O Γερμανός αρχιτέκτων και σχεδιαστής Ludwig Lange γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου 1808 στο Darmstadt. Ο πατέρας του, Christian Friedrich (1759–1840), ήταν υπάλληλος δικαστηρίου. O Ludwig είχε δύο νεότερους αδελφούς με τους οποίους συνεργαζόταν. Είχαν ακολουθήσει και αυτοί καλλιτεχνικό δρόμο. Ο Gustav Georg έγινε ζωγράφος της βασιλικής Αυλής και ο Julius τοπιογράφος.

Νεαρός ακόμα, ο Ludwig Lange εγκατέλειψε πρόωρα το Γυμνάσιο, και μεταξύ 1823 και 1826, μαθήτευσε κοντά στον αρχιτέκτονα και πολιτικό Georg August Lerch (1792-1857). Κατόπιν σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Gießen και συνεργάστηκε με τον αρχιτέκτονα Georg Moller (1784-1852). Από το 1830 έζησε στο Μόναχο, και ξεκίνησε με τους αδελφούς του να πειραματίζεται με προοπτικά σχέδια και αποτυπώσεις κτηρίων και μνημείων, δραστηριότητα που θα συνεχίσει και τελειοποιήσει τις επόμενες δεκαετίες. Το έργο του ξεχωρίζει τόσο για το ζωγραφικό του ταλέντο, όσο και για την εξαίρετη αντίληψη του χώρου που διέθετε ως αρχιτέκτων.

Σημαντική γνωριμία στη ζωή του υπήρξε εκείνη με τον ζωγράφο και τοπιογράφο Carl Rottmann (1797-1850), στο Μόναχο. Μαθήτευσε κοντά του μεταξύ των ετών 1830 και 1834 και ανέπτυξε μία φιλική σχέση μαζί του. Όταν ο Λουδοβίκος Α’ ανέθεσε στον Rottmann να ταξιδέψει στην Ελλάδα (1834) για να εμπλουτίσει το ρεπερτόριο των θεμάτων του και να ολοκληρώσει μία σειρά με ελληνικά έργα, ο μαθητής του Ludwig Lange, τον συνόδευσε. Στη διάρκεια του δύσκολου αυτού ταξιδιού, ο Lange υπήρξε πολύτιμος σύμβουλος του Rottmann σε ό,τι αφορούσε τα αρχιτεκτονικά του σχέδια. Βασισμένος στις εμπειρίες που αποκόμισε στην Ελλάδα έγραψε το έργο «Reiseberichte aus Griechenland» (Ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις από την Ελλάδα, 1835).

Πέραν όμως της συμπόρευσης του με τον δάσκαλό του, ο Lange διακρίθηκε για το δικό του ταλέντο στην Ελλάδα. Ο βασιλέας Όθων τον διόρισε «Εμπειρογνώμονα πολιτικό μηχανικό» (Baurat), αφού ο Lange παρουσίασε την αρχιτεκτονική του πρόταση για τη δημιουργία μίας «Εκκλησίας του Σωτήρος» (Erlöserkirche). Το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε λόγω οικονομικών δυσχερειών. Σχεδίασε και άλλα, σημαντικά κτήρια για τη νέα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Σε εκείνον ανήκει η αρχική πρόταση για τον σχεδιασμό του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, στην οποία όμως παρενέβησαν οι αρχιτέκτονες που ολοκλήρωσαν το έργο, δηλαδή οι Ernst Ziller, Παναγής Κάλκος και Αρμόδιος Βλάχος. Επίσης στη βάση των δικών του σχεδίων υλοποιήθηκε το νεοϊδρυθέν βασιλικό Γυμνάσιο των Αθηνών, στο οποίο μάλιστα δίδαξε Σχέδιο από το 1835. Η πρότασή του για ανέγερση των βασιλικών ανακτόρων στους πρόποδες του Λυκαβηττού δεν επελέγη ως η κατάλληλη λύση.

Στη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα δημιούργησε πλήθος σχεδίων και υδατογραφιών, τις οποίες αργότερα επεξεργάστηκε ως ελαιογραφίες. Από τις ζωγραφικές μελέτες που δημιούργησε σώζονται περίπου 150. Τα έργα του αυτά κέρδισαν την εκτίμηση συναδέλφων του, όπως του Karl Friedrich Schinkel (1781-1841). Όπως και ο δάσκαλός του ο Rottmann, ο Lange δημιούργησε τοπιογραφίες από τα ιστορικά μέρη τα οποία επισκέφθηκε (τη Σικυώνα, την Κόρινθο, την Αθήνα και το αρχαίο επίνειό της, τον Πειραιά). Σε κάποιο μεταγενέστερο ταξίδι του στην Ελλάδα, αναφέρεται ότι επισκέφθηκε και την Ύδρα και τις Κυκλάδες μαζί με τον συγγραφέα Ludwig Steub (1812-1888).

Τα έργα του διακρίνουν ρεαλισμός, ακρίβεια, και η επιτυχής προοπτική απόδοση τόπων και κτηρίων. Δεν συνήθιζε την αναγωγή σε ιστορικά ή ρομαντικά στοιχεία. Στην υδατογραφία του ωστόσο, «H Aκρόπολη των Αθηνών την εποχή του Περικλή» (Die Akropolis von Athen zur Zeit des Perikles, 1835), απέδωσε μία ιδεατή ανακατασκευή της αρχαίας Ακρόπολης – όχι τη σύγχρονη εικόνα του λόφου της.

 

H Aκρόπολη των Αθηνών την εποχή του Περικλή, 1835

 

Επίσης επιχείρησε μία απόδοση της σύγχρονής του Αθήνας στην ακουαρέλα του «Η Αθήνα και η Ακρόπολη από βορειοδυτικά» (Athen und die Akropolis von Nordwesten, 1836), αν και είναι πιθανόν ότι ο ζωγράφος δεν αποτύπωσε με απόλυτη πιστότητα το τοπίο που αντίκρυζε.

 

Η Αθήνα και η Ακρόπολη από βορειοδυτικά, 1836

 

Η ελαιογραφία του «Είσοδος ελεύθερης Αθήνας», μεταφέρει και πάλι την αγάπη του για την κλασική Ελλάδα, απεικονίζοντας την περιοχή στην οποία βρισκόταν η ελληνική και η ρωμαϊκή αγορά στην αρχαιότητα. Το έργο αυτό ολοκλήρωσε ο Lange το 1838, μετά την επάνοδό του στο Μόναχο.

 

«Είσοδος ελεύθερης Αθήνας», 1838

 

Από το 1839 και μετά ο Lange εργάστηκε για διάφορα έργα που του ανέθεσε ο Λουδοβίκος Α, ενώ από το 1847 και εξής ανέλαβε την έδρα Αρχιτεκτονικής της Βασιλικής Ακαδημίας του Μονάχου. Ταξίδευσε στη Γερμανία και δημιούργησε διάφορα σχέδια από διακεκριμένες πόλεις της Γερμανίας, τα οποία δημοσιεύθηκαν σε εκδόσεις για την αρχιτεκτονική. Παράλληλα, σχεδίασε ορισμένες βινιέτες με σκηνές του αθηναϊκού τοπίου για το «Πανόραμα των Αθηνών» (Μόναχο, 1841) του ζωγράφου Ferdinand Stademann (1791-1873), ο οποίος είχε επίσης επισκεφθεί την Ελλάδα με παρότρυνση του Λουδοβίκου Α´. Ο Lange δημιούργησε πολλά αρχιτεκτονικά σχέδια, μεταξύ άλλων για ένα «παλάτι για τον διάδοχο του θρόνου» στο Μόναχο (Kronprinz-Palais, 1845) και για τη Νicolaikirche (Ναός Αγίου Νικολάου) στο Αμβούργο. Το διάσημο Μουσείο Καλών Τεχνών στη Λειψία έχει χτισθεί σύμφωνα με σχέδια του Ludwig Lange. Το 1858 εκδόθηκε στο Μόναχο το έργο «Die griechischen Landschaftsgemälde von Karl Rottmann in der neuen königlichen Pinakothek zu München» (Οι ελληνικές τοπιογραφίες του Karl Rottmann στη νέα βασιλική πινακοθήκη του Μονάχου), στο οποίο ο Lange περιγράφει τα έργα του δασκάλου του.

Ο Ludwig Lange πέθανε στις 31 Μαρτίου 1868 στο Mόναχο, όπου βρίσκεται σήμερα ο τάφος του. Η κυκλοφορία των έργων του στην Ευρώπη βοήθησε στην προβολή της εικόνας της Ελλάδας εκτός των συνόρων της.

Η ΕΕΦ τιμά τον Φιλέλληνα αρχιτέκτονα και ζωγράφο, Ludwig Lange, ο οποίος έθεσε τη βάση για τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, και δημιούργησε πλήθος έργων με θέμα την Ελλάδα, μεταφέροντας την εικόνα της στο εξωτερικό.

 

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • Fuhrmeister, Christian; Jooss, Birgit (Hrsg.), Isar/Athen Griechische Künstler in München – Deutsche Künstler in Griechenland, Μόναχο
  • Καγιαδάκη, Μαρία, Οι ζωγράφοι Γεώργιος και Φίλιππος Μαργαρίτης. Τα πρώτα καλλιτεχνικά εργαστήρια στην Αθήνα του 19ου αιώνα. Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2008.

 

 

Ο Γερμανός σχεδιαστής και λιθογράφος Wilhelm August Ferdinand Stademann γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1791 και πέθανε στο Μόναχο το 1873. Έζησε στη Βαυαρία από το 1810 και εξής. Μεταξύ 1832 και 1836 βρισκόταν στην Ελλάδα ως απεσταλμένος του Βαυαρού μονάρχη Λουδοβίκου Α´ (1786-1868), ο οποίος του είχε αναθέσει το ρόλο του συμβούλου και γραμματέως της Αντιβασιλείας του Όθωνα (1818-1867). Έπειτα επέστρεψε στη Βαυαρία. Ο γιός του ήταν ο Γερμανός τοπιογράφος Adolf Stademann (1824-1895).

Πριν αναχωρήσει για την Ελλάδα, ο Stademann είχε συνεργαστεί με ένα από τα παλαιότερα εργοστάσια πορσελάνης στην Ευρώπη, την KPM (Königliche Porzellan- Manufaktur: βασιλική βιομηχανία πορσελάνης) από το Βερολίνο, για την οποία σχεδίασε παραστάσεις που αποτυπώθηκαν σε πορσελάνινα αντικείμενα.

 

Αμφορέας από το εργοστάσιο πορσελάνης KPM με παραστάσεις του Ferdinand Stademann. H μία όψη απεικονίζει το Πρωσικό εθνικό μνημείο για τους γερμανικούς Απελευθερωτικούς πολέμους (Nationaldenkmal für die Befreiungskriege) που βρίσκεται στο Kreuzberg του Βερολίνου, η άλλη όψη απεικονίζει τον Πρώσο βασιλέα Wilhelm-Friedrich III. Βερολίνο, 1823-1832, 62,7 x 30,8 εκ.

Ferdinand Stademann, Άποψη του Βερολίνου πλαισιωμένη από 36 παραστάσεις δημοσίων κτηρίων του Βερολίνου, του Potsdam και του Charlottenburg (Ansicht Berlins, sowie 36 öffentlicher Gebäude etc. in und bei dieser Hauptstadt, zu Potsdam und Charlottenburg), λιθογραφία με χρώμα, Kreuzberg (Βερολίνο), περί το 1825, συνολικές διαστάσεις: 45,7 x 64,3 εκ.

 

Όσο ζούσε ακόμη στην πατρίδα του, ο Stademann είχε αποκτήσει εμπειρία στην αποτύπωση τοπίων και μνημείων με πιστότητα. Όταν βρέθηκε στην Ελλάδα, ανέπτυξε εκ νέου τις καλλιτεχνικές του δραστηριότητες. Το 1835, εν μέσω φρικτού καύσωνος, όπως ο ίδιος αναφέρει, ολοκλήρωσε στην Αθήνα το «Πανόραμα των Αθηνών» (Panorama von Athen), έπειτα από ανάθεση του βασιλέως Όθωνος. Το πανόραμά του εκτείνεται σε μήκος έξι μέτρων και απεικονίζει με πιστότητα σε δέκα χρωματιστές, λιθογραφικές πλάκες την Πνύκα, τους λόφους της Ακρόπολης, του Υμηττού και του Λυκαβηττού, τα όρη της Πεντέλης, της Πάρνηθας και του Αιγάλεω, τον Ιλισό, τον Πειραιά, τον Κορυδαλλό, την Αίγινα και την Σαλαμίνα. Απεικόνίζεται ακόμη και η Αργολίδα. Πρόκειται για μία καλοπροαίρετη προσπάθεια του καλλιτέχνη να σκιαγραφήσει με λιτό τρόπο τον χώρο στον οποίον βρέθηκε και τους ανθρώπους που τον κατοικούν. Το σημείο, από το οποίο ο Stademann ζωγράφισε το Πανόραμα, ήταν ο λόφος των Νυμφών, το κέντρο του κτηρίου του Αστεροσκοπείου- όπως τεκμηριώνεται άλλωστε σε βινιέτα από το έργο του.

 

Η βινιέτα νο. 3 από το «Panorama von Athen» (Vignette Nro. 3. das Nympheion, in der Nähe gesehen), στην οποία απεικονίζεται ο ίδιος ο Stademann κατά την ώρα δημιουργίας του πανοράματος στον Λόφο των Νυμφών. Λιθογραφία του Ludwig Lange. Από την έκδοση: STADEMANN, August Ferdinand. Panorama von Athen. An Ort und Stelle aufgenommen und herausgegeben von Ferdinand Stademann… Deponirt… 15 April, 1840 bei dem Koniglichen bayerischen Ministerium des Innern, Mόναχο, J.B. Kuhn, Franz Wild’schen Buchdruckerey, for the Author, and for R. Weigel, Leipzig, and Artaria & Fontaine, Mannheim, 1841 (συλλογή ΕΕΦ).

 

Στον θεατή του προσφέρει μία καταγραφή 360 μοιρών του λεκανοπεδίου της Αττικής: πρόκειται κυριολεκτικά δηλαδή για ένα πανόραμα της πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κράτους, που διασώζει ως σήμερα την εικόνα που αντίκρυζε ένας περιηγητής της Αθήνας στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια.

 

Ferdinand Stademann, Θέα από τον Λόφο των Μουσών προς την Πλάκα και τον Λυκαβηττό (Panoramablatt No.10). Από την έκδοση: STADEMANN, August Ferdinand. Panorama von Athen. An Ort und Stelle aufgenommen und herausgegeben von Ferdinand Stademann… Deponirt… 15 April, 1840 bei dem Koniglichen bayerischen Ministerium des Innern, Mόναχο, J.B. Kuhn, Franz Wild’schen Buchdruckerey, for the Author, and for R. Weigel, Leipzig, and Artaria & Fontaine, Mannheim, 1841 (συλλογή ΕΕΦ).

 

To πανόραμα συνοδεύεται από έξι βινιέτες με σκηνές του αθηναϊκού τοπίου, ορισμένες από τις οποίες σχεδίασε ο Γερμανός ζωγράφος Ludwig Lange (1808  – 1868). Ο Lange βρέθηκε επίσης ως απεσταλμένος του Λουδοβίκου στην Αθήνα, όπου συνεργάστηκε με τον δάσκαλό του, ζωγράφο Carl Rottmann (1797 – 1850), στη δημιουργία τοπιογραφιών. Οι βινιέτες απεικονίζουν μεταξύ άλλων την περιοχή της Καισαριανής, την περιοχή στον Ιλισό, όπου αργότερα ανοικοδομήθηκε το Στάδιο και τα βασιλικά ανάκτορα. Στο πανόραμα συμπεριλαμβανόταν ένας χάρτης, ένας κατάλογος συνδρομητών με το όνομα του Όθωνα, και ένα κείμενο γραμμένο στα γαλλικά και στα γερμανικά. Η έκδοση του έργου του Stademann κέντρισε το ενδιαφέρον των συγχρόνων του.

 

Η πέμπτη βινιέτα από το «Panorama von Athen» με άποψη της Αθήνας από την Ακαδημία Πλάτωνος (Vignette Nro. 5. Athen von der Akademie aus) σχεδιάστηκε από τον Ludwig Lange. Από την έκδοση: STADEMANN, August Ferdinand. Panorama von Athen. An Ort und Stelle aufgenommen und herausgegeben von Ferdinand Stademann… Deponirt… 15 April, 1840 bei dem Koniglichen bayerischen Ministerium des Innern, Mόναχο, J.B. Kuhn, Franz Wild’schen Buchdruckerey, for the Author, and for R. Weigel, Leipzig, and Artaria & Fontaine, Mannheim, 1841 (συλλογή ΕΕΦ).

 

Ο Stademann ανήκει, μαζί με τους Carl Rottmann (1797-1850), Ludwig Lange (1808-1868), Peter von Hess (1792-1871), τους στρατιωτικούς και ζωγράφους Karl Wilhelm Freiherr von Heideck (1788-1861) και Karl Krazeisen (1794-1878), καθώς και τον αρχιτέκτονα Leo von Klenze (1784-1864), στους εκλεκτούς εκείνους Γερμανούς απεσταλμένους του Λουδοβίκου Α´ στη χώρα μας, όπου δημιούργησαν καλαίσθητες εικόνες και έργα για την Επανάσταση του 1821, τους ανθρώπους της εποχής και το τοπίο της ελεύθερης Ελλάδας που αντίκρυσαν.

Η δημιουργία του Πανοράματος της Αθήνας από τον Ferdinand Stademann ανασυνθέτει με πιστότητα το τοπίο της πρωτεύουσας, όπως ήταν κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, και παρέχει στις επόμενες γενιές ένα σημαντικό ιστορικό τεκμήριο για την εξέλιξη του αττικού τοπίου δια μέσου των αιώνων. Η ΕΕΦ τιμά τον ζωγράφο Ferdinand Stademann για αυτήν του την προσφορά.

 

Πηγές και βιβλιογραφία

  • Βιγγοπούλου, Ιόλη (επιμέλεια), Η Ανάδυση και η Ανάδειξη Κέντρων του Ελληνισμού στα Ταξίδια των Περιηγητών (15ος – 20ος αιώνας). Ανθολόογιο από τη Συλλογή του Δημητρίου Κοντομηνά. Εκδόσεις Κότινος, Αθήνα 2005.
  • Λεκάκης, Γιώργος, Πανόραμα των Αθηνών, το 1835, http://www.arxeion-politismou.gr/

 

Όθων, Βασιλέας της Ελλάδος. Πίνακας του 19ου αιώνα του Josef Stieler.

 

Ο Όθων (1815-1867), ήταν Βαυαρός πρίγκιπας και πρώτος βασιλέας της Ελλάδος, το 1833-1862. Ήταν ο μοναδικός βασιλέας που έφερε τον τίτλο ”Βασιλεύς της Ελλάδος”, δεδομένου ότι οι επόμενοι, από τον Γεώργιο Α’ και μετά, είχαν τον τίτλο “Βασιλεύς των Ελλήνων”[1].

Γεννήθηκε την 1η Ιουνίου 1815 στο Ανάκτορο Mirabell στο Salzburg, ως Otto Friedrich Ludwig von Wittelsbach[2]. Ήταν δευτερότοκος γιος του μεγάλου Φιλέλληνα διαδόχου του Βαυαρικού θρόνου και μετέπειτα βασιλέως της Βαυαρίας, Λουδοβίκου Α’ (1786-1868), ο οποίος υπηρετούσε ως κυβερνήτης του Salzburg, καθώς και της Θηρεσίας, δουκίσσης του Saxe-Hildburghausen (1792–1854)[3].

Ως δευτερότοκος γιος του μέλλοντος βασιλέως της Βαυαρίας, ο Όθων έλαβε επιμελημένη εκπαίδευση. Είχε ως καθηγητές τον φιλόσοφο Friedrich Wilhelm Joseph Schelling (1775-1854)[4], τον Φιλέλληνα ιστορικό Friedrich Thiersch (1784-1860)[5] και τον καρδινάλιο, αρχιεπίσκοπο του Eichstätt, Johann Georg von Oettl (1794-1866)[6]. Η εκπαίδευσή του, καθώς και η δράση του πατέρα του, συνέβαλαν στο να ενστερνισθεί και αυτός πλήρως τον Φιλελληνισμό.

Μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, το Ελληνικό κράτος αναγνωρίσθηκε διεθνώς, δια του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου[7], στις 10 Μαρτίου 1830. Λίγο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1831, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε. Εν τω μεταξύ είχε παραιτηθεί ο Λεοπόλδος του Saxe – Coburg – Gotha από την υποψηφιότητα για τον Ελληνικό θρόνο, τον Ιούνιο του 1830[8]. Έτσι η Ελλάδα βρέθηκε ξαφνικά σε κενό εξουσίας. Τότε, μετά από παρότρυνση και των προστάτιδων δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία), η Ε’ Εθνοσυνέλευση που συνήλθε το Μάρτιο του 1832, αποφάσισε να εκλέξει τον Βαυαρό πρίγκιπα Όθωνα ως βασιλέα[9].

Η Διοικητική Επιτροπή διαδέχθηκε τον Απρίλιο του 1832 την Ε’ Εθνοσυνέλευση και ασκούσε προσωρινά κυβερνητικά καθήκοντα πριν την έλευση του Όθωνος στην Ελλάδα. Στις 24 Αυγούστου 1832, συνέστησε τριμελή επιτροπή υπό τους Κώστα Μπότσαρη, Δημήτριο Πλαπούτα και Ανδρέα Μιαούλη, η οποία ανέλαβε να ταξιδεύσει στο Μόναχο και να παραδώσει τον Ελληνικό θρόνο στον Όθωνα[10].

O Έλληνας πρέσβης στο Παρίσι Μιχαήλ Σούτζος (1784-1864), καθώς και ο Ελβετός τραπεζίτης, διπλωμάτης και σημαίνων Φιλέλληνας, μέγας ευεργέτης της Ελληνικής Επανάστασης Jean Gabriel Eynard (1775-1863) εργάσθηκαν δραστήρια για την εκλογή του Όθωνος στον Ελληνικό θρόνο[11], την οποία όπως φαίνεται επιθυμούσε και ο Καποδίστριας πριν τη δολοφονία του[12].

Πέραν αυτών, σημαντικό ρόλο στην επιλογή του Όθωνος, έπαιξαν, ο Φιλελληνισμός του πατέρα του και βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α’ (ο οποίος ενίσχυσε σημαντικά τον Αγώνα, σε υλικό, και σε ηθικό επίπεδο[13]), και η δράση του Φιλέλληνα υπουργού Εξωτερικών της Βαυαρίας, κόμη de Gise[14].

Το πρωτόκολλο εκλογής του Όθωνος (25 Απριλίου 1832) ως βασιλέα υπογράφηκε στο Λονδίνο από τον Henry John Temple, υποκόμη Palmerston (Αγγλία) και τους πρίγκιπες Charles Maurice de Talleyrand-Périgord (Γαλλία) και Christoph von Lieven (Ρωσία) και στάλθηκε για έγκριση στον βασιλέα Λουδοβίκο. Αυτός εξέφρασε ορισμένα αιτήματα για την αποδοχή του Ελληνικού θρόνου από τον γιο του Όθωνα[15].

Τα αιτήματα ήταν να επεκταθούν τα όρια του βασιλείου μέχρι τον Βόλο και την Άρτα, η προσάρτηση της Κρήτης και της Σάμου, να χορηγηθεί δάνειο 60.000.000 γαλλικών φράγκων, να σταλούν στην Ελλάδα τρία συντάγματα βαυαρικού στρατού (3.500 άντρες), να λειτουργήσει τριμελής αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του Όθωνος, να μην θεσπισθεί σύνταγμα πριν την ανάληψη των καθηκόντων από τον βασιλέα, ώστε να μην υποχρεωθεί να το αναστείλει σε περίπτωση κρίσης, και τέλος ο τίτλος του Όθωνος να είναι «Βασιλεύς της Ελλάδος»[16].

Οι προστάτιδες δυνάμεις απέρριψαν την πρώτη αξίωση και δέχτηκαν τους υπόλοιπους όρους, ορίζοντας ότι το αιτούμενο δάνειο θα καταβαλλόταν υπό την εγγύησή τους σε τρεις ισόποσες δόσεις[17]. Δύο μήνες αργότερα (17 Ιουνίου 1832), καθορίσθηκαν τα «οριστικά» σύνορα του νεοσύστατου βασιλείου, το οποίο αποκτούσε την Ακαρνανία, την Αιτωλία και τη Φθιώτιδα, με οριοθετική γραμμή που ξεκινούσε από το Κομπότι (Αμβρακικός Κόλπος), περνούσε από τις κορυφές Όθρυς και Τυμφρηστός και κατέληγε στο Μαλιακό[18].

 

Προκήρυξη της Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδος της 23 Μαρτίου 1832 (συλλογή ΕΕΦ).

 

Μία προκήρυξη της Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδος της 23 Μαρτίου 1832, περιγράφει την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Ελλάδα πριν φθάσει ο Οθων.  ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ, Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος Διακηρύττει, Αριθ.3311 / Η Διοικητική Επιτροπή, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΛΕΤΤΗΣ / Ο Γραμματεύς της Επικρατείας Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ / Μέγαρα 23 Μαρτίου 1832, “ΕΛΛΗΝΕΣ”. Κείμενο κατά του διχασμού. “Οι φιλάνθρωποι βασιλείς και προστάτι της Ελλάδος… καταδικάζουν ρητώς την παρανομίαν, θέλουν την ευτυχίαν μας…με τον διορισμό του Ηγεμόνος Κυριάρχου της Ελλάδος… Ρουμελιώται!… Σεβασθήτε την ιδιοκτησίαν, την τιμήν και τα προσωπικά δίκαια των αδελφών σας Πελοποννησίων… Στρατιωτικοί, όσοι δουλεύετε ακόμη την παρανομίαν, είσθε εις καιρόν να γνωρίσητε την πλάνην σας, η εθνική Κυβέρνησις σας δέχεται με ανοιχτάς αγκάλας… ο Ηγεμών Κυριάρχης μας ΟΘΩΝ εντός ολίγου είναι εις το μέσον μας…”.

Ο Οθων έφθασε στην Ελλάδα, στο Ναύπλιο, στις 6 Φεβρουαρίου 1833, ως επιβάτης του βρετανικού πλοίου “Μαδαγασκάρη”. Στο διάγγελμα που απηύθυνε προς τον Ελληνικό Λαό κατά την άφιξή του, υπογράμμιζε πως “αναβαίνων τον θρόνον της Ελλάδος, δίδω την πάνδημον βεβαίωσιν του να προστατεύω ευσυνειδήτως την θρησκείαν σας, να διατηρώ πιστώς τους νόμους, να διανέμεται η δικαιοσύνη προς ένα έκαστον, και να διαφυλάττω ακέραια δια της θείας βοηθείας εναντίον οποιουδήποτε την ανεξαρτησίαν σας, τας ελευθερίας σας και τα δικαιώματά σας”[19].

 

Peter von Hess. “Η απόβαση του βασιλέως Όθωνος στο Ναύπλιο”. Εθνική Πινακοθήκη, Μόναχο.

Πίνακας που απεικονίζει τη Βαυαρική βασιλική οικογένεια που εξετάζει έναν πίνακα του Peter von Hess που απεικονίζει την είσοδο του Βασιλιά Όθωνα της Ελλάδας στο Ναύπλιο (συλλογή ΕΕΦ).

 

Επειδή ο Όθων ήταν ανήλικος, σχηματίσθηκε επιτροπή Αντιβασιλείας. Το όργανο αυτό αποτελούσαν οι κάτωθι[20]:

  • Κόμης Josef Ludwig von Armansperg (1787-1853), Πρόεδρος.
  • Georg Ludwig von Maurer (1790-1872). Υπεύθυνος της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, της Δικαιοσύνης και των Εκκλησιαστικών Ζητημάτων.
  • Υποστράτηγος Karl Wilhelm von Heideck (1788-1861). Ένας εκ των πλέον διαπρεπών Φιλελλήνων, με πολεμική δράση κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821[21]. Υπεύθυνος των Στρατιωτικών και Ναυτικών Υποθέσεων.

Τους τρεις παραπάνω, που αποτελούσαν την Αντιβασιλεία, επικουρούσαν ως πάρεδρα μέλη οι[22] κάτωθι:

  • Karl von Abel, οικονομολόγος και νομομαθής, αναπληρωματικό μέλος του συμβουλίου και γραμματέας. Επέβλεπε τα Οικονομικά.
  • Johann Baptist von Groenner (1781-1857), οικονομολόγος, επέβλεπε τα της Εξωτερικής πολιτικής και επόπτευε τα της Εσωτερικής διοικήσεως.

Στις 21 Ιουλίου 1834 ο πατέρας του Όθωνος, βασιλεύς Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας, ανακάλεσε στη Βαυαρία τον Μάουρερ και τον Άμπελ, τους οποίους αντικατέστησαν οι[23] κάτωθι:

  • Ägid Ritter von Kobell,
  • Karl Groenner.

Μέχρι να μεταφερθεί η πρωτεύουσα στην Αθήνα το 1834, ο Όθων διέμενε στο Ναύπλιο. Το 1841 ο Όθων μετακόμισε από την οικία Βούρου, νυν Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, στα Ανάκτορα που σχεδίασε ο Friedrich von Gärtner, τα οποία είναι η σημερινή Βουλή των Ελλήνων[24].

Η τελετή ενηλικίωσης και ανακήρυξης του Όθωνος ως “Ελέω θεού Βασιλέως της Ελλάδος”, έγινε την 1η Ιουνίου 1835, και εορτάσθηκε με κανονιοβολισμούς, στρατιωτική παρέλαση, φωταγώγηση, αγώνες και επίσημο χορό. Η Αθήνα και οι κάτοικοί της τίμησαν την ημέρα αυτή με όσα μέσα διέθεταν. «Έγινε λαμπρή παρέλαση. Aπό την εκκλησία ως το παλάτι, στρωμένος ο δρόμος και στολισμένος»[25].

 

Προσωπική σφραγίδα του Οθωνος (συλλογή ΕΕΦ).

 

Η πολιτική σκηνή στην Ελλάδα διαμορφώθηκε από φατρίες που ήταν προσανατολισμένες προς τις προστάτιδες δυνάμεις και τα πολιτικά τους συμφέροντα. Το Ρωσικό Κόμμα περίμενε την επικείμενη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σύντομα. Δεδομένου ότι ένα σημαντικό ποσοστό του Ελληνισμού παρέμενε υπόδουλο, το κόμμα αυτό στήριξε τη λεγόμενη «Μεγάλη Ιδέα». Αξίζει να σημειωθεί ότι την «Μεγάλη Ιδέα» εισηγήθηκε για πρώτη φορά, ο αρχηγός του Γαλλικού Κόμματος και μετέπειτα πρωθυπουργός, Ιωάννης Κωλέττης, κατά την Εθνοσυνέλευση που ψήφισε το σύνταγμα του 1844[26]. Για τον Φιλέλληνα βασιλέα Όθωνα, αυτή η προοπτική ήταν δελεαστική, και ο ίδιος ταυτίσθηκε άμεσα με αυτήν.

Το Αγγλικό Κόμμα, από την άλλη πλευρά, στηρίχθηκε στη δύναμη της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία απέβλεπε σε μία συμμαχία με την Ελλάδα, ειδικά στον ναυτικό τομέα. Όμως δεν επιθυμούσε την συντριβή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία αποτελούσε ανάχωμα για να αποτραπεί η πρόσβαση της Ρωσίας στη Μεσόγειο[27].

Το Γαλλικό Κόμμα προσπάθησε επίσης να επιτύχει πολιτική επιρροή και, εδαφικά κέρδη στην Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, λόγω της επικρατούσας κατάστασης, η πολιτική του απέτυχε[28].

 

Οικία Βούρου. Πρώην Βασιλικά Ανάκτορα. Νυν Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, Αθήνα

 

Ο Οθων καθιέρωσε ένα σύστημα διοίκησης, βασισμένο σε δυτικά πρότυπα, καθώς και στην υποστήριξη της μικρής γεωργικής ιδιοκτησίας, ως βασικού κοινωνικού συστήματος. Όμως η δυσμενής κατάσταση που επικρατούσε στην χώρα, δεν επέτρεψε την οργάνωση ενός σύγχρονου στρατού 9400 ανδρών, με αποτέλεσμα, η άμυνα της Ελλάδος να στηρίζεται μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του 1850, σε 6000 άνδρες, ελαφρώς εξοπλισμένους, γεγονός που κατέστησε πολλούς αξιωματικούς, αντίθετους στην γενικότερη πολιτική του Όθωνος[29]

Το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα. Μεγάλο μέρος των εθνικών γαιών ήταν υποθηκευμένο, ή στα χέρια μερικών μεγάλων γαιοκτημόνων. Οι εγγυητές Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ρωσία συμμετείχαν στην χορήγηση δανείου ύψους 60 εκατομμυρίων φράγκων στην Ελλάδα. Καταβλήθηκαν τα 3/4 και από το ποσό αυτό 12 εκατομμύρια έπρεπε να καταβληθούν στην Υψηλή Πύλη ως αποζημίωση. Το έλλειμμα του κράτους αυξήθηκε σταθερά μέχρι το 1835, αλλά το 1840 ήταν δυνατή για πρώτη φορά η παρουσίαση ενός ισορροπημένου προϋπολογισμού και η έναρξη της αποπληρωμής του συσσωρευμένου ελλείμματος[30].

Το επενδυτικό πρόγραμμα του Όθωνος ήταν πολύ φιλόδοξο και υποστηρίχθηκε οικονομικά από Έλληνες του εξωτερικού και από τον πατέρα του, Λουδοβίκο Α, ως εγγυητή. Πολλά έργα σχεδιάσθηκαν μακροπρόθεσμα και απέδωσαν επιτυχή αποτελέσματα δεκαετίες αργότερα, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση, με κύριο πυλώνα, το τότε Οθώνειο Πανεπιστήμιο, νυν Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο ιδρύθηκε το 1837[31].

Στο τέλος τα χρέη της Ελλάδας προς τη Βαυαρία ανήλθαν σε 1.933.333 φιορίνια και 20 κρουζέρ ή 4.640.000 Δραχμές. Χωρίς το τελευταίο δάνειο ενός εκατομμυρίου φιορινιών (που παραχωρήθηκε χάρη στις ενέργειες του βασιλέως Λουδοβίκου Α της Βαυαρίας), η Ελλάδα θα έπρεπε να κηρύξει εθνική πτώχευση. Η μη αποπληρωμή του δανείου επιβάρυνε τις ελληνο-βαυαρικές σχέσεις μέχρι την τελική διαπραγματευτική λύση το 1881[32].

Στις 22 Νοεμβρίου 1836 ο Όθων παντρεύτηκε στο Ολδεμβούργο, την Δούκισσα Αμαλία του Ολδεμβούργου (1818-1875). Εκτός από τον Όθωνα, άρχισε και εκείνη να έχει ενεργό ρόλο στη χώρα. Έτσι, αφοσιώθηκε σημαντικά στις ανησυχίες των πολιτών. Η ατεκνία του ζεύγους εξελίχθηκε σε σημαντικό πρόβλημα. Με το σύνταγμα του 1844, το δικαίωμα διαδοχής στο θρόνο επεκτάθηκε στον μικρότερο αδελφό του βασιλέως Όθωνος, πρίγκιπα Αδαλβέρτο (1828-1875) και τους απογόνους του. Ο επόμενος νεότερος πρίγκιπας, ο Λεοπόλδος (1821-1912), αρνήθηκε εξαρχής να μεταστραφεί στο ορθόδοξο δόγμα σε περίπτωση διαδοχής του στο θρόνο. Ο Όθων έπρεπε να αποδεχθεί ως προϋπόθεση, ότι τουλάχιστον ο διάδοχος του θρόνου έπρεπε να μεταστραφεί στο ορθόδοξο δόγμα[33].

 

Αμαλία, Βασίλισσα της Ελλάδος, πίνακας του Josef Stieler, Ίδρυμα Βασιλικού Οίκου Wittelsbach, Μόναχο.

 

Στη διαμάχη μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και της Ρωσίας σχετικά με την επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο, η θέση του βασιλέως Όθωνος ήταν δύσκολη. Μεγάλη μερίδα του λαού ζητούσε την άσκηση εκ μέρους του μίας πιο δυναμικής πολιτικής, η οποία όμως ήταν δύσκολο να εφαρμοσθεί εξαιτίας των τότε συνθηκών[34].

Όταν η Ελλάδα προσπάθησε να προσαρτήσει την Κρήτη γύρω στο 1841, το βρετανικό ναυτικό απέκλεισε το λιμάνι του Πειραιά[35]. Αυτό επαναλήφθηκε το 1850, με τα λεγόμενα “Παρκερικά”[36]. Η κατάσταση αυτή επαναλήφθηκε, όταν η Ελλάδα κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο το 1853, υπεστήριξε τις επαναστάσεις για την ελευθερία, σε Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλία[37]. Το λιμάνι του Πειραιά και η πρωτεύουσα αποκλείσθηκαν, ενώ ο Ελληνικός Στόλος καταλήφθηκε από τις δυτικές δυνάμεις[38]. Η αδυναμία του βασιλέως εμπρός σε μια τέτοια ξένη παρέμβαση εξασθένησε τη θέση του[39].

Επίσης, ο τύπος στη Γερμανία, από την έναρξη της βασιλείας του Όθωνος, έδειξε ενδοιασμούς ως προς την ηθική υποστήριξη, έναντι του Ελληνικού κράτους. Ο αρχιτέκτονας Ludwig Lange, αντίθετα (ο οποίος εργαζόταν ως καθηγητής σχεδίασης στο γυμνάσιο της Αθήνας), μίλησε για παραποιημένες αναφορές στη Γερμανία σχετικά με τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα[40].

Το 1843 είχε μειωθεί ο δανεισμός προς την Ελλάδα, και αυτό δημιούργησε δυσαρέσκειες στον κρατικό μηχανισμό, και στους πολίτες. Αυτό απετέλεσε μία από τις αφορμές για την συσπείρωση στρατιωτικών και πολιτικών, η οποία οδήγησε στο κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, και στην θέσπιση του Συντάγματος του 1844[41].

Τότε ο Ανδρέας Μεταξάς, ηγέτης του Ρωσικού Κόμματος, διορίσθηκε πρωθυπουργός[42]. Αυτός και όλοι οι διάδοχοί του παρέμειναν πρωθυπουργοί για μικρό χρονικό διάστημα, γεγονός που αντικατοπτρίζει τις βίαιες διαμάχες των διαφόρων κομμάτων που προσανατολίσθηκαν στις προστάτιδες δυνάμεις[43]. Ακολούθησε ο πόλεμος της Κριμαίας, όπου ο Όθων σχεδίαζε την επέκταση της Ελλάδος προς τον βορρά, σε βάρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι κινήσεις αυτές ενόχλησαν τις προστάτιδες δυνάμεις οι οποίες έβλεπαν και πάλι μία Ρωσική απειλή.

Τελικά η βασιλεία του Όθωνος, ανατράπηκε από το κίνημα της 23ης Οκτωβρίου 1862. Την ιδία ημέρα, ο Όθων απεχώρησε από την Ελλάδα με την βασίλισσα Αμαλία, με το βρετανικό πλοίο “Σκύλλα”[44], με στόχο να αποφευχθεί ο διχασμός των Ελλήνων.

Στο τελευταίο του επίσημο διάγγελμα, ο βασιλέας Όθων επιβεβαιώνει τον Φιλελληνισμό του, ή καλύτερα πλέον το ήθος ενός μεγάλου Έλληνα:

«Έλληνες!

Πεπεισμένος ότι μετά τα τελευταία συμβάντα, άτινα έλαβον χώραν εις διάφορα μέρη του Βασιλείου και ιδίως εις την Πρωτεύουσαν, η περαιτέρω εν Ελλάδι διαμονή μου κατά την στιγμήν ταύτην ηδύνατο να φέρη τους κατοίκους αυτής εις ταραχάς αιματηράς και δυσκόλους να καταβληθώσιν, απεφάσισα ν’ αναχωρήσω εκ του τόπου τούτου, τον οποίον ηγάπησα και εισέτι αγαπώ, και προς την ευημερίαν του οποίου από τριακονταετίας σχεδόν ούτε φροντίδων, ούτε κόπου εφείσθην.

Αποφεύγων πάσαν επίδειξιν, είχον προ οφθαλμών μόνον τα αληθή της Ελλάδος συμφέροντα και πάσαις δυνάμεσι προσεπάθησα να προαγάγω την υλικήν και ηθικήν αυτής ανάπτυξιν, επιστήσας ιδίως την προσοχήν μου εις την αμερόληπτον της δικαιοσύνης απονομήν. Οσάκις δε επρόκειτο περί των κατά του προσώπου Μου πολιτικών εγκλημάτων, έδειξα πάντοτε μεγίστην επιείκειαν και λήθην των πεπραγμένων.

Επιστρέφων εις την γήν της γεννήσεώς Μου, λυπούμαι αναλογιζόμενος τας συμφοράς, υφ’ ών επαπειλείται η προσφιλής μου Ελλάς εκ της νέας πλοκής των πραγμάτων, και παρακαλώ τον εύσπλαχνον Θεόν ν’ απονέμη πάντοτε την χάριν Του εις τας τύχας της Ελλάδος.».

 

Το τελευταίο επίσημο διάγγελμα του βασιλέως Όθωνος (συλλογή ΕΕΦ).

 

Ο βασιλεύς Όθων επέστρεψε στη Βαυαρία με τη σύζυγό του, και εγκαταστάθηκαν στην κατοικία του πρώην πρίγκιπα-επισκόπου στη Βαμβέργη μέχρι το θάνατό τους. Κάθε ημέρα, ως υπενθύμιση της αγάπης τους για την Ελλάδα, είχαν ορίσει ένα χρονικό διάστημα, στο οποίο θα ομιλούντο αποκλειστικά τα Ελληνικά[45].

Παρά την δύσκολη οικονομική κατάσταση, ο βασιλέας Όθων βοηθούσε διαρκώς την Ελλάδα, αποστέλλοντας ανώνυμα οικονομική βοήθεια. Μάλιστα το 1866 χρηματοδότησε, εξ ολοκλήρου από δικούς του πόρους, την αποστολή όπλων στους Κρητικούς, οι οποίοι είχαν επαναστατήσει εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας. Έτσι απέδειξε ακόμη μία φορά όχι απλά τον Φιλελληνισμό του[46], αλλά πλέον τον πατριωτισμό του.

Ο βασιλέας Όθων της Ελλάδος απεβίωσε στις 26 Ιουλίου 1867 στη Βαμβέργη. Ο ίδιος θέλησε να ταφεί με την παραδοσιακή ενδυμασία της Ελλάδας, τη φουστανέλα. Είναι θαμμένος δίπλα στην βασίλισσα Αμαλία της Ελλάδος, στην κρύπτη των οικογενειακών τάφων της βαυαρικής δυναστείας, στην εκκλησία Theatinerkirche, στο κέντρο του Μονάχου.

Ο μεγάλος αυτός Έλληνας, ανέλαβε μία ιδιαίτερα δύσκολη αποστολή σε νεανική ηλικία, χωρίς να έχει προλάβει να αποκτήσει την απαραίτητη πείρα. Ανέλαβε να συγκροτήσει από το μηδέν ένα νέο κράτος που προερχόταν από μία μακρόχρονη σκλαβιά 400 ετών. Ένα κράτος που ξεκινούσε με ελάχιστους πόρους και πολλά προβλήματα. Φρόντισε να ενώσει τους Έλληνες και να προβάλει την κοινή ταυτότητά τους. Αυτήν των συνεχιστών της αρχαίας κλασσικής Ελλάδας. Σχεδίασε τους πρώτους θεσμούς της χώρας, την παιδεία και την δημόσια υγεία, και τα πρώτα εμβληματικά νεοκλασικά κτίρια.

Η ΕΕΦ τιμά την μνήμη του βασιλέα Όθωνος της Ελλάδος, ο οποίος σε αντίθεση με τον πατέρα του βασιλέα Λουδοβίκο Α’ της Βαυαρίας, μπορεί να μην ήταν ο έμπειρος κυβερνήτης (ειδικά για μία χώρα που δημιουργείτο από το μηδέν), αλλά ήταν ένας δίκαιος και ανιδιοτελής άνθρωπος, ο οποίος απέδειξε έμπρακτα τον Φιλελληνισμό του και προσέφερε πολλά στην Ελλάδα.

 

Ο βασιλεύς Όθων της Ελλάδος, εξόριστος στη Βαυαρία, το 1865. Φωτογραφία του Φίλιππου Μαργαρίτη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Παραπομπές

[1] Κωνσταντίνος (Βασιλεύς των Ελλήνων), “Χωρίς Τίτλο”, εκδ. “Το Βήμα”, Αθήνα, 2015, α’ τόμος.
[2] Bower, Leonard – Bolitho, Gordon, “Othon I, King of Greece: A Biography”, εκδ. Selwyn & Blunt, Λονδίνο, 1939.
[3] Βλ. στο ίδιο.
[4] Βλ. στο ίδιο.
[5] Thiersch, Heinrich, “Friedrich Thiersch’s Leben (Aus seinen Briefen)”, εκδ. C.F. Winter, Λειψία, 1866, α’ τόμος.
[6] Weis, Anton, “Allgemeine Deutsche Biographie “, εκδ. Duncker & Humblot, Λειψία, 1887.
[7] Καποδίστριας, Ιωάννης, “Επιστολαί διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί, γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρι 26 Σεπτεμβρίου 1831”, εκδ. Κωνσταντίνου Ράλλη, Αθήνα, 1841, γ’ τόμος.
[8] Fleming, David C., “John Capodistrias and the Conference of London (1828-1831)”, εκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 1970.
[9] Driault, Edouard, Lheritier, Michel, “Histoire diplomatique de la Grece de 1821 a nos jours”, εκδ. Les Presses Universitaires de France, Παρίσι, 1925, β’ τόμος.
[10] “Ατομικός Φάκελος ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη”, Ιστορικό Αρχείο Μουσείο Ύδρας, Ύδρα, γ’ τετράδιο.
[11] Chapuisat, Edouard, “Jean-Gabriel Eynard et son temps: 1775-1863”, εκδ. A. Jullien, Γενεύη, 1952.
[12] Καποδίστριας, Ιωάννης, “Επιστολαί διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί, γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρι 26 Σεπτεμβρίου 1831”, εκδ. Κωνσταντίνου Ράλλη, Αθήνα, 1841, γ’ τόμος.
[13] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863-1865, δ’ τόμος.
[14] Πρεβελάκης, Ελ.- Γλύτσης, Φ., “Επιτομαί εγγράφων του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών, Γενική Αλληλογραφία/Ελλάς”, εκδ. Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1975, α’ τόμος.
[15] Ευαγγελίδης, Τρύφων, “Ιστορία του Όθωνος, βασιλέως της Ελλάδος (1832-1862)”, εκδ. Α. Γαλανός, Αθήνα, 1894.
[16] Βλ. στο ίδιο.
[17] Άννινος, Μπάμπης, “Χρονικά της βασιλείας του Όθωνος”, εκδ. Εστία, Αθήνα, 1889.
[18] Buttlar, Adrian von,  Η Οθωνική Ελλάδα και η συγκρότηση του ελληνικού κράτους”, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 2002.
[19] “Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος”, Ναύπλιο, ΦΕΚ 16/2/1833.
[20] Παπαδόπουλος – Βρεττός , Ανδρέας, “Πολιτικά σύμμικτα”, εκδ. Αγγελίδη, Αθήνα, 1840.
[21] Heideck, Karl von, “Die bayerische Philhellenen-Fahrt 1826-1829”, εκδ. J. Lindauersche Buchhandlung, Μόναχο, 1897.
[22] Ευαγγελίδης, Τρύφων, “Ιστορία του Όθωνος, βασιλέως της Ελλάδος (1832-1862)”, εκδ. Α. Γαλανός, Αθήνα, 1894.
[23] Βλ. στο ίδιο.
[24] Hederer, Oswald, “ Friedrich von Gärtner 1792-1847. Leben – Werk – Schüler”, εκδ. Prestel Verlag, Μόναχο, 1976.
[25] Μακρυγιάννης, Ιωάννης, “Αρχεία Νεωτέρας Ιστορίας. Αρχείον του στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη”, επιμ. Γιάννης Βλαχογιάννης, εκδ. Σ.Κ. Βλαστός, Αθήνα, 1907, β’ τόμος.
[26] Δραγούμης, Νικόλαος, “Ιστορικαί Αναμνήσεις”, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1973, β’ τόμος.
[27] Prokesch von Osten, Anton, “Geschichte des Abfalls der Griechen vom Turkischen Reiche”, εκδ. Akademische Druck und Verlagsanstalt, Graz, 1970, γ’ τόμος.
[28] “Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη”, εκδ. Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1996, τόμος Β2’.
[29] Βερναρδάκης, Δημήτριος, “Καποδίστριας και Όθων” εκδ. Ερμείας, Αθήνα, 2001.
[30] Galletti, Johann Georg August, Cannabich, Johann Günther Friedrich, Meynert, Hermann, “Allgemeine Weltkunde”, εκδ. C.A. Harthleben, Μόναχο, 1840.
[31] “Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος”, Αθήνα, 1837, ΦΕΚ 24/04/1837.
[32] Seidl, Wolf, “Bayern in Griechenland”, εκδ. Süddeutscher Verlag, Μόναχο, 1970.
[33] Isensee, Florian, “ Amalie 1818-1875: Herzogin von Oldenburg Königin von Griechenland”, εκδ. Kunst- u. Kulturkreis Rastede e.V. , Ολδεμβούργο, 2004.
[34] Καλευράς, Παναγιώτης, “Η Ρωσοφοβία και ο Πανσλαυισμός “, εκδ. Καρτερία, Αθήνα, 1860.
[35] Σταυρινού, Μιράντα, ”Η αγγλική πολιτική και το Κρητικό Ζήτημα 1831-1841”, εκδ. Δόμος, Αθήνα, 1986.
[36] Κλάψης, Αντώνης, “Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης”, 1821-1923, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα, 2019.
[37] Κολοκοτρώνης, Γενναίος, “Απομνημονεύματα”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2006.
[38] Βλ. στο ίδιο.
[39] Μελετόπουλος, Χαρίλαος, “Η Ευρωπαϊκή Διπλωματία εν Ελλάδι”, εκδ. Π.Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888.
[40] Nerdinger, Winfried ,”Lange Ludwig“, εκδ. Duncker & Humblot, Βερολίνο, 1982.
[41] Δραγούμης, Νικόλαος, “Ιστορικαί Αναμνήσεις”, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1973, β’ τόμος.
[42] Φωτιάδης, Δημήτρης, “Όθωνας – Η μοναρχία”, εκδ. Αφοι Ζαχαρόπουλοι, Αθήνα, 1988.
[43] Κολοκοτρώνης, Γενναίος, “Απομνημονεύματα”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2006.
[44] Φωτιάδης, Δημήτρης, “Όθωνας – Η έξωση”, εκδ. Αφοι Ζαχαρόπουλοι, Αθήνα, 1988.
[45] Ευαγγελίδης, Τρύφων, “Ιστορία του Όθωνος, βασιλέως της Ελλάδος (1832-1862)”, εκδ. Α. Γαλανός, Αθήνα, 1894.
[46] Bower, Leonard – Bolitho, Gordon, “Otho I, King of Greece: A Biography”,εκδ. Selwyn & Blunt, Λονδίνο, 1939.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Κωνσταντίνος (Βασιλεύς των Ελλήνων), “Χωρίς Τίτλο”, εκδ. “Το Βήμα”, Αθήνα, 2015, α’ τόμος.
  • Bower, Leonard – Bolitho, Gordon, “Othon I, King of Greece: A Biography”, εκδ. Selwyn & Blunt, Λονδίνο, 1939.
  • Thiersch, Heinrich, “Friedrich Thiersch’s Leben (Aus seinen Briefen)”, εκδ. C.F. Winter, Λειψία, 1866, α’ τόμος.
  • Weis, Anton, “Allgemeine Deutsche Biographie“, εκδ. Duncker & Humblot, Λειψία, 1887.
  • Καποδίστριας, Ιωάννης, “Επιστολαί διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί, γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρι 26 Σεπτεμβρίου 1831”, εκδ. Κωνσταντίνου Ράλλη, Αθήνα, 1841, γ’ τόμος.
  • Fleming, David C.,” John Capodistrias and the Conference of London (1828-1831)”, εκδ. Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 1970.
  • Driault, Edouard, Lheritier, Michel, “Histoire diplomatique de la Grèce de 1821 à nos jours”, εκδ. Les Presses Universitaires de France, Παρίσι, 1925, β’ τόμος.
  • “Ατομικός Φάκελος ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη”, Ιστορικό Αρχείο Μουσείο Ύδρας, Ύδρα, γ’ τετράδιο.
  • Chapuisat, Edouard, “Jean-Gabriel Eynard et son temps : 1775-1863”, εκδ. A. Jullien, Γενεύη, 1952.
  • Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863-1865, δ’ τόμος.
  • Πρεβελάκης, Ελ.- Γλύτσης, Φ., “Επιτομαί εγγράφων του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών, Γενική Αλληλογραφία/Ελλάς”, εκδ. Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1975, α’ τόμος.
  • Ευαγγελίδης, Τρύφων, “Ιστορία του Όθωνος, βασιλέως της Ελλάδος (1832-1862)”, εκδ. Α. Γαλανός, Αθήνα, 1894.
  • “Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος”, Ναύπλιο, ΦΕΚ 16/2/1833.
  • Παπαδόπουλος – Βρεττός, Ανδρέας, “Πολιτικά σύμμικτα”, εκδ. Αγγελίδη, Αθήνα, 1840.
  • Heideck, Karl von, “Die bayerische Philhellenen-Fahrt 1826-1829”, εκδ. J. Lindauersche Buchhandlung, Μόναχο, 1897.
  • Hederer, Oswald, “ Friedrich von Gärtner 1792 – 1847. Leben – Werk – Schüler”, εκδ. Prestel Verlag, Μόναχο, 1976.
  • Μακρυγιάννης, Ιωάννης, “Αρχεία Νεωτέρας Ιστορίας. Αρχείον του στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη”, επιμ. Γιάννης Βλαχογιάννης, εκδ. Σ.Κ. Βλαστός, Αθήνα, 1907, β’ τόμος.
  • Δραγούμης, Νικόλαος, “Ιστορικαί Αναμνήσεις”, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1973, β’ τόμος.
  • Prokesch von Osten, Anton, “Geschichte des Abfalls der Griechen vom Turkischen Reiche”, εκδ. Akademische Druck und Verlagsanstalt, Graz, 1970, γ’ τόμος.
  •  “Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη”, εκδ. Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1996, τόμος Β2’.
  • Βερναρδάκης, Δημήτριος, “Καποδίστριας και Όθων” εκδ. Ερμείας, Αθήνα, 2001.
  • Galletti, Johann Georg August, Cannabich, Johann Günther Friedrich, Meynert, Hermann, “Allgemeine Weltkunde”, εκδ. C.A. Harthleben, Μόναχο, 1840.
  • “Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος”, Αθήνα, 1837, ΦΕΚ 24/04/1837.
  • Seidl, Wolf, “Bayern in Griechenland”, εκδ. Süddeutscher Verlag, Μόναχο, 1970.
  • Isensee, Florian, “Amalie 1818-1875: Herzogin von Oldenburg Königin von Griechenland”, εκδ. Kunst- u. Kulturkreis Rastede e.V., Ολδεμβούργο, 2004.
  • Καλευράς, Παναγιώτης, “Η Ρωσσοφοβία και ο Πανσλαυισμός“, εκδ. Καρτερία, Αθήνα, 1860.
  • Σταυρινού, Μιράντα, ”Η αγγλική πολιτική και το Κρητικό Ζήτημα 1831-1841”, εκδ. Δόμος, Αθήνα, 1986.
  • Κλάψης, Αντώνης, “Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης”, 1821-1923, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα, 2019.
  • Κολοκοτρώνης, Γενναίος, “Απομνημονεύματα”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2006.
  • Μελετόπουλος, Χαρίλαος, “Η Ευρωπαϊκή Διπλωματία εν Ελλάδι”, εκδ. Π.Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888.
  • Nerdinger, Winfried ,”Lange, Ludwig“, εκδ. Duncker & Humblot, Βερολίνο, 1982.
  • Φωτιάδης, Δημήτρης, “Όθωνας – Η μοναρχία”, εκδ. Αφοι Ζαχαρόπουλοι, Αθήνα, 1988.
  • Φωτιάδης, Δημήτρης, “Όθωνας – Η έξωση”, εκδ. Αφοι Ζαχαρόπουλοι, Αθήνα, 1988.

 

 

“[…] Es lebe Ihre Heimat, die auch für mich die schönste Heimat ist, die Heimat meiner Bildung und meiner Ideale!”
“Ζήτω η Πατρίδα σας, που για μένα είναι η ομορφότερη πατρίδα, η πατρίδα της Παιδείας μου και των Ιδανικών μου!”

Friedrich Thiersch, De l’état actuel de la Grèce et des moyens d’arriver à sa restauration, Leipzig 1833 (1828 – 1833)

 

O Friedrich Wilhelm Thiersch (Ειρηναίος Θείρσιος, 1784 – 1860), απετέλεσε την κορυφαία μορφή του Γερμανικού Φιλελληνισμού, ενώ υπήρξε ο θεμελιωτής της Κλασικής Φιλολογίας και των Ανθρωπιστικών σπουδών στη Βαυαρία. Θεωρούσε την Ελλάδα ως “πραγματική” του πατρίδα, μητέρα της σκέψης και των ιδανικών του, και έτσι ελληνοποίησε το όνομά του σε Ειρηναίος Θείρσιος, με το οποίο είναι ευρύτερα γνωστός. Υπερασπίσθηκε με θέρμη τα δίκαια του Ελληνικού Αγώνα, και βρέθηκε στο στόχαστρο του Metternich και της πρωσικής κυβέρνησης, ως εμπνευστής της Φιλελληνικής Γερμανικής Λεγεώνας, και ως φλογερός πρόμαχος της Ελληνικής Επανάστασης. Στην εποχή του αναγνωρίστηκε ως “Praeceptor Bavariae“, δάσκαλος του βαυαρικού Γένους και θεμελιωτής της ουμανιστικής παιδείας στη Βαυαρία, όπως αντίστοιχα, θεωρείται ο φιλόσοφος Wilhelm von Humboldt (1767-1835) θεμελιωτής του εκπαιδευτικού συστήματος στην Πρωσία.[1]

Ο μαχητικός Ειρηναίος Θείρσιος γεννήθηκε στις 17 Ιουνίου 1784 στο χωρίο Kirchscheidungen (Sachsen – Anhalt) και ήταν ο δεύτερος γιος του γεωργού Benjamin Thiersch. Ένας από τους αδερφούς του ήταν ο κλασικός φιλόλογος και συνθέτης του πρωσικού εθνικού ύμνου (Preußenlied), Βernhard Thiersch. Ο γνωστός ζωγράφος από το Μόναχο, Ludwig Thiersch (1825-1909), ήταν γιος του, και ο αρχιτέκτων και ζωγράφος Friedrich von Thiersch (1852-1921) εγγονός του. Από το 1804 και εξής σπούδασε φιλολογία και θεολογία στη Λειψία και το Göttingen, και από το 1808 παρέδιδε μαθήματα ιδιωτικώς. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Göttingen απέκτησε στενές επαφές με κάποιους συμφοιτητές, οι οποίοι γνώριζαν ελληνικά τραγούδια. Έτσι πυροδοτήθηκε το ενδιαφέρον του για την πραγματικότητα των σύγχρονων Ελλήνων. Το 1809 έφθασε στο Μόναχο για να διδάξει στο Wilhelmsgymnasium και από το 1811 και στο Λύκειο. Ίδρυσε το Φιλολογικό Ινστιτούτο (1812), το οποίο έκτοτε διαμορφώνει την εκπαίδευση δασκάλων στη Βαυαρία, και θεμελίωσε το σχολικό και πανεπιστημιακό σύστημα σε νεοανθρωπιστική κατεύθυνση. Ήδη από το 1809 ήρθε σε σύγκρουση με τους προϊσταμένους του στο Γυμνάσιο του Μονάχου και τον κύκλο του Βαρόνου Johann Christoph von Aretin, ο οποίος εξέφραζε φιλοναπολεοντικές θέσεις. Το 1811 κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού, κατηγόρησε τον κύκλο του Aretin για μια απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, αν και φαίνεται η επίθεση να είχε ερωτικό και όχι ιδεολογικό ή πολιτικό κίνητρο.[2]

Μετά την ανάδειξη του σπουδαίου Φιλέλληνα Λουδοβίκου Α´ στον βαυαρικό θρόνο (13 Οκτωβρίου 1825), ο Thiersch ανέλαβε την αναδιοργάνωση του συστήματος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Έλαβε την έδρα Κλασικής Φιλολογίας, όταν το κρατικό πανεπιστήμιο μεταφέρθηκε στο Μόναχο. Το 1829 έγινε Πρύτανης του Λουδοβίκιου Μαξιμιλιανού Πανεπιστημίου και ίδρυσε το πρώτο σεμινάριο Κλασικής Γραμματείας στη Γερμανία. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών που εξέδωσε για τα γυμνάσια της Βαυαρίας, η διδασκαλία μειώθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στην εκμάθηση των αρχαίων γλωσσών, ικανοποιώντας το ιδεολογικό πρόγραμμα του Βαυαρού μονάρχη.

O Θείρσιος προέβλεψε την αναγέννηση των Ελλήνων μία δεκαετία πριν το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης και συνέβαλε καθοριστικά στη γένεση ολόκληρου του γερμανικού φιλελληνικού ρεύματος.[3] Καθοριστικής σημασίας ήταν η συγγραφική δραστηριότητα Γερμανών πανεπιστημιακών υπέρ της Ελλάδας πριν το 1821. Δίχως αυτήν “θα ήταν αδιανόητο να φανταστούμε το κύμα συμπάθειας που περιγράφεται σε γερμανικά κείμενα μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης“[4]. Η συγκέντρωση γνώσεων και πληροφοριών για τα ελληνικά πράγματα, δύο περίπου γενιές πριν το 1821, διαμόρφωσε μία εικόνα για την Ελλάδα και ένα κίνημα συμπαράστασης. Σε ό,τι αφορά τους κύκλους της διανόησης στη Γερμανία, ο Thiersch βρίσκεται μαζί με τον καθηγητή φιλοσοφίας στο Königsberg, Wilhelm Traugott Krug (1770 – 1842) στην πρώτη γραμμή του αγώνα υπέρ της Ελλάδας. Μάλιστα ο Krug ήταν ο πρώτος Γερμανός λόγιος που τάχθηκε δημόσια υπέρ της ελευθερίας των Ελλήνων. Το Πάσχα του 1821 κυκλοφόρησε προκήρυξη με θέμα “Η αναγέννηση της Ελλάδας” (Griechenlands Wiedergeburt) και έκανε έκκληση για στήριξη του ελληνικού αγώνα. Μάλιστα τόνιζε ότι “η κυριαρχία των Τούρκων δε μπορεί να θεωρηθεί με κανέναν τρόπο νόμιμη, είναι απλά παράνομη … τίποτε δε μπορεί να θεμελιώσει νομικά την επικράτηση ενός λαού έναντι ενός άλλου”.[5] Η προκήρυξη του κυκλοφόρησε και πέραν των γερμανικών συνόρων (Πολωνία, Ολλανδία), ενώ στα ελληνικά κυκλοφόρησε με μορφή χειρογράφου και δημοσιεύθηκε ανώνυμα μόλις το 1861.[6]

Τις ίδιες θέσεις είχε υιοθετήσει και ο Thiersch, η σκέψη και κοσμοθεωρία του οποίου είχαν διαμορφωθεί από τον πολιτικό προτεσταντισμό, τον φιλελευθερισμό, το νεοανθρωπισμό και τον χριστιανισμό του. Στην προκήρυξη του “Η σωτηρία της Ελλάδας, η υπόθεση της υπόχρεης Ευρώπης”, προπαγάνδιζε τη θέση του υπέρ του ελληνικού Αγώνα, στηριζόμενος σε ένα επιχείρημα χρέους απέναντι στην Ελλάδα. Η Ευρώπη όφειλε την καταγωγή και πρόοδο της στην αρχαία Ελλάδα, και τώρα θα έπρεπε να ανταποδώσει την ευγνωμοσύνη της στους απογόνους της. Στην ελληνική Επανάσταση έβρισκε την ιδανική ευκαιρία για την αποπληρωμή του ηθικού τους χρέους, την οποία οι συμπατριώτες του ολόψυχα έπρεπε να εκμεταλλευτούν.

Από τις γραμμές της εφημερίδας Augsburger Allgemeine Zeitung, ο Thiersch επιδίωκε, με το κύρος ενός από τους πολυτιμότερους συνεργάτες της, να ενημερώνει το γερμανικό κοινό για τα ελληνικά πράγματα και να ξιφουλκεί υπέρ των ελληνικών δικαίων. Διατηρούσε ένα δίκτυο επαφών στην Ελλάδα, ώστε να ενημερώνεται πρωτογενώς. Μέσω της σειράς άρθρων του στην εφημερίδα Augsburger Allgemeine “Von der Isar” (από τον Ίσαρ, 2/6 – 17/9/1821), συγκρούεται ανοικτά με τις θέσεις του “Αυστριακού Παρατηρητή“ (Österreichischer Beobachter), την ανθελληνική εφημερίδα, όργανο του Metternich. Tα “επικίνδυνα επαναστατικά παιχνίδια” του καθηγητή Thiersch στο ζοφερό πολιτικό κλίμα της Γερμανίας πριν τον Μάρτιο του 1848, θέτουν τη ζωή και την υπόληψή του σε άμεσο κίνδυνο. Βρίσκεται στο στόχαστρο της αυστριακής αστυνομίας, ενώ ακόμη πιο εχθρική και καχύποπτη είναι η κυβέρνηση της Πρωσίας. Το φλογερά μαχητικό του πνεύμα ωστόσο δεν κάμπτεται, και στις 18/9/1821 κάνει έκκληση για τη δημιουργία μιας Φιλελληνικής, Γερμανικής Λεγεώνας. Με οξύ τρόπο αντιδρά στην πρότασή του ο Πρώσος υπουργός εξωτερικών, Christian Günther von Bernstorff (1769–1835), εγκαλώντας τον καθηγητή δημόσια για “αναίδεια και πλήρη παρανόηση των καθηκόντων του”. Η πρωσική κυβέρνηση διέκρινε τον πραγματικό κίνδυνο, ότι η ενίσχυση του φιλελληνικού ρεύματος θα μπορούσε να αποτελέσει μοχλό πίεσης εναντίον του καθεστώτος και για πλήθος άλλων εσωτερικών ζητημάτων. Εξ ου και η φίμωση του Τύπου στην Πρωσία σε ό,τι αφορούσε το ελληνικό ζήτημα.[7] Νιώθοντας την ανάγκη να αυτοπροστατευθεί, ο Θείρσιος αποκήρυξε εικονικά τα σχέδια του στην Allgemeine Zeitung, δίχως στην πραγματικότητα να εγκαταλείπει τον φιλελληνικό του αγώνα.[8]

Κατά τους σχεδιασμούς του Thiersch, η δημιουργία και η πολεμική εμπλοκή μιας γερμανικής λεγεώνας στην Ελλάδα θα έβρισκε χρηματοδότηση από τα Φιλελληνικά Κομιτάτα, με το Μόναχο να αποτελεί το κεντρικό σημείο συντονισμού για την συλλογή της βοηθείας. Προκειμένου να υλοποιηθεί η πρότασή του, ήρθε σε επαφή με Έλληνες της Τεργέστης και της Βιέννης και με πατριώτες, όπως π.χ. ο Θεοχάρης Κεφαλάς. Ο βασικός υποστηρικτής των ιδεών του, τόσο στη θεωρία, όσο και στην πράξη, ήταν ο Βαυαρός μονάρχης Λουδοβίκος Α´. Όταν όμως η αυστριακή αστυνομία έλαβε γνώση των σχεδίων του τον Ιούλιο του 1821, η εκτέλεση του εγχειρήματος του ανεστάλη. Αρχικός στόχος ήταν η αποστολή γερμανικού στρατιωτικού σώματος, με έναν στρατηγό που θα εκτελούσε τις διαταγές της ελληνικής κυβέρνησης, και το οποίο θα αναλάμβανε τη στρατιωτική εκπαίδευση των Ελληνικών στρατεύσιμων. Τελικά, σχηματίσθηκε Γερμανική Λεγεώνα από στρατιωτικά ανεκπαίδευτους εθελοντές, η οποία έφθασε στην Ελλάδα το Νοέμβριο του 1822. Παρά τις υψηλές προσδοκίες για την προσφορά της στον Αγώνα, δεν πραγματοποίησε κανέναν από τους στόχους της και αυτοδιαλύθηκε λίγο αργότερα.

Ο Θείρσιος επιχείρησε εκ νέου να θέσει σε εφαρμογή τα σχέδιά του στα τέλη 1825 – αρχές 1826, όταν αντιλήφθηκε ότι το κλίμα στην Ευρώπη μεταστρέφεται θετικά υπέρ των Ελλήνων. Αν και η φιλοδοξία του δεν ικανοποιήθηκε, πέτυχε εν τούτοις την ίδρυση ενός συλλόγου για τους Έλληνες στο Μόναχο, κατά το πρωσικό πρότυπο. Ο σύλλογος του Μονάχου αναλάμβανε τη συλλογή και αποστολή χρηματικών ποσών στη Φιλελληνική Επιτροπή του Παρισιού. Ο Λουδοβίκος διέθετε μεγάλα ποσά για τον Ελληνικό Αγώνα. Ενδιαφερόταν προσωπικά για τους Έλληνες που διέμεναν στη Βαυαρία, απένειμε υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές του Μονάχου και παρακολουθούσε την πρόοδό τους. Χάρη στη μεσολάβηση του Thiersch, έφθασαν στο Μόναχο ως υπότροφοι της Στρατιωτικής Σχολής, οι Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892) και Σκαρλάτος Σούτσος (1806-1887). Ο Λουδοβίκος υιοθέτησε την πρόταση του Thiersch για παραχώρηση της Salvatorkirche στην ελληνική κοινότητα του Μονάχου και τη συνακόλουθη μετατροπή του ναού από καθολικό σε ορθόδοξο. Το 1826 έστειλε μία αντιπροσωπεία δώδεκα Βαυαρών στην Ελλάδα υπό την καθοδήγηση του αντισυνταγματάρχη Carl Wilhelm von Heideck (1788–1861), με σκοπό την οργάνωση τακτικού στρατού και την ανάληψη πολεμικών δράσεων υπό ελληνικές διαταγές.

Όταν ο Heideck αποχώρησε από την Ελλάδα, βαριά κτυπημένος από ελονοσία, δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε να επισκεφθεί ο Φιλέλληνας Θείρσιος και να γνωρίσει την πατρίδα των ιδανικών του. Η θέση που άφηνε πίσω του ο Heideck κενή, έπρεπε να καλυφθεί από  κάποιο άλλο, έμπιστο πρόσωπο του Λουδοβίκου Α. Ο Λουδοβίκος εμπιστευόταν τoν Τhiersch για ζητήματα παιδείας και πολιτικής στη Βαυαρία, ενώ αυτός διέθετε επιπλέον ένα πολύ δυνατό πλεονέκτημα. Την ελληνομάθειά του, η οποία τον καταστούσε μοναδικό σύμβουλο του επί των ελληνικών ζητημάτων στη βασιλική αυλή. Στις 21 Αυγούστου 1831 αναχώρησε με μια άμαξα για την Τεργέστη, από όπου θα έπλεε προς την Ελλάδα. Η επίσημη αιτιολόγηση του ταξιδιού του ήταν η διεξαγωγή αρχαιογνωστικής έρευνας, αποκρύπτοντας τους πολιτικούς στόχους της αποστολής. Φθάνει στην Ελλάδα μερικές μόνο ημέρες πριν τη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) με σκοπό να μεταφέρει την εικόνα της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης του αναδυόμενου ελληνικού κράτους στη βαυαρική αυλή.

Ο Friedrich Thiersch έφθασε στην Ελλάδα πριν την έλευση του Όθωνα, και μάλιστα είναι ο πρώτος Γερμανός φιλόλογος που ήλθε στη χώρα.[9] Παρέμεινε στην Ελλάδα από τις 14 Σεπτεμβρίου 1831 ως τις 4 Σεπτεμβρίου 1832. Τις εντυπώσεις του στην Ελλάδα αποτύπωσε στο δίτομο έργο του “De l’état actuel de la Grèce et des moyens d’arriver à sa restauration”(1833).

 

Friedrich Thiersch, De l’état actuel de la Grèce et des moyens d’arriver à sa restauration, Leipzig 1833 (1828 – 1833)

 

Με το ξεκίνημα της οθωνικής περιόδου έφθασε από τη Γερμανία ένα πλήθος ζωγράφων, αρχιτεκτόνων και αρχαιογνωστών στην Ελλάδα, “επανορθώνοντας“ για την αξιοσημείωτη απουσία Γερμανών περιηγητών στη διάρκεια των 17ου και 18ου αιώνα.

Η δια ζώσης γνωριμία του με τους Έλληνες δεν ανέτρεψε τα φιλελληνικά του αισθήματα, που ως τη στιγμή της άφιξης του σχετίζονταν με την αγάπη του για τα κλασικά ιδεώδη. Το πνεύμα της αρχαίας Ελλάδας αναγνώριζε στους σύγχρονους Έλληνες, στους οποίους διέκρινε έντονη φιλομάθεια. Αντιστοίχιζε την εσωτερική τους ομορφιά με το εξωτερικό κάλλος, το οποίο έβλεπε σε άντρες και γυναίκες – ομορφιά που ονομάζει κλασική, που συναντά “στα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας και στις οικογένειες των καπεταναίων και προκρίτων”[10]. Ως καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη των διανοητικών τους ικανοτήτων, την ανδρεία και τη δίψα τους για μάθηση, θεώρησε την επενέργεια του κλίματος[11]. Η επαφή του με τους νεότερους Έλληνες επιβεβαίωσε την αντίληψη του για την αδιάκοπη συνέχεια του ελληνισμού δια μέσου των αιώνων. Για αυτόν το λόγο θα γίνει σφοδρός πολέμιος των θέσεων του Fallmerayer: σε άρθρο του στην Allgemeine Zeitung θα του απευθύνει ευθέως το ερώτημα «Είναι ο Όθων βασιλεύς των Ελλήνων ή των Σλάβων;» (28.10.1835), ενώ λίγες μέρες αργότερα, θα επιτεθεί στον οπαδό του Fallmerayer, αντιβασιλέα Ludwig von Maurer, για το σύγγραμμα που εξέδωσε για τον ελληνικό λαό (01.11.1835)[12].

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Thiersch έτρεφε μεγάλη αγάπη και σεβασμό για τους Έλληνες. Η αντίθεση του με τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια (1776-1831), και η σύνδεση του στην Ελλάδα με αντικαποδιστριακούς κύκλους, ίσως συνέβαλαν στην παραγνώριση του Φιλελληνισμού του. Αξίζει να αναφερθούμε εν συντομία στις πολιτικές θέσεις του, προκειμένου να σχηματίσουμε μία νηφάλια εικόνα για τον ίδιο. Ένα γεγονός λ.χ. που λύπησε πολιτικούς κύκλους στη Γερμανία και την Ευρώπη, ήταν ότι ο Thiersch δε συμπεριλήφθηκε ως μέλος της τριμελούς Αντιβασιλείας του Όθωνα, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος συνέβαλε καθοριστικά στην άφιξη του νεαρού μονάρχη και της Αντιβασιλείας του στο Ναύπλιο το 1833. Οι λόγοι φαίνεται να ήταν πολιτικοί, καθώς ο επηρεασμένος από τον πολιτικό προτεσταντισμό και πρώιμο φιλελευθερισμό, Θείρσιος, τασσόταν ανοικτά υπέρ ενός φιλελεύθερου, συνταγματικού κράτους, το οποίο θα λειτουργούσε ως τροχοπέδη στον θεσμό της μοναρχίας. Ατυχής ίσως σύμπτωση, αν αναλογισθεί κανείς το βάθος της γνώσης του για τα ελληνικά πράγματα, την ένθερμη υποστήριξη των δικαίων του ελληνικού λαού, αλλά και μία σειρά από μεταρρυθμίσεις δικής του εμπνεύσεως, που καθρεφτίζουν την επίσης πρακτική, πολιτική του ιδιοσυγκρασία: “λιτότητα στον οικονομικό τομέα με συρρίκνωση του δημοσιοϋπαλληλικού προσωπικού και του σώματος των αξιωματικών, ένταξη των αγωνιστών της Επανάστασης στην ελληνική άμυνα χωρίς αλλαγή της παραδοσιακής ενδυμασίας και των εγχώριων όπλων, διανομή της γης στους άκληρους αγρότες και προστασία αυτών από τους μεγαλογαιοκτήμονες.”[13]

Ο Thiersch ήταν μέλος της Φιλόμουσου Εταιρείας από το 1814, στήριζε τα ελληνικά σχολεία στην οθωμανική επικράτεια, και είχε γνωρίσει τους Ιωάννη Καποδίστρια, Ιγνάτιο της Ουγγροβλαχίας,  Άνθιμο Γαζή και Αδαμάντιο Κοραή. Ο Κοραής τον έπεισε για τη δημιουργία του Athenäum, ενός οικοτροφείου για νεαρούς Έλληνες, το οποίο ιδρύθηκε μεταξύ 1815 – 1817 στο Μόναχο. O Thiersch φέρεται να είναι επίσης ο μεταφραστής του μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου Σούτσου “Ο εξόριστος” (1831) στα γερμανικά. Πρόκειται για την πρώτη μετάφραση ελληνικού διηγήματος σε ξένη γλώσσα μετά το 1830.[14] Μολονότι το όνομα του μεταφραστή δεν αναφέρεται στη γερμανική έκδοση του κειμένου από το έτος 1837, είναι αρκετά πιθανό αυτή η παράλειψη να συνέβη και πάλι για λόγους αυτοπροστασίας του Thiersch, καθώς στην Πρωσία ήταν persona non grata.

Την τακτική της αποσιώπησης της ταυτότητάς του ακολούθησε ούτως ή άλλως μεταξύ των ετών 1835-1837, οπότε και εντατικοποιήθηκε η σχέση του με την Allgemeine Zeitung, ειδικά όταν αναφερόταν στην πολιτική του Metternich. Και η ίδια η εφημερίδα φρόντιζε για την προστασία του συντάκτη της, για αυτό εξέδιδε τα άρθρα του ανυπόγραφα. Ένας άλλος τρόπος του Τhiersch να διαφύγει της λογοκρισίας που του είχε επιβληθεί, ήταν να δημοσιεύει επιστολές από την Ελλάδα προς τη σύζυγό του στο λογοτεχνικό περιοδικό του εκδοτικού Οίκου Cotta, “Morgenblatt für gelehrte Stände”, στις οποίες μετέφερε πληροφορίες για την κατάσταση στην Ελλάδα. Με αυτόν τον τρόπο εξακολουθούσε να ενημερώνει το κοινό του χωρίς να γίνεται απροκάλυπτα στόχος του καθεστώτος.[15]

Στην πολύπλευρη προσφορά του προς την Ελλάδα ας προστεθεί και η δράση του στη χώρα μας ως αρχαιολόγος. Αλλο ένα τεκμήριο της αγάπης του. Κατά τη διάρκεια της μονοετούς παραμονής του ολοκλήρωσε πολλές μικρές ανασκαφές στο Άργος, το Ηραίον του Άργους, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, τη Νεμέα, την Αίγινα και τους Δελφούς. Εκτός από τον δεδομένο του ενθουσιασμό για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ενδιαφέρθηκε για τα βυζαντινά και νεότερα μνημεία, στους τόπους τους οποίους επισκέφθηκε, ενώ φρόντιζε να ενημερώνεται και για περισσότερο πρόσφατα ιστορικά γεγονότα.

Το 1841 τιμήθηκε με τον τίτλο του Ανώτερου Ταξιάρχη (Großkomtur) από το ελληνικό Τάγμα του Σωτήρος (Erlöser Orden), πρώτος αρχηγός του οποίου ήταν ο βασιλέας Όθων της Ελλάδας. Όταν επέστρεψε στην Βαυαρία, διετέλεσε από το 1848 έως το 1859 Πρόεδρος της Βαυαρικής Ακαδημίας Επιστημών. Το 1855 εξελέγη μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών. Το 1855 του απονεμήθηκε το παράσημο του Τάγματος της Αξίας του Βαυαρικού Στέμματος και απέκτησε τον τίτλο του ιππότη (Ritter).

O Friedrich Wilhelm Ritter von Thiersch πέθανε στο Μόναχο στις 25 Φεβρουαρίου 1860. O τάφος του βρίσκεται στο Παλαιό Νότιο Κοιμητήριο του Μονάχου (Alter Südlicher Friedhof).

 

O Τάφος του Friedrich Wilhelm Thiersch στην Γερμανία

 

Το όνομα του έχει δοθεί προς τιμήν του στην οδό Thierschstrasse στο Μόναχο, ενώ στην Αθήνα η οδός Θειρσίου κοντά στην πλατεία Αττικής, θυμίζει ακόμη στους Έλληνες την προσφορά του φλογερού εκείνου προμάχου του Ελληνικού Αγώνα.

Η ΕΕΦ και η Ελλάδα θα τιμούν αιώνια τον μεγάλο αυτό άνθρωπο του πνεύματος και Φιλέλληνα.

 

Παραπομπές

[1] Πρβλ. Selbmann, σ. 1.
[2] https://www.deutsche-biographie.de/sfz82498.html
[3] Τurczynski, σ. 11.
[4] Grimm, σ. 30, παρατίθεται στο: Τurczynski, σ. 11.
[5] Τράκα, σ. 53.
[6] Ο.π., σ. 54.
[7] Πρβλ. Λάσκαρι, σ. 31-34.
[8] Τράκα, σ. 56.
[9] Σπηλιοπούλου, σ. 2, 3.
[10] Κεφαλίδου, σ. 135 – 136.
[11] Ο.π., σ. 142.
[12] Σπηλιοπούλου, σ. 11.
[13] Παππάς
[14] Dimadis, σ. 1.
[15] Πρβλ. Σπηλιοπούλου, σ. 1.

 

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • deutsche-biographie.de
  • Dimadis, Konstantinos A., „Friedrich Thiersch und die Voraussetzungen für die erste Übersetzung eines griechischen Romans im deutschsprachigen Raum nach 1830: Der Verbannte von 1831 von Alexandros Soutsos“, στο Blume, H.- D. und Lienau, C. (Hg): Choregia, Münstersche Griechenland-Studien (2010)
  • Grimm, Gerhard, „Griechenland in Forschung und Lehre an den deutschen Universitäten vor der Ausbruch des griechischen Unabghängigkeitskrieges“, στο: Philhellenismus & die Modernisierung, σ. 29 – 46.
  • Κεφαλίδου, Σεβαστή, Πώς βλέπουν οι Ευρωπαίοι Φιλέλληνες Περιηγητές και τεχνοκράτες τους υπόδουλους Έλληνες και την ελληνική πραγματικότητα (κοινωνία – πολιτική- παιδεία). Μεταπτυχιακή εργασία. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2005
  • Konstantinou, Εvangelos, Griechenlandbegeisterung und Philhellenismus, Europäische Geschichte Online, 22-10-2012
  • Παππάς, Γιάννης, Friedrich Thiersch: Ο βίος και το έργο ενός κορυφαίου και αδικημένου Φιλέλληνα, bavaria.de, 25.04.2019
  • Selbmann, Rolf, Kefes, Peter, „Friedrich Thiersch und der Neuhumanismus in Altbayern. Wahrheit & Legende.“, Wilhelmsgymnasium München, Jahresbericht 1991/92, σ. 94- 121.
  • Σπηλιοπούλου, Ιωάννα, Το ταξίδι του Ειρηναίου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832) µέσα από την αλληλογραφία του µε τη γυναίκα του ως πηγή µαρτυρίας για τις ιδεολογικές διενέξεις αναφορικά µε τις ρίζες του ελληνικού πολιτισµού, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών, eens.org.
  • Τράκα, Θεολογία, H Ελλάδα και ο Ελληνικός Αγώνας για την Ανεξαρτησία μέσα από τη γερμανόφωνη πεζογραφία της δεκαετίας του 20 κατά τον 19ο αιώνα. Διδακτορική Διατριβή. Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα, 2012.
  • Turczynski, Emmanuel, Anmerkungen zu den wechselseitigen Kulturbeziehungen, στο: Hänsel, Bernhard, Die Entwicklung Griechenlands & die deutsch-griechischen Bezierhungen im 19. & 20. Jahrhundert, Verlag Otto Sagner, München 1990, σ. 9-21.

 

 

We are all Greeks

H διαχρονικά γνωστή φράση – σύνθημα, που παρακινούσε την βρετανική και ευρωπαϊκή κοινή γνώμη του 1821, σε στράτευση υπέρ του Ελληνικού Αγώνα, προέρχεται από έναν λεπτεπίλεπτο, στοχαστικό και παραγνωρισμένο, στην εποχή του, ποιητή, τον Άγγλο Πέρσι Σέλλευ.

Αντισυμβατικός από τα εφηβικά του χρόνια, μαχητικός πολέμιος του κατεστημένου, ακόμη και της Εκκλησίας και της μεγαλοιδιοκτησίας, περιθωριοποιήθηκε και κυνηγήθηκε εξαιτίας της αγάπης του για την Αλήθεια και την Ελευθερία. Με το έργο του ο Shelley υπήρξε ο οιστρηλατημένος προφήτης της Ελληνικής Επανάστασης.

Στο εμβληματικό έργο του, Hellas, το οποίο συνέθεσε το φθινόπωρο του 1821, αναγγέλλει με βεβαιότητα την έλευση μίας νέας εποχής στην Ευρώπη και την απαρχή ενός αγώνα “που αγγέλλει να παράγει νέες γενιές προκειμένου να ολοκληρώσει εκείνο το πεπρωμένο, που οι τύραννοι προβλέπουν και τρέμουν”. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός του, φύσει ειρηνιστή Shelley, διασταυρώθηκε με τον θαυμασμό του για την κλασική Αθήνα, ως πρωτοπόρο ενός φιλελεύθερου πολιτικού συντάγματος. Ο Shelley αναγνώρισε στο πρόσωπο του σύγχρονου Έλληνα τον φυσικό διάδοχο του αρχαίου. Η αγάπη του αγκάλιασε τον ελληνικό πολιτισμό στη διαχρονικότητά του, αναγνωρίζοντας τον ως δημοκρατικό. Ο πρόωρος και τραγικός του θάνατος από πνιγμό δεν του επέτρεψε να υλοποιήσει το όνειρό του και να επισκεφθεί την Ελλάδα, ούτε να γίνει μάρτυρας της έκβασης του ελληνικού αγώνα για ανεξαρτησία.

Πρόλαβε, ωστόσο, όσο ζούσε, να μεταλαμπαδεύσει τον ενθουσιασμό του και την πίστη του στην Επανάσταση στον στενό του φίλο, Λόρδο Βύρωνα, ο οποίος θα κατέβει στην Ελλάδα το 1823. Οι τρεις κοντινοί του φίλοι, Λόρδος Βύρων, Eduard John Trelawny και Leigh Hunt, θα αποχαιρετήσουν τον Φιλέλληνα επαναστάτη Shelley, όπως άρμοζε. Με μια αρχαιοπρεπή, τελετουργική καύση της σορού του στην παραλία, προσφέροντάς του σπονδές, με τις αστυνομικές αρχές να παραφυλούν το πλήθος που εμβρόντητο παρακολουθούσε μίαν αλλόκοτη τελετή.

O Percy Bysshe Shelley (1792 – 1822), γεννήθηκε στο Field Place, κοντά στο Horsham, στο δυτικό Sussex της Αγγλίας, και ήταν ο μεγαλύτερος γιος της οκταμελούς οικογένειας του Sir Timothy Shelley, βουλευτή των Whigs κατά τα έτη 1790 – 1792 και 1806 – 1812. Υπήρξε γόνος αριστοκρατικής οικογενείας και από νωρίς εξέφρασε ριζοσπαστικές ιδέες, στρεφόμενος εναντίον κάθε παραδοσιακού θεσμού. Ενδεχομένως η διαμόρφωση της στάσης ζωής του υπέρ των αδύναμων ή ανυπεράσπιστων να έχει την προέλευσή της στις αρνητικές του εμπειρίες στο Κολλέγιο Eton (από το 1804 και εξής), όπου η ευαίσθητη, καλοσυνάτη φύση του τον έκαναν πόλο έλξης για πειράγματα ή και βασανιστήρια από τους μεγαλύτερους ηλικιακά μαθητές. Κάτι που ωστόσο ο ίδιος δεν ανταπέδιδε στους νεότερούς του.

Στις 10 Απριλίου 1810 εγγράφεται στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, βρίσκει καταφύγιο στην πολύωρη, καθημερινή μελέτη, και εκδίδει το πρώτο του, γοτθικό, μυθιστόρημα με τίτλο Zastrozzi (1810). Στο έργο του αυτό, εκθέτει για πρώτη φορά την αθεϊστική κοσμοθεωρία του. Από κοινού με τον συμφοιτητή και φίλο του, Thomas Jefferson Hogg (1792 – 1862), εκδίδουν ένα φυλλάδιο με ποιήματα που τιτλοφορείται Posthumous Fragments of Margaret Nicholson (1810), στο οποίο ο Shelley εκφράζει τις πρώτες πολιτικές του απόψεις για τον πόλεμο, την κυβέρνηση και την κοινωνία. Έναν χρόνο αργότερα, ο ίδιος και ο Hogg αποβάλλονται από το πανεπιστήμιο, αφότου έχουν κυκλοφορήσει ανώνυμα μία μπροσούρα με τον τίτλο The necessity of Atheism (“Η αναγκαιότητα της Αθεΐας”). Με αυτήν του την κίνηση ο Shelley επέσυρε την προσοχή των πανεπιστημιακών αρχών, οι οποίες ζητούσαν απαντήσεις σχετικά με την πατρότητά του κειμένου. Η άρνηση του Shelley να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, οδήγησε στην αποπομπή του από το πανεπιστήμιο, δίνοντας ήδη το στίγμα της υπερήφανης πορείας του που θα ακολουθήσει ως το θάνατο.

Η πορεία του αυτή δεν φαίνεται να αποτελεί απόρροια κάποιας επιφανειακής, μετεφηβικής επαναστατικότητας. Η απροθυμία του να συμμορφώνεται κοινωνικά, ανακατασκευάζοντας ή λογοκρίνοντας γραπτά του, θα αποθαρρύνει αργότερα στη ζωή του πολλούς εκδότες και περιοδικά από την έκδοση του έργου του, ώστε να μην κατηγορηθούν για βλασφημία ή υποκίνηση ανταρσίας.

Το γνήσια αντικομφορμιστικό πνεύμα του Shelley, φωτίζουν καλύτερα ορισμένες πληροφορίες για την προσωπική του ζωή. Είναι γνωστή λ.χ. η ερωτική του ελευθεριότητα, η οποία ίσως χαρακτήριζε και άλλα πρόσωπα του κύκλου του (Byron, Trelawny). Δεν έπαυε ωστόσο να είναι σκανδαλώδης για τα ήθη της εποχής.

Τέσσερις μήνες μετά την αποπομπή του από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, απογοητευμένος από το αποτυχημένο ειδύλλιο με την ξαδέρφη του, Harriet Grove, γνωρίζει και νυμφεύεται στα κρυφά τη δεκαεξάχρονη Harriet Westbrook, με την οποία αποκτά έναν γιο και μια κόρη. Το ζευγάρι συγκατοικεί με τη μεγαλύτερη αδερφή της Harriet, και ο Shelley προσκαλεί σε συγκατοίκηση τον καλό του φίλο, Hogg, από τον οποίο ζητά να αποχωρήσει όταν αναπτύσσει αισθήματα για τη Harriet. Ο δεσμός του με τη Hariett φαίνεται να μην του εξάπτει το διανοητικό του ενδιαφέρον και σταδιακά αναζητά έμπνευση εκτός γάμου. Αναπτύσσει έναν πλατωνικό έρωτα με τη δασκάλα Elizabeth Hitchener, μούσα της ουτοπικής του αλληγορίας Queen Mab (1813), ενώ το 1814 θα γνωρίσει τη δεύτερη σύζυγό του, Mary Wollstonecraft Godwin, μετέπειτα Shelley.

Η Μary Shelley (1797 – 1851), μετέπειτα συγγραφέας του Frankenstein or The Modern Prometheus (1818), είναι κόρη του αναρχικού φιλοσόφου και πνευματικού του καθοδηγητή, William Godwin (1756 –1836) και της πρώιμης φεμινίστριας, Mary Wollstonecraft, η οποία πέθανε μερικές ημέρες μετά τον τοκετό της κόρης της. Ο Shelley καταφεύγει με τη Mary και τη θετή αδελφή της, Claire, στην Ελβετία και τη Γαλλία για έξι μήνες, ενώ παραμένει παντρεμένος με την Harriet, η οποία κυοφορεί το τρίτο τους παιδί. H Claire γνωρίζει τον Λόρδο Βύρωνα στη Γενεύη και μένει έγκυος στην κόρη τους, Allegra.

Οι κινήσεις αυτές μοιάζουν συναρπαστικές για ένα νεαρό και ανήσυχο πνεύμα, αποφέρουν όμως μεγάλο ψυχικό κόστος. Επιστρέφοντας στην Αγγλία, ο Shelley θα βρεθεί αντιμέτωπος με την οργή του Godwin. Όσο το ζευγάρι βρισκόταν, με προτροπή της Claire, στη Γενεύη, η Harriet αυτοκτονεί, γεγονός που συγκλονίζει τον Shelley. Ακόμη δύο απώλειες ακολουθούν: τα δύο παιδιά που αποκτά με τη Mary πεθαίνουν (William 1816 – 1819, Clara Everina 1817 – 1818). Εν τέλει μόνο το τρίτο του παιδί, ο Percy Florence Shelley (1819 – 1889) θα επιζήσει.

Χάρη στην παρέμβαση της Claire, o Shelley έρχεται το 1818 σε επαφή με τον Byron στη Γενεύη, όπου νοικιάζουν διπλανά σπίτια στις όχθες της λίμνης. Αλληλεπιδρούν δημιουργικά και περνούν καθημερινά χρόνο μαζί. Ο Shelley ολοκληρώνει τα έργα Mont Blanc (1816) και Hymn to Intellectual Beauty (1817), και ενθαρρύνει τον Βύρωνα στη σύνθεση του Don Juan (1819). Ακολουθούν και άλλες γόνιμες για το ανήσυχο πνεύμα του γνωριμίες, αυτή τη φορά στην Αγγλία, όπου παραμένει ως τον Μάρτιο του 1818, με τους ποιητές Leigh Hunt (1784 – 1859) και John Keats (1795 – 1821). Το ζευγάρι και η Claire εγκαταλείπουν την Αγγλία στις 11 Μαρτίου 1818 και ξεκινούν ένα οδοιπορικό στην Ιταλία, με σκοπό μια συνάντηση με τον Byron, ο οποίος στο μεταξύ βρίσκεται στη Βενετία. Κατοικούν σε διάφορες πόλεις, μεταξύ των οποίων η Φλωρεντία, η Ρώμη, τέλος η Πίζα, από όπου ο Shelley μεταβαίνει συχνά στο Λιβόρνο και τη Λούκκα. Συνταραγμένος από τα γεγονότα της αιματοβαμμένης συγκέντρωσης στο Πίτερλου, Μάντσεστερ (Peterloo Massacre, 16/08/1819), ολοκληρώνει στην Ιταλία τα πιο γνωστά του πολιτικά ποιήματα: The Masque of Anarchy και Men of England.

 

Ο κύκλος της Πίζας

Η Πίζα αποτελεί τον σημαίνοντα σταθμό για την ανάδειξη του Φιλέλληνα Shelley. Το ζεύγος των Shelley ήλθε σε επαφή με τον επονομαζόμενο «κύκλο της Πίζας», μία ομάδα ανθρώπων συσπειρωμένη γύρω από τον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας, Ιγνάτιο, η οποία επιδίωκε να έχει ενεργό ρόλο στα ελληνικά πράγματα. Ο Ιγνάτιος είχε καταφύγει πρώτα στην Τοσκάνη, έπειτα στην Πίζα, αναζητώντας καταφύγιο από την αυστριακή αστυνομία, καθώς είχε πρωτοστατήσει στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρείας, από κοινού με τον Καποδίστρια στη Βιέννη (1814). Γύρω του συσπειρώθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο ηγεμόνας της Βλαχίας, Ιωάννης Καρατζάς με τον υιό του, Κωνσταντίνο, και ο καρμπονάρος Βικέντιος Γκαλλίνα. Ο Shelley ανέπτυξε στενή σχέση και συνεργασία με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο οποίος φιλοξενείτο στην οικία του. Εκεί επεξεργάστηκαν μία πολιτική αντίθετη με αυτήν του Υψηλάντη. Ο Shelley πληροφορείτο τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα από τον “τουρμπανοφόρο” (όπως αποκαλούσε τον Μαυροκορδάτο), φίλο του, που επηρέαζε την δική του πολιτική σκέψη. Οι δύο άνδρες είχαν γνωρισθεί στα τέλη του 1820. Μια σειρά γραμμάτων μεταξύ της Mary και του Μαυροκορδάτου μαρτυρεί την ιδιαίτερη σχέση τους. Έτσι, όταν οι Shelley πληροφορήθηκαν ότι ο Υψηλάντης διέβη τον Προύθο ποταμό, απηύθυναν δύο επιστολές σε εφημερίδες της Αγγλίας, το πιθανότερο καθ’ υπαγόρευση του νέου τους Έλληνα φίλου. Με αυτόν τον τρόπο τοποθετούνταν δημοσίως υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης στην πατρίδα τους, προωθώντας τους σχεδιασμούς του Μαυροκορδάτου και των Ελλήνων.

 

Το αριστουργηματικό ποίημα HELLAS

Μολονότι σημαντική, δεν ήταν η γνωριμία με τον Μαυροκορδάτο εκείνη που καθόρισε τη στράτευση του Shelley υπέρ των Ελλήνων. Όπως φαίνεται και σε προηγούμενα έργα του, ο Percy Shelley ήταν ένας εραστής της Επανάστασης. Υπήρξε ένας ρομαντικός, ανιδιοτελής υπέρμαχος των δικαίων του ανθρώπου ως τα μύχια της ψυχής του. Η περίπτωσή του “ιδεαλιστή” Shelley αντιπαραβάλλεται συχνά με εκείνη του “ρεαλιστή” Λόρδου Βύρωνα, ο οποίος, αν και γνωστότερος ως Φιλέλληνας από τον Shelley, δεν κινείτο μόνο βάσει αμιγώς ιδεαλιστικών κινήτρων. Οι ζυμώσεις που έλαβαν χώρα εδώ, μεταξύ Shelley, κύκλου της Πίζας και Bύρωνα, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία του αριστουργηματικού ποιήματος Hellas από τον Shelley. Παράλληλα, ο Shelley μεταλαμπάδευσε τον ενθουσιασμό των Shelley για την ελληνική υπόθεση στον Bύρωνα, ο οποίος ως τότε ήταν απορροφημένος με το ιταλικό επαναστατικό κίνημα των καρμπονάρων.

Βασισμένος σε ειδησεογραφικές μαρτυρίες, και πληροφορίες που αποκτούσε μέσω του Μαυροκορδάτου, o Shelley συνέθεσε το φθινόπωρο του 1821 ταχύτατα και “αυτοσχεδιαστικά”, όπως έλεγε, ένα ποίημα 1100 στίχων υπό τον τίτλο Hellas. Το σχέδιό του ήταν να εκδοθεί το ποίημα άμεσα και να προκαλέσει ένα κίνημα συμπαθείας προς την ελληνική υπόθεση. Στο εμβληματικό του έργο, σημείο αναφοράς για τον φιλολογικό φιλελληνισμό, εξαίρει τις αρετές της ελληνικής υπόθεσης, επαναλαμβάνοντας θέσεις που εξέφρασαν και άλλοι συνάδελφοι του, περικλείοντάς τις όμως σε μία ισχυρότερη φόρμα. Το έργο εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 1822, με την ελπίδα ο αντίκτυπος που θα είχε στο αναγνωστικό του κοινό να οδηγήσει στην αποστολή όπλων και χρημάτων στην Ελλάδα, υπέρ του αγώνα των Ελλήνων. To ποίημα Hellas, είναι αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

 

Shelley, Percy Bysshe, Hellas, a lyrical drama. Λονδίνο, Ch. & J. Ollier, 1822. Πρώτη έκδοση (συλλογή ΕΕΦ)

 

Το βασικό πρότυπο για το λυρικό ποίημά του, είναι η τραγωδία Πέρσες του Αισχύλου, τόσο ως προς τη φόρμα, όσο και ως προς το νοηματικό περιεχόμενο. Αξιοσημείωτα διαφέρει η χρονική τοποθέτηση του γράφοντος σε σχέση με τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Ο Αισχύλος συνθέτει τους Πέρσες επτά χρόνια μετά τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, άρα δημιουργεί ένα επιμύθιο για γεγονότα συντελεσμένα. Αναπλάθει με την αρωγή της φαντασίας του, δηλαδή περιγράφει, μία τετελεσμένη πραγματικότητα. Αντίθετα, ο Shelley συνθέτει το ποίημά του αυτό μόλις το φθινόπωρο του 1821, ενώ η κατάσταση είναι πολύ ρευστή στην Ελλάδα, και λειτουργεί έτσι ως Προμηθέας για τα γεγονότα της Επανάστασης. Στηρίζεται στη φαντασία του για να οραματισθεί την αυριανή ημέρα, εκφράζοντας προσωπικές του προσδοκίες σε σχέση με την έκβασή της. Μεταφέρει μία εξιδανικευμένη εικόνα της Ελλάδας και της Επανάστασης, εμπνεόμενος περισσότερο από τη Μάχη της Σαλαμίνας και το κλασικό παρελθόν, παρά από σύγχρονά του γεγονότα, όπως τα πληροφορείται από τον κύκλο του. Όπως δηλώνει στον πρόλογό του, θεωρεί τον σύγχρονο  Έλληνα απόγονο αυτών των ένδοξων όντων που η φαντασία σχεδόν αρνείται να θεωρηθεί ότι ανήκει στο είδος μας, και κληρονομεί μεγάλο μέρος της ευαισθησίας τους, της ταχύτητας της σύλληψης ιδεών, του ενθουσιασμού και του θάρρους τους”.

Το δράμα του Shelley ακολουθεί το σχήμα των Περσών του Αισχύλου. Στη θέση του Ξέρξη βρίσκεται ο σουλτάνος Μαχμούτ (εννοεί τον Μαχμούτ Β´, στη διάρκεια της βασιλείας του οποίου ξέσπασε η ελληνική επανάσταση), και στη θέση του Χορού, ο Χορός των Ελληνίδων σκλάβων. Ο Μαχμούτ δέχεται δυσάρεστα νέα από το πολεμικό μέτωπο, τα οποία προαναγγέλλουν την πτώση της κυριαρχίας του, ενώ ο Χορός σχολιάζει. Το κεντρικό ζήτημα που αναδύεται εδώ, είναι η διαφορετική αντίληψη της Ελευθερίας. Η ελευθερία καθορίζεται για τον Μαχμούτ από τη θέση του ως σουλτάνου μιας αυτοκρατορίας και σχετίζεται με όρους δύναμης, πολεμικής επιβολής και συντήρησης της ισχύος. Από την άλλη πλευρά, οι υποδουλωμένοι Έλληνες αναφέρονται σε ένα είδος ανώτερης ελευθερίας, άχρονης και οικουμενικής, η οποία θα αναγεννηθεί όσες φορές χρειαστεί, έως ότου εγκατασταθεί δια παντός στον κόσμο. Η προσεκτική ανάλυση του ποιήματος δείχνει ότι ακόμη και ο ίδιος ο Μαχμούτ είναι σκλαβωμένος από την τυραννία, και αναζητά το είδος Ελευθερίας, το οποίο επικαλούνται οι υποδουλωμένοι του υπήκοοι. Μία σειρά αντιθέσεων εμφανίζονται επίσης εδώ, όπως η πραγματικότητα σε αντιπαραβολή με το όραμα, ή η σύγκρουση του παρόντος συστήματος με τις κεντρόφυγες δυνάμεις που απειλούν την επιβίωσή του. Η φόρμα του λυρικού του ποιήματος είναι μία σύνθεση δραματικού διαλόγου και ποίησης.

Στο Hellas ο Shelley ευαγγελίζεται, την έλευση μίας νέας τάξης πραγμάτων, όπως δηλώνει στο τελευταίο δίστιχο του λυρικού του ποιήματος: “The world is weary of the past, / O might it die or rest at last!”  (“O κόσμος είναι κουρασμένος από το παρελθόν/ Ω, θα μπορούσε να πεθάνει ή να ξεκουραστεί επιτέλους!“, στ. 1100-01). Το λυρικό του ποίημα απηχεί το ίδιο πνεύμα με τη Μάσκα της Αναρχίας (“Τhe Masque of Anarchy”, 1819).  Σε ένα απόσπασμα από τον πρόλογο του Hellas, το οποίο λογόκρινε ο αρχικός εκδότης και εκδόθηκε για πρώτη φορά μετά το θάνατό του, με παρρησία ανακοινώνει:

“This is the age of the war of the oppressed against the oppressors.… [A] new race has arisen throughout Europe, nursed in the abhorrence of the opinions which are its chains, and she will continue to produce fresh generations to accomplish that destiny which tyrants foresee and dread”.

“Αυτή είναι η εποχή της διαπάλης μεταξύ καταπιεστών και καταπιεζόμενων…ένας νέος αγώνας έχει αναδυθεί στην Ευρώπη, που έχει τραφεί με την αποτροπή εκείνων των ιδεών που τον αλυσοδένουν, και θα συνεχίσει να παράγει νέες γενιές προκειμένου να ολοκληρώσει εκείνο το πεπρωμένο, που οι τύραννοι προβλέπουν και τρέμουν”.

 

We are all Greeks

Στην ελληνική υπόθεση βρίσκει ένα πρότυπο για τον οικουμενικό αγώνα για Δικαιοσύνη και Ελευθερία. Ακόμη και με σημερινά δεδομένα, εντυπωσιάζει το θάρρος με το οποίο κατακεραυνώνει στον εμβληματικό πρόλογο του Hellas την “απάθεια των διοικούντων τον πολιτισμένο κόσμο” απέναντι στους “απογόνους εκείνου του έθνους, στο οποίο οφείλουν τον πολιτισμό του, το οποίο αναδύθηκε από τις στάχτες του”. Κατηγορηματικά δηλώνει ότι “Είμαστε όλοι Έλληνες”, προτάσσει δηλαδή την ελληνική ταυτότητα ως οικουμενικό πρότυπο ζωής. Απηχώντας τον ρομαντικό ιδεαλισμό των Γερμανών κλασικιστών, συνεχίζει εντοπίζοντας τις απαρχές του δυτικού πολιτισμού στην κλασική αρχαιότητα: “οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, η θρησκεία και η τέχνη μας έχουν τη ρίζα τους στην Ελλάδα…αν δεν ήταν η Ελλάδα ίσως ήμασταν ακόμη βάρβαροι και ειδωλολάτρες…η ανθρώπινη μορφή και το ανθρώπινο μυαλό άγγιξαν την τελειότητα στην Ελλάδα […]”. Ο ίδιος δεν ταξίδευσε ποτέ στην Ελλάδα, ωστόσο θεωρεί τον σύγχρονο  Έλληνα “απόγονο αυτών των ένδοξων όντων […]”, των αρχαίων Ελλήνων.

Ο Shelley επιδεικνύει στον πρόλογό του σπουδαίο θάρρος, καθώς δε διστάζει με σκληρή γλώσσα να ονοματίσει την πραγματικότητα. Η υπερήφανη στάση που τήρησε στη διάρκεια της, δυστυχώς σύντομης, ζωής του αντικατοπτρίζεται και στην κριτική που ευθέως απευθύνει στην πατρίδα του, Αγγλία, για την πολιτική της:

 “The English permit their own oppressors to act according to their natural sympathy with the Turkish tyrant, and to brand upon their name the indelible blot of an alliance with the enemies of domestic happiness, of Christianity and civilisation. (…)The wise and generous policy of England would have consisted in establishing the independence of Greece, and in maintaining it both against Russia and the Turk; but when was the oppressor generous or just?”

“Οι Άγγλοι επιτρέπουν στους δικούς τους καταπιεστές να ενεργούν σύμφωνα με τη φυσική τους συμπάθεια προς τον Τούρκο τυράννο και να φέρουν στο όνομά τους την ανεξίτηλη κηλίδα συμμαχίας με τους εχθρούς της εγχώριας ευτυχίας, του xριστιανισμού και του πολιτισμού. (…) Η σοφή και γενναιόδωρη πολιτική της Αγγλίας θα συνίστατο στην εδραίωση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας και στη διατήρησή της τόσο έναντι της Ρωσίας όσο και του Τούρκου – αλλά πότε ήταν ο καταπιεστής γενναιόδωρος ή δίκαιος;”

Εδώ αναγνωρίζεται, πλάι στον ιδεαλισμό του Shelley, η ευθυκρισία, ο ρεαλισμός του, και η παρρησία με την οποία εκφράζει την πολιτική του τοποθέτηση. Οι περιορισμοί της σκληρής πραγματικότητας δεν αποθαρρύνουν το πνεύμα του. Κάποιοι στίχοι του τελευταίου χορικού του Hellas παιανίζουν την αναγέννηση της Ελλάδας, η οποία ταυτόχρονα σημαίνει την αναγέννηση του ανθρώπινου είδους:

The world’s great age begins anew/ The golden years return […] |Η μεγάλη εποχή του κόσμου ξεκινά εκ νέου/ τα χρυσά χρόνια επιστρέφουν […]
A brighter Hellas rears its mountains/ From waves serener far […] |Μια πιο φωτεινή Ελλάδα εκτρέφει τα βουνά της/ πιο ήρεμη και από τα κύματα […]
Another Athens shall arise/ And to remoter time […] | Μια άλλη Αθήνα θα αναδυθεί/ και σε απομακρυσμένο χρόνο
The world is weary of the past/ Oh, might it die or rest at last!| O κόσμος είναι κουρασμένος από το παρελθόν/ Ω, θα μπορούσε να πεθάνει ή να ξεκουραστεί επιτέλους!

Ακόμη και από μία σύγχρονη σκοπιά, το έργο εντυπωσιάζει ακόμη με την κατηγορηματική πίστη του ποιητή στον αγώνα. Και όμως πρόκειται για ένα από τα λιγότερο γνωστά ποιήματα του Percy Shelley.

 

Το τέλος και η παρακαταθήκη του Percy Shelley

Έναν μήνα πριν κλείσει τα τριακοστά του γενέθλια, ο Shelley πνίγηκε εν μέσω ξαφνικής θυέλλης στον κόλπο La Spezia, επιστρέφοντας από το Λιβόρνο με το σκάφος του, Don Juan. Είχε μεταβεί στο Λιβόρνο ώστε να υποδεχθεί τον συνάδελφό του Leigh Hunt. Το σκάφος δεν ανατράπηκε, αλλά βυθίσθηκε. Κάποιοι αποδίδουν τον πνιγμό του σε εσκεμμένο σχέδιο που είχε στόχο τη ζωή του, και όχι σε ατύχημα. Είναι γεγονός ότι ο Shelley είχε αντιμετωπίσει μία απόπειρα δολοφονίας του κατά τα έτη 1812 – 1813 στο Tremadog, κοντά στο Porthmadog, στη νοτιοδυτική Ουαλία, η οποία είχε ενδεχομένως πολιτικό κίνητρο. Μία άλλη ερμηνεία, αναφέρει ότι πραγματικός στόχος της επίθεσης ήταν ο Λόρδος Βύρων, ο οποίος νόμιζαν ότι επέβαινε στο σκάφος Don Juan, που έφερε το όνομα του ποιήματός του. Ο φίλος του, Eduard John Trelawny (1792 – 1881), ο οποίος απέσπασε την καρδιά του νεκρού φίλου του για να την παραδώσει στη χήρα του, αναφέρεται στον θάνατο του Shelley, στο βιβλίο του με τίτλο Recollections of the last days of Shelley and Byron (1858).

 

Η Κηδεία του Σέλλεϋ από τον Louis Édouard Fournier (1889); Στην Εικόνα από τα δεξιά προς τα αριστερά είναι, Trelawny, Hunt and Byron.

 

Η σορός του Shelley αποτεφρώθηκε κοντά στην παραλία του Viareggio. Ο πίνακας του Louis Édouard Fournier, The Funeral of Shelley ή The Cremation of Shelley (Η κηδεία του Shelley ή Η αποτέφρωση του Shelley) απεικονίζει το αρχαιοπρεπές τελετουργικό της αποτέφρωσης του ποιητή στην παραλία, παρουσία των στενών του φίλων, Λόρδου Βύρωνα, Leigh Hunt, Edward John Trelawny και της συζύγου του, Mary Shelley. Η παράσταση κρίνεται ως ιστορικά ανακριβής, καθώς οι γυναίκες δεν παρευρίσκονταν σε κηδείες κατά τους προ-βικτοριανούς χρόνους. Επίσης την ημέρα της τελετής, ο Hunt παρέμεινε, συντετριμμένος, σε μία άμαξα, ενώ ο Βύρων, δεν άντεξε το θέαμα και κολύμπησε ως το σκάφος του, Bolivar. Αρκετά πικρόχολα, η εφημερίδα των Tories The Courier σχολίαζε την επομένη του θανάτου του: «Ο Shelley, ποιητής κάποιας άπιστης ποίησης πνίγηκε. Τώρα ξέρει αν υπάρχει Θεός». Οι στάχτες του Shelley μεταφέρθηκαν στο Προτεσταντικό Νεκροταφείο στη Ρώμη, και βρίσκονται κοντά σε μια αρχαία πυραμίδα στα τείχη της πόλης. Ο τάφος του φέρει τη λατινική επιγραφή, “Cor Cordium” (η καρδιά των καρδιών), ώστε να υπενθυμίζει την αγάπη του για τους ανθρώπους. Προς τιμήν του έχει εγκατασταθεί μία αναμνηστική πλάκα στο Αββαείο του Westminster, δίπλα σε εκείνη του φίλου του, Λόρδου Βύρωνα.

Μολονότι ήταν παραγνωρισμένος όσο ζούσε, η ακτινοβολία της σκέψης και στάσης ζωής του Percy Shelley εκτάθηκε σε ευρεία πλάτη και μήκη της γης μετά το θάνατό του. Oι ιδέες του για την πολιτική δράση και την μη βίαιη αντίσταση βρήκαν απήχηση στους Mahatma Gandhi, Henry David Thoreau, Leo Tolstoy, Martin Luther King Jr. Ο πολιτικός του ριζοσπαστισμός τον έκανε για δεκαετίες αγαπητό σχεδόν αποκλειστικά σε κύκλους σοσιαλιστών, μελών του Εργατικού κόμματος (Labour party) και σε ορισμένους βασικούς εκπροσώπους της βικτωριανής ποίησης. Επηρέασε σημαίνουσες προσωπικότητες από τον χώρο των τεχνών και της διανόησης, λ.χ. τους Oscar Wilde, Bertrand Russel, George Bernard Shaw. Τόσο ο Percy Shelley, όσο και η σύζυγός του, Mary, επηρέασαν καθοριστικά τon φιλελληνικό προσανατολισμό του Λόρδου Βύρωνα, ο οποίος μετά τον θάνατο του Shelley, αποφασίζει θα κατέβει στην Ελλάδα (1823), και να προσφέρει την ίδια τη ζωή του στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

 

Edward Onslow Ford’s sculpture in the Shelley Memorial at University College, Oxford

 

Η «αιώνια, ιδανική, οικουμενική Ελλάδα» του Shelley ενέπνευσε τους  Έλληνες ποιητές Κωστή Παλαμά (1859 – 1943) και  Άγγελο Σικελιανό (1884 – 1951).

Το όνομα του μεγάλου ποιητή φέρει ιστορικός δρόμος στην καρδιά της Αθήνας, στην Πλάκα, ο οποίος τέμνεται με την οδό Βύρωνος. Από το σημείο αυτό τομής των δύο δρόμων, μπορεί να διακρίνει κανείς ανεμπόδιστα την Ακρόπολη. Το σύμβολο της ελληνικής δημοκρατίας.

 

Το σημείο στο οποίο τέμνονται η οδός Βύρωνος με την οδό Σέλλευ στην Πλάκα, στην Αθήνα.

 

Η Ελλάδα και η ΕΕΦ τιμούν τον μεγάλο ποιητή και Φιλέλληνα, και το έργο του Hellas θα αποτελεί πάντα ελπίδα και φάρο για τους Έλληνες και τον δυτικό πολιτισμό.

 

Πηγές και βιβλιογραφία

  • William St Clair, That Greece might still be free. The Philhellenes in the War of Independence, Open Book Publishers 2008
  • Roderick Beaton, From Ancient to Modern: Byron, Shelley, and the Idea of Greece Roderick Beaton, The Athens Dialogues. 2010 ; Vol. 1.
  • Roderick Beaton,Ο Shelley και ο Byron για την εθνική ταυτότητα των επαναστατηµένων Ελλήνων του 1821, Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα) : Δ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010 : πρακτικά
  • Av Mariann Cesilie Løkse, In Defence of Hellas: An analysis of Shelley´s Hellas and Its Reception, Universitetet in Tromsø, 1994
  • Γεώργιος Αργυράκος, Ο Φιλελληνισμός ως ευρωπαϊκό «κεκτημένο» και ο ρόλος των εφημερίδων κατά την Επανάσταση του 1821, Εταιρεία για τον Ελληνισμό και τον Φιλελληνισμό, Ιούνιος 2020
  • Θωμάς Κυριάκης, Η πρόσληψη «εθνικών αξιών» στην περίπτωση του Ιγνατίου Ουγγροβλαχίας, 30/06/2020, cognoscoteam
  • Αναγνώστης Λασκαράτος, Τρεις άθεοι «φιλέλληνες»: Βύρωνας, Σέλλεϋ, Τρελώνη. Έρωτες, ποίηση, τυχοδιωκτισμός και Επανάσταση, Λόγος 11.09.2010 & 18.09.2010

 

 

 

Ο αρχαιολάτρης αρχιτέκτονας και ζωγράφος Leo von Klenze (1784 -1864), γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου ως τρίτο παιδί μίας εννεαμελούς οικογένειας στο Boklah, κοντά στο χωρίο Schladen am Harz της Κάτω Σαξονίας. Σε ηλικία 16 ετών ξεκινά σπουδές vομικής στο Βερολίνο, τις οποίες διακόπτει και μεταστρέφεται στην αρχιτεκτονική, πιθανά επηρεασμένος από τη γνωριμία του με τον αρχιτέκτονα W. Gilly. Ως σπουδαστής αρχιτεκτονικής γνωρίζει τον ιστορικό τέχνης και κλασικό αρχαιολόγο, Aloys Hirt (1759 – 1837), o οποίος ήταν καθηγητής αρχαιολογίας στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, καθώς και συνιδρυτής των μουσείων του Βερολίνου και της Bauakademie. Ο Hirt ήταν αυτός που εμφύσησε στο νεαρό Klenze την αγάπη του για την αρχαιότητα. Μόλις αποφοίτησε από τη Bauakademie, ο Klenze έλαβε τον τίτλο του επόπτη αρχιτεκτονικών έργων (Kondukteur).

Η πρώτη του επαφή με την αρχαιότητα λαμβάνει χώρα, όπως και για τους περισσότερους Γερμανούς Φιλέλληνες, στην Ιταλία, την οποία επισκέπτεται κατά τη διετία 1806 – 1807: συγκεκριμένα επισκέφθηκε τις πόλεις Ρώμη, Νεάπολη και Βενετία. Στη συνέχεια, θα επισκεφθεί την Ιταλία άλλες δύο φορές, συνοδευόμενος από τον προστάτη του, Βαυαρό βασιλέα Ludwig I (Λουδοβίκος Α’, 1786 – 1868). Στο Paestum ανακαλύπτει τους δωρικούς ναούς της Μεγάλης Ελλάδας, όπως ο προπάτορας του, Winckelmann, σχεδόν 40 χρόνια νωρίτερα. Επισκέπτεται τις αρχαίες αποικίες στον Ακράγαντα, Σελινούντα, Σεγέστα και, ως χαρισματικός ζωγράφος, αποτυπώνει τις εντυπώσεις του σε ελαιογραφίες, σε μια προσπάθεια να μελετήσει και κατανοήσει καλύτερα τους νόμους της αναλογίας των δωρικών ναών. Ο δωρικός ρυθμός είναι για τον Klenze ο ιδανικός και θα αποτελέσει διαχρονικό αντικείμενο της μελέτης του.

«δεν υπήρξε και δεν υπάρχει παρά μια αρχιτεκτονική και δεν θα υπάρξει άλλη αρχιτεκτονική παρά μια, δηλαδή εκείνη, που βρήκε την τελειοποίησή της στη μεγάλη ώρα της ελληνικής ιστορίας και παιδείας».

Μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές του, εργάσθηκε ως Αρχιτέκτων της Αυλής του βασιλέα Ιερώνυμου Βοναπάρτη, αδελφού του Ναπολέοντα, στην πόλη Kassel. Την περίοδο αυτή, υλοποιούνται κάποια από τα κτίσματά τα οποία είχε σχεδιάσει ο Klenze.  Η αίθουσα χορού (Ballhaus) στο κάστρο Wilhelmshöhe (Schlosspark 1), προορισμένη να λειτουργεί ως θέατρο της αυλής του Βοναπάρτη, είναι δικό του δημιούργημα, ενώ η έπαυλη (Pavillon), είναι το πρώτο κτήριο του μετέπειτα διάσημου αρχιτέκτονα.

Την παρουσία του στην πόλη θυμίζει σήμερα η οδός Klenzestrasse. Στην ίδια πόλη γνωρίζει τη μελλοντική του σύζυγο, την τραγουδίστρια, Felicitas Blangini, την οποία παντρεύεται στις 28 Αυγούστου 1813. Το ζευγάρι θα αποκτήσει δυο γιους και τρεις κόρες.

Η πτώση του Ναπολέοντα στα τέλη Οκτωβρίου του ιδίου έτους οδηγεί το ζευγάρι στο Μόναχο. Συνοδεύονται από τον αδελφό της συζύγου του, Felix Blangini, ο οποίος έχει καλές διασυνδέσεις με τον βασιλέα Μαξιμιλιανό τον Α´ και τη βαυαρική αυλή. Η απόπειρα του Klenze να συνδεθεί επαγγελματικά με τον πρίγκιπα Λουδοβίκο αποτυγχάνει και τότε ο Klenze μετακομίζει στο Παρίσι. Αργότερα επέτυχε να συναντήσει τον Βαυαρό βασιλέα, και τελικώς να υλοποιήσει τις φιλοδοξίες του.

Το 1815 είναι μοιραίο για τον Klenze. Η επιμονή του, η χαρισματική προσωπικότητα και το διπλωματικό ταλέντο του, φαίνεται να έχουν πείσει τον Λουδοβίκο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τον καθιερώσουν σε έμπιστό του αρχιτέκτονα. Μάλιστα ο Klenze επισκίασε σημαντικές προσωπικότητες από τον κοντινό κύκλο του μονάρχη. Μεταξύ αυτών, τoν βασιλικό καλλιτεχνικό σύμβουλο και ζωγράφο, Martin von Wagner (1777 – 1858), τον αρχαιολόγο και αρχιτέκτονα, Carl Haller von Hallerstein (1774 – 1817), και τον, επίσης αρχιτέκτονα, Friedrich von Gärtner (1791 – 1841). Ο συνεπαρμένος από την κλασική αρχαιότητα, Λουδοβίκος Α’, είχε ξεκινήσει, από την εποχή ακόμη που ήταν πρίγκιπας, να διευρύνει τη συλλογή του Οίκου του. Έτσι αναθέτει στον Klenze ρόλο εμπειρογνώμονα για ζητήματα τέχνης και τον επιφορτίζει με την αποστολή της αναζήτησης έργων από δημοπρασίες και διάφορες ιδιωτικές συλλογές. Γνωρίζοντας δε, ότι είναι αδύνατον να συναγωνιστεί τα μουσεία της Ρώμης, του Παρισιού και του Λονδίνου, στοχεύει αποκλειστικά στην απόκτηση αντικειμένων εξαιρετικής ποιότητας, παραμερίζοντας την ποσότητα.

 

Ο δημιουργός της Αθήνας του Isar

Οι φιλότεχνες προσπάθειες του Λουδοβίκου δεν έχουν ως αποκλειστικό στόχο την ικανοποίηση των προσωπικών του ενδιαφερόντων. Πάνω από όλα επιθυμεί να εδραιώσει την κυριαρχία του μέσω μνημειακών κτηρίων και συλλογών τέχνης, κατά τα πρότυπα των μοναρχών του 19ου αιώνα, και να δεσμεύσει κοντά του τις μορφωμένες και πλούσιες ελίτ της εποχής. Στόχος του είναι να καταστήσει το Μόναχο πρωτεύουσα ευρωπαϊκής εμβέλειας, και για αυτόν το λόγο αναθέτει στον Klenze τις εργασίες για τον πολεοδομικό του σχεδιασμό. Η απόδοσή του θα αναγνωρισθεί, και σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, θα προβιβασθεί σε θέση βασιλικού συμβούλου για την αρχιτεκτονική.

Ο Klenze θα γίνει για την πόλη του Μονάχου, ό,τι ο συνάδελφος του, Karl Friedrich Schinkel (1781 – 1841), για την πόλη του Βερολίνου. Είναι ο αρχιτέκτων και οραματιστής της “Αθήνας του Ίζαρ” – όπως ακόμη σήμερα ονομάζεται το Μόναχο. Το όνομα αυτό το έχει λάβει από τον ποταμό που το διατρέχει, σε αντιστοιχία ή αντιπαραβολή με την “Spree – Αthen”, την Αθήνα του Σπρέε, δηλαδή το Βερολίνο. Αν και στην εποχή του θεωρείτο πιο συντηρητικός στις αρχιτεκτονικές του προτάσεις από τον “ποιητικό” Schinkel, και χωρίς το ένστικτό του τελευταίου για καινοτομίες, φαίνεται να υπήρξε πολύ πρακτικότερος στις λύσεις που προσέφερε.

Το “νέο”, κλασικιστικό, Μόναχο, ξυπνούσε, χάρη στις παρεμβάσεις του Klenze, από την “αχρωμία” που το διέκρινε. Απέκτησε το περίγραμμά του με την ολοκλήρωση της Γλυπτοθήκης στο Μόναχο (Glyptothek) και την έκθεση των συλλογών της, με την ίδρυση του βασιλικού κτηρίου (Königsbau) και της παλαιάς Πινακοθήκης (Αlte Pinakothek), αλλά και με τον σχεδιασμό και τη δόμηση της Ludwigstraße, απέκτησε και τη φήμη της ωραιότερης πόλης της Γερμανίας. Tα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα της Königsplatz και η Αίθουσα της Δόξας (Ruhmeshalle), σχετίζονται άμεσα με την κλασική ελληνική αρχιτεκτονική. Η ανανέωση της πόλης, κατ´ εντολή του Λουδοβίκου Α’, ελάμβανε χώρα παράλληλα με την αναγέννηση της Ελλάδας, μετά την απελευθέρωσή της από τον τουρκικό ζυγό.

Η παράλληλη “αναγέννηση” Αθήνας και Μονάχου σχετίζεται με τον ίδιο μονάρχη και τους ίδιους αρχιτέκτονες, τον Klenze και τον μεγάλο του ανταγωνιστή, Gärtner, οι οποίοι δημιούργησαν με το έργο τους έναν ιδιαίτερο δεσμό μεταξύ των δύο πρωτευουσών. Στην πράξη ο Klenze, μαζί με τον Schinkel,  είναι ο σπουδαιότερος προπαγανδιστής μίας εικόνας της αρχαίας Αθήνας σε μία πόλη του γερμανικού βορρά, όπως την συνέλαβε με τη φαντασία του και την τεκμηρίωσε με τις επιτόπιες και θεωρητικές έρευνές του.

Για τη διάσημη Γλυπτοθήκη του Μονάχου, την οποία υλοποίησε μεταξύ των ετών 1816 και 1830, ο Klenze οραματίστηκε ένα κλασικιστικό “συνολικό έργο τέχνης” (Gesamtkunstwerk), μένοντας λιγότερο προσκολλημένος σε μία πιστή απόδοση των πρωτοτύπων. Γι´αυτό, ενώ η πρόσοψη της με τους ιωνικούς κίονες βασίζεται σε αυτές των αρχαίων ελληνικών ναών, οι εσωτερικοί χώροι, με τις θολωτές τους οροφές, θυμίζουν ιαματικά λουτρά. Εκτός από τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του κτηρίου, ανέλαβε επίσης τη διαμόρφωση των εσωτερικών αιθουσών, καθώς και την επιλογή των εκθεμάτων. Απέναντι από τη Γλυπτοθήκη στην Königsplatz στεγάστηκε η συλλογή ελληνικής αγγειοπλαστικής, στο τότε “Μουσείο Αρχαίας Μικροτεχνίας” (“Museum Antiker Kleinkunst“). Σήμερα, οι συλλογές αρχαίας ελληνικής, ετρουσκικής και ρωμαϊκής μικροτεχνίας στο Μόναχο ονομάζονται “„Staatliche Antikensammlungen“, κρατική αρχαιολογική συλλογή. Το κτήριο της συλλογής με την κορινθιακή πρόσοψη τo έκτισε ο Georg Friedrich Ziebland (1800 – 1873) μεταξύ των ετών 1838 – 1848. Το σύνολο ολοκληρώθηκε με την ανέγερση των Προπυλαίων στη δυτική άκρη της πλατείας, προς τιμήν του αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία. Τα Προπύλαια δημιουργήθηκαν μεταξύ 1840 και 1860, με πρότυπο την κλασική πύλη της Ακρόπολης των Αθηνών από τον 5ο αιώνα π.Χ., ακολουθώντας τον δωρικό ρυθμό εξωτερικά και τον ιωνικό εσωτερικά.

 

Τα Προπύλαια στο Μόναχο (για πλήρη στοιχεία δείτε εδώ).

 

Ο Ρώσος αυτοκράτορας Νικόλαος Α’, ανέθεσε στον Klenze το 1838 να σχεδιάσει ένα κτήριο για το Νέο Ερμιτάζ, το δημόσιο Μουσείο που θα στέγαζε την συλλογή αρχαιοτήτων, έργων τέχνης, νομισμάτων, βιβλίων, κλπ. των Ρωμανώφ.

Τα κτίσματα που αναφέρονται παραπάνω στην Königsplatz παρέχουν τον ιστορικό πυρήνα της πόλης του Μονάχου, ο οποίος επεκτάθηκε με την κατασκευή των Alte και Neue Pinakothek (παλαιάς και νέας Πινακοθήκης).

Ως αρχιτέκτων του βασιλιά Λουδοβίκου Α’, ο Klenze υλοποίησε και τα εξής έργα.

Το παλάτι Leuchtenberg, στην κεντρική οδό Ludwigstraße (1817 – 1821), το Odeon (αίθουσα συναυλιών στο Μόναχο) και το Παλάτι Biederstein στο Schwabing του Μονάχου (1826 – 1828), την Μονόπτερο  στον «Αγγλικό κήπο» της πόλης (1832 – 1837). Ξεχωρίζει η εντυπωσιακή Βαλχάλα (Wallhala), και το Πάνθεον στο Regensburg της Βαυαρίας (1830 – 1842). Στη Wallhala ο Klenze συνδύασε την κεντροευρωπαϊκή και την σκανδιναβική μυθολογία σε ένα οικοδόμημα που είχε ως πρότυπο τον Παρθενώνα. Εκτός των παραπάνω έργων, στον Klenze ανατέθηκε ο σχεδιασμός του εικονοστασίου στην Salvatorkirche του Μονάχου, όταν, με απόφαση του Λουδοβίκου Α’ ο ναός παραχωρήθηκε στην ελληνική κοινότητα της πόλης και μετατράπηκε από καθολικό σε ορθόδοξο.

 

O Leo von Klenze στην Ελλάδα

Σε μία ώριμη φάση της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, όπου είχε αποδείξει τις αρχιτεκτονικές του δεξιότητες στη σύλληψη και εκτέλεση εμβληματικών έργων στο Μόναχο και τη Βαυαρία, ο Klenze αναλαμβάνει μία ιδιαίτερη και βαρύνουσας σημασίας εντολή από τον Λουδοβίκο. Μεταξύ Ιουλίου και Νοεμβρίου του έτους 1834, καλείται να μεταβεί στην Ελλάδα με πολιτική, και ταυτόχρονα καλλιτεχνική, αποστολή. Η πολιτική του αποστολή ήταν η ανάκληση των αντιβασιλέων Georg Ludwig Von Maurer (1790-1872) και Karl von Abel (1788 – 1859), μεταξύ των οποίων υπήρχαν έντονες τριβές. Η καλλιτεχνική του αποστολή ήταν η εποπτεία και διευθέτηση ζητημάτων που σχετίζονταν με το πολεοδομικό σχέδιο της νέας πρωτεύουσας, που είχαν καταθέσει οι αρχιτέκτονες Eduard Schaubert (1804 – 1860) και Σταμάτης Κλεάνθης (1802 – 1862).

Τον Ιούλιο του 1834 επισκέπτεται την Κέρκυρα και σχεδιάζει τον δωρικό ναό στο Καρδάκι. Στην Κόρινθο εντυπωσιάζεται από το ναό του Απόλλωνα. Επισκέπτεται το Ναύπλιο, την Επίδαυρο, συνεχίζει την περιπλάνησή του στον Πόρο και την Αίγινα. Στον ναό της Αφαίας παρατηρεί τα ίχνη χρώματος σε μέλη του που έχουν ανασκαφεί ήδη το 1811. Το ζήτημα της πολυχρωμίας των αρχαίων ναών τον απασχολούσε. Έτσι, στην ιδεατή αποτύπωση της αρχαίας Αθήνας, η πολυχρωμία κάνει την εμφάνισή της στα κτήρια της πόλης (Ideale Ansicht der Stadt Athen in antiker Zeit, 1862). Η ιδέα αυτή ωστόσο δεν ήταν δημοφιλής ούτε κυρίαρχη στην εποχή που έζησε. Είναι ο πρώτος κλασικιστής αρχιτέκτων που πρότεινε πολύχρωμα σχέδια. Εντυπωσιασμένος από τους δωρικούς ναούς, οι οποίοι αποτελούν γι’αυτόν την ιδανική, αρχετυπική μορφή της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής, εξυμνεί τη διανοητική και αισθητική καθαρότητα των Ελλήνων, οι οποίες δεν αφήνουν τίποτα μυστικό στον δέκτη τους. Μάλιστα σημειώνει τα εξής:

«Ολόκληρος ο ελληνικός ναός, ακόμη και το παραμικρότερο μέλος του, δεν έχει τίποτα το κρυφό, αινιγματικό… έχουμε στη διάθεσή μας ολόκληρο το αρχιτεκτονικό αλφάβητο…αν γράψουμε με αυτό θα είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε νέα και εξαιρετικά έργα».

 

Εξειδανικευμένη άποψη της Ακροπόλεως και του Αρείου Πάγου της Αθήνας, 1846, λάδι σε καμβά, 102,8 x 147,7 cm.

Leo von Klenze: Ιδανική θέα στην πόλη της Αθήνας στην αρχαιότητα, 1862. Λάδι σε καμβά, 104,5 x 131,5 cm.

 

Μεταξύ 14 Αυγούστου και 15 Σεπτεμβρίου, βρίσκεται στην Αθήνα, η οποία δεν είναι ακόμη πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους. Ο βασιλέας Όθων (1815 – 1867) του αναθέτει τον επανασχεδιασμό της πόλης με βάση κλασσικά πρότυπα, αλλά και την επιλογή της τοποθεσίας των ανακτόρων. Με αφορμή το δεύτερο ζήτημα, ο Klenze έρχεται σε αντίθεση με τον σχεδόν συνομήλικό του συνάδελφο, Schinkel, ο οποίος οραματίζεται τη δημιουργία ανακτόρων επάνω στον βράχο της Ακρόπολης. Την ιδέα κρίνει ο Klenze ευτυχώς ως ανεδαφική, μεταξύ άλλων λόγω κλιματικών και γεωλογικών συνθηκών, και την απορρίπτει. Απορρίπτει και τις προτάσεις των μαθητών του Schinkel, Κλεάνθη και Schaubert, να γίνει η Ομόνοια το κέντρο της πόλης με τα ανάκτορα εκεί.

Οραματίζεται μια βασιλική κατοικία στον ωραίο Λόφο των Νυμφών, με θέα προς τη θάλασσα και ασφαλή απόσταση από το πλήθος της πόλης. Το σχέδιο κρίνεται ως πολυδάπανο και δεν υλοποιείται. Τριβές αναπτύσσονται μεταξύ του ιδίου και των Κλεάνθη και Schaubert, τόσο για το ζήτημα των ανακτόρων, όσο και για άλλες παρεμβάσεις στην εικόνα της πόλης. O Klenze επιθυμεί να της δώσει αέρα ιταλικής μεγαλούπολης. Θεωρεί ότι η βαριά αρχιτεκτονική της κεντρικής Ευρώπης δεν ικανοποιεί το ελληνικό πνεύμα, περισσότερο το βλάπτει. Βλέπει ότι στον χαρακτήρα μιας μεσογειακής πόλης ταιριάζει η συνεχής δόμηση, αλλάζει την πυκνότητα και το σύστημά της και διαφωνεί με τη θέση των Schaubert / Kλεάνθη για αποκλειστικά μονώροφη και διώροφη δόμηση στην πόλη. Οι τριβές που δημιουργούνται με τους συναδέλφους του, οι οποίοι είναι απρόθυμοι να τροποποιήσουν τα σχέδια τους, οδηγούν στην απομάκρυνσή τους από το δημόσιο, το Νοέμβριο του 1834.

Ο Klenze είναι ίσως λιγότερο γνωστός στους Έλληνες ή γίνεται αντικείμενο αυστηρής κριτικής, εξαιτίας της αντίθεσής του με το δίδυμο Schaubert / Kλεάνθη. Κατηγορείται ότι μίκρυνε το πλάτος δρόμων, περιόρισε την έκταση του σχεδίου πόλης, μείωσε την έκταση δημόσιων χώρων, κ.λ.π.

Ένας άλλος λόγος για τον οποίον του ασκήθηκε κριτική, είναι ότι επειδή ήταν προσανατολισμένος στο κλασικιστικό ιδεώδες, φαίνεται να παρέβλεψε την αξία της βυζαντινής παράδοσης και της ορθόδοξης ναοδομίας. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν δίστασε να προτείνει την κατεδάφιση ναών, όταν στέκονταν εμπόδιο στους πολεοδομικούς του σχεδιασμούς. Η διατήρηση της Καπνικαρέας επί της οδού Ερμού απετέλεσε εξαίρεση. Πιθανά ο Klenze να μην έδωσε τη δέουσα προσοχή σε βυζαντινά μνημεία, για λόγους όχι αποκλειστικά χωροταξικούς, αλλά ιδεολογικοπολιτικούς. Για τον ίδιο, Γερμανοί και Έλληνες είχαν κοινή ιστορική προέλευση ως Ινδογερμανοί / Ινδοευρωπαίοι, τους διέκρινε το σωματικό κάλλος και η τάση για εξέλιξη του Αληθινού / Μεγάλου / Ωραίου («Entwicklung des Wahren – Großen – Schönen»). Αυτές τις τάσεις δεν  διέκρινε σε άλλους λαούς, για τους οποίους πίστευε ότι εξαιτίας μιας θρησκευτικής καθήλωσης, δε στάθηκαν ικανοί να φθάσουν σε έναν υψηλότερο ανθρωποκεντρισμό / ανθρωπομορφισμό στην τέχνη τους. Λαμβάνοντας υπόψιν το θεωρητικό υπόβαθρο της σκέψης του, ίσως κατανοούμε καλύτερα και κάποιες από τις πολεοδομικές του προτάσεις.

Το διάστημα που πέρασε στην Ελλάδα, ήρθε κοντά με τον λαό της και ανέπτυξε ειλικρινή αισθήματα αγάπης και φιλίας για τους Έλληνες. Έφθασε μάλιστα στο σημείο να ασκήσει ανοικτή κριτική κατά της Βαυαροκρατίας. Στην πόλη των Αθηνών υπάρχουν αρκετά εμφανή ίχνη της παρουσίας του. Από τις προτάσεις του, διατηρήθηκε εκείνη των κτηρίων της Ακαδημίας, του Πανεπιστημίου και της Βιβλιοθήκης (της “αθηναϊκής τριλογίας του νεοκλασικισμού”). Τα τρία αυτά εμβληματικά κτήρια τελικά κατασκευάσθηκαν, σε μετωπική παράθεση, και όχι σε σχήμα Π, όπως εκείνος επιθυμούσε. Ο ναός του Αγίου Διονυσίου των Καθολικών επί της Πανεπιστημίου έχει αναγερθεί σε δικά του σχέδια, με ορισμένες παρεμβάσεις στο αρχικό του σχέδιο (π.χ. χωρίς το σχεδιασμένο από τον ίδιο καμπαναριό). Δυστυχώς, δεν κατάφερε να δει να πραγματοποιείται ένα μουσείο για την Ακρόπολη, όπως το ονειρευόταν, αλλά και ένα “Παντεχνείον”, ένα μουσείο που συγχρόνως θα λειτουργούσε ως σχολή Καλών Τεχνών, όπως το είχε προτείνει.

 

O Leo von Klenze ως αρχαιολόγος

Δεν είναι ευρέως γνωστή η μέγιστη συμβολή του Leo von Klenze για την προστασία των αρχαιοτήτων στην Ελλάδα. Χάρη στον ίδιο οφείλεται ο νόμος «περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων και της χρήσεως αυτών» που θεσπίστηκε στο Ναύπλιο, τον Μάιο του 1834, ο οποίος κάλυπτε και τις χριστιανικές αρχαιότητες. Σε δική του πρωτοβουλία οφείλεται ακόμη και η απόφαση ότι οι αρχαιολογικοί χώροι θα πρέπει να φυλάσσονται. Επίσης, ο ίδιος άρχισε την καταγραφή των αρχαιοτήτων στη χώρα, και πρότεινε να εκκινήσει το αναστηλωτικό έργο στην Ακρόπολη.

Με διάταγμα του βασιλέα Όθωνα ο λόφος της Ακρόπολης εκκαθαρίζεται από την παρουσία στρατού. Χάρη στις παρεμβάσεις του Klenze και του Ludwig Ross (1806 – 1859), διαβεβαιώνεται ότι η Ακρόπολη δε θα χρησιμοποιηθεί ξανά ως στρατιωτικό φρούριο. Κατά τον Κlenze, “αυτός ο λόφος έπρεπε όσο το δυνατόν συντομότερο να απελευθερωθεί από τα άσχημα και ερειπωμένα κτήρια των βαρβαρικών χρόνων” (“Dieser Berg sollte, […], sobald als möglich von den ruinierten und schlechten Bauwerken der barbarischen Zeit befreit werden”). Παρουσία του Klenze, ξεκινούν επισήμως στις 10 Σεπτεμβρίου 1834, οι εργασίες καθαρισμού και αποκατάστασης της Ακρόπολης σε εορταστική ατμόσφαιρα και με τη συμμετοχή του λαού. Οι εργασίες αυτές συνεχίσθηκαν για πολλές δεκαετίες.

Ο Klenze αναχώρησε από την Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 1834. Διέσχισε την Τίρυνθα και τις Μυκήνες, θαύμασε από κοντά την Πύλη των Λεόντων, την Τεγέα, τη Μαντίνεια, τη Μεγαλόπολη και τη Λυκοσούρα. Έφθασε και στην Ολυμπία. Μάλιστα φιλοτέχνησε ελαιογραφίες από τα αρχαιολογικά τοπία που επισκέφθηκε στην Ελλάδα (Καρδάκι Κέρκυρας, Ναός Αφαίας στην Αίγινα, πλατεία Αγ. Γεωργίου στο Ναύπλιο, Αέρηδες στην Πλάκα, κ.α.), ενώ κάποια από αυτά τα ολοκλήρωσε στο Μόναχο (π.χ. Ideale Ansicht der Stadt Athen in antiker Zeit, 1862, Η Ακρόπολις των Αθηνών και ο Άρειος Πάγος, 1846). Με την κυκλοφορία των έργων του σε λιθογραφίες, συνέβαλε με έναν ακόμη τρόπο στη διάδοση της εικόνας της Ελλάδας  στην Ευρώπη, όπως είχαν ήδη κάνει και άλλοι φιλέλληνες συνάδελφοι του, όπως ο Ferdinand Stademann, ο Karl Freiherr von Heideck, ο Carl Rottmann, ο Ludwig Lange, ο Peter von Hess και ο Joseph Petzl.

Μετά το πέρας της αποστολής του στην Ελλάδα, ο Klenze δεν θέλησε να επανέλθει ως μόνιμος σύμβουλος του Όθωνα, όπως του είχε προτείνει ο Λουδοβίκος Α’. Προσπάθησε ωστόσο να συνεχίσει την επιτήρηση των εργασιών στην Ακρόπολη από το Μόναχο. Πέθανε σχεδόν λησμονημένος στο Μόναχο το 1864. Αντίθετα με τον συνάδελφό του, Schinkel, ο οποίος αν και έφυγε νωρίς, το 1841, θρηνήθηκε από μια ολόκληρη σειρά μαθητών και θαυμαστών του, ο Klenze έφυγε πλήρης ημερών, χωρίς να καταγράφονται όμως αντίστοιχες εκδηλώσεις λατρείας.

Όσο ζούσε τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο του βασιλικού ινστιτούτου Βρετανών αρχιτεκτόνων (1852) και, έναν χρόνο αργότερα, από το Βαυαρικό Μαξιμιλιανό Τάγμα για τις τέχνες και τις επιστήμες (1853). Το 1863 ανακηρύχθηκε επίτιμος πολίτης του Μονάχου για το σύνολο της προσφοράς του. Του αποδόθηκαν τιμές και μετά τον θάνατο του. Το όνομά του φέρουν οδοί (Klenzestraße) στις γερμανικές πόλεις Μόναχο, Kassel, Werries, Tutzing και Regensburg. Επίσης το όνομά του φέρει το Γυμνάσιο Klenze στο Μόναχο, η κρατική επαγγελματική σχολή στο Ingolstadt (Staatliche Berufsschule II Ingolstadt) και το πάρκο της πόλης (Klenzepark). Από το 1996 και εξής, το Υπουργείο Εσωτερικών της Βαυαρίας απονέμει το μετάλλιο “Leo von Klenze” για εξαιρετικά επιτεύγματα στην αρχιτεκτονική, την οικιστική και αστική ανάπτυξη.

 

Ο τάφος του Klenze στο Μόναχο

 

Η Ελλάδα και η ΕΕΦ τιμούν τον μεγάλο αρχιτέκτονα που διέδωσε στην Ευρώπη την κλασική γραμμή στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, εμπνευσμένος από την αρχαία Ελλάδα, και που έθεσε τις βάσεις για τον πολεοδομικό σχεδιασμό της νέας Αθήνας.

 

Πηγές και βιβλιογραφία

  • antike-am-koenigsplatz.mwn.de.
  • Bernhard Schulz, Leo von Klenze: Der Baumeister eines griechischen Bayern, Der Tagesspiegel, 24.02.2001.
  • Frese, Peter, Ein griechischer Traum. Leo von Klenze. Der Archäologe, München, Staatliche Antikensammlung und Glyptothek 1985, München 1985 (κατάλογος έκθεσης).
  • Fuhrmeister, Christian, Jooss, Birgit (Hg.), Isar/Athen. Griechische Künstler in München- Deutsche Künstler in Griechenland. München 2008 (κατάλογος έκθεσης).
  • Θερμού, Mαρία,  Λέο φον Κλέντσε, ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Νοεμβρίου 2008.
  • Καγιαδάκη, Μαρία, Οι ζωγραφοι Γεωργιος και Φιλιππος Μαργαριτης. Τα πρωτα καλλιτεχνικα εργαστηρια στην Αθηνα του 19ου αιωνα. Διδακτορικη διατριβη, Αριστοτελειο Πανεπιστημιο Θεσσαλονικης, 2008.
  • Μουστάκα, Αλίκη, Ένα ελληνικό όνειρο: Λέο φον Kλέντσε, ο Αρχαιολόγος, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχος 20, Αύγουστος 1986.
  • Μπαδήμα-Φουντουλάκη, Μαρία, Σταμάτης Κλεάνθης: 1802-1862: αρχιτέκτων, επιχειρηματίας, οραματιστής, Δήμοι Αθηναίων και Βελβεντού, 2011.
  • Παπαγεωργίου-Βενετάς, Αλέξανδρος, Ένα όραμα του κλασικισμού. Καπόν, Αθήνα 2001.

 

 

Ξεχωριστή θέση στην ιστορία του Γερμανικού Φιλελληνικού ρεύματος που εκδηλώθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, κατέχουν αδιαμφισβήτητα οι γενναίοι εκείνοι λόγιοι και πανεπιστημιακοί, οι οποίοι εξαρχής δήλωσαν ανοικτά τη συμπαράσταση τους στον Ελληνικό Αγώνα. Ένας πολύ σημαντικός πρόμαχος των δικαίων των επαναστατημένων Ελλήνων, ήταν ο Γερμανός καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Albertus-Universität  του Königsberg, Wilhelm Traugott Krug (1770 – 1842). Όταν κυκλοφόρησαν και στη Γερμανία οι ειδήσεις για το ξέσπασμα της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία υπό τον Υψηλάντη, τον Φεβρουάριο του 1821, η πρώτη δημόσια τοποθέτηση υπέρ των Ελλήνων, προήλθε από τον Krug.

O Krug γεννήθηκε στις 22 Ιουνίου 1770 στην περιοχή Radis του γερμανικού κρατιδίου Sachsen – Anhalt. Οι γονείς του δεν εμπιστεύονταν τη φτωχή εκπαίδευση που προσέφερε το σχολείο του χωριού, και αποφάσισαν να του παρέχουν εκπαίδευση ιδιωτικά, με δασκάλους στο σπίτι. Σε ηλικία δώδεκα ετών ξεκίνησε να επισκέπτεται το σχολείο του μοναστηρίου Pforta, από το οποίο αποφοίτησε το 1788 ως ένας από τους κορυφαίους μαθητές του. Κατόπιν σπούδασε Φιλοσοφία και Θεολογία στις πόλεις Wittenberg, Jena και Göttingen. Από το 1801 εργάσθηκε ως καθηγητής φιλοσοφίας στo Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης επί του Όντερ (Brandenburgische Universität Frankfurt). Από το 1805 και μετά, διαδέχθηκε τον σπουδαίο Γερμανό φιλόσοφο, Immanuel Kant (1724 – 1804), στο Πανεπιστήμιο του Königsberg (Albertus – Universität). Ο καθηγητής Krug ήταν ιδιαίτερα αγαπητός, χάρη στην ικανότητα του να εστιάζει στην πρακτική πλευρά των ζητημάτων που ανέλυε, σε κατανοητή γλώσσα, και όχι απλά να θεωρητικολογεί.

O φιλελεύθερος πολιτικά, Krug, είχε λάβει μέρος στην τελευταία φάση των ναπολεόντειων πολέμων (1813 – 1815), ως αρχηγός ενός σώματος ιππέων από την Σαξονία. Ως τότε η Σαξονία θεωρείτο μία μεσίας τάξης δύναμη, η οποία όμως μετά την ήττα της στα πεδία των μαχών, απώλεσε και το κύρος της στο Συνέδριο της Βιέννης (1815). Αυτές οι εξελίξεις θα είχαν σίγουρα αντίκτυπο στον φιλόπατρι Γερμανό καθηγητή. Ήδη το 1808, ο Krug είχε οραματισθεί και συνιδρύσει την πρωσική μυστική εταιρεία Tugendbund (“Σύνδεσμος για την άσκηση της Αρετής”, 1808), η οποία απέβλεπε στην τόνωση του εθνικού φρονήματος των Γερμανών μετά την ήττα από τον Ναπολέοντα.

Πολλοί Φιλέλληνες, βετεράνοι των ναπολεοντείων πολέμων, είδαν στον ελληνικό Αγώνα μία συνέχεια των αγώνων τους στα πεδία των μαχών. Οι Ευρωπαίοι πολίτες που διαπνέονταν από ένα φιλελέυθερο πολιτικά πνεύμα, έβλεπαν στην ελληνική περίπτωση την ενσάρκωση του Αγώνα για Δικαιοσύνη και Ελευθερία. Δεν προκαλεί απορία λοιπόν, ότι ο Krug εξελίχθηκε σε έναν φλογερό πρόμαχο υπέρ των ελληνικών θέσεων, πρωτοπόρο του γερμανικού Φιλελληνισμού. O Krug δεν ήταν ούτε ριζοσπάστης πολιτικά, ούτε στρατευμένος πολέμιος της Ιεράς Συμμαχίας. Οι σκέψεις του για την περίπτωση των Ελλήνων επηρεάζονταν από τις ρομαντικές πεποιθήσεις του και τη χριστιανική του πίστη.  Κατανοούσε ότι στους Έλληνες έπρεπε να επιστραφεί η αρχαία πατρίδα τους, την οποία θα κατοικούσαν στο εξής ως ένας διαφωτισμένος, χριστιανικός λαός.

Η προκήρυξη του “Η αναγέννηση της Ελλάδας” (Griechenlands Wiedergeburt) κυκλοφόρησε το Πάσχα του 1821 και στη συνέχεια κυκλοφόρησε πέραν των γερμανικών συνόρων. Εδώ ο καθηγητής έκανε έκκληση για στήριξη του ελληνικού αγώνα, τονίζοντας ότι “η κυριαρχία των Τούρκων δε μπορεί να θεωρηθεί με κανέναν τρόπο νόμιμη, είναι απλά παράνομη … τίποτα δε μπορεί να θεμελιώσει νομικά την επικράτηση ενός λαού έναντι ενός άλλου”. Παρόμοιες θέσεις εξέφρασε και ο καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στη Βαυαρία, Ειρηναίος Θείρσιος (Friedrich Thiersch, 1784 – 1860), ο οποίος στη προκήρυξη του “Η σωτηρία της Ελλάδας, η υπόθεση της υπόχρεης Ευρώπης”, προέβαλε το επιχείρημα χρέους του δυτικού κόσμου απέναντι στην Ελλάδα, στην οποία όφειλε την καταγωγή και πρόοδό της.

 

Το φυλλάδιο του Krug «Τελευταία λόγια για το ελληνικό ζήτημα», Altenburg & Leipzig, Brockhaus, 1822 (συλλογή ΕΕΦ).

 

Τον Αύγουστο του 1821, επηρεασμένος από τους Έλληνες φοιτητές του στη Λειψία, ο Krug απηύθηνε δημόσια έκκληση για τη δημιουργία Φιλελληνικών Επιτροπών. Οι Επιτροπές είχαν ως στόχο τους τη διενέργεια εράνων υπέρ της οικονομικής στήριξης Φιλελλήνων εθελοντών που θα μετέβαιναν στην Ελλάδα. Οι κινήσεις αυτές κινητοποίησαν τα αντιδραστικά ανακλαστικά της καχύποπτης πρωσικής κυβέρνησης. Σε αντίθεση με τις πόλεις στο Νότο της Γερμανίας, όπου τα φιλελληνικά κομιτάτα γνώρισαν διάδοση (Stuttgart, Heidelberg, Tübingen, Darmstadt, Freiburg), η ίδρυσή τους στην Πρωσία επετράπη μόλις το 1826. Με αφορμή την εορτή του Αγίου Μιχαήλ τον Σεπτέμβριο του 1821, ο Krug απευθύνθηκε εκ νέου στον γερμανικό λαό με τα «Τελευταία λόγια για το ελληνικό ζήτημα», επιχειρηματολογώντας υπέρ της στήριξης της Ελληνικής Επανάστασης. Το ίδιο θα πράξει έναν χρόνο αργότερα με την έκδοση μίας ακόμη φιλελληνικής προκήρυξης. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήλθε αντιμέτωπος με τη λογοκρισία και τις αντιδράσεις της πρωσικής κυβέρνησης, οι ιδέες του γνώρισαν μεγάλη απήχηση στη Γερμανία.

Η συγγραφική δραστηριότητα Γερμανών πανεπιστημιακών υπέρ της Ελλάδος λειτούργησε ως καταλύτης για τη διαμόρφωση του φιλελληνικού κινήματος. Αξίζει να αναφερθεί και η στενή σχέση που ανέπτυξε ο Krug με τον εκδότη Friedrich Arnold Brockhaus (1772 – 1823), η οποία επηρέασε τον Brockhaus στην έκδοση έργων τα οποία επεσήμαναν τη σπουδαιότητα της κλασικής αρχαιότητας.

Από το 1834 και μετά, ο Krug αποτραβήχθηκε σε μία ήσυχη ζωή, και αφιερώθηκε στα φιλοσοφικά, θεολογικά και εκδοτικά του ενδιαφέροντα. To ζήτημα της αυτοδιάθεσης των λαών φαίνεται να τον απασχολούσε και στα χρόνια μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Μάλιστα παρέδωσε μία αίτηση στο κοινοβούλιο της Σαξονίας, εκ μέρους της Ισραηλινής Κοινότητας της Δρέσδης, η οποία διεκδικούσε τη χειραφέτηση των Εβραίων στο βασίλειο της Σαξονίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι πολέμιοι της χειραφέτησης αντιτάχθηκαν σθεναρά στις προτάσεις του.

 

Ο τάφος του Krug στην Λειψία της Γερμανίας.

 

Η ΕΕΦ τιμά τον Φιλέλληνα Wilhelm Traugott Krug για την πολύτιμη προσφορά του στην ανάπτυξη του Φιλελληνισμού και στον Ελληνικό Αγώνα για Ανεξαρτησία.

 

Πηγές και βιβλιογραφία

  • deutsche-biographie.de
  • wikipedia.de
  • Konstantinou, Εvangelos, Griechenlandbegeisterung und Philhellenismus, Europäische Geschichte Online, 22-10-2012
  • Papoulia, Basilike, Die griechische Wiedergeburt in der Sicht der politischen Romantik, στο: Hänsel, Bernhard, Die Entwicklung Griechenlands & die deutsch-griechischen Bezierhungen im 19. & 20. Jahrhundert, Verlag Otto Sagner, München 1990, σ. 65 -78.
  • Τράκα, Θεολογία, H Ελλάδα και ο Ελληνικός Αγώνας για την Ανεξαρτησία μέσα από τη γερμανόφωνη πεζογραφία της δεκαετίας του 20 κατά τον 19ο αιώνα. Διδακτορική Διατριβή. Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα, 2012.

 

Ο ναύαρχος Lord Cochrane, πορτραίτο του James Ramsay, περίπου 1830.

 

Ο Thomas Cochrane, 10ος κόμης του Dundonald (1775-1860), ήταν Βρετανός ναύαρχος, μυθικός θαλασσόλυκος, ένας από τους πλέον εμβληματικούς και διάσημους ναυτικούς όλων των εποχών, ήρωας στην Μεγάλη Βρετανία και στην Λατινική Αμερική και Φιλέλληνας. Η πολυσχιδής αυτή προσωπικότητα, ήταν πρωτοπόρος της ναυτικής στρατηγικής, αλλά και σημαντικός εφευρέτης, του οποίου τα σχέδια και οι εφευρέσεις εφαρμόζονταν για πολλά χρόνια, ακόμη και μετά τον θάνατό του.

Γεννήθηκε στο Annsfield, κοντά στο Hamilton του Νοτίου Lanarkshire της Σκωτίας. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Archibald Cochrane, 9ου κόμη του Dundonald (1748 –  1831) και της Anna Gilchrist, εγγονής του ταγματάρχη John Roberton, 16ου αφέντη του Earnock[1]. Ο πατέρας του ήταν εφευρέτης. Δύο από τους αδελφούς του Thomas Cochrane, διακρίθηκαν ως αξιωματικοί των Βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Ο πρώτος ήταν ο επίλαρχος William Erskine Cochrane, ο οποίος πολέμησε στους Ναπολεοντείους Πολέμους ως αξιωματικός του 15ου Συντάγματος Δραγόνων της Βασιλικής Φρουράς, υπό τις διαταγές του αντιστρατήγου Sir John Moore[2]. Ο δεύτερος ήταν ο Archibald Cochrane ο νεότερος, ο οποίος υπηρέτησε ως πλοίαρχος του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού[3].

Ο ναύαρχος Thomas Cochrane ήταν απόγονος οικογενειών με ισχυρή στρατιωτική παράδοση. Από τον θείο του, ναύαρχο Alexander Inglis Cochrane, ήταν εξάδελφος του ναυάρχου και μετέπειτα κυβερνήτη του Newfoundland, Thomas John Cochrane (1789 – 1872)[4]. Υπό την επιρροή του θείου του, ο Thomas Cochrane κατατάχθηκε στις 23 Ιουλίου 1793, στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό με το βαθμό του σημαιοφόρου[5]. Αρχικά, υπηρέτησε υπό τις διαταγές του θείου του στη φρεγάτα “Hind”, η οποία ναυλοχούσε στο λιμάνι του Sheerness[6]. Όταν ο θείος του ανέλαβε κυβερνήτης της φρεγάτας “Thetis”, ο Cochrane τον ακολούθησε και επισκέφθηκε μαζί του την Νορβηγία[7].

Προκειμένου να αναδειχθεί το κύρος και το ιδιαίτερο βάρος της οικογένειας Cochrane, είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε εδώ ότι ο Sir Alexander Cochrane ήταν ο διοικητής του βρετανικού στόλου στον πόλεμο του 1812 εναντίον των ΗΠΑ. Μεταξύ άλλων, στρατολόγησε το πρώτο σώμα μαύρων πεζοναυτών, που πολέμησε εναντίον των Αμερικανών και έκαψε όλα τα δημόσια κτίρια στην Ουάσιγκτον, συμπεριλαμβανομένου του Λευκού Οίκου.

Το 1795, ο Thomas Cochrane τοποθετήθηκε στη Μοίρα Βορείου Αμερικής και Δυτικών Ινδιών του Βρετανικού στόλου και έλαβε το βαθμό του ανθυποπλοιάρχου κατ’απονομή[8]. Στις 7 Μαΐου 1796, μετά από εξετάσεις, προήχθη στο βαθμό του υποπλοιάρχου[9]. Το 1798 τοποθετήθηκε ως αξιωματικός ναυτιλίας, στη ναυαρχίδα του στόλου της Μεσογείου “HMS Barfleur”, υπό τη διοίκηση του ναυάρχου George Keith Elphinstone, 1ου υποκόμη Keith[10]. Εκεί απέδειξε τις ηγετικές του ικανότητες και το θάρρος του πατάσσοντας την πειρατεία. Δεν δίστασε μάλιστα να έρθει σε ρήξη με τον προϊστάμενό του, πλωτάρχη Philip Beaver[11], με αποτέλεσμα να δικασθεί από το Ναυτοδικείο. Στη δίκη αυτή αθωώθηκε, και έτσι απέδειξε την ορθότητα των απόψεών του[12]. Το αποτέλεσμα αυτό όμως είχε ως συνέπεια, να αποκτήσει έναν μόνιμο εχθρό. Τον ναύαρχο John Jervis, 1ο κόμη του St Vincent, ο οποίος είχε τον πλωτάρχη Beaver υπό την προστασία του[13].

Τον Φεβρουάριο του 1800, ο Cochrane αιχμαλώτισε τη Γαλλική κορβέτα ”Généreux“, την οποία οδήγησε στη βρετανική βάση της Mahon στη Μινόρκα των Βαλεαριδών Νήσων της Ισπανίας[14]. Η επιτυχία του αυτή είχε ως αποτέλεσμα την προαγωγή του σε πλωτάρχη και την τοποθέτησή του ως κυβερνήτη στο μπρίκι “Speedy” στις 28 Μαρτίου 1800[15]. Σε μία από τις επιχειρήσεις που συμμετείχε με το πλοίο αυτό, κινδύνευσε να αιχμαλωτισθεί από το Δανικό Βασιλικό Ναυτικό, κατά τη διάρκεια αποστολής αναγνώρισης, καθώς η Δανία ήταν σύμμαχος των Γάλλων[16]. Όμως εν τέλει οι Δανοί δεν αιχμαλώτισαν το πλοίο του, και έτσι ο Cochrane και το πλήρωμά του απέφυγαν την αιχμαλωσία[17].

Μία από τις πλέον σημαντικές πράξεις του Cochrane, που τον έκανε πλέον διεθνώς διάσημο, ήταν η αιχμαλωσία της ισπανικής φρεγάτας “El Gamo”, στις 6 Μαΐου 1801. Η φρεγάτα αυτή είχε πλήρωμα 319 ανδρών και έφερε οπλισμό 32 πυροβόλων, όταν το πλοίο του Cochrane έφερε 14 πυροβόλα και είχε πλήρωμα 54 ανδρών[18]. Ο Cochrane χρησιμοποίησε ένα τέχνασμα. Ύψωσε την Αμερικανική σημαία και πλησίασε πολύ την εχθρική φρεγάτα, με αποτέλεσμα τα πυροβόλα της να αδυνατούν να βάλλουν κατά του πλοίου του[19]. Τότε οι Ισπανοί έχασαν το ηθικό τους και παραδόθηκαν μαζί με το πλοίο τους, παρά το γεγονός ότι υπερείχαν σε βαθμό 6 προς 1[20].

 

Το Βρετανικό πλοίο HMS Speedy αιχμαλωτίζει την πολύ μεγαλύτερη Ισπανική φρεγάτα El Gamo, πίνακας του 19ου αιώνος.

 

Ως κυβερνήτης του ”Speedy”, ο Cochrane κατάφερε μέσα σε 13 μήνες να συλλάβει ή να καταστρέψει 53 πλοία, με αποτέλεσμα να στοχοποιηθεί από τις δυνάμεις του εχθρού. Έτσι 3 γαλλικά πλοία γραμμής (πρόγονοι των θωρηκτών), υπό τον Γάλλο ναύαρχο Charles-Alexandre Linois, κατόρθωσαν να τον αιχμαλωτίσουν στις 3 Ιουλίου 1801[21]. Όμως, λίγες ημέρες μετά επέστρεψε στη χώρα του, αφού ανταλλάχθηκε με τον ύπαρχο ενός γαλλικού πολεμικού πλοίου[22]. Στις 28 Αυγούστου 1801 προήχθη στο βαθμό του αντιπλοιάρχου[23].

Μετά την Ειρήνη της Αμιένης, ο Cochrane μετεκπαιδεύθηκε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου[24]. Το 1803, ο ναύαρχος Jervis τον τοποθέτησε κυβερνήτη της φρεγάτας “Arab”, η οποία αποτελούσε μονάδα του Μητροπολιτικού Στόλου, και είχε αναλάβει καθήκοντα περιπολιών μεταξύ των Ορκάδων Νήσων της Σκωτίας και της Βορείου Θαλάσσης[25].

Το 1804, όταν εξελέγη πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας ο William Pitt ο νεότερος, ο Cochrane διατάχθηκε από το νέο λόρδο του Ναυαρχείου Henry Dundas, 1ο υποκόμη Melville, να αναλάβει τη διοίκηση της νεότευκτης φρεγάτας “Pallas”[26].

Τον Αύγουστο του 1806, τοποθετήθηκε κυβερνήτης της φρεγάτας “Imperieuse“, η οποία αποτελούσε αρχικά μονάδα του Ισπανικού Βασιλικού Ναυτικού με την ονομασία “Medea”[27], πριν ενταχθεί στο Βρετανικό στόλο. Ταυτόχρονα, τον Οκτώβριο του ιδίου έτους ο Cochrane εξελέγη βουλευτής στην πόλη Honiton[28]. Λίγο αργότερα, παραιτήθηκε από την έδρα αυτή το Μάιο του 1807, για να εκλεγεί στην εκλογική περιφέρεια του Westminster[29]. Αφού εξελέγη στο Westminster, o Cochrane εντάχθηκε στο κόμμα των Φιλελευθέρων και σε συνεργασία με τους ηγέτες των Μεταρρυθμιστών William Cobbett, Francis Burdett (μετέπειτα μέλος του Φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου) και Henry Hunt, συνέβαλε στην αναδιοργάνωση του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού[30].

Ταυτόχρονα με την πολιτική του σταδιοδρομία, ο Cochrane συνέχισε να διατελεί κυβερνήτης της φρεγάτας “Imperieuse“, με την οποία διενήργησε καταδρομικές επιχειρήσεις στις γαλλικές ακτές της Μεσογείου, στο πλαίσιο των Ναπολεοντείων Πολέμων. Το 1808, σε συνεργασία με μία ομάδα Ισπανών ανταρτών, κατέλαβε το φρούριο του Mogat, το οποίο ήλεγχε το δρόμο Βαρκελώνης – Gerona. Η επιτυχία αυτή συνέβαλε στην καθυστέρηση των επιχειρήσεων του Γαλλικού Σώματος Στρατού που διοικούσε ο Γάλλος στρατηγός Guillaume Philibert, 1ος κόμης Duhesme[31].

Μετά την κατάληψη του οχυρού του Mogat, o Cochrane έλαβε μέρος στην υπεράσπιση του Castell de la Trinitat της πόλης Rosas, στα περίχωρα της Βαρκελώνης. Μάλιστα ο Cochrane πολέμησε με πείσμα και γενναιότητα, και απεχώρησε τελευταίος όταν η μάχη είχε πλέον κριθεί[32].

Στη συνέχεια, ο Cochrane έλαβε το βαθμό του πλοιάρχου και συνέχισε την δράση του. Έτσι την περίοδο μεταξύ 11 και 24 Απριλίου 1809, συμμετείχε στις επιχειρήσεις των Βρετανών εναντίον του Γαλλικού στόλου, και μάλιστα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ναυμαχία του Βισκαϊκού Κόλπου στην Ισπανία[33], συμβάλλοντας στην Βρετανική νίκη.

Αξίζει όμως να αναφερθούμε και σε άλλη μία πτυχή της πολυδιάστατης προσωπικότητας του μεγάλου αυτού αξιωματικού και πολιτικού. Από το 1793 έως το 1818, ο Cochrane διακρίθηκε και ως επιστήμων – εφευρέτης, που εισήγαγε πολλές καινοτομίες στην ναυτική στρατηγική και μηχανική. Ενδεικτικά αναφέρουμε, ότι το 1805, πρότεινε την αλλαγή του συστήματος διάταξης των πλοίων στις νηοπομπές. Δηλαδή, αντί τα εμπορικά πλοία να βρίσκονται όπισθεν των πολεμικών, ο Cochrane εισηγήθηκε να τοποθετούνται εντός κλοιού που απαρτίζουν τα πολεμικά. Η ιδέα αυτή εξασφάλιζε μεγαλύτερη ασφάλεια, και επικράτησε στους κύκλους του Βρετανικού Ναυαρχείου, το οποίο τίμησε τον Cochrane με ειδικό έπαθλο[34].

Επίσης, το 1806, όταν ο Cochrane ήταν κυβερνήτης στην φρεγάτα “Pallas”, εφήρμοσε ένα σύστημα μηχανικής, το οποίο προσέθετε ευκινησία και ευελιξία στα πλοία[35]. Τέλος, το 1818 σε συνεργασία με τον διάσημο μηχανικό Marc Isambard Brunel, κατοχύρωσε την ευρεσιτεχνία της ασπίδας σήραγγας, η οποία συνέβαλε στην ασφαλή και γρήγορη διάνοιξη τούνελ, περιορίζοντας και τα εργατικά ατυχήματα[36].

Μια άλλη σημαντική πτυχή της βιογραφίας του, είναι η εξής. Ο Thomas Cochrane αντιμετώπισε το 1814 μία σημαντική δικαστική περιπέτεια, και χρειάσθηκε μία πολυετής προσπάθεια για να αποκαταστήσει την φήμη του. Μία ήμερα, μία αναπάντεχη είδηση εξέπληξε την κοινή γνώμη. Ο Thomas Cochrane, ένας από τους μεγαλύτερους ναυτικούς ήρωες της Βρετανίας, κατηγορείτο για απάτη στο Χρηματιστήριο. Η ιστορία έχει ως εξής. Την εποχή αυτή, εμφανίσθηκαν τρείς απατεώνες, οι οποίοι παρουσιάσθηκαν ως Γάλλοι αξιωματικοί βασιλόφρονες και έπεισαν χρηματιστές του City ότι ο Ναπολέων είχε ηττηθεί και ήταν νεκρός. Η πληροφορία αυτή θεωρήθηκε αξιόπιστη, και εκτόξευσε την τιμή του χρυσού. Μάλιστα μέλη της συμμορίας αυτής διέσχισαν τη Γέφυρα του Λονδίνου με μια κλειστή άμαξα και διένεμαν φυλλάδια που έγραφαν στα γαλλικά «Ζήτω ο Βασιλέας και οι Βουρβόνοι». Την ίδια ώρα, άλλο μέλος της σπείρας διέδωσε στο Ντόβερ ότι οι δυνάμεις του Ναπολέοντα είχαν αποδεκατιστεί από τους Κοζάκους (βέβαια το νέο αυτό δεν πρόλαβε να φθάσει στο Λονδίνο πριν αποκαλυφθεί η απάτη).

Κάποιοι κερδοσκοπήσαν από την κατάσταση αυτή σε βάρος επενδυτών, κάποιοι  από τους οποίους υπέστησαν μεγάλη ζημία. Τότε έλαβε χώρα μία έρευνα η οποία απέδωσε ευθύνες και στον Thomas Cochrane. Ακολούθησε δίκη που τον καταδίκασε σε ένα χρόνο φυλάκισης. Το κοινό που λάτρευε τον μεγάλο εθνικό ήρωα, επαναστάτησε και τελικά αποφυλακίσθηκε για να αποφευχθούν επεισόδια. Η κυβέρνηση είχε θορυβηθεί και από το γεγονός ότι ο φίλος του Βουλευτής Burdett είχε σταθεί στο πλευρό του Cochrane. Μάλιστα ο Castlereagh είχε απαγορεύσει να δημοσιευθεί ο λόγος που απηύθυνε στο Κοινοβούλιο, όταν τον απέβαλαν από αυτό. Μετά από έξi  μήνες ο ίδιος ο Ναπολέων, εξόριστος στην Νήσο Elba, είχε δηλώσει τα εξής όταν έμαθε την ιστορία αυτή: “Ένας τέτοιος άνδρας δεν έπρεπε να υποστεί τόσο εξευτελιστική τιμωρία”.

Μετά την αποβολή του από το Κοινοβούλιο, ακολούθησαν επαναληπτικές εκλογές για κάλυψη της κενής έδρας του, στην περιφέρεια του Westminster. Ή οργή του λαού ήταν μεγάλη για την δίωξη αυτή, που θεωρήθηκε πολιτική σκευωρία. Οι 5.000 εκλέκτορες που συγκεντρώθηκαν για την ανακήρυξη των υποψηφίων, κραύγαζαν ρυθμικά ‘Cochrane –  Cochrane  – για πάντα’, με αποτέλεσμα να αποσυρθούν και οι τρείς υποψήφιοι και να επανεκλεγεί ο Cochrane στις 16-7-1814, μόλις 26 ημέρες μετά από την καταδίκη του. Ο Cochrane  παρέμεινε βουλευτής και αγωνιζόταν συνεχώς για πολιτικές μεταρρυθμίσεις στη Μεγάλη Βρετανία, μέχρι το 1818, οπότε και αναχώρησε στην Νότιο Αμερική.

Μετά την αποβολή του από τη Βουλή των Κοινοτήτων, του αφαιρέθηκε και ο τίτλος του ιππότη. Εν τέλει χρειάσθηκε πολλά χρόνια για να αποκαταστήσει την τιμή του. Έτσι το 1832 κέρδισε βασιλική χάρη, και του επεστράφη το αξίωμα του υποναυάρχου. Δώδεκα χρόνια αργότερα η Βασίλισσα Βικτωρία επέστρεψε στον Thomas Cochrane και τον τίτλο του ιππότη.

Η υπόθεση αυτή απασχόλησε πολλές φορές την ακαδημαϊκή έρευνα μέχρι πρόσφατα και έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις. Σύμφωνα με τον κοινό νου όμως, ο Thomas Cochrane, ένας διάσημος άνθρωπος με τεράστια φήμη, δεν είχε κανένα λόγο να εμπλακεί σε μία τόσο ανόητη και χονδροειδή απάτη, που θα μπορούσε να αποκαλυφθεί σε μερικές ημέρες, αν όχι ώρες. Από την άλλη, οι θρασείς αυτοί απατεώνες είχαν κάθε λόγο να επιχειρήσουν να εμπλέξουν το όνομά του. Τέλος, για πολλούς εχθρούς του Thomas Cochrane, η σκευωρία αυτή ήταν μία ευκαιρία για να τον εξουδετερώσουν πολιτικά. Το πλέον ενδιαφέρον όμως είναι ότι, η κοινή γνώμη έμεινε πιστή στον εθνικό ήρωα Thomas Cochrane. Αξίζει να σημειωθεί πως όταν του επιβλήθηκε πρόστιμο 100 λιρών, και αυτός αρνήθηκε να το καταβάλει, επιμένοντας για την αθωότητά του, ο λαός συγκέντρωσε με έρανο το ποσό πέννα προς πέννα, και το πλήρωσε στο όνομά του.

Στις 28 Νοεμβρίου 1818, ο Cochrane αποστρατεύθηκε και αποσύρθηκε οριστικά και από την πολιτική. Το ανήσυχο και περιπετειώδες πνεύμα του, αναζητούσε όμως νέες διεξόδους και νέα πεδία δράσης.

Έτσι όταν ο Χιλιανός ηγέτης Bernardo O’Higgins του ζήτησε να οργανώσει το Ναυτικό της Χιλής, αυτός δέχθηκε την αποστολή, και ταξίδευσε στο Valparaíso[37]. Στην Χιλή έλαβε την Χιλιανή υπηκοότητα στις 11 Δεκεμβρίου 1818, και διορίσθηκε αντιναύαρχος και πρώτος αρχηγός του Χιλιανού Ναυτικού[38].

Ο Cochrane, οργάνωσε το Χιλιανό Ναυτικό με πρότυπο το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, το οποίο διοικούσε από την ναυαρχίδα του στόλου, την φρεγάτα “O’ Higgins”. Έτσι, χάρη στις ενέργειές του, η Χιλή απέκτησε ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι του Ισπανικού Στόλου του Ειρηνικού. Πολύ γρήγορα, ο στόλος της Χιλής απέκοψε τις επικοινωνίες των Ισπανών και κατέλαβε στις 4 Φεβρουαρίου 1820 την πόλη Valdivia[39].

 

Ο στόλος της Χιλής που διοικούσε ο Thomas Cochrane, πίνακας του 19ου αιώνος.

 

Μετά την κατάληψη της Valdivia, ο Cochrane διατάχθηκε να αποκλείσει τις ακτές του Περού, ούτως ώστε ο στρατός του Αργεντινού ηγέτη Jose de San Martin, να διαβεί με ασφάλεια την Χιλή και να ενισχύσει τις δυνάμεις του O’ Higgins[40]. Η αποστολή αυτή στέφθηκε με επιτυχία. Μάλιστα στις 5 Νοεμβρίου 1820, ο Cochrane αιχμαλώτισε την ισπανική φρεγάτα ”Esmeralda”[41].

Με την δράση του και τις ικανότητές του, ο Cochrane βοήθησε καθοριστικά τον αγώνα για την ανεξαρτησία του Περού και της Χιλής. Ο εμβληματικός ναύαρχος τιμάται διαχρονικά από την κυβέρνηση της Χιλής. Μεταξύ άλλων, αυτή έδωσε το όνομά του σε δύο θωρηκτά το 1879 και το 1913, σε δύο αντιτορπιλικά το 1962 και το 1984 και σε μία φρεγάτα το 2006. Ενώ κάθε Μάιο, αντιπρόσωποι του Χιλιανού Ναυτικού καταθέτουν στεφάνι στον τάφο του, επί του Αββαείου του Westminster.

Προς τιμή του έχει στηθεί μεγαλοπρεπές μνημείο στην Χιλή.

 

Μνημείο Ναυάρχου Thomas Cochrane (Βαλπαραΐσο, Χιλή).

Το νέο άγαλμα του Thomas Cochrane στο Valparaiso, δημιουργήθηκε για να σηματοδοτήσει την επέτειο των 200 ετών από την ίδρυση του κράτους της Χιλής.

 

Μετά τις επιχειρήσεις στη Χιλή και το Περού, ο Cochrane ανέλαβε νέα δράση στην επανάσταση της Βραζιλίας που κήρυξε ο αντιβασιλέας, πρίγκιπας Πέτρος των Braganza (και μετέπειτα αυτοκράτορας της Βραζιλίας), κατά της κεντρικής πορτογαλικής διοίκησης, στις 7 Σεπτεμβρίου 1821. Ο Cochrane ανέλαβε στις 21 Μαρτίου 1823, αρχηγός του Βραζιλιανού Αυτοκρατορικού Ναυτικού, το οποίο είχε δημιουργηθεί μετά την επανάσταση[42].

Ο στόλος της Βραζιλίας, με επικεφαλής τον Cochrane και με ναυαρχίδα τη φρεγάτα ”Pedro I“, είχε και εδώ σημαντικές επιτυχίες. Έτσι στις 4 Μαΐου 1823, απέκλεισε τις ακτές της Bahia, νίκησε το Πορτογαλικό Βασιλικό Ναυτικό και ανάγκασε τους Πορτογάλους να αποχωρήσουν από την περιοχή[43]. Στη συνέχεια, έπλευσε στην πολιτεία του Maranhão, από την οποία οι Πορτογάλοι απεχώρησαν χωρίς αντίσταση. Ο Cochrane είχε πλέον αποκτήσει τέτοιο κύρος, που και μόνο το άκουσμα του ονόματός του αρκούσε για να ρίξει το ηθικό του εχθρού. Με την έλευσή του διαδόθηκε ότι επέκειτο εισβολή ισχυρών στρατευμάτων των επαναστατημένων Βραζιλιάνων[44]. Αμέσως μετά ο Cochrane έστειλε τον πλοίαρχο John Pascoe Grenfell στο Belem, όπου και πάλι οι δυνάμεις των Πορτογάλων αποχώρησαν[45].

Χάρη στις ενέργειες του Cochrane, η Βραζιλία κατέστη ανεξάρτητο κράτος. Για τη δράση του, ο Βραζιλιάνος αυτοκράτορας Πέτρος Α’ τον τίμησε με τον τίτλο του Μαρκησίου του Maranhão το 1824[46].

 

Ναύτες του Πολεμικού Ναυτικού της Βραζιλίας τιμούν τον Λόρδο Dundonald, Thomas Cochrane, Στο Westminster Abbey, 1901.

 

Ο Cochrane, με τη λήξη της θητείας του στη Βραζιλία, επέστρεψε στις 10 Νοεμβρίου 1825 στη Μεγάλη Βρετανία. Εκεί ενημερώθηκε για την πορεία, της Ελληνικής Επανάστασης, και ξεκίνησε αλληλογραφία με τον διακεκριμένο Ελβετό Φιλέλληνα και τραπεζίτη Jean – Gabriel Eynard (1775 – 1863), με σκοπό την ενημέρωσή του για την επικρατούσα κατάσταση και τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα[47]. Η αλληλογραφία αυτή, καθώς και η προσωπική του επαφή με μέλη των Φιλελληνικών Κομιτάτων, τον έπεισαν να αναλάβει στρατιωτικό ρόλο στην Ελλάδα.

Για τον σκοπό αυτό, ο Eynard και το Φιλελληνικό Κομιτάτο των Παρισίων, διέθεσαν στον Cochrane το μπρίκι “Σωτήρ”, με το οποίο ταξίδευσε εν τέλει στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 1827, συνοδευόμενος από τον ανιψιό και γραμματέα του George Sutton Cochrane. Μάλιστα στο ταξίδι αυτό συνόδευε, και την τελευταία δόση του δεύτερου αγγλικού δανείου[48] προς την Ελλάδα.

Ο Cochrane υποστήριζε την πρόταση του άλλου μεγάλου Φιλέλληνα Frank Abney Hastings, που ήταν να αποκτήσει η Ελλάδα ένα στόλο από σύγχρονα πολεμικά πλοία, που θα ανήκαν στο κράτος. O Cochrane είχε καταλάβει ότι η κυριαρχία στην θάλασσα ήταν βασική προϋπόθεση για να επιτύχει η Ελληνική Επανάσταση. Και αυτό δεν μπορούσε να στηριχθεί στην ευκαιριακή ενοικίαση πλοίων ιδιωτών. Ειδικά όταν από το 1825 – 1826 και μετά, οι Τούρκο-αιγύπτιοι, είχαν αναπτύξει έναν ισχυρότατο στόλο, που δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα μικρά πλοία οι τακτικές των πρώτων χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης. Έτσι συμφωνήθηκε η κατασκευή 6 ατμοκινήτων πλοίων, στον σχεδιασμό των οποίων συνεισέφερε ο Thomas Cochrane και ο Frank Abney Hastings[49]. Με την παραλαβή του πρώτου τροχήλατου πολεμικού ατμοπλοίου “Καρτερία”, από την Ελληνική κυβέρνηση, το Ελληνικό Ναυτικό ήταν, μαζί με αυτό των ΗΠΑ, το πρώτο στον κόσμο που χρησιμοποιούσε ατμό για την κίνηση πολεμικών πλοίων[50].

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, ο Cochrane επιχείρησε να αναπτερώσει το ηθικό των Ελλήνων. Να σημειώσουμε εδώ ότι o Cochrane ήταν ένας παγκόσμιος θρύλος, για τον οποίο η κοινή γνώμη πίστευε ότι ήταν ικανός να κάνει θαύματα. Ο ίδιος ο Ναπολέων, του είχε προσδώσει το παρατσούκλι «θαλασσόλυκος». Η φήμη του αυτή εμψύχωνε τους επαναστάτες Έλληνες και τρομοκρατούσε τους Οθωμανούς. Από το τέλος του 1826, το κεντρικό θέμα συζήτησης στην Ελλάδα ήταν εάν και πότε θα έρθει ο Cochrane. Μόλις ανακοινώθηκε η απόφασή του να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην Ελλάδα, το επιτόκιο των Ελληνικών δανείων έπεσε κατά 15%. Ο Cochrane είχε ήδη αρχίσει να προσφέρει στην Ελλάδα.

Ενδεικτική των προθέσεών του, είναι μία εμβληματική προκήρυξη που κυκλοφόρησε ο Cochrane στις 12 Απριλίου 1827. Με αυτήν καλούσε τους Έλληνες «να αποκλείσωσι τον Ελλήσποντον και ούτω να κατορθώσωσι να απολεσθή ο Σουλτάνος υπ’ αυτών των Τούρκων, να καταστραφή αφ’εαυτής η Οθωμανική δύναμις και τότε θα κυματίζει … πάλιν επάνω εις τον Ναόν της Αγιασοφιάς η ιερά σημαία του Σταυρού».

Στην Ελλάδα, ο Cochrane ήρθε σε επαφή και ξεκίνησε διαβουλεύσεις με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Βρετανό στρατηγό Richard Church (ο οποίος είχε αναλάβει αρχηγός του Ελληνικού Στρατού). Παράλληλα ήταν σε επαφή και με το Βρετανό ναύαρχο Rowan Hamilton. Την περίοδο αυτή, έλαβε χώρα η Γ΄ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα στις 19 Μαρτίου 1827[51]. Ο Cochrane διορίσθηκε αρχηγός του Ελληνικού Στόλου[52]. Αντικειμενικός στόχος του ήταν η συνεργασία του με τον αρχηγό του Ελληνικού Στρατού Richard Church, με σκοπό την ενίσχυση του Καραϊσκάκη που μαχόταν στο Φάληρο και το Κερατσίνι, για να λύσουν την πολιορκία της Ακρόπολης. Υπενθυμίζεται, ότι στη φάση αυτή οι Τουρκικές δυνάμεις είχαν καταλάβει όλες τις πόλεις της Στερεάς Ελλάδας, και όλες οι εστίες της Επανάστασης είχαν σβήσει. Παρέμενε υπό Ελληνικό έλεγχο μόνο η υπό πολιορκία Ακρόπολη, και στην Πελοπόννησο μόνο το Ναύπλιο και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με την κυριαρχία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, περιόριζε δραματικά τις προσπάθειες των Ελλήνων και Φιλελλήνων στην Ευρώπη να επιτύχουν μία διπλωματική στήριξη της Ελλάδος.

Ο πρώτος στρατηγικός στόχος ήταν να εκδιωχθούν οι Τούρκοι από την Αθήνα και να ενισχυθούν οι πολιορκημένοι Έλληνες στην Ακρόπολη. Στην Στερεά Ελλάδα, και ειδικά στην Αττική, οι Τούρκοι διέθεταν υπεροπλία. Παράλληλα, τους ευνοούσε η μορφολογία του εδάφους που αποτελούσε ένα ανοικτό πεδίο μάχης. Έτσι, η αποστολή αυτή, ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες είχαν συγκεντρώσει σημαντική δύναμη, την οποία υποστήριζαν ιδιαίτερα σύγχρονα και αξιόμαχα πολεμικά πλοία του Ελληνικού πολεμικού ναυτικού (μεταξύ αυτών η φρεγάτα «Ελλάς» και το ατμόπλοιο «Καρτερία»). Πράγματι, κυρίως χάρη στη φήμη του Cochrane, είχαν συγκεντρωθεί πάνω από 10.000 μαχητές. Ο Cochrane και ο Church εισηγήθηκαν ένα σχέδιο μάχης βασισμένο στις λειτουργίες και πρακτικές τακτικού στρατού. Δυστυχώς όμως, μόνο ένα μικρό μέρος των Ελληνικών δυνάμεων είχε λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση για κάτι τέτοιο. Τόσο στην φάση αυτή, όσο και σε πολλές άλλες, από το Πέτα, μέχρι την Κάρυστο και την Χίο, οι δυνάμεις των Ελλήνων ατάκτων μαχητών, δεν τηρούσαν τις διαταγές, τις οδηγίες εμπλοκής και την πειθαρχία που απαιτείται στον στρατό. Αποσύρονταν στις κρίσιμες στιγμές της μάχης από τις θέσεις τους, με αποτέλεσμα να εγκαταλείπονται οι Έλληνες και Φιλέλληνες του Τακτικού στρατού, να περικυκλώνονται από τον εχθρό και να αποδεκατίζονται.

Ο στρατηγός Καραϊσκάκης γνώριζε το πρόβλημα αυτό, και είχε εισηγηθεί ένα σχέδιο ανταρτοπολέμου, χωρίς σύγκρουση κατά μέτωπο, με στόχο να υποχρεωθούν οι Τούρκοι σε εθελούσια αποχώρηση. Το σχέδιο αυτό απαιτούσε όμως πολύ χρόνο, που δεν υπήρχε. Οι Έλληνες πολιορκημένοι στην Ακρόπολη είχαν εξαντληθεί και η παράδοσή τους ήταν θέμα εβδομάδων ή ημερών. Από την άλλη, αναμενόταν η Συνθήκη του Λονδίνου που θα επέβαλε κατάπαυση πυρός και εχθροπραξιών. Ήταν λοιπόν σημαντικό να κυριαρχήσουν οι Έλληνες άμεσα, τουλάχιστον στην Αττική.

Το σχέδιο που τελικά εφαρμόσθηκε, οδήγησε δυστυχώς τις Ελληνικές δυνάμεις σε μεγάλη ήττα και σε σημαντικές απώλειες, με κορυφαία εκείνη του σώματος των Φιλελλήνων και του ίδιου του Καραϊσκάκη[53].

Μετά τα διάλυση του Ελληνικού Τακτικού Στρατού στην Αττική, o Cochrane σε συνεργασία με τον Church, φρόντισε για τη διάσωση των διασκορπισμένων ανδρών. Μερίμνησε για τη συγκέντρωσή τους στο Φάληρο και τον Πειραιά, την επιβίβασή τους σε πλοία και στη συνέχεια οργάνωσε τη μεταφορά τους στη Σαλαμίνα, όπου συγκεντρώθηκε μετά από λίγο το μεγαλύτερο μέρος των Ελληνικών στρατευμάτων[54].

Παρά την ήττα των Ελληνικών δυνάμεων στην μάχη του Αναλάτου, ο Cochrane δεν σταμάτησε τη δράση του. Σχεδίασε και εκτέλεσε τόσο ο ίδιος, όσο και μονάδες του στόλου που διοικούσε, πολλές επιχειρήσεις. Τον Ιούλιο του 1827, οργάνωσε μία επιχείρηση που οδήγησε στην κατάληψη μίας σημαντικής αιγυπτιακής κορβέτας, η οποία εντάχθηκε στον Ελληνικό Στόλο με την ονομασία ‘Υδρα”[55]. Στη συνέχεια οργάνωσε μία επιχείρηση στο Ιόνιο πέλαγος, με στόχο τον τουρκοαιγιπτιακό στόλο. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί και οι στόλοι των τριών μεγάλων δυνάμεων, υπό την διοίκηση του Βρετανού ναυάρχου Codrington. Η αποστολή τους ήταν να εφαρμόσουν την Συνθήκη του Λονδίνου, που απαιτούσε την διακοπή των εχθροπραξιών. Ο Codrington, ο οποίος είχε υπηρετήσει υπό τις διαταγές του θείου του Cochrane, ζήτησε από αυτόν να αποσυρθεί από το Ιόνιο πέλαγος και να παραμείνει στο Αιγαίο πέλαγος, για να μην προσφέρει επιχειρήματα στον Ιμπραήμ για να παραβιάζει την Συνθήκη του Λονδίνου. Εξάλλου, ο ναύαρχος Codrington γνώριζε ότι θα έθετε τέλος ο ίδιος στον τουρκοαιγυπτιακό στόλο. Με παρέμβαση του Cochrane, ο Cordington συμφώνησε να δεχθεί να παραμείνει μία μοίρα του Ελληνικού στόλου αποτελούμενη από 6 πλοία, υπό τον μεγάλο Φιλέλληνα Frank Abney Hastings. Η μοίρα αυτή είχε αποστολή να αποκλείσει την Πάτρα, και να διαλύσει τον τουρκικό στόλο στον Κορινθιακό κόλπο. Έτσι τον Σεπτέμβριο του 1827, με ναυαρχίδα την “Καρτερία”, ο Hastings εξουδετέρωσε ολόκληρο τον τουρκικό στόλο στον Κορινθιακό κόλπο, στη Nαυμαχία της Ιτέας. Παράλληλα, ο Codrington και ο Cochrane, συμφώνησαν να επιτραπεί στον Στρατηγό Church να αναλάβει επιχειρήσεις ευρείας κλίμακας στην Στερεά Ελλάδα. Οι κινήσεις αυτές ήταν κομβικής σημασίας για να υποστηριχθεί το σχέδιο απελευθέρωσης της δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αποστολή αυτή υποστήριζε ο μεγάλος Φιλέλληνας Hastings, αφού είχε πλέον εξουδετερώσει τον τουρκικό στόλο της περιοχής[56]. Ο δρόμος για την απελευθέρωση της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, είχε ανοίξει.

Ο Cochrane όμως είχε σχεδιάσει και άλλες ιδιαίτερα τολμηρές αποστολές. Η μία ήταν ένα σχέδιο αιχμαλωσίας του ίδιου του Ιμπραήμ. Μία άλλη αφορούσε μία ναυτική εκστρατεία του Ελληνικού στόλου στην Αλεξάνδρεια με στόχο την ολική καταστροφή του αιγυπτιακού στόλου του Μοχάμετ Άλι (25 Μαΐου – 5 Ιουνίου 1827). Την παράτολμη αυτή ενέργεια είχε επιχειρήσει και ο Κωνσταντίνος Κανάρης στις 10 Αυγούστου 1825, δυστυχώς χωρίς επιτυχία.

Στην κατεύθυνση αυτή μία από τις πρώτες επιχειρήσεις που σχεδίασε ο Cochrane μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ελληνικού στόλου, ήταν μία φιλόδοξη εκστρατεία στην Αίγυπτο, με στόχο την καταστροφή του στόλου του Μοχάμετ Άλι, που θα διέκοπτε για μήνες τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων στην Πελοπόννησο.

 

Ναύαρχος Thomas Cochrane, 10ος κόμης του Dundonald. Λιθογραφία του James Ramsay.

 

Μάλιστα την περίοδο αυτή στάλθηκε στην Ύδρα από την Αλεξάνδρεια, μια ανώνυμη επιστολή, γραμμένη στην ιταλική, που ενημέρωνε τους Έλληνες ότι στα τέλη Μαΐου, ότι ο τουρκικο-αιγυπτιακός στόλος ετοιμαζόταν να καταλάβει την Ύδρα. Ο Cochrane αξιοποίησε την ευκαιρία αυτή για να σχεδιάσει μια εντυπωσιακή επιχείρηση, που θα αναπτέρωνε το ηθικό των Ελλήνων. Έτσι συγκέντρωσε στις 25 Μαΐου 1827 τον ελληνικό στόλο στα Κύθηρα. Συμμετείχαν σε αυτόν η φρεγάτα Ελλάς, το ατμοκίνητο Καρτερία, το μπρίκι ‘’Σωτήρ’’, δέκα σπετσιώτικα πλοία (με κυβερνήτες τους Γεώργιο Ανδρούτσο, Θεοδόσιο Μπόταση, Αναγνώστη Κυριακό, Νικόλαο Ράπτη, Εμμανουήλ Λαζάρου, Γεώργιο Πάνου, Ιωάννη Τσούπα, Ανδρέα Σάντο, Ιωάννη Παντελή και Νικόλαο Τζοχαντάρη), δέκα υδραίικα πλοία (με κυβερνήτες τους Ανδρέα Μιαούλη, Γεώργιο Σαχτούρη, Ιωάννη Λαλεχό, Αντώνιο Ραφαλιά, Αντώνιο Κριεζή, Γεώργιο Σαχίνη, Λάζαρο Πινότση, Λ. Παναγιώτου, Θεόδωρο Γκιώνη και Γεώργιο Λαλεχό) και οκτώ πυρπολικά με κυβερνήτες τους Κωνσταντίνο Κανάρη, Γεώργιο Βουδούρη, Μ. Αναστασίου, Ανδρέα Παπαπάνο, Γ. Καμίνη, Δημήτριο Ποριώτη, Παντελή Σπύρου και Ανδρέα Μπούτη.

Η ελληνική μοίρα έφθασε την Αλεξάνδρεια χωρίς να συναντήσει καμία αντίσταση. Σύμφωνα με το σχέδιο του Cochrane, θα προχωρούσαν στο λιμάνι τα πυρπολικά, τα οποία θα επέλεγαν αιγυπτιακά πλοία στόχους. Ο Ελληνικός στόλος θα παρέμενε εκτός του λιμανιού, έτοιμος να παραλάβει τα πληρώματα των πυρπολικών. Μάλιστα ο Cochrane είχε σχεδιάσει το καμουφλάζ των πλοίων, τα οποία είχαν μετασχηματισθεί σε εμπορικά. Η φρεγάτα «Ελλάς» είχε υψώσει τη σημαία της Σαρδηνίας, και εφέρετο ως πλοίο συνοδείας και προστασίας των εμπορικών πλοίων.

Στις 4 Ιουνίου 1827 ήταν όλα έτοιμα και η επιχείρηση ξεκίνησε. Δυστυχώς, ο καπετάνιος ενός αιγυπτιακού πλοίου που περιπολούσε έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας, υποψιάσθηκε ότι επρόκειτο για ελληνικά πλοία και επιχείρησε να εισέλθει στο λιμάνι για να σημάνει συναγερμό. Στην προσπάθεια αυτή εξώκειλε σε αβαθή ύδατα στην εισόδου του λιμανιού. Δύο ελληνικά πυρπολικά υποχρεώθηκαν να στραφούν εναντίον του αντί να επιχειρήσουν κατά των αιγυπτιακών πλοίων. Κατάφεραν να το κάψουν, αλλά εξουδετερώθηκαν και τα ίδια. Το περιστατικό έγινε αμέσως αντιληπτό στην ξηρά και σήμανε γενικός συναγερμός.

Ο πολύτιμος χρόνος που χάθηκε στέρησε το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Παράλληλα επικράτησε νηνεμία που καθήλωσε τα πυρπολικά στην είσοδο του λιμένα, ενώ ολόκληρη η ναυτική μοίρα παρέμεινε και αυτή όλη τη νύκτα έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Στις 5 Ιουνίου το πρωί, τα Ελληνικά πλοία αποχώρησαν με κατεύθυνση τη Ρόδο χωρίς απώλειες.

Ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Cochrane, ήταν η παντελής έλλειψη πειθαρχίας των Ελλήνων ναυτικών, που δεν είχαν και αυτοί λάβει σχετική εκπαίδευση. Αυτό του στερούσε τη δυνατότητα να διοικήσει τον στόλο του όπως αυτός θεωρούσε σωστό. Ακολούθησαν τριβές και συγκρούσεις με την Ελληνική διοίκηση, και εν τέλει ο Cochrane απεχώρησε από την Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1827 μαζί με τον ανιψιό του και γραμματέα του, George Sutton Cochrane. Εξακολουθούσε όμως πάντα να ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στην Ελλάδα[57], έως το τέλος της ζωής του. Μια άλλη σημαντική συνεισφορά του, είναι ότι η δράση του συνέβαλε και εκείνη στην σύμπραξη Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, η οποία οδήγησε στην Ναυμαχία του Ναυαρίνου στις 20 Οκτωβρίου 1827, όπου ηττήθηκε ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος, ανοίγοντας τον δρόμο για την διεθνή αναγνώριση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας[58].

Το 1828, επέστρεψε προσωρινά στην Ελλάδα, με σκοπό να διαθέσει τμήμα της αμοιβής που είχε συμφωνήσει να λάβει από την Ελληνική Διοίκηση, προς μέριμνα για τους ναυτικούς αναπήρους πολέμου. Τελικά δεν κατέληξε σε συμφωνία με την Ελληνική Κυβέρνηση[59]. Η Ελληνική βιβλιογραφία συχνά αναφέρεται αρνητικά για τον μεγάλο Φιλέλληνα Thomas Cochrane. Του προσάπτει κυρίως ευθύνες για το ότι επέβαλε λάθος στρατηγική στην Μάχη των Αθηνών και τον κατηγορεί για την μεγάλη αμοιβή που έλαβε (37.000 λίρες).

Μία ψύχραιμη εξέταση των ιστορικών γεγονότων της εποχής, δίνει όμως άλλη εικόνα. Ο Cochrane ζητούσε να εκδιωχθούν οι Τούρκοι άμεσα από την Αθήνα, διότι γνώριζε ότι αναμενόταν η Συνθήκη του Λονδίνου, και ότι το Ελληνικό κράτος θα διεκδικούσε μόνο τα εδάφη που κατείχε ή στα οποία η Επανάσταση ήταν ενεργή.

Το σχέδιο της μάχης στην Αττική δεν θα ήταν λάθος εάν οι Ελληνικές δυνάμεις είχαν λειτουργήσει με πειθαρχία, σαν τακτικός στρατός.

Ο μισθός του Thomas Cochrane ήταν μεγάλος. Όμως ο ίδιος θα μπορούσε να είχε λάβει ακόμη μεγαλύτερη αμοιβή εάν είχε δεχθεί να προσφέρει αλλού τις υπηρεσίες του. Και μόνη η σύνδεση του ονόματος του Cochrane με τον αγώνα των Ελλήνων, είχε τεράστια επίπτωση στην διεθνή κοινή γνώμη της εποχής και στην ενδυνάμωση του φιλελληνικού κινήματος.

Σε κάθε περίπτωση, μόνο η αξία του πολεμικού πλοίου «Ύδρα», που αιχμαλώτισε και απέδωσε στην Ελληνική Διοίκηση, ήταν κατά πολύ υψηλότερη από την αμοιβή του.

Συμπερασματικά λοιπόν, η συνεισφορά του μεγάλου θαλασσόλυκου προς την Ελλάδα ήταν θετική.

O ανιψιός του Thomas, o George Cochrane, έγραψε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο για την Ελλάδα και την ζωή σε αυτήν μετά ην απελευθέρωση.

 

COCHRANE George, «Wanderings in Greece», Λονδίνο, Henry Colburn, 1837. Πρώτη έκδοση, σε δύο (2) τόμους, περιλαμβάνει δύο (2) πτυσσόμενους χάρτες, πτυσσόμενο σχέδιο της Αθήνας και 5 λιθογραφίες πλήρους σελίδας (Συλλογή ΕΕΦ).

 

Στις 1 Ιουλίου 1831, ο Cochrane διαδέχθηκε τον πατέρα του ως 10ος κόμης Dundonald, ενώ στις 2 Μαΐου 1832 επανήλθε στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, με ταυτόχρονη προαγωγή σε υποναύαρχο.

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ο Cochrane συνέχισε την παράδοση του πατέρα του, και υπήρξε ένας σημαντικός επιστήμων και εφευρέτης που προωθούσε τις νέες τεχνολογίες και πρακτικές. Επικεντρώθηκε στην ναυτιλία λόγω των εμπειριών του. Το έργο του κάλυψε όμως και άλλους τομείς, και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Ο πατέρας του είχε ιδρύσει μία επιχείρηση που πραγματοποιούσε έρευνες, σχεδίαζε και παρήγαγε διάφορα υποπροϊόντα του άνθρακος, πίσσα και βερνίκια για την κατασκευή και συντήρηση πλοίων. Μάλιστα ο πατέρας του είχε κατοχυρώσει την πρώτη πατέντα για την εξόρυξη πετρελαίου και αερίου.

Το 1805 ο Cochrane κέρδισε βραβείο και 50 λίρες σε ένα διαγωνισμό του Ναυτικού για την κατασκευή ενός εξειδικευμένου και προηγμένου φαναριού με στόχο τα πλοία που συμμετείχαν σε νηοπομπές να ακολουθούν με ασφάλεια τα προπορευόμενα σκάφη. Το 1812 παρουσίασε ένα σχέδιο επίθεσης σε οχυρά λιμανιών με τον συνδυασμό βομβαρδισμών, την αποστολή εκρηκτικών πλοίων, την εκτόξευση χημικών αερίων, και στη συνέχεια την απόβαση στρατευμάτων.

Μία άλλη τεχνική που εφήρμοσε, ήταν το προπέτασμα καπνού, το οποίο διατηρήθηκε ως μυστικό όπλο μέχρι το 1914.

Το 1818 ανέλαβε, μαζί με τον διάσημο Βρετανό μηχανικό Marc Isambard Brunel, ένα έργο για την ενίσχυση της υπόγειας σήραγγας στο Blackwall που περνούσε κάτω από τον Τάμεση. Η τεχνική αυτή αξιοποιήθηκε για την κατασκευή πολλών υπογείων σηράγγων διεθνώς. Στη συνέχεια σχεδίασε ένα πρωτοποριακό πλοίο (το ‘’Rising Star’’ ή ‘’Sun’’), το οποίο έφερε ιστία, 2 μηχανές 45 ίππων, 2 τσιμινιέρες και έναν εσωτερικό τροχό. Την δεκαετία του 1830 ο Cochrane πραγματοποίησε έρευνα για τον σχεδιασμό μίας περιστροφικής μηχανής και την χρήση έλικας στα πλοία. Επίσης το 1851 ολοκλήρωσε τις μελέτες και τα σχέδια για την κίνηση ατμοπλοίων με καύσιμο την άσφαλτο (αντί για το κάρβουνο), τεχνική για την οποία κατοχύρωσε και την πατέντα. Ένα άλλο σχέδιο που αφορούσε το πολεμικό ναυτικό, έλαβε την κωδική ονομασία Mosquito Fleet, και συνδύαζε την χρήση τορπιλοβόλων και κανονιοφόρων.

Το έργο του στον τομέα της μηχανικής, έτυχε ευρείας αναγνωρίσεως. Έτσι το 1857 τιμήθηκε με τον τίτλο του επιτίμου μέλους στο Ίδρυμα Μηχανικών και Ναυπηγών της Σκωτίας. Οι εφευρέσεις του είχαν και πολιτικές εφαρμογές. Για παράδειγμα, είχε σχεδιάσει ένα σύστημα για τον φωτισμό των δρόμων και την εγκατάσταση δικτύων σωληνώσεων για την μεταφορά υγρών. Πολλές από τις ιδέες του υλοποιήθηκαν πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατό του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η χρήση πεπιεσμένου αέρος για την διενέργεια εκσκαφών. Ο Cochrane είχε εφεύρει τα γνωστά σε όλους σήμερα κομπρεσέρ, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν πρώτη φορά για τη διάνοιξη της υπογείου σήραγγας κάτω από τον ποταμό Hudson στη Νέα Υόρκη[60].

Στις 23 Νοεμβρίου 1841, ο Cochrane προήχθη σε αντιναύαρχο, ενώ στις 22 Μαΐου 1847 η βασίλισσα Βικτωρία της Μεγάλης Βρετανίας, τον τίμησε με τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος του Λουτρού για τις στρατιωτικές και κοινωνικές του υπηρεσίες[61].

 

Ναύαρχος Thomas Cochrane, 10ος κόμης του Dundonald. Τέλη δεκαετίας 1850. Δαγεροτυπία αγνώστου.

 

Την περίοδο 1848 – 1851, τοποθετήθηκε διοικητής της Μοίρας Βορείου Αμερικής και Δυτικών Ινδιών του Βρετανικού Στόλου. Παράλληλα προήχθη στο βαθμό ναυάρχου γ’ τάξεως[62]. Στις 2 Απριλίου 1853, τοποθετήθηκε στο επιτελείο του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, ως ναύαρχος β’ τάξεως. Εν τέλει αποστρατεύθηκε ως ναύαρχος α’ τάξεως στις 8 Δεκεμβρίου 1857. Ταυτόχρονα εξελέγη επίτιμο μέλος του Ινστιτούτου Μηχανικών και Ναυπηγών της Σκωτίας[63]. Απεβίωσε στο Kensington στις 31 Οκτωβρίου 1860, σε ηλικία 85 ετών και κηδεύθηκε στο Αββαείο του Westminster[64]. Τον διαδέχθηκε ως 11ος κόμης Dundonald, ο πρωτότοκος γιος του, λοχαγός εν αποστρατεία, Thomas Barnes Cochrane (1814 – 1885)[65].

O Sir Lyon Playfair έγραψε τον επιτάφιό του στον οποίο αναφέρονται τα εξής: « Ενθάδε κείται στο 85ο έτος του ο Thomas Cochrane Δέκατος κόμης του Dundonald, του Paisley και του Ochiltree στο σώμα ευπατριδών της Σκωτίας. Μαρκήσιος του Maranhao στην Αυτοκρατορία της Βραζιλίας ΕΚΒ και ναύαρχος του στόλου, που με την εμπιστοσύνη και την ευφυΐα του, την επιστήμη του και εξαιρετική τόλμη εμπνευσμένη από ηρωική προσπάθεια του για την υπόθεση της ελευθερίας και splended τις υπηρεσίες του όσο για την ίδια του τη χώρα, την Ελλάδα, τη Βραζιλία, τη Χιλή και το Περού πέτυχε όνομα επιφανούς σε όλο τον κόσμο για το θάρρος, ο πατριωτισμός και των ηρώων. Γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1775. Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου του 1860».

Η ζωή του Thomas Cochrane ενέπνευσε σειρά λογοτεχνικών έργων.  Για πρώτη φορά εμφανίζεται το 1897 σε ένα μυθιστόρημα του G. A. Henty, με τίτλο «Με τον Ατρόμητο» (With Cochrane the Dauntles). Ακόμη ο Cochrane πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα “Ο Κύριος της Θάλασσας” (αρχικά ‘’Ο Αντιπλοίαρχος’’ ) του Showell Styles. Επίσης είναι ένας από τους κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος ‘’Sharpe’s Devil’’ του Bernard Cornwell, που παρουσιάζει την επίθεση του  Cochrane στο λιμάνι της Χιλής, Valdivia. Ένα ακόμη μυθιστόρημα αναφέρεται στον Cochrane και τις επαναστάσεις της Νότιας Αμερικής. Είναι το Manuela του Gregory Kauffman. Ένα άλλο μυθιστόρημα το «Flashman and the Seawolf», του Robert Brightwell, βασίζεται στην ζωή του Cochrane. Το 1967 ο Pablo Neruda εκδίδει μία συλλογή με ποιήματα με τίτλο “Λόρδος Cochrane de Chile”, εμπνευσμένη από την συνεισφορά του στον αγώνα για την απελευθέρωση της Χιλής. Η ζωή του Cochrane ενέπνευσε και μια σειρά από φανταστικές ναυτικές ιστορίες. Μία από αυτές ήταν του Frederick Marryat. Τον 20ο αιώνα, δύο μυθιστορήματα, των CS Forester (με πρωταγωνιστή τον Horatio Hornblower) και του Patrick O’Brian (με πρωταγωνιστή τον Jack Aubrey στη σειρά μυθιστορημάτων Aubrey-Maturin), είχαν ως βασικό σκελετό την δράση του μεγάλου θαλασσόλυκου.

Τέλος, η εμβληματική ταινία του 2003, ‘’Master and Commander’’, με πρωταγωνιστή τον Russell Crowe, στηρίζεται στον θρύλο του μεγάλου ναυάρχου Thomas Cochrane (βασισμένο στα μυθιστορήματα των Patrick O’Brian – Maturin).

 

Το trailer της ταινίας Master and Commander: https://www.youtube.com/watch?v=6oyQGHHz8U8

 

Το βιβλίο με τίτλο «Cochrane: ο πραγματικός Master and Commander» του David Cordingly.

 

Για τη συνεισφορά του στον αγώνα της Ελλάδας, κεντρική οδός των Αθηνών έλαβε το όνομά του.

Η ΕΕΦ τιμά τη μνήμη του μεγάλου ναυάρχου Thomas Cochrane, 10ου κόμη του Dundonald, ο οποίος πέραν από εμβληματική φυσιογνωμία του Φιλελληνισμού, στήριξε πολλούς λαούς οι οποίοι αγωνίζονταν για την ελευθερία τους, ενώ ταυτόχρονα αναδείχθηκε καινοτόμος της ναυτικής τεχνολογίας και της επιστήμης.

 

Προτομή του Thomas Cochrane στο Culross, όπου ζούσε η οικογένειά του.

 

Παραπομπές

[1] Chaloner, William H., “People And Industries” , εκδ. Routledge, Λονδίνο, 1963, σελ. 55-56.
[2] Moore, James Carrick, ”Life of sir John Moore”, εκδ. John Murray, Λονδίνο, 1833, β’ τόμος.
[3] “Cochrane, Archibald”, εκδ. περ. “The Gentleman’s Magazine”, Λονδίνο, Ιούλιος 1831.
[4] Heathcote, Tony, ”The British Admirals of the Fleet 1734 – 1995”, εκδ. Pen & Sword, Λονδίνο, 2002.
[5], Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane“, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[6] Gardiner, Robert, ”The First Frigates”, εκδ. Conway Maritime Press, Λονδίνο,1992
[7] Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, ”The Autobiography of a Seaman”, εκδ. Lyons Press, Νέα Υόρκη, 2000.
[8] Cochrane, Iain, 14ος κόμης του Dundonald, Cochrane, Alexander ”The Fighting Cochranes: A Scottish Clan over six hundred years of naval and military history”, εκδ. Quiller Press, Λονδίνο, 1983.
[9] Harvey, Robert ”Cochrane: The Life and Exploits of a Fighting Captain”, εκδ. Carroll & Graf, Νέα Υόρκη, 2000.
[10] Chisholm, Hugh, “Keith, George Keith Elphinstone, Viscount”, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 15ος τόμος “Encyclopædia Britannica”, σελ. 716.
[11] Laughton, J. K., “Beaver, Philip (1766-1813)”, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 2008.
[12] Cordingly, David, “Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane“, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[13] Brenton, Edward Pelham, “Life and Correspondence of John, Earl of St Vincent, G. C. B., Admiral of the Fleet”, εκδ. Henry Colburn, Λονδίνο, 1838, β’ τόμος, σελ. 81.
[14] Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, ”The Autobiography of a Seaman”, εκδ. Lyons Press, Νέα Υόρκη, 2000.
[15] Adkins, Roy, Adkins, Lesley, ”The War for all the Oceans: From Nelson at the Nile to Napoleon at Waterloo”, εκδ. Abacus, Λονδίνο, 2007.
[16] McGilchrist, John, ”The Life and Daring Exploits of Lord Dundonald”, εκδ. James Blackwood, Λονδίνο, 1861.
[17] Thomas, Donald, ”Cochrane: Britannia’s Sea Wolf”, εκδ. Cassell Military Paperbacks, Λονδίνο, 2001.
[18] Cochrane, Iain, 14ος κόμης του Dundonald, Cochrane, Alexander, ”The Fighting Cochranes: A Scottish Clan over six hundred years of naval and military history”, εκδ. Quiller Press, Λονδίνο, 1983.
[19] Εφ. “The London Gazette”, Λονδίνο, 8 Ιανουαρίου 1801, φύλλο 15393.
[20] Βλ. στο ίδιο.
[21] Vale, Brian, ”The Audacious Admiral Cochrane”, εκδ. Conway Maritime Press, Λονδίνο, 2004.
[22] Grimble, Ian, “The Sea Wolf: The Life of Admiral Cochrane“, εκδ. Birlinn, Εδιμβούργο, 2000.
[23] Βλ. στο ίδιο.
[24] Lloyd, Christopher, ”Lord Cochrane. Seaman, Radical, Liberator. – A Life of Thomas Lord Cochrane 10th Earl of Dundonald. 1775–1860”, εκδ. Owl Books, Λονδίνο, 1998.
[25] James, William, ”The Naval History of Great Britain, from the Declaration of War by France in 1793, to the Accession of George IV”, εκδ. R. Bentley, Λονδίνο, 1837.
[26] Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane“, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[27] Winfield, Rif, “British Warships in the Age of Sail 1793–1817”, εκδ. Seaforth Publishing, Barnsley, 2014.
[28] Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, ”The Autobiography of a Seaman”, εκδ. Lyons Press, Νέα Υόρκη, 2000.
[29] Lloyd, Christopher, ”Lord Cochrane. Seaman, Radical, Liberator. – A Life of Thomas Lord Cochrane 10th Earl of Dundonald. 1775–1860”, εκδ. Owl Books, Λονδίνο, 1998.
[30], Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane “, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[31] Chandler, David G., ,”The Campaigns of Napoleon”, εκδ. Macmillan, Νέα Υόρκη, 1966.
[32] Reay, Justin, «A Place of Considerable Importance: Lord Cochrane at the Siege of Rosas 1808», εκδ. περ. “The Mariner’s Mirror”, Λονδίνο, Νοέμβριος 2009.
[33] Tracy, Nicholas, ”Who’s Who in Nelson’s Navy; 200 Naval Heroes“, εκδ. Chatham Publishing, Λονδίνο, 1998.
[34], Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane“, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[35] Cochrane, Iain, 14ος κόμης του Dundonald, Cochrane, Alexander, ”The Fighting Cochranes: A Scottish Clan over six hundred years of naval and military history”, εκδ. Quiller Press, Λονδίνο, 1983.
[36] Kentley, Eric, Hulse, Robert, Elton, Julia, “The Brunel’s Tunel”, εκδ. Institution of Civil Engineers, Λονδίνο, 2006.
[37] Vale, Brian, “Cochrane in the Pacific: Fortune and Freedom in Spanish America”, εκδ. I.B.Tauris, Νέα Υόρκη, 2008.
[38] Βλ. στο ίδιο.
[39] Contreras, Gonzalo, ”Lord Cochrane bajo la bandera de Chile”, εκδ. Editorial Zig-Zag, Santiago, 1993.
[40] Lynch, John, “San Martín: Argentine Soldier, American Hero”, εκδ. Yale University Press, New Haven, 2009.
[41] Pérez Turrado, Gaspar, “Las Marinas realista y Patriota en la independencia de Chile y Perú”, εκδ. Ministerio de Defensa, Μαδρίτη, 1996.
[42] Macaulay, Neill, ”Dom Pedro: The Struggle for Liberty in Brazil and Portugal, 1798–1834”, εκδ. Duke University Press, Durham, 1986.
[43] Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, ”Narrative of Services in the Liberation of Chile, Peru, and Brazil from Spanish and Portuguese Domination”, εκδ. James Ridgway, Λονδίνο, 1859.
[44] Βλ. στο ίδιο.
[45] Vale, Brian, “Independence or Death! British Sailors and Brazilian Independence”, Λονδίνο, εκδ. I B Tauris, 2000.
[46] St Clair, William, ”That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book, Λονδίνο, 2008, σελ. 305.
[47] Θεμελή – Κατηφόρη, Δέσποινα, “Το γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα στην περίοδο του Καποδίστρια 1828-1831”, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα, 1985.
[48] Τρικούπης, Σπυρίδων, ”Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος, σελ.118.
[49] Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος, ”Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία. Πολιτική και στρατηγική των Ελλήνων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1821-1832”, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 1996, σελ.184.
[50] Βλ. στο ίδιο.
[51] ”Τα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 421.
[52] “Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 410.
[53] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος, σελ. 331.
[54] Χρυσανθόπουλος, Φώτιος (Φωτάκος), “Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των εξώθεν εις την
Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της επαναστάσεως”, εκδ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888, σελ. 260.
[55] Cochrane, George, ”Wanderings in Greece”, εκδ. Henry Colburn, Λονδίνο, 1837, α’ τόμος, σελ. 106.
[56] Συλλογικό, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους“, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, 12ος τόμος, σελ. 466.
[57]Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane “, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[58] Gallant, Thomas, “The Edinburgh history of the Greeks, 1768 to 1913: the long nineteenth century”, εκδ. Edinburgh University Press, Εδιμβούργο, 2015.
[59] Anderson, R. C., ”Naval wars in the Levant, 1559-1853”, εκδ. Princeton University Press, Princeton, 1952, σελ. 534.
[60] Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane “, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[61] Cochrane, Iain, 14ος κόμης του Dundonald, Cochrane, Alexander, ”The Fighting Cochranes: A Scottish Clan over six hundred years of naval and military history”, εκδ. Quiller Press, Λονδίνο, 1983.
[62] Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, “The Autobiography of a Seaman”, εκδ. Lyons Press, Νέα Υόρκη, 2000.
[63] Lloyd, Christopher, ”Lord Cochrane. Seaman, Radical, Liberator. – A Life of Thomas Lord Cochrane 10th Earl of Dundonald. 1775–1860”, εκδ. Owl Books, Λονδίνο, 1998.
[64] Cochrane, Iain, 14ος κόμης του Dundonald, Cochrane, Alexander, ”The Fighting Cochranes: A Scottish Clan over six hundred years of naval and military history”, εκδ. Quiller Press, Λονδίνο, 1983.
[65] Βλ. στο ίδιο.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Chaloner, William H., “People And Industries“, εκδ. Routledge, Λονδίνο, 1963
  • Moore, James Carrick, “Life of sir John Moore”, εκδ. John Murray, Λονδίνο, 1833, β’ τόμος.
  • “Cochrane, Archibald”, εκδ. περ. “The Gentleman’s Magazine”, Λονδίνο, Ιούλιος 1831.
  • Heathcote, Tony, “The British Admirals of the Fleet 1734 – 1995”, εκδ. Pen & Sword, Λονδίνο, 2002.
  • Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane “, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
  • Gardiner, Robert, ”The First Frigates”, εκδ. Conway Maritime Press, Λονδίνο,1992
  • Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, “The Autobiography of a Seaman”, εκδ. Lyons Press, Νέα Υόρκη, 2000.
  • Cochrane, Iain, 14ος κόμης του Dundonald, Cochrane, Alexander, “The Fighting Cochranes: A Scottish Clan over six hundred years of naval and military history”, εκδ. Quiller Press, Λονδίνο, 1983.
  • Harvey, Robert, “Cochrane: The Life and Exploits of a Fighting Captain”, εκδ. Carroll & Graf, Νέα Υόρκη, 2000.
  • Chisholm, Hugh, “Keith, George Keith Elphinstone, Viscount“, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 15ος τόμος “Encyclopædia Britannica“.
  • Laughton, J. K., “Beaver, Philip (1766-1813)”, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 2008.
  • Brenton, Edward Pelham, “Life and Correspondence of John, Earl of St Vincent, G. C. B., Admiral of the Fleet“, εκδ. Henry Colburn, Λονδίνο, 1838, β’ τόμος, σελ.81.
  • Adkins, Roy, Adkins, Lesley, “The War for all the Oceans: From Nelson at the Nile to Napoleon at Waterloo”, εκδ. Abacus, Λονδίνο, 2007.
  • McGilchrist, John, “The Life and Daring Exploits of Lord Dundonald”, εκδ. James Blackwood, Λονδίνο, 1861.
  • Thomas, Donald, “Cochrane: Britannia’s Sea Wolf”, εκδ. Cassell Military Paperbacks, Λονδίνο, 2001.
  • Εφ. “The London Gazette”, Λονδίνο, 8 Ιανουαρίου 1801, φύλλο 15393.
  • Vale, Brian, “The Audacious Admiral Cochrane”, εκδ. Conway Maritime Press, Λονδίνο, 2004.
  • Lloyd, Christopher, “Lord Cochrane. Seaman, Radical, Liberator. – A Life of Thomas Lord Cochrane 10th Earl of Dundonald. 1775–1860”, εκδ. Owl Books, Λονδίνο, 1998.
  • “Τα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος.
  • Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος.
  • Χρυσανθόπουλος, Φώτιος (Φωτάκος), “Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των εξώθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της επαναστάσεως”, εκδ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888.
  • Συλλογικό, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους “, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, 12ος τόμος.
  • Cochrane, George, “Wanderings in Greece”, εκδ. Henry Colburn, Λονδίνο, 1837, α’ τόμος.
  • Gallant, Thomas, “The Edinburgh history of the Greeks, 1768 to 1913: the long nineteenth century”, εκδ. Edinburgh University Press, Εδιμβούργο, 2015.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book, Λονδίνο, 2008.
  • Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος, “Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία. Πολιτική και στρατηγική των Ελλήνων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1821-1832”, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 1996.
  • Τρικούπης, Σπυρίδων, “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος.
  • Θεμελή – Κατηφόρη, Δέσποινα, “Το γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα στην περίοδο του Καποδίστρια 1828-1831”, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα, 1985.
  • Vale, Brian, “Independence or Death! British Sailors and Brazilian Independence”, Λονδίνο, εκδ. I B Tauris, 2000.
  • Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, “Narrative of Services in the Liberation of Chile, Peru, and Brazil from Spanish and Portuguese Domination”, εκδ. James Ridgway, Λονδίνο, 1859.
  • Macaulay, Neill, “Dom Pedro: The Struggle for Liberty in Brazil and Portugal, 1798–1834”, εκδ. Duke University Press, Durham, 1986.
  • Kentley, Eric, Hulse, Robert, Elton, Julia, “The Brunel’s Tunel”, εκδ. Institution of Civil Engineers, Λονδίνο, 2006.
  • Vale, Brian, “Cochrane in the Pacific: Fortune and Freedom in Spanish America.”, εκδ. Νέα Υόρκη, 2008.
  • Contreras, Gonzalo, “Lord Cochrane bajo la bandera de Chile”, εκδ. Editorial Zig-Zag, Santiago, 1993.
  • Lynch, John, “San Martín: Argentine Soldier, American Hero”, εκδ. Yale University Press, New Haven, 2009.
  • Pérez Turrado, Gaspar, “Las Marinas realista y Patriota en la independencia de Chile y Perú”, εκδ. Ministerio de Defensa, Μαδρίτη, 1996.
  • Anderson, R. C., “Naval wars in the Levant, 1559-1853”, εκδ. Princeton University Press, Princeton, 1952.

 

 

Ο Thomas Moore (1779-1852), ήταν ο πιο γνωστός ποιητής της Ιρλανδίας κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Ήταν φλογερός καθολικός πατριώτης, και στήριζε πολιτικά την παράταξη των Whigs στην Μεγάλη Βρετανία.

Εκτός από την ποίηση και το συγγραφικό του έργο, ήταν μουσικός και σατιρογράφος σε εφημερίδες. Έγινε γνωστός με το προσωνύμιο “Ανακρέων Moore”, κατά τον διάσημο λυρικό ποιητή της αρχαιότητας.  Ήταν από τα πρώτα μέλη της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, και συνδέθηκε φιλικά με τη Mary Shelley και τον Λόρδο Βύρωνα. Μάλιστα ο Λόρδος Βύρων (1788 – 1824) του είχε παραδώσει τα απομνημονεύματά του για να τα δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του. Ο Moore θεώρησε σωστό να τα κάψει για να μην θιγεί η υστεροφημία του μεγάλου ρομαντικού ποιητή. Αργότερα, με την πολύτιμη βοήθεια της Mary Shelley (1797 – 1851), συνέθεσε μία βιογραφία για τον Λόρδο Βύρωνα, για να αναπληρώσει την απώλεια των απομνημονευμάτων του. Έγινε ευρύτερα γνωστός για τις Ιρλανδικές Μελωδίες (Irish Melodies), οι οποίες μετέφεραν θέματα από την ζωή στην Ιρλανδία. Με το έργο του αυτό βοήθησε στην ανάπτυξη μιας διακριτής, αγγλόφωνης ποιητικής παράδοσης στην πατρίδα του, η οποία ως τότε εκφραζόταν στα γαελικά, και καθιερώθηκε ως “εθνικός βάρδος” της Ιρλανδίας. Ο Moore αποτέλεσε έναν από τους πρωταγωνιστές της Ελευθερίας στην πατρίδα του.

Γεννήθηκε στις 28 Mαίου 1779 στο Δουβλίνο. Ήταν μοναχογιός καθολικών γονέων, οι οποίοι σύμφωνα με το ισχύον σύστημα της εποχής, δεν είχαν δικαίωμα ψήφου, δε δικαιούνταν να κατέχουν σημαντικές θέσεις ή να είναι ένορκοι σε δικαστήρια, να φέρουν όπλα και να φοιτούν σε καλά σχολεία. Η μητέρα του ήταν μία γενναία γυναίκα, η οποία τον παρότρυνε να καλλιεργήσει την καλλιτεχνική του πλευρά και να παλεύει ενάντια στον ζυγό του καθολικισμού. O Moore θεωρούσε τον καθολικισμό ως την εθνική θρησκεία, σημαντική για την εθνική ταυτότητα των Ιρλανδών. Ο ίδιος υπήρξε ωστόσο ένας μάλλον ασυνεπής καθολικός, ήδη από τα χρόνια που σπούδαζε στο κολλέγιο Trinity, ένα χαρωπό πνεύμα που αγαπούσε ό,τι αντιπαθούσαν οι προτεστάντες: τη μουσική, τη θεατρικότητα, το χιούμορ.

Το 1795 ξεκινά σπουδές νομικής στο Trinity College, με συμμαθητές τους Robert Emmett και Εdward Hudson, μέλη των Ηνωμένων Ιρλανδών (The Society of the United Irishmen), μίας ομάδας ορκισμένων αγωνιστών στο Βασίλειο της Ιρλανδίας, η οποία στρεφόταν εναντίον της βρετανικής κυριαρχίας και αποσκοπούσε σε “ίση εκπροσώπηση όλων των λαών σε μία εθνική κυβέρνηση”. Έτσι ο Moore μυήθηκε προοδευτικά στις πολιτικές διεργασίες της εποχής του. Το 1796 αποτυγχάνει η απόπειρα της Α´ Γαλλικής Δημοκρατίας να στηρίξει τους εκτός νόμου Ηνωμένους Ιρλανδούς εισβάλλοντας στην Ιρλανδία. Ο Μoore, παρότι δεν ήταν ορκισμένο μέλος των Ηνωμένων Ιρλανδών, όπως οι Hudson και Emmett, κατηγορήθηκε για υποκίνηση ανταρσίας, καθώς συνέταξε ένα κείμενο με το οποίο εγκαλούσε τους συμμαθητές του να μη στηρίξουν την επικείμενη Πράξη Ένωσης. Στη συνέχεια αθωώθηκε από τις κατηγορίες, και απείχε πλέον από οποιαδήποτε συμμετοχή στην Ιρλανδική Επανάσταση του 1798, ενώ μετρίασε και τους τόνους του ως συγγραφέας, επιλέγοντας το χιούμορ και την παρωδία.

Το 1799 μεταβαίνει στο Λονδίνο, όπου μεταφράζει ποιήματα του Ανακρέοντα. Αφιερώνει τις “Ωδές στον Ανακρέοντα” (1800) στον Πρίγκιπα της Ουαλίας. Αυτήν την εποχή αρχίζει να αναδύεται κοινωνικά, τραγουδώντας για την αριστοκρατία και λογοτεχνικούς κύκλους. Το 1801 αποφασίζει να εκδώσει δικά του ποιήματα, τα οποία καταπιάνονται με “ελαφρά” θέματα. Εν συνεχεία ταξιδεύει στη Virginia της Αμερικής και τη Bermuda (1803), και καταγράφει τις εντυπώσεις του στο έργο  Epistles, Odes, and Other Poems (1806), όπου κατακρίνει τους Αμερικάνους για υπεράσπιση του συστήματος της δουλείας. Όταν ο κριτικός του περιοδικού Edinburgh Review, Francis Jeffrey, αποκάλεσε τον Μοοre “έκφυλο ποιητή”, ο τελευταίος τον προσκάλεσε σε μονομαχία, η οποία ματαιώθηκε. Το περιστατικό θα διακωμωδήσει ο Λόρδος Βύρων, ο οποίος έχει δεχθεί επίσης τα πυρά του Jeffrey, γεγονός που ενοχλεί τον Moore. H παρεξήγηση λύθηκε με παρέμβαση του Samuel Rogers, ο οποίος έφερε τους δύο άνδρες σε επαφή το Νοέμβριο του 1811. Έκτοτε αναπτύχθηκε μια φιλία μεταξύ τους, που άντεξε στο χρόνο.

Το ίδιο έτος ο Moore παντρεύεται την προτεστάντισσα ηθοποιό, Elizabeth «Bessy» Dyke, με την οποία εγκαθίσταται στο Λονδίνο. Θα αποκτήσουν πέντε παιδιά, από τα οποία δεν θα επιζήσει κανένα. Την περίοδο αυτή αρχίζει να δημοσιεύει χιουμοριστικά, πολιτικά σχόλια υπέρ της παράταξης των Whigs. Στα κείμενά του σαρκάζει τους πολιτικούς και την υποκρισία. Καταφεύγει ακόμη και σε προσωπικές επιθέσεις, όπως στην περίπτωση του Ιρλανδού Λόρδου Castlereagh, ο οποίος υπήρξε πολύ σκληρός στις διώξεις εναντίον των Ηνωμένων Ιρλανδών.

Τα γνωστότερα έργα του Moore είναι οι Ιρλανδικές Μελωδίες (1808-1834), οι οποίες τον καθιέρωσαν στη συλλογική μνήμη του λαού του ως εθνικό βάρδο. Ο Λόρδος Βύρων ισχυριζόταν ότι τις γνώριζε από στήθους, και από εκεί άντλησε έμπνευση για το δικό του έργο, τις Εβραϊκές Μελωδίες του (1815). Ο Moore παρακινήθηκε από τους Δουβλινέζους μουσικούς παραγωγούς William and James Power, στη σύλληψη ενός σημαντικού Ιρλανδικού έργου, το οποίο θα φώτιζε τις ψυχές των ανθρώπων πολύ περισσότερο από τον ξύλινο λόγο των πολιτικών. Η φιλοδοξία του ήταν εξαρχής να γίνει ο ίδιος για την πατρίδα του, ότι ήταν ο Robert Burns για τους Σκοτσέζους, δηλαδή ο αντίστοιχος εθνικός ποιητής των Ιρλανδών. Η κύρια πηγή των Ιρλανδικών Μελωδιών ήταν η γενική συλλογή της αρχαίας ιρλανδικής μουσικής του Edward Bunting (1797), την οποία ο Moore γνώριζε μέσω του Hudson. Συνδυάζοντας χαρούμενους και θλιμμένους μουσικούς τόνους εκφράζει μια ποικιλία πατριωτικών, ερωτικών και φιλοσοφικών θεμάτων. Μολονότι στην Αγγλία το έργο ήταν γνωστό ως παρωδία, γνώρισε πλήθος μεταφράσεων στα γερμανικά, γαλλικά, τσέχικα, ουγγρικά, ιταλικά.

Για τις δημιουργίες του αυτές, ο Moore δέχθηκε επιθέσεις από τις στήλες του περιοδικού The Anti-Jacobin Review, που ακολουθούσε την πολιτική γραμμή των Torys, ως “μελαγχολικά χτυπήματα ενός απογοητευμένου επαναστάτη”. Σε εντελώς άλλη κατεύθυνση, ο Ιρλανδός πολιτικός και ηγέτης των Καθολικών, Daniel O´ Connell (1775 -1847), γνωστός και ως The Liberator (“ο Ελευθερωτής”), υιοθέτησε τις Ιρλανδικές Μελωδίες προς όφελος της εκστρατείας του για την κατάργηση της Πράξης Ένωσης μεταξύ Αγγλίας και Ιρλανδίας (αρχές δεκαετίας 1840). Το τραγούδι του Moore, “Where is the slave?” έκανε το πλήθος και τον ίδιο τον O´ Connell να παραληρεί φωνάζοντας “Δεν είμαι σκλάβος!”

Οι αγωνίες και οι αγώνες του ιρλανδικού λαού για ελευθερία και δικαιοσύνη, εμπνευσμένες και από την αμερικανική και γαλλική επανάσταση, έβρισκαν αντίλαλο στον ελληνικό αγώνα για Ανεξαρτησία. Η βρετανική πολιτική απέναντι στην Τουρκία και την Ελλάδα σχετιζόταν άμεσα με ευρύτερα ενδιαφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Αγώνας υπέρ της Ελλάδας, συμβόλιζε από τη σκοπιά ενός Ιρλανδού, έστω και έμμεσα, μία μορφή αντίδρασης εναντίον της βρετανικής κυριαρχίας. Τηρουμένων των αναλογιών, και οι Ιρλανδοί αναζητούσαν μία μορφή ανεξαρτησίας, όπως και οι Έλληνες. Αυτός είναι ο ψυχισμός που παρακινεί τον Thomas Moore σε στράτευση υπέρ του Ελληνικού Αγώνα. Ήταν ένα από τα πρώτα πενήντα μέλη της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου. Μαζί με τον Λόρδο Βύρωνα υποστήριξε τον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα με χρήματα, οπλισμό και προπαγάνδα. Εξετάζοντας το ετερόκλητο πλήθος των ανθρώπων που συσπειρώνονταν γύρω από το ελληνικό ζήτημα εκείνη την εποχή, και χωρίς να ξεχνά τα πολιτικά παιχνίδια στο παρασκήνιο, διαπιστώνονται διαφορετικά κίνητρα. Στο ποίημά του, “The ghost of Miltiades, ο Moore ασκεί κριτική σε όσους εμπλέκονται με μάλλον ιδιοτελείς σκοπούς στην “υπόθεση της ελευθερίας”:

“Of Liberty´s foes the worst are they/
Who turn to a trade her cause divine/
And gamble for gold on Freedom´s shrine“

“Της Ελευθερίας οι χειρότεροι εχθροί είναι εκείνοι/
Οι οποίοι μεταβάλλουν σε εμπόριο τον θεϊκό της σκοπό/
Και στοιχηματίζουν για χρυσάφι στης Ελευθερίας τον βωμό”

Το ποίημα για τον Μιλτιάδη δεν αποτελεί τη μόνη ελληνική αναφορά στο έργο του Moore. To 1826, εμπνευσμένος από τον Βύρωνα, ο Moore συνθέτει τη σειρά ποιημάτων “Evenings in Greece”. Η σκηνή εκτυλίσσεται στο νησί της Ζέας, γενέτειρας του Βακχυλίδη, του Σιμωνίδη και άλλων επιφανών προσώπων. Η Ζέα είναι ένας ιδανικός τόπος, “ο πιο καλλιεργημένος της Ελλάδας”. Όπως αναφέρει ο ίδιος, συνέδεσε μια σειρά τραγουδιών σε ένα νήμα ποιητικής αφήγησης, ώστε να μπορούν να συμμετάσχουν ως αναγνώστες, όσοι παρευρισκόμενοι δε μπορούσαν να τραγουδήσουν. Το εμβληματικό του ποίημα «The sky is bright – To Greece we give our shining blades» έχει μελοποιηθεί από τον Henry Bishop (1786 – 1855). Ένα ακόμη γνωστό φιλελληνικό ποίημα του Moore είναι και Ο θάνατος ενός Έλληνα πολεμιστή  (“The death of a Grecian warrior”).

 

Οι παρτιτούρες της μουσικής του Henry Bishop που μελοποιεί τα ποιήματα του για την Thomas Moore.

 

Ένα ζήτημα, για το οποίο ασκήθηκε σκληρή κριτική στον Moore, ήταν η καταστροφή των απομνημονευμάτων του Λόρδου Βύρωνα, τα οποία του εμπιστεύθηκε ο ίδιος το 1818. Σε αυτά ο συγγραφέας εξιστορούσε τη ζωή, τις ερωτικές του σχέσεις και τις απόψεις που είχε σχηματίσει ως τότε. Όταν ο Βύρων απεβίωσε το 1824, ο Moore, από κοινού με τον εκδότη John Murray (1778 – 1843) – στον οποίον είχε πουλήσει το αντίτυπο, ώστε να το εκδώσει – τον πολιτικό John Cam Hobhouse (1786 – 1869) και κάποιους φίλους του Λόρδου, οι οποίοι ανησυχούσαν για την υπόληψη και την φήμη του, συγκεντρώθηκαν και έκαψαν το μοναδικό αντίτυπο των απομνημονευμάτων του. Η σύγχρονη έρευνα δεν αποδίδει την ευθύνη για αυτήν την πράξη αποκλειστικά στον Moore, ωστόσο.

O Thomas Moore ανέλαβε να αναπληρώσει το κενό, συνθέτοντας ο ίδιος μία βιογραφία για τον Βύρωνα, η οποία θεωρείται ότι είναι το καλύτερο έργο πρόζας του. Αποσιώπησε αρκετές πληροφορίες για την προσωπική του ζωή, κάτι που δε φαίνεται να ικανοποίησε τη Lady Byron, η οποία εξακολουθούσε να βλέπει το έργο του ως πολύ αποκαλυπτικό για τη ζωή του ποιητή. Αντίθετη γνώμη είχε η Mary Shelley, επίσης φίλη του Βύρωνα και πολύτιμη αρωγός του Μoore στη συμπλήρωση βιογραφικών πληροφοριών. Για τη Shelley, η απεικόνιση της προσωπικότητας του Βύρωνα από τον Moore ήταν δίκαιη, εξήρε δε το εύγλωττο λογοτεχνικό του στιλ. Ο κριτικός λογοτεχνίας, Ηoward Μumford Jones (1892 – 1980), θεωρεί το έργο “Letters and Journals of Lord Byron: With Notices of His Life (1830)” ως “μία από τις τέσσερις ή πέντε μεγάλες λογοτεχνικές βιογραφίες στην αγγλική γλώσσα”.

 

Το μνημείο του Thomas Moore στην Ιρλανδία.

 

Ο Μεγάλος Λιμός της Ιρλανδίας (The Great Famine) στα τέλη της δεκαετίας του 1840 οδήγησαν την υγεία του Moore σε μεγάλη εξασθένηση. Το τέλος του Thomas Moore θυμίζει σε αρκετά σημεία εκείνο της Mary Shelley: απεβίωσε στις 25 Φεβρουαρίου 1852. Είχε χάσει όλα του τα παιδιά και είχε θρηνήσει τον θάνατο των περισσότερων συντρόφων και φίλων του.

Η ΕΕΦ και η Ελλάδα τιμούν την μνήμη του Thomas Moore, του μεγάλου βάρδου και υμνητή της ελευθερίας, που με το έργο του παρουσίασε με τον πλέον εμβληματικό τρόπο τον αγώνα των Φιλελλήνων που προσέφεραν στην Ελλάδα τις λαμπερές λεπίδες των σπαθιών τους (to Greece we give our shining blades). Προσέφεραν και αυτοί στην Ελλάδα «την κόψη του σπαθιού την τρομερή» που οδήγησε στην Ελευθερία και την ανεξαρτησία της.

 

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • Μακναμή, Τέρενς, Τομ Μουρ, ο Λόρδος Βύρων και η ελευθερία των εθνών, irlandikoblog.wordpress.com/
  • Roessel, David Ernest, In Byron’s Shadow: Modern Greece in the English & American Imagination, Oxford University Press, 2001
  • poetryfoundation.org
  • internetpoem.com/thomas-moore/evenings-in-greece-poem/
  • wikipedia.en

 

 

Ο Γερμανός ζωγράφος Peter von Hess (1792-1871), ήταν πολυαγαπημένο πρόσωπο του Λουδοβίκου Α´, και αποτέλεσε κεντρική μορφή μεταξύ των Βαυαρών απεσταλμένων του κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Δικές του δημιουργίες είναι οι πασίγνωστες, “κινηματογραφικές”, απεικονίσεις του με τους ήρωες και τις μάχες του 1821. Αποτύπωσε τα σπουδαιότερα γεγονότα του Αγώνα, παραδίδοντας ένα σημαντικό εικαστικό τεκμήριο στις επόμενες γενιές, και ορίζοντας ένα πρότυπο προς μίμηση τόσο για τους συμπατριώτες του, όσο και για μια σειρά Ελλήνων ζωγράφων, εκπροσώπων της επονομαζόμενης “σχολής του Μονάχου”.

Ο Peter von Hess γεννήθηκε το 1792 στο Düsseldorf και ήταν γιος του χαλκογράφου Carl Ernst Christoph Hess (1755 -1828), στο πλευρό του οποίου έλαβε τα πρώτα καλλιτεχνικά του μαθήματα. Ήδη σε ηλικία 8 ετών δημιουργεί τα δικά του χαρακτικά με μορφές ζώων. To 1806 γίνεται δεκτός στην Ακαδημία Τεχνών του Μονάχου. Στην ουσία πρόκειται για αυτοδίδακτο ζωγράφο, αφού σύντομα διέκοψε τις σπουδές του στο Μόναχο και προτίμησε να εξελιχθεί μόνος του ως καλλιτέχνης, λαμβάνοντάς ως πρότυπό του τους Ολλανδούς και Γερμανούς ζωγράφους. Η επιρροή των Ολλανδών αντικατοπτρίζεται στα ηθογραφικά του θέματα, ειδικά σε όσα αναφέρονται στην ιταλική και ελληνική ζωή. Επίσης επηρεάσθηκε από τον ζωγράφο Wilhelm von Kobell (1766-1855) και στράφηκε στη σύνθεση πολεμικών σκηνών, αντλώντας το υλικό του από τις εμπειρίες του στα πεδία της μάχης, μεταξύ 1813/1815. Είχε υπηρετήσει στρατιωτική θητεία στο στρατιωτικό επιτελείο του στρατάρχη Carl Phillip von Wrede (1767 – 1838), τον οποίον συνόδευσε στη διάρκεια των Γερμανικών Απελευθερωτικών Πολέμων (Βefreiungskriege), καθώς και στο Συνέδριο της Βιέννης (1815).

 

Ο Peter von Hess με στολή αξιωματικού.

 

Τα χρόνια αυτά ο νεαρός Hess εξασκείται ως ζωγράφος πολεμικών σκηνών και δημιουργεί διάφορα σκίτσα, τα οποία εν συνεχεία αποτέλεσαν βάσεις για ελαιογραφίες. Μία ενδεικτική περίπτωση είναι η “Μάχη των Εθνών στη Λειψία, 1813”, που φιλοτέχνησε το 1853 (“Die Völkerschlacht bei Leipzig 1813“).

 

Peter von Hess, Die Völkeranschlacht bei Leipzig 1813, (Μάχη των Εθνών στη Λειψία, 1813), ελαιογραφία, 1853/54

 

Μεταξύ 1816-1817 ταξιδεύει στην Ιταλία και ζωγραφίζει κυρίως τοπία και σκηνές με “ιταλικά θέματα”, απομακρύνεται από την επιρροή του Kobell και ανακαλύπτει ένα πιο προσωπικό, πλαστικό ιδίωμα στην τέχνη του. Τη δεκαετία του 1820 αρχίζει να αποκτά αναγνώριση, ως ζωγράφος της βαυαρικής αυλής. Το 1824 συν-ιδρύει το Münchner Kunstverein (καλλιτεχνικό σύλλογο του Μονάχου), το οποίο εξελίσσεται σε forum της αστικής τέχνης του Μονάχου.  Ο βασιλέας Λουδοβίκος Α´ του αναθέτει την εικονογράφηση της στοάς (Arcaden) του κήπου του στο Μονάχο με σκηνές από τον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων. Έχει ήδη ξεκινήσει να εξοικειώνεται με τα ελληνικά θέματα στη Βαυαρία, πριν φιλοτεχνήσει το 1829 το έργο “Παλικάρια στην Αθήνα” (σήμερα στη Nationalgalerie του Βερολίνου), και στη συνέχεια την λιθογραφία του έργου του Krazeisen με θέμα “Καπετάνιος με τα παλικάρια του σε μάχη”.

 

Λιθογραφία του Peter von Hess, με βάση το έργο του Krazeisen, με θέμα “Καπετάνιος με τα παλικάρια του σε μάχη” (συλλογή ΕΕΦ).

 

Πέραν της φαντασίας του, στηρίζεται σε δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις από την Ελλάδα, προκειμένου να ολοκληρώσει τις συνθέσεις του, όπως οι συνάδελφοί του εικαστικοί (χαράκτες και ζωγράφοι) που δεν είχαν επισκεφθεί ακόμα τη χώρα.

Η δημιουργία και διάδοση, μέσω της παραγωγής λιθογραφιών, φανταστικών αποτυπώσεων των γεγονότων της Επανάστασης, συμπληρώνει τα δημοσιογραφικά κενά και εξοικειώνει το κοινό της  Ευρώπης με την ελληνική πραγματικότητα, έστω και αν παρουσιάζεται ενίοτε σε μια εξιδανικευμένη εκδοχή της.

Κάποιοι από αυτούς τους καλλιτέχνες ανέλαβαν την πρωτοβουλία να μεταβούν στην Ελλάδα με δικά τους έξοδα και, ασφαλώς, με κίνδυνο της ζωής τους, προκειμένου να στηρίξουν τα έργα τους σε προσωπικά βιώματα. Μία σειρά άλλων καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων οι Ferdinand Stademann (1791-1873), Carl Rottmann (1797-1850), Ludwig Lange (1808-1868), ήρθαν στην Ελλάδα μετά από παρότρυνση του Λουδοβίκου Α, απολαμβάνοντας την οικονομική του στήριξη. Ο πολυαγαπημένος του ζωγράφος, Peter von Hess, συγκαταλέγεται στους προστατευόμενους απεσταλμένους του στην Ελλάδα, με την αποστολή να δημιουργήσει έργα “ειδησεογραφικού” χαρακτήρα, τα οποία θα συνέβαλαν, στην παγίωση των δεσμών της Βαυαρίας με το νεόδμητο ελληνικό κράτος, και θα προπαγάνδιζαν το ιερό μάθημα Ιστορίας που προσέφεραν οι Έλληνες αγωνιστές στους Βαυαρούς και Ευρωπαίους συμπατριώτες του. Οι ανωτέρω καλλιτέχνες δημιούργησαν έργα εμπνεόμενοι από το ρομαντικό πνεύμα της εποχής και ακολουθώντας τις αρχές του ακαδημαϊκού ρεαλισμού.

Ο Peter von Hess ταξιδεύει το 1833 μαζί με τον Όθωνα στην Ελλάδα. Εκεί καταγράφει εικαστικά κατά παραγγελία του Λουδοβίκου Α, την πανηγυρική άφιξη του υιού του στην ελαιογραφία  “Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο” (Einzug König Ottos von Griechenland in Nauplia, 1835), που τεκμηριώνει την σύσταση Ευρωπαϊκού Ελληνικού κράτους. Τα λαμπρά χρώματα κυριαρχούν στο τοπίο, ενώ ο πίνακας αποδίδει πιστά τις ενδυμασίες του πλήθους, ώστε να μεταδώσουν τη χαρά του γεγονότος στο θεατή, το βλέμμα του οποίου πολύ έξυπνα οδηγεί ο Hess στον κενό χώρο στο μπροστινό μέρος της σύνθεσής του, ακριβώς εκεί από όπου πρόκειται να περάσει ο Όθων, ο οποίος είναι το κεντρικό πρόσωπο της σύνθεσης. Το έργο αυτό, και η “Υποδοχή του Όθωνος στην Αθήνα” (Empfang König Ottos von Griechenland in Athen, 1839), αποτελούν τα γνωστότερα έργα του και εκτίθενται στη Νέα Πινακοθήκη του Μονάχου.

Την τέχνη του Peter von Hess χαρακτηρίζει η πιστή απόδοση λεπτομερειών, η τάση για ιδεαλιστική παρουσίαση των μορφών (ως εξωτερικής έκφρασης της εσωτερικής ευγένειας των προσώπων, τα οποία καλείται να απεικονίσει), και η περιγραφή ιστορικών γεγονότων. Είναι ένας πολύ δυνατός κολορίστας, ο οποίος θέτει το χρώμα σε προτεραιότητα έναντι της μορφής. Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι παραμελεί την περιγραφή των ανθρωπίνων μορφών, τις οποίες επιμελείται με ιδιαίτερη φροντίδα στην προσπάθεια του να ψυχογραφήσει τους ήρωες του. Οι γραμμές των μορφών του είναι συνήθως έντονες, ιδιαίτερα όταν περιγράφουν γυμνά ανθρώπινα μέλη. Θέλγεται από τη μνημειακότητα, τις μεγάλες φόρμες σε κίνηση και τη δημιουργία αντιθέσεων, οι οποίες υπογραμμίζουν την ένταση όσων δραματικών γεγονότων εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια του θεατή. Η σκηνοθεσία του μοιάζει συχνά κινηματογραφική, εντύπωση που εντείνεται από τις διαγώνιες συνθέσεις του, οι οποίες τονίζουν την κίνηση και τη δράση των ηρώων του.

Το σημαντικότερό του έργο για να τιμήσει τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία, είναι η δημιουργία 39 εικόνων από την Επανάσταση, στις οποίες χάραξε τις μορφές των ηρώων στη μνήμη μας μέχρι σήμερα. Ακόμη και στις περιπτώσεις που ο Hess δε γνώρισε από κοντά τους ήρωες του 1821, φρόντισε να στηριχθεί στις περιγραφές των απλών ανθρώπων, ώστε να τις ανακατασκευάσει όσο πιο πιστά γίνεται. Στα έργα του σεβάσθηκε τις λαϊκές αυτές διηγήσεις, συνδυάζοντάς τες όμως με τις ρομαντικές πεποιθήσεις του. Έτσι για παράδειγμα, απέδωσε τη Μπουμπουλίνα στον γνωστό ως σήμερα σε εμάς ηρωικό – μυθικό της τύπο, να καθοδηγεί τον αγώνα με προτεταμένο χέρι, ή τη μορφή του Ανδρούτσου με τρόπο που αντικατοπτρίζει τη, γνωστή σε όλους εκείνη την εποχή, ανδρεία και αποφασιστικότητά του. Ο πρώτος εικονογράφος του Αγώνα ήταν ο Παναγιώτης Ζωγράφος, ο οποίος σχεδίασε με οδηγίες του Μακρυγιάννη μία σειρά από 25 πίνακες. Το έργο αυτό ακολουθούσε μία ναίφ, μεταβυζαντινή παράδοση, που καθιέρωσε ένα λαϊκό εικαστικό ρυθμό, με επίκεντρο την περιγραφή των γεγονότων. Αντίθετα το έργο του Peter von Hess, είχε ένα επικό και ρομαντικό χαρακτήρα, που προέβαλε και τους Έλληνες αγωνιστές, πράγμα που τον καθιέρωσε ως βασικό εικονογράφο του Αγώνα των Ελλήνων. Σε κάθε περίπτωση,  και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με αρκετά πιστές αποδόσεις της πραγματικών περιστατικών.

Οι πίνακες με την Ελληνική Επανάσταση προορίζονταν να τοποθετηθούν στη βόρεια στοά του Βασιλικού Κήπου (Ηofgarten). Tα ζωγραφισμένα με κιμωλία σχέδια του Hess πάνω σε λευκό χαρτόνι αποτέλεσαν τη βάση για τη μεταφορά αυτών των παραστάσεων στις στοές μεταξύ 1841-1844. Οι πίνακες του καταστράφηκαν δυστυχώς, ωστόσο οι εικόνες του διαδόθηκαν μέσω λιθογραφικών ανατυπώσεων, με αποτέλεσμα πολλοί ζωγράφοι να τις αντιγράψουν.

Ο Hess παραθέτει στις 39 σκηνές του από τον Αγώνα ακολουθώντας τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Μόνη “φανταστική” απεικόνιση αποτελεί η πρώτη σκηνή με τον Ρήγα Φεραίο να “εξάπτει τον Έρωτα των Ελλήνων για την Ελευθερία”. Στις συνθέσεις του έχει συμπεριλάβει έναν εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό αγωνιστών της Επανάστασης, τις γνωστότερες μορφές του Αγώνα (τους Αλέξανδρο και Δημήτριο Υψηλάντη, Παλαιών Πατρών Γερμανό, Αθανάσιο Διάκο, Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, Πέτρο Μαυρομιχάλη, Μπουμπουλίνα, Οδυσσέα Ανδρούτσο, Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, Μάρκο Μπότσαρη, Καραΐσκάκη, Μακρυγιάννη, Γκούρα, κλπ.). Δίπλα τους παραθέτει ένα πλήθος άλλων γεγονότων της Επανάστασης, ενδεχομένως λιγότερο διαδεδομένων στο ευρύ κοινό σήμερα, με τρόπο που προκαλεί την αίσθηση στον θεατή ότι παρακολουθεί μία σκηνή από κινηματογραφική ταινία. Για παράδειγμα “Ο Γεωργάκης και οι δικοί του τινάσσονται στον αέρα στο Σέκκο”, “Ο Κεφάλας υψώνει τη σημαία της Ελευθερίας στα τείχη της Τριπολιτσάς”, “Ο Πανουργιάς κυριεύει τον Ακροκόρινθο”. Διέσωσε λοιπόν και λιγότερο γνωστά στιγμιότυπα ή μορφές του Αγώνα, και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος να τον ευχαριστούμε και να τον τιμούμε για την προσφορά του.

Ανάμεσα στα 39 θέματα, ξεχωρίζουν κάποιες παραστάσεις. Για παράδειγμα, η εικόνα “400 Ιερολοχίτες, πρόδρομοι του Ιερού Αγώνα, πέφτουν στο Δραγατσάνι”. Σε αυτήν την έξοχα σκηνοθετημένη σκηνή, οι εξιδανικευμένες, νεανικές μορφές των Ιερολοχιτών αντιπαραβάλλονται στα τυποποιημένα πρόσωπα των Οθωμανών κατακτητών. Οι ήρωες μαχητές παραπέμπουν περισσότερο σε πρότυπα αρχαίων Ελλήνων ή ευρωπαϊκές φυσιογνωμίες. Εδώ αναγνωρίζεται αφενός η φιλελληνική διάθεση του καλλιτέχνη, αφετέρου ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό πρόγραμμα, το οποίο θέλει να επικυρώσει τους συγγενικούς δεσμούς μεταξύ της Ελλάδας και της Βαυαρίας. Μένοντας πιστός σε αυτό το πρόγραμμα, ο Hess αφιερώνει θεματικά τις τρεις τελευταίες εικόνες της σειράς (αρ. 37-39) στους ελληνο-βαυαρικούς δεσμούς: “O Κωλέττης αναγγέλει στους Έλληνες την εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδος”, “Οι Έλληνες απεσταλμένοι στο Μόναχο προσφέρουν υποταγή στον Όθωνα” και “Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο”. Οι τρεις Έλληνες αντιπρόσωποι (Μιαούλης, Κ. Μπότσαρης, Πλαπούτας) που εικονίζει ο Hess στο δεύτερο έργο της τελευταίας ενότητας, εμφανίζονται και στο έργο του Philipp Foltz, “Ο βασιλέας Όθων της Ελλάδας αποχαιρετά την οικογένειά του” (Νέα Πινακοθήκη Μονάχου).

Τις παραπάνω εικόνες ολοκλήρωσε κατά την επάνοδό του στο Μόναχο. Πραγματοποίησε ένα δεύτερο ταξίδι στην Ελλάδα και ανέλαβε τη διακόσμηση της κεντρικής αίθουσας των ανακτόρων του Όθωνα, (το σημερινό κτήριο της Βουλής), με αντίγραφα αυτών των παραστάσεων. Μια πυρκαγιά στις 24 Δεκεμβρίου 1909 είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή τους. Κάποια αντίγραφα των θεμάτων του υπάρχουν στο Bayerisches Armeemuseum στο Ιngolstadt, καθώς και στην Εθνική Τράπεζα. Τα τελευταία φιλοτεχνήθηκαν το 1900 από τον ζωγράφο Νικόλαο Φερεκύδη, κατ´εντολή του τότε διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, Στέφανου Στρέιτ.

O Hess θεμελίωσε τις βάσεις για την “έντεχνη ιστοριογραφία” στην Ελλάδα. Από τον ίδιο επηρεάσθηκε έντονα ο Έλληνας ζωγράφος Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878) στην επιλογή και επεξεργασία των θεμάτων του. Ο Βρυζάκης μαθήτευσε κοντά του (1841) και εκτιμάται ως ο θεμελιωτής της “σχολής του Μονάχου”. Στο Μόναχο στράφηκαν και οι εξής Έλληνες ζωγράφοι, οι οποίοι εκπροσωπούν επίσης το ρεύμα του ακαδημαϊκού ρεαλισμού: Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904), Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), Νικόλαος Γύζης (1842-1901) και Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1907). Ο Γύζης παρέμεινε στη Γερμανία για να διδάξει στην Ακαδημία του Μονάχου. Η βαυαρική επίδραση οδήγησε επίσης στην ίδρυση του “Σχολείου των Τεχνών” (1836-1837) στην Αθήνα και έτσι άρχισε να συγκροτείται για πρώτη φορά μία καλλιτεχνική, εθνική σχολή στην Ελλάδα.

O Hess μετέβη το 1839 στη Ρωσία, όπου φιλοτέχνησε οκτώ μεγάλους πίνακες με τα πολεμικά γεγονότα του 1812, για λογαριασμό του τσάρου Αλεξάνδρου Β΄. Απεβίωσε στις 4 Απριλίου 1871 στο Μόναχο, όπου και βρίσκεται ο τάφος του.

 

Έλληνας ιερωμένος καταθέτει στεφάνι στον τάφο του Peter von Hess.

 

Εν ζωή τιμήθηκε το 1861 με τον Σταυρό του Ιππότη του Τάγματος της Αξίας του Βαυαρικού Στέμματος. Τιμήθηκε επίσης από το Τάγμα του Αγίου Μιχαήλ (Verdienstorden vom Heiligen Michael, 1838), το Βαυαρικό Μαξιμιλιανό Τάγμα για την Τέχνη και την Επιστήμη (Βayerischer Maximiliansorden für Wissenschaft & Kunst, 1853), αλλά και με ξένα μετάλλια, ως αξιωματικός, για παράδειγμα του Βελγικού Τάγματος του Leopold (Belgischer Leopoldsorden).

Ο Hess υπήρξε πρόσωπο υψηλού κύρους για τον Λουδοβίκο Α, ως στυλοβάτης των σχεδίων του στην Ελλάδα. Ως τέτοιο πρόσωπο τιμάται από τον ζωγράφο Wilhelm von Kaulbach (1805-1874) στη σειρά πινάκων του με θέμα την αναγέννηση των τεχνών στη Βαυαρία, δίπλα στον Γερμανό ζωγράφο Peter von Cornelius (1784-1867) και τον Γερμανό αρχιτέκτονα Joseph Daniel Ohlmüller (1791-1839), οι οποίοι στεγάζονται στη Νέα Πινακοθήκη του Μονάχου.

 

Peter von Hess, έγχρωμη λιθογραφία με το έργο του “Eίσοδος του Όθωνα στο Ναύπλιο την 25η Ιανουαρίου 1833” (συλλογή ΕΕΦ).

Peter von Hess, “Eίσοδος του Όθωνα στην Αθήνα”, λάδι σε καμβά.

Πίνακας αγνώστου ζωγράφου, “η βασιλική οικογένεια της Βαυαρίας θαυμάζει το έργο του Peter von Hess Eίσοδος του Όθωνα στο Ναύπλιο την 25η Ιανουαρίου 1833”, λάδι σε καμβά (συλλογή ΕΕΦ).

Peter von Hess, Βρύση στο Ναύπλιο, λάδι σε καμβά (συλλογή ΕΕΦ).

 

Η ΕΕΦ και οι Έλληνες, θα τιμούν και θα θυμούνται πάντα τον Peter von Hess ως τον Φιλέλληνα ρομαντικό εικονογράφο της μνήμης του Αγώνα μας για Ελευθερία και Ανεξαρτησία.

 

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • peter-von-hess.com
  • pinakothek.de
  • bavariagr.de
  • nationalgallery.gr
  • Bαμβακίδου, Ιφιγένεια, Κυρίδης, Αργύρης, Η νεοελληνική ταυτότητα στις φιλελληνικές οπτικές μαρτυρίες (19ος αιώνα): από την αντιληπτική ομοιότητα προς τις εννοιολογικές ομοιώσεις, στο: Διαπολιτισμικότητα, Παγκοσμιοποίηση και Ταυτότητες, Gutenberg 2008,
  • Fuhrmeister, Christian, Jooss, Birgit, (Hrsg.), Isar/Athen Griechische Künstler in München – Deutsche Künstler in Griechenland, Μόναχο 2008,
  • Παπανικολάου, Μιλτιάδης, Εικόνες από την Ελληνική Επανάσταση. Τα 39 πρωτότυπα σχέδια του ζωγράφου Peter von Hess (1792-1871),
  • Πυρπυρής, Π.,  Μια ανάγνωση της εικονογραφίας του 1821. Συμβολή στον οπτικό γραμματισμό. Αθήνα 2016,
  • Στεφανίδης, Μάνος, Ελληνομουσείον. Επτά Αιώνες Ελληνικής ζωγραφικής. Τόμος β´ Η εποχή της αθωότητας. Μίλητος, 2009.