Προσωπογραφία του Στρατηγού Sir Richard Church, του ζωγράφου Σπυρίδωνος Προσαλέντη (1830-1895). 19ος αιώνας (συλλογή ΕΕΦ)

 

Ο Richard Church (1784- 1873), ήταν Βρετανός στρατιωτικός, σημαντικός Φιλέλληνας, καθώς και εκ των πρώτων οργανωτών του Ελληνικού Στρατού.

Ήταν δευτερότοκος γιος του Matthew Church, εμπόρου από το Cork της Ιρλανδίας και της Anne Dearman[1].

Στις 3 Ιουλίου 1800, σε ηλικία 16 ετών, κατατάχθηκε στον Βρετανικό Στρατό ως ανθυπασπιστής  και τοποθετήθηκε στο 13ο Σύνταγμα Πεζικού του Somerset[2]. Πολέμησε κατά των Γάλλων στη μάχη του Φερρόλ στη Βόρειο Ισπανία το 1800 και στην εκστρατεία στην Αίγυπτο υπό τον στρατηγό sir Ralph Abercromby, το 1801[3]. Μετά την αποχώρηση των Γαλλικών στρατευμάτων από την Αίγυπτο, επέστρεψε στην Μεγάλη Βρετανία, και το 1802 τοποθετήθηκε στο 37ο Σύνταγμα Πεζικού ως υπολοχαγός[4].

Στο πλαίσιο των Ναπολεόντειων Πολέμων, το 1805 η μονάδα του Church στάλθηκε για να υπερασπισθεί τη Σικελία, ενώ στις 7 Ιανουαρίου του 1806, ο ίδιος ο Church, φέρων το βαθμό του λοχαγού, τοποθετήθηκε στο Βασιλικό Σύνταγμα Κυνηγών της Κορσικής. Εκεί ήταν για πρώτη φορά υπεύθυνος για την διοίκηση ξένων στρατευμάτων, στρατολογημένων από τον τοπικό πληθυσμό. Τον Οκτώβριο του 1808 έγινε Βοηθός Γενικός Φροντιστής στη Σικελία. Το 1809 προήχθη σε Γενικό Φροντιστή και τοποθετήθηκε ως αξιωματικός στην αποστολή που κατέλαβε τα Ιόνια νησιά υπό τον στρατηγό Sir John Oswald[5]. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1809, τοποθετήθηκε ως ταγματάρχης στο Ελληνικό Ελαφρύ Πεζικό του Βρετανικού στρατού, ενώ στις 19 Νοεμβρίου 1812 προήχθη σε αντισυνταγματάρχη στο 1ο  Ελληνικό Σύνταγμα Ελαφρού Πεζικού του Δούκα της Υόρκης[6].

Ο Richard Church ως αξιωματικός του Ελληνικού Ελαφρού Πεζικού του Δούκα της Υόρκης στα Επτάνησα σε πίνακα του 1813.

Ο Church ήταν ήδη ιδιαίτερα έμπειρος στη διοίκηση ξένων στρατευμάτων και έκανε χρήση της εμπειρίας του αυτής για να διοικήσει αποτελεσματικά τα στρατεύματα που είχαν στρατολογηθεί από Έλληνες. Μάλιστα η εμπειρία του αυτή, συνέβαλε στο να δημιουργηθεί το 2ο Ελληνικό Σύνταγμα Ελαφρού Πεζικού του Δούκα της Υόρκης, το οποίο χρησιμοποιήθηκε το 1813 για την κατάληψη των Παξών[7]. Στις τάξεις των μονάδων αυτών που διοικούσε ο Church, συμμετείχαν στρατιώτες και αξιωματικοί, που προέρχονταν από φυγάδες αρματωλούς από την ηπειρωτική Ελλάδα, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Church είχε καλλιεργήσει φιλική σχέση με τον μετέπειτα στρατιωτικό ηγέτη της Ελληνικής επανάστασης, και διατηρούσε τακτική αλληλογραφία, η οποία συνέβαλε στην διαρκή ενημέρωσή του και στην καλλιέργεια του Φιλελληνισμού του[8].

Αφού τελείωσαν οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι, μετά από παράπονα της οθωμανικής διοίκησης, διαλύθηκαν τα ελληνικά στρατεύματα τα οποία είχε οργανώσει ο Church με άλλους Βρετανούς αξιωματικούς. Τα μέλη τους όμως είχαν ήδη αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία από την λειτουργία, οργάνωση και εκπαίδευση τακτικού στρατού. Την εμπειρία αυτή αξιοποίησε ο Κολοκοτρώνης, αλλά και άλλοι αγωνιστές που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πριν και μετά την Επανάσταση του 1821, ο Church υπηρέτησε στη Μάλτα, στη Νάπολη, στη Σικελία, στην Καλαβρία. Ήταν παρών στην μάχη της Μάιντα, στην άμυνα του Κάπρι, όπου τραυματίσθηκε στο κεφάλι, στην κατάληψη της Ίσκιας, στην αποστολή στα Επτάνησα, στην κατάληψη της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς. Στη μάχη της Αγίας Μαύρας τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό του χέρι, το οποίο χτυπήθηκε από σφαίρα[9].

Μετά τη θητεία του στα Επτάνησα, ο Church τοποθετήθηκε σε αποστολή της Βρετανικής κυβέρνησης στους συμμαχικούς στρατούς Αυστρίας και Πρωσίας και στη συνέχεια υπηρέτησε ως σύνδεσμος μεταξύ των Βρετανικών και των Αυστριακών Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίες είχαν ως ορμητήριο την Ιταλία, το 1814 -1815[10]. Ταυτόχρονα, έλαβε μέρος ως στρατιωτικός εμπειρογνώμων στο Συνέδριο της Βιέννης, όπου υποστήριξε την παραμονή των Επτανήσων υπό Βρετανική διοίκηση, αλλά και της Πάργας και άλλων πρώην βενετικών πόλεων, που ήταν τότε υπό την κατοχή του Αλή Πασά[11]. Για τη δράση του στα Επτάνησα, την Ιταλία και την Βιέννη, έλαβε το 1815 από τη Βρετανική κυβέρνηση τον τίτλο του Εταίρου του Τάγματος του Λουτρού[12].

Ο Church επέστρεψε στην Ιταλία το 1817, μετά από προσφορά της κυβέρνησης του Βασιλείου των Δύο Σικελιών. Με την άδεια της βρετανικής κυβέρνησης, ανέλαβε στην Ιταλία τη θέση υποστρατήγου στο Σικελικό Στρατό, καθώς και τη θέση του επιθεωρητή των στρατευμάτων των ξένων, στην υπηρεσία του βασιλιά Φερδινάνδου Α΄ των Δύο Σικελιών. Υπηρέτησε στην Απουλία με έδρα το Λέτσε, όπου κατάφερε να σταματήσει τη δράση των τοπικών ληστάρχων οι οποίοι δρούσαν μέχρι τότε ανεξέλεγκτοι. Η επιτυχημένη θητεία του, του έφερε αναγνώριση και τους τίτλους του ιππότη του Τάγματος του Αγίου Φερδινάνδου της Νάπολης και το Μεγαλόσταυρο του Ευγενεστάτου Στρατιωτικού Τάγματος του Αγίου Γεωργίου των Δύο Σικελιών[13].

Το τέλος της σταδιοδρομίας του Church στην Ιταλία υπαγορεύθηκε από τις πολιτικές αναταραχές που ξέσπασαν εκεί. Μετά από την επιτυχημένη θητεία του στην Απουλία, δόθηκε στον Church η διοίκηση του 9ου Τάγματος στη Σικελία με έδρα το Παλέρμο, στις αρχές Ιουλίου του 1820. Όταν ο Church πήγε στο Παλέρμο, δεν του επετράπη να πάρει μαζί του το στράτευμα των ξένων, παρά την επιθυμία του, δεδομένου ότι τους εμπιστευόταν ότι θα είναι πιστοί σε αυτόν. Έτσι, όταν άρχισε τοπικά η επανάσταση, οι καρμπονάροι επαναστάτες θέλησαν να τον συλλάβουν. Ο Church κατάφερε να αποφύγει τη σύλληψη και γύρισε στη Νάπολη στις 23 Ιουλίου 1820, όπου συνελήφθη από τους επαναστάτες, οι οποίοι είχαν πάρει και εκεί την εξουσία. Φυλακίσθηκε εκεί για ένα χρονικό διάστημα και ελευθερώθηκε μετά από δίκη στην οποία βρέθηκε αθώος. Έτσι το 1821 επέστρεψε στην Μεγάλη Βρετανία, όπου τιμήθηκε με τον τίτλο του Ιππότη Διοικητή του Βασιλικού Τάγματος των Γουέλφων του Ανοβέρου[14].

Ο Church παντρεύτηκε στις 17 Αυγούστου 1826 στο Worthing, την Marie-Anne Wilmot, κόρη του Robert Wilmot, 2ου βαρονέτου του Osmaston[15]. Την  ίδια περίοδο δημοσίευσε τις αναμνήσεις του από την επανάσταση στο Παλέρμο[16].

Παράλληλα, όλον αυτόν τον καιρό διατηρούσε αλληλογραφία με τον Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε μία σχέση αλληλοεκτίμησης. Μάλιστα, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης, οι οποίες ξεκίνησαν  στην Επίδαυρο στις 6 Απριλίου 1826, ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να αναλάβει ο Church  αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού. Η συνέχιση των προπαρασκευαστικών εργασιών της Εθνοσυνέλευσης που είχε προγραμματισθεί για τον Αύγουστο του 1826, καθυστέρησε, εξαιτίας της δυσμενούς κατάστασης της χώρας. Η τελική ημερομηνία για την επίσημη έναρξη της Γ’ Εθνοσυνέλευσης αποφασίσθηκε μετά από διαβουλεύσεις του Church με τον Κολοκοτρώνη (τον οποίο συνάντησε στο Καστρί της Κυνουρίας[17]), του Βρετανού ναυάρχου Thomas Cochrane (ο οποίος ανέλαβε αρχηγός του Ελληνικού Στόλου[18]) και του Βρετανού ναυάρχου Rowan Hamilton. Εν τέλει η Γ’ Εθνοσυνέλευση συγκλήθηκε και τυπικά στην Τροιζήνα, στις 19 Μαρτίου 1827[19], και έλαβε χώρα εκεί, από τον Μάρτιο ως τον Απρίλιο του  1827[20].

Η πρόταση του Κολοκοτρώνη υπέρ του Church υπερψηφίσθηκε κατά την διάρκεια της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί, ότι την πρόταση αυτή υποστήριξε και ο άλλος μεγάλος στρατιωτικός ηγέτης της Ελληνικής Επανάστασης, ο Γ. Καραϊσκάκης. Πράγμα που επιβεβαιώνει επιστολή με την υπογραφή του («καραησκάκις») προς την Γ’ Εθνοσυνέλευση, που έχει σταλεί από το Κερατσίνι, στις 2 Απριλίου 1827. Σε αυτήν, κατά την διάρκεια της Γ’ Εθνοσυνέλευσης, ο Γ. Καραϊσκάκης προτείνει να ανατεθεί η αρχιστρατηγία στον Richard Church: «… Διά τοῦτο βάζω ὑπόψιν τῆς Σ(εβαστῆς) Συνελεύσεως, τό ἄτομον τοῦ ἐξοχωτάτου στρατηγοῦ ῥικάρδου ζόρζι, τό ὁποῖον ἔχομεν βεβαίας πληροφορίας ὅτι εἶναι τό ὄντι ἄξιον τοιούτου ἐπιφορτίσματος, ὅστις ἔχων τελείαν ἰδέαν τῶν Ἑλλ. στρατιωτικῶν φρονημάτων, ἔχω ὅλην τήν βεβαιότητα ὅτι θέλει διευθύνει τά Ἑλλ. στρατεύματα, θέλει τά ἑνώσει, καί θέλει τά συγκεντρώσει πρός ἀντίκρουσιν τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, καί ἑπομένως θέλει προξενήσει τήν ἐλευθέρωσιν τῶν ἀθηνῶν καί ὅλης τῆς πατρίδος…».

Ιδιόχειρη επιστολή του Γ. Καραϊσκάκης, με την οποία υποστηρίζει και αυτός την τοποθέτηση του Church στην θέση του αρχιστρατήγου του Ελληνικού Στρατού. (συλλογή ΕΕΦ).

Πρώτη αποστολή των Cochrane και Church, ήταν η ενίσχυση του Καραϊσκάκη που μαχόταν στο Φάληρο και το Κερατσίνι, για να λύσουν την πολιορκία της Ακρόπολης. Στην φάση αυτή, οι Τουρκικές δυνάμεις είχαν υπεροπλία, ενώ τους ευνοούσε και η μορφολογία του εδάφους που αποτελούσε ένα ανοικτό πεδίο μάχης. Έτσι, η αποστολή αυτή ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις των  Ελλήνων[21] να υφίστανται σημαντικές απώλειες. Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη και τη διάλυση του Ελληνικού στρατού, ο Church έδειξε τόλμη και μέγιστη σύνεση. Κατάφερε να σώσει τους άνδρες που ήταν σκορπισμένοι στα παράλια, φρόντισε για την επιβίβασή τους σε πλοία και τη συγκέντρωσή τους στο Φάληρο και στον Πειραιά και στη συνέχεια οργάνωσε την μεταφορά τους στη Σαλαμίνα, όπου συγκεντρώθηκε μετά από λίγο το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων[22].

Στη συνέχεια η Αντικυβερνητική Επιτροπή, ανέθεσε στον Church τη στρατιωτική διοίκηση του Ναυπλίου. Μετά από μερικούς μήνες ο Church τοποθετήθηκε στο φρούριο της Κορίνθου. Από εκεί μετατέθηκε στο Διακοπτό της Βοστίτσας (σημερινό Αίγιο) και ύστερα στην Ανατολική Ελλάδα, όπου έμεινε μέχρις ότου αφίχθηκε στην Ελλάδα ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας[23].

Μετά την άφιξη του Καποδίστρια, ο Church στάλθηκε στη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Η αποστολή του ήταν να ελευθερώσει το μεγαλύτερο δυνατό τμήμα της ευρύτερης περιοχής, προκειμένου να διευκολυνθεί ο Καποδίστριας κατά την διαπραγμάτευση των συνόρων του ελεύθερου Ελληνικού κράτους. Την περίοδο 1828 – 1829, ο Church συντόνισε πολλές επιχειρήσεις των στρατευμάτων της Δυτικής Ελλάδος σε συνεργασία και με τη βοήθεια του Ελληνικού στόλου στον οποίο συμμετείχε ο μεγάλος Φιλέλληνας Hastings με την «Καρτερία» και άλλα πέντε πολεμικά[24]. Με τις κινήσεις αυτές επετεύχθη ο αποκλεισμός του Αμβρακικού Κόλπου, κυριεύθηκε η Βόνιτσα, το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι. Οι επιχειρήσεις αυτές απετέλεσαν, τις τελευταίες πράξεις του πολέμου για την απελευθέρωση της Ελλάδος, που καθόρισαν και τα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους στη Στερεά Ελλάδα.

Με την έλευση του Όθωνoς στην Ελλάδα, η κυβέρνηση του Σπυρίδωνος Τρικούπη προσέφερε στον Church τη θέση του πρέσβη στη Ρωσία, κάτι που δεν αποδέχθηκε όμως ο Ρώσος Τσάρος[25].

Η Ελλάδα τίμησε το 1833 τον Church με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος των Ιπποτών του Σωτήρος[26]. Στη συνέχεια ο Church διορίσθηκε  Σύμβουλος της Επικρατείας και το 1836, τοποθετήθηκε Γενικός Επιθεωρητής του Ελληνικού Στρατού. Τον Φεβρουάριο του 1843, προΐστατο επί του τιμητικού αγήματος στην κηδεία του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη[27].

Στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, ο Church επιλέχθηκε ανάμεσα από τους Συμβούλους της Επικρατείας που ήταν επαναστάτες, ως διαμεσολαβητής μεταξύ αυτών και του Όθωνος. Μάλιστα, την επόμενη ημέρα συνυπέγραψε την προκήρυξη του Συμβουλίου της Επικρατείας που ευχαριστούσε το λαό και τη φρουρά των Αθηνών για τη συμπεριφορά τους, και ανακήρυσσε την 3η Σεπτεμβρίου ως εθνική εορτή. Ήταν ο τέταρτος υπογράφων μετά τον Μαυρομιχάλη, τον Κουντουριώτη και το Νοταρά[28].

Ένα μήνα μετά, τον Οκτώβριο του 1843, εξελέγη πληρεξούσιος του Ζυγού Αιτωλίας στην Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση της Γ’ Σεπτεμβρίου, αντιπροσωπεύοντας μια περιοχή από τα μέρη της Δυτικής Ελλάδας που απελευθέρωσε το 1828-1829 και επιλέχθηκε ως μέλος της Γερουσίας[29].

Μία συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης του 1844 στην οποία συμμετείχε ο Church, έχει μείνει στην ιστορία. Σε αυτήν κορυφώθηκε η σύγκρουση των αυτοχθονιστών με τους ετεροχθονιστές. Οι πρώτοι υποστήριζαν πως στο Δημόσιο μπορούσαν να διορίζονται μόνον όσοι κατάγονταν από τις απελευθερωμένες περιοχές της Ελλάδος. Οι υποστηρικτές των ετεροχθόνων ζητούσαν τα δικαιώματα να ισχύουν για όλους τους Έλληνες. Ο Church τάχθηκε με την πλευρά των ετεροχθόνων, συνεπής με το πνεύμα του φιλελληνισμού και όχι αυτό των σκοπιμοτήτων. Παραμένει θρυλική η αγόρευσή του για το ζήτημα αυτό, διότι αυτή περιείχε μόνο μια λέξη: «Γκαϊντούρια!», που εξέφραζε την αγανάκτησή του από τη στάση των αυτοχθονιστών βουλευτών.

Ο Church αποσύρθηκε σε ηλικία 60 ετών το 1844 από τα στρατιωτικά πράγματα. Παρέμεινε όμως γερουσιαστής μέχρι την κατάργηση της Γερουσίας το 1864[30].

Το 1854, προήχθη σε επίτιμο στρατηγό του Ελληνικού Στρατού[31], προκειμένου να τιμηθεί για τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια του Αγώνα και στα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του νέου Ελληνικού κράτους.

Ο στρατηγός Richard Church απολάμβανε την εκτίμηση της Ελληνικής και της Βρετανικής κοινωνίας της εποχής του και τον επεσκέπτετο τακτικά ο βασιλέας Γεώργιος Α’, κατά τα τελευταία έτη της ζωής του[32]. Ο Church απεβίωσε μετά από ασθένεια την Πέμπτη 8 Μαρτίου 1873 και τάφηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη στις 15 Μαρτίου 1873[33]. Η κηδεία έγινε με καθυστέρηση σε αναμονή του ανιψιού του, που αναμενόταν από την Αγγλία. Η νεκρώσιμη ακολουθία έλαβε χώρα στον προτεσταντικό ναό στην οδό Φιλελλήνων παρουσία του βασιλέως και πλήθους επισήμων. Το μνημείο του τάφου, απέναντι από τον ιερό ναό του Αγίου Λαζάρου, φέρει αγγλική επιγραφή στο μπροστινό τμήμα και την αντίστοιχη ελληνική στο πίσω μέρος: «Richard Church, General, who having given himself and all he had, to rescue a Christian race from oppression, and to make Greece a nation, lived for her service, and died among her people, rests here in peace and faith» «Ώδε κείται εν ειρήνη και πίστει ο Στρατηγός Ριχάρδος Τσωρτζ αφιερώσας εαυτόν και πάντα τα εαυτού υπέρ της από της δουλείας απελευθερώσεως φυλής χριστιανικής, συντελέσας ίνα η Ελλάς κατασταθή έθνος, ζήσας όπως υπηρετήση αυτήν και αποβιώσας μεταξύ του λαού αυτής». Επιτάφιο λόγο εκφώνησε στις 15 Μαρτίου 1873, ο υπουργός Δικαιοσύνης Παναγιώτης Χαλκιόπουλος[34] και μετά στα αγγλικά, ο μετέπειτα Εθνικός Ευεργέτης και τότε διπλωμάτης, Ιωάννης Γεννάδιος[35].

Η ΕΕΦ και η Ελλάδα τιμούν τη μνήμη του στρατηγού Richard Church, σημαίνοντος ευγενούς Βρετανού Φιλέλληνα, ο οποίος αγωνίσθηκε για τα Ελληνικά δίκαια και που τιμήθηκε για τη δράση του αυτή με υψηλές θέσεις ευθύνης στο νέο Ελληνικό κράτος, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα την εκτίμηση και το σεβασμό της τότε Ελληνικής κοινωνίας.

Α’ Κοιμητήριο Αθηνών. Ο τάφος του στρατηγού Richard Church.

 

Παραπομπές

[1] Jewers, Arthur John, “Wells Cathedral: its monumental inscriptions and heraldry: together with the heraldry of the palace, deanery, and vicar’s close: with annotations from wills, registers, etc., and illustrations of arms”, εκδ.  Nichel and Hughes, Λονδίνο, 1892.
[2] Philipart, John, “The Royal Military Calendar”, εκδ. A.J. Valpy, Λονδίνο, 1820, δ’ τόμος, σελ. 436 -437.
[3]  Βλ. στο ίδιο.
[4] Jewers, Arthur John, “Wells Cathedral: its monumental inscriptions and heraldry: together with the heraldry of the palace, deanery, and vicar’s close: with annotations from wills, registers, etc., and illustrations of arms”, εκδ.  Nichel and Hughes, Λονδίνο, 1892.
[5] Dakin, Douglas, “The Greek struggle for independence, 1821-1833”, εκδ. University of California Press, Berkley, 1973, σελ. 33.
[6]  Βλ. στο ίδιο.
[7]  Chartrand, Rene, Courcelle, Patrice, “Émigré & Foreign Troops in British Service 1803 – 1815”, εκδ. Osprey, Λονδίνο, 2000, σελ. 20.
[8] “Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη”, εκδ. Ελευθερουδάκη, Αθήνα,  1931, 12ος τόμος.
[9] Philipart, John, ‘’The Royal Military Calendar’’, εκδ. A.J. Valpy, Λονδίνο, 1820, δ’ τόμος, σελ. 436 -437.
[10] Church, R. W., “Occasional Papers selected from the ‘’Guardian’’, the ‘’Times’’ and the ‘’Saturday Review’’ 1846-1890”, εκδ. Macmillan, Λονδίνο, 1897.
[11] Church, E.M., “Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece”, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
[12] Εγκυκλοπαίδεια ’Brittanica’, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 6ος τόμος, σελ. 325.
[13] Jewers, Arthur John, “Wells Cathedral: its monumental inscriptions and heraldry: together with the heraldry of the palace, deanery, and vicar’s close: with annotations from wills, registers, etc., and illustrations of arms”, εκδ.  Nichel and Hughes, Λονδίνο, 1892.
[14]
[15] Περ. ‘’The Gentleman’s Magazine’’, φύλλο Αυγούστου 1826, Λονδίνο, 1826.
[16] Church, Richard, “Lieutenant General Sir Richard Church’s personal narrative of the revolution at Palermo, in the year 1820”, εκδ. περ. ‘’Monthly Magazine’’, Λονδίνο, 1826.
[17] St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 326.
[18] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 421.
[19] Μάμουκας, Ανδρέας, “Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος. Ήτοι, συλλογή των περί την αναγεννώμενην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από του 1821 μέχρι του 1832”, εκδ. Τυπογραφίας Ηλίου Χριστοφίδου ‘’Η αγαθή τύχη’’, Πειραιάς, 1839, τόμος 7ος.
[20] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 410.
[21] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος, σελ. 331.
[22] Χρυσανθόπουλος, Φώτιος  (Φωτάκος), “Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των εξώθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της επαναστάσεως”, εκδ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888, σελ. 260.
[23] Βλ. στο ίδιο.
[24]  Αλληλογραφία Church – Υψηλάντη, Συλλογή Βλαχογιάννη, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, Φάκελος 290.
[25] Church, E.M., ‘’Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece’’, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
[26] Κλάδης, Α. Ι., ‘’Επετηρίς του Βασιλείου της Ελλάδος’’, εκδ. Βασιλική Τυπογραφία & Λιθογραφία, Αθήνα, 1837.
[27]  Εφ. ‘’Η Ταχύπτερος Φήμη’’, φύλλο 3ης Φεβρουαρίου 1843, Αθήνα, 1843.
[28] Church, E.M., ‘’Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece’’, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
[29]  Βλ. στο ίδιο.
[30]  Γράψας, Κ.Μ. , ‘’Ελληνική Πολιτική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1948, β’ τόμος, σελ. 12.
[31] ‘’Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος’’ , ΦΕΚ 10ης Φεβρουαρίου 1854, Αθήνα, 1854 , Β.Δ. 6/1854.
[32] Εφ. ‘’Αιών’’, φύλλο 5ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
[33] Εφ. ‘’Αλήθεια’’, φύλλο 9ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
[34] Εφ. ‘’Αιών’’, φύλλο 21ης  Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
[35] Εφ. ‘’Εφημερίς των Συζητήσεων ‘’, φύλλο 15ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Jewers, Arthur John, “Wells Cathedral: its monumental inscriptions and heraldry: together with the heraldry of the palace, deanery, and vicar’s close: with annotations from wills, registers, etc., and illustrations of arms”, εκδ. Nichel and Hughes, Λονδίνο, 1892.
  • Philipart, John, “The Royal Military Calendar”, εκδ. J. Valpy, Λονδίνο, 1820, δ’ τόμος.
  • Dakin, Douglas, “The Greek struggle for independence, 1821-1833”, εκδ. University of California Press, Berkley, 1973.
  • Chartrand, Rene, Courcelle, Patrice, “Émigré & Foreign Troops in British Service 1803 – 1815”, εκδ. Osprey, Λονδίνο, 2000.
  • “Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη”, εκδ. Ελευθερουδάκη, Αθήνα, 1931, 12ος τόμος.
  • Church, R. W., “Occasional Papers selected from the ’Guardian’, the ’Times’ and the ’Saturday Review’ 1846-1890”, εκδ. Macmillan, Λονδίνο, 1897.
  • Church, E.M., “Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece”, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
  • Εγκυκλοπαίδεια ‘’Brittanica’’, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 6ος τόμος.
  • Περ. “The Gentleman’s Magazine”, φύλλο Αυγούστου 1826, Λονδίνο, 1826.
  • Church, Richard, “Lieutenant General Sir Richard Church’s personal narrative of the revolution at Palermo, in the year 1820”, εκδ. περ. “Monthly Magazine”, Λονδίνο, 1826.
  • “Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • Μάμουκας, Ανδρέας, “Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος. Ήτοι, συλλογή των περί την αναγεννώμενην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από του 1821 μέχρι του 1832”, εκδ. Τυπογραφίας Ηλίου Χριστοφίδου “Η αγαθή τύχη”, Πειραιάς, 1839, τόμος 7ος.
  • Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως”, εκδ. Δ.Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος.
  • Χρυσανθόπουλος, Φώτιος (Φωτάκος), “Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των εξώθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της επαναστάσεως”, εκδ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888.
  • Αλληλογραφία Church – Υψηλάντη, Συλλογή Βλαχογιάννη, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, Φάκελος 290.
  • Κλάδης, Α. Ι., “Επετηρίς του Βασιλείου της Ελλάδος”, εκδ. Βασιλική Τυπογραφία & Λιθογραφία, Αθήνα, 1837.
  • Εφ. “Η Ταχύπτερος Φήμη”, φύλλο 3ης Φεβρουαρίου 1843, Αθήνα, 1843.
  • Γράψας, Κ.Μ., “Ελληνική Πολιτική Εγκυκλοπαίδεια”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1948, β’ τόμος.
  • “Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος”, ΦΕΚ 10ης Φεβρουαρίου 1854, Αθήνα, 1854 , Β.Δ. 6/1854.
  • Εφ. “Αιών”, φύλλο 5ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
  • Εφ. “Αλήθεια”, φύλλο 9ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
  • Εφ. Αιών”, φύλλο 21ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
  • Εφ. “Εφημερίς των Συζητήσεων”, φύλλο 15ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.

 

Πορτραίτο του Winckelmann, έργο της Angelika Kauffmann (1764)

 

“In Gegenden, wo die Künste geblüht haben, sind auch die schönsten Menschen gezeugt worden“ (“Σε περιοχές, όπου άνθισαν οι τέχνες, δημιουργήθηκαν και οι ομορφότεροι άνθρωποι”).

Ο Johann Joachim Winckelmann (1717 – 1768) υπήρξε ο πρώτος Γερμανός αρχαιολόγος, με τη σημερινή έννοια του όρου, και σημαντικός δάσκαλος της τέχνης. Το κυριότερο έργο του, “Ιστορία της αρχαίας τέχνης” (Geschichte der Kunst des Alterthums, 1764) αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της επιστήμης της Αρχαιολογίας και της σύγχρονης Ιστορίας της τέχνης. Εξόπλισε την Aρχαιολογία με την επιστημονική μέθοδο, αποκαθαίροντάς την από τον αρχαιοδιφικό ερασιτεχνισμό που ως τότε την καθήλωνε σε ασχολία “ευγενών κυρίων”. Ρηξικέλευθα για την εποχή του, πρόταξε την υπεροχή της ελληνικής, κλασικής αρχαιότητας, έναντι της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής, και θεμελίωσε τον γερμανικό κλασικισμό πάνω στην ελληνική αρχαιολατρία. Δολοφονήθηκε υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες σε ηλικία μόλις 50 ετών στην Τεργέστη. Την ημέρα αυτή έφερε στις αποσκευές του τα αγαπημένα από τη νιότη του βιβλία, που καθόρισαν όλη του τη σκέψη και πορεία: αυτά του Ομήρου.

Ο Winckelmann γεννήθηκε σχεδόν 70 χρόνια πριν τη Γαλλική Επανάσταση και 100 πριν την Ελληνική. Ήταν ο πλέον διάσημος γιός της πόλης του Stendal (από το Altmark, Sachsen-Anhalt) της Πρωσίας. Υπήρξε ένα αυθεντικά φιλελεύθερο και πρωτοπόρο πνεύμα που επηρέασε τους μεγαλύτερους άνδρες της Γερμανίας (Lessing, Goethe, Herder, Schiller), τον Λόρδο Βύρωνα, ακόμη και τους θιασώτες της Γαλλικής Επανάστασης και αργότερα του Ναπολέοντος. Ο ίδιος ο Goethe χαρακτήρισε τον 18ο αιώνα “εκατονταετία του Winckelmann”, ορίζοντας έτσι το μέτρο της σπουδαιότητάς του. Η επιτυχία αυτή είναι άξια θαυμασμού, αν αναλογισθεί κανείς ότι ο Johann Joachim Winckelmann γεννήθηκε σε μια φτωχή και εξαθλιωμένη από τον Τριακονταετή Πόλεμο (1618 – 1648) πρωσική πόλη, ως μοναχογιός ενός υποδηματοποιού. Παρόλα αυτά, η εκπαίδευση του μονάκριβου γιου της οικογένειας ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των γονιών του, οι οποίοι τον έστελναν στο δημοτικό σχολείο λατινικών της πόλης τους (städtische Lateinschule). Χάρη στη συμμετοχή του σε μία χορωδία απόρων μαθητών, κατορθώνει να αποκτήσει τα βιβλία του και ελεύθερη πρόσβαση στα μαθήματα. Εκεί γνωρίζει τον σχεδόν τυφλό διευθυντή του σχολείου, Esaias Wilhelm Tappert, του οποίου γίνεται έμπιστος βοηθός και του διαβάζει βιβλία. Αυτή η εμπειρία, καθώς και η πρόσβαση που αποκτά ο νεαρός Winckelmann στη σχολική βιβλιοθήκη, την οποία επιβλέπει, του προσφέρουν την πρώτη γνωριμία με σημαντικά γραπτά Άγγλων και Γάλλων συγγραφέων, τα οποία σταδιακά θα ξυπνήσουν μέσα του την ιδέα της πολιτικής ελευθερίας. Η αντίληψη που έχει από νωρίς σχηματίσει άλλωστε για την Πρωσία είναι ότι πρόκειται για μία χώρα δεσποτείας, στην οποία, όπως θα αναφέρει κατοπινά, έχει “νιώσει τη σημαίνει σκλαβιά” («Homo vagus et inconstans“).

WINCKELMANN, Johann Joachim, λιθογραφία (συλλογή ΕΕΦ)

Mε παρότρυνση του Tappert, o δεκαοκτάχρονος Winckelmann μεταβαίνει τον Μάρτιο του 1735 για γυμνασιακές σπουδές στο Βερολίνο (Cöllnisches Gymnasium zu Berlin), όπου παραμένει έως το φθινόπωρο του 1736. Εκεί μελετά την θεωρία του κρατικού συντάγματος, βιογραφίες επιστημόνων, φυσικές επιστήμες, και διευρύνει τις γνώσεις του για την ελληνική γλώσσα και γραμματεία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απαρχή του Φιλελληνισμού του εντοπίζεται σε αυτή τη γόνιμη περίοδο της νεότητας του. Στην φάση αυτή γνωρίζει τον αντιπρόεδρο του Γυμνασίου, Christian Tobias Damm, ο οποίος ειδικεύεται στη Μυθολογία. Ο Damm μεταλαμπαδεύει την αγάπη του για τα ομηρικά έπη στον Winckelmann, αγάπη η οποία αποτελεί εφαλτήριο της βαθιάς του ενασχόλησης με την αρχαιότητα, την τέχνη και τη φιλοσοφία της. Ο Όμηρος θα παραμείνει ο αγαπημένος του συγγραφέας ως τον θάνατό του. Το Νοέμβριο του 1736 επιστρέφει στην πόλη του και συνεχίζει τις σπουδές του στο Salzwedeler Gymnasium, ενώ παράλληλα διδάσκει ελληνικά. Ο πρύτανης του σχολείου Bake τον χαρακτηρίζει “ανήσυχο και ασταθές άτομο” (homo vagus et inconstans).

Τον Απρίλιο του 1738 εγγράφεται φοιτητής Θεολογίας στο Halle, όπου με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολουθεί τις διαλέξεις του Alexander Gottlieb Baumgarten (1714–1762), ιδρυτή της Αισθητικής στη Γερμανία. Επίσης επισκέπτεται το σεμινάριο του γιατρού και φιλολόγου Johann Heinrich Schulze (1687–1744) για τις ελληνικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες σύμφωνα με τα αρχαία νομίσματα. Από εδώ ίσως θα αρχίσει να εξελίσσει την ικανότητά του για λεπτομερή περιγραφή των μερών των έργων τέχνης, όπως λ.χ. στην περίφημη περιγραφή του συμπλέγματος του Λαοκόοντος από την “Ιστορία της αρχαίας τέχνης” (Geschichte der Kunst des Alterthums, 1764). Για παράδειγμα, η εμμονή του στην εξονυχιστική καταγραφή των μερών του ανθρωπίνου σώματος, ως βάση για την ανάλυση αγαλμάτων της αρχαίας ελληνικής τέχνης (π.χ. για τον Απόλλωνα του Belvedere) και ως οδηγός για την αισθητική τους προσέγγιση, σχετίζεται με τις σύντομες σπουδές του Ιατρικής στο πανεπιστήμιο της Jena (Μάιος 1741), τις οποίες ωστόσο δεν ολοκλήρωσε. Ως δεύτερο λόγο της εμμονής του με το κάλλος του ανθρώπινου σώματος, κυρίως του ανδρικού, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς και την ομοφυλοφιλία του, η οποία βεβαιώνεται από πολλούς μελετητές του βίου του.

Τα χρόνια που ακολουθούν εργάζεται ως ιδιωτικός δάσκαλος ελληνικών και λατινικών για οικογένειες, προκειμένου να βιοπορίζεται. Παράλληλα, πραγματοποιεί φιλολογικές, φιλοσοφικές και ιστορικές μελέτες, οι οποίες σήμερα σώζονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας στο Παρίσι (Bibliothèque nationale de France, Paris). Την περίοδο αυτή της ζωής του θεωρεί ως μάλλον επαχθή. Εργάσθηκε ως δάσκαλος και αντιπρύτανης στη Lateinschule Seehausen (1742). Όμως, η θέρμη με την οποία δίδασκε τα ελληνικά, δεν έβρισκε ανταπόκριση στη νεολαία της πρωσικής επαρχίας, στην οποία ο Winckelmann ένιωθε να ασφυκτιά εξαιτίας των περιορισμένων διανοητικών της οριζόντων. Αναφέρεται δε ότι ο ίδιος εργαζόταν εξαντλητικά, σε βαθμό κατάρρευσης.

Η πρόταση του κόμητα Heinrich von Bünau, να μεταβεί στο Schloss Nöthnitz κοντά στη Δρέσδη και να αναλάβει χρέη βιβλιοθηκονόμου σε μια πολύ σημαντική, δημόσια προσβάσιμη ιδιωτική βιβλιοθήκη της εποχής, θα του προσφέρει διέξοδο από την ανία του Seehausen. Στη ζωή του Winckelmann προέκυπτε συχνά η εμφάνιση σημαντικών προσώπων με κύρος, τα οποία του προσέφεραν διόδους προσωπικής εξέλιξης. Κατά πάσα πιθανότητα ο Winckelmann ήταν ένας χαρακτήρας ευάρεστος και εκλεπτυσμένος, με δυνατότητα ευελιξίας στις κοινωνικές συναναστροφές του. Σύντομα λοιπόν εντυπωσίασε και τον πρεσβευτή του Πάπα και επισκέπτη της βιβλιοθήκης, Alberico Archinto, ο οποίος τον προσκάλεσε στη Ρώμη για να αναλάβει χρέη βιβλιοθηκονόμου στο Βατικανό. Η θέση αυτή είχε μεγάλη σημασία για τον Winckelmann, διότι η βιβλιοθήκη στο Βατικανό αποτελούσε το κέντρο της παγκόσμιας γνώσης. Ο Archinto θέτει ως όρο για την αποδοχή του στο Βατικανό, την αποκήρυξη του λουθηρανισμού εκ μέρους του Winckelmann και τον προσηλυτισμό του στον καθολικισμό, κάτι που ο Winckelmann δέχεται χωρίς αντίρρηση προκειμένου να διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες στη Ρώμη. Εκεί θα αφοσιωθεί απρόσκοπτα στη δια ζώσης μελέτη των καλλιτεχνικών έργων, ως “Augenmensch” (“άνθρωπος του βλέμματος”, οπτικός τύπος).

Η Ρώμη συντελεί καθοριστικά στην ανάδυση του ιστορικού τέχνης και αρχαιολόγου Winckelmann. Εκεί γνωρίζει τον πρώιμο κλασικιστή ζωγράφο Anton Raphael Mengs, στην οικία του οποίου διαμένει, με τον οποίον μοιράζεται την ίδια αγάπη για την ελληνική τέχνη. Κατόπιν γνωρίζει τη νεαρή Γερμανίδα καλλιτέχνη Angelica Kauffmann (1741-1807), η οποία εκ μέρους του Johann Kaspar Füßli (1706–1782), Ελβετού ζωγράφου, φιλοτεχνεί το πορτραίτο του το 1764.

Kauffmann, Angelika, λιθογραφία (συλλογή ΕΕΦ)

Ως προστατευόμενος του Archinto αποκτά διασυνδέσεις με ιταλικούς κύκλους μελετητών και έχει τη δυνατότητα να επισκέπτεται τις βιβλιοθήκες τους. Mετά τον θάνατο του Archinto, ο Winckelmann γίνεται προστατευόμενος του καρδιναλίου Alessandro Albani, o oποίος συμβάλλει καθοριστικά στον διορισμό του Winckelmann ως επιτρόπου των αρχαιοτήτων της Ρώμης (1763), θέση με υψηλότατη επιρροή και κύρος. Αναλαμβάνει ξεναγήσεις υψηλά ιστάμενων προσώπων στην αρχαία Ρώμη και πραγματοποιεί αρχαιολογικά ερευνητικά ταξίδια. Μεταξύ 1758 -1767 ολοκληρώνει τέσσερα ταξίδια στις κατεστραμμένες από την έκρηξη του Βεζουβίου πόλεις Πομπηία, Ηerculaneum και Σταβίες. Με τις αναφορές για τις ανασκαφές στις πόλεις του Βεζούβιου, ο Winckelmann ανέπτυξε ένα πρώτο σχήμα για την επιστημονική περιγραφή των ανασκαφών. Στο Paestum αντικρύζει για πρώτη φορά ελληνικούς ναούς, γεγονός που τον συναρπάζει. Αποτυπώνει τις εμπειρίες του στο έργο “Anmerkungen über die Baukunst der Alten“ (“Σημειώσεις για την αρχιτεκτονική των αρχαίων”, 1761).

Στις αρχές του 1764 εμφανίζεται το κύριο έργο του Winckelmann, η «Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας»( Geschichte der Kunst des Alterthums). Στο έργο αυτό, παρουσιάζει την εξέλιξη της τέχνης με βάση την ακολουθία των περιόδων του στιλ, χρησιμοποιώντας ως κύριο παράδειγμα την ελληνική τέχνη. Διακρίνει τις παρακάτω εποχές στην αρχαία ελληνική τέχνη και στην αρχαία λογοτεχνία: (α) την εποχή του «αρχαϊκού ύφους», με τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια από όλες (7ος-6oς αι. π.Χ.), (β) την εποχή του υψηλού ύφους, η οποία εκφράζει την καλλιτεχνική κορύφωση της κλασικής εποχής του 5ου αι. με εκπροσώπους της τον Φειδία, τον Πραξιτέλη, τον Λύσιππο και τον Απελλή, (γ) την εποχή του “ωραίου ύφους” του Πραξιτέλη, και, τέλος (δ) την εποχή της παρακμής της αρχαίας τέχνης και λογοτεχνίας. Η αξία του έργου του έγκειται στην ακριβή περιγραφή των χαρακτηριστικών κάθε καλλιτεχνικής περιόδου. Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησε ένα μεθοδολογικό εργαλείο ταξινόμησης των έργων, όχι αποκλειστικά για την επιστήμη της κλασικής αρχαιολογίας. Στον πυρήνα του έργου του βρίσκονται οι εντυπωσιακές και λεπτομερείς περιγραφές των καλλιτεχνικών αριστουργημάτων.

Ακολουθώντας τη διάταξη του Winckelmann ως σήμερα, αναφερόμαστε στις δυο κύριες εποχές της ελληνικής τέχνης (5ος και 4ος αι. π.Χ.), ως κλασικές. Αυτή η διάταξη προέρχεται από τον αρχαίο κλασικισμό. Επηρεάσθηκε και ο ίδιος από τον συγγραφέα Πλίνιο, ο οποίος θεώρησε ότι η ελληνική τέχνη άρχισε να πέφτει σε μαρασμό μετά την εποχή του Αλεξάνδρου. Το φιλελεύθερο πνεύμα του Winckelmann συνέδεε την αρνητική εξέλιξη της παρακμής των τεχνών με την ανάδυση των μοναρχιών μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου. Η παρακμή της τέχνης σχετίζεται με την απώλεια του δημοκρατικού κοινού και την ανάδυση μίας τέχνης της ιδιωτείας, για ιδιωτική χρήση. Θεωρεί δηλαδή ότι η τέχνη οδηγείται σε αδιέξοδο όταν πέφτει στα χέρια της ιδιωτικής επίδειξης, ενώ προϋπόθεση για την ύπαρξη της υψηλής τέχνης, είναι η πολιτική ελευθερία.

WINCKELMANN, Johann Joachim, λιθογραφία (συλλογή ΕΕΦ)

 

Ο Φιλελληνισμός του Winckelmann ήταν απόρροια της ανάγκης του για πολιτική ελευθερία

Για τον Winckelmann τα αρχαία ελληνικά αγάλματα αποτελούν το ύψιστο ιδανικό της τέχνης. Αυτό το αξίωμα διατυπώνει για πρώτη φορά στο έργο του «Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και τη γλυπτική» (“Gedanken über die Nachahmung der griechischen Werke in der Malerey und Bildhauerkunst ”, 1756). Τα ελληνικά έργα χαρακτηρίζουν “ευγενική απλότητα και ήρεμο μεγαλείο” («edle Einfalt und stille Größe» ). Προτρέπει τους καλλιτέχνες να μιμηθούν τα έργα της αρχαιότητας, κατά το αριστοτελικό μιμείσθαι: όχι μηχανικά, αλλά δημιουργικά, με τρόπο που οδηγεί στη γνώση.

Και αν στην εποχή μας, η ιδέα της υπεροχής της κλασικής αρχαιότητας μοιάζει αυτονόητη, τούτο δεν ίσχυε καθόλου στην εποχή του Winckelmann. Ήταν η δική του τόλμη που ανέδειξε την κλασική ελληνική αρχαιότητα έναντι της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής. Γεννημένος σε μία χώρα την οποία θεωρούσε δεσποτική, ο νεαρός Winckelmann εντοπίζει στην αττική δημοκρατία το πρότυπο της πολιτικής ελευθερίας. Θέτει την Ελληνική δημοκρατία στον αντίποδα του ρωμαϊκού δεσποτισμού και ορίζει την εποχή του Περικλή ως την πρώτη περίοδο άνθησης της ελληνικής τέχνης. Αυτή ήταν μία ρηξικέλευθη αντίληψη για την εποχή του, καθώς η γαλλική κουλτούρα της περιόδου, η οποία γνώριζε διάδοση και στις γερμανικές αυλές, θεμελίωνε την καταγωγή της στη ρωμαϊκή αρχαιότητα. O διαφωτιστής Winckelmann αντιπαραβάλλει την ελληνική δημοκρατία και τέχνη, στον ρωμαϊκό δεσποτισμό, τη βαριά τέχνη του μπαρόκ, και την επιφανειακή και α-πολίτικη του ροκοκό. Εδώ, δεν πρόκειται μόνον για αισθητικές προτιμήσεις, αλλά και για πολιτικές, καθώς η αισθητική και φιλοσοφική υπεροχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης συνδέεται άρρηκτα με τη δημοκρατία του Περικλέους.

Είναι σημαντικό επίσης το γεγονός, ότι μέχρις ότου ο Winckelmann επαναφέρει την αρχαία τέχνη στο ύψος στο οποίο πρέπει να τοποθετείται, ο χριστιανισμός τη λοιδορούσε για την παρακμή και την εξαφάνισή της.

Με τις τοποθετήσεις του λοιπόν υπέρ της αρχαίας ελληνικής τέχνης, εγκαινιάζει μία διαμάχη μεταξύ των θιασωτών της ρωμαϊκής και των υπέρμαχων της αρχαιοελληνικής τέχνης. Οι τελευταίοι αποτελούσαν τους “εκσυγχρονιστές” της εποχής του. Ο Winckelmann ορίζει τη θεμελίωση του γερμανικού κλασικισμού πάνω στην ελληνική αρχαιολατρία, διαφοροποιούμενος από τον γαλλικό και ιταλικό κλασικισμό που στρέφονταν στη ρωμαϊκή αρχαιότητα. Η μεταστροφή αυτή ισοδυναμούσε με πνευματική επανάσταση.

WINCKELMANN, Johann Joachim, λιθογραφία (συλλογή ΕΕΦ)

Για τον Winckelmann είναι σημαντική η ηθική επιρροή της αρχαιοελληνικής τέχνης, τόσο για τον καλλιτέχνη, όσο και για τον δέκτη της. Ο καλλιτέχνης οδηγείται μέσω της μίμησής της στη γνώση: “πρέπει να αισθανθεί τη δύναμη του πνεύματος, την οποία εγχάραξε στο μάρμαρο”. Ενώ εκείνος που αντικρύζει τα αγάλματα, βρίσκει σε αυτά παραδείγματα για μια συγκεκριμένη στάση ζωής. Το “ήρεμο μεγαλείο” του Λαοκόοντος λ.χ. έχει ηθική επιρροή στον παρατηρητή του, καθώς ο Λαοκόων δεν εγείρει “καμιά τρομερή φωνή, όπως διακηρύττει ο Βιργίλιος” για τον ήρωα. “Δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο το άνοιγμα του στόματος, περισσότερο πρόκειται για ανήσυχο αναστεναγμό (…) η δυστυχία του φθάνει ως την ψυχή του, όμως ευχόμαστε, ακριβώς όπως αυτός ο σπουδαίος άνδρας, έτσι και εμείς να μπορούμε να αντέξουμε τη δυστυχία”. Αντιστοίχως ο δέκτης λοιπόν μαθαίνει να υπομένει τα δεινά του με σεμνό τρόπο.

Το “ήρεμο μεγαλείο” του Λαοκόοντος

O Winckelmann θεωρεί ότι για τους Έλληνες, η καλλιτεχνία και η σοφία για τον κόσμο, είναι έννοιες ταυτόσημες. Αγαπημένο πρότυπό του είναι ο Σωκράτης, ο οποίος εκτός από φιλόσοφος ήταν και γλύπτης. Ο συνδυασμός τέχνης και φιλοσοφίας είναι ό,τι καθιστά τα ελληνικά έργα άξια προς μίμηση. Στόχος απαιτητικός στην επίτευξη του:

«Το υψηλότερο πρότυπο της τέχνης για τους σκεπτόμενους ανθρώπους είναι ο άνθρωπος, ή έστω η εξωτερική του εμφάνιση, και αυτό είναι τόσο δύσκολο να ερευνηθεί για τον καλλιτέχνη, όσο είναι για τους σοφούς η διερεύνηση του εσωτερικού τους, και το πιο δύσκολο είναι αυτό που δεν φαίνεται, είναι το κάλλος, επειδή στην πραγματικότητα, δεν εμπίπτει στον αριθμό και το μέτρο».

(Erinnerung über die Betrachtung der Werke der Kunst, 1759)

Ο Winckelmann θαυμάζει την ιδιαιτερότητα των Ελλήνων, την “ευγενική και ευέλικτη ευγένειά τους, που συνοδεύουν μια ζωντανή και χαρούμενη ύπαρξη”. Και θυμίζει ότι: “σε περιοχές όπου άνθισαν οι τέχνες, δημιουργήθηκαν επίσης και οι ομορφότεροι άνθρωποι.”

«In Gegenden, wo die Künste geblüht haben, sind auch die schönsten Menschen gezeugt worden».

(Schriften über die Nachahmung der alten Kunstwerke, 1756)

Ο Winckelmann συνέχισε να εργάζεται στην ιστορία της τέχνης καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το 1767 δημοσίευσε τις «Σημειώσεις για την Ιστορία της Αρχαίας Τέχνης» (Anmerkungen über die Geschichte der Kunst des Alterthums, Dresden 1767).

Winckelmann J., «Histoire de l’art chez les anciens», Saillant, Paris, 1766. Πρόκειται για την πρώτη έκδοση του έργου του Winckelmann στα Γαλλικά (συλλογή ΕΕΦ).

Το πρώτο του έργο αντιπροσώπευε ένα προκαταρκτικό στάδιο για την αναθεωρημένη δεύτερη έκδοση της Ιστορίας της Τέχνης. Το βιβλίο έκανε την εμφάνισή του μετά το θάνατο του στη Βιέννη το 1776.

«Winckelmann J.J., Geschichte der Kunst des Altertums” (Ιστορία της αρχαίας τέχνης), Βιέννη, 1776. Tο έργο που θεμελίωσε την Ιστορία τέχνης ως ξεχωριστό επιστημονικό κλάδο. Ο Winckelmann ορίζει εδώ την κλασική αρχαία τέχνη ως ιδανικό πρότυπο, άξιο μίμησης από τους σύγχρονους καλλιτέχνες (συλλογή ΕΕΦ).

Στο ίδιο έτος χρονολογείται και το σπουδαίο του έργο «Monumenti antichi inediti, spiegati ed illustrati», που περιλαμβάνει μη δημοσιευμένα αρχαία μνημεία, το οποίο έτυχε θετικής αποδοχής από το κοινό. Στο έργο του αυτό προέβη σε λεπτομερείς περιγραφές μη δημοσιευμένων μνημείων και βάσισε την ερμηνεία των παραστάσεων στο μυθολογικό τους πλαίσιο, ανοίγοντας νέους δρόμους στην αρχαιολογική ερμηνευτική. Το 1763 παρουσίασε μέρος του έργου του στον Πάπα Clemens XII. Φαίνεται να ήταν στο αποκορύφωμα της καριέρας του. Ήταν ήδη επίσημο μέλος πολυάριθμων Ακαδημιών, μεταξύ άλλων των: Accademia di Cortona, η Accademia di San Luca στη Ρώμη, της Εταιρεία Αρχαιοτήτων στο Λονδίνο και της Ακαδημίας του Göttingen.

Ο απρόσμενος και τραγικός θάνατος του τάραξε πολλούς στην Ευρώπη, καθώς ο Winckelmann ήταν άνθρωπος που έχαιρε γενικής και ειλικρινούς αποδοχής. Μια τυχαία γνωριμία στο λιμάνι της Τεργέστης με τον άνθρωπο του υποκόσμου Arcangeli, στάθηκε μοιραία.

Ο πενηντάχρονος τότε Winckelmann επιθυμούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του και να επισκεφθεί μια σειρά από επιφανείς του φίλους και ιδρύματα στη Γερμανία. Ετσι έφυγε από τη Ρώμη στις 10 Απριλίου 1768 και διέσχισε τις Άλπεις με τον γλύπτη φίλο του Bartolomeo Cavaceppi. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αρρώστησε αιφνιδίως και αποφάσισε να επιστρέψει στη Ρώμη. Οι φίλοι του τον οδήγησαν στο Regensburg, και στη συνέχεια στη Βιέννη, όπου έγινε δεκτός από την Αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία. Μετά ταξίδευσε στην Τεργέστη για να πάρει ένα πλοίο στην Ανκόνα και να μεταβεί στη Ρώμη. Λόγω καθυστέρησης του πλοίου, αναγκάσθηκε να παραμείνει σε ξενοδοχείο της Τεργέστης. Στις 8 Ιουνίου 1768 δολοφονήθηκε στο δωμάτιο όπου διέμενε, από τον Francesco Arcangeli, ο οποίος είχε προηγουμένως καταδικασθεί για κλοπή. Στην απολογία του ο Arcangeli δήλωσε ότι στις αποσκευές του θύματος βρήκε κάποια βιβλία γραμμένα σε μια αλλόκοτη γλώσσα: ήταν τα ομηρικά έπη. Ο δολοφόνος του εκτελέσθηκε στις 20 Ιουλίου 1768.

Η άδικη και πρόωρη δολοφονία του δεν επέτρεψε στον μεγάλο φιλέλληνα Winckelmann να ταξιδεύσει στην Ελλάδα. Ο πρώτος στην ιστορία αρχαιολόγος δεν κατάφερε να επισκεφθεί ποτέ τον Παρθενώνα, ούτε να περιηγηθεί στην Ολυμπία, την ανασκαφή της οποίας διακαώς επιθύμησε. Ο πνευματικός κόσμος της Ευρώπης συγκλονίσθηκε από την απρόσμενη απώλειά του. Ο Goethe αναφέρεται, συντετριμμένος, στα απομνημονεύματα του στην είδηση του θανάτου του Winckelmann, που έπεσε “σαν ένα χτύπημα βροντής σε καθαρό ουρανό”. Ενώ ο Γερμανός διαφωτιστής Gotthold Ephraim Lessing, ο οποίος στο έργο του “Λαοκόων ή περί των ορίων της ζωγραφικής και της ποίησεως” (Laokoön oder Über die Grenzen der Malerei und Poesie, 1767) αντέκρουσε θέσεις του Winckelmann, έγραψε, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του τελευταίου, ότι με ευχαρίστηση θα του χάριζε χρόνια από τη ζωή του.

Το 1822, ο Antonio Bosa σχεδίασε και έκτισε προς τιμήν του ένα ταφικό μνημείο στο νεκροταφείο San Giusto στην Τεργέστη.

Το κενοτάφιο του Antonio Bosa στη μνήμη Winckelmann

Επίσης φιλοτεχνήθηκαν πολυάριθμα μεταθανάτια πορτρέτα του μεγάλου αυτού ανθρώπου. Μεταξύ 1777–1782 o γλύπτης από την πόλη Gotha Friedrich Wilhelm Eugen Döll, με την υποστήριξη των φίλων του Winckelmann, Anton Raphael Mengs, Johann Friedrich Reiffenstein και Anton von Maron, δημιούργησε τρεις εκδοχές μιας προτομής του. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα ο Winckelmann τιμήθηκε με προτομές και αγάλματα σε όλη την Ευρώπη.

Προτομή του Winckelmann από τον γλύπτη Friedrich Wilhelm Doell

Ο θεμελιωτής της κλασικής αρχαιολογίας ως σύγχρονης επιστήμης τιμάται ως σήμερα. Η επέτειος των γενεθλίων του (9 Δεκεμβρίου) εορτάζεται σε όλα τα γερμανικά αρχαιολογικά ινστιτούτα ανά τον κόσμο. Οι κλασικοί αρχαιολόγοι πραγματοποιούν σειρά διαλέξεων που δημοσιεύονται στα “προγράμματα Winckelmann” (“Winckelmannprogramme“). Επίσης, το τμήμα της Κλασικής Αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου ονομάζεται “Ινστιτούτο Winckelmann”. Από το 1929 το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο απονέμει το Μετάλλιο Winckelmann, παράδοση που ενστερνίσθηκε από το 1960 και εξής και η γενέτειρα πόλη του, Stendal. Στο Stendal, επίσης, ιδρύθηκε το 1940 η Winckelmann-Gesellschaft, με σκοπό τη διάδοση του έργου του πιο σπουδαίου συμπατριώτη τους, η οποία μάλιστα φέρει την ευθύνη για το μουσείο προς τιμήν του από το 2000 κι έπειτα.

Άγαλμα του Winckelmann, Winckelmannplatz, Stendal, Γερμανία

Μολονότι δεν επισκέφθηκε ποτέ την Αθήνα, οι Έλληνες τιμούν τη μνήμη του με έναν μικρό δρόμο, νοτιοανατολικά του πρώτου νεκροταφείου της Αθήνας, την οδό Βίνκελμαν.

Οδός Βίνκελμαν στην Αθήνα

Ο μέγιστος αυτός επιστήμων, ο άνθρωπος του πνεύματος και της διανόησης, προσδιόρισε την αρχαία Ελλάδα και το σύστημα τέχνης, πολιτισμού, δημοκρατίας και αξιών, που αυτή πρεσβεύει, ως την κοιτίδα του πολιτισμού του δυτικού κόσμου. Έτσι έθεσε τον θεμέλιο λίθο για μία σειρά από τρομερές εξελίξεις στην Ευρώπη. Ο νεοκλασικισμός, ο διαφωτισμός, ο ρομαντισμός, και τέλος, ο φιλελληνισμός, στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στο έργο και στις ιδέες αυτού του ευγενούς αυτού ανθρώπου.

Ειδικά σε ότι αφορά την Ελλάδα, το έργο του Winckelmann απετέλεσε την σπίθα που πυροδότησε μία σειρά από διεργασίες που εν τέλει οδήγησαν στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

Η ΕΕΦ και οι Έλληνες τιμούν τον Johann Joachim Winckelmann στον οποίο οφείλουν τόσοι αυτοί, όσο και ολόκληρος ο δυτικός κόσμος, την ελευθερία της Ελλάδας.

 

Πηγές και Βιβλιογραφία:

  • Johann Joachim Winckelmann, Gedanken über die Nachahmung der griechischen Werke in der Malerey und Bildhauerkunst.Zweyte vermehrte Auflage. Walther, Dresden/Leipzig 1756.
  • Erika Simon, Der Philhellenismus des Johann Joachim Winckelmann, Würzburg, http://www.europa-zentrum-wuerzburg.de/, Griechisch-Deutsche Initiative.
  • Martin Disselkamp/ Fausto Testa (Hg.), Winckelmann- Handbuch. Leben- Werk- Wirkung. J.B.Metzler Verlag, Stuttgart, 2017.
  • Wolfgang von Wangenheim, Der verworfene Stein, Verlag Matthes-Seitz, Berlin 2005.
  • www.winckelmann-gesellschaft.com.
  • Spiros Moskovou, 300 χρόνια γερμανική ελληνολατρεία, Deutsche Welle (ηχητικό απόσπασμα).
  • Δημήτρης Καλαντζής, Ο γιός του τσαγκάρη που έκανε την Ευρώπη να λατρέψει την Αρχαία Ελλάδα.
  • Mιχάλης Α. Τιβέριος, Ιωάννης-Ιωακείμ Βίνκελμαν (Johann Joachim Winckelmann), ο θεμελιωτής της Αρχαιολογίας, 24 γράμματα.
  • Αλέξανδρος Κεσίσογλου, Ο Winckelmann και η εποχή μας, ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Νοεμβρίου 2008.

 

Στρατηγός Thomas Gordon. Λιθογραφία του Γερμανού στρατιωτικού και Φιλέλληνα Krazeisen (συλλογή ΕΕΦ).

 

Ο Thomas Gordon (1788 – 1841), ήταν Βρετανός στρατιωτικός, σημαίνων Φιλέλληνας και εκ των πρώτων διοικητών του Ελληνικού Στρατού.

Γεννήθηκε στο Cairness House της πόλης Lonmay, στην κομητεία Aberdeenshire της Σκωτίας. Ήταν γιος του γαιοκτήμονα Charles Gordon, άρχοντα του Buthlaw  και του  Cairness και της Christian Forbes, λαίδης του  Ballogie[1]. Σπούδασε στο κολλέγιο Eton και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης[2].

Με την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης το 1808, κατατάχθηκε στο Σύνταγμα Ιππικού Royal Scots Greys, από το οποίο παραιτήθηκε το Μάιο του 1810 με το βαθμό του ιλάρχου[3].

Στις 26 Αυγούστου 1810, φιλοξενήθηκε από τον Αλή Πασά στα Ιωάννινα, ενώ μεταξύ του 1810 και του 1812, ταξίδευσε στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τη Μικρά Ασία, την Περσία, το Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία και τη Λιβύη[4].

Το 1813 υπηρέτησε αρχικά ως λοχαγός στο Ρωσικό Γενικό Επιτελείο και στη συνέχεια τοποθετήθηκε στην Ρωσική Στρατιά, η οποία στάθμευε στο Μεκλεμβούργο. Την Στρατιά αυτή την διοικούσε (μετά από συμφωνία της Ρωσικής και της Αυστριακής κυβέρνησης), ο Αυστριακός στρατηγός, κόμης Ludwig Georg Thedel von Wallmoden-Gimborn (1769-1862)[5].

Στις αρχές του 1814, ο Gordon επέστρεψε στην πατρίδα του, ενώ το 1815 ταξίδευσε ξανά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί γνώρισε την Ελληνίδα Βαρβάρα Κανά, την οποία κατόπιν νυμφεύθηκε. Έτσι η σύζυγός του απέκτησε τον τίτλο της βαρόνης [6].

Ο γάμος αυτός, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα ταξίδια τον έφεραν κοντά στην Ελλάδα. Μάλιστα ο Gordon είχε γνωρίσει τους αδελφούς Αλέξανδρο και Δημήτριο Υψηλάντη στο Βουκουρέστι. Έτσι ο Gordon  ανέπτυξε προοδευτικά ένα έντονο ενδιαφέρον για την Ελλάδα και έναν Φιλελληνισμό[7].

Στις αρχές του 1821, σε ένδειξη τιμής για την πολυσχιδή δράση του, ο Thomas Gordon τιμήθηκε με τον τίτλου του Εταίρου της Βασιλικής Εταιρείας της Μεγάλης Βρετανίας. Την περίοδο αυτή, διέμενε με την οικογένειά του στο Παρίσι, όπου πληροφορήθηκε την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Τότε, αποδεικνύοντας τον γνήσιο Φιλελληνισμό του, ο Gordon ανέλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες,  πριν οργανωθεί συντονισμένη δράση των Φιλελλήνων στη Μεγάλη Βρετανία. Συνδέθηκε με Φιλέλληνες Γάλλους αξιωματικούς με τους οποίους αποφάσισε να μεταβεί στην Ελλάδα. Για τον σκοπό αυτό αγόρασε όπλα και πολεμοφόδια, και ναύλωσε με δικά του έξοδα πλοίο στη Μασσαλία, με το οποίο ο εξοπλισμός και οι Φιλέλληνες έφθασαν στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 1821[8].

Εφημερίδα SCHWAEBISCHER MERKUR, Nr. 290, 5. Δεκεμβρίου 1821. Η εφημερίδα αναφέρει ότι ο Gordon έφθασε στο Μοριά με Άγγλους και Γάλλους αξιωματικούς και φορτίο όπλων και πυρομαχικών. Ακολουθείται από 1500 Έλληνες εκπαιδευμένους κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα (συλλογή ΕΕΦ).

Με την άφιξή του στην Ελλάδα, ο Gordon τοποθετήθηκε στο επιτελείο του Δημητρίου Υψηλάντη ως επιτελάρχης. Από την θέση αυτή έλαβε μέρος σε πολλές πολεμικές επιχειρήσεις, οι οποίες είχαν ως σκοπό την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς. Όταν η υπόθεση είχε πλέον κριθεί, ο Gordon, οι περισσότεροι Φιλέλληνες, και ο ίδιος ο Υψηλάντης, ανέλαβαν άλλες αποστολές και δεν παρέστησαν στην είσοδο των Ελλήνων στην Τριπολιτσά, την 23η Σεπτεμβρίου 1821[9].

Ο Gordon είχε δυσαρεστηθεί από τις βιαιότητες που ακολούθησαν την κατάληψη της Τριπολιτσάς. Για τον λόγο αυτό κυρίως, επέστρεψε με την άδεια του Υψηλάντη, το Νοέμβριο του 1821 μέσω Ζακύνθου στη χώρα του[10].

Τον Νοέμβριο του 1822 η Προσωρινή Ελληνική Κυβέρνηση της Ερμιόνης του απέστειλε επιστολή ζητώντας του να επιστρέψει[11]. Ο Gordon αρνήθηκε, διότι δεν ήταν ακόμη έτοιμος. Όμως όταν συστήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1823 η Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου, ο Gordon ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της. Από την θέση αυτή συνέβαλε στην αποστολή πολεμικού υλικού στην Ελλάδα[12]. Μάλιστα την ίδια εποχή, ο Gordon κατάληξε μετά από ώριμη αξιολόγηση της κατάστασης και των προοπτικών του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, στην ιδέα ότι ο Φιλελληνισμός πρέπει να αποτελεί μία ενιαία, αποφασιστική και συνεχή στρατηγική σε όλα τα επίπεδα και όχι να είναι ευκαιριακά και αποσπασματικά, υπόθεση ορισμένων μόνο ανθρώπων[13].

Επίσης, ήταν σημαντικός ο ρόλος που διαδραμάτισε ο Gordon για την αποστολή του Λόρδου Βύρωνος και του αντισυνταγματάρχη Leicester FitzGerald Charles Stanhope, 5ου κόμη του Harrington, στην Ελλάδα[14]. Υπενθυμίζεται ότι οι δύο αυτοί Φιλέλληνες είχαν διορισθεί (μαζί με τον Λάζαρο Κουντουριώτη), μέλη της Επιτροπής Διαχείρισης του πρώτου δανείου που θα ελάμβαναν την περίοδο αυτή οι επαναστατημένοι Έλληνες[15].

Με τη σύναψη του πρώτου δανείου η ελληνική αντιπροσωπεία ζήτησε και πάλι από τον Gordon να επιστρέψει[16] στην Ελλάδα. Ο Gordon αρνήθηκε και αυτήν την φορά, κυρίως επειδή τον έθλιβε ο εμφύλιος που είχε ξεσπάσει στην Ελλάδα. Το 1826 οι Έλληνες αντιπρόσωποι στο Λονδίνο τον έπεισαν να μεταβεί στην Ελλάδα, με στόχο την προώθηση της ενότητας των Ελλήνων και την επιβολή πειθαρχίας στις στρατιωτικές δυνάμεις. Έφθασε στο Ναύπλιο στις 11 Μαΐου του 1826, όπου έτυχε ευμενούς υποδοχής. Στην Ελλάδα ο Gordon σκόπευε να βοηθήσει τον σημαίνοντα Γάλλο Φιλέλληνα Charles Fabvier στην αναδιοργάνωση του Τακτικού Στρατού. Παράλληλα, ήθελε να προετοιμάσει την κατάσταση για την άφιξη στην Ελλάδα του εμβληματικού ναυάρχου Thomas Cochrane, 10ου κόμη του Dundonald, ο οποίος τοποθετήθηκε αρχηγός του Ελληνικού Στόλου[17].

Ένα άλλο σκέλος της αποστολής του Gordon ήταν να συνοδεύσει την προτελευταία δόση του δευτέρου βρετανικού δανείου προς την Ελλάδα, η οποία ανερχόταν σε 14.000 λίρες. Μάλιστα, διατήρησε τον απόλυτο έλεγχο διαχείρισής του ποσού αυτού, και συνετέλεσε στην ορθολογική διανομή του, Μάλιστα φρόντισε τα χρήματα αυτά να φθάσουν σε ανθρώπους οι οποίοι ήταν πρόσφυγες από διάφορα μέρη της Ελλάδος, όπως οι Σουλιώτες[18].

Το Ιανουάριο του 1827, μετά από πρόταση του Μακρυγιάννη και απόφαση του προέδρου της Διοικητικής Επιτροπής Ανδρέα Ζαΐμη, ανέλαβε τη διοίκηση του εκστρατευτικού σώματος, το οποίο, είχε ως αντικειμενικό στόχο να συνεργασθεί με τις δυνάμεις που διοικούσαν οι Καραϊσκάκης και Church στην Αττική, προκειμένου να επιτευχθεί η λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης[19].

Εφημερίδα ALLGEMEINE ZEITUNG, μαζί με Beilage Nr. 50, 19 Φεβρουαρίου 1827. Περιέχει ολόκληρη επιστολή του Gordon από τη Ζάκυνθο, στην οποία αναφέρει τι έχει πράξει από την άφιξή του, το Μάιο 1826, τις ανάγκες που υπάρχουν, τις δυσκολίες, την αποστολή Κολοκοτρώνη στη Γαστούνη, το Φαβιέρο που στηρίζεται από τους Γάλλους φιλέλληνες, το ελληνικό ναυτικό. Αναφέρεται στην άφιξη του Cochrane στην Ελλάδα και στα φιλελληνικά κομιτάτα. Παρουσιάζει απολογισμό της κεντρικής επιτροπής της φιλανθρωπικής εταιρείας του Παρισιού προς όλες τις ελληνικές λέσχες για τη συνολική βοήθεια που παρείχε για το ελληνικό θέμα το 1825 και 1826 (συλλογή ΕΕΦ).

Στις  3 και 4 Μαρτίου 1827, ο Gordon διακρίθηκε στην μάχη της Καστέλας στον Πειραιά και συνέβαλε στη δημιουργία του στρατοπέδου της Καστέλας[20]. Επίσης, στις 13 Απριλίου 1827, είχε σημαντική συμβολή στην απελευθέρωση της Ιεράς Μονής του Αγίου Σπυρίδωνος στον Πειραιά, με αποτέλεσμα την διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των Ελληνικών στρατοπέδων στην Καστέλα και το Κερατσίνι[21].

Αυτή η εξέλιξη οδήγησε τον Church να τοποθετήσει τον Gordon αρχηγό του επιτελείου του[22]. Μετά τη μάχη του Αναλάτου την 24η Απριλίου 1827, ο Gordon περιορίσθηκε στο έργο της επιμελητείας μέχρι τον Ιούλιο του 1827, οπότε εντέλει επέστρεψε στη Μεγάλη Βρετανία.

Εν τω μεταξύ, ο Gordon είχε αναπτύξει ένα έντονο ενδιαφέρον για την κλασσική ιστορία και την αρχαιολογία. Έτσι τον Ιανουάριο του 1828 ονομάσθηκε μέλος της Εταιρείας Αρχαιοδιφών της Σκωτίας[23].

Ο Gordon επανήλθε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1828, και ως τον Φεβρουάριο του 1831 διηύθυνε τις ανασκαφές στον ναό της Ήρας στο Άργος[24]. Την περίοδο αυτή έκτισε την οικία του στην νυν οδό Γόρδωνος 14. Το κτίσμα αυτό αναπαλαιώθηκε το 1982 και βρίσκεται πλέον στην κυριότητα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών[25].

Ο Gordon επέστρεψε ξανά στην πατρίδα του τον Φεβρουάριο του 1831, με σκοπό να αφοσιωθεί στη συγγραφή του έργου του ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, το οποίο ολοκλήρωσε τον Ιανουάριο του 1833[26].

Ιστορία της ελληνικής επανάστασης και των πολέμων και εκστρατειών που προέκυψαν από τους αγώνες των Ελλήνων πατριωτών για τη χειραφέτηση της χώρας τους από τον τουρκικό ζυγό. Τόμος I & II. Δεύτερη έκδοση. Gordon, Thomas, F.R.S. Εκδόθηκε από τους William Blackwood και T. Cadell, Εδιμβούργο και Λονδίνο, 1834 (συλλογή ΕΕΦ).

Η «Ιστορία» του στρατηγού Gordon χαρακτηρίζεται ως ένα από τα εγκυρότερα και σοβαρότερα έργα για την ελληνική επανάσταση. Διαθέτει σημαντικό σε έκταση υλικό και παρέχει ολοκληρωμένη, μετριοπαθή και αντικειμενική εικόνα, λόγω και της συμμετοχής του ιδίου στα γεγονότα. Το βιβλίο του έτυχε εξαρχής γενικής αποδοχής και επηρέασε καταλυτικά ιστορικούς όπως είναι οι Σπυρίδων Τρικούπης και Τζορτζ Φίνλεϊ.

Ο Gordon επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1833, μετά την άφιξη του βασιλέα Όθωνα. Την περίοδο αυτή τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος για τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια του Αγώνα[27] των Ελλήνων.

Ο αντιστράτηγος Τόμας Γκόρντον

Το 1834 τοποθετήθηκε πρόεδρος του Στρατοδικείου του Ελληνικού Στρατού.  Την ίδια περίοδο, η Βασιλική Ασιατική Εταιρεία της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας, τον ανακηρύσσει επίτιμο μέλος της[28]. Το 1837 ο Gordon προήχθη σε υποστράτηγο του Ελληνικού Στρατού, και ανακηρύχθηκε μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Φυσικής Ιστορίας[29].

Ο Thomas Gordon, εξαιτίας της κακής του υγείας, αποστρατεύθηκε από τον Ελληνικό Στρατό τον Ιανουάριο του 1839. Μετά την αποστρατεία του, πήγε στην Αγία Πετρούπολη, όπου τιμήθηκε από το Ρώσο αυτοκράτορα με τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ[30]. Από την Αγία Πετρούπολη επέστρεψε στην Μεγάλη Βρετανία. Τον Ιανουάριο του 1840 ταξίδευσε για λίγο στην Ελλάδα, όπου χρίσθηκε μέλος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, καθώς και της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας[31].

Ο στρατηγός Thomas Gordon, απεβίωσε στο Cairness House της πόλης Lonmay, στην κομητεία Aberdeenshire της Σκωτίας από νεφρική ανεπάρκεια, στις 20 Απριλίου 1841. Με τη διαθήκη του, άφησε το αρχείο του και την οικία του στον γιο του Charles Wilkinson Gordon, αξιωματικό του Βρετανικού Στρατού. Η εγγονή του τελευταίου, Marjorie Gordon, το 1938 πούλησε το Cairness House και δώρισε το αρχείο της οικογενείας Gordon στο Πανεπιστήμιο του Aberdeen[32].

Η ΕΕΦ και η Ελλάδα τιμούν τη μνήμη του στρατηγού Thomas Gordon, σημαίνοντος ευγενούς Βρετανού Φιλέλληνα, ο οποίος αγωνίσθηκε για τα Ελληνικά δίκαια. Ο σημαντικός αυτός άνδρας τιμήθηκε με υψηλές θέσεις ευθύνης στο νέο Ελληνικό κράτος, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα την αναγνώριση, την εκτίμηση και το σεβασμό της Ελληνικής κοινωνίας, καθώς και της ακαδημαϊκής κοινότητας, τόσο της Ελλάδας, όσο και της Μεγάλης Βρετανίας.

 

Παραπομπές

[1] Δωροβίνης, Βασίλης, ‘’Το σπίτι του στρατηγού Thomas Gordon στο Άργος, Ι’’, εκδ. περ. ‘’Αρχαιολογία’’, Αθήνα, 1993,  τεύχος 47, σελ. 80.
[2] Δρούλια, Έλλη, ‘’Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1990, γ’ τόμος, σελ. 134-135.
[3] Βλ. στο ίδιο.
[4] ‘’Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw‘’, φάκελος υπ’αριθμ. 1160, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
[5] Pallua-Gall, Julian, ‘’Allgemeine Deutsche Biographie‘’, εκδ. Duncker & Humblot, Λειψία, 1896, 40ος τόμος, σελ. 761-762.
[6] Goodwin, Gordon, ‘’Gordon, Thomas (1788-1841)’’, εκδ. Dictionary of National Biography, Λονδίνο, 1900, 22ος τόμος.
[7] Βλ. στο ίδιο.
[8] St Clair, William, ‘’That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 138.
[9] Persat, Maurice, ‘’Memoires du Commandant Persat. 1806 à 1844‘’, εκδ. Librairie Plon, Παρίσι, 1910, σελ. 87-88.
[10] Gordon, Thomas, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. ΜΙΕΤ , Αθήνα, 2015, α’ τόμος.
[11] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1857, α’ τόμος, σελ. 132.
[12]  Dakin, Douglas, ‘’O αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833’’, μτφρ. Ρένας Σταυρίδου-Πατρικίου, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1989, σελ. 141.
[13] St Clair, William, ‘’That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 138.
[14] Lovell, Ernest J., ‘’His Very Self and Voice, Collected Conversations of Lord Byron’’, εκδ. MacMillan, Νέα Υόρκη, 1954, σελ. 369.
[15] ‘’Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου’’, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
[16] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 161.
[17] Βλ. στο ίδιο, σελ. 421.
[18] Gordon, Thomas, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. MΙΕΤ, Αθήνα, 2015.
[19] Τρικούπης, Σπυρίδων, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος, σελ. 118.
[20] Κασομούλης, Νικόλαος, ‘’ Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 -1833’’, εκδ. Α. Ι. Βάρσου, Αθήνα, 1941, β’ τόμος, σελ. 484.
[21] Βλ. στο ίδιο.
[22] Church, E.M., “Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece”, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
[23] Kasdagli, Α. Ε., “The papers of Thomas Gordon of Cairness (1788-1841)”, εκδ. περ. ‘’Northern Scotland’’, Εδιμβούργο, 1994, τεύχος 14, σελ. 109 -114.
[24] Κουμαδωράκης , Οδυσσέας, ‘’Άργος το πολυδίψιον‘’,  εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
[25] ‘’Εφημερίς της Κυβερνήσεως’’, Αθήνα, ΦΕΚ Δεκεμβρίου 1982.
[26] Δρούλια, Έλλη, ‘’Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1990, γ’ τόμος, σελ. 134-135.
[27] “Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw”, φάκελος υπ’ αριθμ.2757, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
[28] “Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw”, φάκελος υπ’ αριθμ. 3193, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
[29] “Υπηρεσιακή αλληλογραφία υποστρατήγου Thomas Gordon”, φάκελος 107, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα.
[30] Kasdagli, Α. Ε., “Exploring the papers of the Scottish philhellene Thomas Gordon (1788-1841)”, εκδ. Kambos: Cambridge Papers in Modern Greek, Λονδίνο, 1995, σελ. 65.
[31] Βλ. στο ίδιο.
[32] “Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw”, φάκελος υπ’ αριθμ. 3193, Πανεπιστήμιο Aberdeen.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Δωροβίνης, Βασίλης, ‘’Το σπίτι του στρατηγού Thomas Gordon στο Άργος, Ι’’, εκδ. περ. ‘’Αρχαιολογία’’, Αθήνα, 1993, τεύχος 47.
  • Δρούλια, Έλλη, ‘’Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1990, γ’ τόμος.
  • ‘’Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw‘’, φάκελος υπ’ αριθμ. 1160, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
  • Pallua-Gall, Julian, ‘’Allgemeine Deutsche Biographie ‘’, εκδ. Duncker & Humblot, Λειψία, 1896, 40ος τόμος.
  • Goodwin, Gordon, ‘’Gordon, Thomas (1788-1841)’’, εκδ. Dictionary of National Biography, Λονδίνο, 1900, 22ος τόμος.
  • St Clair, William, ‘’That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • Persat, Maurice, ‘’Memoires du Commandant Persat. 1806 à 1844 ‘’, εκδ. Librairie Plon, Παρίσι, 1910.
  • Gordon, Thomas, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2015, α’ τόμος.
  • ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1857, α’ τόμος.
  • Dakin, Douglas, ‘’O αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833’’, μτφρ. Ρένας Σταυρίδου-Πατρικίου, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1989.
  • Lovell, Ernest J., ‘’His Very Self and Voice, Collected Conversations of Lord Byron’’, εκδ. MacMillan, Νέα Υόρκη, 1954.
  • ‘’Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου’’, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
  • ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος.
  • Τρικούπης, Σπυρίδων, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος.
  • Κασομούλης, Νικόλαος, ‘’Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 -1833’’, εκδ. Α. Ι. Βάρσου, Αθήνα, 1941, β’ τόμος.
  • Church, E.M., “Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece”, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
  • Kasdagli, Α. Ε., ‘’The papers of Thomas Gordon of Cairness (1788-1841)’’, εκδ. περ. ‘’Northern Scotland’’, Εδιμβούργο, 1994,  τεύχος 14.
  • Κουμαδωράκης , Οδυσσέας, ‘’Άργος το πολυδίψιον ‘’, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • ‘’Εφημερίς της Κυβερνήσεως’’, Αθήνα, ΦΕΚ Δεκεμβρίου 1982.
  • ‘’Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw‘’, φάκελος υπ’ αριθμ. 2757, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
  • ‘’Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw‘’, φάκελος υπ’ αριθμ. 3193, Πανεπιστήμιο
  • ‘’Υπηρεσιακή αλληλογραφία υποστρατήγου Thomas Gordon’’, φάκελος 107, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα.
  • Kasdagli, Α. Ε., ‘’Exploring the papers of the Scottish philhellene Thomas Gordon (1788-1841)’’, εκδ. Kambos: Cambridge Papers in Modern Greek, Λονδίνο, 1995.

 

Antonio Figueira d’Almeida. Πορτραίτο αγνώστου. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Ο Antonio Figueira d’ Almeida (1784-1847), ήταν Πορτογάλος στρατιωτικός και Φιλέλληνας, από τους οργανωτές του Ελληνικού Ιππικού[1], του οποίου ήταν και αρχηγός.

Γεννήθηκε στην Πορτογαλική πόλη Elvas. Από το 1807 έως το 1813, υπηρέτησε ως αξιωματικός του Πορτογαλικού Ιππικού και ύστερα ως αξιωματικός της Λουζιτανικής Λεγεώνας και του Βασιλικού Εθελοντικού Τάγματος της Άγγλο – Πορτογαλικής Στρατιάς υπό το Βρετανό στρατηγό Arthur Wellesley, 1ο Δούκα του Wellington[2]. Την περίοδο αυτή, πολέμησε εναντίον των Γάλλων, οι οποίοι είχαν εισβάλλει στην Ισπανία και την Πορτογαλία, στο πλαίσιο των Ναπολεοντείων Πολέμων. Μάλιστα, διακρίθηκε ιδιαίτερα στις μάχες του Bussaco[3] και της Τουλούζης[4], οι οποίες έλαβαν χώρα τον Σεπτέμβριο του 1810 και τον Απρίλιο του 1814.

Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1810 με αρχές της δεκαετίας του 1820, ο Almeida άρχισε να αναπτύσσει τα Φιλελληνικά του ενδιαφέροντα[5]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Πορτογαλία δεν υπήρξε σημαντικός οργανωμένος Φιλελληνισμός. Σε αντίθεση με την Μεγάλη Βρετανία, τα Γερμανικά κρατίδια, την Γαλλία και τα Ιταλικά κράτη. Το έντονο ενδιαφέρον του Almeida για την Ελληνική Επανάσταση, τον οδήγησε τελικά τον Σεπτέμβριο του 1825 να μεταβεί στην Ελλάδα και να καταταγεί στον Τακτικό Στρατό. Την εποχή αυτή, την διοίκηση του Τακτικού Στρατού είχε αναλάβει ένας άλλος σημαίνων Φιλέλληνας, ο Γάλλος στρατιωτικό Charles Fabvier (1783-1855)[6].

Στην Ελλάδα ο Almeida έφερε το βαθμό του Συνταγματάρχη. Στις 18 Ιουλίου 1826 έλαβε μέρος στην νικηφόρα για τους Έλληνες, μάχη του Γαρέα Μαντινείας. Εκεί διακρίθηκε ως διοικητής του Ιππικού του Τακτικού Στρατού. Μάλιστα, λόγω της δράσης του, απέσπασε τα εύσημα του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος πρότεινε την χρήση του Ιππικού και σε άλλες υπηρεσίες[7]. Όμως, εξαιτίας της δύσκολης κατάστασης που επικρατούσε στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο, τελικά το Ιππικό παρέμεινε οργανικό μέρος του Τακτικού Στρατού[8].

Τον Ιανουάριο του 1827, ο  Almeida έλαβε επίσης μέρος στην μάχη του Διστόμου[9], στην οποία και πάλι νίκησαν οι Ελληνικές δυνάμεις. Μετά την μάχη αυτή, μετατέθηκε στο Ναύπλιο και στη συνέχεια έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Χίου, πάντα υπό τις διαταγές του Fabvier, τον Ιανουάριο του 1828[10].

Μετά την αποτυχία της εκστρατείας στη Χίο, και τον έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, ο Almeida διορίσθηκε επιθεωρητής του Ιππικού, επιφορτισμένος με το καθήκον της αναδιοργάνωσής του. Στη συνέχεια, στις 22 Ιανουαρίου 1830, τοποθετήθηκε φρούραρχος Ναυπλίου[11].  Από τη θέση αυτή, συνέβαλε το Σεπτέμβριο του 1831, στη σύλληψη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη (ενός εκ των δολοφόνων του Καποδίστρια), ο οποίος είχε καταφύγει στην οικία του Γάλλου πρέσβη Rouen, και στη διατήρηση της τάξης στο Ναύπλιο[12].

Το 1832, λόγω της δράσης του κατά τον απελευθερωτικό Αγώνα, χρίσθηκε Επίτιμος Πολίτης του Ναυπλίου και πολιτογραφήθηκε Έλληνας από την Ε’ Εθνοσυνέλευση[13]. Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο βασιλέας Όθων, τον Ιανουάριο του 1833, ο Almeida τοποθετήθηκε φρούραρχος στην Αίγινα[14].

Το 1836, ο Almeida υπηρέτησε με τον βαθμό του Συνταγματάρχη ως στρατιωτικός διοικητής Μεσολογγίου. Η σημαντική δράση του κατά την Ελληνική Επανάσταση έτυχε αναγνώρισης. Ομοίως και η εργασία του στο Μεσολόγγι. Μάλιστα στο πλαίσιο αυτό βοήθησε στην καταστολή της τοπικής εξέγερσης, η οποία έλαβε χώρα στις αρχές του 1836. Για τους λόγους αυτούς, προήχθη σε υποστράτηγο, και το 1839 τοποθετήθηκε ως στρατιωτικός διοικητής Ναυπλίου[15].

Στο Ναύπλιο νυμφεύθηκε την αδελφή του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, Ζωή Μαυροκορδάτου, με την οποία, απέκτησε 2 παιδιά[16]. Τον Εμμανουήλ Almeida και τον Δημήτριο Almeida. Γιος του τελευταίου, ήταν ο Αντώνιος Almeida ο νεότερος, εκ των ιδρυτών του Ομίλου Αντισφαιρίσεως Αθηνών το 1895. Ο Αντώνιος Almeida έπεσε ηρωικά στην μάχη του Κιλκίς – Λαχανά στις 20 Ιουνίου 1913[17], συνεχίζοντας την ένδοξη ιστορία της οικογένειάς του και την προσφορά της στην Ελλάδα.

Ο Antonio Figueira d’Almeida, απεβίωσε το 1847 στη Μπατάλια της Βενετίας[18].

Ο Almeida ήταν ένας σημαντικός Φιλέλληνας, με ωφέλιμη και πολυεπίπεδη προσφορά προς την Ελλάδα και τις κοινές αξίες στις οποίες στηρίζεται η Ευρώπη. Ο Almeida πολιτογραφήθηκε Έλληνας και η οικογένειά του συμμετείχε σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες της Ελλάδας. Η ΕΕΦ και η Ελλάδα τιμούν τον μεγάλο αυτό Φιλέλληνα και η μνήμη του συνδέει την Ελλάδα με το φίλο λαό της Πορτογαλίας.

 

Παραπομπές

[1] Βυζάντιος, Χρήστος Σ., “Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμέτεσχεν ο Τακτικός Στρατός από του 1821 μέχρι του 1833”, εκδ. Κ. Αντωνιάδη, Αθήνα, 1874.
[2] Chartrand, Rene, Younghusband, Bill, “The Portuguese Army of the Napoleonic Wars”, εκδ. Osprey, Λονδίνο, 2000.
[3] Muir, Rory, “Tactics and the Experience of Battle in the Age of Napoleon”, εκδ. Yale University Press, New Haven, 2008.
[4] Fortescue, John William, “History of the British Army: 1814–1815”, εκδ. MacΜillan, Λονδίνο, 1920.
[5] “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
[6] Βυζάντιος, Χρήστος Σ., “Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμέτεσχεν ο Τακτικός Στρατός από του 1821 μέχρι του 1833”, εκδ. Κ. Αντωνιάδη, Αθήνα, 1874.
[7] Βλ. στο ίδιο.
[8] Γενικό Επιτελείο Στρατού, “Ιστορία Ιππικού – Τεθωρακισμένων”, εκδ. Τυπογραφείο Ελληνικού Στρατού, Αθήνα, 1995.
[9] “Αρχείον στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη (1826-1827)”, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα, 1996.
[10] Σπηλιάδης, Νικόλαος, “Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσι εις την νέαν ελληνικήν ιστορίαν 1821-1843”,  εκδ . Χ. Νικολαΐδου – Φιλαδελφέως, Αθήνα, 1857, γ’ τόμος.
[11] “Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Larousse –Britannica”, εκδ. Δομή, Αθήνα, 1999, 5ος τόμος.
[12]  Λούκος, Χρήστος, ‘’Ιωάννης Καποδίστριας’’, εκδ. εφ. ‘’Τα Νέα’’, Αθήνα, 2009, σελ. 109.
[13] “Τα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1974, 5ος τόμος.
[14] “Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Larousse – Britannica”, εκδ. Δομή, Αθήνα, 1999, 5ος τόμος.
[15]  Βλ. στο ίδιο.
[16]  Βλ. στο ίδιο.
[17]  Σκιαδάς, Ελευθέριος, “100 χρόνια Όμιλος Αντισφαίρισης Αθηνών 1895-1995”, εκδ. Μικρός Ρωμηός, Αθήνα, 1995.
[18] “Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Larousse –Britannica”, εκδ. Δομή, Αθήνα, 1999, 5ος τόμος.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Βυζάντιος, Χρήστος Σ., ‘’Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμέτεσχεν ο Τακτικός Στρατός από του 1821 μέχρι του 1833’’, εκδ. Κ. Αντωνιάδη, Αθήνα, 1874.
  • Chartrand, Rene, Younghusband, Bill, ‘’The Portuguese Army of the Napoleonic Wars’’, εκδ. Osprey, Λονδίνο, 2000.
  • Muir, Rory, ‘’Tactics and the Experience of Battle in the Age of Napoleon’’, εκδ. Yale University Press, New Haven, 2008.
  • Fortescue, John William, ‘’History of the British Army: 1814–1815’’, εκδ. MacΜillan, Λονδίνο, 1920.
  • ‘’Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου’’, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
  • Σπηλιάδης, Νικόλαος, ‘’Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσι εις την νέαν ελληνικήν ιστορίαν 1821-1843’’, εκδ . Χ. Νικολαϊδου – Φιλαδελφέως, Αθήνα, 1857, γ’ τόμος.
  • ‘’Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Larousse – Britannica’’, εκδ. Δομή, Αθήνα, 1999, 5ος τόμος.
  • ‘’Τα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1974, 5ος τόμος.
  • Σκιαδάς, Ελευθέριος, ‘’100 χρόνια Όμιλος Αντισφαίρισης Αθηνών 1895-1995’’, εκδ. Μικρός Ρωμηός, Αθήνα, 1995.
  • Τρικούπης, Σπυρίδων, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος.
  • Γενικό Επιτελείο Στρατού, ‘’Ιστορία Ιππικού- Τεθωρακισμένων’’, εκδ. Τυπογραφείο Ελληνικού Στρατού, Αθήνα, 1995.
  • “Αρχείον στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη (1826-1827)”, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα, 1996.
  • Λούκος, Χρήστος, ‘’Ιωάννης Καποδίστριας’’, εκδ. εφ. ‘’Τα Νέα’’, Αθήνα, 2009

 

Ο Ελβετός Φιλέλληνας Amadeus Emmanuel Hahn (συλλογή ΕΕΦ)

 

Ο Amadeus Emmanuel Hahn (1801-1867), ήταν Ελβετός στρατιωτικός και Φιλέλληνας, από τους πλέον διακεκριμένους , τόσο κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, όσο και κατά τα πρώτα έτη της ύπαρξης του νέου Ελληνικού κράτους.

Υπηρέτησε ως αξιωματικός του Ελβετικού Στρατού, την περίοδο 1818-1823[1]. Την ίδια εποχή, εντάχθηκε εκ των πρώτων, στο Φιλελληνικό κομιτάτο της Βέρνης[2]. Λίγο αργότερα, το Κομιτάτο αυτό του ανέθεσε το 1825 να μεταβεί στην Ελλάδα[3]. Όταν έφθασε, κατετάγη στον Λόχο των Φιλελλήνων και ανέλαβε σύντομα δράση. Μεταξύ άλλων ανέλαβε να εμψυχώνει και να στηρίζει πολλούς νέους Φιλέλληνες, και διακρίθηκε για τη διάσωση των ζωών πολλών συντρόφων του, οι οποίοι είχαν αποπειραθεί να αυτοκτονήσουν. Ένας από τους λόγους ήταν η επιδημία ελονοσίας που είχε ενσκήψει στην Κόρινθο και η οποία, λόγω της έλλειψης ιατρικών μέσων, ήταν αδύνατο να αντιμετωπισθεί[4].

Ο Amadeus Emmanuel Hahn, έλαβε μέρος στην 2η μάχη της Τριπολιτσάς  και στη μάχη του Ωρωπού το 1825[5]. Λίγο αργότερα, έλαβε μέρος στην πολιορκία της Ακροπόλεως το 1826. Ήταν στο σώμα των 500 Ελλήνων και Φιλελλήνων που έσπασαν τις γραμμές των Τούρκων πολιορκητών, και εισήλθαν υπό τον Γάλλο Φιλέλληνα Στρατηγό Charles Fabvier στην Ακρόπολη, μεταφέροντας τρόφιμα και πυρομαχικά στους πολιορκημένους Έλληνες.

Έμεινε στην Ακρόπολη για έξι μήνες, περίοδο κατά την οποία βίωσε την πλήρη εξαθλίωση των πολιορκημένων Ελλήνων, εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων και πολεμοφοδίων[6]. Στη συνέχεια, πολέμησε στη μάχη του Αναλάτου την 24η Απριλίου 1827 (από όπου μετά την ελληνική ήττα κατέφυγε άρρωστος στον Πόρο, για να αναρρώσει[7]), και αργότερα στις μάχες στον Ωρωπό και στην Θήβα, ενώ εν τέλει έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Χίου υπό τις διαταγές του Φιλέλληνα Στρατηγού Charles Fabvier, το 1828[8].

Την ίδια περίοδο συγγράφει το βιβλίο “Brief des Philhellenen Em. Hahn aus Griechenland”, δια του οποίου πληροφορεί την κοινή γνώμη της χώρας του για την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα[9].

Με την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους το 1830, ο Hahn συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Ελλάδα. Μάλιστα, την ίδια περίοδο επανασυνδέθηκε με τον παλαιό του φίλο και μετέπειτα κτηματία της Εύβοιας, Edward Noel, ανιψιό του Λόρδου Βύρωνος[10].

Το 1833 υπηρέτησε ως φρούραρχος στην Πάτρα[11].

Το 1837 προήχθη σε λοχαγό του Πεζικού[12]  και τοποθετήθηκε διοικητής στο 4ο Τάγμα Ακροβολιστών του Ελληνικού Στρατού[13].

Το 1843 υπηρέτησε ως φρούραρχος της Πύλου (τότε Ναυαρίνο), ενώ το 1844 προήχθη σε συνταγματάρχη, τιμής ένεκεν χάρη στις  υπηρεσίες που είχε προσφέρει στον Αγώνα[14].

Το 1845, για λόγους υγείας, έλαβε αναρρωτική άδεια και επισκέφθηκε για λίγο την πατρίδα του, την Ελβετία[15].

Στις 27 Οκτωβρίου 1845, νυμφεύθηκε στην Αθήνα την Πρωσίδα βαρόνη Maria Des Granges (1826-1849), η οποία απεβίωσε τον Ιούλιο του 1849, εξαιτίας επιπλοκών στην εγκυμοσύνη[16]. Ο τάφος της, βρίσκεται στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1854, προήδρευσε της επιτροπής του Υπουργείου Στρατιωτικών, η οποία είχε την ευθύνη της σύνταξης του κανονισμού του στρατού, ενώ το 1855, διετέλεσε υπασπιστής του βασιλέως της Ελλάδος Όθωνος[17].

Το 1857 προήχθη σε υποστράτηγο, ενώ το 1860 τοποθετήθηκε επιθεωρητής του Πεζικού[18].

Λόγω προβλημάτων υγείας, ο Amadeus Emmanuel Hahn, παραιτήθηκε από τον Ελληνικό Στρατό το 1865, φέρων το βαθμό του αντιστρατήγου. Επέστρεψε στη Βέρνη, όπου απεβίωσε στις 22 Ιουνίου 1867[19].

Η ΕΕΦ, τιμά τη μνήμη του Amadeus Emmanuel Hahn, σημαίνοντος Φιλέλληνα, ο οποίος αγωνίσθηκε για την Ανεξαρτησία της Ελλάδος και την οργάνωση του νέου Ελληνικού κράτους, το  οποίο υπηρέτησε  με σημαντικές  θέσεις ευθύνης.

 

Παραπομπές

[1] ‘’Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας, Αθήνα, 1930, 6ος τόμος, σελ.565.
[2] Hahn, Amadeus Emmanuel, ‘’Memoiren über seine Beteiligung am griechischen Freiheitskampf’’, εκδ. Berner Taschenbuch, Βέρνη, 1870.
[3] ‘’Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας, Αθήνα, 1930, 6ος τόμος, σελ.565.
[4] St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 161.
[5] ”Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια”, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας, Αθήνα, 1930, 6ος τόμος, σελ.565.
[6] Reber, Karl, “Emanuel Amenaeus Hahn- ein verkannter Schweizer Philhellene“, εκδ. περ. Hellas Freunde, Βέρνη, Ιανουάριος 2009, σελ.12.
[7] Hahn, Amadeus Emmanuel, ”Memoiren über seine Beteiligung am griechischen Freiheitskampf“, εκδ. Berner Taschenbuch, Βέρνη, 1870.
[8] Βλ. στο ίδιο.
[9] St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 362.
[10] Reber, Karl, ‘’Emanuel Amenaeus Hahn- ein verkannter Schweizer Philhellene’’, εκδ. περ. Hellas Freunde, Βέρνη, Ιανουάριος 2009, σελ.12
[11] Reber, Karl, ‘’Emanuel Amenaeus Hahn- ein verkannter Schweizer Philhellene’’, εκδ. περ. Hellas Freunde, Βέρνη, Ιανουάριος 2009, σελ.13
[12] ‘’ Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος’’, Αθήνα, 30 Μαΐου 1837, Φ.Ε.Κ. υπ’ αριθμ. 20, σελ.88.
[13] Reber, Karl, ‘’Emanuel Amenaeus Hahn- ein verkannter Schweizer Philhellene’’, εκδ. περ. Hellas Freunde, Βέρνη, Ιανουάριος 2009, σελ.13
[14] Βλ. στο ίδιο
[15] Βλ. στο ίδιο.
[16] Βλ. στο ίδιο.
[17] Βλ. στο ίδιο.
[18]”Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια”, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας, Αθήνα, 1930, 6ος τόμος, σελ.565.
[19] Βλ. στο ίδιο.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • ”Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια”, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας, Αθήνα, 1930, 6ος τόμος.
  • Hahn, Amadeus Emmanuel, “Memoiren über seine Beteiligung am griechischen Freiheitskampf“, εκδ. Berner Taschenbuch, Βέρνη, 1870.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • “Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος”, Αθήνα, 30 Μαΐου 1837, Φ.Ε.Κ. υπ’ αριθμ. 20.
  • Reber, Karl, “Emanuel Amenaeus Hahn- ein verkannter Schweizer Philhellene“, εκδ. περ. Ηellas Freunde, Βέρνη, Ιανουάριος 2009.

 

Στρατιωτικοί από την Κορσική της περιόδου 1800 – 1817

 

Ο Gambini Pasquale είναι ήταν ένας γενναίος Φιλέλληνας μαχητής που πέθανε ηρωικά στις μάχες στην περιοχή των Αθηνών. Κατάγονταν από την πόλη Corte της Κορσικής από μεγάλη οικογένεια διακεκριμένων στρατιωτικών.

Στη βιβλιογραφία αναφέρεται συχνά στα ελληνικά ως «Γκαμπίνι Πασκουάλε». Η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια αναφέρει ότι έφθασε στην Ελλάδα μαζί με τον Φιλέλληνα Ιταλό Joseph Abbati και άλλους συμπατριώτες του, στην αρχή του Αγώνα. Η άποψη όμως αυτή δεν φαίνεται να ευσταθεί, καθώς μνημονεύεται στις πηγές πολύ αργότερα.

Αρχικά, ο William St Clair στο έργο του “That Greece might still be free”, κατατάσσει τον Gambini ανάμεσα σε μια δωδεκάδα περίπου Ιταλών επαναστατών που καταδικάσθηκαν σε θάνατο στην πατρίδα τους, ερήμην, εξαιτίας της συμμετοχής τους στα επαναστατικά κινήματα του 1821 και λόγω των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Οι υπόλοιποι ήταν οι Collegno, Rosarol, Santa Rosa, Palma, Romei, Barandier, και άλλοι.

Επιπλέον, ο Vergé-Franceschi Michel, σκιαγραφώντας τη ζωή του Gambini πριν αυτός εμφανισθεί στην Ελλάδα, τον αποκαλεί Gambini «ο Ερυθρός». Δηλαδή ο επαναστάτης. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο Gambini είχε προσκολληθεί στον Κορσικανό κλέφτη-επαναστάτη, Gallocchio, και ότι στη συνέχεια κατέφυγε στην Ελλάδα όπου έλαβε μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων, πολεμώντας εναντίων των Τούρκων.

Περισσότερες πληροφορίες για τον Gambini και τον Gallocchio παρέχει ο Silvani Paul. Από την ξένη βιβλιογραφία, αλλά κυρίως από την Ιστορία του νησιού της Κορσικής, προκύπτει ότι ο «Pascal Gambini» (όπως αναφέρεται), ήρθε στην Ελλάδα μαζί με έναν άλλο συμπατριώτη του Φιλέλληνα, τον Gallocchio. Ο τελευταίος φαίνεται μάλιστα ότι υπηρέτησε σαν «καπετάνιος στον Μοριά». Αναφέρεται ότι κάποια στιγμή επέστρεψε για προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους στην Κορσική, όπου και δολοφονήθηκε.

Χωρικοί από την Κορσική των αρχών του 19ου αιώνα

O Elie Papadacci αναφέρεται «στους κλέφτες-επαναστάτες Gallocchio και Pascal Gambini που κατατάχθηκαν στα ελληνικά στρατεύματα». Τοποθετεί τη δράση τους στην Ελλάδα μόλις το έτος 1826, γεγονός που δεν έχει επίσης εξακριβωθεί. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι η παρουσία τους τεκμηριώνεται μετά το 1824, καθόσον το 1823 ο Pascal Gambini εμφανίζεται ως συντάκτης και υπογράφων επαναστατικής προκήρυξης στην Κορσική. Την προκήρυξη δημοσιεύει η Valérie Sottocasa σε μελέτη της.

Από όλες τις ανωτέρω πηγές, προκύπτει ότι ο Gambini έμεινε στην Ελλάδα για ένα σχετικά σύντομο διάστημα, από το 1824 ή το 1826 το αργότερο, μέχρι το 1827.

Επιπλέον, στα αρχεία του Λόρδου Gordon που διατηρούνται στο Πανεπιστήμιο του Aberdeen, συναντάμε επιστολή του Gambini και άλλων φιλελλήνων η οποία απευθύνεται στον Gordon. Οι φιλέλληνες τον ενημερώνουν ότι ικανοποίησαν την επιθυμία του και κατέφθασαν στο Αμπελάκι, πόλη της Πελοποννήσου, με την ελπίδα να μπορέσουν να καταστούν χρήσιμοι στον Συνταγματάρχη Φαβιέρο, αρχηγό του Τακτικού Στρατού της Ελλάδας. Η επιστολή χρονολογείται στις 12 Μαρτίου 1827. Θα μπορούσε επομένως κάποιος να υποθέσει ότι πιθανόν ο Gambini να ήρθε στην Ελλάδα ύστερα από προτροπή και γνωριμία με τον Λόρδο Gordon. Δεν υπάρχουν πάντως περισσότερα στοιχεία για να υποστηρίξουν αυτήν την εκδοχή.

Σε κάθε περίπτωση, η πιο αξιόπιστη πηγή σχετικά με αυτόν τον Φιλέλληνα, παραμένει, όπως συμβαίνει συχνά, ο βιογράφος των φιλελλήνων, Henri Fornèsy. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο Gambini πέθανε, αφού πρώτα βασανίσθηκε από τους Τούρκους στα Πατήσια των Αθηνών, στις 6 Μαΐου 1827. Ο Herni Fornèsy γράφει στις σημειώσεις του για τον Gambini ακριβώς τα ακόλουθα:

«Ο πιο άξιος, δεδομένης της γενναιότητάς του, να φέρει με τιμή τη σημαία των Φιλελλήνων στο Φάληρο, όπου πιάστηκε αιχμάλωτος. Υπηρετούσε στον Λόχο των Φιλελλήνων, τον οποίο οι Έλληνες πολεμιστές αποκαλούσαν «Λόχο του Πασχάλη». Ο θάνατός του ήταν θάνατος ήρωα, και ιδού οι βασικότερες λεπτομέρειες. Αφού τον έπιασαν αιχμάλωτο οι Τούρκοι, μετά την καταστροφική ήττα στους Τρεις Πύργους ή Ακρωτήριο Κόλλια, και αφού είχε με ατρόμητη γενναιότητα προσπαθήσει να αμυνθεί μόνος απέναντι σε πολυάριθμους εχθρικούς ιππείς, τον οδήγησαν ενώπιον του Ρεσίτ Πασά, στο στρατόπεδό του στα Πατήσια, στην Αθήνα. Λόγω του υψηλού αναστήματός του, οι Τούρκοι τον είχαν περάσει για τον Λόρδο Cochrane, λάθος που θα μπορούσε να του σώσει τη ζωή. Όμως, ο γενναίος Κορσικανός πολεμιστής δεν δέχθηκε καθόλου να συναινέσει σε μία τέτοια απάτη. Ένας μαρτυρικός, αλλά ένδοξος, θάνατος ήταν στην ψυχή του περισσότερο προτιμητέος, από το να διατηρήσει την ύπαρξή του εξαγοράζοντάς την βασισμένος πάνω σε ένα ψέμα.  Ανάμεσα στους πολυάριθμους αιχμαλώτους που έπεσαν εκείνη την ίδια ημέρα στα χέρια των Τούρκων, ήταν κι ο νεαρός αρχηγός, Δημήτριος Καλλέργης. Ο Πασάς έφερε μπροστά του τον Gambini, προκειμένου να εξακριβώσει την ταυτότητά του και το πραγματικό του όνομα. Αφού πλέον δεν υπήρχε η οποιαδήποτε αμφιβολία, μετά και τη διαβεβαίωση του Καλλέργη, αποφασίσθηκε η εκτέλεση του Gambini, του οποίου το κεφάλι θα πήγαινε να βρει εκείνα των τόσων άλλων συμπολεμιστών του. Ο Gambini μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του καθίστατο αντικείμενο θαυμασμού και ηρωισμού, καταρώμενος τους τυράννους Τούρκους και ενθαρρύνοντας τους Έλληνες που έλαχαν την ίδια τύχη με εκείνον, να υπομείνουν τον θάνατό τους με θάρρος, και με τη βεβαιότητα ότι οι «αδελφοί» συμπολεμιστές τους δεν θα αργούσαν να εκδικηθούν τους εχθρούς για τον χαμό τους». 

Παρόμοιες πληροφορίες για τον Gambini και τον ηρωικό θάνατό του αναπαράγει η Michelle Averoff στο άρθρο της για τους Φιλέλληνες, καθώς επίσης και ο Μπάμπης Άννινος στη σχετική του μελέτη στα Ιστορικά Σημειώματα.

Πολλά στοιχεία σχετικά με τον Gambini Pasquale παρέχονται και από τον Thomas Douglas Whitcombe, στο έργο του Campaign of the Falieri and Piraeus in the Year 1827. Ο Whitcombe αποκαλεί τον Gambini με το μικρό του όνομα «Pasqual», και αναφέρει ότι ο συγκεκριμένος πολεμιστής είχε την καλή φήμη ότι ήταν πολύ γενναίος και ότι είχε υπερασπίσει με ανδρεία τη σημαία των Φιλελλήνων. Περιγράφει με γλαφυρότητατη γενναία συμμετοχή του στη μάχη του Φαλήρου και επιπλέον, επιβεβαιώνει τις συνθήκες του θανάτου του. Ο Douglas Whitcombe κάνει ιδιαίτερη μνεία στην προσπάθεια των Τούρκων να αιχμαλωτίσουν τον Gambini ζωντανό, δεδομένου ότι είχαν την εντύπωση ότι επρόκειτο για τον Λόρδο Cochrane, όπως σημειώνει και ο Fornèsy. Αναφέρεται στο θάρρος που έδειξε πριν από την καταδίκη του, στην πάλη του με Τούρκους τους οποίους δεν φοβήθηκε και αντιμετώπισε ατρόμητα ακόμη και την τελευταία στιγμή της ζωής του, καθώς και στην ύστατη επιθυμία του και προσπάθειά του να δώσει κουράγιο στους αιχμάλωτους συμπολεμιστές του. Αυτό που είναι εντυπωσιακό, είναι ότι ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι ο Gambini, παρά το ορμή της δράσης του, είχε ευγενικούς τρόπους και ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στους συμπολεμιστές του.

Η ήττα στο Φάληρο, όπου 1.500 Έλληνες και Φιλέλληνες πολεμιστές βρήκαν τον θάνατο, ήταν μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία του Αγώνα για την Ελληνική Ανεξαρτησία. Η ήττα αυτή ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας του Τακτικού Σώματος και των Φιλελλήνων να συνεργασθούν με τις υπόλοιπες δυνάμεις των Ελλήνων υπό κοινή διοίκηση. Στη μάχη αυτή, από τους 26 φιλέλληνες που πολέμησαν, σώθηκαν μόνο οι 4. Επιπλέον, η ελληνική βιβλιογραφία προσδιορίζει τον αριθμό των αιχμαλώτων γύρω στους 240 στο σύνολο, ενώ ο Douglas Whitcombe αναφέρει ότι ανέρχονταν γύρω στους 300.

Ο ηρωικός θάνατος του Gambini αναφέρεται τέλος και σε ιταλική βιβλιογραφία, καθόσον ήταν Κορσικανός. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε έργα που είναι αφιερωμένα στους Ιταλούς πολεμιστές που έχασαν τη ζωή τους πολεμώντας μακριά από την πατρίδα τους. Ένα από αυτά είναι το έργο του Atto Vannucci, του 1877, με τίτλο «I martiri della libertà italiana dal 1794 al 1848» (τόμος 3). Αλλά και το βιβλίο του Oreste Ferdinando Tencajoli, με τίτλο «La Corsica : curiosità e notizie storiche, con numerose illustrazioni nel testo».

Η καταγωγή της οικογένειας Gambini ήταν από την πόλη Corte της Κορσικής. Φαίνεται ότι ήταν μια μεγάλη οικογένεια διακεκριμένων στρατιωτικών, δεδομένου ότι στα γαλλικά αρχεία που αφορούν τη Λεγεώνα της Τιμής συναντάμε τέσσερα παρασημοφορημένα μέλη της: τον Gambini  Jean Baptiste που γεννήθηκε το 1792, τον Gambini Dominique που γεννήθηκε το 1845, τον Gambini Epaminondas Dominique που γεννήθηκε το 1855, και τον Gambini Pierre François που γεννήθηκε το 1891.

O επαναστάτης – πολεμιστής Gambini Pasquale, αγωνίσθηκε στην Ελλάδα στο πλευρό των Ελλήνων, και θυσίασε με θάρρος τη ζωή του για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Δυστυχώς μέχρι σήμερα λίγοι γνωρίζουν κάτι για τον σημαντικό και ηρωικό αυτόν Φιλέλληνα. Η ΕΕΦ και οι Έλληνες τιμούν την συνεισφορά του μεγάλου αυτού ήρωα.

 

Πηγές – Βιβλιογραφία

  • Ψηφιοποιημένα αρχεία του Πανεπιστήμιου του Aberdeen http://calms.abdn.ac.uk/DServe/dserve.exe?dsqServer=Calms&dsqIni=Dserve.ini&dsqApp=Archive&dsqDb=Catalog&dsqCmd=NaviTree.tcl&dsqField=RefNo&dsqItem=MS%201160/20/591#HER
  • Averoff Michelle, «Les Philhellènes», Bulletin de l’Association Guillaume Budé, no 3, Octobre 1967, σσ. 312-332.
  • Barth Wilhelm – Max Kehrig-Korn, Die Philhellenenzeit, von der Mitte des 18 Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias am 9 Oktober 1831, εκδ. Hueber, Munchen, 1960.
  • Βάση δεδομένων των παρασήμων του Τάγματος της Λεγεώνας της Τιμής http://wwwcoulture.gouv.fr/documentation/leonore/leonore.htm, Dossiers LΗ061/1, LH1066/2, LH 1066/3, 19800035/108/13540.
  • Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοιτύπων, χειρόγραφο υπ΄ αρ. 1.697: Henri Fornèsy, «Le monument des philhellènes», 1860.
  • Correspondance inédite officielle et confidentielle de Napoléon Bonaparte, Paris, C.L.F. Panckoucke, 1819.
  • Elliot Charles William James (επιμ.), Campaign of the Falieri and Piraeus in the year 1827, or Journal of a volunteer, being the personal account of Captain Thomas Douglas Whitcombe, Athens, [Gennadeion Monographs, vol. 5], Princeton 1992.
  • Gordon Thomas, History of the Greek Revolution, 1, London, William Blackwood, Edinburg & T. Cadell, Strand, 1844.
  • Histoire illustrée de la Corse, Pillet, 1863.
  • Oreste Ferdinando Tencajoli, La Corsica : curiosità e notizie storiche, con numerose illustrazioni nel testo, Modernissima Libreria Internazionale, Roma, 1931.
  • Papadacci Elie, Les bandits corses, honneur et dignité, Claire Vigne, 1994.
  • Robiquet F., Recherches Historiques et Statistiques sur La Corse, Paris-Rennes, 1835.
  • Silvani Paul, Bandits Courses, du mythe à la réalité, Albiana, 2010.
  • Sottocasa Valérie, Les brigands, criminalité et protestation politique (1750-1850), Presses Universitaires de Rennes, 1994.
  • St-Clair William, That Greece might still be free – The Philhellenes in the War of Independence, τόμος 1, εκδ. Oxford University Press, London-New York,
  • Vannucci Atto ; I martiri della libertà italiana dal 1794 al 1848, tome 3, Milano, Bortoloti E. C., 1877.
  • Vergé-Franceschi Michel, Le voyage en Corse, R. Laffront, 2009.
  • Άννινος Μπάμπης, Ιστορικά σημειώματα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1925.
  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Βίκτορ Δουσμανής, 1926, Πυρσός, τόμος 8, σ. 413).
  • Παπαρηγόπουλος Κωνσταντίνος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα, Εκ της Τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά, 1853.
  • Τρικούπης Σπυρίδωνας, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Δ΄, Λονδίνο, 1857.

 

Υποναύαρχος Karl Rudolf Brommy (1804 – 1860)

 

Ο Karl Rudolf Brommy (1804 – 1860), ήταν Γερμανός αξιωματικός του Ναυτικού και Φιλέλληνας.

Γεννήθηκε στο χωριό Anger, το οποίο ενσωματώθηκε στην πόλη της Λειψίας, το 1889. Ήταν γιος του δικαστή Johann Simon Bromme (1758-1808) και της Friederike Louise Bromme (1771-1806). Έχασε τους γονείς του στην παιδική ηλικία. Το 1818 έλαβε άδεια από τον κηδεμόνα του για να γίνει ναυτικός. Σπούδασε στη Σχολή Ναυσιπλοΐας του Αμβούργου και στη συνέχεια ξεκίνησε το πρώτο θαλάσσιο ταξίδι του με το μπρίκι «Heinrich»[1].

Υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες για τα πρώτα έτη της ναυτικής καριέρας του Brommy μετά την έξοδό του από τη Σχολή Ναυσιπλοΐας του Αμβούργου, το καλοκαίρι του 1820[2].

Με το μπρίκι ‘’Heinrich’’ ταξίδεψε αρκετά στην Κεντρική Αμερική. Σύμφωνα με τις δικές του δηλώσεις, προσλήφθηκε σε διάφορα αμερικανικά ιστιοφόρα πλοία από το 1822 και προήχθη σε πλοίαρχο το 1826[3]. Επίσης, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου άλλαξε το επίθετό του από Bromme σε Brommy.

O Brommy, πληροφορούμενος τον Αγώνα των Ελλήνων για Ανεξαρτησία, κατέβηκε στην Ελλάδα στις αρχές του 1827, ακολουθώντας τον Βρετανό ναύαρχο Thomas Cochrane, 10ο λόρδο του Dundonald (1775-1860)[4], ο οποίος ανέλαβε τη διοίκηση του Ελληνικού Στόλου.

Ο Brommy υπηρέτησε αρχικά ως α’ αξιωματικός της φρεγάτας ‘’Ελλάς’’, ως το 1828. Το 1828 μετατέθηκε στην κορβέτα “Ύδρα”, με την οποία έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις  για τη διαπεραίωση Κρητών στην ελεύθερη Ελλάδα και την καταστολή της πειρατείας. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η κορβέτα “Υδρα”, ήταν ένα σημαντικό πλοίο του τουρκοαιγυπτιακού στόλου, που αιχμαλώτισε και απέδωσε στην Ελλάδα ο Cochrane. Στη συνέχεια, το 1829 τοποθετήθηκε στη μοίρα του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη, ως κυβερνήτης της ατμοκίνητης κορβέτας ‘’Επιχείρησις’’ (πλοίο ιδίου τύπου με την Καρτερία που είχε σχεδιάσει ο μεγάλος Φιλέλληνας ναύαρχος Hastings). Από την θέση αυτή συμμετείχε στη μάχη της Πρέβεζας (κόλπος της Άρτας) και τελικά στην απελευθέρωση του Μεσολογγίου, στις 2 Μαΐου 1829[5].

Καρτερία και Ελλάς. Λιθογραφία του Karl Krazeisen (συλλογή ΕΕΦ)

Το 1831 ο Brommy έφυγε από την Ελλάδα, και πραγματοποίησε μία σειρά από επιστημονικά ταξίδια στην Γαλλία, την Αγγλία και την Γερμανία, και τελικά κατέληξε στη Σαξονία.

Το 1832, ο πρίγκιπας Όθων της Βαυαρίας, ανακηρύχθηκε Βασιλεύς της Ελλάδος. Ο Brommy τότε ήταν εμπειρογνώμων της Ελληνικής Αντιπροσωπείας, η οποία υπό τους Κώστα Μπότσαρη, Ανδρέα Μιαούλη και Δημήτριο Πλαπούτα, προσέφερε το στέμμα της Ελλάδος στον Όθωνα και συνόδευσε τον νεαρό βασιλέα στην Ελλάδα. Με την έλευση του Όθωνος στην Ελλάδα, ο Brommy τοποθετήθηκε αρχικά κυβερνήτης του πλοίου “Ερμής”. Στη συνέχεια έγινε μέλος της Επιτροπής του Υπουργείου Ναυτικού και διοικητής του Ναυστάθμου στον Πόρο[6].

Κατά την επόμενη περίοδο υπηρεσίας του στο Υπουργείο Ναυτικών, ο Brommy δημιούργησε ένα νέο οργανωτικό σχέδιο για το Ελληνικό Ναυτικό. Αργότερα έγινε αναπληρωτής διοικητής της στρατιωτικής σχολής, πρώτα στην Αίγινα και μετά στον Πειραιά. Η επιθυμία του να ιδρύσει ναυτική σχολή δεν έγινε πραγματικότητα για αυτόν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην Ελλάδα[7]. Σύμφωνα με τις ιδέες του, μια ναυτική σχολή θα έπρεπε να δημιουργηθεί σε ένα πλοίο, ούτως ώστε οι ασκήσεις να είναι επιτυχημένες. Σε πολλά υπομνήματά του προς τον Βασιλέα Όθωνα, ο Brommy προώθησε την ιδέα του, αλλά χωρίς επιτυχία[8]. Ακόμη και όταν ο Έλληνας πλοίαρχος Λεωνίδας Παλάσκας (1819-1880) είχε την ίδια ιδέα το 1846 και προσπάθησε να δημιουργήσει το “Ναυτικόν Παιδευτήριον” επί της κορβέτας ‘’Λουδοβίκος’’[9] , απέτυχε λόγω της αντίστασης της πολιτικής ηγεσίας.

Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, ο Brommy τοποθετήθηκε πρόεδρος στο Ναυτοδικείο, όπου υπηρέτησε μέχρι τις 19 Απριλίου 1849. Στη συνέχεια αποσύρθηκε και τυπικά από την Ελληνική υπηρεσία. Ήδη από το 1845 ο Πρώσος βασιλέας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ’ (1795-1861) τον είχε προσκαλέσει να οργανώσει το Πρωσικό Ναυτικό, μετά την ανάγνωση του εγχειριδίου του “Die Marine – eine gemeinverständliche Darstellung des gesammten Seewesens für Gebildete aller Stände”[10]. Ο Brommy είχε καταγράψει όλη του την εμπειρία από τη συμμετοχή του στο πολεμικό ναυτικό, και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, σε ένα σημαντικό βιβλίο. Το βιβλίο αυτό ήταν ιδανικό για την εκπαίδευση νέων ναυτικών του πολεμικού ναυτικού.

Το εμβληματικό βιβλίο του Ναυάρχου Brommy (συλλογή ΕΕΦ)

Ο Brommy αποδέχθηκε την πρόταση του Πρώσου βασιλέα το 1848. Του την παρουσίασε, μέσω του Πρώσου υπουργού Εμπορίου και Ναυτιλίας Arnold Duckwitz, ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης της Φρανκφούρτης Heinrich von Gagern[11].

Με άμεσο συνεργάτη του τον πρίγκιπα Αδαλβέρτο της Πρωσίας, ο Brommy, αφιερώθηκε στην οργάνωση του Πρωσικού Ναυτικού από την πρώτη στιγμή, ως κυβερνήτης της ναυαρχίδας ‘’Barbarossa’’. Στις 18 Μαρτίου 1849 ο Brommy έγινε Αρχηγός του Στόλου της Βόρειας Θάλασσας με το ναυαρχίδα του Πρωσικού στόλου Barbarossa. Ένα ατμόπλοιο παρόμοιο με την ‘’Καρτερία’’ και την Επιχείρηση που ο Brommy είχε γνωρίσει και διοικήσει στην Ελλάδα.

Η ναυαρχίδα του Πρωσικού στόλου SMS ‘’Barbarossa’’

Μάλιστα, το κατέστησε ένα ισχυρό όπλο, παρά τον ελάχιστο χρόνο που είχε για την οργάνωσή του. Η ισχύς του Πρωσικού νεότευκτου Πρωσικού Πολεμικού Ναυτικού, απεδείχθη γρήγορα στον πόλεμο Δανίας – Πρωσίας το 1849. Ο πόλεμος αυτός τελείωσε με τη ναυμαχία της Ελιγολάνδης στις 4 Ιουνίου 1849[12], αποτέλεσμα της οποίας ήταν το Πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 8 Μαΐου 1852, το οποίο αποκαθιστούσε το προπολεμικό status quo[13].

Το καπέλο του Ναυάρχου Brommy (συλλογή ΕΕΦ)

Ο Brommy αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του υποναυάρχου στις 30 Ιουνίου 1853, εξαιτίας της κακής του υγείας και της διάλυσης του πρώιμου Πρωσικού Ναυτικού. Την απόφαση έλαβε η Εθνοσυνέλευση της Φρανκφούρτης στις 2 Απριλίου 1852, με σκοπό τη δημιουργία νέου στόλου. Παρόλα αυτά, ο Brommy δέχθηκε μία θέση συμβούλου για τεχνικά θέματα στο Αυστριακό Αυτοκρατορικό Ναυτικό, τον Ιούνιο του 1857. Όμως, επειδή η υγεία του επιδεινώθηκε, παραιτήθηκε και αποσύρθηκε  με την οικογένειά του στη Βρέμη, όπου απεβίωσε το 1860[14].

Προτομή του Ναυάρχου Brommy στην Βρέμη της Γερμανίας

Μνημείο του Brommy κοντά στο σπίτι που γεννήθηκε στην Λειψία

Ο Karl Rudolf Brommy ήταν ένας σπουδαίος Φιλέλληνας, με πολυσήμαντη προσφορά στην Ελλάδα. Ο Ναύαρχος Brommy συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγών των Ελλήνων. Στη συνέχεια διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο για την σύσταση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και τον σχεδιασμό εκπαιδευτικού προγράμματος για αξιωματικούς του ναυτικού. Η ΕΕΦ τιμά τον σημαντικό αυτό Φιλέλληνα.

 

Παραπομπές

[1] Uhlrich, Claus, ‘’Carl Rudolph Brommy. Der Admiral der ersten deutschen Flotte’’, εκδ. Semikolon Verlag, Βερολίνο, 2000.
[2] Αρχείο υποναυάρχου Karl Rudolf Brommy (ανέκδοτο), Μουσείο Ναυτιλίας Brake, Ολδεμβούργο, Γερμανία.
[3] Βλ. στο ίδιο.
[4] Τρικούπης, Σπυρίδων, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007,σελ. 118.
[5] Wagner, Erwin, ‘’ Carl Rudolph Brommy (1804–1860) als Marineoffizier in Griechenland (1827–1849)’’, εκδ. Isensee-Verlag, Brake, 2009.
[6] ‘’Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος’’, 17 Αυγούστου 1835, Αθήνα, Φ.Ε.Κ. αριθμ.24.
[7] Carsten, Jöhnk, ‘’ Ein Sachse erobert die Welt. Admiral Brommy zum 200. Geburtstag’’, εκδ. Schiffahrtsmuseum, Brake, 2004.
[8] Αρχείο υποναυάρχου Carl Rudolph Brommy (ανέκδοτο), Μουσείο Ναυτιλίας Brake, Ολδεμβούργο.
[9] Λυκούδης, Στυλιανός, ‘’Ολίγα τινά δια τον μέγαν του ναυτικού μας ευεργέτην, τον τότε Λεωνίδαν Χ. Παλάσκαν, πλοίαρχον του Β.Ν.’’, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1938.
[10] Brommy, Karl Rudolf,‘’ Die Marine – eine gemeinverständliche Darstellung des gesammten Seewesens für Gebildete aller Stände’’, εκδ. Carl E. Schünemann, Βερολίνο, 1849.
[11] Αρχείο υποναυάρχου Carl Rudolph Brommy (ανέκδοτο), Μουσείο Ναυτιλίας Brake, Ολδεμβούργο.
[12] ‘’Das Seegefecht bei Helgoland’’, εφ. ‘’Illustrirte Zeitung’’, Λειψία, 1849, αρ. φυλ. 27.
[13] Beseler, Georg, ‘’Der Londoner Vertrag vom 8. Mai 1852 in seiner rechtlichen Bedeutung geprüft’’, εκδ. Weidmannsche Buchhandlung, Βερολίνο,1863.
[14]  Wiechmann, Gerhard, ‘’Karl Rudolf Brommy (1804–1860) in deutschen Erinnerungsorten’’, εκδ. Isensee-Verlag, Brake, 2010.

 

Βιβλιογραφία-Πηγές

  • Brommy, Karl Rudolf, “Die Marine – eine gemeinverständliche Darstellung des gesammten Seewesens für Gebildete aller Stände“, εκδ. Carl E. Schünemann, Βερολίνο, 1849.
  • Τρικούπης, Σπυρίδων, ”Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, σελ. 118.
  • Uhlrich, Claus, “Carl Rudolph Brommy. Der Admiral der ersten deutschen Flotte“, εκδ. Semikolon Verlag, Βερολίνο, 2000.
  • Carsten, Jöhnk, “Ein Sachse erobert die Welt. Admiral Brommy zum 200. Geburtstag’”, εκδ. Schiffahrtsmuseum, Brake, 2004.
  • Αρχείο υποναυάρχου Carl Rudolph Brommy (ανέκδοτο), Μουσείο Ναυτιλίας Brake, Ολδεμβούργο.
  • Beseler, Georg, “Der Londoner Vertrag vom 8. Mai 1852 in seiner rechtlichen Bedeutung geprüft”, εκδ. Weidmannsche Buchhandlung, Βερολίνο, 1863.
  • “Das Seegefecht bei Helgoland”, εφ. “Illustrirte Zeitung”, Λειψία, 1849, αρ. φυλ. 27.
  • Wagner, Erwin, “Carl Rudolph Brommy (1804–1860) als Marineoffizier in Griechenland (1827–1849)“, εκδ. Isensee-Verlag, Brake, 2009.
  • Λυκούδης, Στυλιανός, ‘’Ολίγα τινά δια τον μέγαν του ναυτικού μας ευεργέτην, τον τότε Λεωνίδαν Χ. Παλάσκαν, πλοίαρχον του Β.Ν.’’, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1938.
  • “Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος”, 17 Αυγούστου 1835, Αθήνα, Φ.Ε.Κ. αριθμ. 24.

 

Leicester Fitzgerald Charles Stanhope, 5ος κόμης του Harrington (1784-1862). Δεκαετία 1830. Σκίτσο αγνώστου. Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

 

Ο Leicester Fitzgerald Charles Stanhope, 5ος κόμης του Harrington (1784-1862), ήταν Βρετανός στρατιωτικός, σπουδαίος Φιλέλληνας, με σημαντική επίδραση στην δημιουργία  του τύπου στην Ελλάδα και στην προώθηση της παιδείας.

Γεννήθηκε στο Δουβλίνο, και ήταν το τρίτο παιδί του στρατηγού, διπλωμάτη και πολιτικού Charles Stanhope, 3ου κόμη του Harrington και της Jane Fleming- Stanhope, λαίδης του Harrington[1].

Ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία από την εφηβική του ηλικία. Χαρακτηριστικά, σε ηλικία μόλις 15 ετών, τον Οκτώβριο του 1799, κατατάχθηκε στο 1ο Σύνταγμα της Βασιλικής Φρουράς, φέρων αρχικά τον βαθμό του ανθυπασπιστή και ύστερα του ανθυπολοχαγού[2]. Προήχθη σε υπολοχαγό στις 20 Οκτωβρίου 1802[3]. Τον Μάρτιο του 1803 μετατέθηκε στο 9ο Σύνταγμα Πεζικού, ενώ τον Απρίλιο του ιδίου έτους, μετατέθηκε ως ίλαρχος στο 10ο Σύνταγμα Ελαφρών Δραγόνων του Πρίγκιπα της Ουαλίας[4].

Από τις 9 Νοεμβρίου 1803 έως τις 26 Ιανουαρίου 1813, υπηρέτησε στο 6ο Σύνταγμα Δραγόνων της Βασιλικής Φρουράς, ενώ στις 27 Ιανουαρίου 1813, μετατέθηκε στο 17ο Σύνταγμα Ελαφρών Δραγόνων στην Ινδία[5]. Στην Ινδία προάχθηκε σε επίλαρχο και τοποθετήθηκε αναπληρωτής γενικός υπασπιστής στις Ανατολικές Ινδίες τον Ιούνιο του 1815, ενώ έλαβε τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη κατ’ απονομή[6].

Τον Απρίλιο του 1817, ο Stanhope υπηρέτησε ως αναπληρωτής αξιωματικός διαχείρισης στο 47ο Σύνταγμα Πεζικού και έλαβε μέρος στον 3ο Πόλεμο μεταξύ Βρετανών και Μαράθων[7]. Για τη δράση του, τιμήθηκε τον Οκτώβριο του 1818 με το παράσημο του Τάγματος του Λουτρού[8].

Την ίδια περίοδο, άρχισαν να αναπτύσσονται τα Φιλελληνικά του ενδιαφέροντα[9]. Στην πορεία , παραιτήθηκε από τον στρατό  στις 29 Μαρτίου 1821 και στις 26 Ιουνίου 1823, τοποθετήθηκε σε κατάσταση πολεμικής διαθεσιμότητας, φέρων το βαθμό του αντισυνταγματάρχη[10].

Στις 28 Φεβρουαρίου 1823[11] ιδρύθηκε η Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου. Ο Stanhope μυήθηκε γρήγορα σε αυτήν από τον Λόρδο Βύρωνα και ήταν ένα από τα πρώτα μέλη της[12].

Πριν μεταβούν στην Ελλάδα, στην αλληλογραφία τους, ο Stanhope και ο Λόρδος Βύρων, εκφράζουν διαφορετικές τάσεις. Ο μεν Stanhope, αν και στρατιωτικός, θεωρεί ότι το πιο ισχυρό όπλο είναι η “πένα” (δηλαδή η προώθηση της παιδείας και του τύπου), ενώ ο Λόρδος Βύρων, παρά το γεγονός ότι είναι ο ίδιος λογοτέχνης, πιστεύει πως τα πεδία των μαχών είναι το πρώτο σχολείο της ελευθερίας (η οποία κατακτάται πρώτα με στρατιωτικά μέσα), και άρα ότι το ξίφος προηγείται της πένας[13]. Αυτό όμως, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί το γεγονός πως αμφότεροι προσπάθησαν να βοηθήσουν την Ελλάδα, με τον ίδιο τον Λόρδο Βύρωνα να προσφέρει την ίδια του την ζωή στο Μεσολόγγι στις 7 Απριλίου 1824[14].

Ο Stanhope, ήταν αποδεδειγμένα ένας άριστος διαχειριστής και έτσι η Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου τον έστειλε στην Ελλάδα με την αποστολή του Λόρδου Βύρωνα, στις 16 Ιουλίου 1823[15]. Μάλιστα είχε διορισθεί μαζί με τον Λόρδο Βύρωνα και τον Λάζαρο Κουντουριώτη, μέλος της Επιτροπής διαχείρισης του πρώτου δανείου που θα ελάμβαναν την περίοδο αυτή οι επαναστατημένοι Έλληνες[16].

Πριν φθάσει στην Ελλάδα, οργάνωσε μία σημαντική περιοδεία (στην οποία συνοδευόταν από ένα άλλο δραστήριο Γερμανό  Φιλέλληνα, τον Wilhelm Bellier de Launoy), με αρχικούς σταθμούς το Darmstadt  της Γερμανίας, την Ζυρίχη, την Βέρνη, τη Γενεύη και την Γένοβα της Ιταλίας. Εκεί ο Stanhope, συνάντησε εκπροσώπους των τοπικών Φιλελληνικών κομιτάτων, στους οποίους παρουσίασε με πολλές ομιλίες τις προτάσεις του για την ενίσχυση του αγώνα των Ελλήνων. Μάλιστα κατά την περιοδεία αυτή, συναντήθηκε και με τον Ιωάννη Καποδίστρια[17]. Εν τέλει έφθασε τελικά στην Κεφαλονιά, η οποία ήταν την περίοδο αυτή υπό βρετανική διοίκηση, στις 4 Αυγούστου 1823[18]. Από την Κεφαλονιά δε, πέρασε τον Δεκέμβριο του 1823 στο Μεσολόγγι[19].

Ο Stanhope, πέραν από συνοδός του Λόρδου Βύρωνα, ήταν και υπεύθυνος για την μεταφορά στην Ελλάδα, των πρώτων τυπογραφείων, τα οποία είχαν αγορασθεί από την Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου. Ο ίδιος πίστευε ότι η ανάπτυξη του Τύπου, θα αποτελούσε ένα αποτελεσματικό όπλο για την ελευθερία των Ελλήνων[20]. Χάρη στην εμμονή του αυτή, έθεσε με αυτό το τυπογραφείο τις βάσεις, για την δημιουργία εφημερίδων στον Ελλαδικό χώρο. Συγκεκριμένα, με αυτό το τυπογραφείο, εκτυπώνετο η εμβληματική  εφημερίδα ‘’Ελληνικά Χρονικά’’, την οποία εξέδιδε από το 1824 ως το 1826 στο Μεσολόγγι, ο σημαντικός Φιλέλληνας Ελβετός γιατρός Johann Jacob Meyer (1798-1826)[21]. Μάλιστα από τις 20 Μαρτίου 1824, άρχισε να εκδίδεται στο ίδιο τυπογραφείο και δεύτερη εφημερίδα, με συντάκτη τον Gamba, Ιταλό κόμη και στενό φίλο του Λόρδου Βύρωνος (ήταν ο αδελφός της συντρόφου του Βύρωνος). Ο τίτλος της ήταν “Telegrafo Greco”. Η εφημερίδα αυτή απευθύνετο κυρίως σε ξένους και είχε στόχο την ενημέρωση της Ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Τυπωνόταν στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά και Ιταλικά.

O Stanhope επισκέφθηκε όμως και τους ηγέτες των αντιμαχομένων πλευρών στην Στερεά Ελλάδα (κατά τη διάρκεια των εμφυλίων συγκρούσεων), και έκανε απόπειρες για την συμφιλίωσή τους[22].

Αυτό που χαρακτήριζε τον Stanhope σαν προσωπικότητα (αλλά και την ποιότητα του Φιλελληνισμού του), ήταν η πνευματική καλλιέργειά του, και τα ιδιαίτερα προχωρημένα και προοδευτικά σχέδια που είχε για τον σχεδιασμό της Ελληνικής κοινωνίας, με έμφαση στον σχεδιασμό εκπαιδευτικού συστήματος, στη δημιουργία σχολείων και λαϊκών ιατρείων, στη σύσταση και λειτουργεία ταχυδρομικής υπηρεσίας, και κυρίως στην προώθηση της δημοσιογραφίας.

Στην Αθήνα, όπου πέρασε ένα μεγάλο διάστημα, ίδρυσε σχολεία και σχεδίασε πρόγραμμα σπουδών[23]. Επίσης οργάνωσε ένα πρόγραμμα υποτροφιών για να σπουδάσουν στην Αγγλία νέοι Έλληνες και να επιστρέψουν στην Ελλάδα να αναλάβουν καθήκοντα ως καθηγητές.

Στην Αθήνα παρακολούθησε στενά την λειτουργεία των τοπικών θεσμών. Μάλιστα στις 21 – 23 Φεβρουαρίου 1824, συμμετείχε στη διαδικασία εκλογής δημογερόντων.

Το δεύτερο τυπογραφείο που έφερε στην Ελλάδα, σκόπευε να το παραδώσει στο Ναύπλιο (έδρα της κυβέρνησης). Τελικά όμως προτίμησε να το στείλει στην Αθήνα με στόχο να εκδοθεί εκεί μία εφημερίδα και όχι στο Ναύπλιο, που ήταν κέντρο εντόνων πολιτικών διεργασιών και αντιδικιών.

Ο Stanhope ονειρευόταν την έκδοση μίας εθνικής και ανεξαρτήτου εφημερίδος, που θα είχε ως αποστολή την προώθηση των θεμάτων του εθνικού απελευθερωτικού αγώνα και την ανύψωση του Ελληνικού γοήτρου.

Έτσι λοιπόν δώρισε τον εξοπλισμό στην Αθήνα (ο οποίος παραδόθηκε και εγκαταστάθηκε για λόγους ασφαλείας στην Σαλαμίνα). Τη δωρεά την συνόδευσε με μία ιδιαίτερα συγκινητική επιστολή στις 20 Απριλίου 1824. Την ευθύνη της εκδόσεως ανέθεσε στον Αθηναίο Γ. Ψύλλα. Η πρώτη έκδοση αφορούμε μία εκτενή «προκήρυξη» τον οποία συνέταξαν από κοινού ο Ψύλλας με τον Stanhope. Η εκτενής αυτή προκήρυξη έχει πατριωτικό περιεχόμενο, και τονίζει την ζημία που μπορούν να προκαλέσουν τα πάθη και η διχόνοια.

Στη συνέχεια ακολούθησε η έκδοση της εφημερίδος με τίτλο «Εφημερίς Αθηνών». Το πρώτο φύλλο τυπώθηκε στις 20 Αυγούστου 1824 και η εφημερίδα κυκλοφόρησε μέχρι τον Απρίλιο του 1826, όταν ο Κιουταχής ξεκίνησε την πολιορκία των Αθηνών.

Ο Stanhope συνάντησε στην Αθήνα και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, και γοητεύθηκε από την προσωπικότητά του, όπως και ο άλλος φιλέλληνας Trelawny.

Ο Stanhope ήταν ένας αγνός Φιλέλληνας που αγάπησε μα πάθος την Ελλάδα και ειδικά την Αθήνα, η οποία του οφείλει πολλά. Με την διαρκή αλληλογραφία του, καλούσε τους συμπατριώτες του Άγγλους να έλθουν στην Ελλάδα, παρέχοντας τους στοιχεία για το κόστος ζωής και διαβεβαιώνοντας τους για την ασφάλεια που επικρατούσε στα απελευθερωμένα μέρη. Ακόμη επικοινωνούσε και με πολιτικούς και διπλωμάτες από πολλές χώρες, τους οποίους προέτρεπε να βοηθήσουν την Ελλάδα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι επιστολές που έστελνε στον Gropius, πρόξενο της Αυστρίας στην Αθήνα.

Οι Έλληνες τον θεωρούσαν δικό τους άνθρωπο, και εξέφραζαν σε αυτόν πάντα την αγάπη τους και την αναγνώρισή τους.

Ο θάνατος της μητέρας του, και δύο μήνες αργότερα, ο θάνατος του Λόρδου Βύρωνος στις 7 Απριλίου 1824, καθώς και η σύγκρουση του με τον Κουντουριώτη και τον Μαυροκορδάτο, ανάγκασαν τον Stanhope, να φύγει από την Ελλάδα τον Μάιο του 1824 και να επιστρέψει στην πατρίδα του[24].  Η απώλεια του Stanhope ήταν ιδιαίτερα επώδυνη για τους Έλληνες και τους Αθηναίους. Η σωφροσύνη, η περίσκεψη και το όραμα αυτού του ανθρώπου, θα είχαν βοηθήσει ιδιαίτερα την Ελλάδα.

Μάλιστα επέστρεψε με το ίδιο πλοίο που μετέφερε τη σωρό του Λόρδου Βύρωνος.

Ελληνικά Χρονικά, τεύχος 69 της 23 Αυγούστου 1824. Περιέχει άρθρο που αναφέρεται στην άφιξη της σωρού του Λόρδου Βύρωνος στο Λονδίνο.

Ο Stanhope δεν παύει ποτέ να ενδιαφέρεται για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα, για τα οποία διατηρεί πυκνή αλληλογραφία, με ανθρώπους όπως ο Καποδίστριας και ο Μαυροκορδάτος[25]. Το 1825 δε, συγγράφει το βιβλίο “Greece, in 1823 and 1824: Being a Series of Letters, and Other Documents”, μέσω του οποίου ενημερώνει το βρετανικό κοινό για την κατάσταση στην Ελλάδα.

Το βιβλίο του Stanhope ‘’Greece, in 1823 and 1824: Being a Series of Letters, and Other Documents” (συλλογή ΕΕΦ).

Το μεγαλείο του σημαντικού αυτού φιλέλληνα προκύπτει από το περιεχόμενο της αποχαιρετιστήριας επιστολής του προς τους Έλληνες, που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 1824 στα «Ελληνικά Χρονικά» και στον «Φίλο του Νόμου». Αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

«Οι μεγάλοι σας προπάτορες, εξ αιτίας των ζηλοτυπιών και διχοστασιών, τας οποίας είχον  αναμεταξύ των έχασαν την ελευθερίαν των … Από την πείραν λοιπόν και από τα πολύχρονα πάθη γνωρίζετε τα κακά, όσα από την διχόνοιαν προέρχονται και θέλετε πάλιν, ω Ελληνες, απόγονοι των Θεμιστοκλέων και των Μιλτιαδών, να καταβυθισθείτε εις ένα πέλαγος κινδύνων. Η κοινή ζήτησίς σας είναι δια χρήματα. Τα χρήματα, λέγετε, σας ασφαλίζουν την νίκην και την ανεξαρτησίαν. Διατί λοιπόν οι πρόγονοί σας έτρεψαν τους Πέρσας εις φυγήν και σεις οι ίδιοι τους Τούρκους, οίτινες ήσαν τόσον πλούσιοι και ανώτεροι τον αριθμόν; Διότι ούτοι ήσαν διεφθαρμένοι από την τρυφήν και τον δεσποτισμόν ενώ οι Έλληνες ήσαν πτωχοί και ελεύθεροι. Ψευδές είναι λοιπόν το να λέγει τις, ότι ο χρυσός και ο σίδηρος είναι τα νεύρα του πολέμου. Ταύτα είναι μόνο μέσα βοηθητικά. Τα νεύρα του πολέμου είναι καρδία και ανδρεία …».

Και ο ακραιφνής αυτός Φιλέλληνας προσθέτει: «… είμαι και θέλω να είμαι ενόσω είστε ελεύθεροι, ευλεβέστατος δούλος σας».

Μετά την λήξη της Ελληνικής Επανάστασης, ο Stanhope αποσύρθηκε από τα κοινά. Στις 23 Απριλίου 1831, νυμφεύεται την Elisabeth Green, με την οποία αποκτά 4 παιδιά[26]. Το 1837 προάγεται σε επίτιμο συνταγματάρχη του Βρετανικού Στρατού[27]. Τέλος, το 1851, διαδέχεται τον αδερφό του, υποστράτηγο Charles Stanhope τον νεότερο, ως 5ος κόμης του Harrington.

Ο Leicester Fitzgerald Charles Stanhope, 5ος κόμης του Harrington,σημαίνων στρατιωτικός και  Φιλέλληνας, απεβίωσε στις 7 Σεπτεμβρίου 1862 στο Λονδίνο.

Η ΕΕΦ τιμά την μνήμη του Leicester Stanhope, ευπατρίδη Φιλέλληνα, ο οποίος έφερε τα πρώτα τυπογραφεία στον Ελλαδικό χώρο, οδήγησε στην γέννηση του τύπου στην Ελλάδα, εισηγήθηκε καινοτόμες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας, και προήγαγε τον πολιτισμό σε σημαντικό επίπεδο, αναδεικνύοντας μία διαφορετική διάσταση του αγώνα των Ελλήνων για εθνική ανεξαρτησία.

 

Παραπομπές

[1] Doyle, James William Edmund, “The Official Baronage of England”, εκδ. Longmans, Λονδίνο, 1886, β’ τόμος, σελ. 136.
[2] Εφ. ‘’The London Gazette’’, Λονδίνο, φύλλο 28ης Σεπτεμβρίου 1799, σελ.995.
[3] Doyle, James William Edmund, ‘’The Official Baronage of England’’, εκδ. Longmans, Λονδίνο, 1886, β’ τόμος, σελ. 136.
[4] Εφ. ‘’The London Gazette’’, Λονδίνο, φύλλο 15ης Μαρτίου 1803, σελ. 369.
[5] Εφ. ‘’The London Gazette’’, Λονδίνο, φύλλο 23ης  Ιανουαρίου 1813, σελ.186.
[6] Εφ. ‘’The London Gazette’’, Λονδίνο, φύλλο 8ης Ιουλίου 1815, σελ. 1355.
[7] Downham, John, “The 47th (Lancashire) Regiment of Foot”, εκδ. Lancashire Infantry Museum, Lancaster, 2010.
[8] Εφ. ‘’The London Gazette’’, Λονδίνο, φύλλο 18ης Οκτωβρίου 1818, σελ. 1851.
[9] Rosen, F., ‘’ London Greek Committee (act. 1823–1826)’’, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 1992.
[10] Εφ. ‘’ The London Gazette’’, Λονδίνο, φύλλο 5ης Ιουλίου 1823,   σελ. 1090.
[11] Dimaras, Alexis, ‘’The other British Philhelenes’’, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, αχρονολόγητο.
[12] St Clair, William, «That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence», εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 145.
[13] Moore, Thomas, ‘’Letters and Journals of Lord Byron with Notices of his Life’’, εκδ. H. L. Broenner, Φρανκφούρτη, 1830. Επίσης, βλ. Αθάνας, Γ., ‘’Ιστορικά Μελετήματα’’, εκδ. Ίδρυμα Γ & Μ. Αθανασιάδη – Νόβα, Ναύπακτος, 1998, σελ. 194.
[14] Moore, Thomas, ‘’Letters and Journals of Lord Byron with Notices of his Life’’, εκδ. H. L. Broenner , Φρανκφούρτη, 1830
[15] Lovell, Ernest J., ‘’His Very Self and Voice, Collected Conversations of Lord Byron’’, εκδ. MacMillan, Νέα Υόρκη, 1954, σελ. 369.
[16] ‘’Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου’’, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
[17] St Clair, William, «That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence», εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 159.
[18] Βλ. στο ίδιο.
[19] Stanhope, Leicester, 5ος κόμης του Harrington, “Greece, in 1823 and 1824: Being a Series of Letters, and Other Documents”, εκδ. Sherwood, Gilbert & Piper, Λονδίνο, 1825, σελ. 543.
[20] Εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά», 1η Ιανουαρίου 1824, Μεσολόγγι, φύλλο 1. Επίσης, βλ. St Clair, William, «That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence», εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ.160.
[21]Συλλογικό, ‘’Πεντακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2000, σελ.192.
[22] St Clair, William, «That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence», εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008
[23]  ‘’Αρχείο Leicester Stanhope’’, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμοι 13 και 15α’. Επίσης, βλ. St Clair, William, «That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence», εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 159-161.
[24] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1977, 10ος τόμος, σελ. 299.
[25] “Αρχείο Leicester Stanhope”, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμοι 13 και 15α’. Επίσης, βλ. “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
[26] Doyle, James William Edmund, “The Official Baronage of England”, εκδ. Longmans, Λονδίνο, 1886, β’ τόμος, σελ. 136.
[27] Βλ. στο ίδιο.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Doyle, James William Edmund, “The Official Baronage of England”, εκδ. Longmans, Λονδίνο, 1886, β’ τόμος.
  • Εφ. ‘’The London Gazette’’, Λονδίνο, φύλλο 28ης Σεπτεμβρίου 1799.
  • Εφ. ‘’The London Gazette’’, Λονδίνο, φύλλο 15ης Μαρτίου 1803.
  • Εφ. ‘’The London Gazette’’, Λονδίνο, φύλλο 23ης Ιανουαρίου 1813.
  • Εφ. ‘’The London Gazette’’, Λονδίνο, φύλλο 8ης Ιουλίου 1815.
  • Εφ. ‘’The London Gazette’’, Λονδίνο, φύλλο 18ης Οκτωβρίου 1818.
  • Εφ. ‘’The London Gazette’’, Λονδίνο, φύλλο 5ης Ιουλίου 1823.
  • Downham, John, ‘’The 47th (Lancashire) Regiment of Foot’’, εκδ. Lancashire Infantry Museum, Lancaster, 2010.
  • Rosen, F., ‘’London Greek Committee (act. 1823–1826)’’, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 1992.
  • Dimaras, Alexis, ‘’The other British Philhelenes’’, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, αχρονολόγητο.
  • St Clair, William, «That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence», εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • Lovell, Ernest J., ‘’His Very Self and Voice, Collected Conversations of Lord Byron’’, εκδ. MacMillan, Νέα Υόρκη, 1954.
  • Stanhope, Leicester, 5ος κόμης του Harrington, “Greece, in 1823 and 1824: Being a Series of Letters, and Other Documents”, εκδ. Sherwood, Gilbert & Piper, Λονδίνο, 1825.
  • Εφημ. “Ελληνικά Χρονικά”, 1η Ιανουαρίου 1824, Μεσολόγγι, φύλλο 1.
  • Συλλογικό, ‘’Πεντακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2000.
  • ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1977, 10ος τόμος.
  • ‘’Αρχείο Leicester Stanhope’’, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμοι 13 και 15α’.
  • ‘’Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου’’, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
  • Moore, Thomas, ‘’Letters and Journals of Lord Byron with Notices of his Life’’, εκδ. H. L. Broenner, Φρανκφούρτη, 1830.
  • Αθάνας, Γ., ‘’Ιστορικά Μελετήματα’’, εκδ. Ίδρυμα Γ & Μ. Αθανασιάδη – Νόβα, Ναύπακτος, 1998.
  • Δημητρίου Α. Γέροντα, “Οι Αθηναίοι στην Επανάσταση του 1821“

 

 

Karl Krazeisen

 

Ο Karl Krazeisen (1794-1878), ήταν Γερμανός στρατιωτικός, σημαίνων Φιλέλληνας και ζωγράφος, που φιλοτέχνησε τα πορτραίτα των βασικών αγωνιστών του 1821.

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τα πρώτα χρόνια της ζωής του, εκτός από το ότι η γενέτειρά του ήταν η πολίχνη Kastellaun της Ρηνανίας – Παλατινάτου[1].

Το 1812 κατετάγη στον Βαυαρικό Στρατό και έλαβε μέρος στον πόλεμο του Έκτου Συνασπισμού κατά της Γαλλίας, το 1813- 1814[2].

Karl Krazeisen. Φωτογραφία αγνώστου. Τέλη δεκαετίας 1840 – αρχές δεκαετίας 1850. Ο εικονιζόμενος φέρει τη στολή συνταγματάρχη (ΠΖ) του Βαυαρικού Στρατού. Ανάμεσα στα Παράσημα που φέρει, είναι το Ελληνικό Αργυρούν Αριστείον του Αγώνος (πρώτο από δεξιά) και ο Ελληνικός Ταξιάρχης του Τάγματος των Ιπποτών του Σωτήρος (δεύτερο εκ δεξιών). Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, ο Karl Krazeisen εξεδήλωσε τα φιλελληνικά του αισθήματα. Τον Αύγουστο του 1826, υπηρετούσε στην Βαυαρία, με τον βαθμό του υπολοχαγού (ΠΖ), όταν αποφάσισε να μεταβεί στην Ελλάδα για να στηρίξει τον αγώνα των Ελλήνων. Δίχως να εξασφαλίσει την απαραίτητη άδεια από την υπηρεσία του, ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι από το Μόναχο, και έφθασε εν τέλει στο Ναύπλιο μέσω Ιταλίας (Ανκόνα), Δυρραχίου, Κέρκυρας, Ζακύνθου, με ενδιάμεσους σταθμούς τον Πόρο, την Αίγινα και τη Σαλαμίνα. Στην Αθήνα κατατάχθηκε στο σώμα Βαυαρών εθελοντών υπό τον Karl Wilhelm von Heideck. Το Σώμα αυτό είχε δημιουργηθεί κατά προτροπή του βασιλέα της Βαυαρίας Λουδοβίκου A’, πατέρα του μελλοντικού βασιλέα της Ελλάδος Όθωνος[3].

Αν και έμεινε μόνο για ένα χρόνο στην Ελλάδα, ως τον Αύγουστο του 1827, συμμετείχε σε σημαντικές μάχες, ιδιαίτερα στην Αθήνα. Επίσης, η παρουσία του στην Αίγινα, συμπίπτει με την άφιξη του πρώτου ελληνικού ατμόπλοιου, του «Καρτερία» (κυβερνήτης του οποίου ήταν ο Άγγλος φιλέλληνας Frank Abney Hastings), καθώς και της φρεγάτας «Ελλάς»[4].

Καρτερία και Ελλάς. Λιθογραφία του Karl Krazeisen (συλλογή ΕΕΦ)

Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα, ο Krazeisen υπηρέτησε στη Σαλαμίνα και στο Ναύπλιο, ενώ έλαβε μέρος στην πολιορκία των Αθηνών το 1826, υπό τις διαταγές του Καρόλου Φαβιέρου[5]. Επίσης, αγωνίσθηκε στην πολιορκία της Ακροπόλεως, το διάστημα από τον Μάρτιο έως τον Απρίλιο του 1827, αλλά και στη μάχη του Φαλήρου, στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Krazeisen, φιλοτέχνησε το πρόσωπο του Έλληνα Στρατηγού μία ημέρα πριν τον θανάσιμο τραυματισμό του. Τον Αύγουστο του 1827 ο Krazeisen φιλοτέχνησε το τελευταίο του ιχνογράφημα στην Ελλάδα, αυτό του σπουδαίου Φιλέλληνα βαρόνου Friedrich Eduard von Rheineck (1796-1854).

Μετά την επιστροφή του στην Γερμανία, ο Krazeisen αποτάχθηκε από τον Βαυαρικό στρατό, εξαιτίας της απουσίας του χωρίς άδεια, κάτι που συνιστούσε “λιποταξία”. Επανήλθε όμως στις τάξεις του στρατεύματος, με παράλληλη απόδοση των στρατιωτικών του βαθμών, χάριν της υπηρεσίας του στην Ελλάδα υπό τις διαταγές του Karl Wilhelm von Heideck.

Ο Krazeisen υπήρξε ιππότης πολλών Γερμανικών Παρασήμων, ενώ ταυτόχρονα ήταν κάτοχος των Ελληνικών ηθικών αμοιβών του Αργυρού Αριστείου του Αγώνος και του Ταξιάρχη του Τάγματος των Ιπποτών του Σωτήρος. Υπόμνηση της πολεμικής δραστηριότητας του Krazeisen στην Ελλάδα, αποτελεί η απεικόνισή του στον πίνακα ‘’Το εν Πειραιεί στρατόπεδον του Καραϊσκάκη κατά το έτος 1827’’[6], τον οποίο φιλοτέχνησε ο Θεόδωρος Βρυζάκης. Ο Γερμανός αξιωματικός, τοποθετημένος στην κάτω αριστερή γωνία του πίνακα, στέκεται ανάμεσα στους φουστανελοφόρους, με λυγισμένο το δεξιό του πόδι, ενώ δείχνει την Ακρόπολη των Αθηνών με το αριστερό του χέρι.

O Krazeisen όπως απεικονίζεται στον πίνακα του Βρυζάκη

Ο Karl Krazeisen δεν άφησε απομνημονεύματα, ούτε σημειώσεις. Άφησε όμως ένα ιδιαίτερα σημαντικό καλλιτεχνικό και ιστορικό έργο.

Όλα άρχισαν στις 11 Αυγούστου 1826 στο Ναύπλιο, όταν ο Krazeisen συνάντησε τον Γεώργιο Κουντουριώτη και σκιτσάρισε το πορτραίτο του, το οποίο ήταν το πρώτο που δημιούργησε. Σταδιακά, γνώρισε προσωπικά τους περισσοτέρους από τους αγωνιστές και τους παράγοντες της Ελληνικής Εθνεγερσίας του 1821. Ανάμεσα σε αυτούς υπήρχαν πυρπολητές, καπεταναίοι, οπλαρχηγοί, προεστοί και Φιλέλληνες. Αρχικά σχεδίαζε το πορτραίτο τους και στη συνέχεια τους ζητούσε να υπογράψουν το έργο που τους απεικόνιζε ως πιστοποιητικό αυθεντικότητας. Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία, δημιούργησε μία σειρά από λιθογραφίες που μας προσφέρουν τη δυνατότητα να γνωρίζουμε με ακρίβεια την όψη των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Γεωργίου Καραϊσκάκη, Νικηταρά, Ιωάννη Μακρυγιάννη, Ανδρέα Μιαούλη, Κωνσταντίνου Κανάρη, Κίτσου Τζαβέλλα, Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, αλλά και των Τομπάζη, Γεωργίου Κουντουριώτη, Γεωργίου Μαυρομιχάλη, Ανδρέα Ζαΐμη, Σισίνη και πολλών άλλων. Ενώ, οι πλέον γνωστοί από τους Φιλέλληνες που φιλοτεχνήθηκαν ήταν οι Charles Fabvier, Frank Hastings και Thomas Gordon[7].

Μετά τον θάνατο του Krazeisen, η συλλογή με το έργο του περιήλθε ως κληρονομιά στην κόρη του, την Maria Krazeisen – Fetova, σύζυγο του Ρώσου καθηγητή Ion Radionov Fetov, ο οποίος δίδασκε στο Βερολίνο και μετά στο Γαλάτσι της Ρουμανίας. Μετά τον θάνατο της Μαρίας, ο σύζυγος της ενημέρωσε τον Έλληνα ζωγράφο Νικόλαο Γύζη για την ύπαρξη των λιθογραφιών και πως ήθελε να τις παραχωρήσει στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο Γύζης του συνέστησε να τις παραχωρήσει στο (υπό ίδρυση) Μουσείο της πόλεως των Αθηνών. Στις 13 Φεβρουαρίου 1926, ο Fetov κατέθεσε το ιστορικό της συλλογής και ενημέρωσε επίσημα το Ελληνικό προξενείο στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, ενώ ανέθεσε τα σχετικά με την πώληση στον Έλληνα κάτοικο εξωτερικού Αντύπα. Λίγο καιρό αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, τότε διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, ζήτησε από την Ελληνική κυβέρνηση (με άρθρο[8] που δημοσίευσε), να αγοράσει το κληροδότημα, όπως και συνέβη, έναντι του ποσού των 200.000 δραχμών, και στη συνέχεια να το παραδώσει στην Εθνική Πινακοθήκη. Στη συλλογή περιλαμβάνονται η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Krazeisen, το δερμάτινο σελάχι του αγωνιστή του 1821 Δημητρίου Πλαπούτα, το οποίο εκτίθεται στο Παράρτημα του Πολεμικού Μουσείο στο Ναύπλιο, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο λεπτομερής κατάλογος των έργων στη Ρουμανική γλώσσα, με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζομένων.

Οι λιθογραφίες του Krazeisen βρίσκονται στην Αίθουσα Ελευθερίου Βενιζέλου του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου στην Αθήνα και μέχρι σήμερα η συλλογή έχει παρουσιασθεί τρεις φορές σε εκθεσιακό επίπεδο[9].

Σύμφωνα με τον καθηγητή της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Παντελή Πρεβελάκη, οι προσωπογραφίες του Krazeisen «είναι αρκετές για να συνθέσουν την αρχέτυπη εικόνα του Εθνικού Αγωνιστή που αναζητεί το ομαδικό υποσυνείδητο. Ιδωμένη από την ιστορική και ψυχολογική πλευρά, η κάθε προσωπογραφία αποτελεί μια ανεκτίμητη μαρτυρία για την φυλή, τον χαρακτήρα, την κοινωνική κατάσταση του εικονιζομένου»[10].

Η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα έγραψε σχετικά: «…. Ο Καρλ Κρατσάιζεν έβαζε τον εικονιζόμενο να υπογράψει στο κάτω μέρος του χαρτιού. Του οφείλουμε θαυμασμό για την πρόνοια του και ευγνωμοσύνη γι’ αυτή τη σιωπηλή αλλά ψηλαφητή μαρτυρία … Ο Καρλ Κρατσάιζεν αν δεν είχε πάρει μαθήματα ζωγραφικής, είχε ασκηθεί τόσο πολύ, ώστε τα σχέδιά του δεν μπορούν να θεωρηθούν έργα ερασιτέχνη. Το βλέμμα του διεισδυτικό, οξύ και υποστηρίζεται από ένα χέρι που σχεδιάζει διστακτικά μεν, αλλά με μεγάλη ακρίβεια και ευαισθησία. Συχνά τα σχέδιά του έχουν την ποιότητα του νεοκλασικού ζωγράφου Ενγκρ … Οφείλουμε πράγματι ευγνωμοσύνη τόσο στους κληρονόμους του Κρατσάιζεν που διαφύλαξαν αυτόν τον θησαυρό όσο και στον Ζαχαρία Παπαντωνίου, διευθυντή τότε της Εθνικής Πινακοθήκης, που είχε την έμπνευση να τον αποκτήσει το 1926 …» [11].

Στον Karl Krazeisen η ΕΕΦ αποτείει την πρέπουσα τιμή, διότι ο Φιλελληνισμός του συνδυάζει τόσο την δράση του για την Ελευθερία των Ελλήνων, όσο και ένα ισχυρό πνευματικό σκέλος, το οποίο μακροπρόθεσμα αποδεικνύεται εξαιρετικά ιστορικό, καθώς με το χρωστήρα του αποτύπωσε τις μορφές σημαντικών πρωταγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Ελλήνων και Φιλελλήνων, οι οποίες θα είχαν χαθεί στη λήθη, με αποτέλεσμα η ιστορία να είναι σε αρκετά σημεία ημιτελής.

 

Προσωπογραφίες του Karl Krazeisen

Πρόκειται για μία σπάνια σειρά από τις λιθογραφίες του Krazeisen, που είναι επιχρωματισμένες με το χέρι.

 

Παραπομπές

[1] Nagler, Georg Kaspar, ‘’Neuesallgemeines Kuenstler-Lexicon’’, Μόναχο, 1839, σελ.168.
[2] Βλ. στο ίδιο.
[3]   St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 335.
[4] Οικονόμου, Μιχαήλ, “Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο ιερός των Ελλήνων αγών”, εκδ. Θ. Παπαλεξανδρή, Αθήνα, 1873, σελ. 781.
[5] Τράιμπερ, Ερρίκος, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828”, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960, σελ. 76.
[6] Κασιμάτη, Μαριλένα Ζ., “Ο Υπολοχαγός Καρλ Κράτσαϊζεν ζωγραφίζει τους Έλληνες και φιλέλληνες αγωνιστές του 1821”, εκδ. εφ. “Καθημερινή”, ένθετο “Επτά ημέρες”, Αθήνα, 25 Μαρτίου 2003, σελ. 5-13.
[7] Krazeisen, Karl, “Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen”, 7 τόμοι, Μόναχο, 1827-1831.
[8] Παπαντωνίου, Ζαχαρίας, Εφημερίδα “Ελεύθερον Βήμα”, φύλλο 23ης Μαΐου 1926,Αθήνα, 1926.
[9] Κασιμάτη, Μαριλένα Ζ., “Ο Υπολοχαγός Καρλ Κράτσαϊζεν ζωγραφίζει τους Έλληνες και φιλέλληνες αγωνιστές του 1821”, εκδ. εφ. “Καθημερινή”, ένθετο “Επτά ημέρες”, Αθήνα, 25 Μαρτίου 2003, σελ. 5-13.
[10]  Πρεβελάκης, Παντελής, “Ο Καρλ Κράτσαϊζεν στην Ελλάδα”, περιοδικό “Νέα Εστία”, Αθήνα, 1972,τεύχος 1075, σελ. 499-502.
[11] Λαμπράκη-Πλάκα, Μαρίνα, εφημερίδα “Τα Νέα”, 18 Δεκεμβρίου 2005, Αθήνα.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • Οικονόμου, Μιχαήλ, “Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο ιερός των Ελλήνων αγών”, εκδ. Θ. Παπαλεξανδρή, Αθήνα, 1873.
  • Krazeisen, Karl, “Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen”, 7 τόμοι, Μόναχο, 1827-1831.
  • Τράιμπερ, Ερρίκος, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828”, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ .εκδ., Αθήνα, 1960.
  • Παπαντωνίου, Ζαχαρίας, Εφημερίδα “Ελεύθερον Βήμα”, φύλλο 23ης Μαΐου 1926, Αθήνα, 1926.
  • Πρεβελάκης, Παντελής, “Ο Καρλ Κράτσαϊζεν στην Ελλάδα”, περιοδικό “Νέα Εστία”, Αθήνα, 1972, τεύχος 1075.
  • Κασιμάτη, Μαριλένα Ζ., “Ο Υπολοχαγός Καρλ Κράτσαϊζεν ζωγραφίζει τους Έλληνες και φιλέλληνες αγωνιστές του 1821”, εκδ. εφ. “Καθημερινή”, ένθετο “Επτά ημέρες”, Αθήνα, 25 Μαρτίου 2003.
  • Λαμπράκη-Πλάκα, Μαρίνα, εφημερίδα “Τα Νέα”, 18 Δεκεμβρίου 2005, Αθήνα.

 

 

Jean Gabriel Eynard, πορτραίτο 19ου αιώνα

 

Ο Jean Gabriel Eynard (1775-1863), ήταν Ελβετός τραπεζίτης, διπλωμάτης και σημαίνων Φιλέλληνας, μέγας υποστηρικτής της Ελληνικής Επανάστασης, και ευεργέτης της Ελλάδος.

Πατέρας του ήταν ο Gabriel-Antoine Eynard, έμπορος και τραπεζίτης από την παλαιά και ισχυρή οικογένεια ευγενών Mont-Eynard, η οποία καταγόταν από την επαρχία Dauphiné της Ν.Α. Γαλλίας[1].

Ο αρχικός κλάδος της οικογένειας παρέμεινε Ρωμαιοκαθολικός, ενώ ο νεότερος είχε προσχωρήσει στη Μεταρρύθμιση. Ο Gabriel-Antoine Eynard (πατέρας του Jean Gabriel Eynard), προερχόταν από τον καλβινικό κλάδο της οικογένειας, που αμέσως μετά την ανάκληση του Εδίκτου της Νάντης (1685), είχε καταφύγει στη Γενεύη για να διατηρήσει την πίστη του. Αρκετά μέλη της οικογένειας κατέλαβαν δημόσια αξιώματα στην πόλη και ανέπτυξαν εξαίρετη φιλανθρωπική δράση, ενώ ο παππούς του Jean Gabriel Eynard, ο Jean-Louis Eynard de Trémolières, αποκαλείτο l’avocat des pauvres («ο δικηγόρος των φτωχών»)[2].

Το 1769, ο Gabriel-Antoine Eynard μετοίκησε στην Λυών, όπου ίδρυσε εμπορικό οίκο. Το 1770, αφού η πρώτη του σύζυγος Marie-Françoise de Normandie είχε αποβιώσει, νυμφεύθηκε τη Marie-Madeleine Meuricoffre, κόρη εμπόρων του Thurgau Ελβετίας, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Το δεύτερο από αυτά ήταν ο Jean Gabriel Eynard. Ο νεαρός, ο οποίος διαπλάθεται εντός ενός αυστηρού καλβινικού περιβάλλοντος, είναι εξαιρετικά φιλομαθής και φιλότεχνος. Από νωρίς μαθαίνει δίπλα στον πατέρα του τις οικονομικές και εμπορικές διαδικασίες και προοδεύει[3].

Το 1793 κορυφώνεται η αιματηρή σύγκρουση Ιακωβίνων και Γιρονδίνων. Η Λυών είχε προσχωρήσει στο μοναρχικό στρατόπεδο, και πολιορκήθηκε από τα στρατεύματα της Γαλλικής Συμβατικής Συνέλευσης. Η οικογένεια Eynard  συγκαταλεγόταν στους υπερασπιστές της πόλης. Ο Gabriel-Antoine Eynard μάλιστα ήταν αιρετός δήμαρχος της Λυών. Στις 9 Οκτωβρίου, η πόλη καταλαμβάνεται από τους επαναστάτες[4]. Ο Jean Gabriel Eynard καταφέρνει να διαφύγει στη Γενεύη. Αντίθετα, ο πατέρας του συλλαμβάνεται, καταδικάζεται σε θάνατο και η περιουσία του δημεύεται. Παρά ταύτα καταφέρνει και αυτός στο τέλος να αποδράσει. Όλη η οικογένεια εγκαθίσταται στη μικρή ελβετική πόλη Rolle, του καντονιού Vaud, στις όχθες της λίμνης της Γενεύης[5].

Επειδή η πατρική περιουσία καταστράφηκε στη Λυών, ο πατέρας του Jean Gabriel Eynard τον έστειλε στην ετεροθαλή αδελφή του, Lisette Gaulis, η οποία ζούσε στη Γένοβα, για να εργασθεί στον σημαντικό εμπορικό οίκο του συζύγου της[6].

Μετά από προσωπική εργασία, ο Jean Gabriel Eynard αποφασίζει να ιδρύσει, μαζί με τον αδελφό του Jacques και έναν παλιό υπάλληλο των Gaulis, δικό του εμπορικό οίκο (Eynard Frères et Schmidt)[7].

Τα δύο αδέλφια ανέπτυξαν με τόλμη και επιτυχία επιχειρηματική δραστηριότητα (εμπορευόμενοι ελαιόλαδο, κρεμέζι και τσίτια), και έτσι κατάφεραν να εξοφλήσουν όλες τις προηγούμενες υποχρεώσεις της πατρικής επιχείρησης[8].

Τον Απρίλιο-Ιούνιο του 1800 οι Άγγλοι και οι Αυστριακοί πολιόρκησαν τη Γένοβα (Ναπολεόντειοι πόλεμοι υπατείας). Ο Jean Gabriel Eynard συμπαραστάθηκε στα στρατεύματα του Γάλλου στρατηγού Αndre Massena, συμμετέχοντας θαρραλέα ως εθελοντής στην άμυνα της πολιορκημένης και λιμοκτονούσας πόλης, που τελικά παραδόθηκε στις 4 Ιουνίου 1800[9].

Ο Eynard μετέβη για ένα διάστημα στο Μιλάνο, όπου η γνωριμία του με το στρατηγό Horace Francois Bastien Sebastiani de la Porta (1772-1851), μετέπειτα πρέσβη της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη[10], όπου ήλθε σε επαφή με το γαλλικό επιτελείο. Στη συνέχεια κατέληξε στο Λιβόρνο[11].

Ο Eynard αναδείχθηκε στην Ιταλία σε σπουδαίο έμπορο, ισχυρό τραπεζίτη, ικανό διαχειριστή και διπλωμάτη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι επέτυχε να επενδύσει με ιδιαίτερη επιτυχία ένα δάνειο 1.450.000 λιρών του δουκάτου της Ετρουρίας, σε ορυχεία, σε μεταλλεία σιδήρου και σε γαίες της Κεντρικής Ιταλίας[12].

Το 1803 αποσύρθηκε από τον τραπεζικό οίκο που είχε συστήσει με τον αδελφό του στη Γένοβα και εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία όπου ανέλαβε δημόσια καθήκοντα, παράλληλα με τις επιχειρηματικές και εμποροπιστωτικές του δραστηριότητες. Από την δραστηριότητά του αυτή, απέκτησε μεγάλη περιουσία και οι επιχειρήσεις του επεκτάθηκαν στη Γενεύη και τις ιταλικές εμπορικές πόλεις Φλωρεντία και Λιβόρνο[13].

Έλαβε επί σειρά ετών υψηλά δημόσια αξιώματα, τα οποία του επέτρεψαν να αναδιοργανώσει τα οικονομικά αρκετών ιταλικών κρατιδίων, όπως του δουκάτου της Ετρουρίας, των πριγκιπάτων της Λούκα και του Πιομπίνο, του κράτους της Τοσκάνης, κ.ά. Το φθινόπωρο του 1804 συμμετείχε ως μέλος της Τοσκανικής διπλωματικής αντιπροσωπείας, στις εκδηλώσεις για τη στέψη του Ναπολέοντα στο Παρίσι. Μερικούς μήνες αργότερα, στο Μιλάνο, θα υποστηρίξει με σταθερότητα τα συμφέροντα του δουκάτου (μείωση της φορολογίας) ενώπιον του αυτοκράτορα και βασιλέα της Ιταλίας Ναπολέοντα[14].

Το 1807 αναλαμβάνει κεντρικός εισπράκτορας των φόρων στα πριγκιπάτα Λούκα και Πιομπίνο που κυβερνούν ο Felix Bacciochi και η σύζυγός του Ελίζα Βοναπάρτη, αδελφή του Ναπολέοντα.

Το 1808 γίνεται Ελβετός πολίτης και δημότης της Rolle. Επανέρχεται στο Παρίσι τον επόμενο χρόνο, ως μέλος της Τοσκανικής αντιπροσωπείας με αποστολή να ευχαριστήσει τον Ναπολέοντα για το διορισμό της αδελφής του Ελίζας στο θρόνο της Τοσκάνης. Παράλληλα με τα πολιτικά του καθήκοντα, στο Παρίσι αξιοποίησε το χρόνο του μελετώντας χημεία με τον βαρόνο Thénard[15].

Το 1814 – 15 η Γενεύη έγινε δεκτή στην Ελβετική Ομοσπονδία. Ο Eynard οργανώνει και εφοδιάζει με έξοδα του ιππικό σώμα εθνοφυλακής, της οποίας ορίζεται αντισυνταγματάρχης, με αποστολή την προστασία της ανεξαρτησίας της περιοχής από τις βλέψεις των Γάλλων. Είναι μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου της Γενεύης και γραμματέας της αντιπροσωπείας στις «Συνθήκες του Παρισιού» και στο Συνέδριο της Βιέννης, μαζί με το θείο του, από τη σύζυγό του Anna Eynard Lullin Charles Pictet de Rochemont (1755-1824) και τον Francois d’lvernois[16].

Στις διεθνείς αυτές συναντήσεις προσπαθούν να εξασφαλίσουν την αναγνώριση της προσάρτησης της Γενεύης στην Ελβετική Ομοσπονδία, καθώς και την ουδετερότητα της Ελβετίας[17].

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ειδικός απεσταλμένος του αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλεξάνδρου Α’, υποστήριξε με συνέπεια, στο πλαίσιο της ρωσικής πολιτικής, τα αιτήματά τους και έγινε στενός φίλος τους. Στο Συνέδριο της Βιέννης ο Eynard συνοδεύεται από τη σύζυγό του. Το ζεύγος γνωρίζεται με τους περισσότερους ισχυρούς ηγεμόνες, τους μεγάλους πολιτικούς και διπλωμάτες της εποχής. Η συνάντησή τους με τον Ιωάννη Καποδίστρια θα καταλήξει σε θερμή, ειλικρινή και μακροχρόνια φιλία. Η φιλία των δύο ανδρών είναι η πρώτη ουσιαστική επαφή του Eynard  με τα ελληνικά πράγματα. Από τον κορυφαίο Κερκυραίο διπλωμάτη και πολιτικό, ο Γαλλοελβετός τραπεζίτης αρχίζει να πληροφορείται για τα δεινά των υπόδουλων Ελλήνων[18]. Στο Συνέδριο της Βιέννης οι τέσσερις «Μεγάλες Δυνάμεις» καταλήγουν στην «Ευρωπαϊκή Συμφωνία», τη γνωστή ως Ιερά Συμμαχία, εναντίον όλων των επαναστατικών και απελευθερωτικών κινημάτων της εποχής. Έτσι διαμορφώνεται ένα αρνητικό κλίμα, κυρίως από την πλευρά της Αυστρίας, με εμπνευστή τον καγκελάριο Metternich, και για την ελληνική υπόθεση[19].

Κατά το διάστημα 1817-1821 ο Eynard κτίζει στη Γενεύη, στην Promenades des Bastions, το οικογενειακό του μέγαρο, με σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα G. Salucci και την αποφασιστική συμβολή του ίδιου και της συζύγου του. Φλωρεντινού-νεοκλασσικού ρυθμού, το ωραιότερο κτίσμα της εποχής εκείνης στην πόλη, είναι σήμερα το ανακαινισμένο Δημαρχιακό Μέγαρο[20]. Το σπίτι αυτό θα αναδειχθεί σε «στρατηγείο», τόσο του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού, όσο και του πολιτισμού, μερικά χρόνια αργότερα. Την ίδια περίοδο αναπτύσσει πλούσια κοινωνική και πνευματική δράση, είναι πρωτεργάτης ή ενεργό μέλος σε διάφορους φιλολογικούς και καλλιτεχνικούς συλλόγους της Γενεύης, όπως στις Société de Lecture, Société des Arts, Société d’ Histoire et d’ Archéologie, την Utilité Publique, ενισχύει φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες, φροντίζει για τον καλλωπισμό της πόλης[21] κ.ά. Μερικά χρόνια αργότερα θα αποκτήσει πολυτελείς κατοικίες στη Φλωρεντία, τη Ρώμη και το Παρίσι. Παράλληλα συνέχισε και την πολιτική του δραστηριότητα. Έτσι το 1816 ανέλαβε να αποκαταστήσει τα δημόσια οικονομικά του Κράτους της Τοσκάνης. Το φθινόπωρο του 1818 αντιπροσωπεύει τον μεγάλο δούκα της Τοσκάνης Φερδινάνδο, στο Συνέδριο της Aix-la-Chapelle. Στην αυλή του θα παραμείνει ως σύμβουλος μέχρι το 1821. Για την συνεισφορά του τιμήθηκε ήδη από το 1818 με τον τίτλο του ευγενή της Φλωρεντίας και του ιππότη του Αγίου Ιωσήφ[22].

Με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και στην Ελλάδα το 1821, ο Eynard είναι ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους που αναμειγνύεται όλο και πιο ζωηρά στο κίνημα συμπαράστασης των αγωνιζόμενων Ελλήνων.

Jean Gabriel Eynard, λιθογραφία 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ)

Τον Αύγουστο του 1821 ιδρύει, μαζί με τους Favre-Bertrand, Et.-L. Dumont, J.C.L. de Sismondi, Bellot, κ.ά., την πρώτη φιλελληνική επιτροπή της Γενεύης, η οποία γρήγορα αναγνωρίσθηκε από τις επιτροπές των άλλων ελβετικών πόλεων ως συντονιστική αρχή. Ο Eynard μεταβλήθηκε άμεσα στον οργανωτή, στην ψυχή και τον στυλοβάτη όλων των φιλελληνικών κομιτάτων της Ευρώπης (Γενεύης, Παρισιού, Βέρνης, Ζυρίχης, Λοζάνης, Βερολίνου, Μονάχου, Δρέσδης, κ.ά). Τα Φιλελληνικά Κομιτάτα βοήθησαν με εράνους, δημόσιες εκδηλώσεις και διαφώτιση της κοινής γνώμης, την υπόθεση του Απελευθερωτικού Αγώνα[23] των Ελλήνων.

Στην αρχή της Επανάστασης, οι Φαναριώτες πρίγκιπες Ιωάννης Καρατζάς, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Μιχαήλ Σούτζος φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του και έγιναν φίλοι του. Από το φθινόπωρο του 1822 συνεργάζεται πλέον στενά με τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος, μετά την παραίτηση του από τα καθήκοντα του στην Αυλή του τσάρου, μένει μόνιμα στη Γενεύη και εργάζεται υπέρ του Ελληνικού Αγώνα[24].

Επιστολή του 1825 του Eynard Προς τον Γάλλο ιστορικό και Φιλέλληνα Jean-Alexandre Buchon (1791-1849), συγγραφέα του διάσημου έργου «το χρονικό του Μοριά» (συλλογή ΕΕΦ)

Τα επόμενα χρόνια ο Eynard θα γίνει ο γενναίος χρηματοδότης του Αγώνα των Ελλήνων. Θα διευκολύνει και θα χρηματοδοτήσει την αποστολή ξένων εθελοντών, τροφίμων, πολεμοφοδίων και χρηματικών ποσών στους αγωνιζόμενους Έλληνες. Ως επιφανής οικονομικός και πολιτικός παράγοντας, είχε τη δυνατότητα να προβάλει το Ελληνικό ζήτημα στις ξένες ευρωπαϊκές αυλές και κυβερνήσεις, σε διπλωμάτες και προσωπικότητες από τον κοινωνικό του περίγυρο, σε διεθνείς συσκέψεις και συνέδρια. Η τεράστια αλληλογραφία του, τα ταξίδια του και οι επαφές του έχουν αποκλειστικό στόχο την αποκατάσταση της Ελλάδας, την οποία ποτέ στη ζωή του δεν επισκέφθηκε. Αξιόλογη είναι επίσης η αλληλογραφία του με τους Έλληνες οπλαρχηγούς και πολιτικούς, πρωταγωνιστές της Επανάστασης[25]. Δικαίως απέκτησε τον τίτλο του «Πρύτανη των Φιλελλήνων» και του «Φίλου των Ελλήνων»[26].

Τιμητικό μετάλλιο με την μορφή του J. G. Eynard και τον τίτλο “L’ami des grecs” (συλλογή ΕΕΦ)

Την περίοδο 1825-1827, μετά την απόβαση των αιγυπτιακών στρατευμάτων του Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο και την πολιορκία του Μεσολογγίου, όταν ο Αγώνας εισήλθε σε κρίσιμη φάση, ο Eynard εργάζεται εντατικά στο Παρίσι επί τέσσερις μήνες για τη συγκρότηση της Φιλελληνικής Επιτροπής και την αποστολή της οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα. Προσπαθεί να εξασφαλίσει δάνειο με ευνοϊκούς όρους, την διαχείριση του οποίου θα αναλάμβανε η Φιλελληνική Επιτροπή του Παρισιού. Εν τέλει οι Έλληνες αντιπρόσωποι προτίμησαν να συνάψουν τα γνωστά δάνεια στο Λονδίνο[27].

Τον Σεπτέμβριο του 1825, με ενέργειές του Eynard, συγκεντρώθηκαν από την Επιτροπή της Γενεύης 55.000 – 60.000 φράγκα για τους Έλληνες. Ο ίδιος εφοδίασε με άλλα 40.000 φράγκα για τρόφιμα και πολεμικό υλικό, τους δύο απεσταλμένους Fr. Marcet και W. Romilly, των Επιτροπών του Παρισιού και της Γενεύης αντίστοιχα, που στάλθηκαν στην Ελλάδα το επόμενο έτος. Όταν ο Eynard πληροφορήθηκε την πολιορκία του Μεσολογγίου συγκλονίσθηκε. Ειδικά επειδή είχε ζήσει ο ίδιος την ίδια ζοφερή κατάσταση δύο φορές στη ζωή του. Έστειλε αμέσως ως δική του εισφορά 12.000-15.000 φράγκα για σιτάρι, και εξασφάλισε άλλα 60.000 φράγκα από τους Γάλλους Φιλέλληνες. Τα ποσά αυτά στάλθηκαν μέσω Ζακύνθου στην Ελλάδα, στα πεδία των μαχών και το Μεσολόγγι[28]. Την ίδια περίοδο, απηύθυνε ένα εμβληματικό μήνυμα «στους ένδοξους στρατιωτικούς αρχηγούς των γενναίων του Μεσολογγίου και στην ανδρεία φρουρά του».

Το πάθος του ήταν τέτοιο, που τον οδήγησε να μεταβεί ο ίδιος με τη σύζυγό του στην Ανκόνα, για να επιβλέψει προσωπικά τη φόρτωση των πλοίων με εφόδια για τη μαρτυρική πόλη, η οποία στο μεταξύ είχε υποκύψει στις ορδές του Ιμπραήμ.

Suzanne Elisabeth Eynard (1775-1844), η καταστροφή των Ψαρών. Πίνακας της νύφης του Eynard, συζύγου του αδελφού του Jacques Eynard (συλλογή ΕΕΦ).

Η θυσία του Μεσολογγίου έπεισε τον Eynard ότι χρειάζεται αποτελεσματικότερος συντονισμός της προσπάθειας για βοήθεια. Αξίζει να σημειωθεί πόσο τον είχε συγκινήσει η αιχμαλωσία των Ελλήνων και η πώλησή τους σε σκλαβοπάζαρα της Μεσογείου. Έστειλε αμέσως 51.000 φράγκα για την εξαγορά των σκλαβωμένων γυναικόπαιδων. Παράλληλα, διορίζει αντιπροσώπους του τον Γ. Παπαμανώλη στα Κύθηρα και τον Τ. Τ. Petrini στο Ναύπλιο. Επίσης, έστειλε στην Ελλάδα για την καλύτερη διαχείριση της βοήθειας, τον συμπατριώτη του Ελβετό γιατρό Φιλέλληνα Louis-André Gosse[29].

«LE COURRIER FRANCAIS», 28 Απριλίου 1826. Εφημερίδα, νούμερο 118. Περιέχει μια από τις πρώτες γραπτές αναφορές στα γεγονότα της ελληνικής επανάστασης και πιο συγκεκριμένα παραθέτει αλληλογραφία που σώθηκε από τον Μ. Eynard και σχολιάζει τα γεγονότα και τις κινήσεις των γειτονικών περιοχών σε σχέση με την τρίτη πολιορκία του Μεσολογγίου (συλλογή ΕΕΦ).

Η διορατικότητά του τον οδηγεί σε σημαντικές παρεμβάσεις με επίπτωση και στις στρατιωτικές πτυχές του αγώνα των Ελλήνων. Η εκτίμησή του ήταν η Ελλάδα όφειλε να διατηρήσει την κυριαρχία της στην θάλασσα. Μία κυριαρχία που είχε αρχίσει να χάνει. Έτσι μεσολάβησε για τη μετάκληση του ναυάρχου Cochrane[30] στην Ελλάδα. Την εποχή εκείνη ο Cochrane ήταν ο πλέον διάσημος διεθνώς ναύαρχος. Ήταν ένα στρατιωτικό και πολιτικό εργαλείο, που μόνο το όνομά του αρκούσε για να προκαλέσει τρόμο στον εχθρό. Όταν ανακοινώθηκε ότι ο ναύαρχος Cochrane ερχόταν στην Ελλάδα, το επιτόκιο του Ελληνικού δανείου μειώθηκε αμέσως κατά 15%. Η άφιξή του στην Ελλάδα ήταν το πρώτο θέμα συζήτησης στην Ελλάδα και την Τουρκία.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Eynard συμμετείχε με 150.000 φράγκα στα έξοδα ναυπήγησης και εξοπλισμού της ‘’Καρτερίας’’, του πρώτου ατμοκίνητου πολεμικού πλοίου που έλαβε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις στην ιστορία του ναυτικού[31].

Από την πτώση του Μεσολογγίου μέχρι τις πρώτες ημέρες του 1827, είχαν σταλεί στην Ελλάδα, με φροντίδα του Eynard, από τα ελβετικά, γερμανικά και γαλλικά φιλελληνικά κομιτάτα, τρόφιμα συνολικού βάρους 7,4 εκατομμυρίων λιβρών. Επίσης, μέσα στο 1827 ο Eynard απέστειλε από εράνους πάνω από 800.000 φράγκα. Σε απολογισμό που παρουσίασε στα τέλη του 1827, ανέφερε ότι μόνο από τον εβδομαδιαίο έρανο του 1826, είχαν αποσταλεί συνολικές εισφορές στους Έλληνες πάνω από 2,5 εκατομμύρια φράγκα. Χωρίς επίσημη διπλωματική ιδιότητα, αλλά με το μεγάλο διεθνές κύρος του, χειρίσθηκε με επιτυχία τα μεγάλα ελληνικά διπλωματικά προβλήματα της περιόδου 1827-1832, επηρεάζοντας σημαντικά τις αποφάσεις του Λονδίνου, τον Ιούλιο του 1827 και του Παρισιού στα 1829-30. Τον Μάιο του 1827 η Γ’ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα του απένειμε τιμητικά την ελληνική ιθαγένεια «πολιτογραφούσα αυτόν αληθή Έλληνα και πολίτην της Ελλάδος»[32].

Συστατική επιστολή του Fabvier προς τον Eynard με αίτημα την βοήθεια Έλληνα που σπουδάζει στην Πίζα και στο Παρίσι. «Κύριε, Ο νεαρός Βασίλειος Αναγνώστη Παπαμανώλης από την Ύδρα, αφού μελέτησε στην Πίζα, θα βρίσκεται στο Παρίσι για τις εξετάσεις σας. Γνωρίζοντας και τη φιλανθρωπική σας δράση και το βαθύ ενδιαφέρον που δείχνετε γι’ αυτό το έθνος, παίρνω το θάρρος να σας συστήσω θερμά αυτόν τον νεαρό άνδρα στις κρίσιμες στιγμές. Οι Υδραίοι ξεσηκώνονται (ξυπνούν) και δείχνουν μια αυξανόμενη αποφασιστικότητα απέναντι στον κίνδυνο της πατρίδας τους. Δεσμεύομαι για αυτό το νεαρό άτομο με αυτή την απλή επιστολή. Η υψηλή εκτίμηση που απολαμβάνετε στην Ευρώπη και η μεγαλόψυχη ζεστασιά που σας χαρακτηρίζει, θα κάνουν περισσότερα για το θέμα από ό,τι θα μπορούσα να ελπίζω ο ίδιος για τον εαυτό μου. Σας διαβιβάζω, κύριε, την επιβεβαίωση της απεριόριστης αφοσίωσης με την οποία έχω την τιμή να σας αντιμετωπίζω. Ο Συνταγματάρχης Φαβιέρος. Ύδρα, την 4η Νοέμβριου 1826» (συλλογή ΕΕΦ).

Το διάστημα 1827-1831, όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας ορίσθηκε Κυβερνήτης της Ελλάδας, βρήκε στο πρόσωπό του τον σοφό σύμβουλο και τον σταθερό συμπαραστάτη σε οποιαδήποτε οικονομική δυσκολία αντιμετώπιζε η νεοσύστατη Ελληνική Πολιτεία. Στον Eynard η Ελλάδα οφείλει πολλαπλή οικονομική στήριξη, κεφάλαια για τη γεωργική ανάπτυξη και την ίδρυση της γεωπονικής σχολής Τίρυνθας, την αποστολή σπόρων, πατάτας, εργαλείων, φαρμάκων, την συμβολή του στην ανοικοδόμηση χωριών, στην οργάνωση της παιδείας και του στρατού, την δημιουργία της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας (για την οποία απέστειλε συνολικά 100.000 φράγκα), την χορήγηση κρατικών δανείων που είχαν αρνηθεί στην Ελλάδα οι Δυνάμεις[33], κλπ.

Δύο επιστολές του 1828, του Ι. Καποδίστρια προς τον J.G.Eynard. Οι δύο επιστολές έχουν συνταχθεί σε περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για την τύχη του υπό σύσταση νεοελληνικού κράτους και αυτό αντανακλάται στο περιεχόμενό τους. To 1828 ήταν χρονιά δύσκολη και αποφασιστική για την επιτυχή έκβαση της Επανάστασης. Ο Καποδίστριας είχε ήδη επιστρέψει στην Ελλάδα από τον Ιανουάριο, για να αναλάβει τη διακυβέρνηση και να οργανώσει κράτος πάνω σε ερείπια. Πέρα από τις σοβαρότατες οικονομικές δυσκολίες, ελλόχευε ο κίνδυνος να καταπνιγεί η Επανάσταση με την παρουσία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Η γαλλική εκστρατευτική αποστολή στην Πελοπόννησο στα τέλη Αυγούστου ανάγκασε τον Ιμπραήμ να αποχωρήσει. Στη συνδιάσκεψη του Πόρου που ακολούθησε, με την παρουσία των πρεσβευτών των μεγάλων δυνάμεων, ο Καποδίστριας προσπάθησε να πετύχει την ευνοϊκότερη οριοθέτηση των συνόρων του νεοελληνικού κράτους.

Αξιοσημείωτο είναι κυρίως το δάνειο των 1.500.000 φράγκων του 1829, που χρησιμοποιήθηκε για να πληρωθεί ο στρατός και να παταχθεί η ληστεία. Το 1828, ο Eynard αναγκάσθηκε να πάει στα Πυρηναία για την περίθαλψη της συζύγου του. Τότε άφησε στο Παρίσι αντικαταστάτη του τον Μιχαήλ Σούτζο, ο οποίος διορίσθηκε μετά από εισήγηση του Eynard, πρέσβης στο Παρίσι[34]. Το 1830, αν και ο Eynard ήταν προσκείμενος στη γαλλική πολιτική, υποστήριξε την υποψηφιότητα για το θρόνο της Ελλάδος του πρίγκιπα του Saxe-Cobourg-Gotha Λεοπόλδου[35]. Το ίδιο έτος, η πόλη της Θήβας έδωσε το όνομά του στη μεγαλύτερη πλατεία της, ενώ το 1837 το δημοτικό συμβούλιο της πόλης αποφάσισε την ανέγερση μνημείου στην πλατεία, «εις τιμήν του ευκλεούς τούτου ανδρός και ευεργέτου της πατρίδος».

Η δολοφονία του Κυβερνήτη, προκάλεσε συντριβή στον πολυαγαπημένο του Ελβετό φίλο, ο οποίος μάλιστα του είχε ετοιμάσει στο Beaulieu μικρό οίκημα, για να περάσει ήσυχα τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Για να τιμήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, να υπερασπίσει τη μνήμη του από δυσμενή σχόλια Ελλήνων και ξένων αλλά και την υπόληψη της Ελλάδας, δημοσίευσε στο Παρίσι μια συλλογή δημόσιων και ιδιωτικών εγγράφων σχετικά με τα θλιβερά γεγονότα του 1831 με τίτλο ‘’Lettres et documents officiels relatifs aux derniers événements de la Grèce; qui ont précédé et suivi la mort du comte Capodistrias, jusqu’ au 31 octobre 1831’’[36].

CAPODISTRIAS. Lettres et documents officiels relatifs aux derniers événements de la Grèce, qui ont précédé et suivi la mort du comte Capodistrias, jusqu’au 31octobre 1831. Paris, Firmin Didot Frères, 1831; in-8, broché. Édition originale, publiée par plusieurs membres de l’ancien comité grec de Paris: André, Duc de Broglie, Cottier, Vicomte de Chateaubriand, Duc de Choiseul, duc de Dalberg, comte Alexandre de Laborde, Benjamin Delessert, Ambroise Firmin-Didot, Comte Eugène d’Harcourt, Mahul, Baron Ternaux, Villemain. Étiquette collée sous le titre: «On prie Messieurs les Pairs et Messieurs les Deputés de bien vouloir lire cette brochure, surtout depuis la page293, et particulièrement les trois dernières pages du volume» (συλλογή ΕΕΦ).

Κατά τα έτη 1831-1836 ο Eynard φροντίζει να σταλεί στην Ελλάδα ο έμπειρος Γάλλος οικονομολόγος Arthémond de Regny, επιστήθιος φίλος του, με αποστολή να οργανώσει τα δημόσια οικονομικά της χώρας. Ο de Regny διορίζεται «Γενικός Επόπτης των οικονομικών του βασιλείου», και το 1834 ιδρύει (και γίνεται ο πρώτος του πρόεδρος), το Ελεγκτικό Συνέδριο. Το 1838 αναλαμβάνει γενικός επιμελητής της οικονομικής διαχείρισης[37]. Η γνωριμία του de Regny, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με το σύμβουλο Γεώργιο Σταύρο και η φιλία των δύο ανδρών οδήγησαν λίγο αργότερα  στην ίδρυση της Εθνικής Τραπέζης.

Η Ελλάδα απένειμε στον Eynard το 1837 με το Βασιλικό Διάταγμα της 17.7.1837, τον Μεγαλόσταυρο των Ιπποτών του Τάγματος του Σωτήρος. Ταυτόχρονα, ο Eynard τιμήθηκε από τη Γαλλική κυβέρνηση με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής[38].

Ο Eynard συμμετείχε την περίοδο 1837 – 1840 σε διάφορες προσπάθειες ίδρυσης τράπεζας στο νεοελληνικό κράτος, είτε μόνος του, είτε με τον αγγλικό οίκο Wright και αργότερα με Ολλανδούς κεφαλαιούχους. Δυστυχώς οι προσπάθειες αυτές ήταν ανεπιτυχείς. Ήδη όμως από το 1838, ο Eynard παραχώρησε κεφάλαια 300.000 φράγκων στους de Regny και Γεώργιο Σταύρο, με στόχο να προεξοφλούν εμπορικά γραμμάτια στην αθηναϊκή αγορά με τόκο 8%, ώστε να παταχθεί η τοκογλυφία. Η δράση αυτή λειτούργησε ικανοποιητικά, με αποτέλεσμα να περιορισθούν οι αξιώσεις των τοκογλύφων[39].

Τα φιλελληνικά του αισθήματα και το ειλικρινές του ενδιαφέρον δεν σταμάτησαν ποτέ. Έτσι, το 1841 ο Eynard κηρύσσει «νέο συναγερμό των Φιλελλήνων», και αναλαμβάνει προσπάθειες για να βοηθηθεί την Κρητική Επανάσταση του 1841, να απελευθερωθεί η Μεγαλόνησος και να ενωθεί με την Ελλάδα. Δεν πρόλαβε να στείλει όμως τη βοήθεια, γιατί η επανάσταση κατεστάλη γρήγορα. Επίσης επεμβαίνει για την απελευθέρωση των χριστιανών αιχμαλώτων στην Αλγερία των γαλλο-αλγερινών συγκρούσεων του 1839-1841[40].

Η συνεισφορά του μεγάλου αυτού ανδρός, κορυφώνεται με την αποφασιστική συμβολή του για την ίδρυση της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΕΤΕ) τον Μάρτιο του 1841.

Επιστολή του Γεωργίου Σταύρου προς τον J. G. Eynard. Η αντίθεση στη διακυβέρνηση του Όθωνα και η πτώχευση του ελληνικού δημοσίου το 1843, οδήγησαν στη στρατιωτική εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Στρατιωτικά αποσπάσματα είχαν σταλεί να καταλάβουν κτίρια ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία του κράτους, μεταξύ αυτών και το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας. H επιστολή αναδίδει το κλίμα των συνταρακτικών γεγονότων της εποχής. Πρόκειται για εμπιστευτική επιστολή, με ημερομηνία “Αθήναι, τη 14/26 Δεκεμβρίου 1843”. Ο Γ. Σταύρος αναλύει λεπτομερώς τη νέα πολιτική κατάσταση, τους ανθρώπους που απαρτίζουν το νέο υπουργικό συμβούλιο (Παλαμήδης, Μανσόλας, Μελάς κ.α.) και τις προστριβές μεταξύ τους. Αναφέρεται στον Μαυροκορδάτο και τον Κωλέττη και δίνει την εντύπωση του σταθερού τιμονιέρη που χειρίζεται αποτελεσματικά τα ζητήματα της τράπεζας μέσα στο ραγδαία εξελισσόμενο πολιτικό σκηνικό (συλλογή ΕΕΦ).

Ο Eynard υποστήριξε τον Γεώργιο Σταύρο για τη θέση του διευθυντή της Τράπεζας. Οι Jean Gabriel Eynard και Νικόλαος Ζωσιμάς ανακηρύσσονται «επίτιμοι διοικηταί» της ΕΤΕ από την προκαταρκτική συνέλευση των μετόχων της 13 Νοεμβρίου 1841[41].

Το 1842 η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία τον εκλέγει επίτιμο πρόεδρό της. Το 1843, έτος οικονομικής κρίσης στη Ελλάδα, προσπαθεί να πείσει τις ξένες δυνάμεις να δανείσουν πάλι τη χώρα. Όταν η Ελληνική κυβέρνηση κατήργησε τις πρεσβείες, ο Eynard προσφέρθηκε πάλι να αναλάβει τη διπλωματική εκπροσώπηση της Ελλάδας στο εξωτερικό. Αυτή την εποχή μεσολάβησε για το διακανονισμό απαιτήσεων διαφόρων κεφαλαιούχων συμπατριωτών του έναντι του ρωσικού δημοσίου και ο τσά­ρος Νικόλαος Α’ του απένειμε το Σταυρό του Τάγματος της Αγίας Άννας[42]. Ταυτόχρονα, την ίδια περίοδο, συνέχισε να πρωτοπορεί και στον πολιτισμό. Ο Eynard είναι ο πρώτος που προήγαγε την τέχνη της δαγεροτυπίας, με αποτέλεσμα να καταστεί επίτιμο μέλος της Ακαδημίας των Επιστημών στο Παρίσι[43].

Jean Gabriel Eynard. Δεκαετία 1850. Δαγεροτυπία αγνώστου. Αρχείο Ελληνοελβετικού Συλλόγου “Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος”, Γενεύη.

Το 1847 ο Eynard διευκόλυνε την Ελληνική κυβέρνηση χορηγώντας της δάνειο 500.000 φρά­γκων, ώστε να ανταποκριθεί στην πληρωμή της εξαμηνιαίας δόσης του εθνικού δανείου του 1832 των 60.000.000 φράγκων. Από το 1848 και έπειτα απομονώθηκε από την κοινωνική ζωή, και αφιέρωνε όλο και περισσότερο χρόνο στη θρησκεία και τη μελέτη των χριστιανικών κειμένων. Επιπλέον τον ταλαιπωρούσαν τα προβλήματα της υγείας του[44].

Μετά τη λήξη του Κριμαϊκού πολέμου (1856) ο βασιλέας Όθων του απηύθυνε έκκληση, ούτως ώστε να μεσολαβήσει με το κύρος του στο Συνέδριο ειρήνης στο Παρίσι για ευνοϊκές λύσεις υπέρ της Ελλάδας[45].

Ο βασιλέας Οθων τον επισκέφθηκε ο ίδιος το 1862 στο Beaulieu, για να του μεταφέρει αυτοπροσώπως την αγάπη και την ευγνωμοσύνη του Ελληνικού Λαού και να του παραδώσει ιδιοχείρως το ανώτατο ελληνικό παράσημο, το Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, το οποίο του είχε απονεμηθεί ήδη το 1837.

Ο Jean Gabriel Eynard, ο μέγιστος αυτός Φιλέλληνας, εθνικός ευεργέτης της Ελλάδος και ευγενής πρωτοπόρος του πολιτισμού, απεβίωσε στις 5 Φεβρουαρίου 1863 στη Γενεύη.

Η ΕΕΦ, η Ελλάδα και οι Έλληνες θα τιμούν για πάντα την μνήμη του σημαίνοντα ευγενούς Φιλέλληνα, ο οποίος ανιδιοτελώς και χωρίς φειδώ, προσέφερε μέχρι την τελευταία του πνοή, συμβάλλοντας τα μέγιστα, τόσο για την ευόδωση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας και της οικονομικής οργάνωσης του νέου κράτους, όσο και για την εξέλιξη του πολιτισμού.

 

Παραπομπές

[1] Νοταράς, Γεράσιμος, Καρατζάς, Θεόδωρος, Συνοδινός, Ζήσιμος, ‘’Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος. Οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος’’, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα,1999, σελ.13.

[2]  Βλ. στο ίδιο.

[3] Βλ. στο ίδιο.

[4] Chapuisat, Edouard, ‘’Jean-Gabriel Eynard et son temps : 1775-1863’’, εκδ. A. Jullien, Γενεύη, 1952, σελ.14.

[5] Νοταράς, Γεράσιμος, Καρατζάς , Θεόδωρος, Συνοδινός, Ζήσιμος, ‘’Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος. Οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος’’, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα,1999, σελ. 13.

[6] Monod, Roger, ‘’Famille Eynard”, εκδ. Archives de la Ville de Genève, Γενεύη, 1982, σελ. 35.

[7] Βλ. στο ίδιο.

[8] Νοταράς, Γεράσιμος, Καρατζάς , Θεόδωρος, Συνοδινός, Ζήσιμος, ‘’Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος. Οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος’’, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα,1999, σελ.13.

[9] Βλ. στο ίδιο, σελ.14.

[10] Driault, Edouard, ‘’Etudes napoleoniennes’’, εκδ. F. Alcan, Παρίσι, 1904, σελ. 101.

[11] Bouvier-Bron, Michelle, ’’Une jeunesse en Italie. Les années de formation de Jean Gabriel Eynard’’, εκδ. Slatkine, Γενεύη, 2019, σελ. 179.

[12]  Βλ. στο ίδιο.

[13]  Συλλογή Diodati – Eynard 1685-1904, Βιβλιοθήκη της Γενεύης, φάκελος 15, έγγραφο υπ’ αριθμ.64.

[14]  Βλ. στο ίδιο.

[15] Chapuisat, Edouard, ‘’Jean-Gabriel Eynard et son temps : 1775-1863’’, εκδ. A. Jullien, Γενεύη, 1952, σελ. 38.

[16]  Chapuisat, Edouard, ‘’ Journal de Jean-Gabriel Eynard publié avec une introduction et des notes’’, εκδ. Plon Nouritt, Γενεύη, 1924,   α’ τόμος.

[17] Καποδίστριας, Ιωάννης, ‘’Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια’’, επιμ. Μ. Λάσκαρις, εκδ. Γαλαξίας, Αθήνα,1968, σελ. 35-36.

[18] Woodhouse, Christopher Montague, ‘’Capodistria. The founder of Greek Independence’’, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 1973, σελ. 82.

[19] Grimsted Kennedy, Patricia,’’Capodistrias and a ‘’new order’’ for restoration Europe: the ‘’liberal ideas’’ of a Russian Foreign Minister, 1814-1822’’, περ. ‘’The Journal of Modern History’’, Σικάγο, 1968, τεύχος 40, σελ. 166-172.

[20] Νοταράς, Γεράσιμος, Καρατζάς , Θεόδωρος, Συνοδινός, Ζήσιμος, ‘’Ιωάννης Γαβριήλ Ε’υ’νάρδος. Οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος’’, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα,1999, σελ.17.

[21] Βλ. στο ίδιο.

[22]  Βλ. στο ίδιο.

[23]  Rouiller, Jean-Luc, ‘’La bibliothèque de La Grange’’, εκδ. La Baconnière : Bibliothèque de Genève, Γενεύη, 2011, σελ 11.

[24] Crawley, C.V., ’’John Capodistrias: Some Unpublished Documents’’, εκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη,1970,σελ.56.

[25] Νοταράς, Γεράσιμος, Καρατζάς , Θεόδωρος, Συνοδινός, Ζήσιμος, ‘’Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος. Οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος’’, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα,1999, σελ.17.

[26] Βλ. στο ίδιο,σελ.18.

[27] Βλ. στο ίδιο,σελ.19.

[28] ‘’Ατομικός Φάκελος ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη’’, Ιστορικό Αρχείο Μουσείο Ύδρας, Ύδρα, γ’ τετράδιο, σελ. 156-160.

[29] St Clair, William, ‘’ That Greece Might Still Be Free.The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 335.

[30] Τρικούπης, Σπυρίδων, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος, σελ.118.

[31] Βλ. στο ίδιο.

[32] Monod, Roger, ‘’Famille Eynard‘’, εκδ. Archives de la Ville de Genève, Γενεύη, 1982, σελ.290.

[33] Καποδίστριας, Ιωάννης, ‘’Επιστολαί διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί, γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρι 26 Σεπτεμβρίου 1831’’, εκδ. Κωνσταντίνου Ράλλη, Αθήνα, 1841, γ’ τόμος, σελ. 285-288.

[34] Πρεβελάκης, Ελ.- Γλύτσης, Φ., ‘’Επιτομαί εγγράφων του Βρεταννικού Υπουργείου Εξωτερικών, Γενική Αλληλογραφία/Ελλάς’’, εκδ. Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1975, δ’ τόμος, σελ. 68-69.

[35] Καποδίστριας, Ιωάννης, ‘’ Επιστολαί διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί, γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρι 26 Σεπτεμβρίου 1831’’, εκδ. Κωνσταντίνου Ράλλη, Αθήνα, 1841, γ’ τόμος, σελ. 379-380.

[36] Νοταράς, Γεράσιμος, Καρατζάς , Θεόδωρος, Συνοδινός, Ζήσιμος, ‘’Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος. Οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος’’, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1999, σελ. 20.

[37] Βακαλόπουλος, Κωνσταντίνος, “L’ économiste français Arthémond de Regny et son rôle dans l’histoire financière de la Grèce (1831-1841)”, εκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 1977.

[38] ‘’Diplôme et distinctions en faveur de Jean-Gabriel Eynard 1834-1854 (en français et en grec)’’, Συλλογή Diodati – Eynard 1685-1904, Βιβλιοθήκη της Γενεύης, φάκελος 15, έγγραφο υπ’ αριθμ. 77.

[39] ‘’Αρχείο Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου’’, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, φακ.21, έγγρ. υπ’αριθμ.5891.

[40] Νοταράς, Γεράσιμος, Καρατζάς , Θεόδωρος, Συνοδινός, Ζήσιμος, ‘’Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος. Οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος’’, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1999, σελ.21.

[41] Βλ. στο ίδιο.

[42] Βλ. στο ίδιο, σελ. 22.

[43] ‘’Eynard Daguerreotypes’’, J. Paul Getty Museum, Νέα Υόρκη.

[44] Νοταράς, Γεράσιμος, Καρατζάς, Θεόδωρος, Συνοδινός, Ζήσιμος, ‘’Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος. Οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος’’, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1999, σελ.22.

[45] Βλ. στο ίδιο.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Καποδίστριας, Ιωάννης, ‘’Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια’’, επιμ. Μ. Λάσκαρις, εκδ. Γαλαξίας, Αθήνα,1968.
  • ‘’Diplôme et distinctions en faveur de Jean-Gabriel Eynard 1834-1854 (en français et en grec)’’, Συλλογή Diodati – Eynard 1685-1904, Βιβλιοθήκη της Γενεύης.
  • St Clair, William, ‘’That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • ‘’Αρχείο Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου’’, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα.
  • Νοταράς, Γεράσιμος, Καρατζάς , Θεόδωρος, Συνοδινός, Ζήσιμος, ‘’Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος. Οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος’’, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1999.
  • Monod, Roger, ‘’Famille Eynard‘’, εκδ. Archives de la Ville de Genève, Γενεύη, 1982.
  • Πρεβελάκης, Ελ.- Γλύτσης, Φ., ‘’Επιτομαί εγγράφων του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών, Γενική Αλληλογραφία/Ελλάς’’, εκδ. Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1975, δ’ τόμος.
  • Βακαλόπουλος, Κωνσταντίνος,’’ L’ économiste français Arthémond de Regny et son rôle dans l’histoire financière de la Grèce (1831-1841)’’, εκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 1977.
  • Καποδίστριας, Ιωάννης, ‘’Επιστολαί διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί, γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρι 26 Σεπτεμβρίου 1831’’, εκδ. Κωνσταντίνου Ράλλη, Αθήνα, 1841, γ’ τόμος.
  • Τρικούπης, Σπυρίδων, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος.
  • ‘’Ατομικός Φάκελος ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη’’, Ιστορικό Αρχείο Μουσείο Ύδρας, Ύδρα, γ’ τετράδιο.
  • Crawley, C.V., ’’John Capodistrias: Some Unpublished Documents’’, εκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 1970.
  • Rouiller, Jean-Luc, ‘’La bibliothèque de La Grange’’, εκδ.  La Baconnière: Bibliothèque de Genève, Γενεύη, 2011.
  • Woodhouse, Christopher Montague, “Capodistria. The founder of Greek Independence”, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 1973.
  • Grimsted Kennedy, Patricia, “Capodistrias and a ’new order’ for restoration Europe: the ’liberal ideas’ of a Russian Foreign Minister, 1814-1822”, περ. “The Journal of Modern History”, Σικάγο, 1968, τεύχος 40.
  • Chapuisat, Edouard, “Journal de Jean-Gabriel Eynard publié avec une introduction et des notes”, εκδ. Plon Nouritt, Γενεύη, 1924,   α’ τόμος.
  • Chapuisat, Edouard, “Jean-Gabriel Eynard et son temps : 1775-1863’, εκδ. A. Jullien, Γενεύη, 1952.
  • Bouvier-Bron, Michelle, “Une jeunesse en Italie. Les années de formation de Jean Gabriel Eynard”, εκδ. Slatkine, Γενεύη, 2019.
  • Driault, Edouard, “Etudes napoleoniennes”, εκδ. F. Alcan, Παρίσι, 1904.
  • Συλλογή Diodati – Eynard 1685-1904, Βιβλιοθήκη της Γενεύης.
  • “Αρχείο Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα.