική δράση επί της πανώλης (όπως πιθανότατα δεν είχαν και τα υπόλοιπα), ωστόσο μπορεί να έφερε παρηγοριά σε κάποιους ασθενείς, και ταυτόχρονα, λόγω του βρασμού που είχε προηγηθεί, λειτούργησε ως πηγή υγιεινού νερού απαλλαγμένου από παράσιτα, κάτι δυσεύρετο σ’ εκείνες τις συνθήκες. Δέκα χρόνια αργότερα, συγκεντρώνοντας όλες τις παρατηρήσεις του από την επιδημία, θα γράψει ότι οι περισσότερες από τις θεραπείες που εφάρμοσε ο ίδιος ή άλλοι ιατροί, όπως η κρέμα τρυγικών (crème de tarter), επίδεσμοι, όξινα ποτά, βδέλλες κλπ, δεν έφεραν καμία σημαντική μείωση της θνησιμότητας, εκτός από τον καυτηριασμό με καυστικό κάλιο των ελκών και των βουβωνικών λεμφαδένων (sur les charbons et les bubons) που σταμάτησε άμεσα τη θνησιμότητα (Gosse, σ. 142, 145). Αναφέρει και την περίπτωση ενός «τσαρλατάνου» στη Χίο ο οποίος έδινε στους ασθενείς ένα παρασκεύασμα που περιείχε και μικρή ποσότητα ξηραμένων ιστών από πληγές ασθενών. Διαπιστώνει ότι ούτε αυτή η ομοιοπαθητική θεραπεία είχε αποτέλεσμα. Ήταν ακόμα μια εποχή όπου η ακαδημαϊκή ιατρική δεν είχε πολύ μεγαλύτερη επιτυχία από την εμπειρική.

Στη μικρή χερσόνησο του Τείχους επικρατούσε μια άθλια κατάσταση αφού ζούσαν συνωστισμένοι υγιείς μαζί με ασθενείς και ετοιμοθάνατους, χωρίς καθαρό νερό κάτω από φοβερή ζέστη «33 βαθμών Ρεομίρου (Réaumur)», δηλ. 40 Κελσίου. Επισκέφθηκε πάνω από 60 ασθενείς και σε αρκετούς έκανε καυτηριασμό των ελκών και χορήγησε εμμετικά και κινίνη. Έδωσε εντολή να κατασκευαστούν πρόχειρα υπόστεγα από κλαδιά για να προφυλάσσονται από τον ήλιο οι ασθενείς, τους οποίους τοποθέτησε σε απόσταση περίπου 2 μέτρων τον έναν από τον άλλο, ώστε να μπορεί κανείς να κυκλοφορεί ανάμεσά τους χωρίς να τους αγγίζει. Παρόμοιες εγκαταστάσεις καραντίνας, αλλά καλύτερα κατασκευασμένες, στήθηκαν στην Αίγινα, σχεδιασμένες από τον πρόξενο της Αυστρίας και αρχαιολόγο Georg Christian Gropius (1776-1850). Παρεμπιπτόντως πρέπει να σημειωθεί ότι η μεγάλη προσφορά του τελευταίου στην Ελλάδα ήταν η διάσωση πολλών αρχαιοτήτων.[4] Ο Gosse άφησε τον Διαμαντίδη στο Τείχος και επέστρεψε στον Πόρο, όπου η επιδημία ελεγχόταν ικανοποιητικά με μέτρα καραντίνας.

Από τη συχνή επαφή του με τους ασθενείς αρρώστησε και ο ίδιος (όχι από πανώλη) παρουσιάζοντας πυρετό και φθάνοντας στα πρόθυρα του θανάτου πολλές φορές. Κατέφυγε για φροντίδα στο νοσοκομείο που είχαν ιδρύσει οι Αμερικανοί Howe και John D. Russ με δωρεές Αμερικανών φιλελλήνων. Εκεί, σε ένα επεισόδιο πυρετού αργά τη νύχτα αποφάσισε να εφαρμόσει στον εαυτό του μια πρωτότυπη θεραπεία: Να βγει για βαρκάδα. Ο ιατρός Russ πίστευε ότι o Gosse παραληρεί και προσπάθησε να τον αποτρέψει. Μετά από την επιμονή του ασθενούς, τον μετέφερε ο ίδιος ο Russ σε μια βάρκα, του έδωσε κάτι δροσιστικό και έκαναν μια βόλτα στον δροσερό θαλασσινό αέρα. Βγήκαν στη στεριά κοντά σε ένα μοναστήρι όπου υπήρχε μια πηγή με κρύο νερό με την οποία ο Gosse έσβησε τη δίψα του και τη φλόγωση και κατάφερε να κοιμηθεί μετά από μέρες αϋπνίας. Θεώρησε ότι το νερό της πηγής ήταν θεραπευτικό και μ’ αυτό ράντισε το δωμάτιό του. Στη συνέχεια μετακόμισε  στη Σύρο και στη Νάξο όπου ανάρρωσε.

Επέστρεψε στον Πόρο όπου εργάσθηκε για την τακτοποίηση διαφόρων λογαριασμών, αλλά κατά περιόδους υπέφερε από πυρετό. Όπως γράφει, οι κάτοικοι του Πόρου του πρόσφεραν μεγάλη φροντίδα, στέλνοντάς του προμήθειες και επιστολές συμπαράστασης: «Σεβάσμιοι κληρικοί, παραβλέποντας ότι είμαι Προτεστάντης, έκαναν δημόσιες δεήσεις για την ανάρρωσή μου. … αργότερα με τις συναναστροφές μου στο Μοριά εκτίμησα στ’ αλήθεια τον έντιμο χαρακτήρα της μεγάλης πλειοψηφίας αυτών των ανθρώπων, …» (Gosse, σ. xij). Δεν παραλείπει βέβαια να αναφέρει τις ίντριγκες και την ηθική κατάπτωση που επικρατούσε μεταξύ ολίγων ατόμων που βρίσκονταν σε θέσεις εξουσίας. Όμως το ηθικό του είχε πλέον υποσκαφθεί και άρχισε να σκέπτεται να επιστρέψει στην Ελβετία. Σ’ αυτό τον παρακινούσε με επιστολές και η μητέρα του, στην οποία είχε ιδιαίτερη αδυναμία.

Πριν από αυτήν την επιστροφή αναλαμβάνει μια νέα αποστολή επιθεώρησης σε ένα άλλο επίκεντρο της επιδημίας, την Αχαΐα, όπου ενδιαφέρεται να ερευνήσει την πορεία της ασθένειας σε ψυχρό ορεινό κλίμα. Ο Gosse έφυγε από την Αίγινα την ημέρα των Χριστουγέννων του 1828, διέσχισε τον Ισθμό της Κορίνθου και συνέχισε δια θαλάσσης προς την Πάτρα. Αφού συναντήθηκε με Γάλλους αξιωματικούς του στρατηγού Maison συνέχισε προς τα βουνά των Καλαβρύτων. Μέσα από χιονισμένα τοπία στις 4 Ιανουαρίου έφθασε στο χωριό Βισόκα, αφού κινδύνευσε να χαθεί από το κρύο και τον πυρετό στα βουνά. Εξέτασε έναν αριθμό ασθενών και έδωσε οδηγίες για εφαρμογή υγειονομικών μέτρων, αλλά η ασθένεια εξαφανίσθηκε από μόνη της στο τέλος του χειμώνα.

Συνοψίζοντας την περιγραφή της επιδημίας ο Gosse σημειώνει ότι από τους 1113 ασθενείς που εντόπισε, οι 783 πέθαναν και 330 επέζησαν. Σε μερικές περιοχές η θνησιμότητα ήταν 100%, όπως στο στρατόπεδο των Μεγάρων και στο Λιγουριό Αργολίδας, ενώ σε άλλες ήταν χαμηλότερη, όπως 50% στην πόλη του Άργους, και ακόμα χαμηλότερη στο Τείχος (κατάλογος στο Βακαλόπουλος, σ. 205). Η ασθένεια υποχώρησε την άνοιξη του 1829, κατά τη γνώμη του χάρη στο κλίμα της Ελλάδας και τον αραιό πληθυσμό.

Mission accomplie”

Προς τα τέλη του 1828 οι οικονομικοί πόροι του Gosse έχουν εξαντληθεί και συντηρείται από τον Ηπειρώτη έμπορο της Σύρας Απόστολο Δούμα καθώς και από τον κόμη Φραγκόπουλο της Νάξου. Γι’ αυτή την καλοσύνη που βρήκε έγραψε: «Έδρεψα τους καρπούς της αφοσίωσής μου [στους Έλληνες] και αναγνώρισα πόσο αβάσιμη ήταν η φήμη που υπάρχει για το ελληνικό έθνος, ότι είναι αχάριστοι» (Gosse, σ. xj).

Βρίσκεται στην ανάγκη ακόμη και να δανεισθεί 2.000 πιάστρα από τον Βιάρο Καποδίστρια. Ο Ιωάννης Καποδίστριας κατάφερε να παρατείνει την παραμονή του Gosse στην Ελλάδα επειδή είχε μεγάλη ανάγκη από στελέχη τέτοιας ποιότητας. Έγραψε ακόμη και στη μητέρα του ώστε αυτή να δώσει την έγκρισή της για παράταση της παραμονής του γιού της στην Ελλάδα. Ο Gosse καταπονημένος από την ασθένεια και τα οικονομικά του προβλήματα, αφού είχε κάνει με το παραπάνω το καθήκον του ως ιατρός και ως διαχειριστής της φιλελληνικής βοήθειας, αποφάσισε οριστικά να επιστρέψει και να ξεκουραστεί στην πατρίδα του. Αναχώρησε από την Ελλάδα το καλοκαίρι του 1829. Ο Καποδίστριας του εξέφρασε εγγράφως την ευγνωμοσύνη του για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει. Ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης των Καλαβρύτων, του Πόρου και της Αθήνας (η οποία δεν κατάφερε ακόμα να δώσει το όνομά του σε κάποια οδό). Από την Ελβετία συνέχισε να αλληλογραφεί με φίλους στην Ελλάδα και να ενδιαφέρεται για τις ελληνικές υποθέσεις. Εξακολουθούσε να συνεργάζεται με τον Eynard ο οποίος συνέχισε να αποστέλλει χρηματική βοήθεια στην Ελλάδα. Αν και από τα μέσα του 1829 ο φιλελληνικός ζήλος των Ευρωπαίων είχε πλέον εξασθενήσει. Άλλωστε η Ελλάδα είχε εξασφαλίσει πλέον την ανεξαρτησία της, ενώ είχαν λιγοστέψει και οι ηρωικές μάχες και οι θυσίες των Ελλήνων που στο παρελθόν τροφοδότησαν τον φιλελληνισμό της Δύσης.

Συνεχιζόταν όμως ο φιλελληνισμός με διαφορετική μορφή. Στόχευε πλέον κυρίως στην εξαγορά και απελευθέρωση Ελλήνων δούλων από τα σκλαβοπάζαρα της Μεσογείου (ο Eynard και ο Λουδοβίκος Α διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο και στη φάση αυτή).

Το 1838 ο Gosse επισκέφθηκε με τη σύζυγό του την Ελλάδα και τιμήθηκε από τον βασιλιά Όθωνα με το αριστείο του Αγώνος και τον αργυρό Σταυρό του Σωτήρος. Το ίδιο έτος δημοσίευσε τις παρατηρήσεις του από την επιδημία πανώλης στην Ελλάδα. Εκεί συνοψίζει την προγενέστερη γνώση που υπήρχε στη βιβλιογραφία για τη θεραπεία της πανώλης, τις θεραπείες και τα μέτρα καραντίνας που εφαρμόστηκαν σε διάφορες πανωλόπληκτες περιοχές της Ελλάδας, στατιστικά κλπ. Είναι ένα ενδιαφέρον κείμενο που αφορά την ιστορία της ιατρικής στη σύγχρονη Ελλάδα.

Επίλογος

Η περίπτωση του Αντρέ Λουί Gosse δείχνει μια από τις πολλές όψεις του φιλελληνισμού του 18’21. Δεν ήταν αρχαιολάτρης ούτε «ρομαντικός», δεν ήταν διανοούμενος του Διαφωτισμού, δεν ήταν ούτε Ορθόδοξος με βυζαντινή παιδεία. Ήταν ένας φιλελεύθερος άνθρωπος που έβλεπε με ενθουσιασμό τα εθνικά κινήματα της μετα-ναπολεόντειας εποχής, και ταυτόχρονα ως ιατρός κατανοούσε τις καθημερινές ανάγκες των λαϊκών ανθρώπων που ήταν το υποκείμενο αυτών των κινημάτων. Η επαφή του με την ελληνική πραγματικότητα δεν τον απογοήτευσε και δεν απώλεσε τον ενθουσιασμό του όπως άλλοι πρώην φιλέλληνες. Έβλεπε και σημείωνε τις ενδοελληνικές αντιπαλότητες και τα ελαττώματα των αρχόντων, αλλά τα αντιμετώπιζε με κατανόηση. Αποδίδει αυτά τα φαινόμενα στην προηγηθείσα δουλεία και την καταπίεση από τους Τούρκους, και γενικά εκφράζεται με πολύ θετικό τρόπο για τους Έλληνες. Προφανώς γνώριζε ότι παρόμοια ή και χειρότερα είχαν συμβεί στην πρόσφατη Γαλλική Επανάσταση και στα παρεπόμενά της, με χειρότερο τους Ναπολεόντειους πολέμους που από μια άποψη ήταν ένας εμφύλιος μεταξύ Ευρωπαίων.

Από τους δύο κύριους τομείς στους οποίους εργάσθηκε, η σημαντικότερη προσφορά του ήταν ίσως στον τομέα της διαχείρισης της φιλελληνικής βοήθειας και στη διοίκηση ορισμένων κρατικών μηχανισμών. Το μεγάλο πρόβλημα εκείνη την εποχή (ίσως και πάντα) στην Ελλάδα ήταν να βρεθούν ηθικώς ακέραια άτομα να διαχειρισθούν τα υπάρχοντα οικονομικά κεφάλαια χωρίς αυτά να σπαταληθούν από τη διαφθορά.

Η υγειονομική δουλειά του ήταν επίσης πολύ σημαντική, αλλά είναι ένα ερωτηματικό αν σ’ αυτό τον τομέα ήταν αναντικατάστατος. Πιθανώς και άλλοι Φιλέλληνες και Έλληνες ιατροί να μπορούσαν ισάξια να προσφέρουν από την ίδια θέση, δεδομένου μάλιστα ότι είχαν (ειδικά οι Έλληνες) περισσότερη πείρα από επιδημίες σε ελληνικές συνθήκες. Ενδεχομένως όμως η αίγλη του «ιατρού από την Ελβετία» πρόσφερε στον Gosse ένα κύρος το οποίο δεν θα είχαν οι Έλληνες ιατροί.

Ο Βακαλόπουλος συνοψίζει ωραιότατα την προσφορά του Gosse στην καταληκτική παράγραφο της διατριβής του για τον ελβετικό φιλελληνισμό:

«Ο Gosse, όπως και ο Eynard, αποτελούν δύο χτυπητά παραδείγματα Ευρωπαίων οι οποίοι, παρά τον έντονο φιλελληνισμό τους, αντιμετωπίζουν τα προβλήματα του τόπου με πρακτικότητα και συγκρατημένη αισιοδοξία. Η στάση τους απέναντι των Ελλήνων είναι στάση φίλων προς αγαπητά πρόσωπα, που δυσκολεύονται να βρουν τον δρόμο τους, στάση γεμάτη από βαθιά κατανόηση του κακού παρελθόντος τους, από ήπια αυστηρότητα για ορισμένες παρεκτροπές τους και από ειλικρινή πρόθεση να τα βοηθήσουν θετικά στον μεγάλο τους σκοπό, στην απελευθέρωση της πατρίδας τους.».

Εικόνα του τίτλου της Journal de Geneve, και είδηση για τη διεξαγωγή εράνου υπέρ των Ελλήνων από τον Eynard, 23/3/1826. https://www.letempsarchives.ch.

Σημειώσεις:

[1] Ο Louis-André Gosse δεν πρέπει να συγχέεται με τον ζωγράφο Nicolas Louis François Gosse (1787 –1878) ο οποίος ζωγράφισε και μερικούς πίνακες σχετικούς με την Επανάσταση. Ο πρώτος αναφέρεται σε παλαιές ελληνικές πηγές και ως «Γκόσ(σ)ης».

[2] Για εκτενή περιγραφή των προσπαθειών φορολόγησης και δανεισμού βλ. Βακαλόπουλος, σ. 121 κ.ε.

[3] Τείχος Μεγαρίδας. Στο έργο του Gosse αναφέρεται ως Tycho. Ο Βακαλόπουλος το έχει αποδώσει ως «Τυχώ», αλλά δεν μπόρεσα να επιβεβαιώσω ότι αυτό είναι κάποιο ιστορικώς ορθό όνομα.

[4] Ο Georg Christian Gropius πρέπει να ήταν πρόγονος των ομώνυμων αρχιτεκτόνων, εκ των οποίων γνωστότερος ο Walter Gropius (1883 – 1969), πατέρας της σχολής του Bauhaus. Βλ. “Gropius (family)”, https://de.zxc.wiki/wiki/Gropius (Familie) με σχετική βιβλιογραφία. Για τον G.C. Gropius υπάρχει η μελέτη του Εμμ. Πρωτοψάλτη «Ο Γεώργιος Χριστιανός Gropius και η δράσις αυτού εν Ελλάδι», Αθήνα, 1947.

Πηγές – Βιβλιογραφία

Bouvier-Bron, Michelle, “La mission médicale de Louis-André Gosse pendant son séjour en Grèce (1827-1829)”, Gesnerus: Swiss Journal of the history of medicine and sciences, 48 (1991), No. 3-4, pp 343- 357.  http://doi.org/10.5169/seals-521197

Gosse Louis-André, Relation de la peste qui a régné en Grèce en 1827 et 1828: contenant des vues nouvelles sur la marche et la traitement de cette maladie. Ab. Cherbuliez et Cie, Paris, 1838. https://books.google.gr/

Tsoucalas Gregory et al., “The Greek physician and politician Ioannis Kapodistrias (1776-1831) and the plague of 1828 in Greece”, Le Infezioni in Medicina, 2021, 29(1):157-159. www.researchgate.net

Αρχεία της Εθνικής Παλιγγενεσίας, ψηφιοποιημένα στο https://paligenesia.parliament.gr

Βακαλόπουλος Α. Κωνσταντίνος, «Σχέσεις Ελλήνων και Ελβετών φιλελλήνων κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821», Διδακτορική Διατριβή, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 163, Θεσσαλονίκη, 1975. www.apostoliki-diakonia.gr/

 

 

 

O William Townsend Washington (1802-1827) ήταν Αμερικανός Φιλέλληνας με καταγωγή από την πολιτεία της Βιρτζίνια των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ήταν υπολοχαγός του 4ου Συντάγματος Πυροβολικού του Αμερικανικού Στρατού. Μετά την αποφοίτησή του από την Στρατιωτική Ακαδημία (West Point Military Academy), πέρασε ένα διάστημα στη Γαλλία, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Στρατηγό Lafayette (Gilbert du Motier de Lafayette, 1757-1834). Με την επάνοδό του στις ΗΠΑ, ο Υπουργός Στρατιωτικών, John C. Calhoun (1782-1850) του ανέθεσε μία θέση διδασκαλίας στον αμερικανικό στρατό.

Συγκινημένος από το ελληνικό ζήτημα, ο Washington παραιτήθηκε από τη θέση του στον αμερικανικό στρατό, προκειμένου να μεταβεί στην Ελλάδα. Είχε επίγνωση, ότι το επώνυμο είχε βαρύνουσα σημασία, εξαιτίας της συγγένειας του με τον πρώτο πρόεδρο των ΗΠΑ, George Washington. Αυτό το κεφάλαιο αξιοποίησε ο Washington, ώστε να προωθήσει τα σχέδια του για την Ελλάδα.

Ο William Townsend Washington έφθασε στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1825 ως απεσταλμένος του Φιλελληνικού Κομιτάτου της Βοστώνης. O Edward Everett (1794 -1865), ιδρυτής του κομιτάτου, τον σύστηνε στον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο με θερμά λόγια για την αφοσίωση του νεαρού στον ελληνικό σκοπό. Όταν έφθασε στην Ελλάδα, φορούσε μία εντυπωσιακή στολή Ουσάρου αξιωματικού.

Πρόκειται μάλλον για τον έκτο κατά σειρά Αμερικανό Φιλέλληνα που ήλθε στην Ελλάδα ως απεσταλμένος των κομιτάτων, με βάση όσα καταγεγραμμένα στοιχεία διαθέτουμε ως σήμερα. Είχαν προηγηθεί ο πρωτοπόρος George Jarvis (το 1822), ο αξιωματικός Jonathan Peckham Miller, ο αξιωματικός ναυτικού John M. Allen και ο Richard W. Ruddock. Και οι τρεις τους έφθασαν το έτος 1824. Ο κορυφαίος Αμερικανός Φιλέλληνας, ο ιατρός Samuel Gridley Howe, έφθασε στις αρχές Ιανουαρίου του 1825.

Την περίοδο που δραστηριοποιήθηκε στην Ελλάδα ο Washington, έφθασε και ο Αμερικανός Φιλέλληνας Merrett Bolles από το Ohio, πλοίαρχος του Αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, ο οποίος υπηρέτησε στον Τακτικό Στρατό υπό τις διαταγές του Γάλλου Φιλέλληνα Στρατηγού Charles Fabvier,  από το 1825 ως τον Ιούλιο του 1826.

Ο Washington φθάνει στην Ελλάδα σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο του ελληνικού Αγώνα. Τον χειμώνα 1824-1825 ο Ιμπραήμ αποβιβάζεται στην Πελοπόννησο. Οι ελληνικές δυνάμεις είναι διασπασμένες, με πολλούς οπλαρχηγούς να βρίσκονται στη φυλακή. Ο Παπαφλέσσας αποφασίζει να οχυρωθεί στο Μανιάκι Μεσσηνίας και να εμποδίσει τις δυνάμεις του Ιμπραήμ να διαχυθούν στην Πελοπόννησο. Πέφτει ηρωικά στη Μάχη στο Μανιάκι τον Μάιο του 1825. Η κυβέρνηση διορίζει τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη αρχιστράτηγο των δυνάμεων των ατάκτων. Οι δυνάμεις των Ελλήνων αδυνατούν όμως να αντιμετωπίσουν τον τακτικό στρατό του Ιμπραήμ.

O Γάλλος Φιλέλληνας Φαβιέρος αναλαμβάνει την οργάνωση τακτικού στρατού (από τον Ιούλιο του 1825).

Προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ, το Βουλευτικό είχε ζητήσει ήδη από τον Μάιο την ενίσχυση των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων με την αποστολή 4.000 ανδρών από την Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου.

Ήδη από τον Οκτώβριο του προηγούμενου έτους, τα φιλελληνικά κομιτάτα στις ΗΠΑ είχαν προτείνει στη Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου τον σχηματισμό σώματος Φιλελλήνων εθελοντών στην Ελλάδα, το οποίο και θα χρηματοδοτούσαν. Από το Λονδίνο ζητήθηκε η έγκριση της Ελληνικής κυβέρνησης. Η πρόταση αυτή δεν υλοποιήθηκε, πιθανόν επειδή οι Έλληνες στρατιωτικοί θεωρούσαν ότι συγκεκριμένοι Έλληνες πολιτικοί θα χρησιμοποιούσαν αυτό το σώμα για να επιβάλλουν τη δική τους κυριαρχία. Οι άτακτοι πολεμιστές ανησυχούσαν ότι η ύπαρξη οργανωμένου σώματος στρατού θα σήμαινε πως και οι ίδιοι πρέπει να υπαχθούν σε κανόνες πειθαρχίας.

Για την αναγκαιότητα δημιουργίας ξένου σώματος τακτικού στρατού, έγραφαν επίσης από το Λονδίνο οι διαπραγματευτές του πρώτου εθνικού δανείου, Ανδρέας Λουριώτης και Ιωάννης Ορλάνδος. Τις επιχειρήσεις αυτού του σώματος πρότειναν να συντονίζει ο Βρετανός Charles James Napier (1782-1853), στρατιωτικός και τοποτηρητής των βρετανικών αρχών στην Κεφαλονιά. Διάφοροι Φιλέλληνες έβλεπαν επίσης θετικά την προοπτική δημιουργίας σώματος εθελοντών. Γνωρίζουμε ότι ο Γάλλος φιλέλληνας στρατηγός Roche προσπαθούσε με πολλά επιχειρήματα να πείσει τον Γεώργιο Καραϊσκάκη σχετικά με το ζήτημα.

Ο Washington φθάνει τον Ιούνιο του 1825 στην Ελλάδα, και ανακινεί το ζήτημα της δημιουργίας μιας «Λεγεώνας Ξένων» για να ενισχυθούν περαιτέρω οι αγωνιζόμενοι Έλληνες. Δεν ονειρεύεται ένα σώμα αποκλειστικά στελεχωμένο από Αμερικανούς εθελοντές. Στην έρευνα του για τους Αμερικανούς Φιλέλληνες, ο Θάνος Βαγενάς παραθέτει ένα απόσπασμα των λόγων του Washington: «Προβάλλω να γεμίσω το σώμα αυτό από αξιωματικούς κάθε γένους, Αμερικανούς, Γάλλους, Ιταλούς, Γερμανούς και Ιρλανδούς και εάν η Ελληνική Διοίκησις ζητήση να είναι αναλογία τις μεταξύ των διαφόρων εθνών, αποδέχομαι αυτήν την συμφωνίαν. Οι στρατιώται αυτής της Λεγεώνας πρέπει να ευρεθούν εις την Ιρλανδίαν, εάν δε εμποδίση τούτο η Αγγλική Διοίκησις, προβάλλω την Ελβετίαν και τελευταίαν την Αμερικήν». Είναι προφανές, ότι η μετάβαση εθελοντών από την Ιρλανδία και την Ελβετία ήταν ασύγκριτα πιο εύκολη από την αντίστοιχη Αμερικανών εθελοντών.

Ο Washington είχε συγκεκριμένες ιδέες για την σύσταση αυτού του σώματος, και πιθανότατα φιλοδοξούσε να τεθεί επικεφαλής του, δεδομένου ότι έφερε ο ίδιος ένα βαρύ ιστορικό όνομα.

Στην  Ύδρα συνάντησε τους Κουντουριώτηδες, έπειτα πήγε στο Ναύπλιο για να βρει τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Τον Ιούλιο του 1825 ανακοινώνει το πλήρες σχέδιο του γραπτώς στον Μαυροκορδάτο, παραθέτοντας έναν αναλυτικό υπολογισμό των εξόδων για τη συντήρηση και τη μεταφορά του στρατεύματος. Για τους εθελοντές που θα πολεμούσαν στην Ελλάδα ζητά να λάβουν δικαιώματα Έλληνα πολίτη, εφόσον εκείνοι θα ήθελαν να παραμείνουν στη χώρα μετά την απελευθέρωσή της. Με το γράμμα του προς τον Μαυροκορδάτο ζητά επισήμως την έγκριση της Ελληνικής Διοίκησης για το σχέδιο του, ώστε να μεταβεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (Λονδίνο, Παρίσι και Δουβλίνο) και να συγκεντρώσει τους αξιωματικούς του. Κατόπιν θα οδηγούσε τη Λεγεώνα ως επικεφαλής της ο ίδιος στην Ελλάδα.

Εν τέλει, για λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, το σχέδιο του Washington εγκαταλείφθηκε.

Όταν οι Έλληνες υπέβαλαν την Πράξη Υποτελείας στην Μεγάλη Βρετανία ο Washington, από κοινού με άλλους Φιλέλληνες, αντέδρασε έντονα στο ενδεχόμενο να τεθεί η Ελλάδα υπό αγγλική προστασία (όπως ίσχυε για τα Επτάνησα), μετά την απελευθέρωσή της από τους Οθωμανούς. Οι Αμερικανοί Φιλέλληνες, σε συνεννόηση με τον Γάλλο στρατηγό Roche, παρέδωσαν γραπτή διαμαρτυρία στο Εκτελεστικό σώμα, ζητώντας τους να μην προχωρήσουν σε αυτήν την κατεύθυνση.

Μάλιστα ο Washington υιοθέτησε μία σκληρή στάση εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας, και προωθούσε στην Ελλάδα, σε συνεργασία με τον Γάλλο στρατηγό Roche, την ανάθεση του θρόνου σε μέλος της βασιλικής οικογένειας της Γαλλίας. Και οι δύο τους επιχείρησαν να επιβάλουν την πολιτική αυτή γραμμή στα Φιλελληνικά κομιτάτα στις ΗΠΑ και την Γαλλία. Στάση την οποία όμως αποκήρυξαν και οι δύο χώρες.

Εξαιτίας της έκρυθμης κατάστασης που επικρατούσε στην Ελλάδα, ο Washington αποφάσισε να αποχωρήσει στα μέσα του 1825. Μάλιστα ξεκίνησε το ταξίδι του μέσω της Σμύρνης, όπου φορούσε ελληνική ενδυμασία, κάτι που προκαλούσε το μισητό βλέμμα των Οθωμανών. Στην πορεία πληροφορήθηκε ότι η Αγγλία δεν θα αναλάμβανε τελικά την προστασία της Ελλάδας. Έτσι ζήτησε να μεταβεί στο Μεσολόγγι (Οκτώβριος 1825). Εκεί ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο.

 

27 Αυγούστου 1825: William Townshend Washington, επιστολή από τη Σμύρνη

 

Η στάση της χώρας του σχετικά με το θέμα, τον πλήγωσε τόσο πολύ, που έγραψε μία σκληρή επιστολή με την οποία ασκεί σκληρή κριτική την πατρίδα του.

Τον Μάιο του 1827 μετέβη στην υπό βρετανική διοίκηση Ζάκυνθο. Εκεί, λέγεται ότι ερωτεύθηκε την κόρη του νεκρού ήρωα Μάρκου Μπότσαρη, Βασιλική, την οποία ζήτησε να παντρευτεί. Ο αδελφός του Μάρκου, Κώστας Μπότσαρης, αρνήθηκε όμως να τη δώσει για γάμο.

 

Η κόρη του Μάρκου Μπότσαρη (συλλογή ΕΕΦ / Μουσείο Φιλελληνισμού)

 

Μετά τη Ζάκυνθο μετέβη στο Ναύπλιο, και εντάχθηκε στο σώμα του οπλαρχηγού Φωτομάρα. Μάλιστα αναφέρεται ότι πολεμούσε γενναία. Παράλληλα εργάσθηκε για να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες παρατάξεις των Ελλήνων.

 

Ο Σουλιώτης οπλαρχηγός Νάσος Φωτομάρας (- 1841)

 

Εν τέλει σκοτώθηκε σε μία συμπλοκή στο Ναύπλιο στις 16 Ιουλίου 1827, από πυρά που εκτοξεύθηκαν από το Παλαμήδι προς την πόλη του Ναυπλίου. Μεταφέρθηκε στο Βρετανικό πλοίο Ασία, όπου άφησε την τελευταία του πνοή. Έχασε τη ζωή του σε ηλικία μόλις 25 ετών, υπηρετώντας με πάθος τα ιδανικά στα οποία πίστεψε και την Ελλάδα που υπεραγαπούσε.

Ο τάφος του Αμερικανού Φιλέλληνα, William Townsend Washington, βρίσκεται στην Ύδρα, τον τόπο όπου φιλοξενήθηκε όταν έφθασε στην Ελλάδα.

 

O πρέσβης των ΗΠΑ G. Pyatt στον τάφο του William Townsend Washington στην Υδρα

 

Ένα πράγμα είναι σίγουρο για τον Αμερικανό Φιλέλληνα, William Townsend Washington. Πολέμησε γενναία για την Ελλάδα, την οποία αγαπούσε με απίστευτο πάθος.

 

Πηγές – Βιβλιογραφία:

  • Barth, Wilhelm-Kehrig-Korn, Max, Die Philhellenenzeit. Von der Mitte des 18. Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias‘ am 9. Oktober 1831, Max Hueber Verlag, Μόναχο, 1960
  • Βαγενάς, Θάνος, Δημητρακοπούλου, Ευρυδίκη, Αμερικανοί Φιλέλληνες Εθελοντές στο Εικοσιένα, Μάτι, Αθήνα, 2017
  • Μαζαράκης-Αινιάν, K. Iωάννης, Αμερικανικός Φιλελληνισμός 1821-1831, Iστορική και Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος, χ.ημ.
  • Αρχείο ΕΕΦ

 

 

Gramsi Michele (1786-1873). Ιταλός Φιλέλληνας από τη Νάπολη. Λοχαγός του Πυροβολικού του Στρατού του Βασιλείου της Νεαπόλεως. Έφθασε στις 1 Μαΐου 1821 στην Καλαμάτα και εντάχθηκε στο πρώτο τακτικό στρατιωτικό σώμα, υπό τις διαταγές του Γάλλου Φιλέλληνα αξιωματικού Joseph Baleste. Από τις 15 Μαΐου ως τις 16 Ιουνίου 1821 συμμετείχε στην πολιορκία του Ναυαρίνου. Στις 4 Δεκεμβρίου 1821, τραυματίσθηκε κατά την πολιορκία του Ναυπλίου. Τον Απρίλιο του 1822 ήταν αξιωματικός υπεύθυνος επιστράτευσης της Επαναστατικής Κυβέρνησης σε νησιά του Αιγαίου και συνέβαλε στην επιστράτευση 282 ανδρών. Πολέμησε στη μάχη των Δερβενακίων στις 26 Ιουλίου 1822, φέροντας τον βαθμό του ταγματάρχη. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1822 υπηρέτησε στο Ναύπλιο. Τον Μάρτιο του 1823, η Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους του απένειμε τον βαθμό του συνταγματάρχη. Για τη δράση του τιμήθηκε με εύφημο μνεία του Εκτελεστικού Σώματος τον Δεκέμβριο του 1823. Τον Δεκέμβριο του 1825 συμμετείχε στη δεύτερη πολιορκία της Τριπολιτσάς. Από τον Φεβρουάριο του 1826 ως τον Μάιο του 1827, έλαβε μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών, ως αρχηγός του Πυροβολικού του Τακτικού Στρατού, υπό τις διαταγές του Γάλλου Φιλέλληνα στρατηγού Charles Fabvier.

Τιμήθηκε με δύο μετάλλια για την συμμετοχή του στην Ελληνική Επανάσταση.

Με το πέρας της Εθνεγερσίας, συνέχισε να υπηρετεί στον Ελληνικό Στρατό ως αξιωματικός. Απεβίωσε το 1873 στην Αθήνα.

Η ΕΕΦ τιμά τον μεγάλο Φιλέλληνα και τη συμβολή του στον αγώνα της Ελλάδας.

 

Πηγές – Βιβλιογραφία:

  • Fornèsy, Henri, «Οι Φιλέλληνες», περ. Εβδομάς, Αθήνα, 1884, Έτος Α΄, αριθ. Φ. 1, κ.ε.
  • Κασιμάτης, Μανόλο, Italiani filelleni 1821-1897. Ιταλοί Φιλέλληνες-εθελοντές 1821-1897, ιδ. εκδ., Αθήνα, 2011.

 

 

Ο Franciszek Mierzewski ή Mierzejewski (1786 – 1822), ήταν Πολωνός από τη Βαρσοβία, που υπηρετούσε ως αξιωματικός στο Γαλλικό Στρατό.

Το 1807, μετά την συνθήκη του Tilsit, η οποία οδήγησε στην απελευθέρωση της Πολωνίας από τους Ρώσους και στην εγκαθίδρυση του Δουκάτου της Βαρσοβίας από τους Γάλλους[1], ο Mierzewski κατατάχθηκε στο Ιππικό του Γαλλικού Στρατού και έλαβε τον βαθμό του ανθυπιλάρχου[2].

Το 1808 τοποθετήθηκε στο 1ο Πολωνικό Σύνταγμα Ελαφρού Ιππικού της Γαλλικής Αυτοκρατορικής Φρουράς και υπηρέτησε υπό τις διαταγές του Πολωνού κόμη Wincenty Krasinski[3]. Από τη θέση αυτή, διακρίθηκε στη νικηφόρα για τους Γάλλους μάχη της Somosierra της Ισπανίας, στις 30 Νοεμβρίου 1808[4].

Τον Φεβρουάριο του 1809 συμμετείχε στην εκστρατεία της Πορτογαλίας, υπό τον Γάλλο στρατάρχη Jean Soult[5], και στη συνέχεια ανέλαβε επιχειρησιακή δράση στη Βαυαρία και στην Αυστρία. Εκεί διακρίθηκε στις νικηφόρες για τους Γάλλους μάχες του Essling της Βαυαρίας και του Wagram της Αυστρίας, στις 22 Μαΐου 1809 και στις 5 Ιουλίου 1809 αντίστοιχα[6].

Τον Ιανουάριο του 1810, η μονάδα του αποχώρησε από την Βαυαρία και μεταστάθμευσε στο Chantilly της Γαλλίας προς αναδιοργάνωση[7]. Εκεί παρέμεινε ως τον Φεβρουάριο του 1812 και προήχθη σε υπίλαρχο[8].

Στα τέλη Φεβρουαρίου 1812 μετατέθηκε στο Torun, στα σύνορα του Δουκάτου της Βαρσοβίας με την Ρωσία[9], στην Γαλλική Αυτοκρατορική Φρουρά σωματοφυλακής του Γάλλου στρατάρχη Louis – Nicholas Davout και του επιτελείου του[10].

Ο Mierzewski διακρίθηκε ιδιαίτερα κατά την εκστρατεία της Ρωσίας από τον Ιούνιο ως τον Δεκέμβριο του 1812[11]. Για τη δράση του στη Ρωσία, καθώς και για την ανδρεία του στη μάχη του Weissenfelds / Lützen στις 2 Μαΐου 1813, τιμήθηκε στις 14 Μαΐου 1813, με τον τίτλο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής[12].

Μετά την συνθήκη του Fontainebleau στις 4 Απριλίου 1814, η οποία οδήγησε στην πρώτη παραίτηση του Γάλλου αυτοκράτορα Ναπολέοντος Α’ από το Γαλλικό θρόνο και στην εξορία του στην Έλβα της Ιταλίας[13], το 1ο Πολωνικό Σύνταγμα Ελαφρού Ιππικού της Γαλλικής Αυτοκρατορικής Φρουράς διαλύθηκε[14]. Παρέμεινε ενεργή μόνο μία ίλη του, η οποία ακολούθησε τον Γάλλο αυτοκράτορα στην εξορία του[15]. Στην ίλη αυτή, υπηρέτησε ο Mierzewski ως υπίλαρχος[16].

Με την επιστροφή του Ναπολέοντος από την εξορία και την επάνοδό του στο Γαλλικό θρόνο στις 20 Μαρτίου 1815[17], η ίλη αυτή εντάχθηκε στην Μεραρχία των Ερυθρών Λογχοφόρων του Γαλλικού Στρατού υπό τον Γάλλο στρατηγό Colbert[18]. Ως αξιωματικός της ίλης αυτής, ο Mierzewski συμμετείχε στις μάχες του Ligny και του Waterloo, στις 16 Ιουνίου 1815 και στις 18 Ιουνίου 1815 αντίστοιχα[19].

Μετά την μάχη του Waterloo, η οποία οδήγησε στην οριστική παραίτηση του Ναπολέοντος από το Γαλλικό θρόνο στις 22 Ιουνίου 1815, στην παλινόρθωση της δυναστείας των Βουρβόνων στις 8 Ιουλίου 1815 και στην εξορία του Ναπολέοντος στην Νήσο της Αγίας Ελένης στις 15 Ιουλίου 1815[20], άρχισε η σταδιακή αποστράτευση των ξένων στρατιωτικών, οι οποίοι υπηρετούσαν στο Γαλλικό Στρατό. Στο πλαίσιο αυτό, την 1η Οκτωβρίου 1815, οι Πολωνοί στρατιωτικοί αποστρατεύθηκαν από τον Γαλλικό Στρατό[21]. Ανάμεσά τους και ο Mierzewski, ο οποίος αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ιλάρχου[22].

Μετά το 1815 ο Mierzejewski έφυγε πάλι από την Πολωνία. Ταξίδεψε στη Νότια Αμερική, όπου συμμετείχε στην απελευθέρωση της Νέας Γρανάδας και της Βενεζουέλας, ισπανικών αποικιών, υπό τη διοίκηση του Simon Bolívar. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ευρώπη, και συμμετείχε στις επαναστάσεις που πυροδότησαν οι Ιταλοί Carbonari στο Βασίλειο των Δυο Σικελιών (07.1820) και στο Πιεμόντε (01-03.1821). Μετά την καταστολή των επαναστάσεων άφησε την Ιταλία και ταξίδευσε μέσω της Νάπολης στην Ελλάδα.

Ο Mierzewski προερχόταν από μία υπόδουλη χώρα, για την ελευθερία της οποίας πολέμησε ως αξιωματικός του Γαλλικού Στρατού. Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση ο Mierzewski ήταν από τους πρώτους που εντάχθηκε στο φιλελληνικό κίνημα, και ταξίδευσε στην Ελλάδα στις αρχές του 1822 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εθελοντής.

Την 1η Απριλίου 1822, το Βουλευτικό ψήφισε στο Ναύπλιο το Νόμο “Περί Οργανώσεως του Στρατού”, ο οποίος οδήγησε στην ίδρυση του Τακτικού Στρατού, με γενικό διοικητή τον εμβληματικό Γερμανό Φιλέλληνα στρατηγό, κόμη Karl Friedrich Leberecht von Normann-Ehrenfels. Ο νόμος αυτός απετέλεσε τη βάση της κατοπινής στρατιωτικής νομοθεσίας[23].

Στο πλαίσιο αυτό συστάθηκε το Τάγμα Φιλελλήνων με διοικητή τον Ιταλό Φιλέλληνα επίλαρχο Andrea Dania. O Mierzewski τοποθετήθηκε διοικητής του 2ου Λόχου του Τάγματος Φιλελλήνων[24]. Ταυτόχρονα με το Τάγμα Φιλελλήνων, συγκροτήθηκε το 1ο Σύνταγμα Πεζικού, υπό την διοίκηση του Ιταλού Φιλέλληνα αντισυνταγματάρχη Pietro Tarella.

Η πρώτη αποστολή του Τακτικού Στρατού ήταν η λύση της πολιορκίας του Σουλίου από τις Οθωμανικές δυνάμεις. Η επιτυχία της αποστολής αυτής, θα οδηγούσε στην ανανέωση του Αγώνα στην Ήπειρο, στην διαρκή ενίσχυση των Ελληνικών Δυνάμεων με έμπειρα κι αξιόμαχα στελέχη, καθώς και στην αποσόβηση του κινδύνου της ταχείας προέλασης των Οθωμανών στη νότιο Ελλάδα[25].

Το πρώτο λάθος που διέπραξε η Ελληνική διοίκηση, ήταν ότι δεν επέτρεψε την γρήγορη προώθηση των Ελλήνων και των Φιλελλήνων προς την Άρτα, που θα απέτρεπε την συγκέντρωση τουρκικών στρατευμάτων. Επίσης, σημαντικό πρόβλημα ήταν οι ασθένειες και η έλλειψη τροφίμων. Ενώ, ένα άλλο ακανθώδες ζήτημα ήταν η συμπεριφορά των ατάκτων, ιδιαίτερα του οπλαρχηγού Μπακόλα. Μάλιστα, ήδη πολλές ημέρες πριν την έναρξη της πορείας προς την Άρτα, υπήρχαν φήμες περί σχέσεων του Μπακόλα με τους Τούρκους, εξαιτίας της στάσης του. Ήταν βέβαια αδύνατο να πιστέψει κανείς, ότι ένας Έλληνας θα πρόδιδε τον αγώνα των συμπατριωτών του[26].

Οι Ελληνικές δυνάμεις αντιμετώπισαν τους Τούρκους στο Κομπότι, στις 22 Ιουνίου 1822. Το πολεμικό σχέδιο προέβλεπε ότι, “οι Φιλέλληνες, ως τακτικοί στρατιώτες, δεν πρέπει ν’ αναζητούν τις κορυφές των βουνών για να αμύνονται άνετα, αλλά να μένουν στα σπουδαία και επικίνδυνα σημεία και να μη χάνουν την ευκαιρία να αναμετρηθούν με τον εχθρό”[27]. Βάσει αυτού, το 1ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον Tarella και το Τάγμα των Φιλελλήνων υπό τον Dania, τοποθετήθηκαν σε ζωτικά σημεία στους πρόποδες των υψωμάτων. Η εχθρική επίθεση αποκρούσθηκε επιτυχώς και οι Οθωμανοί οπισθοχώρησαν στην Άρτα με πολλές απώλειες[28].

 

Αναπαράσταση της μάχης στο Κομπότι. Έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, παραγγελία του Στρατηγού Μακρυγιάννη (Συλλογή ΕΕΦ).

 

Από το Κομπότι οι Φιλέλληνες, εξασθενημένοι από κόπωση, ασθένειες, πείνα και δίψα, κινήθηκαν την νύχτα εσπευσμένα προς το Πέτα, όπου συγκεντρώνονταν οι Τούρκοι. Εκεί έφθασαν και άλλες ελληνικές δυνάμεις και άρχισε η προετοιμασία της μάχης.

Στο πολεμικό συμβούλιο των αρχηγών ανέκυψαν διαφωνίες για το αν οι άτακτοι ή ο Τακτικός Στρατός , θα αποτελούσαν την αιχμή των Ελληνικών Δυνάμεων, καθώς και για την χρήση ή μη, οχυρωμάτων (ταμπουρίων). Για το πρώτο, επικράτησε η άποψη της περιμετρικής τοποθέτησης προς το Πέτα. O Normann δυσαρεστήθηκε από την απόφαση αυτή και αντιλαμβανόμενος τη δυσχερή θέση της ελληνικής πλευράς, εξέθεσε τις ανησυχίες του με επιστολή προς τον Μαυροκορδάτο[29]. Ο Μαυροκορδάτος, αν και ήταν ο αρχηγός των Ελληνικών δυνάμεων, απουσίαζε από το πεδίο της μάχης. Είχε εγκαταστήσει το αρχηγείο του στη Λαγκάδα που απείχε 6 ώρες από το Πέτα[30].

Στην επιστολή του ο Normann τόνιζε ότι οι τακτικοί στρατιώτες αριθμούσαν πλέον μόλις 515[31]. Επίσης, σημείωνε τους φόβους του περί εγκατάλειψης θέσης από τον Μπακόλα και αδυναμίας ενίσχυσης από τους υπολοίπους ατάκτους. Ο Μαυροκορδάτος δεν αξιοποίησε τον έμπειρο αυτό στρατιωτικό και επέμεινε στον σχεδιασμό του. Οι Φιλέλληνες τον δέχθηκαν από σεβασμό προς την διοίκηση[32].

Σχετικά με το δεύτερο σκέλος, τελικά επιβλήθηκε η κατασκευή των οχυρωμάτων, τα οποία, όπως βεβαιώνουν και ξένες πηγές, χρησιμοποίησαν και οι Φιλέλληνες, παρά την θέση του Dania, ότι «τα ταμπούρια μας είναι τα στήθη μας»[33].

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα ήταν η έλλειψη πειθαρχίας και συντονισμού των στρατευμάτων. Μετά την μάχη στο Κομπότι, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης με το σώμα του, κατά διαταγή του πατέρα του επέστρεψε στην Πελοπόννησο, πράξη για την οποία επικρίθηκε[34]. Την ίδια στιγμή, αναχώρησαν 1.200 μαχητές προς τον βορρά, για να βοηθήσουν τους Σουλιώτες. Μαζί τους ήταν οι Μάρκος Μπότσαρης, Καρατάσος, Αγγελής Γάτσος, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Αλεξάκης Βλαχόπουλος και Ανδρέας Ίσκος. Απέτυχαν όμως να προσεγγίσουν το Σούλι και ανακόπηκαν από τους Τούρκους στην Πλάκα, στις 29 Ιουνίου 1822. Οι επιζώντες επανέκαμψαν στο Πέτα. O Γώγος Μπακόλας παρέσυρε τον Μάρκο Μπότσαρη προς το Σούλι, με σκοπό την παγίδευσή του στην Πλάκα από τους Τούρκους, τους οποίους είχε ειδοποιήσει[35].

Την ημέρα της μάχης του Πέτα, έφθασε επίσης στην Σπλάντζα ένα τμήμα Μανιατών υπό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη για να βοηθήσει τους Έλληνες. Όμως δεν εντάχθηκε και πάλι αρμονικά σε ένα πλήρες στρατηγικό πλαίσιο. Το σώμα των Σουλιωτών οπλαρχηγών Λάμπρου Βέϊκου και Βασιλείου Ζέρβα ενώθηκε μαζί τους προς αντιμετώπιση των Οθωμανών που εστάλησαν για να τους απωθήσουν. Στην μάχη αυτή σκοτώθηκε πολεμώντας ηρωικά ο ίδιος ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης[36].

Όλες αυτές οι κινήσεις ήταν σπασμωδικές και δεν οργανώθηκαν σωστά οι Ελληνικές δυνάμεις που θα αντιμετώπιζαν την κύρια επίθεση των Τούρκων.

Το πρωί της 4ης Ιουλίου 1822, ξεκίνησε η επίθεση των 7.000 – 8.000 Οθωμανών που είχαν αφιχθεί από την Άρτα, εναντίον των Ελληνικών θέσεων. Ο Normann εμψύχωσε με θερμά λόγια τους άνδρες του Τακτικού Στρατού και επιθεώρησε έφιππος όλες τις θέσεις.

Αρχικά οι Φιλέλληνες και το Τακτικό Σώμα απωθούσαν επιτυχώς τον εχθρικό στρατό. Οι συνεχείς και συντονισμένες βολές προκαλούσαν απώλειες στους επιτιθέμενους. Παράγοντας επιτυχίας αυτής της πολεμικής τακτικής, είναι η ψυχραιμία των μαχητών, το συνεχές και γρήγορο γέμισμα των όπλων τους, οι αδιάκοπες ομοβροντίες και η διατήρηση των θέσεων άνευ ρήγματος των τάξεών τους. Το 1ο Σύνταγμα Πεζικού και το Τάγμα των Φιλελλήνων αποτελούσαν ένα αδιαπέραστο τείχος, καθώς η εκπαίδευση που τους είχε δώσει ο Baleste (ο ιδρυτής του πρώτου τακτικού στρατού στην Ελλάδα) απέδιδε τους καρπούς της[37].

 

Αναπαράσταση της μάχης του Πέτα. Έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, παραγγελία του Στρατηγού Μακρυγιάννη (Συλλογή ΕΕΦ).

 

Ξαφνικά όμως συνέβη το μοιραίο. Ο Μπακόλας και οι άνδρες του εγκατέλειψαν προδοτικά τις θέσεις τους, με αποτέλεσμα να πλευροκόπησουν οι Τούρκοι το 1ο Σύνταγμα Πεζικού και το Τάγμα Φιλελλήνων[38]. Ο Tarella προσπαθούσε να εμψυχώσει τους άνδρες του Συντάγματός του. Περικυκλώθηκε από τους Οθωμανούς, οι οποίοι τον αποκεφάλισαν[39]. Ο Mierzewski πολεμούσε γενναία στην πρώτη γραμμή μέχρι το τέλος.

Τότε τέθηκε επικεφαλής του 1ου Συντάγματος Πεζικού ο ίδιος ο στρατηγός Normann, ο ένδοξος Φιλέλληνας, και το οδήγησε ξανά στη μάχη, με συγκλονιστικά λόγια: “Για τη σωτηρία των Φιλελλήνων! Νίκη ή θάνατος!”. Στην έφοδο που ακολούθησε, τραυματίσθηκε στο στήθος και διακομίσθηκε στα μετόπισθεν για να αντιμετωπισθεί το σοβαρό τραύμα του[40].

Προοδευτικά το Σύνταγμα άρχισε να υποχωρεί και αποτελούσε πλέον εύκολο στόχο των Τούρκων ιππέων. Οι Φιλέλληνες είχαν εγκαταλειφθεί από τα άτακτα σώματα. Οι Φιλέλληνες και οι Επτανήσιοι, υπέστησαν σαν μία ζοφερή πανωλεθρία. Περικυκλώθηκαν από τον εχθρό σε ένα εκτεθειμένο σημείο και αποδεκατίσθηκαν.

Εκτυλίχθηκαν σκηνές συγκλονιστικού ηρωισμού. Ο Dania, εμψύχωνε έφιππος τους στρατιώτες του Τάγματος Φιλελλήνων μέχρις εσχάτων, αποκεφαλίσθηκε περικυκλωμένος από τους Οθωμανούς[41].

Ο Mierzewski, επικεφαλής 15 Πολωνών από τον 2ο Λόχο του Τάγματος Φιλελλήνων, οχυρώθηκε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο κέντρο του Πέτα και μαχόμενος ηρωικά, προσπάθησε να διευκολύνει την υποχώρηση των Ελληνικών Δυνάμεων[42]. Μάλιστα έφθασαν να πολεμούν ακόμη και στη σκεπή της εκκλησίας, την οποία πυρπόλησαν οι Οθωμανοί, καθώς ήταν αδύνατον να τους καταβάλλουν. Έπεσαν όλοι ηρωικά[43].

Επίσης, ο Γάλλος ίλαρχος του Γαλλικού Στρατού Jean Mignac, αξιωματικός του 1ου Συντάγματος Πεζικού αγωνίσθηκε με απαράμιλλη γενναιότητα. Οι Τούρκοι επιχειρούσαν να τον αιχμαλωτίσουν, καθώς λόγω της εντυπωσιακής στολής του υπέθεσαν πως ήταν ο στρατηγός Normann. Αρνούμενος να παραδοθεί, πολέμησε ηρωικά. Τραυματισμένος σε όλο του το σώμα, αντιμετώπισε τους Οθωμανούς στηριζόμενος στον κορμό μίας ελιάς. Περικυκλωμένος από πλήθος εχθρών, εξουδετέρωσε 14 εξ αυτών[44]. Όταν έσπασε το σπαθί του, αυτοκτόνησε κόβοντας τον λαιμό του[45].

Από τους εθελοντές του Τακτικού Στρατού, έπεσαν ηρωικά 160 Επτανήσιοι και Φιλέλληνες. Πολλοί ήταν και οι αιχμάλωτοι που οδηγήθηκαν στην Άρτα και θανατώθηκαν μετά από φρικτά βασανιστήρια και βάναυσους εξευτελισμούς. Πολλοί Φιλέλληνες υποχρεώθηκαν να περπατούν επί ώρες γυμνοί, κρατώντας στα χέρια τους τα κομμένα κεφάλια των συμπολεμιστών τους[46].

Οι ελάχιστοι επιζώντες συγκεντρώθηκαν στη Λαγκάδα, ανάμεσά τους και η τραγική μορφή του ευγενούς ήρωα στρατηγού Normann, ο οποίος , όπως και μετά τη μάχη στο Κομπότι, έφθασε τελευταίος στο στρατόπεδο και παρουσιάσθηκε στον Μαυροκορδάτο, στον οποίο ανέφερε τα εξής: “Τα χάσαμε όλα, Υψηλότατε, εκτός απ’ την τιμή μας!”[47]. Το 1ο Σύνταγμα Πεζικού, το Τάγμα των Φιλελλήνων και πλήθος ενθουσιωδών Ευρωπαίων Φιλελλήνων και Επτανησίων, δεν υπήρχαν πια.

 

Μνημείο στο Πέτα προς τιμήν των πεσόντων Φιλελλήνων την 4η Ιουλίου 1822.

 

O Πολωνός αξιωματικός Franciszek Mierzewski, και οι Πολωνοί σύντροφοί του, ήταν από τις πλέον ηρωικές μορφές της μάχης του Πέτα.

Η Ελλάδα και η ΕΕΦ τιμούν την ένδοξη μνήμη του Franciszek Mierzewski και των ηρώων συμπολεμιστών του, οι οποίοι αγωνίσθηκαν μέχρις εσχάτων για την Ελευθερία των Ελλήνων και τρέφουν αιώνια ευγνωμοσύνη για την θυσία τους.

 

Παραπομπές

[1] Grab, Alexander, “Napoleon and the Transformation of Europe”, εκδ. McMillan, Νέα Υόρκη, 2003, σελ. 180.
[2] Sinko, Thadeusz, “Udzial Polakow w bojach I pracach Hellady”, εκδ. περ. “Przeglad Wspolczesny”, Βαρσοβία, 1932, τεύχος 125, σελ. 285.
[3] Kwaśniewski, Włodzimierz, “Dzieje szabli w Polsce”, εκδ. Bellona, Βαρσοβία, 1999.
[4] Nieuważny, Andrzej, “Najpiękniejsza z szarż”, εκδ. περ. “Rzeczpospolita“, Βαρσοβία, 2006, τεύχος 123.
[5] Pawly, Ronald, “Napoleon’s Polish Lancers of the Imperial Guard”, εκδ. Osprey Publishing, Λονδίνο, 2007.
[6] Chłapowski, Dezydery, “Memoirs of a Polish Lancer”, εκδ. Emperor’s Press, Chicago, 1992.
[7] Brandys, Marian, “Kozietulski i inni”, εκδ. Iskry, Βαρσοβία, 1982, σελ. 222.
[8] Βλ. στο ίδιο, σελ. 225.
[9] Chłapowski, Dezydery,”Memoirs of a Polish Lancer”, εκδ. Emperor’s Press, Chicago, 1992.
[10] Brandys, Marian, “Kozietulski i inni”, εκδ. Iskry, Βαρσοβία, 1982, σελ. 271.
[11] Kukiel, Marian, “Dzieje oręża polskiego w epoce napoleońskiej 1795-1815”, εκδ. Kurpisz, Poznań, 1912.
[12] Συλλογικό, “Greckie źródła do dziejów Rzeczypospolitej”, εκδ. Hellenopolonica, Αθήνα, 2014.
[13] Lieven, Dominic, “Russia Against Napoleon: The True Story of the Campaigns of War and Peace”, εκδ. Penguin, Λονδίνο, 2010, σελ. 484.
[14] Pawly, Ronald, “Napoleon’s Polish Lancers of the Imperial Guard”, εκδ. Osprey Publishing, Λονδίνο, 2007.
[15] Kukiel, Marian, “Dzieje oręża polskiego w epoce napoleońskiej 1795-1815”, εκδ. Kurpisz, Poznań, 1912, σελ. 468.
[16] Συλλογικό, “Greckie źródła do dziejów Rzeczypospolitej”, εκδ. Hellenopolonica, Αθήνα, 2014.
[17] Chandler, David, “Waterloo: The Hundred Days”, εκδ. Osprey Publishing, Λονδίνο, 1981.
[18] Kukiel, Marian, “Dzieje oręża polskiego w epoce napoleońskiej 1795-1815”, εκδ. Kurpisz, Poznań, 1912, σελ. 470.
[19] Βλ. στο ίδιο, σελ. 475.
[20] Alexander, Robert S., “Bonapartism and Revolutionary Tradition in France: The Federes of 1815”, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1991.
[21] Pawly, Ronald, “Napoleon’s Polish Lancers of the Imperial Guard”, εκδ. Osprey Publishing, Λονδίνο, 2007.
[22] Barth, Wilhelm – Kehrig-Korn, Max, “Die Philhellenenzeit. Von der Mitte des 18. Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias‘ am 9. Oktober 1831”, εκδ. Max Hueber Verlag, Μόναχο, 1960, σελ. 44.
[23] Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, “Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού”, εκδ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Αθήνα, 1997.
[24] Elster, Daniel – Johann, “Το Τάγμα των Φιλελλήνων. Η ίδρυση, η εκστρατεία και η καταστροφή του”, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2010.
[25] “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 1, φακ. 197, σελ. 254.
[26] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος, σελ. 177.
[27] Βυζάντιος Χρήστος, “Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833”, εκδ. Κ. Αντωνιάδου, Αθήνα, 1874, σελ. 203.
[28] Συλλογικό, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, 12ος τόμος, σελ. 232.
[29] “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 2, φακ. 548, σελ. 135.
[30] Φωτιάδης, Δημήτρης, “Η Επανάσταση του ’21”, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1971, β’ τόμος, σελ. 211.
[31] Βλ. στο ίδιο.
[32] Woodhouse, Christopher Montague, “The Philhellenes”, εκδ. Fairleigh Dickinson University Press, Madison, 1971.
[33] Βλ. στο ίδιο.
[34] Κολοκοτρώνης, Γενναίος, “Απομνημονεύματα”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2006.
[35] Voutier, Olivier, “Απομνημονεύματα του συνταγματάρχη Olivier Voutier από τον πόλεμο των Ελλήνων”, μετ. Ειρήνη Τζουρά, επιμ. Παναγιώτα Παναρίτη, εκδ. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα, 2019.
[36] Περραιβός, Χριστόφορος, “Πολεμικά Απομνημονεύματα. Μάχες του Σουλίου και της Ανατολικής Ελλάδας 1820 -1829”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2003, σελ. 160.
[37] St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008, σελ. 277.
[38] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος, σελ. 178.
[39] St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008.
[40] Gridley Howe, Samuel, “An Historical Sketch of the Greek Revolution”, εκδ. White, Gallaher & White, Νέα Υόρκη, 1828.
[41] Fassino, Pier Giorgio, “Andrea Dania”, εκδ. περ.”Accademia Urbense”, Ovada, Σεπτέμβριος 2006, σελ. 188.
[42] Συλλογικό, “Greckie źródła do dziejów Rzeczypospolitej”, εκδ. Hellenopolonica, Αθήνα, 2014.
[43] Treiber, Heinrich, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828”, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960.
[44] Pouqueville. F.C.H.L., “Histoire de la régénération de la Grèce, 1740-1824”, επιμ. Albert Schott, J. P. von Hornthal, εκδ. Univ.- Bibl. Heidelberg, Χαϊδελβέργη, 1825.
[45] Raybaud Maxime, “Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance, accompagnés de plans topographiques, avec une introduction historique par Alph. Rabbe”, εκδ. Tournachon-Molin Libraire, Παρίσι, 1824, τόμος 1.
[46] Στο ίδιο.
[47] Στο ίδιο.

 

Βιβλιογραφία – πηγές

  • Συλλογικό, “Greckie źródła do dziejów Rzeczypospolitej “, εκδ. Hellenopolonica, Αθήνα, 2014.
  • Grab, Alexander, “Napoleon and the Transformation of Europe“, εκδ. McMillan, Νέα Υόρκη, 2003.
  • Sinko, Thadeusz, “Udzial Polakow w bojach I pracach Hellady“, εκδ. περ. ‘’Przeglad Wspolczesny’’, Βαρσοβία, 1932, τεύχος 125.
  • Kwaśniewski, Włodzimierz, “Dzieje szabli w Polsce“, εκδ. Bellona, Βαρσοβία, 1999.
  • Nieuważny, Andrzej, “Najpiękniejsza z szarż“, εκδ. περ. “Rzeczpospolita“, Βαρσοβία, 2006, τεύχος 123.
  • Pawly, Ronald, “Napoleon’s Polish Lancers of the Imperial Guard“, εκδ. Osprey Publishing, Λονδίνο, 2007.
  • Chłapowski, Dezydery, “Memoirs of a Polish Lancer“, εκδ. Emperor’s Press, Chicago, 1992.
  • Brandys, Marian, “Kozietulski i inni“, εκδ. Iskry, Βαρσοβία, 1982.
  • Kukiel, Marian, “Dzieje oręża polskiego w epoce napoleońskiej 1795-1815“, εκδ. Kurpisz, Poznań, 1912.
  • Lieven, Dominic, “Russia Against Napoleon: The True Story of the Campaigns of War and Peace“, εκδ. Penguin, Λονδίνο, 2010.
  • Chandler, David, “Waterloo: The Hundred Days“, εκδ. Osprey Publishing, Λονδίνο, 1981.
  • Alexander, Robert S., “Bonapartism and Revolutionary Tradition in France: The Federes of 1815“, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1991.
  • Barth, Wilhelm – Kehrig-Korn, Max, “Die Philhellenenzeit. Von der Mitte des 18. Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias‘ am 9. Oktober 1831“, εκδ. Max Hueber Verlag, Μόναχο, 1960.
  • Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, “Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού”, εκδ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Αθήνα, 1997.
  • Elster, Daniel – Johann, “Το Τάγμα των Φιλελλήνων. Η ίδρυση, η εκστρατεία και η καταστροφή του“, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2010.
  • “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου“, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 1, φακ. 197.
  • Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως“, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος.
  • Βυζάντιος Χρήστος, “Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833 “, εκδ. Κ. Αντωνιάδου, Αθήνα, 1874.
  • Συλλογικό, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους“, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, 12ος τόμος.
  • “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου“, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 2, φακ. 548.
  • Φωτιάδης, Δημήτρης, “Η Επανάσταση του ’21“, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1971, β’ τόμος.
  • Woodhouse, Christopher Montague, “The Philhellenes“, εκδ. Fairleigh Dickinson University Press, Madison, 1971.
  • Κολοκοτρώνης, Γενναίος, “Απομνημονεύματα“, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2006.
  • Voutier, Olivier, “Απομνημονεύματα του συνταγματάρχη Olivier Voutier από τον πόλεμο των Ελλήνων“, μετ. Ειρήνη Τζουρά, επιμ. Παναγιώτα Παναρίτη, εκδ. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα, 2019.
  • Περραιβός, Χριστόφορος, “Πολεμικά Απομνημονεύματα. Μάχες του Σουλίου και της Ανατολικής Ελλάδας 1820 -1829“, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2003
  • St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence“, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008.
  • Gridley Howe, Samuel, “An Historical Sketch of the Greek Revolution“, εκδ. White, Gallaher & White, Νέα Υόρκη, 1828.
  • Fassino, Pier Giorgio, “Andrea Dania“, εκδ. περ.”Accademia Urbense”, Ovada, Σεπτέμβριος 2006.
  • Treiber, Heinrich, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828“, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ. , Αθήνα, 1960.
  • Pouqueville. F.C.H.L., “Histoire de la régénération de la Grèce, 1740-1824“, επιμ. Albert Schott, J. P. von Hornthal, εκδ. Univ.- Bibl. Heidelberg, Χαϊδελβέργη, 1825.
  • Raybaud Maxime, “Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance, accompagnés de plans topographiques, avec une introduction historique par Alph. Rabbe “, εκδ. Tournachon-Molin Libraire, Παρίσι, 1824, τόμος 1.

 

Πορτραίτο του Βέλγου Φιλέλληνα De Lannoy Augustin (συλλογή ΕΕΦ)

 

Ο De Lannoy, (Guillaume) Augustin (αναφέρεται επίσης ως Delannoy, Delannoi, Delanoi), ήταν εθελοντής από τις Βρυξέλλες, του Βελγίου. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές (πχ. Fornezy), ένας εθελοντής με το όνομα «Delannoi» αναφέρθηκε ότι συμμετείχε στην δύναμη του τάγματος των Φιλελλήνων που διοικούσε ο στρατηγός Norman. Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι πολέμησε στο Πέτα τον Ιούλιο του 1822.

Ωστόσο, σύμφωνα με Βελγικές εφημερίδες (π.χ. Le Courrier de la Meuse της 5ης Ιουνίου 1826), ο Augustin De Lannoy και ο N.J. Trumper αναχώρησαν από το Βέλγιο το 1824 για την Ελλάδα.

Ο De Lannoy συμμετείχε σε πολλές συναυλίες και εράνους για την συγκέντρωση χρημάτων και τιμητικές εκδηλώσεις, για να υποστηρίξει τα ελληνικά δίκαια, και το όνομά του εμφανιζόταν συχνά στον ευρωπαϊκό τύπο.

 

Το πρόγραμμα της 3ης Ιουνίου 1826, μιας από τις πολλές συναυλίες που πραγματοποιήθηκαν υπέρ των Ελλήνων στην Ευρώπη. Ο στόχος αυτών των εκδηλώσεων ήταν να συγκεντρώσει χρήματα για την οικονομική υποστήριξη των Ελλήνων και να προωθήσει τα δίκαια των Ελλήνων (συλλογή ΕΕΦ).

 

Από την άφιξή του στην Ελλάδα το 1824, έγινε μέλος του Τακτικού Στρατού υπό τον Στρατηγό Fabvier και διορίστηκε Λοχαγός του Πεζικού του Τρίτου Ελληνικού τάγματος. Το 1826 μετακόμισε με τις στρατιωτικές μονάδες που στάθμευαν στην Τροιζίνα, με αποστολή να σταματήσουν τις δυνάμεις του «Ιμπραήμ-Πάσα». Στο πλαίσιο αυτό, συμμετείχε σε πολλές επιχειρήσεις μέχρι τον Ιούνιο του 1826 και πιθανότατα και στη μάχη των Μύλων, όπου 500 Έλληνες μαχητές και Φιλέλληνες νίκησαν έναν στρατό 6600 Οθωμανών με επικεφαλής τον ίδιο τον Ιμπραήμ-Πάσχα.

Ο De Lannoy πέθανε λίγο αργότερα στο νησί της Άνδρου στις 6 Ιουλίου 1826.

Η συνεισφορά του αναγνωρίσθηκε και το όνομά του αναγράφεται στο μνημείο του Τουρέ στην εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα στο Ναύπλιο.

 

Η Καθολική Εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος (The Transfiguration of the Saviour) στο Ναύπλιο και το μνημείο των Φιλελλήνων γνωστό ως αψίδα του Τουρέ στην είσοδό του ναού.

 

Η ΕΕΦ και ο Ελληνικός λαός αποτίουν φόρο τιμής σε αυτόν τον μεγάλο Βέλγο Φιλέλληνα, και τιμούν τη μνήμη του, μαζί με αυτήν όλων των Βέλγων συντρόφων του που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, ακόμη και τη ζωή τους, κατά την Ελληνική Επανάσταση, ως εθελοντές στην Ελλάδα ή με τη συμμετοχή τους το φιλελληνικό κίνημα στο Βέλγιο.

 

 

Ο Carl Anton Joseph Rottmann ήταν διάσημος Γερμανός τοπιογράφος και αγαπημένος ζωγράφος του Βαυαρού βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ (Ludwig I., 1786 – 1868). Φημιζόταν για την ζωγραφική του με μυθικά – ηρωικά θέματα. Το σπουδαιότερο καλλιτεχνικό επίτευγμα του Rottmann υπήρξε η δημιουργία του «Ελληνικού Κύκλου» (Griechenlandzyklus). Μίας σειράς έργων ρομαντικής τοπιογραφίας με θέμα την Ελλάδα, που φιλοτέχνησε μετά από ανάθεση του Λουδοβίκου Α´. Θεωρήθηκε ως ο «σπουδαιότερος τοπιογράφος του Μονάχου», και ήταν από τους πρώτους μάλιστα που προσέφερε στο Γερμανικό κοινό, ρεαλιστικές εικόνες από την Ελλάδα (όπως σημείωσε ο Γερμανός αρχιτέκτων, Leo von Klenze, 1784-1864).  Η σπουδαιότητα της προσφοράς του αναγνωρίσθηκε στην εποχή του, και την επαύριο του θανάτου του μία αίθουσα της Νέας Πινακοθήκης του Μονάχου (Νeue Pinakothek) αφιερώθηκε στην αποκλειστική έκθεση των έργων του «Ελληνικού Κύκλου» (1853). Πρόκειται για τον μοναδικό καλλιτέχνη στον οποίον επιφυλάχθηκε τέτοια τιμή στη Νέα Πινακοθήκη.

Γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1797 στη συνοικία Handschuhsheim της Χαϊδελβέργης και μαθήτευσε στο πλευρό του πατέρα του, Friedrich Rottmann, o οποίος εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο της πόλης διδάσκοντας ζωγραφική. Ο νεότερος αδελφός του Carl, Leopold, έγινε επίσης ζωγράφος, χωρίς ωστόσο να αγγίξει τη διασημότητα του μεγαλύτερου σε ηλικία αδελφού του. Ήδη στα πρώτα έργα του Carl Rottmann διακρίνεται η δεξιοτεχνία του στην ακουαρέλα και η δύναμη των συνθέσεων του. Ο ίδιος επηρεάστηκε από τους Ολλανδούς τοπιογράφους, τον Γάλλο Claude Lorrain (1600 – 1682), και τον Άγγλο George Augustus Wallis (1761-1847), με τον οποίον συνδέθηκε κατά την παραμονή του τελευταίου στην Χαϊδελβέργη. Ο Rottmann ανήκε, μαζί με τους συμπατριώτες του, Philipp Fohr (1795 – 1818)  και Ernst Fries (1801 – 1833), στους κορυφαίους ρομαντικούς ζωγράφους της Χαϊδελβέργης, και επηρέασε μία σειρά νεοτέρων τοπιογράφων.

Η μετακόμιση του στο Μόναχο το 1821 απετέλεσε σταθμό καθοριστικής σημασίας για την ανάδειξη του ως καλλιτέχνη. Μέσω της συζύγου του, Friedericke Sckell, και του κύκλου γνωριμιών της οικογένειάς της, ήλθε σε επαφή με τον Βαυαρό μονάρχη, Λουδοβίκο Α΄. Το ιδεολογικό και καλλιτεχνικό πρόγραμμα του Λουδοβίκου προέκρινε την προβολή και την εδραίωση της κυριαρχίας του Οίκου των Wittelsbach στο Μόναχο, όπως και την υπογράμμιση της κοινής πολιτισμικής κληρονομίας που συνέδεε το αναδυόμενο νέο ελληνικό κράτος και την Βαυαρία. Τα αρχιτεκτονικά κτήρια και ο πολεοδομικός ανασχεδιασμός της «Αθήνας του Ίζαρ», όπως και τα νέα έργα τέχνης που δημιουργήθηκαν, απετέλεσαν προνομιακά πεδία προβολής αυτού του προγράμματος. Ως μαικήνας των τεχνών, ο Λουδοβίκος σύντομα δημιούργησε γύρω του έναν κύκλο ευνοούμενων ζωγράφων και αρχιτεκτόνων. Ένας από τους αγαπημένους του καλλιτέχνες (από το 1841 επίσημος «ζωγράφος της βασιλικής Αυλής» – Hofmaler), ήταν ο Rottmann, στον οποίον ανέθεσε την εικονογράφηση των στοών του κήπου του Μονάχου (Hofgarten) με ιταλικά τοπία. Oι προσβάσιμοι σε όλους κήποι θα προσέφεραν ένα «δωρεάν μάθημα Ιστορίας». Ο Βαυαρός μονάρχης επέλεξε να υπογραμμισθεί εδώ η σχέση της πατρίδος του με την Ιταλία μέσω μίας εικαστικής περιήγησης στη γείτονα χώρα. Προκειμένου δε ο Rottmann να εμπλουτίσει το ρεπερτόριο των εικόνων του με αληθοφάνεια, του ανέθεσε ένα ταξίδι στην Ιταλία (1826-1827). Έτσι, ως το 1828 δημιούργησε 28 ειδυλλιακές τοπογραφίες (νωπογραφίες), προορισμένες αρχικά να εκτεθούν στο Hofgarten.

Ο κύκλος με τα «ιταλικά έργα» άνοιξε το δρόμο για ακόμη μία σημαντική ανάθεση του Λουδοβίκου στον Rottmann. Ο πρωτότοκος υιός του μονάρχη, Όθων, είχε ήδη στεφθεί βασιλιάς της Ελλάδος το 1832, και μαζί αναφάνηκε η ανάγκη δημιουργίας μνημειωδών έργων που θα υπογράμμιζαν τους συμμαχικούς δεσμούς φιλίας μεταξύ των χωρών. Ετσι λοιπόν, ανέθεσε στον Rottmann, και χρηματοδότησε, την μετάβασή του στο νεόδμητο ελληνικό κράτος (1834-1835), με σκοπό τη συλλογή υλικού για την δημιουργία αντιστοίχων «ελληνικών έργων» στη βόρεια πτέρυγα των στοών του Hofgarten. Τα έργα αυτά θα ολοκλήρωναν το πρόγραμμα της ειδυλλιακής – ρομαντικής τοπιογραφίας που εγκαινιάσθηκε με τα ιταλικά του θέματα.  Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε τη δημιουργία 38 σκηνών. Εκτός από τον Rottmann, απεσταλμένοι του Λουδοβίκου στην Ελλάδα υπήρξαν αντίστοιχα οι ζωγράφοι Ferdinand Stademann (1791-1873), Ludwig Lange (1808-1868), Peter von Hess (1792-1871), oι στρατιωτικοί και ζωγράφοι Karl Wilhelm Freiherr von Heideck (1788 – 1861) και Karl Krazeisen (1794 – 1878), καθώς και ο αρχιτέκτων Leo von Klenze (1784 – 1864). Στον Peter von Hess είχε ανατεθεί επίσης από τον Λουδοβίκο Α, η δημιουργία παραστάσεων από την Ελληνική Επανάσταση, οι οποίες θα κοσμούσαν τη βόρεια στοά του Hofgarten.

O Ludwig Lange υπήρξε σημαντικός συνοδοιπόρος του Rottmann στην Ελλάδα, που του παρείχε πολύτιμες συμβουλές για τα αρχιτεκτονικά του σχέδια. Ο Rottmann αντιμετώπισε δυσκολίες στη διάρκεια του μονοετούς ταξιδιού του, όπως μαρτυρείται από πλήθος επιστολών που συνέταξε εκείνη την περίοδο. Περιηγήθηκε τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα (Αθήνα, Κόρινθος, Ναυπλία, Τίρυνθα, Μυκήνες, Επίδαυρο, Νεμέα, Σπάρτη, Θήβα), όσο και σε νησιά (Εύβοια, Νάξος, Δήλος), και δημιούργησε εκατοντάδες προσχέδια για τα τοπία που επισκέφθηκε, ενίοτε δε ορισμένες πανοραμικές παραστάσεις με μολύβι και ακουαρέλα.

 

Ηλιοβασίλεμα στην Επίδαυρο, Carl Rottmann, λάδι σε καμβά (συλλογή ΕΕΦ).

 

Η εικόνα της κατεστραμμένης από τον πόλεμο Ελλάδος που γνώρισε κατά τη δωδεκάμηνη παραμονή του ο ζωγράφος απείχε πολύ από την εξιδανικευμένη «Αρκαδία» που επιθυμούσε να προβάλει ο αρχαιολάτρης Λουδοβίκος Α. Για τις απεικονίσεις τόπων με βαρύνουσα ιστορική σημασία (π.χ. “Schlachtfeld von Marathon“, το πεδίο μάχης του Μαραθώνα), ο Rottmann απέφυγε την «αφήγηση» των γεγονότων μέσω της απεικόνισης προσώπων, αναθέτοντάς την περισσότερο στα στοιχεία της φύσης, τα ζώα ή τα καιρικά φαινόμενα, με τα οποία μας «εκμυστηρεύεται» ατμοσφαιρικά τα ιστορικά γεγονότα. Προσπάθησε επίσης να «συμβιβάσει» εικονογραφικά τα σημάδια της αρχαιότητας με τεκμήρια της σύγχρονης παρουσίας των Ελλήνων (π.χ. “Athen, vom Brunnen aus”, θέα της Αθήνας από πηγή). Αυτές οι επιλογές του τον έκαναν εισηγητή μίας νέας «ρομαντικής, ηρωικής τοπιογραφίας». Τα έργα του ξεχωρίζουν για την επιδέξια απόδοση του φωτός και των λεπτών αποχρώσεων του ουρανού. Στο Μόναχο επιβιώνει ως σήμερα ο χαρακτηρισμός «ουρανός του Rottmann» (Rottmannhimmel) ως αναφορά σε έναν καταγάλανο ουρανό.

Αφού επέστρεψε στο Μόναχο τον Οκτώβριο του 1834, μετέφερε τα προσχέδιά του σε ακουαρέλες, με σκοπό να τις παρουσιάσει στον Λουδοβίκο, ώστε να προεγκριθούν για τη μεταφορά τους στο Hofgarten. Για τον «Ελληνικό Κύκλο» προτίμησε αρχικά τη μέθοδο της εγκαυστικής, ή οποία εγγυόταν μακροβιότητα στα έργα, έπειτα πειραματίστηκε με τη χρήση ρητίνης στη ζωγραφική. Ως το 1849 δημιούργησε 23 τοπιογραφίες, μειώνοντας τον αρχικά προβλεπόμενο αριθμό των έργων. Η ιδέα για την υπαίθρια έκθεση τους εγκαταλείφθηκε. Από το 1853 οι παραστάσεις βρίσκονταν εκτεθειμένες σε ειδική αίθουσα της Νέας Πινακοθήκης στο Μόναχο που έφερε το όνομά του (Rottmann-Saal, Neue Pinakothek). H αίθουσα αυτή, μαζί με το κτήριο της Νέας Πινακοθήκης, έκλεισαν με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Λόγω του βάρους τους, οι παραστάσεις μπορούσαν να μεταφερθούν μόνο στο υπόγειο του μουσείου, όπου υπέστησαν όμως σημαντικές ζημιές. Το 2003 δημιουργήθηκε μία νέα αίθουσα Rottmann, στο καινούργιο κτήριο της Νέας Πινακοθήκης (1981), όπου παρουσιάστηκαν 14 από τους 19 πίνακες του που αποκαταστάθηκαν.

O Carl Rottmann πέθανε στο Μόναχο στις 7 Ιουλίου 1850, λίγες μόλις εβδομάδες αφού είχε ολοκληρώσει την τελευταία του εικόνα από τον «Ελληνικό κύκλο». Ο τάφος του βρίσκεται στο Alter Südfriedhof του Μονάχου.

 

Προτομή του Carl Rottmann, Λιθογραφία, 19ος αιώνας.

 

Η ΕΕΦ τιμά τον σπουδαίο ζωγράφο και Φιλέλληνα Carl Rottmann, o oποίος με την ατμοσφαιρική του τοπιογραφία διέσωσε την εικόνα της Ελλάδας που αντίκρυσε, μεταφέροντας στις νεότερες γενιές ένα σημαντικό εικαστικό τεκμήριο για τη χώρα μας.

 

Πηγές – Βιβλιογραφία

  • Fuhrmeister, Christian; Jooss, Birgit (Hrsg.), Isar/Athen Griechische Künstler in München – Deutsche Künstler in Griechenland, Μόναχο 2008.
  • Kepetzis, Ekaterini, „Imagination und Wirklichkeit. Griechenlandrezeption in der westeuropäischen Malerei“, στο: Κonstantinou, Evangelos (Hrsg.), Das Bild Griechenlands im Spiegel der Völker (17. bis 18. Jahrhundert), Philhellenische Studien Band 14, Peter Lang, Frankfurter am Main 2008.
  • Kepetzis, Ekaterini, Rezension von: Herbert W. Rott / Renate Poggendorf / Elisabeth Stürmer: Carl Rottmann. Die Landschaften Griechenlands, Ostfildern: Hatje Cantz 2007, στο KUNSTFORM 9 (2008), Nr. 1, https://www.arthistoricum.net/kunstform/rezension/ausgabe/2008/1/
  • Μιχαήλ, Γιάννης, «Δέκα τόνοι Ελλάδα», Το Βήμα, 25.11.2008.
  • https://www.pinakothek.de/kunst/carl-rottmann/kopaissee

 

Dr. Samuel Gridley Howe, Βοστώνη, Δεκέμβριος 1873. Δαγεροτυπία. Αρχείο Hall of Fame for the Blindness Field, Louisville.

 

Ο Samuel Gridley Howe (1801-1876), ήταν σημαίνων Αμερικανός Φιλέλληνας, γιατρός, νομικός, πρωτοπόρος παιδαγωγός και φιλάνθρωπος.

Γεννήθηκε στη Βοστώνη της Μασαχουσέτης, στους κόλπους μίας εύπορης οικογενείας εμπόρων. Ο παππούς του Edward Compton Howe, ήταν μέλος της παράταξης των “Ινδιάνων” του Boston Tea Party κατά την Αμερικανική Επανάσταση[1]. Ο πατέρας του Joseph Neals Howe ήταν πλοιοκτήτης και κατασκευαστής καραβόσχοινων, ο οποίος συνεισέφερε στην ενίσχυση του Αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού κατά τον Αγγλοαμερικανικό Πόλεμο του 1812-1815[2]. Τέλος, η μητέρα του Patty Gridley Howe, ήταν μία από τις πλέον μορφωμένες γυναίκες της εποχής της[3].

Ο Howe έλαβε την εγκύκλια παιδεία του στη Λατινική Σχολή της Βοστώνης[4]. Με την αποφοίτησή του από εκεί το 1818, μετά από παρότρυνση του πατέρα του, εισήχθη στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Brown της Πολιτείας Rhode Island, καθώς εξαιτίας της πολιτικής αντιπαράθεσης, το Πανεπιστήμιο Harvard εθεωρείτο προπύργιο των Φεντεραλιστών. Δηλαδή των αντιπάλων των Δημοκρατικών που υποστήριζε η οικογένεια του Howe[5].

Με την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο Brown το 1821, εγγράφεται στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Harvard, από την οποία έλαβε το πτυχίο του το 1824. Κατά τα έτη των σπουδών του στο Harvard, εντρύφησε στην ποίηση του Λόρδου Βύρωνος, ο οποίος έγινε το ίνδαλμά του. Μέσα από την ποίηση του Βύρωνος ο Howe μυήθηκε στα Φιλελληνικά ιδεώδη, και όταν άρχισε η Ελληνική Επανάσταση, παρακολουθούσε στενά και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις εξελίξεις[6].

Μόλις έλαβε το πτυχίο του από το Harvard, αποφάσισε να ταξιδεύσει στην Ελλάδα και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Αγώνα των Ελλήνων. Για να πραγματοποιήσει το ταξίδι αυτό δανείσθηκε χρήματα από το φίλο του William Sampson. Παράλληλα ενημέρωσε για τις προθέσεις του την Φιλελληνική Επιτροπή της Βοστώνης, και έλαβε συστατική επιστολή από το ιδρυτικό μέλος της και Γενικό Γραμματέα, τον Αμερικανό Φιλέλληνα διπλωμάτη, πάστορα, πολιτικό και ακαδημαϊκό Edward Everett. Η επιστολή αυτή είχε ως παραλήπτη τον Έλληνα γιατρό, αγωνιστή της Επανάστασης και πολιτικό, Γεώργιο Γλαράκη[7].

Ο Howe αναχώρησε από τις ΗΠΑ το Σεπτέμβριο του 1824, και έφθασε στη Βαλέττα της Μάλτας στις αρχές Δεκεμβρίου του ιδίου έτους. Από εκεί κατέληξε στην Ελλάδα στις αρχές Ιανουαρίου του 1825 και μέσω Μονεμβασιάς, έφθασε στο Ναύπλιο[8]. Αμέσως εντάχθηκε στις Ελληνικές δυνάμεις ως στρατιωτικός γιατρός.

Τον Μάρτιο του 1825, μετέβη με διαταγή του Εκτελεστικού Σώματος στην Πάτρα, όπου τοποθετήθηκε ιατροχειρουργός του Ελληνικού στρατοπέδου[9]. Σε όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα, στέλνει συχνά επιστολές στον πατέρα του και στον φίλο του William Sampson, με τις οποίες τους ενημερώνει για την δράση του και για την κατάσταση στην Ελλάδα[10].

Τον Απρίλιο του 1825 ορίζεται ιατροχειρουργός των Ελληνικών Δυνάμεων και συμμετέχει στις επιχειρήσεις στο Νεόκαστρο. Οδεύοντας προς το Νεόκαστρο, γνωρίζει στην Τριπολιτσά, τον άλλο σημαντικό Αμερικανό Φιλέλληνα George Jarvis[11], με τον οποίο έγινε αμέσως στενός φίλος. Ο Jarvis είχε σχηματίσει μία ομάδα 45 Ελλήνων εθελοντών που συντηρούσε με έξοδά του[12]. Και οι δύο βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή. Μάλιστα ο Jarvis και οι μαχητές του αιχμαλωτίσθηκαν, μαζί με 1000 περίπου αγωνιστές.

Με την κατάληψη του Νεοκάστρου από τους Οθωμανούς στις 11 Μαΐου 1825, κινδύνευσε και ο ίδιος ο Howe, ο οποίος γλύτωσε την τελευταία στιγμή την αιχμαλωσία από τους Τουρκοαιγυπτίους. Κατά την υποχώρηση έφθασε μέσω Καλαμάτας στο Ναύπλιο στις 23 Μαΐου 1825[13]. Από το Ναύπλιο, στις αρχές Ιουνίου 1825, μεταβαίνει στην Ύδρα, με σκοπό την περίθαλψη των τραυματιών που είχαν συγκεντρωθεί εκεί[14].

O Howe παρέμεινε στην Ύδρα ως τις 11 Ιουνίου 1825, οπότε και μετέβη στους Μύλους της Αργολίδας. Εκεί πολέμησε στις 13 Ιουνίου 1825 με τις δυνάμεις του Δ. Υψηλάντη και συνέβαλε στην διάσωση πολλών τραυματιών, οι οποίοι διακομίσθηκαν στο Ναύπλιο[15]. Στη μάχη αυτή διακρίθηκε για τη γενναιότητά του και ένας άλλος σημαντικός Αμερικανός Φιλέλληνας, και φίλος του Howe, ο Jonathan Peckham Miller. Με τον Miller είχαν συναντηθεί στην Βοστώνη όταν αυτός ετοίμαζε τις βαλίτσες του για να ταξιδεύσει στην Ελλάδα.

 

John Elliot (1858 -1925), πίνακας του Dr Samuel Howe, συλλογή του Brown University

 

Τον Σεπτέμβριο του 1825, ο Howe τοποθετήθηκε στο σώμα του Δημητρίου Καλλέργη ως ιατροχειρουργός και συμμετείχε στην εκστρατεία της Κρήτης, κατά την οποία υπηρέτησε στη Γραμβούσα έως τον Οκτώβριο του 1825[16]. Στη συνέχεια επέστρεψε στο Ναύπλιο, όπου από τον Ιανουάριο μέχρι το Σεπτέμβριο του 1826, υπηρέτησε ως αρχίατρος στο Πολεμικό Νοσοκομείο[17].

Κατά την υπηρεσία του στο Πολεμικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου, ο Howe συνυπηρέτησε με τον Γεώργιο Γλαράκη, ο οποίος τον φρόντισε, όταν προσβλήθηκε από τύφο εξαιτίας των πολεμικών κακουχιών, τον Απρίλιο του 1826[18].

Την περίοδο της αρρώστιας του, ο Howe πληροφορήθηκε την Έξοδο του Μεσολογγίου, η οποία είχε λάβει χώρα στις 10 Απριλίου 1826. Το γεγονός αυτό, επέδρασε καταλυτικά στην ψυχή του Howe, ο οποίος ενημερώνει με επιστολές το Αμερικανικό κοινό για την κατάσταση στην Ελλάδα[19]. Μάλιστα, σε επιστολή του προς τον φίλο του William Sampson, τον Ιούλιο του 1826, υπερασπίζεται τους Έλληνες αγωνιστές και απαντά σε επικρίσεις εναντίον των Ελλήνων[20].

Στην επιστολή αυτή, ο Howe γράφει χαρακτηριστικά, πως οι επικριτές των Ελλήνων δεν λαμβάνουν υπόψη ότι επί τετρακόσια χρόνια η Ελλάδα υπέφερε εξαιτίας μίας τυραννίας πιο συντριπτικής και από την δουλεία των Δυτικών Ινδιών. Και κλείνει, χωρίς φόβο διάψευσης, σημειώνοντας ότι οι Νεοέλληνες, παρά την τυραννική δουλεία, έχουν πιο ενάρετο χαρακτήρα από τους Ιταλούς, τους Ισπανούς ή τους Ρώσους και ότι είναι το ίδιο ικανοί και ευφυείς, όπως οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι[21].

Τον Σεπτέμβριο του 1826, μετά την ανάρρωσή του, ο Howe τοποθετήθηκε ως αρχίατρος στην “Καρτερία”, το πρώτο ατμοκίνητο πολεμικό πλοίο του Ελληνικού Στόλου, υπό τις διαταγές του σημαντικού Βρετανού Φιλέλληνα πλοιάρχου και εθνικού ευεργέτη της Ελλάδος, Frank Abney Hastings, τον οποίο ακολούθησε σε όλες τις εκστρατείες του έως τον Ιούνιο του 1827. Τότε αντικαταστάθηκε από τον Γερμανό Φιλέλληνα γιατρό και μελλοντικό ανώτερο γενικό αρχίατρο του Ελληνικού Στρατού Heinrich Treiber[22]. Ταυτόχρονα, από τον Οκτώβριο του 1826 ως τον Μάιο του 1827, ο Howe κατείχε τη θέση του γενικού αρχιάτρου του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού[23]. Μάλιστα, καθ΄όλη την στρατιωτική του υπηρεσία, ο Howe δεν δέχθηκε ποτέ να λάβει μισθό από την Ελληνική διοίκηση, αποδεικνύοντας τον αγνό Φιλελληνισμό του[24].

Κατά την δράση του στην Ελλάδα, από το 1825 ως το 1829, ο Howe συνέγραψε το ημερολόγιο του, στο οποίο περιγράφει εναργώς και με σαφήνεια την κατάσταση στην Ελλάδα, τις πολεμικές επιχειρήσεις στην ξηρά και τη θάλασσα, τα ήθη και έθιμα των Ελλήνων, καθώς και την δράση των προσωπικοτήτων του Αγώνα, με τις ιδιαίτερες πτυχές τους, γεγονός που το καθιστά σημαντικό εργαλείο κατανόησης της Ελληνικής Επανάστασης.

Το 1867, μετά την επιστροφή του από το τελευταίο του ταξίδι στην Ελλάδα, ο Howe θέλησε να προβεί σε μία συνολική αναθεώρηση του ημερολογίου του, ούτως ώστε να προσδώσει μεγαλύτερη πληρότητα στην εξιστόρηση της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς το θεωρούσε πρωτόλειο[25]. Ο θάνατός του όμως, τον Ιανουάριο του 1876, δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει το έργο αυτό. Παρόλα αυτά, το ημερολόγιο του Howe εκδόθηκε μεταφρασμένο στα Ελληνικά, αρχικά σε συνέχειες από την εφημερίδα “Νέα Ημέρα”, το 1906, και αργότερα ολόκληρο το 1971 από τις εκδόσεις Καραβία, υπό τον τίτλο “Ημερολόγιο από τον Αγώνα 1825- 1829”[26].

Λίγο πριν την αποχώρησή του από την “’Καρτερία”, ο Howe συνάντησε στο Ναύπλιο στις 24 Μαΐου 1827 τον Jonathan Peckham Miller. O Miller και ο Jarvis ήταν οι δύο στενοί φίλοι του Howe στην Ελλάδα. Ο Miller ήταν πλέον o γενικός επόπτης της διανομής της ανθρωπιστικής βοήθειας των Αμερικανικών Φιλελληνικών Κομιτάτων στην Ελλάδα. Είχε επιστρέψει πρόσφατα στην Ελλάδα, συνοδεύοντας το πρώτο μέρος της ανθρωπιστικής βοήθειας η οποία είχε συγκεντρωθεί από το Φιλελληνικό Κομιτάτο της Νέας Υόρκης[27].

Ο Howe θα συνεργασθεί με τον Miller και τον George Jarvis (ο οποίος έχει επανέλθει στην Πελοπόννησο μετά την Μάχη του Αναλάτου στις 24 Απριλίου 1827), στη διανομή της ανθρωπιστικής βοήθειας από τον Ιούνιο ως τα τέλη Οκτωβρίου του 1827. Στη συνέχεια ο Howe θα ταξιδεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, με σκοπό την ενημέρωση της κοινής γνώμης και τη διενέργεια εράνων υπέρ των Ελλήνων[28].

Τον Ιανουάριο του 1828 παρέμεινε για λίγο στο λοιμοκαθαρτήριο της Βαλέττας στην υπό Βρετανική διοίκηση Μάλτα (η οποία ήταν ο ενδιάμεσος σταθμός του ταξιδιού του στις ΗΠΑ). Εκεί συνάντησε τον Αμερικανό Φιλέλληνα George Brown, επίσης αξιωματικό της “Καρτερίας” και επέστρεψε μαζί του στην Αμερική. Mάλιστα, συνόδευε και ορφανά παιδιά από την Ελλάδα, τα οποία υιοθετήθηκαν από Αμερικανικές οικογένειες και άλλους φορείς[29].

Ένα από τα παιδιά αυτά ήταν ο μελλοντικός γιατρός Χριστόφορος Π. Καστάνης, που επέζησε της σφαγής της Χίου το 1822 (στην πορεία συνέγραψε το 1851 το βιβλίο ”The Greek Exile, Or, a Narrative of the Captivity and Escape of Christophorus Plato Castanis”[30]. Στο βιβλίο αυτό περιγράφονται οι ενέργειες του Howe για τη διάσωση όσο το δυνατό περισσότερων ορφανών παιδιών από την Ελλάδα.

Με την επιστροφή του στην Αμερική δραστηριοποιήθηκε πυρετωδώς στη διενέργεια εράνων για τη συγκέντρωση οικονομικής και υλικής βοήθειας προς την αγωνιζόμενη Ελλάδα, την οποία έπληττε ο λιμός. Περιόδευσε στις περισσότερες πολιτείες όπου οργάνωνε εκδηλώσεις υπέρ των Ελλήνων. Μάλιστα σε αυτές παρουσίαζε μεταξύ άλλων, προσωπικά αντικείμενα και όπλα του λόρδου Βύρωνος.

 

Προσωπικά αντικείμενα του Λόρδου Βύρωνος που παρέδωσε στον Dr Samuel Howe ο Αμερικανός Φιλέλληνας και υπασπιστής του Βύρωνος, George Jarvis (συλλογή ΕΕΦ).

 

Οι ενέργειές του συνέβαλαν στη συγκέντρωση 60.000 δολαρίων, και επέτρεψαν την αγορά σημαντικών ποσοτήτων τροφίμων, ρουχισμού και φαρμάκων, υπέρ του Ελληνικού λαού, οι οποίες εστάλησαν στην Ελλάδα με τα πλοία “Herald” και “Suffolk”, τον Οκτώβριο του 1828 και τον Ιανουάριο του 1829 αντίστοιχα[31]. Ταυτόχρονα, δημοσίευσε στο τέλος του 1828 το βιβλίο του “Historical Sketch of the Greek Revolution”, με το οποίο ενημέρωνε την Αμερικανική κοινή γνώμη για την κατάσταση στην Ελλάδα[32]. Το βιβλίο αυτό ήταν το δεύτερο σε πωλήσεις στις ΗΠΑ μετά το εμβληματικό “Προσκύνημα του Childe Harold” του Λόρδου Βύρωνος.

 

Το βιβλίο του Dr Samuel Howe «Ιστορικό Σκίτσο της Ελληνικής Επανάστασης», πρώτη έκδοση (συλλογή ΕΕΦ).

 

Ο Ηowe πίστευε ότι τα χρήματα, ο ρουχισμός και τα τρόφιμα δεν πρέπει να διανέμονται ως απλό βοήθημα, αλλά ως συνεισφορά για δημιουργική εργασία, ωφέλιμη για την Ελλάδα και τους Έλληνες[33].

Ο Howe επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1829 με το πλοίο “Suffolk”[34], συνοδεύοντας την βοήθεια των Αμερικανών Φιλελλήνων. Κατά την άφιξή του είπε πως η Ελλάδα είναι το είδωλό του, και ότι οι στερήσεις που υπέφερε για εκείνη, αντί να τον κάνουν να την αποστραφεί, του κατέστησαν τη μελλοντική τύχη της πιο ενδιαφέρουσα και πως θα είναι καλή ανταμοιβή, αν οι αγώνες της, του προσφέρουν, έστω και την ελάχιστη ωφέλεια[35].

Παράλληλα με τον συντονισμό της διανομής της βοήθειας, ο Howe προέβη και σε άλλες κινήσεις. Για παράδειγμα, ίδρυσε στα Εξαμίλια του Ισθμού της Κορίνθου, την αποικία Ουασινγκτώνια για τους Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, την Κρήτη, τη Σύρο και την Αθήνα. Σε αυτήν την ενέργεια είχε αρωγούς, τον Βρετανό Φιλέλληνα στρατηγό Thomas Gordon και τον σημαίνοντα Βαυαρό Φιλέλληνα στρατηγό Karl Wilhelm von Heideck, κατοπινό αντιβασιλέα του Βασιλέως Όθωνος της Ελλάδος. Το σχέδιο αυτό το είχε εγκρίνει και ο Ι. Καποδίστριας. Μάλιστα στις αρχές του 1830, είχαν ήδη εγκατασταθεί 40 οικογένειες στην Ουασινγκτώνια[36].

Πέραν της αποικίας Ουασινγκτώνια, ο Howe συνέβαλε στην ίδρυση ενός σχολείου στα Μέγαρα το καλοκαίρι του 1829. Επίσης, ανέλαβε τον σχεδιασμό, την χρηματοδότηση και την υλοποίησε ενός μεγάλου έργου. Την οικοδόμηση της προκυμαίας και του λιμανιού της Αίγινας (πρωτεύουσας τότε του Ελληνικού κράτους). Συγχρόνως, είχε καθοριστικό ρόλο στο σχεδιασμό ενός νοσοκομείου και ενός ορφανοτροφείου θηλέων στην περιοχή της Αίγινας, ενώ τέλος, διένειμε σπόρους και αγροτικά εργαλεία στους γεωργούς της Αττικής[37].

Τον Ιούλιο του 1830, o Howe προσβλήθηκε από ελονοσία και αποχώρησε από την Ελλάδα[38]. Πήγε στο Παρίσι για ανάρρωση, καθώς και για συνέχιση των σπουδών του. Εκεί, τον Ιανουάριο του 1832, ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στην ιατρική. Ταυτόχρονα με τις σπουδές του, ήταν ενεργό μέλος του Πολωνικού Κομιτάτου των Παρισίων, το οποίο προετοίμαζε τον αγώνα των Πολωνών για ανεξαρτησία από την Ρωσία και την Πρωσία[39]. Μετά την ήττα των Πολωνών από τους Ρώσους και την μετακίνηση πληθυσμών προς την Πρωσία την άνοιξη του 1832, ανέλαβε προσωπικά την κατανομή των κεφαλαίων και των προμηθειών για την ανακούφιση των Πολωνών προσφύγων. Σε ένα ταξίδι του στο Βερολίνο, συνελήφθη από την Πρωσική Αστυνομία ως συνεργάτης των επαναστατών. Κατόρθωσε όμως να καταστρέψει αποδείξεις και τα στοιχεία των συνδέσμων του με τους Πολωνούς αντιστασιακούς[40]. Απελευθερώθηκε χάρη στη μεσολάβηση του πρεσβευτή των ΗΠΑ στο Παρίσι[41].

Ο Howe επέστρεψε οριστικά στην Βοστώνη τον Ιούλιο του 1832 και ίδρυσε με δικά του κεφάλαια το Perkins Institution and Massachusetts Asylum για την εκπαίδευση των τυφλών. Για την πρωτοβουλία αυτή, εμπνεύσθηκε από τη δράση του φίλου του, γιατρού John Dix Fisher, ο οποίος είχε ξεκινήσει την οργάνωση πρόνοιας για τα άτομα με τύφλωση[42]. Τον Ιανουάριο του 1833 τα διαθέσιμα κεφάλαια για την λειτουργία του ιδρύματος είχαν εξαντληθεί. Η πολιτεία της Μασαχουσέτης αναγνώρισε την συνεισφορά του ιδρύματος και την σημαντική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων με τύφλωση την οποία είχε επιτύχει. Το 1839 το ίδρυμα μεταφέρθηκε σε νέα τοποθεσία στην νότια Βοστώνη, την οποία είχε δωρίσει ο συνταγματάρχης του Αμερικανικού Στρατού Thomas Handasyd Perkins. Στη συνέχεια, το 1877 μετονομάσθηκε σε School for the Blind[43].

Ο Howe διηύθυνε το ίδρυμα, και επέδρασε καταλυτικά στο να καταστεί ένα εκ των σημαντικότερων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο ελάμβανε ομοσπονδιακή ενίσχυση[44]. Επίσης, το 1841, εισήγαγε πρώτος στις ΗΠΑ το αλφάβητο Braille για τους τυφλούς, ενώ μερίμνησε και για την ίδρυση τυπογραφείου εντός της σχολής. Μάλιστα πολλοί απόφοιτοι της σχολής, χάρη στην προσωπική καθοδήγηση του Howe, έγιναν και οι ίδιοι μέλη του διδακτικού προσωπικού, όπως η κωφή και τυφλή Laura Bridgman, μία από τις πρώτες μαθήτριες του Howe[45].

Στις 24 Απριλίου 1843, νυμφεύθηκε την Julia Ward, κόρη του εύπορου τραπεζίτη της Νέας Υόρκης Samuel Ward και της Julia Rush Cutler Ward[46]. Η σύζυγος του Howe ήταν υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, συνθέτις του εμβατηρίου του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου «Battle Hymn of the Republic», ενώ αρκετά αργότερα ασχολήθηκε και με το κίνημα του δικαιώματος ψήφου των γυναικών[47].

O Howe από τον γάμο του, απέκτησε 6 παιδιά :

  • Την Julia Romana Howe (1844- 1886), σύζυγο του Έλληνα λογίου και διδάκτορα της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μιχαήλ Αναγνωστόπουλου (Michael Anagnos) (1837-1906), μελλοντικού διευθυντή του Perkins Institution and Massachusetts Asylum[48].
  • Την Florence Marion Howe (1845- 1922), συγγραφέα , η οποία ασχολήθηκε επίσης με το κίνημα δικαιώματος ψήφου των γυναικών, σύζυγο του δικηγόρου της Νέας Υόρκης David Prescott Hall (1845- 1907 ). Η Florence Marion Howe τιμήθηκε με Βραβείο Pulitzer το 1917 [49].
  • Τον Henry Howe (1848- 1922). Μεταλλουργό και κάτοικο Νέας Υόρκης[50].
  • Την Laura Elizabeth Howe (1850- 1943). Συγγραφέα, λήπτρια του Βραβείου Pulitzer το 1917 και σύζυγο του Αμερικανού βιομηχάνου Henry Richards[51].
  • Την Maud Howe (1855- 1948). Συγγραφέα, που τιμήθηκε με το Βραβείο Pulitzer το 1917 και σύζυγο του Βρετανού ζωγράφου John Elliott (1858 -1925)[52].
  • Τον Samuel Gridley Howe, Jr. (1858- 1863). Απεβίωσε σε ηλικία 5 ετών[53].

Το 1844 ο Howe ταξίδευσε στην Ελλάδα, με σκοπό να συμβάλλει στην περίθαλψη των Κρητών προσφύγων της Κρητικής Επανάστασης του 1841[54]. Για την δράση του αυτή, όπως επίσης για τη γενικότερη Φιλελληνική και κοινωνική του προσφορά, τιμήθηκε από την Ελληνική κυβέρνηση με τον Χρυσούν Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος[55]. Ταυτόχρονα προτάθηκε και για παρασημοφόρηση με το Αργυρούν Αριστείον του Αγώνος για τις υπηρεσίες του κατά την Ελληνική Επανάσταση[56].

Ο Howe κατά την παρασημοφόρησή του από το Ελληνικό κράτος, έγραψε με σεμνότητα στον Έλληνα πολιτικό και πρώην υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό, ότι η μεγαλύτερή του ανταμοιβή ήταν η αναγνώριση από τον Ελληνικό λαό, της συνεισφοράς του στον αγώνα της ελευθερίας και της φιλανθρωπίας. Επίσης υπογράμμιζε ότι το ενδιαφέρον του για τη μελλοντική τύχη της Ελλάδας, είναι ισότιμο με το ενδιαφέρον για την πορεία της δικής του πατρίδας[57].

Το 1846 ο Howe έθεσε υποψηφιότητα για το Αμερικανικό Κογκρέσο με το κόμμα των Whigs, αλλά ηττήθηκε από τον δικηγόρο Robert Charles Winthrop[58]. Το 1848 συνεργάσθηκε με την εκπαιδευτικό Dorothea Dix, πρωτοπόρο της εκπαίδευσης των φρενοβλαβών στα άσυλα. Με τη βοήθεια ενός κονδυλίου 2.500 δολαρίων που είχε εγκριθεί από το Νομοθετικό Σώμα της Πολιτείας της Μασαχουσέτης, ίδρυσε το “Massachusetts School for Idiot and Feeble-Minded Youth”, μία από τις πρώτες εκπαιδευτικές κοινότητες για ανθρώπους με ειδικές ικανότητες διεθνώς[59]. Ωστόσο η επιτυχία αυτής της εκπαιδευτικής κοινότητας, οδήγησε ορισμένους στο να προτείνουν την μόνιμη παραμονή των εκπαιδευομένων στο ίδρυμα. Ο Howe αντιτάχθηκε σε αυτό, διότι θεωρούσε πως ο διαχωρισμός και η απομόνωση των ανθρώπων αυτών από την υπόλοιπη κοινωνία, θα ήταν μοιραία για την κατάστασή τους[60].

Ο Howe υπήρξε επίσης εκ των ιδρυτών της εφημερίδας “Daily Commonwealth” της Βοστώνης, η οποία υποστήριζε ανοικτά την κατάργηση της δουλείας και εξεδίδετο από το 1851 ως το 1853. Στη δράση αυτή τον ενίσχυσε η σύζυγός του[61]. Ήταν επίσης χρηματοδότης των εργασιών της επιτροπής του Κάνσας στην Μασαχουσέτη, πολιτικού κινήματος που είχε ως άξονα δράσης τον Αμερικανικό Νότο και που στρεφόταν κατά της δουλείας[62].

Το σπίτι του στην νότια Βοστώνη αποτελούσε έναν από τους σταθμούς του “Υπόγειου Σιδηροδρόμου”. Ενός απορρήτου δικτύου καταφυγίων και διαδρομών το οποίο χρησιμοποιούσαν δραπέτες σκλάβοι από τον αμερικανικό Νότο, με απόληξη τον υπό Βρετανική διοίκηση Καναδά, όπου η δουλεία είχε καταργηθεί[63].

Κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, το 1861-1865, ο Howe υπηρέτησε ως αρχίατρος της Υγειονομικής Επιτροπής του Υπουργείου Πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Επιτροπή αυτή είχε ως καθήκον την βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και τον περιορισμό της εμφάνισης νόσων στα στρατόπεδα, όπως της δυσεντερίας, του τύφου και της ελονοσίας[64].

Το 1863, τοποθετήθηκε στην Επιτροπή των Ελευθέρων Αμερικανών (American Freedmen’s Inquiry Commission), για τα δικαιώματα των Αφροαμερικανών. Με την ιδιότητα αυτή ταξίδευσε στον Νότο και στον Καναδά, για να διερευνήσει τις συνθήκες διαβίωσης τους και την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους. Ακόμη και στον βρετανικό Καναδά, όπου η δουλεία είχε καταργηθεί, υπήρχαν δυσκολίες για τους απελεύθερους τέως σκλάβους. Ωστόσο σε σύγκριση με τον αμερικανικό Νότο, η κατάστασή τους ήταν καλύτερη, χάρη στην προστασία των πολιτικών, εργασιακών και εκπαιδευτικών τους δικαιωμάτων από το κράτος. Μετά την έρευνα στο Νότο και τον Καναδά, ο Howe ετοίμασε λεπτομερή έκθεση που κατατέθηκε προς εξέταση στο Υπουργείο Πολέμου των ΗΠΑ και στη συνέχεια στο αμερικανικό κογκρέσο. Η έκθεση αυτή, η οποία έφερε τον τίτλο “The Refugees from Slavery in Canada West”, συνέβαλε στην ίδρυση του Γραφείου Απελευθέρων (Freedmen’s Bureau), κυβερνητικού οργανισμού, ο οποίος είχε ως αντικείμενο την μετάβαση των απελευθέρων από την δουλεία στον ελεύθερο βίο[65].

Επίσης το 1863, ο Howe ήταν ιδρυτικό στέλεχος του Κρατικού Γραφείου Φιλανθρωπιών της Μασαχουσέτης (State Board of Charities of Massachusetts), του οποίου διετέλεσε πρόεδρος έως το 1874[66].

Με το τέλος του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, το 1865, ο Howe πρότεινε την υιοθέτηση ενός προοδευτικού συστήματος φορολόγησης. Το σύστημα αυτό στόχευε στην απόδοση φόρου βάσει εισοδήματος, με στόχο την κάλυψη των ανισοτήτων μετά την απελευθέρωση των σκλάβων και τη χρηματοδότηση της φιλανθρωπίας[67].

Ο Howe ταξίδευσε με την οικογένειά του για τελευταία φορά στην Ελλάδα το 1866, μεταφέροντας προμήθειες για την ανακούφιση των Κρητικών προσφύγων κατά την Κρητική Επανάσταση εναντίον των Οθωμανών. Μάλιστα, μετέβη στην Κρήτη για να διασώσει όσο το δυνατόν περισσότερους Κρητικούς, ενώ προέβη και στο σχεδιασμό μίας τεχνικής σχολής στην Αθήνα, για την επαγγελματική κατάρτιση των προσφύγων[68].

 

Κρητικό μαχαίρι, προσφορά των Κρητών στον μεγάλο Φιλέλληνα Dr Samuel Howe κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα το 1866 (συλλογή ΕΕΦ).

 

Κατά το ταξίδι του Howe στην Ελλάδα το 1866, η κόρη του Julia Romana Howe, η οποία τον συνόδευε, γνώρισε τον Έλληνα διδάκτορα της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και λόγιο, με καταγωγή από το Πάπιγκο της Ηπείρου, Μιχαήλ Αναγνωστόπουλο (Michael Anagnos) (1837-1906), ο οποίος ήταν γραμματέας του πατέρα της. Παντρεύτηκαν στην Βοστώνη το Δεκέμβριο του 1870. Ο Μιχαήλ Αναγνωστόπουλος διετέλεσε το 1868 γραμματέας της Επιτροπής Περίθαλψης των Κρητών[69]. Τέλος, διετέλεσε διευθυντής του Perkins Institution and Massachusetts Asylum από τον Ιανουάριο του 1876 που απεβίωσε ο Howe, ως το θάνατό του, τον Ιούνιο του 1906[70]. Με την διαθήκη του, άφησε σημαντικό ποσό για την ίδρυση σχολείων στην Ήπειρο[71].

Όταν επέστρεψε στις ΗΠΑ το 1867, ο Howe συνέγραψε έκθεση για την κατάσταση των Κρητικών προσφύγων, με σκοπό την ευαισθητοποίηση της Αμερικανικής κοινής γνώμης[72]. Ενώ από το 1868 ως το 1869 ήταν πρόεδρος της Επιτροπής Περίθαλψης των Κρητών, η οποία είχε ιδρυθεί στην Βοστώνη[73].

Το 1870 έγινε μέλος της επιτροπής που σύστησε ο Αμερικανός πρόεδρος Ulysses S. Grant για την προσάρτηση του Αγίου Δομίνικου στις ΗΠΑ. Αυτό δεν ευοδώθηκε τελικά, λόγω των ενεργειών του γερουσιαστή Charles Sumner, προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας, ο οποίος φοβόταν ενδεχόμενη επαναφορά του καθεστώτος της δουλείας[74].

Ο Samuel Gridley Howe απεβίωσε στη Βοστώνη στις 9 Ιανουαρίου του 1876 και κηδεύθηκε στο κοιμητήριο του όρους Auburn στο Cambridge της Μασαχουσέτης. Προς τιμήν του, το Φεβρουάριο του 1876, δόθηκε συναυλία Φιλελληνικής μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής της Βοστώνης[75].

Το 1913 η οικογένεια του Howe δώρισε σημαντικό μέρος του αρχείου του στην βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Harvard. Το 1917 οι κόρες του Howe Florence Marion Howe Hall, Laura Elizabeth Howe Richards και Maud Howe Elliott, τιμήθηκαν με το βραβείο Pulitzer για το συλλογικό έργο τους “Julia Ward Howe 1819-1910”. To έργο βιογραφεί κατά κανόνα την Julia Ward Howe, αλλά περιλαμβάνει και αναλυτικό βιογραφικό του Samuel Gridley Howe και διαπνέεται από Φιλελληνικό πνεύμα[76].

Το 1920, η κόρη του Howe, Laura Elizabeth Howe Richards, παρέδωσε το κράνος του Λόρδου Βύρωνος, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, και τιμήθηκε με τον Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος.

Το Ελληνικό κράτος τίμησε τον Samuel Gridley Howe, με ονοματοδοσίες οδών στην Αθήνα, το Ηράκλειο και τα Χανιά, καθώς και με μνημεία στην Αθήνα, πέριξ της κατοικίας του Αμερικανού πρέσβη, στην Τρίπολη και στο νησί της Αίγινας, το οποίο τοποθετήθηκε το Φεβρουάριο του 2019.

Επίσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τίμησαν τον Samuel Gridley Howe, δίνοντας το όνομά του στο μεταγωγικό πλοίο του Αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού “Samuel G. Howe”, το οποίο έδρασε κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο[77]. Ενώ το 1974, η οικία του στην Βοστώνη μετατράπηκε σε μουσείο[78].

Ο Ελληνικός λαός και η ΕΕΦ, τιμούν την μνήμη του ενδόξου Αμερικανού Φιλέλληνα γιατρού, ανθρωπιστή και εθνικού ευεργέτη, Dr. Samuel Gridley Howe. Ο Howe, πέραν από εμβληματική μορφή του Φιλελληνισμού, είναι ο άνθρωπος που οργάνωσε την πρώτη διεθνή αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας, που προσέφερε ανακούφιση στο νέο Ελληνικό κράτος. Τέλος, ο μεγάλος αυτός άνθρωπος, αποτελεί με την δράση του παράδειγμα προάσπισης του ελληνοκεντρικού δυτικού πολιτισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

Παραπομπές

[1] Richards, Laura E. Howe, “Letters and Journals of Samuel Gridley Howe”, εκδ. Dana Estes & Company, Βοστώνη, 1909, σελ. 13.
[2] Howe Elliott, Maud, “Three Generations with Illustrations”, εκδ. Little, Brown & Company, Βοστώνη, 1923, σελ. 35.
[3] Richards, Laura E. Howe, “Letters and Journals of Samuel Gridley Howe”, εκδ. Dana Estes & Company, Βοστώνη, 1909, σελ. 13.
[4] Βλ. στο ίδιο.
[5] Βλ. στο ίδιο, σελ. 14.
[6] Βλ. στο ίδιο, σελ. 19-20.
[7] Βαγενάς, Θάνος, Δημητρακοπούλου, Ευρυδίκη, “Αμερικανοί Φιλέλληνες, Εθελοντές στο Εικοσιένα”, εκδ. Μάτι, Αθήνα, 2017, σελ. 73.
[8] Ward Howe, Julia, “Memoir of Dr. Samuel Gridley Howe”, εκδ. Albert J. Wright, Βοστώνη, 1876.
[9] Βαγενάς, Θάνος, Δημητρακοπούλου, Ευρυδίκη, “Αμερικανοί Φιλέλληνες, Εθελοντές στο Εικοσιένα”, εκδ. Μάτι, Αθήνα, 2017, σελ. 73 – 74.
[10] Βλ. στο ίδιο.
[11] Βλ. στο ίδιο, σελ. 74.
[12] Μαζαράκης- Αινιάν, Ι. Κ., “Αμερικανικός Φιλελληνισμός 1821- 1831”, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, αχρονολόγητο, σελ. 30.
[13] Σπηλιάδης, Νικόλαος, “Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων”, εκδ. Ινστιτούτο Ανάπτυξης “Χαρίλαος Τρικούπης”, Αθήνα, 2007, β’ τόμος, σελ. 203.
[14] Βαγενάς, Θάνος, Δημητρακοπούλου, Ευρυδίκη, “Αμερικανοί Φιλέλληνες, Εθελοντές στο Εικοσιένα”, εκδ. Μάτι, Αθήνα, 2017, σελ. 77.2
[15] Μακρυγιάννης, Ιωάννης, “Αρχεία Νεωτέρας Ιστορίας. Αρχείον του στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη”, επιμ. Ι. Βλαχογιάννης, Αθήνα, εκδ. Σ. Κ. Βλαστός, 1907, σελ. 214 – 215.
[16] Βαγενάς, Θάνος, Δημητρακοπούλου, Ευρυδίκη, “Αμερικανοί Φιλέλληνες, Εθελοντές στο Εικοσιένα”, εκδ. Μάτι, Αθήνα, 2017, σελ. 78 – 80.
[17] Βλ. στο ίδιο.
[18] Λάζος, Χρήστος Δ. , “Η Αμερική και ο ρόλος της στην Επανάσταση του 1821”, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 1984, β’ τόμος, σελ. 152.
[19] Βλ. στο ίδιο.
[20] Βαγενάς, Θάνος, Δημητρακοπούλου, Ευρυδίκη, “Αμερικανοί Φιλέλληνες, Εθελοντές στο Εικοσιένα”, εκδ. Μάτι, Αθήνα, 2017, σελ. 76.
[21] Βλ. στο ίδιο.
[22] Treiber, Heinrich, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828”, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960.
[23] Βαγενάς, Θάνος, Δημητρακοπούλου, Ευρυδίκη, “Αμερικανοί Φιλέλληνες, Εθελοντές στο Εικοσιένα”, εκδ. Μάτι, Αθήνα, 2017, σελ. 82.
[24] Βλ. στο ίδιο.
[25] Larrabee, Stephen A., “Hellas observed, the American Experience of Greece 1775- 1865”, εκδ. New York University Press, Νέα Υόρκη, 1957, σελ. 106.
[26] Λάζος, Χρήστος Δ. , “ Η Αμερική και ο ρόλος της στην Επανάσταση του 1821”, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 1984, β’ τόμος, σελ. 137- 139.
[27] Βλ. στο ίδιο, σελ. 158.
[28] Βλ. στο ίδιο.
[29] Barth, Wilhelm, Kehrig- Korn, Max, “Die Philhellenenzeit. Von der Mitte des 18. Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias’ am 9. Oktober 1831”, εκδ. Max Hueber Verlag, Μόναχο, 1960, σελ. 87.
[30] Dakin, Douglas, “British and American Philhellenes during the war of Greek Independence, 1821-1833”, εκδ. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη, 1955.
[31] Βλ. στο ίδιο.
[32] Richards, Laura E. Howe, “Letters and Journals of Samuel Gridley Howe”, εκδ. Dana Estes & Company, Βοστώνη, 1909, σελ. 278.
[33] Μαζαράκης- Αινιάν, Ι. Κ., “Αμερικανικός Φιλελληνισμός 1821- 1831”, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, αχρονολόγητο, σελ. 34.
[34] Βλ. στο ίδιο, σελ. 26.
[35] Λάζος, Χρήστος Δ., “ Η Αμερική και ο ρόλος της στην Επανάσταση του 1821”, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 1984, β’ τόμος, σελ. 143.
[36] Gordon, Thomas, “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, μτφρ. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εισαγωγή Αγλαΐα Κάσδαγλη, επιμ. Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2015, γ’ τόμος.
[37] Μαζαράκης- Αινιάν, Ι. Κ., “Αμερικανικός Φιλελληνισμός 1821- 1831”, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, αχρονολόγητο, σελ. 34.
[38] Βλ. στο ίδιο.
[39] Richards, Laura E. (Howe), “Letters and Journals of Samuel Gridley Howe”, εκδ. Dana Estes & Company, Βοστώνη, 1909, σελ. 23.
[40] Trent, James W., “The Manliest Man: Samuel G. Howe and the Contours of Nineteenth-century American Reform”, εκδ. University of Massachusetts Press, Βοστώνη, 2012, σελ. 55-57.
[41] Βλ. στο ίδιο.
[42] French, Kimberly, “Perkins School for the Blind “, εκδ.Arcadia Publishing, Mount Pleasant, 2004, σελ. 9 -11.
[43] Βλ. στο ίδιο.
[44] Βλ. στο ίδιο.
[45] Gitter, Elizabeth, ”The Imprisoned Guest: Samuel Howe and Laura Bridgman, the Original Deaf-Blind Girl”, εκδ. Farrar, Straus & Giroux, Νέα Υόρκη, 2001, σελ. 23- 26.
[46] Hall, Florence Howe, “Julia Ward Howe and the Woman Suffrage Movement”, εκδ. Dana Estes & Company, Βοστώνη, 1913.
[47] Βλ. στο ίδιο.
[48] Συλλογικό, Εγκυκλοπαίδεια “Δομή”, εκδ. Δομή, Αθήνα, 2003, 2ος τόμος, σελ.647.
[49] Brennan, Elizabeth A., Clarage, Elizabeth C., “Who’s who of Pulitzer Prize Winners”, εκδ. Greenwood Publishing Group, Westport, 1999.
[50] Βλ. στο ίδιο.
[51] Ziegler, Valarie H., “Diva Julia: The Public Romance and Private Agony of Julia Ward Howe”, εκδ. Continuum International Publishing Group, Νέα Υόρκη, 2003, σελ. 11.
[52] Βλ. στο ίδιο.
[53] Βλ. στο ίδιο.
[54] Λάζος, Χρήστος Δ. , “ Η Αμερική και ο ρόλος της στην Επανάσταση του 1821”, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 1984, β’ τόμος, σελ. 130.
[55] Μαζαράκης-Αινιάν, Ι. Κ., “Αμερικανικός Φιλελληνισμός 1821- 1831”, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, αχρονολόγητο, σελ. 19.
[56] Βαγενάς, Θάνος, Δημητρακοπούλου, Ευρυδίκη, “Αμερικανοί Φιλέλληνες, Εθελοντές στο Εικοσιένα”, εκδ. Μάτι, Αθήνα, 2017, σελ. 84.
[57] “Samuel Gridley Howe’s Archives”, Harvard University Library, Cambridge.
[58] Συλλογικό, “The New International Encyclopedia”, εκδ. Dodd, Mead and Company, Νέα Υόρκη, 10ος τόμος, 1905.
[59] Pfeiffer, David, “Samuel Gridley Howe and ‘Schools for the Feebleminded”, εκδ. περ. “Ragged Edge”, Louisville, 2003.
[60] Howe, Samuel G., “In ceremonies on laying the corner-stone of the New York State institution for the blind, at Batavia, Genessee County, New York”, εκδ. Henry Todd, Νέα Υόρκη, 1866.
[61] Richards, Laura E. Howe, “Two Noble Lives”, εκδ. Dana Estes & Company, Βοστώνη, 1911.
[62] Βλ. στο ίδιο.
[63] Siebert, Wilbur H., “The Underground Railroad from Slavery to Freedom”, εκδ. MacMillan & Co., Λονδίνο, 1898, σελ. 81.
[64] Adams, George Worthington, “Doctors in Blue: The Medical History of the Union Army in the Civil War “, εκδ. Louisiana State University Press, Baton Rouge, 1996.
[65] Howe, Samuel G., “The refugees from slavery in Canada West”, εκδ. Wright & Potter, Βοστώνη, 1864.
[66] Schwartz, Harold, “Samuel Gridley Howe, Social Reformer, 1801-1876”, εκδ. Harvard University Press, Βοστώνη, 1956.
[67] Cumbler, John T., “From Abolition to Rights for All: The Making of a Reform Community in the Nineteenth Century”, University of Pennsylvania Press, Φιλαδέλφεια, 2008.
[68] Λάζος, Χρήστος Δ. , “ Η Αμερική και ο ρόλος της στην Επανάσταση του 1821”, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 1984, β’ τόμος, σελ. 131.
[69] Benjamin Sanborn, Franklin, “ Michael Anagnos, 1837-1906”, εκδ. Wright and Potter Printing Company, Βοστώνη, 1907, σελ. 10.
[70] Burgess, Thomas, “Greeks in America: An Account of Their Coming Progress Customs, Living and Aspirations”, εκδ. Sherman, French & Company, Βοστώνη, 1913, σελ. 132.
[71] Συλλογικό, Εγκυκλοπαίδεια “Δομή”, εκδ. Δομή, Αθήνα, 2003, 2ος τόμος, σελ.647.
[72] Barth, Wilhelm, Kehrig- Korn, Max, “Die Philhellenenzeit. Von der Mitte des 18. Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias’ am 9. Oktober 1831”, εκδ. Max Hueber Verlag, Μόναχο, 1960, σελ. 139.
[73]
[74] Ruchames, Louis. «Charles Sumner and American Historiography», εκδ. περ. “Journal of Negro History”, Σικάγο, 1953, τεύχος 38.
[75] Trent, James W., “The Manliest Man: Samuel G. Howe and the Contours of Nineteenth-century American Reform”, εκδ. University of Massachusetts Press, Βοστώνη, 2012.
[76] Λαγουδάκης, Χαρίλαος, “Samuel Gridley Howe”, εκδ. περ. “ Δελτίον Αποφοίτων Κολλεγίου Αθηνών”, Αθήνα, 1938, β’ τόμος, τεύχος 2, σελ. 5.
[77] Davies, James, «Specifications (As-Built)», εκδ. περ. “ WW2 Ships”, Νέα Υόρκη, 2004, σελ. 23.
[78] Trent, James W., “The Manliest Man: Samuel G. Howe and the Contours of Nineteenth-century American Reform”, εκδ. University of Massachusetts Press, Βοστώνη, 2012.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Barth, Wilhelm, Kehrig- Korn, Max, “Die Philhellenenzeit. Von der Mitte des 18. Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias’ am 9. Oktober 1831”, εκδ. Max Hueber Verlag, Μόναχο, 1960.
  • Richards, Laura E. Howe, “Letters and Journals of Samuel Gridley Howe”, εκδ. Dana Estes & Company, Βοστώνη, 1909.
  • Ziegler, Valarie H., “Diva Julia: The Public Romance and Private Agony of Julia Ward Howe”, εκδ. Continuum International Publishing Group, Νέα Υόρκη, 2003.
  • Howe, Samuel G., “In ceremonies on laying the corner-stone of the New York State institution for the blind, at Batavia, Genessee County, New York”, εκδ. Henry Todd, Νέα Υόρκη, 1866.
  • Συλλογικό, “The New International Encyclopedia”, εκδ. Dodd, Mead and Company, Νέα Υόρκη, 10ος τόμος, 1905.
  • Brennan, Elizabeth A., Clarage, Elizabeth C., “Who’s who of Pulitzer Prize Winners”, εκδ. Greenwood Publishing Group, Westport, 1999.
  • Συλλογικό, Εγκυκλοπαίδεια “Δομή”, εκδ. Δομή, Αθήνα, 2003, 2ος τόμος.
  • Gordon, Thomas, “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, μτφρ. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εισαγωγή Αγλαΐα Κάσδαγλη, επιμ. Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2015, γ’ τόμος.
  • Treiber, Heinrich, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828”, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960.
  • Trent, James W., “The Manliest Man: Samuel G. Howe and the Contours of Nineteenth-century American Reform”, εκδ. University of Massachusetts Press, Βοστώνη, 2012.
  • Dakin, Douglas, “British and American Philhellenes during the war of Greek Independence, 1821-1833”, εκδ. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη, 1955.
  • Βαγενάς, Θάνος, Δημητρακοπούλου, Ευρυδίκη, “Αμερικανοί Φιλέλληνες, Εθελοντές στο Εικοσιένα”, εκδ. Μάτι, Αθήνα, 2017
  • Σπηλιάδης, Νικόλαος, “Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων”, εκδ. Ινστιτούτο Ανάπτυξης “Χαρίλαος Τρικούπης”, Αθήνα, 2007, β’ τόμος.
  • Ward Howe, Julia, “Memoir of Dr. Samuel Gridley Howe”, εκδ. Albert J. Wright, Βοστώνη, 1876.
  • Μακρυγιάννης, Ιωάννης, “Αρχεία Νεωτέρας Ιστορίας. Αρχείον του στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη”, επιμ. Ι. Βλαχογιάννης, Αθήνα, εκδ. Σ. Κ. Βλαστός, 1907.
  • Howe Elliott, Maud, “Three Generations with Illustrations”, εκδ. Little, Brown & Company, Βοστώνη, 1923.
  • Siebert, Wilbur H., “The Underground Railroad from Slavery to Freedom”, εκδ. MacMillan & Co., Λονδίνο, 1898.
  • Pfeiffer, David, “Samuel Gridley Howe and ‘Schools for the Feebleminded”, εκδ. περ. “Ragged Edge”, Louisville, 2003.
  • Adams, George Worthington, “Doctors in Blue: The Medical History of the Union Army in the Civil War“, εκδ. Louisiana State University Press, Baton Rouge, 1996.
  • Howe, Samuel G., “The refugees from slavery in Canada West”, εκδ. Wright & Potter, Βοστώνη, 1864.
  • Cumbler, John T., “From Abolition to Rights for All: The Making of a Reform Community in the Nineteenth Century”, University of Pennsylvania Press, Φιλαδέλφεια, 2008.
  • Hall, Florence Howe, “Julia Ward Howe and the Woman Suffrage Movement”, εκδ. Dana Estes & Company, Βοστώνη, 1913.
  • Schwartz, Harold, “Samuel Gridley Howe, Social Reformer, 1801-1876”, εκδ. Harvard University Press, Βοστώνη, 1956.
  • Richards, Laura E. Howe, “Two Noble Lives”, εκδ. Dana Estes & Company, Βοστώνη, 1911.
  • Μαζαράκης-Αινιάν, Ι. Κ., “Αμερικανικός Φιλελληνισμός 1821- 1831”, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, αχρονολόγητο.
  • Ruchames, Louis, «Charles Sumner and American Historiography», εκδ. περ. “Journal of Negro History”, Σικάγο, 1953, τεύχος 38.
  • Gitter, Elizabeth, ”The Imprisoned Guest: Samuel Howe and Laura Bridgman, the Original Deaf-Blind Girl”, εκδ. Farrar, Straus & Giroux, Νέα Υόρκη, 2001.
  • French, Kimberly, “Perkins School for the Blind“, εκδ. Arcadia Publishing, Mount Pleasant, 2004.
  • Λάζος, Χρήστος Δ., “Η Αμερική και ο ρόλος της στην Επανάσταση του 1821”, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 1984, β’ τόμος.
  • Λαγουδάκης, Χαρίλαος, “Samuel Gridley Howe”, εκδ. περ. “Δελτίον Αποφοίτων Κολλεγίου Αθηνών”, Αθήνα, 1938, β’ τόμος, τεύχος 2.
  • Davies, James, «Specifications (As-Built)», εκδ. περ. “WW2 Ships”, Νέα Υόρκη, 2004.
  • Benjamin Sanborn, Franklin, “Michael Anagnos, 1837-1906”, εκδ. Wright and Potter Printing Company, Βοστώνη, 1907.
  • Burgess, Thomas, “Greeks in America: An Account of Their Coming Progress Customs, Living and Aspirations”, εκδ. Sherman, French & Company, Βοστώνη, 1913.
  • Larrabee, Stephen A., “Hellas observed, the American Experience of Greece 1775- 1865”, εκδ. New York University Press, Νέα Υόρκη, 1957.

 

 

O Γερμανός αρχιτέκτων και σχεδιαστής Ludwig Lange γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου 1808 στο Darmstadt. Ο πατέρας του, Christian Friedrich (1759–1840), ήταν υπάλληλος δικαστηρίου. O Ludwig είχε δύο νεότερους αδελφούς με τους οποίους συνεργαζόταν. Είχαν ακολουθήσει και αυτοί καλλιτεχνικό δρόμο. Ο Gustav Georg έγινε ζωγράφος της βασιλικής Αυλής και ο Julius τοπιογράφος.

Νεαρός ακόμα, ο Ludwig Lange εγκατέλειψε πρόωρα το Γυμνάσιο, και μεταξύ 1823 και 1826, μαθήτευσε κοντά στον αρχιτέκτονα και πολιτικό Georg August Lerch (1792-1857). Κατόπιν σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Gießen και συνεργάστηκε με τον αρχιτέκτονα Georg Moller (1784-1852). Από το 1830 έζησε στο Μόναχο, και ξεκίνησε με τους αδελφούς του να πειραματίζεται με προοπτικά σχέδια και αποτυπώσεις κτηρίων και μνημείων, δραστηριότητα που θα συνεχίσει και τελειοποιήσει τις επόμενες δεκαετίες. Το έργο του ξεχωρίζει τόσο για το ζωγραφικό του ταλέντο, όσο και για την εξαίρετη αντίληψη του χώρου που διέθετε ως αρχιτέκτων.

Σημαντική γνωριμία στη ζωή του υπήρξε εκείνη με τον ζωγράφο και τοπιογράφο Carl Rottmann (1797-1850), στο Μόναχο. Μαθήτευσε κοντά του μεταξύ των ετών 1830 και 1834 και ανέπτυξε μία φιλική σχέση μαζί του. Όταν ο Λουδοβίκος Α’ ανέθεσε στον Rottmann να ταξιδέψει στην Ελλάδα (1834) για να εμπλουτίσει το ρεπερτόριο των θεμάτων του και να ολοκληρώσει μία σειρά με ελληνικά έργα, ο μαθητής του Ludwig Lange, τον συνόδευσε. Στη διάρκεια του δύσκολου αυτού ταξιδιού, ο Lange υπήρξε πολύτιμος σύμβουλος του Rottmann σε ό,τι αφορούσε τα αρχιτεκτονικά του σχέδια. Βασισμένος στις εμπειρίες που αποκόμισε στην Ελλάδα έγραψε το έργο «Reiseberichte aus Griechenland» (Ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις από την Ελλάδα, 1835).

Πέραν όμως της συμπόρευσης του με τον δάσκαλό του, ο Lange διακρίθηκε για το δικό του ταλέντο στην Ελλάδα. Ο βασιλέας Όθων τον διόρισε «Εμπειρογνώμονα πολιτικό μηχανικό» (Baurat), αφού ο Lange παρουσίασε την αρχιτεκτονική του πρόταση για τη δημιουργία μίας «Εκκλησίας του Σωτήρος» (Erlöserkirche). Το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε λόγω οικονομικών δυσχερειών. Σχεδίασε και άλλα, σημαντικά κτήρια για τη νέα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Σε εκείνον ανήκει η αρχική πρόταση για τον σχεδιασμό του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, στην οποία όμως παρενέβησαν οι αρχιτέκτονες που ολοκλήρωσαν το έργο, δηλαδή οι Ernst Ziller, Παναγής Κάλκος και Αρμόδιος Βλάχος. Επίσης στη βάση των δικών του σχεδίων υλοποιήθηκε το νεοϊδρυθέν βασιλικό Γυμνάσιο των Αθηνών, στο οποίο μάλιστα δίδαξε Σχέδιο από το 1835. Η πρότασή του για ανέγερση των βασιλικών ανακτόρων στους πρόποδες του Λυκαβηττού δεν επελέγη ως η κατάλληλη λύση.

Στη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα δημιούργησε πλήθος σχεδίων και υδατογραφιών, τις οποίες αργότερα επεξεργάστηκε ως ελαιογραφίες. Από τις ζωγραφικές μελέτες που δημιούργησε σώζονται περίπου 150. Τα έργα του αυτά κέρδισαν την εκτίμηση συναδέλφων του, όπως του Karl Friedrich Schinkel (1781-1841). Όπως και ο δάσκαλός του ο Rottmann, ο Lange δημιούργησε τοπιογραφίες από τα ιστορικά μέρη τα οποία επισκέφθηκε (τη Σικυώνα, την Κόρινθο, την Αθήνα και το αρχαίο επίνειό της, τον Πειραιά). Σε κάποιο μεταγενέστερο ταξίδι του στην Ελλάδα, αναφέρεται ότι επισκέφθηκε και την Ύδρα και τις Κυκλάδες μαζί με τον συγγραφέα Ludwig Steub (1812-1888).

Τα έργα του διακρίνουν ρεαλισμός, ακρίβεια, και η επιτυχής προοπτική απόδοση τόπων και κτηρίων. Δεν συνήθιζε την αναγωγή σε ιστορικά ή ρομαντικά στοιχεία. Στην υδατογραφία του ωστόσο, «H Aκρόπολη των Αθηνών την εποχή του Περικλή» (Die Akropolis von Athen zur Zeit des Perikles, 1835), απέδωσε μία ιδεατή ανακατασκευή της αρχαίας Ακρόπολης – όχι τη σύγχρονη εικόνα του λόφου της.

 

H Aκρόπολη των Αθηνών την εποχή του Περικλή, 1835

 

Επίσης επιχείρησε μία απόδοση της σύγχρονής του Αθήνας στην ακουαρέλα του «Η Αθήνα και η Ακρόπολη από βορειοδυτικά» (Athen und die Akropolis von Nordwesten, 1836), αν και είναι πιθανόν ότι ο ζωγράφος δεν αποτύπωσε με απόλυτη πιστότητα το τοπίο που αντίκρυζε.

 

Η Αθήνα και η Ακρόπολη από βορειοδυτικά, 1836

 

Η ελαιογραφία του «Είσοδος ελεύθερης Αθήνας», μεταφέρει και πάλι την αγάπη του για την κλασική Ελλάδα, απεικονίζοντας την περιοχή στην οποία βρισκόταν η ελληνική και η ρωμαϊκή αγορά στην αρχαιότητα. Το έργο αυτό ολοκλήρωσε ο Lange το 1838, μετά την επάνοδό του στο Μόναχο.

 

«Είσοδος ελεύθερης Αθήνας», 1838

 

Από το 1839 και μετά ο Lange εργάστηκε για διάφορα έργα που του ανέθεσε ο Λουδοβίκος Α, ενώ από το 1847 και εξής ανέλαβε την έδρα Αρχιτεκτονικής της Βασιλικής Ακαδημίας του Μονάχου. Ταξίδευσε στη Γερμανία και δημιούργησε διάφορα σχέδια από διακεκριμένες πόλεις της Γερμανίας, τα οποία δημοσιεύθηκαν σε εκδόσεις για την αρχιτεκτονική. Παράλληλα, σχεδίασε ορισμένες βινιέτες με σκηνές του αθηναϊκού τοπίου για το «Πανόραμα των Αθηνών» (Μόναχο, 1841) του ζωγράφου Ferdinand Stademann (1791-1873), ο οποίος είχε επίσης επισκεφθεί την Ελλάδα με παρότρυνση του Λουδοβίκου Α´. Ο Lange δημιούργησε πολλά αρχιτεκτονικά σχέδια, μεταξύ άλλων για ένα «παλάτι για τον διάδοχο του θρόνου» στο Μόναχο (Kronprinz-Palais, 1845) και για τη Νicolaikirche (Ναός Αγίου Νικολάου) στο Αμβούργο. Το διάσημο Μουσείο Καλών Τεχνών στη Λειψία έχει χτισθεί σύμφωνα με σχέδια του Ludwig Lange. Το 1858 εκδόθηκε στο Μόναχο το έργο «Die griechischen Landschaftsgemälde von Karl Rottmann in der neuen königlichen Pinakothek zu München» (Οι ελληνικές τοπιογραφίες του Karl Rottmann στη νέα βασιλική πινακοθήκη του Μονάχου), στο οποίο ο Lange περιγράφει τα έργα του δασκάλου του.

Ο Ludwig Lange πέθανε στις 31 Μαρτίου 1868 στο Mόναχο, όπου βρίσκεται σήμερα ο τάφος του. Η κυκλοφορία των έργων του στην Ευρώπη βοήθησε στην προβολή της εικόνας της Ελλάδας εκτός των συνόρων της.

Η ΕΕΦ τιμά τον Φιλέλληνα αρχιτέκτονα και ζωγράφο, Ludwig Lange, ο οποίος έθεσε τη βάση για τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, και δημιούργησε πλήθος έργων με θέμα την Ελλάδα, μεταφέροντας την εικόνα της στο εξωτερικό.

 

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • Fuhrmeister, Christian; Jooss, Birgit (Hrsg.), Isar/Athen Griechische Künstler in München – Deutsche Künstler in Griechenland, Μόναχο
  • Καγιαδάκη, Μαρία, Οι ζωγράφοι Γεώργιος και Φίλιππος Μαργαρίτης. Τα πρώτα καλλιτεχνικά εργαστήρια στην Αθήνα του 19ου αιώνα. Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2008.

 

 

Ο Γερμανός σχεδιαστής και λιθογράφος Wilhelm August Ferdinand Stademann γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1791 και πέθανε στο Μόναχο το 1873. Έζησε στη Βαυαρία από το 1810 και εξής. Μεταξύ 1832 και 1836 βρισκόταν στην Ελλάδα ως απεσταλμένος του Βαυαρού μονάρχη Λουδοβίκου Α´ (1786-1868), ο οποίος του είχε αναθέσει το ρόλο του συμβούλου και γραμματέως της Αντιβασιλείας του Όθωνα (1818-1867). Έπειτα επέστρεψε στη Βαυαρία. Ο γιός του ήταν ο Γερμανός τοπιογράφος Adolf Stademann (1824-1895).

Πριν αναχωρήσει για την Ελλάδα, ο Stademann είχε συνεργαστεί με ένα από τα παλαιότερα εργοστάσια πορσελάνης στην Ευρώπη, την KPM (Königliche Porzellan- Manufaktur: βασιλική βιομηχανία πορσελάνης) από το Βερολίνο, για την οποία σχεδίασε παραστάσεις που αποτυπώθηκαν σε πορσελάνινα αντικείμενα.

 

Αμφορέας από το εργοστάσιο πορσελάνης KPM με παραστάσεις του Ferdinand Stademann. H μία όψη απεικονίζει το Πρωσικό εθνικό μνημείο για τους γερμανικούς Απελευθερωτικούς πολέμους (Nationaldenkmal für die Befreiungskriege) που βρίσκεται στο Kreuzberg του Βερολίνου, η άλλη όψη απεικονίζει τον Πρώσο βασιλέα Wilhelm-Friedrich III. Βερολίνο, 1823-1832, 62,7 x 30,8 εκ.

Ferdinand Stademann, Άποψη του Βερολίνου πλαισιωμένη από 36 παραστάσεις δημοσίων κτηρίων του Βερολίνου, του Potsdam και του Charlottenburg (Ansicht Berlins, sowie 36 öffentlicher Gebäude etc. in und bei dieser Hauptstadt, zu Potsdam und Charlottenburg), λιθογραφία με χρώμα, Kreuzberg (Βερολίνο), περί το 1825, συνολικές διαστάσεις: 45,7 x 64,3 εκ.

 

Όσο ζούσε ακόμη στην πατρίδα του, ο Stademann είχε αποκτήσει εμπειρία στην αποτύπωση τοπίων και μνημείων με πιστότητα. Όταν βρέθηκε στην Ελλάδα, ανέπτυξε εκ νέου τις καλλιτεχνικές του δραστηριότητες. Το 1835, εν μέσω φρικτού καύσωνος, όπως ο ίδιος αναφέρει, ολοκλήρωσε στην Αθήνα το «Πανόραμα των Αθηνών» (Panorama von Athen), έπειτα από ανάθεση του βασιλέως Όθωνος. Το πανόραμά του εκτείνεται σε μήκος έξι μέτρων και απεικονίζει με πιστότητα σε δέκα χρωματιστές, λιθογραφικές πλάκες την Πνύκα, τους λόφους της Ακρόπολης, του Υμηττού και του Λυκαβηττού, τα όρη της Πεντέλης, της Πάρνηθας και του Αιγάλεω, τον Ιλισό, τον Πειραιά, τον Κορυδαλλό, την Αίγινα και την Σαλαμίνα. Απεικόνίζεται ακόμη και η Αργολίδα. Πρόκειται για μία καλοπροαίρετη προσπάθεια του καλλιτέχνη να σκιαγραφήσει με λιτό τρόπο τον χώρο στον οποίον βρέθηκε και τους ανθρώπους που τον κατοικούν. Το σημείο, από το οποίο ο Stademann ζωγράφισε το Πανόραμα, ήταν ο λόφος των Νυμφών, το κέντρο του κτηρίου του Αστεροσκοπείου- όπως τεκμηριώνεται άλλωστε σε βινιέτα από το έργο του.

 

Η βινιέτα νο. 3 από το «Panorama von Athen» (Vignette Nro. 3. das Nympheion, in der Nähe gesehen), στην οποία απεικονίζεται ο ίδιος ο Stademann κατά την ώρα δημιουργίας του πανοράματος στον Λόφο των Νυμφών. Λιθογραφία του Ludwig Lange. Από την έκδοση: STADEMANN, August Ferdinand. Panorama von Athen. An Ort und Stelle aufgenommen und herausgegeben von Ferdinand Stademann… Deponirt… 15 April, 1840 bei dem Koniglichen bayerischen Ministerium des Innern, Mόναχο, J.B. Kuhn, Franz Wild’schen Buchdruckerey, for the Author, and for R. Weigel, Leipzig, and Artaria & Fontaine, Mannheim, 1841 (συλλογή ΕΕΦ).

 

Στον θεατή του προσφέρει μία καταγραφή 360 μοιρών του λεκανοπεδίου της Αττικής: πρόκειται κυριολεκτικά δηλαδή για ένα πανόραμα της πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κράτους, που διασώζει ως σήμερα την εικόνα που αντίκρυζε ένας περιηγητής της Αθήνας στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια.

 

Ferdinand Stademann, Θέα από τον Λόφο των Μουσών προς την Πλάκα και τον Λυκαβηττό (Panoramablatt No.10). Από την έκδοση: STADEMANN, August Ferdinand. Panorama von Athen. An Ort und Stelle aufgenommen und herausgegeben von Ferdinand Stademann… Deponirt… 15 April, 1840 bei dem Koniglichen bayerischen Ministerium des Innern, Mόναχο, J.B. Kuhn, Franz Wild’schen Buchdruckerey, for the Author, and for R. Weigel, Leipzig, and Artaria & Fontaine, Mannheim, 1841 (συλλογή ΕΕΦ).

 

To πανόραμα συνοδεύεται από έξι βινιέτες με σκηνές του αθηναϊκού τοπίου, ορισμένες από τις οποίες σχεδίασε ο Γερμανός ζωγράφος Ludwig Lange (1808  – 1868). Ο Lange βρέθηκε επίσης ως απεσταλμένος του Λουδοβίκου στην Αθήνα, όπου συνεργάστηκε με τον δάσκαλό του, ζωγράφο Carl Rottmann (1797 – 1850), στη δημιουργία τοπιογραφιών. Οι βινιέτες απεικονίζουν μεταξύ άλλων την περιοχή της Καισαριανής, την περιοχή στον Ιλισό, όπου αργότερα ανοικοδομήθηκε το Στάδιο και τα βασιλικά ανάκτορα. Στο πανόραμα συμπεριλαμβανόταν ένας χάρτης, ένας κατάλογος συνδρομητών με το όνομα του Όθωνα, και ένα κείμενο γραμμένο στα γαλλικά και στα γερμανικά. Η έκδοση του έργου του Stademann κέντρισε το ενδιαφέρον των συγχρόνων του.

 

Η πέμπτη βινιέτα από το «Panorama von Athen» με άποψη της Αθήνας από την Ακαδημία Πλάτωνος (Vignette Nro. 5. Athen von der Akademie aus) σχεδιάστηκε από τον Ludwig Lange. Από την έκδοση: STADEMANN, August Ferdinand. Panorama von Athen. An Ort und Stelle aufgenommen und herausgegeben von Ferdinand Stademann… Deponirt… 15 April, 1840 bei dem Koniglichen bayerischen Ministerium des Innern, Mόναχο, J.B. Kuhn, Franz Wild’schen Buchdruckerey, for the Author, and for R. Weigel, Leipzig, and Artaria & Fontaine, Mannheim, 1841 (συλλογή ΕΕΦ).

 

Ο Stademann ανήκει, μαζί με τους Carl Rottmann (1797-1850), Ludwig Lange (1808-1868), Peter von Hess (1792-1871), τους στρατιωτικούς και ζωγράφους Karl Wilhelm Freiherr von Heideck (1788-1861) και Karl Krazeisen (1794-1878), καθώς και τον αρχιτέκτονα Leo von Klenze (1784-1864), στους εκλεκτούς εκείνους Γερμανούς απεσταλμένους του Λουδοβίκου Α´ στη χώρα μας, όπου δημιούργησαν καλαίσθητες εικόνες και έργα για την Επανάσταση του 1821, τους ανθρώπους της εποχής και το τοπίο της ελεύθερης Ελλάδας που αντίκρυσαν.

Η δημιουργία του Πανοράματος της Αθήνας από τον Ferdinand Stademann ανασυνθέτει με πιστότητα το τοπίο της πρωτεύουσας, όπως ήταν κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, και παρέχει στις επόμενες γενιές ένα σημαντικό ιστορικό τεκμήριο για την εξέλιξη του αττικού τοπίου δια μέσου των αιώνων. Η ΕΕΦ τιμά τον ζωγράφο Ferdinand Stademann για αυτήν του την προσφορά.

 

Πηγές και βιβλιογραφία

  • Βιγγοπούλου, Ιόλη (επιμέλεια), Η Ανάδυση και η Ανάδειξη Κέντρων του Ελληνισμού στα Ταξίδια των Περιηγητών (15ος – 20ος αιώνας). Ανθολόογιο από τη Συλλογή του Δημητρίου Κοντομηνά. Εκδόσεις Κότινος, Αθήνα 2005.
  • Λεκάκης, Γιώργος, Πανόραμα των Αθηνών, το 1835, http://www.arxeion-politismou.gr/