Ο Διονύσιος Βούρβαχης (Constantin Denis Bourbaki), σύμφωνα με τα γαλλικά αρχεία, γεννήθηκε στην Κεφαλονιά την 1η Αυγούστου του 1787 και στη συνέχεια πολιτογραφήθηκε Γάλλος στις 9 Νοεμβρίου 1818. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται συνήθως ως φιλέλληνας ελληνικής καταγωγής.

Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος-Σωτήριος Βούρβαχης, ήταν ναυτικός και έμπορος, εγκατεστημένος στη Μασσαλία. Σύμφωνα με την Averoff Michelle και το άρθρο της για τους Φιλέλληνες, είχε γεννηθεί στα Σφακιά της Κρήτης και το πραγματικό του επίθετο ήταν «Σκορδιλής». Το όνομα «Βούρβαχης» του είχε  δοθεί από τους Τούρκους, και σήμαινε «αυτός που κτυπά πρώτος» ή «αυτός που είναι επικεφαλής», δεδομένου ότι η οικογένειά του ήταν οικογένεια αγωνιστών του νησιού. Μετά το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου η οικογένεια μετανάστευσε στην Κεφαλονιά. Στη Μασσαλία, ο πατέρας Βούρβαχης διατηρούσε σχέσεις με τον Ιωσήφ Βοναπάρτη, γεγονός που συντέλεσε ώστε να επιλεγεί για μια επικίνδυνη αποστολή. Όταν τον Δεκέμβριο του 1798 ο Ναπολέων βρισκόταν στην Αίγυπτο, παρέστη ανάγκη να ειδοποιηθεί για να επιστρέψει γρήγορα στη Γαλλία όπου οι πολιτικοί του αντίπαλοι είχαν δημιουργήσει αναταραχές. Ο Κωνσταντίνος-Σωτήριος κατάφερε με το πλοίο του να ειδοποιήσει έγκαιρα τον αυτοκράτορα χωρίς να γίνει αντιληπτός, ούτε από τους Τούρκους, ούτε από τους Άγγλους που είχαν επιβάλει αποκλεισμό. Από τότε, η οικογένεια Βούρβαχη συνδέθηκε στενότερα με την οικογένεια Βοναπάρτη που ανέλαβαν να προστατεύουν τους γιους του Κωνσταντίνου-Σωτήριου, τον Ιωσήφ και τον Διονύσιο. Οι τελευταίοι μετοίκησαν στη Γαλλία μετά τον θάνατο του πατέρα τους.

Ο Διονύσιος Βούρβαχης σπούδασε στη στρατιωτική σχολή του Fontainebleau απ’ όπου απεφοίτησε το 1804 και εντάχθηκε στο γαλλικό πεζικό. Πολέμησε στην Ισπανία, την Ιταλία και τη Γερμανία και διορίσθηκε υπασπιστής του Ιωσήφ Βοναπάρτη, όταν αυτός έγινε μονάρχης της Ισπανίας. Σύμφωνα με πληροφορίες από το ατομικό του μητρώο που παραθέτει ο Μπάμπης Άννινος, ο οποίος ήταν γιος μιας εκ των τριών αδελφών του Διονυσίου που διαβιούσαν στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, ο Βούρβαχης στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του στον γαλλικό στρατό, είχε τραυματιστεί τέσσερις φορές σοβαρά, και τρεις φορές είχε λάβει εύφημο μνεία για τις υπηρεσίες του. Ο Στέφανος Παπαδόπουλος στη μονογραφία του για τον Διονύσιο Βούρβαχη στο περιοδικό Παρνασσός, αναφέρει ότι μετά την πρώτη εξορία του Ναπολέοντα στη νήσο Έλβα, ο Βούρβαχης παραιτήθηκε από τον γαλλικό στρατό, αλλά επανήλθε λίγο αργότερα. Επιπλέον, τόσο αυτός όσο και η Averoff, σημειώνουν ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Διονύσιος Βούρβαχης ήταν εκείνος που με πολλούς κινδύνους έφθασε στο νησί Έλβα προκειμένου να ειδοποιήσει τον Ναπολέοντα ότι οι αντίπαλοί του σκόπευαν να τον εξορίσουν σε πιο μακρινό τόπο. Έτσι η μοίρα το έφερε να αναλάβει παρόμοια αποστολή με αυτήν που είχε αναλάβει ο πατέρας του.

Μετά την επάνοδο του Ναπολέοντα, ο Βούρβαχης υπηρέτησε ως διοικητής του 31ου ελαφρού συντάγματος του γαλλικού πεζικού. Σύμφωνα με τον βιογράφο των φιλελλήνων Henri Fornèsy, είχε φτάσει μέχρι τον βαθμό του συνταγματάρχου, όταν τέθηκε σε κατάσταση διαθεσιμότητας από το καθεστώς των Βουρβόνων. Στη συνέχεια υπέβαλε την παραίτησή του στον γαλλικό στρατό η οποία έγινε δεκτή μόλις το 1820.

Ο Βούρβαχης ήταν φιλελεύθερος στο φρόνημα, και έπειτα από πολλές περιπέτειες, περιπλανήσεις και μονομαχίες αναγκάσθηκε στη συνέχεια να αυτοεξορισθεί στην Ισπανία, πατρίδα της συζύγου του Charlotte de Rica, όπου είχαν καταφύγει και άλλοι βοναπαρτιστές. Αργότερα επέστρεψε στη Γαλλία και αποτραβήχθηκε στη μικρή πόλη Pau.

Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση ο Βούρβαχης βρισκόταν στο Παρίσι. Συγκινημένος από τον Αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας του, προσπάθησε αρχικά να τη βοηθήσει μέσα από την ενεργή δράση του στο πλαίσιο της Φιλελληνικής Επιτροπής του Παρισιού. Ο ενθουσιασμός όμως που τον κυρίευσε μετά την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου και η αγάπη του για την Ελλάδα τον ώθησαν να λάβει μέρος στον ένοπλο αγώνα για την απελευθέρωσή της. Μαζί του αναχώρησαν για την Ελλάδα και άλλοι Γάλλοι αξιωματικοί. Με την άδεια της Γαλλικής κυβέρνησης, ο Βούρβαχης έφθασε στην Ελλάδα περί τα τέλη Νοεμβρίου 1826, ή λίγο νωρίτερα κατά άλλους μελετητές. Δεν ήρθε ως απλός πολεμιστής, αλλά και ως απεσταλμένος του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Παρισιού. Μαζί του είχε χρήματα, ενώ συνοδευόταν και από άλλους Φιλέλληνες εθελοντές. Παράλληλα, το έργο του ενίσχυε οικονομικά και η Επιτροπή της Κέρκυρας, στην οποία συμμετείχε ο αδελφός του Καποδίστρια. Η Επιτροπή επιτελούσε σημαντικό έργο, και μάλιστα εξαγόραζε συστηματικά σε πολλά μέρη της Μεσογείου Έλληνες σκλάβους από το Μεσολόγγι και αλλού, και τους απέδιδε ελεύθερους στην Ελλάδα.

Όταν έφθασε στο Ναύπλιο, ο Βούρβαχης πήρε άδεια από τη Διοικητική Επιτροπή για να συγκροτήσει δικό του Σώμα αποτελούμενο από «μέγαν αριθμόν Ελλήνων και Φιλελλήνων», σύμφωνα με τον Fornèsy. Οι άνδρες αυτοί ήταν κυρίως Επτανήσιοι και Γάλλοι φιλέλληνες. Ανάμεσά τους συγκαταλεγόταν ο Ανδρέας Μεταξάς, γαμπρός του Βούρβαχη. Το Σώμα του έφθασε να αριθμεί σύντομα περί τους 800 άνδρες και είχε αποστολή, κατά τον Gravière, να εκστρατεύσει στη Δυτική Ελλάδα ή να ενισχύσει τον Καραϊσκάκη για την απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδας. Ο Βούρβαχης ήταν αφοσιωμένος στον Καραϊσκάκη και στον σκοπό αυτό. Ο βασικός στόχος των Ελλήνων και Φιλελλήνων την εποχή αυτή, ήταν να διατηρήσουν  απελευθερωμένες εστίες στην Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα, έτσι ώστε το θέμα της Ελληνικής Επανάστασης και της προοπτικής ίδρυσης ελεύθερου Ελληνικού κράτους, να βρίσκεται διαρκώς στην ημερήσια διάταξη των διπλωματικών κέντρων διεθνώς. Η Γαλλία στήριζε την στρατηγική αυτή, και θεωρούσε ότι μια επιτυχημένη έκβαση θα ενίσχυε παράλληλα και το γόητρό της.

Δυστυχώς, ο Βούρβαχης δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει το σχέδιό του, κυρίως γιατί η Διοικητική Επιτροπή δεν τροφοδοτούσε το Σώμα, και ο ίδιος αναγκαζόταν να αγοράζει μόνος του τρόφιμα για να συντηρεί τους άνδρες του. Οι συνθήκες δεν ήταν καλές και έτσι, πολλοί άνδρες του άρχισαν να λιποτακτούν. Πέραν τούτου, πολλοί, ανάμεσά τους κι ο Μακρυγιάννης, εναντιώθηκαν στον Βούρβαχη καθώς αντιπαθούσαν τον γαμπρό του, τον Μεταξά, και τον Κολοκοτρώνη, που θεωρούνταν ρωσόφιλοι. Παράλληλα, τον Βούρβαχη ενοχλούσαν ιδιαίτερα οι εμφύλιες συγκρούσεις και τα αντιμαχόμενα συμφέροντα.

Ο Βούρβαχης αναχώρησε προς την Στερεά Ελλάδα με στόχο να συναντηθεί και να συντονισθεί με τον Καραϊσκάκη, και να επιχειρεί πλέον από κοινού μαζί του. Για να το πετύχει αυτό, αγνόησε πολλές φορές τις διαταγές της Διοίκησης. Μετά από μία τέταρτη επιστολή, αποφάσισε να αλλάξει πορεία και να κατευθυνθεί προς την Αθήνα. Η εκτίμηση και η αγάπη που έτρεφε για τον Καραϊσκάκη προκύπτει από μία επιστολή του προς αυτόν κατά την επίμαχη περίοδο, στην οποία αναφέρει: «Αρχηγέ! … είμαι πάντοτε εις τας οδηγίας σας, και έτοιμος να τρέξω όπου με κρίνετε άξιον δια το καλόν της πατρίδος. Ο αδελφός σας Βούρβαχης».

Η υπογραφή του Βούρβαχη από επιστολή του

Σε κάθε περίπτωση, όλοι, από όλες τις πλευρές συμφωνούσαν ότι ο Βούρβαχης ήταν άνθρωπος έντιμος, ανιδιοτελής και αγνός πατριώτης που διψούσε να δει την Ελλάδα ελεύθερη. Εν τέλει, η Διοικητική Επιτροπή, ματαίωσε τις επιδιώξεις του, και τον διέταξε να μεταβεί στην Ελευσίνα προς ενίσχυση της πολιορκίας των Αθηνών.

Έτσι στο τέλος του 1826, έφθασε στην Ελευσίνα. Εκεί συνάντησε τον Βάσο Μαυροβουνιώτη, και σε λίγες ημέρες ήρθε και ο Παναγιώτης Νοταράς. Από την Ελευσίνα, ο Βούρβαχης και οι δύο οπλαρχηγοί, με ενωμένες τις δυνάμεις τους κινήθηκαν προς το Μενίδι όπου στις 22 Ιανουαρίου συγκρούσθηκαν με επιτυχία με Τουρκικές δυνάμεις.

Στις 25 Ιανουαρίου, ο Βούρβαχης με τον Μαυροβουνιώτη και τον Νοταρά, και με 3500 άνδρες, κατευθύνθηκαν προς το Καματερό. Στο σημείο αυτό, δέχθηκαν δύο ημέρες μετά επίθεση από 2600 τούρκους. Στη μάχη που ακολούθησε στο Καματερό, σημειώθηκε διαφωνία μεταξύ των τριών αρχηγών των Σωμάτων που επιχειρούσαν, ως προς την τακτική της μάχης. Ο Βούρβαχης, προέκρινε την κατά μέτωπον επίθεση, στρατοπέδευσε με το Σώμα του στην πεδιάδα ως ένα είδος εμπροσθοφυλακής, ενώ ο κύριος όγκος του στρατεύματος παρέμεινε στα υψώματα, λίγο μακρύτερα από αυτόν. Οι δυνάμεις των Ελλήνων και Φιλελλήνων ήταν ισοδύναμες με αυτές των Τούρκων, το σχέδιο ήταν σωστό και θα είχε επιτύχει εάν επικρατούσε πειθαρχία. Όμως οι άτακτες δυνάμεις των Ελλήνων φοβούνταν το Τουρκικό ιππικό. Επίσης, η έλλειψη πειθαρχίας των Ελλήνων ατάκτων, οδήγησε για άλλη μία φορά σε τραγικά αποτελέσματα. Χωρίς πειθαρχία ήταν αδύνατο να εφαρμοσθεί σχέδιο μάχης. Το πρόβλημα αυτό κόστισε πολύ στις Ελληνικές δυνάμεις, σε πολλές μάχες. Και δύο μήνες αργότερα, το ίδιο πρόβλημα προκάλεσε άλλη μία οδυνηρή ήττα στον Ανάλατο και τον θάνατο του μεγάλου αγωνιστή, Στρατηγού Καραϊσκάκη.

Όταν άρχισε η επίθεση των δυνάμεων των Τούρκων και εμφανίσθηκε το ιππικό, οι άτακτοί Έλληνες μαχητές εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και προωθήθηκαν προς τα γύρω υψώματα. Έτσι εγκατέλειψαν το Σώμα του Βούρβαχη στο έλεος των Τούρκων.

Η μάχη ήταν σφοδρή, αλλά το Σώμα των Ελλήνων και Φιλελλήνων του Βούρβαχη είχε περικυκλωθεί, και ο αγώνας είχε καταστεί πλέον άνισος. Οι τριακόσιοι άνδρες του Βούρβαχη, αφού πολέμησαν γενναία, σφαγιάσθηκαν όλοι. Ελάχιστοι Φιλέλληνες έπεσαν ζωντανοί στα χέρια των Τούρκων. Δύο Γάλλοι, ένας Γερμανός και ο τραυματισμένος Βούρβαχης. Λέγεται μάλιστα ότι ειδικά γι’ αυτόν ανταγωνίσθηκαν σκληρά μεταξύ τους Τούρκοι ιππείς, ποιος θα τον ακινητοποιήσει για να λάβει ως λάφυρο έναν πολύτιμο λίθο που κοσμούσε το γιαταγάνι του.

Ο Ναύαρχος Δεριγνύ που βρισκόταν στην περιοχή, ζήτησε από τον Κιουταχή να σεβαστεί τους αιχμαλώτους και να δεχθεί να τους ανταλλάξει με αιχμαλώτους Τούρκους. Ο Κιουταχής αρνήθηκε, διέταξε να κόψουν τα κεφάλια όλων των Φιλελλήνων και τα έστειλε στον Σουλτάνο μαζί με τις στολές τους, την περικεφαλαία του Βούρβαχη, ένα βλήμα 68 λιτρών που έριξε στο Τουρκικό στρατόπεδο το ατμοκίνητο πλοίο «Καρτερία» που επιχειρούσε στην περιοχή και υποστήριζε τις Ελληνικές δυνάμεις και ψωμί ζυμωμένο από αμερικανικό αλεύρι που διένειμε η φρεγάτα «Ελλάς» στους Έλληνες.

Ο Κιουταχής ήθελε να δείξει με αυτόν τον τρόπο, ότι νίκησε έναν στρατό που ενίσχυαν, τροφοδοτούσαν και διοικούσαν ξένοι, και να χλευάσει τους Φιλέλληνες και τον Φιλελληνισμό. Η βάρβαρη και ανόητη αυτή πράξη, εξόργισε τους Γάλλους αξιωματούχους, αλλά και την κοινή γνώμη διεθνώς.

Το τραγικό τέλος του Βούρβαχη και ο ηρωικός θάνατός του στις 27 Ιανουαρίου / 8 Φεβρουαρίου 1827, σε ηλικία μόλις 40 ετών, εξόργισαν τον Ναύαρχο Δεριγνύ, και όπως αυτός υπογράμμισε στους Τούρκους, αναζωπύρωσε το φιλελληνικό ρεύμα σε όλη την Ευρώπη.

Έτσι, ο μεγάλος αυτός Έλληνας υπηρέτησε έντιμα και γενναία και τη Γαλλία (εκεί τον αποκαλούσαν «Καπετάν Γραικό») και την Ελλάδα, και με τον ηρωικό του θάνατο τίμησε και τις δύο του πατρίδες και τις κοινές τους αξίες.

Στη Γαλλία, ο γιος του, Κάρολος-Σωτήριος Βούρβαχης, συνέχισε το ένδοξο όνομα της οικογένειας, καθώς διέπρεψε αργότερα ως ένας από τους γενναιότερους στρατηγούς του Ναπολέοντα Γ΄.

Ο Διονύσιος Βούρβαχης είχε τιμηθεί στη Γαλλία με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής, στις 27 Δεκεμβρίου 1814. Σήμερα, δύο δρόμοι στην Κεφαλονιά και στο Καματερό, φέρουν το όνομά του, ενώ ο δήμος της περιοχής ενίοτε διοργανώνει και αγώνες προς τιμήν του («Βουρβάχεια»). Πεθαίνοντας, ο Διονύσιος Βούρβαχης πρόφερε το όνομα της Ακρόπολης για την οποία θυσίασε τα πάντα, ακόμη και τη ζωή του. Γι’ αυτό και ένας δρόμος στην Αθήνα που οδηγεί προς την Ακρόπολη έχει λάβει το όνομά του για να μας θυμίζει τον μεγάλο αυτόν ήρωα. Ο ηρωικός θάνατός του θα μένει πάντα ανεξίτηλος στην ιστορία για την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Η οδός Βούρβαχη στη γωνία με την Λεωφόρο Συγγρού

 

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Alevras Constantin, Les volontaires hellènes en France pendant la guerre franco-allemande en 1870, Paris, R. Debresse, 1947.
  • Averoff Michelle, «Les Philhellènes », Bulletin de l’Association Guillaume Budé, no 3, Octobre 1967, σσ. 312-332.
  • Barth Wilhelm – Max Kehrig-Korn, Die Philhellenenzeit, von der Mitte des 18 Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias am 9 Oktober 1831, εκδ. Hueber, Μόναχο
  • Jurien de la Gravière, La station du Levant, tome 2, Paris, Plon, 1876.
  • Άιδεκ Κάρολος, «Τα των Βαυαρών Φιλελλήνων εν Ελλάδι κατά τα έτη 1826-1829», Αρμονία, τ. 1 (1900) και τ. 2 (1901).
  • Άννινος Μπάμπης, Ιστορικά σημειώματα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1925.
  • Βυζάντιος Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, χ.ε., Αθήνα 1901.
  • Ηλεκτρονική βάση απονεμηθέντων παρασήμων της Λεγεώνας της Τιμής http://wwwcoulture.gouv.fr/documentation/leonore/leonore.htm, Dossier LΗ321/81.
  • Παπαδόπουλος Στέφανος, «Διονύσιος Βούρβαχης (Denys Bourbaki) ένας Γάλλος φιλέλληνας του 1821 ελληνικής καταγωγής», Παρνασσός, τόμος Ε΄, 1963, σσ. 340-356.
  • Παρεντής Ευάγγελος, Ιστορία Κεφαλονιάς-Κέρκυρας-Ζακύνθου-Ιθάκης-Παξών, Αθήνα, 1978.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Κείμενο-Εισαγωγή-Σημειώσεις Γιάννη Βλαχογιάννη, έκδοση Β΄, Αθήνα, 1947, τόμος 1.
  • Φορνέζι Ερρίκος, Το μνημείον των Φιλελλήνων, εκδ. Χ. Κοσμαδάκης & σία, Αθήνα 1968 [Απομνημονεύματα αγωνιστών του ΄21, τ. 20].
  • https://www.bourbakipanorama.ch/vermittlung/bourbaki-blog/artikel/ein-echter-bourbaki/ [πρόσβαση Ιούνιος 2020].

 

Στολή Αντισυνταγματάρχη του Ελληνικού Πυροβολικού σαν αυτή που φορούσε ο Pauzié στην Ελλάδα (αρχείο ΓΕΣ)

 

Ο Jean Henri Pierre Auguste Pauzié-Banne, όπως είναι το πλήρες όνομά του, ήταν αξιωματικός του Πυροβολικού στη Γαλλία. Απόφοιτος της Πολυτεχνικής Σχολής του Παρισιού, διετέλεσε διοικητής του Σώματος Πυροβολικού στην Ελλάδα, και, κυρίως, ιδρυτής και πρώτος διοικητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο.

Ο Pauzié-Banne γεννήθηκε στο Montpellier της περιφέρειας Hérault στην Γαλλία, στις 2 Ιουνίου του 1792. Ο πατέρας του ονομαζόταν François και η μητέρα του Diane Elisabeth Colondre. Στην επετηρίδα των μαθητών του Πολυτεχνικού Σχολείου αναφέρεται, εντούτοις, ως ορφανός και ως διεύθυνση κατοικίας έχει δηλωθεί η διεύθυνση του πεθερού του στο Παρίσι (81 rue du Faubourg du Roule, Paris, Seine). Το ατομικό του δελτίο εξετάσεων στη Σχολή αυτή υποδηλώνει ότι ο Pauzié εισήλθε στο Πολυτεχνείο 83ος, στις 22 Οκτωβρίου 1810, με αριθμό μητρώου 2334, ενώ εξήλθε 32ος στη σειρά των αξιωματικών του Πυροβολικού Ξηράς, τον Ιανουάριο του 1812, με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού.

Επιπλέον, μια μικρή φυσική περιγραφή του, που δίνει το ίδιο δελτίο, μαρτυρά τη μορφή του και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του: είχε μαλλιά και φρύδια ξανθά, μέτωπο καλυμμένο, μύτη μακριά, μάτια μπλε, στόμα μέτριο, πηγούνι στρογγυλό, πρόσωπο γεμάτο και ύψος 1 μ. 69 εκ.

Ο Pauzié, αφού ολοκλήρωσε τη φοίτηση του στη Πολυτεχνική Σχολή, συνέχισε τις σπουδές του στη Στρατιωτική Σχολή του Metz, και το 1813-1814 υπηρέτησε στη Στρατιά του Μεγάλου Ναπολέοντα. Συμμετείχε σε διάφορες μάχες και τραυματίσθηκε σε δύο από αυτές.

Την εποχή που ο Κυβερνήτης Καποδίστριας ζήτησε στρατιωτικούς συμβούλους από τον Γάλλο υπουργό άμυνας, υπηρετούσε στο Υπουργείο Πολέμου και με απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης, του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του στρατιωτικού συμβούλου του Καποδίστρια. Έφθασε στην Ελλάδα στα τέλη του 1827 και ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα στις 28 Ιανουαρίου 1828. Στον Ελληνικό στρατό έφθασε μέχρι τον βαθμό του Συνταγματάρχου.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας επιθυμούσε τη σύσταση ενός ανεξάρτητου Σώματος Πυροβολικού («Τάγματος Πυροβολιστών»). Έτσι ανέθεσε περί το τέλος Ιουνίου 1828, στον λοχαγό τότε Pauzié, τη μελέτη για τη συγκρότηση και τη λειτουργία μιας Σχολής Πυροβολικού. Παράλληλα, ζήτησε να του υποβάλει σχέδιο οργάνωσης και κοστολόγιο της απαιτούμενης για τη Σχολή δαπάνης. Ο Pauzié υπέβαλε πλήρη μελέτη για τη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση των αξιωματικών του Πυροβολικού. Η μελέτη εκείνη προέβλεπε ότι ο αριθμός των μαθητών θα κυμαινόταν από είκοσι έως είκοσι πέντε, και καθόριζε τη διάρκεια φοίτησης στα δύο χρόνια.

Αρχικά, συστάθηκε το Τάγμα Πυροβολιστών με διάταγμα που εκδόθηκε στις 17 Αυγούστου 1828, και δύο ημέρες αργότερα, η διοίκηση του τάγματος ανατέθηκε στον Συνταγματάρχη Πυροβολικού, κόμη, Νικόλαο Πιέρρη. Δύο μήνες μετά, ανέλαβε τη διοίκηση του τάγματος ο Pauzié, για λίγο όμως διάστημα, οπότε ανέλαβε και πάλι ο Πιέρρης. Ο τελευταίος είχε υποβάλει τον Οκτώβριο του 1828 στον Κυβερνήτη νέο «Σχέδιο Διατάγματος δια το Σχολείον του Τάγματος των Πυροβολιστών». Το σχέδιο αυτό εφαρμόσθηκε τελικά στη Σχολή από την 15η Νοεμβρίου 1828 μέχρι τις 12 Ιανουαρίου 1829, οπότε ένα μέρος της Σχολής συγχωνεύθηκε με τον «Λόχο των Ευελπίδων». Η Σχολή συνέχισε να λειτουργεί μέχρι τον Μάιο του 1829 ως σχολείο εφαρμογής με το όνομα «Σχολείον του Τάγματος των Πυροβολιστών» (École de Bataillon d’Artillerie), και παρείχε τεχνική και τακτική εκπαίδευση στους αξιωματικούς του Πυροβολικού, υπό τη διοίκηση του Πιέρρη. Ο «Λόχος των Ευελπίδων» είχε συσταθεί τον Ιούλιο του 1828 με στόχο την εκπαίδευση των αξιωματικών αλλά, παρά τις υψηλές προσδοκίες, δεν κατάφερε να ανταποκριθεί επάξια στο στόχο του με αποτέλεσμα ο Κυβερνήτης να διατάξει τη διάλυσή του και την αναδιοργάνωσή του σε νέες βάσεις.

Πέραν τούτων, στις 2 Δεκεμβρίου του 1828, ο Pauzié, σε συνεννόηση με τον Γάλλο πρόξενο στην Ελλάδα Antoine Juchereau de Saint-Denys, υπέβαλε πρόταση στον Κυβερνήτη για τη δημιουργία ενός στρατιωτικού πολυτεχνικού σχολείου στο Ναύπλιο. Ο Κυβερνήτης, παρότι θεώρησε τολμηρό το εγχείρημα, έδωσε τη συγκατάθεσή του και ονόμασε τον Pauzié «Έφορον», δηλαδή Επιθεωρητή του «Λόχου των Ευελπίδων» και της Σχολής Πυροβολικού επιφορτισμένο με τη συγκρότηση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου. Πράγματι, στις 28 Δεκεμβρίου του 1828, ο Pauzié υπέβαλε λεπτομερές σχέδιο νόμου, με τίτλο «Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο», σχέδιο που εγκρίθηκε από τον Κυβερνήτη με το υπ’ αριθ. 8683 διάταγμα της 12ης Ιανουαρίου 1829. Στη συνέχεια του διατάγματος αυτού, ο «Λόχος των Ευελπίδων», και εν μέρει η Σχολή Πυροβολικού, έπαυαν την λειτουργία τους και οι σπουδαστές τους απορροφούνταν από το ανωτέρω Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Διοικητής του Πολεμικού Σχολείου ονομάστηκε ο Pauzié, προαγόμενος από Λοχαγό σε Αντισυνταγματάρχη, με το αιτιολογικό, όπως αναφέρεται στη Γενική Εφημερίδα, ότι έπρεπε να φέρει βαθμό ανάλογο με τα καθήκοντά του.

Ακολούθως, ο Καποδίστριας ζήτησε από τον Pauzié να βρει κατάλληλο κατάλυμα για την εγκατάσταση του Σχολείου στο Ναύπλιο.

Το κτίριο της πρώτης Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο

Εύελπις της πρώτης Σχολής Ευελπίδων (αρχείο ΓΕΣ)

Μόλις λύθηκε το πρόβλημα της στέγασης, απομακρύνθηκαν οι ακατάλληλοι μαθητές και οι κενές θέσεις συμπληρώθηκαν από νέους που προέρχονταν από το ορφανοτροφείο της Αίγινας το οποίο φιλοξενούσε ορφανά των αγωνιστών της Επανάστασης. Το Σχολείο είχε σαν πρότυπο την Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού που επηρέασε πολλές άλλες ευρωπαϊκές σχολές στις αρχές του 19ου αιώνα και ο διοικητής της Pauzié ήταν υπόλογος στη Γραμματεία των Στρατιωτικών του κράτους.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Pauzié μεταρρύθμισε το Σχολείο από τη βάση του και αύξησε τη διάρκεια των σπουδών. Η εκπαίδευση των μαθημάτων, την οποία είχε προτείνει ο ίδιος, ήταν εγγεγραμμένη στο καταστατικό του Σχολείου και προέβλεπε τη λειτουργία τριών εκπαιδευτικών τάξεων.

Το πρόγραμμα σπουδών είχε βασισθεί στο αντίστοιχο πρόγραμμα της Γαλλικής Πολυτεχνικής Σχολής, αλλά υλοποιείτο σε κατώτερο επίπεδο και ήταν προσαρμοσμένο στις Ελληνικές ανάγκες. Ο Pauzié, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει το Πολεμικό Σχολείο, είχε πολλά εμπόδια να αντιμετωπίσει. Ένα από αυτά ήταν η έλλειψη ελληνικών στρατιωτικών εγχειριδίων. Η πλειονότητα των βιβλίων ήταν στη γαλλική γλώσσα και χρειάζονταν να μεταφραστούν, παρότι η γαλλική γλώσσα κατείχε κυρίαρχη θέση στην εκπαίδευση των Ευελπίδων.

Οι εξετάσεις των πρώτων υποψηφίων πραγματοποιήθηκαν ενώπιον επιτροπής στην οποία προήδρευε ο Στρατηγός Trézel, αρχηγός του Ελληνικού Τακτικού Στρατού, τον Οκτώβριο του 1829 παρουσία και του Γάλλου Πρόξενου. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων και ο συγχαρητήριος λόγος του διοικητού της Σχολής, δημοσιεύθηκαν στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, στις 23 Νοεμβρίου 1829. Τον Ιούλιο του 1831, οι πρώτοι μαθητές που είχαν αποφοιτήσει ήταν έτοιμοι να ενταχθούν στις τάξεις του στρατού με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού. Έλαβαν τις επωμίδες των Ευέλπιδων υπαξιωματικών από τον ίδιο τον Κυβερνήτη. Οι πρώτοι απόφοιτοι ήταν μόλις οκτώ και εντάχθηκαν όλοι στο Πυροβολικό.

Τον Οκτώβριο του 1830, θεσμοθετήθηκε επιπλέον, η δημιουργία ενός «Συμβουλίου εκπαίδευσης και πειθαρχίας» το οποίο απαρτιζόταν από επτά μέλη και είχε επικεφαλής τον διοικητή της Σχολής, κατά τα πρότυπα του «Συμβουλίου Τελειοποίησης» της Πολυτεχνικής Σχολής του Παρισιού. Τον Αύγουστο του 1831, μετά την αποχώρηση του Pauzié, καθορίσθηκε ότι η ηλικία των υποψηφίων θα κυμαινόταν από 15 έως 20 ετών. Γενικά, από τις 12 Ιανουαρίου 1829 και μέχρι το 1834, ο συνολικός αριθμός των υποψηφίων ανήλθε σε 86 άτομα.

Εύελπις με τη μικρή στολή, 1829 (αρχείο ΓΕΣ)

Εύελπις με τη μεγάλη στολή, 1833 (αρχείο ΓΕΣ)

Σε αντικατάσταση του Πιέρρη, τον Μάρτιο του 1829, ο Pauzié ανέλαβε και πάλι τη διοίκηση του Τάγματος Πυροβολικού, παράλληλα με τη διοίκηση του Πολεμικού Σχολείου. Τα καθήκοντά αυτά τα διατήρησε μέχρι την αναχώρησή του από την Ελλάδα. Ο Pauzié αναδιοργάνωσε το συγκεκριμένο τάγμα που συμπεριέλαβε τελικά πέντε πυροβολαρχίες. Στις 4 Δεκεμβρίου 1829 το Σώμα γιόρτασε για πρώτη φορά, υπό την εποπτεία του Pauzié που είχε προαχθεί σε Συνταγματάρχη, τη μνήμη της Αγίας Βαρβάρας προστάτιδας του Πυροβολικού.

Από τη θέση αυτή, ο Pauzié αναδιοργάνωσε και τη Σχολή του Τάγματος Πυροβολικού που επαναλειτούργησε από τον Μάιο του 1830 μέχρι και τον Ιούνιο του 1831, με εμπλουτισμένο και αναθεωρημένο πρόγραμμα εκπαίδευσης και πρακτικής εξάσκησης.

Σύμφωνα με την έρευνα του Ανδρέα Καστάνη, ο Pauzié, δυστυχώς τον Δεκέμβριο του 1830 ήρθε σε διαμάχη με τον νέο αρχηγό του Τακτικού Στρατού Gerard, που είχε εν τω μεταξύ αντικαταστήσει τον Trézel, για υπηρεσιακούς λόγους. Το γεγονός αυτό οδήγησε τον Pauzié να υποβάλει την παραίτηση του στις 31 Ιουλίου. Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας την έκανε δεκτή στις 12 Αυγούστου 1831. Ακολούθως, ο Pauzié αναχώρησε για τη Γαλλία στις 9 Δεκεμβρίου 1831.

Όταν έφθασε στη Γαλλία, προήχθη καθυστερημένα στον βαθμό του Ταγματάρχη στις 31 Δεκεμβρίου του 1835. Οι βαθμοί που είχε αποκτήσει στην Ελλάδα δεν ίσχυαν στη Γαλλία. Οι επίσημες επετηρίδες του γαλλικού Στρατού Ξηράς τον εμφανίζουν ενεργό μέχρι και το 1847. Το 1840 τον συναντάμε στην Αλγερία και το 1847 τον συναντάμε ως Επιθεωρητή του πυριτιδοποιείου στην πόλη Esquerdes. Επιπλέον, οι ελάχιστες Γαλλικές αναφορές επιβεβαιώνουν την ελληνική βιβλιογραφία, σύμφωνα με την οποία πέθανε ως Ταγματάρχης, στις 9 Φεβρουαρίου 1848.

Ο Pauzié τιμήθηκε με το μετάλλιο του Αγίου Ιωάννη, το παράσημο του Αγίου Λουδοβίκου και το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής στις 21 Μαρτίου του 1831, από το Γαλλικό κράτος. Στην Ελλάδα τιμήθηκε με το χρυσό παράσημο του Σωτήρα στις 20 Μαΐου/1η Ιουνίου 1833.

Η  λειτουργεία και εκπαίδευση της Σχολής Ευελπίδων επηρεάσθηκε από τον Γάλλο Φιλέλληνα Pauzié, η οποία χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα πολλά από τα παραγγέλματα που είχε επιλέξει ο ιδρυτής της.

Το κτίριο της πρώτης Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο όπως είναι σήμερα

 

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Fourcy A. Histoire de l’École Polytechnique, Paris, chez l’auteur, 1828.
  • N. P. Hachette, Correspondance sur l’École Polytechnique à l’usage des élèves de cette école, janvier 1809-janvier 1813, Tome second, Paris, V. Courcier, 1814.
  • Marielle C. P., Répertoire de l’École Impériale Polytechnique, Paris, Mallet-Bachelier, 1855.
  • Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Τόμος Δ΄, Εν Άργει Εθνική Συνέλευση 1828-1829, Αθήνα, 1973.
  • ΓΑΚ Κερκύρας, Αρχείο Ιωάννη Καποδίστρια, Φάκελοι αρ. 70 και 214.
  • Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Αίγινα, αρ. 10, Έτος Δ΄, 2 Φεβρουαρίου 1829.
  • Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Αίγινα, αρ. 79, Έτος Δ΄, 23 Νοεμβρίου
  • ΓΕΣ, Ιστορία Ελληνικού Πυροβολικού, Αθήνα, ΤΥΕΣ, 1997.
  • Ηλεκτρονική βάση απονεμηθέντων παρασήμων της Λεγεώνας της Τιμής http://wwwculture.gouv.fr/documentation/leonore/leonore.htm, Dossier LΗ/2073/34.
  • Καστάνης Ανδρέας, Η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, 1828-1834, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000
  • Λαλούσης Χαράλαμπος, «O Ελληνικός Στρατός την περίοδο του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια (1828-1831)», Στρατιωτική Επιθεώρηση, τ. 2 2000, σσ. 31-41.
  • Παπαγεωργίου Στέφανος, Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια – Δομή, οργάνωση και λειτουργία του Στρατού Ξηράς της Καποδιστριακής περιόδου, εκδ. Εστία, Αθήνα 1986.
  • Φωτόπουλος Χρήστος, «Το Σχολείον της Πυροβολικής, Νοέμβριος 1828-Μάιος 1829» Στρατιωτική Επιθεώρηση, τ. 1. 2015, σσ. 18-37.
  • Φωτόπουλος Χρήστος, Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, 1828-1998 – Αφιέρωμα για τα 170 χρόνια από την ίδρυσή της, τ. Α΄, εκδ. 7ο ΕΓ/ΓΕΣ, Αθήνα 1998. διοικητής του Σώματος Πυροβολικού και, κυρίως, ιδρυτής και πρώτος διοικητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων

 

Wilhelm Müller (Γουλιέλμος Müller ή Müllerος ή Έλληνας Müller)

 

Ohne die Freiheit, was wärest du Hellas?
Ohne dich, Hellas, was wäre die Welt?
Χωρίς Ελευθερία, τί θα ήσουν Ελλάς;
Xωρίς εσένα, Ελλάς, τί θα ήταν ο κόσμος;
(„Hellas und die Welt“, Wilhelm Müller: Gedichte. Berlin 1906, S. 224-225.)

 

Ο Γερμανικός Ρομαντισμός, που απετέλεσε έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού, προσέφερε έναν από τους σημαντικότερους λυρικούς ποιητές, που εξελίχθηκε σε βάρδο του 1821, φλογερό Φιλέλληνα και την ψυχή του Φιλελληνικού κινήματος στην Γερμανία: τον Wilhelm Müller ή “Müller των Ελλήνων”. Τι κι αν δεν πρόλαβε να δει την αγαπημένη του Ελλάδα ελεύθερη, φεύγοντας από τη ζωή σε ηλικία μόλις 33 ετών και δίχως να επισκεφθεί ποτέ την “Αρκαδία” του. Τα τραγούδια του για τους Έλληνες (“Lieder der Griechen“) πρόλαβαν όσο ζούσε, να ξεσηκώσουν κύματα ενθουσιασμού στη νεολαία της εποχής του που εκείνη την περίοδο αναζητούσε τη δική της αντίσταση στις διώξεις και την απολυταρχία του Μέτερνιχ. Στην περίπτωση του ελληνικού ξεσηκωμού αναγνώριζαν το  πρότυπο του δίκαιου αγώνα για ελευθερία. Και στο πρόσωπο του ποιητή Müller είδαν τον σημαντικότερο εκπρόσωπο του γερμανικού φιλελληνισμού.

Ο Johann Ludwig Wilhelm Müller γεννήθηκε στο Dessau της Γερμανίας στις 07/10/1794, όπου και πέθανε στις 30/09/1827. Έζησε σε μια εποχή πολιτικών, αλλά και κοινωνικών και πολιτιστικών ανακατατάξεων, στις οποίες ο ίδιος συμμετείχε ενεργά ως καλλιτέχνης και ως πολίτης. Προερχόταν από φτωχή οικογένεια. Η πρόωρη απώλεια της μητέρας του άφησε περιθώριο στον ευφυέστατο Müller να αναπτυχθεί ανεξάρτητα από τις νουθεσίες ενός σφιχτού οικογενειακού πλαισίου και να αφοσιωθεί στις έμφυτες κλίσεις του, π.χ. στην ταχύτατη εκμάθηση ξένων γλωσσών. Με σκοπό να ξεφύγει από τη δεινή οικονομική κατάσταση της οικογενείας, ενθαρρύνθηκε από νωρίς να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο. Πράγματι, το 1812, σε ηλικία 18 ετών εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, όπου θα σπουδάσει φιλολογία, ιστορία και αγγλικά. Αφοσιώνεται στις ιστορικές και φιλολογικές του μελέτες, και γνωρίζει τον μέντορά του, τον κλασικιστή καθηγητή φιλολογίας Φρειδερίκο Αύγουστο Βολφ (Friederich August Wolf), ο οποίος αργότερα τον παρότρυνε σε σημαντικές αποφάσεις για την ζωή και καλλιτεχνική εξέλιξή του. Πάντως ο ενθουσιασμός του για την Ελλάδα ξεκινά από αυτά τα χρόνια, που καθοδήγησαν το ενδιαφέρον του στα κλασικά πολιτιστικά αγαθά και πρότυπα, τη ζωντανή λογοτεχνική παράδοση και τη σύγχρονη γερμανική και διεθνή λογοτεχνία.

Η έναρξη των σπουδών του συμπίπτει χρονικά με μια περίοδο, κατά την οποία η πολιτική δεσπόζει στην ατμόσφαιρα του πανεπιστημίου μετά τη συντριβή του Ναπολέοντα στη Ρωσία. Ούτε λόγος για αφοσίωση στα θεωρητικά του ενδιαφέροντα, αφού η νεολαία του Βερολίνου, από κοινού με κάποιους καθηγητές, δε χάνουν ευκαιρία να εκδηλώνουν ανοικτά τα αντι-ναπολεοντικά τους αισθήματα. Διέξοδο στον πατριωτικό του ενθουσιασμό θα βρει ο δεκαεννιάχρονος Müller όταν ο Πρώσος βασιλιάς Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ΄ αναγγέλλει τη δημιουργία ενός εθελοντικού μαχητικού σώματος ενάντια στο Ναπολέοντα (10/02/1813), στο οποίο θα καταταγεί δυο εβδομάδες αργότερα. Η απογοήτευση για την έκβαση των «Γερμανικών Απελευθερωτικών Πολέμων» (Befreiungskriege, 1813-1815) και για τις αποφάσεις του συνακόλουθου Συνεδρίου της Βιέννης, που οδήγησαν σε μια κατάσταση οξυμένης ανελευθερίας, μετέτρεψε τον ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία σε γεγονός στο οποίο αποτυπώθηκε η επιθυμία του Müller και των συγχρόνων του για ελευθερία. Κάποια μοτίβα της λεγόμενης γερμανικής ποίησης των Απελευθερωτικών Πολέμων θα αναβιώσουν λίγο αργότερα στη φιλελληνική ποίηση.

Όσο διαρκούν οι Απελευθερωτικοί Πόλεμοι, ο Müller διοχετεύει στην ποίηση τη ζωηρή πατριωτική του έξαρση. Το 1815 επιστρέφει στις σπουδές του. Ως μέλος του συνδέσμου Γερμανών ποιητών, που είναι ξεκάθαρα διαμορφωμένοι από την ιδεολογία του γερμανικού εθνισμού, συμμετέχει στην έκδοση της ποιητικής συλλογής “Bundesblühen“ (1816) και εκδίδει τη μελέτη “Blumenlese aus den Minnesingern” (1816), διατυπώνει κάποιες ερμηνείες σχετικά με την αποκατάσταση του άσματος των Νibelungen και μεταφράζει τον Δρα. Φάουστ (“The Tragical History of the Life and Death of Doctor Faustus”) του Christopher Marlowe στα γερμανικά (1817).

Στο μεταξύ η σχέση του Müller με τον μέντορά του, Wolf, περνούσε κάποια κρίση. Ο Müller, που φαίνεται να αντιμετώπιζε κάποια εσωτερική διαμάχη σχετικά με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, είχε αρχίσει να θεωρεί τον αγαπημένο του καθηγητή ως “αντιγερμανό αμοραλιστή” εξαιτίας του ενθουσιασμού του τελευταίου για την ειδωλολατρική αρχαιότητα και την αισθησιακή χαρά της. O Wolf από την άλλη παρακολουθούσε τον αγαπημένο του φοιτητή να απομονώνεται και να βυθίζεται, μετά την εμπειρία του στους πολέμους, όλο και περισσότερο στην πατριδολατρία του. Θέλοντας να τον απαγκιστρώσει από ό,τι ο ίδιος θεωρούσε ως γερμανομανία του, πρότεινε κάτι το οποίο θα ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση στο εξής του “Έλληνα Müller”: όταν ο Πρώσος βαρόνος Albert von Sack που είχε από καιρό προγραμματίσει ένα ταξίδι στην Ελλάδα και την Ανατολή στράφηκε στην Ακαδημία προς αναζήτηση συνοδού, ο Wolf πρότεινε τον Müller, αλλά και τον Arnold Böckh, o οποίος ασχολούνταν με τη συλλογή επιγραφών αρχαίων ελληνικών μνημείων. Ήλπιζε ότι αυτό το ταξίδι θα διεύρυνε τους ορίζοντές του μαθητή του περισσότερο, και δεν είχε άδικο. Ο Müller, αν και παρέδιδε τη διατριβή του, δέχτηκε να συνοδεύσει τον βαρόνο.

Το ταξίδι ξεκίνησε στις 20 Αυγούστου 1817, με τη Βιέννη ως πρώτο ενδιάμεσο σταθμό στο δρόμο για την Κωνσταντινούπολη. Στη Βιέννη ζούσε ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων διανοουμένων και για αυτόν το λόγο θα παρέμεναν εκεί για μεγαλύτερο διάστημα. Η εκτίμηση της οποίας έχαιρε ο Βαρόνος von Sack, άνοιγε πόρτες στον φιλομαθή Müller, ο οποίος σχεδίαζε το υπόλοιπο ταξίδι. Ταυτόχρονα τον παρότρυναν να αποκτήσει γνώσεις της νέας ελληνικής γλώσσας και στη Βιέννη το έδαφος ήταν πρόσφορο. Η συναναστροφή με τόσους πολλούς εξόριστους Έλληνες της Βιέννης και μέλη της Φιλικής Εταιρείας, τον έφερε σε εντατική άμεση γνωριμία με τις πολιτικές και ιδεολογικές τους ζυμώσεις και προσδοκίες. Και αυτό που του μετέδωσαν με βεβαιότητα ήταν ο αγωνιστικός τους πόθος για απελευθέρωση από την τουρκική κυριαρχία. Η ζωντανή ταύτισή του με τον ελληνικό αγώνα, που καλλιεργήθηκε εδώ, θα αποκρυσταλλωθεί λίγο αργότερα στα ελληνικά του τραγούδια.

Λόγω της πανδημίας πανώλης που είχε ξεσπάσει στην Κωνσταντινούπολη, το ταξίδι συνεχίστηκε στις 06/11/1817 προς την Ιταλία: αφού διέσχισαν την Τριέστη, Βενετία, Φερράρα, και Μπολόνια, έφτασαν στη Φλωρεντία, και από εκεί κατέβηκαν στη Ρώμη. Η γοητεία που του ασκεί η Ρώμη, και η ύπαρξη μιας πολυπληθούς γερμανικής “παροικίας”, τον οδήγησαν στην απόφαση να παραμείνει εκεί ακόμη και όταν οι συνταξιδιώτες του αποχωρούν. Συντάσσει το “ιταλικό” του βιβλίο, “Rom, Römer und Römerinnen” με το οποίο απέκτησε γρήγορη αναγνώριση. Το βιβλίο, που δεν προβάλλει κάποιο αρχαιογνωστικό ή αισθητικό ενδιαφέρον, επικεντρώνεται στις εθνικές ιδιαιτερότητες της πολιτιστικής ζωής, στο πνεύμα της εθνικο/ρομαντικής ιδεολογίας προσέγγισης της λαογραφίας. Εδώ αφέθηκε στη σαγήνη των εθίμων, παραδόσεων, χορών, εορτών, της γλώσσας και των λαϊκών τραγουδιών. Η εμπειρία αυτή του προσέφερε σημαντικά ερεθίσματα στην αναζήτηση της σύγχρονης τέχνης. Εμπειρία που συν τοις άλλοις λειτούργησε ως υπόστρωμα για την “κριτική” διασταύρωση του κλασικού ιδεώδους με το “νότιο” τρόπο ζωής, η οποία θα είναι καθοριστικής σημασίας για την δημιουργία και την ανάδυση της εικόνας του Müller για την Ελλάδα. Είναι ενδιαφέρον επίσης εδώ ότι ανέπτυξε μια πολιτική νοοτροπία, υπό το πρίσμα της οποίας ο δεσποτισμός και δογματισμός της Εκκλησίας υποβλήθηκαν σε σκληρή κριτική. Αξιοσημείωτη είναι η συνδιαλλαγή του πολιτικού του φιλελευθερισμού με τον εθνικό ρομαντισμό.

Επιστρέφοντας στο Dessau θα βιοπορισθεί διδάσκοντας ελληνικά και λατινικά. Εκτός από ποιητής, είναι φιλόλογος και ιστορικός λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος, καταπιάνεται με την κριτική, μετάφραση και επιμέλεια κειμένων. Από το 1821 και έπειτα αφιερώνεται σε μια πολύπλευρη εκδοτική, λογοτεχνική και μεταφραστική ενασχόληση με την Ελλάδα (αποδεικνύοντας ότι ο Φιλελληνισμός του δεν περιορίσθηκε μόνο στην ποίηση). Στα “Τραγούδια των Ελλήνων” (“Lieder der Griechen”) βρήκε τον τρόπο να ανοιχθεί σε έναν “πολιτικό λυρισμό”, λαμβάνοντας ως πρότυπά του, έξω από τον γερμανικό χώρο, τον Λόρδο Βύρωνα και τον Beranger (Βερανζέρο), επιθυμώντας να εκφράσει έναν αντίστοιχο μαχητικό φιλελευθερισμό. Ξεκινά να τα συντάσσει από την αρχή ακόμη της επανάστασης, όταν όλα είναι εξαιρετικά αβέβαια για την πορεία της, και δεν παύει να ενημερώνεται συνεχώς για τις εξελίξεις της. Η αστυνομία του Μέτερνιχ παρακολουθεί τα πάντα προκειμένου να προστατεύσει τον Αυστροουγγρικό θρόνο. Αυτό δεν θα τον αποτρέψει καθόλου από την έκδοση της πρώτης φιλελληνικής συλλογής ασμάτων (“Lieder der Griechen”). Και όχι μόνο αυτό, θα συνεχίσει να μάχεται συγγραφικά υπέρ της Ελλάδος, ακόμη και μετά την απαγόρευση των ποιημάτων του, ακόμη και αφού πολλοί φιλέλληνες θα επιστρέψουν απογοητευμένοι στις πατρίδες τους μετά τη μάχη του Πέτα (04/07/1822).

Τα έργα Lieder der Griechen και Neue Lieder der Griechen του Wilhelm Müller. Πρώτη έκδοση 1821, 1823 (Συλλογή ΕΕΦ)

Στο πρώτο τεύχος των ασμάτων του ο ποιητής ξεσπαθώνει με λυρισμό υπέρ του δίκαιου αγώνα των Ελλήνων. Μεταξύ των δέκα ποιημάτων του βρίσκουμε το λογοκριμένο από την Αστυνομία του Μέτερνιχ “Η ελπίδα της Ελλάδας” (“Griechenlands Hoffnung“). Σε αυτό διατυπώνει τη θέση του ότι η Ελλάδα οφείλει να αγωνισθεί μόνη της, κατακεραυνώνοντας, με σκανδαλώδη για την εποχή τρόπο, τη στάση της Ευρώπης που “ακόμη και τα μαξιλάρια του Τούρκου σουλτάνου θρόνο τα ονομάζει”:

“Ησυχία και Ειρήνη θέλει η Ευρώπη, γιατί τους τα χάλασες;/ Γιατί σε μαγεύει σκόπιμα με την αυταπάτη της ελευθερίας; / Μην ελπίζεις στη βοήθεια κανενός Κυρίου, όταν αυτή στρέφεται ενάντια στη χαρά ενός άλλου Κυρίου/ η Ευρώπη ακόμη και τα μαξιλάρια του σουλτάνου θρόνο τα ονομάζει.”

(“Ruh‘ und Friede will Europa- Warum hast du sie gestört/ Warum mit dem Wahn der Freiheit eigenmächtig dich betört?/ Hoff auf keines Herren Hülfe gegen eines Herren Frohn/ Auch des Türkenkaisers Polsters nennt Europa einen Thron“).

Η ανενδοίαστη υποστήριξή του στους εξεγερμένους Έλληνες πρέπει να αναγνωσθεί ως κατεξοχήν έκφραση αναζήτησης της ελευθερίας: είναι σαφές ότι ακόμη και όταν ο θυμός του στρέφεται πρωτίστως απέναντι στην τουρκική κυριαρχία, δηλώνεται παράλληλα η οργή του για την πολιτική κατάσταση σε άλλα μέρη της Ευρώπης και της Γερμανίας. Ο ελληνικός αγώνας βρίσκεται στην κορυφή του οράματος του Müller για απελευθέρωση. Στο ποίημα του με τίτλο “Οι Έλληνες προς τον Αυστριακόν Παρατηρητήν” (“Die Griechen an den Österreichischen Beobachter“), που είναι η εφημερίδα του Μέτερνιχ, βρίσκουμε ξανά σαρκαστικές επιθέσεις απέναντι στον αντιδραστικό ρόλο της ανθελληνικής Ιερής Συμμαχίας.

Συμπληρωματικά εκδίδει το 1822 δεύτερο τεύχος με άλλο οκτώ ποιήματα, ένα εκ των οποίων είναι αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Υψηλάντη (“Alexander Ypsilanti aus Munkacs”), στο οποίο τον παρομοιάζει με τον Λεωνίδα και τους Σπαρτιάτες, καταδεικνύοντας έτσι την ιστορική συνέχεια των Ελλήνων και εξυμνώντας το ελληνικό έθνος διαμέσου των αιώνων. Αλλά και το ποίημα του “Ο μικρός Υδραίος” (“Der kleine Hydriot”) έγινε ευρύτατα αγαπητό στη Γερμανία, όπου είναι ακόμη γνωστό.

Το 1823 εξέδωσε τρία τεύχη με “Νέα Τραγούδια των Ελλήνων” (“Neue Lieder der Griechen“), όπου αναφέρεται και πάλι στην ανοχή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων έναντι των Τούρκων και κάνει έκκληση για βοήθεια προς την Ελλάδα. Το πρώτο τεύχος περιέχει επτά άσματα, το δεύτερο οκτώ και το τρίτο επτά. Ορισμένοι τίτλοι που καθρεφτίζουν το πνεύμα στο οποίο κινείται, είναι: “Θερμοπύλες”, “Μπότσαρης”, “Ύδρα”, “Μπουμπουλίνα”, “Η Σουλιώτισσα”, “To νίψιμο των χειρών του Πόντιου Πιλάτου”, “Η μολυσμένη ελευθερία”.

Το έργο Neue Lieder der Griechen του Wilhelm Müller. Πρώτη έκδοση 1823 (Συλλογή ΕΕΦ)

Έναν χρόνο αργότερα εκδίδει τα “Νεότατα Τραγούδια των Ελλήνων” (“Neueste Lieder der Griechen”), μια συλλογή επτά ποιημάτων, μεταξύ των οποίων: “Κωνσταντίνος Κανάρης”, “Μάρκος Μπότσαρης”, “Οι τελευταίοι Έλληνες” και το έξοχο “Η Ελλάς και ο Κόσμος”, όπου ο ποιητής διατυπώνει τη θέση ότι χωρίς την Ελλάδα δεν μπορεί να υπάρξει η έννοια της Ελευθερίας, που νοηματοδοτεί και τον υπόλοιπο κόσμο. Και για αυτόν τον λόγο οφείλουν όλοι οι λαοί να συμμετάσχουν στον δίκαιο αγώνα της:

“Ελάτε λαοί από όλες τις ζώνες/ ελάτε και βοηθήστε να την απελευθερώσουμε/ αυτήν που όλους εσάς απελευθέρωσε!”

(“Kommt, ihr Völker aller Zonen/ Kommt und helfet frei sie machen/Die euch alle frei gemacht!”).

Σε μια δύσκολη χρονικά στιγμή για την Επανάσταση, ο Müller μένει πιστός συμπαραστάτης της.

Όπως επίσης είναι θαυμαστό το γεγονός ότι γράφει ξανά ένα ποίημα για τον Μπότσαρη, δύο χρόνια μετά τη Μάχη στο Πέτα, που είχε ως αποτέλεσμα πολλοί Φιλέλληνες να επιστρέψουν απογοητευμένοι στις πατρίδες τους. Ο ποιητής Müller θέλει να εμψυχώσει τον αγώνα των Ελλήνων και Φιλελλήνων που συνεχίζεται και να υπενθυμίσει ότι το φρόνημά τους πρέπει να αναμετράται πάντα με αυτό των συναγωνιστών τους:

“Άνοιξε τις υψηλές σου πύλες, Μεσολόγγι, Πόλη των Tιμών / εκεί που κείνται τα κορμιά των Ηρώων, που μας διδάσκουν να πεθαίνουμε με χαρά! […] Toυ Μάρκου Μπότσαρη σου φέρνουμε το ευγενές σώμα,/ του Μάρκου Μπότσαρη! Ποιός θα τολμούσε να παραπονεθεί σε τέτοιους ήρωες;”

(“Öffne deine hohen Thore, Missolunghi, Stadt der Ehren / Wo der Helden Leichen ruhen, die uns fröhlich sterben lehren! […] Mark Bozzari’s edlen Leib bringen wir zu dir getragen,/Mark Bozzari’s! Wer darf’s wagen, solchen Helden zu beklagen?”)

Ο Müller έγραψε και ένα σημαντικό ποίημα για τον Λόρδο Βύρωνα, καθώς και τέσσερα άλλα για το Μεσολόγγι. Αυτά εκδόθηκαν το 1825.

Το έργο Lieder der Griechen του Wilhelm Müller. Δεύτερη έκδοση του 1825, η οποία περιλαμβάνει ποίημα αφιερωμένο στον Λόρδο Βύρωνα (Συλλογή ΕΕΦ)

Δημοσίευσε επίσης ένα έργο σχετικό με τον Ελληνικό Βίο. Ο θάνατος του δεν τον άφησε να ολοκληρώσει ένα έργο για το Νεότερο Ελληνικό Βίο. Κάποια από τα έργα του όμως εκδόθηκαν το 1829 υπό τον τίτλο Egeria.

Ποιήματα του έχουν μελοποιηθεί από τον Schubert (οι περίφημες συλλογές  τραγουδιών Winterreise και Die Schöne Müllerin) και τον Brahms. Από τα έργα του Müller στην Ελλάδα, περισσότερο γνωστό είναι το τραγούδι “Η φλαμουριά” από το ποίημα του με τίτλο “Lindenbaum”, και λιγότερο τα ποιήματα για το 1821. Επίσης το 2000 έγινε αφιέρωμα στον Β. Μύλλερ από την Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων με συναυλία του Αυστριακού τενόρου Wolfgang Holzmair και έκδοση τιμητικού τόμου με μεταφράσεις φιλελληνικών ποιημάτων του Müller από τον Αλέξανδρο Ίσαρη.

Προς τιμήν του σπουδαίου Φιλέλληνα ποιητή Wilhelm Müller, η Ελλάδα «ευγνωμονούσα» προσέφερε πεντελικό μάρμαρο στη γενέτειρά του, Dessau, για να φιλοτεχνηθεί προτομή και εντοιχισμός αναμνηστικής πλάκας στην οικία του. Η επιγραφή του μνημείου είναι γραμμένη στα ελληνικά: «Τω της ελληνικής ελευθερίας αοιδώ τον λίθον εκ των Αττικών και Λακωνικών λατομείων, η Ελλάς ευγνωμονούσα». Στις τέσσερις πλευρές του βάθρου απεικονίζονται ως γυναικείες μορφές η Ποίηση, η Επιστήμη, η Γερμανία και η Ελλάδα που σπάει τις αλυσίδες της κρατώντας ξίφος. Η αποκάλυψη του αγάλματος έλαβε χώρα στις 30 Σεπτεμβρίου 1891.

Το μνημείο του Wilhelm Müller στο κεντρικό πάρκο του Dessau

Ο τάφος του Wilhelm Müller

Το δικό μας αντίδωρο στη μνήμη του μεγάλου Φιλέλληνα ποιητή ίσως παρατηρήσει ο προσεκτικός περιπατητής, όταν βρεθεί στους δρόμους του Μεταξουργείου. Ένας δρόμος που τέμνεται με την οδό Κεραμεικού μετονομάσθηκε το 1884 σε “οδό Μυλλέρου”, μετά από πρόταση του θεμελιωτή της ελληνικής λαογραφίας, Νικολάου Πολίτη, στον δήμαρχο Αθηνών Δημήτρη Σούτσο. Μια μικρή προσφορά για έναν μεγάλο ποιητή που απετέλεσε την ψυχή του Φιλελληνισμού στην Γερμανία.

Πινακίδα της οδούς Μυλλέρου, στην γωνία Μυλλέρου και Κερμεικού

 

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Marco Hillemann / Tobias Roth, Wilhelm Müller und der Philhellenismus, Frank & Timme GmbH- Verlag für wissenschaftliche Literatur, 2015
  • zeno.org
  • wilhelm-mueller-gesellschaft.de
  • Ανδρέας Ν. Μακρίδης, Ο Βίλχελμ Müller και ο «Ιός της Ελευθερίας», Λόγιος Ερμής.
  • Χριστίνα Στρατηγοπούλου, Ο Βαυαρικός Φιλελληνισμός μέσα από τον Βίλχελμ Müller (1794-1827), 24 grammata.

 

Ο πίνακας απεικονίζει τον Μεγάλο Ναπολέοντα σε νεαρά ηλικία. Λέγεται ότι ο ανιψιός του Paul Marie Bonaparte έμοιαζε πολύ στον θείο του.

 

Ο Paul Marie Bonaparte (Παύλος Μαρία Βοναπάρτης), γεννήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1809 στο Κανίνο της Ιταλίας και πέθανε στις 7 Σεπτεμβρίου 1827 στο Ναύπλιο. Ήταν πρίγκιπας της οικογενείας Βοναπάρτη, ανιψιός του Μεγάλου Ναπολέοντα. Υπήρξε Φιλέλληνας και έλαβε μέρος στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Ο Παύλος Βοναπάρτης ήταν το τρίτο παιδί του αδελφού του Μεγάλου Ναπολέοντα Λυσιέν Βοναπάρτη και της συζύγου του Αλεξανδρίνας ντε Μπλεσάμπ-Βοναπάρτη.

Το έμβλημα της οικογένειας Βοναπάρτη

Σε ηλικία 18 ετών ξεκίνησε σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βολωνίας (Μπολόνια). Όμως τον Μάρτιο του 1827, έφυγε από την πόλη κρυφά από τους γονείς του, και πήγε στην Ανκόνα, από όπου ταξίδεψε στην Ελλάδα κάνοντας χρήση ξένου ονόματος, για να λάβει μέρος στον πόλεμο για την ανεξαρτησία των Ελλήνων.

Έφθασε πρώτα στα Ιόνια νησιά και στη συνέχεια στο Ναύπλιο, στις 24 Αυγούστου / 5 Σεπτεμβρίου 1827. Εκεί τον υποδέχθηκε ο Άγγλος Ναύαρχος Cochrane, που είχε αναλάβει διοικητής του Ελληνικού στόλου. Ο Παύλος Μαρία Βοναπάρτης, που έμοιαζε πολύ με τον διάσημο θείο του, εντάχθηκε αμέσως στο πλήρωμα της φρεγάτας «Ελλάς», της ναυαρχίδας του ελληνικού στόλου.

Η φρεγάτα «Ελλάς». Το πλέον σύγχρονο πολεμικό πλοίο που κυκλοφορούσε στη Μεσόγειο την περίοδο αυτή.

Μετά από μια σειρά ναυτικών κινήσεων, ο στόλος του Cochrane αγκυροβόλησε στο στενό έξω από τις Σπέτσες.

Ο νεαρός πρίγκιπας είχε συγκινηθεί με τον ηρωισμό της Λένως Μπότσαρη, κόρης του Νότη Μπότσαρη, και ζήτησε να γνωρίσει τον ήρωα πατέρας της που έμενε στην Τροιζήνα. Μάλιστα λέγεται ότι ο Νότης Μπότσαρης εντυπωσιάσθηκε από το νεαρό πρίγκιπα και προετοίμαζε ένα προξενιό για να τον παντρέψει με μια συγγενή του.

Όμως, στις 25 Αυγούστου / 6 Σεπτεμβρίου, και ενώ ο Παύλος Μαρία Βοναπάρτης καθάριζε το όπλο του, τραυματίσθηκε σοβαρά από αδέξιο χειρισμό. Δυστυχώς την επομένη ημέρα, ο Παύλος άφησε την τελευταία του πνοή, ενώ ήταν μόλις 19 ετών.

Στο Ναύπλιο κυκλοφόρησαν φήμες ότι ο θάνατος του νεαρού ίσως να μην ήταν τυχαίος, εφόσον αυτός υπηρετούσε στο πλοίο του Βρετανού Cochrane. Οι υποψίες στηρίζονταν στις διαφορές που είχαν οι Άγγλοι με τον πατέρα του Λουκιανό Βοναπάρτη , τον οποίο είχαν συλλάβει το 1809 όταν προσπάθησε να φύγει για τις ΗΠΑ. Ο Λουκιανός συνελήφθη τότε από τους Άγγλους, μετά από αίτημα του αδελφού του, Μεγάλου Ναπολέοντα. Κατά σύμπτωση, επικεφαλής του Αγγλικού στόλου ήταν τότε ο Cochrane. Ο Λουκιανός οδηγήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου έμεινε μέχρι το 1814. Ο Λουκιανός ήταν φιλελεύθερο και επαναστατικό πνεύμα, πράγμα που τον είχε οδηγήσει σε σύγκρουση με τον Ναπολέοντα. Είχε μάλιστα συμμετάσχει σε πραξικόπημα εναντίον του. Αργότερα, όταν ο Λουκιανός εκλέχτηκε γερουσιαστής της Πρώτης Γαλλικής Αυτοκρατορίας, διαφώνησε με τις επεκτατικές βλέψεις του αδερφού του, αλλά και με τον γάμο που σχεδίαζε. Ήδη από το 1804 είχε αυτοεξορισθεί στη Ρώμη.

Πάντως, ο μεγάλος Αμερικανός Φιλέλληνας Samuel Howe, που ήταν στρατιωτικός ιατρός – χειρούργος του Ελληνικού στόλου, ήταν αυτόπτης μάρτυς στα γεγονότα. Ο Howe διαβεβαιώνει στο έργου του Εικόνες της Ελληνικής Επανάστασης και στο ημερολόγιό του, πως όταν ο Cochrane έμαθε ότι το τραύμα του Παύλου ήταν θανατηφόρο «ήρχισε να βηματίζη εις την καμπίνα του κλαίων ως παιδίον …».

Η ανακοίνωση του θανάτου του Παύλου Βοναπάρτη στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος

Η σορός του νεαρού Βοναπάρτη διατηρήθηκε επί πενταετία σ’ ένα βαρέλι με ρούμι στη Μονή Αγίου Νικολάου Σπετσών. Την παρέλαβε το Γαλλικό Ναυτικό, το 1832 και ενταφίασε το ταριχευμένο σώμα του Παύλου Μαρία Βοναπάρτη σε μαυσωλείο στο νησί της Σφακτηρίας, μαζί με τους Γάλλους ναύτες που σκοτώθηκαν στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου.

Πινακίδα στη Μονή Αγίου Νικολάου Σπετσών

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, 7 Σεπτεμβρίου 1827.
  • Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 21, ΜΕΛΙΣΣΑ 1971.
  • Dictionnaire de Biographie française, τόμος 6ος, Παρίσι
  • William St Clair (2008), That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence, Cambridge: OpenBook.
  • René Puaux, « Paul Bonaparte, philhellène », Le Temps, 1921.
  • Gonzague Saint-Bris, « L’Accident – Les calèches de Spetsai », Le Monde,‎ 30 janvier 1978.

 

Πίνακας του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess (1792-1871). Παρουσιάζει Φιλέλληνα με Ελληνική στολή.

 

Κατά την διάρκεια του ελληνικού αγώνα, πολλοί Φιλέλληνες έφθασαν στην Ελλάδα και πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων με πολλούς διαφορετικούς  ρόλους και σε πολλά διαφορετικά πλαίσια. Ορισμένοι όμως από αυτούς  θέλησαν να κατανοήσουν πραγματικά τον χαρακτήρα των Ελλήνων πολεμιστών και υιοθέτησαν απόλυτα την ζωή των κλεφτών. O William St Clair εκτιμά τους Φιλέλληνες αυτούς σε περίπου δέκα. Ανάμεσά τους συγκαταλέγει και τον Γάλλο Φιλέλληνα, Hyacinthe Delavillasse, σχεδόν άγνωστο στην ελληνική ιστορία. Οι όποιες μαρτυρίες για αυτόν τον σπουδαίο Φιλέλληνα προέρχονται αποκλειστικά μέσα από τα έργα άλλων φιλελλήνων ή Ελλήνων συμπολεμιστών του.

Ο Γάλλος φιλέλληνας F. R. Schack, που τον συνάντησε τον Ιούνιο του 1826, αναφέρει ότι ο De Lavillasse είχε γεννηθεί στην πόλη Carpentras της Γαλλίας, κοντά στην Avignon. Ήταν αξιωματικός της Μεγάλης Στρατιάς του Ναπολέοντα, που εκδιώχθηκε στην πορεία από τον γαλλικό στρατό και απελάθηκε από τη Γαλλία το 1820, «αφού υπηρέτησε είκοσι χρόνια την πατρίδα του». Φαίνεται ότι ήταν θύμα πολιτικής πλεκτάνης, και ότι κατηγορήθηκε ότι πήρε μέρος σε συνωμοσία. Σύμφωνα με επίσημο κατάλογο του υπουργείου πολέμου της Γαλλίας, ο De Lavillasse ήταν λοχαγός του Πεζικού το 1817.

Όταν εκδιώχθηκε από την χώρα του, έστρεψε το βλέμμα του στην επαναστατημένη Ελλάδα που αγωνιζόταν για την ελευθερία της. Ήρθε στην Ελλάδα με ένα Ελληνικό πλοίο που ξεκίνησε από  την Μασσαλία στις 18 Ιουλίου 1821. Στο ίδιο πλοίο βρισκόταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (ο οποίος μάλιστα το είχε ναυλώσει και  το είχε φορτώσει με πολεμοφόδια που είχε αγοράσει ο ίδιος), ο Γάλλος Φιλέλληνας Maxime Raybaud και 80 Έλληνες και Φιλέλληνες.

O Γάλλος Φιλέλληνας Maurice Persat, σημειώνει ότι ήταν από τους πρώτους που κατέφθασαν στην Ελλάδα για να συμμετάσχουν στον Αγώνα. Πράγματι, στα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας βρίσκουμε την πρώτη αναγραφή του ως «Λαβιλαί» το 1822.

Ένας άλλος Γάλλος, ο Philippe Jourdain αναφέρει ότι ο De Lavillasse είχε πολεμήσει στο Πέτα, και ότι μετά την καταστροφή που υπέστησαν οι δυνάμεις των Ελλήνων και Φιλελλήνων, μετέβη με τους υπόλοιπους ταλαίπωρους και άρρωστους Φιλέλληνες που διασώθηκαν, στο Μεσολόγγι. Από εκεί, παρά το ότι ήταν άρρωστος με πυρετό, έλαβε ενεργό μέρος σε μάχες στη γύρω περιοχή. Αλλά και αργότερα το ίδιο έτος ο Pouqueville αναφέρει ότι ο De Lavillasse πολεμούσε στο Άργος, άρρωστος και πάλι.

Μία άλλη πηγή που αναφέρει τον De Lavillasse είναι ο Edward Blaquieres. Αυτός επιβεβαιώνει τον ρόλο του στην πολιορκία της Πάτρας, και στην πολιορκία της Τρίπολης, όπου μάλιστα ο De Lavillasse ηγείτο ενός σώματος 80 εθελοντών από τα Επτάνησα. Σύμφωνα με τον Maxime Raybaud, μετά την άλωση της Τρίπολης, ο De Lavillasse εντάχθηκε για  ένα διάστημα στο Τακτικό Σώμα του Baleste.

Στην συνέχεια, ο De Lavillasse έλαβε την ελληνική υπηκοότητα, και ακολούθησε τον Κολοκοτρώνη, ως λοχαγός.  Όπως μαρτυρά ο Φωτάκος έλαβε μέρος μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, ως καπετάνιος-σωματοφύλακας του Κολοκοτρώνη στη μάχη κατά του Δράμαλη στα Δερβενάκια στις 26 Ιουλίου 1822.

Ο Μιχαήλ Οικονόμου περιγράφει ένα αληθινό περιστατικό για τον φίλο του De Lavillasse, μετά από τις επιτυχείς μάχες του Σώματος του Κολοκοτρώνη κοντά στην Πάτρα, αναδεικνύοντας τον άκρατο ενθουσιασμό του. Ο De Lavillasse αφού έφθασε μέχρι την πύλη του φρουρίου του «Γεροκομείου» πρώτος χτυπούσε δυνατά και «υπερχαρής για τη νίκη του έθνους» στρεφόμενος προς τους παρευρισκόμενους Έλληνες που τον παρατηρούσαν, φώναζε «έλα, έλα», διότι δεν ήξερε την ελληνική. Τους προσκαλούσε με χειρονομίες να διαρρήξουν την πύλη του φρουρίου και να εισέλθουν μέσα.

Είναι γεγονός ότι η ανδρεία του αναγνωριζόταν τόσο από τους ξένους όσο και από τους Έλληνες συμπολεμιστές του, αλλά επίσης και από την ελληνική διοίκηση. Με την απόφαση υπ΄αρ. 154  του Δ. Υψηλάντη, Πρόεδρου του Βουλευτικού, στις 24 Ιουνίου το 1822, ο «Καπητάνος Λαβιλλάζ» προβιβάσθηκε στον βαθμό του Υποχιλίαρχου για τις εκδουλεύσεις του στην πατρίδα. Εντυπωσιακό είναι ότι η απόφαση ελήφθη με το αιτιολογικό ότι «ο Γάλλος καπετάνος κ. Λαβιλάζ δώδεκα ήδη μήνας κακουχούμενος, πάσαν έλλειψιν υπομένων, κοπιάζει υπέρ του κοινού συμφέροντος εις Πάτραν». Η απόφαση αυτή αποτελεί τεκμήριο της εξ αρχής παρουσίας του στην Ελλάδα και των στερήσεων που υπέφερε στον Αγώνα.

Σύμφωνα με τον Henri Fornèsy και τις σημειώσεις του για τους Φιλέλληνες, ο De Lavillasse σταδιακά ανήλθε στο βαθμό του συνταγματάρχου. Μάλιστα για ορισμένο διάστημα υπηρέτησε ως αρχηγός στο επιτελείο του Κολοκοτρώνη στο στράτευμα του οποίου ανήκε. Την πληροφορία επιβεβαιώνουν και οι Έλληνες ιστορικοί, μεταξύ των οποίων και ο Απ. Βακαλόπουλος που τον χαρακτηρίζει ως σύντροφο-πολεμιστή του Κολοκοτρώνη.

Ακόμη περισσότερο, ο F. R. Schack τον αναφέρει ως άνδρα που έχαιρε της πλήρους εμπιστοσύνης του Κολοκοτρώνη: «Οι δύο τους ήταν αχώριστοι συμπολεμιστές, είχαν πολεμήσει μαζί σε εκατό μάχες, και είκοσι φορές τα ξίφη τους είχαν λερωθεί από το αίμα των βαρβάρων», γράφει στα απομνημονεύματά του.

O De Lavillasse έχαιρε καλής φήμης στο στράτευμα, αγαπούσε την Ελλάδα και ποθούσε την ελευθερία της. Σε επιστολή του που δημοσιεύει ο Pouqueville, γραμμένη στις 6 Σεπτεμβρίου 1823, εκφράζει την ανησυχία του για τις εσωτερικές διαμάχες των Ελλήνων που τους εμποδίζουν να ολοκληρώσουν τον Αγώνα και θέτουν σε κίνδυνο την πολιτική υπόσταση της χώρας. Ακόμη περισσότερο, παραδέχεται ότι εάν οι Έλληνες ήταν ενωμένοι οι Τούρκοι θα είχαν προ πολλού ηττηθεί.

Αλλά και ο Maxime Raybaud, συμπολεμιστής του De Lavillasse, εκφράζει για εκείνον στα απομνημονεύματά του τη μεγαλύτερη εκτίμηση, σχολιάζοντας την ιδιάζουσα περίπτωση του ως εξής:

«Η επιτυχία αυτή οφείλεται σε μεγάλο μέρος στον γενναίο De Lavillasse, ο οποίος, επικεφαλής μερικών Ατάκτων Μοραϊτών, εισχώρησε πρώτος στην πόλη και κατεδίωξε τον εχθρό μέχρι έξω από τα τείχη του φρουρίου. Όντας λίγο ικανοποιημένος από τις υπηρεσίες στις οποίες θα έπρεπε να περιοριστεί με τους στρατιώτες του, Ημιτακτικούς, σχεδόν πάντα δυσαρεστημένους, υποσιτισμένους και κακοπληρωμένους, ο αξιωματικός αυτός αποφάσισε, λίγες εβδομάδες μετά την επιστροφή του Υψηλάντη στην Τριπολιτσά, να εγκαταλείψει το τάγμα του Baleste για να πάει λίγο έξω από την Πάτρα. Λόγω της γενναιότητάς του γρήγορα συγκέντρωσε γύρω του μια εκατοστή από τους Αρματολούς της Αχαΐας. Εγκαταλείποντας τη στολή του για να ντυθεί με τα ρούχα των Κλεφτών, τα κατεξοχήν ρούχα του πολέμου, ακολουθούσε σε όλους τους τομείς τα έθιμα των νέων πολεμικών συντρόφων του, μοιραζόταν μαζί τους τις δυσκολίες, τις στερήσεις ακόμα και αυτή την ολοκληρωτική απουσία καθαριότητας που χαρακτηρίζει τον τρόπο ζωής τους».

Επισημαίνει, μάλιστα, ότι «σε αυτήν την εύκολη εγκατάλειψη των πολιτισμένων συνηθειών προς χάρη τόσο σκληρών εθίμων κρύβεται ίσως μια μεγαλύτερη αξία από εκείνη που μπορούμε εξαρχής να φανταστούμε, αξία που γίνεται κατανοητή καλύτερα αν αναλογιστούμε ότι είναι ο μόνος ξένος που κατάφερε να προσαρμοστεί σε αυτό τον τρόπο ζωής». «Ο αξιωματικός αυτός για μάρτυρες των λαμπρών πράξεών του δεν είχε παρά ανθρώπους που τον ξέχασαν. Πάρα πολλές φορές είδε να πέφτουν Τούρκοι από τα χτυπήματά του, όμως αφήνει στους φίλους του τη φροντίδα να το καταστήσουν γνωστό στην κοινή γνώμη».

Φαίνεται ότι η ένδεια της εποχής, ήταν τέτοια ώστε σε επιστολή που απευθύνει ο De Lavillasse προς τον Υπουργό Πολέμου Ιωάννη Κωλέττη, ζητά να του αποστείλει «φάρμακο από καπνό και ένα υποκάμισο γαλλικό ή αλβανικό» τον Μάιο του 1822. Η τραγικότητα της κατάστασης του De Lavillasse μαρτυρείται από ένα δραματικό περιστατικό που αναφέρει ο Φωτάκος, κατά την εισβολή του Δράμαλη, λίγο πριν τη μάχη στα Δερβενάκια. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο De Lavillasse κρύφτηκε μέσα σε έναν αμπελώνα όπου πήγαιναν Τούρκοι για να κλέψουν σταφύλια, σκότωσε έναν Τούρκο και του αφαίρεσε τα ρούχα για να τα φορέσει καθώς τα δικά του ήταν λιωμένα.

Παρά τις αντιξοότητες, ο Delavillasse φαίνεται ότι συνέχισε για αρκετά χρόνια τη δράση του στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα στη Ρούμελη. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από επιστολή που απέστειλε προς τον Γραμματέα Στρατιωτικών, ζητώντας του να επιτρέψει την κατάταξή του στο «Τυπικόν Σώμα» που είχε οργανώσει ο Γάλλος Στρατηγός Gerard. Σώμα που συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό πρώην Ατάκτων πολεμιστών κατά την καποδιστριακή περίοδο.

Αξιωματικός των Ελαφρών Ταγμάτων του Τακτικού Στρατού (αρχείο ΓΕΣ)

Δυστυχώς, κάπου εδώ χάνονται τα ίχνη του στην Ελλάδα, καθώς δεν είναι γνωστά μεταγενέστερα στοιχεία για αυτόν.

Τέλος, ο William St Clair αναφέρει ότι ο De Lavillasse έφερε τον τίτλο του μαρκησίου, στη χώρα του, καθώς προερχόταν από οικογένεια ευγενών. Επιπλέον είχε τιμηθεί με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής για την υπηρεσία του στη Μεγάλη Στρατιά.

O De Lavillasse αποτελεί άλλον ένα αγωνιστή της ελευθερίας, τον οποίο τιμά η Ελλάδα για την συνεισφορά του στον αγώνα για την ανεξαρτησία της.

 

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Barth Wilhelm – Max Kehrig-Korn, Die Philhellenenzeit, von der Mitte des 18 Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias am 9 Oktober 1831, εκδ. Hueber, Μόναχο
  • Edward Blaquieres, History of the Greek Revolution, 1825.
  • Elliot Charles William James (επιμ.), Campaign of the Falieri and Piraeus in the year 1827, or Journal of a volunteer, being the personal account of Captain Thomas Douglas Whitcombe, εκδ. Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, [Gennadeion Monographs, τ. 5], Πρίνστον 1992.
  • Persat Maurice, Mémoires du commandant Persat, 1806 à 1844, εκδ. Plon-Nourrit et Cie, Παρίσι
  • Pouqueville François Charles Hugues Laurent, Histoire de la Régénération de la Grèce – Comprenant le précis des évènements depuis 1740 jusqu’en 1824, τ. 1, εκδ. Firmin Didot père et fils, Παρίσι
  • Raybaud Maxime, Mémoires sur la Grèce – Pour servir à l’histoire de la guerre de l’indépendance, τ. 1-2, εκδ. Tournachon-Molin, Παρίσι
  • St-Clair William, That Greece might still be free – The Philhellenes in the War of Independence, τ. 1, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο-Νέα Υόρκη
  • Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας μέχρι της εγκαταστάσεως της Βασιλείας, τόμος Α΄, Αθήνα, 1857.
  • Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, 1821-1832, Λυτά έγγραφα Α΄ και Β΄ βουλευτικής περιόδου, τόμος 16, Αθήνα, 1999.
  • Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1961, τόμος 7ος.
  • ΓΑΚ, «Αρχείο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια», Γραμματεία των Στρατιωτικών» Φ. 12, 31.
  • Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων, χειρόγραφο 1.697: Henri Fornèsy, «Le monument des philhellènes», 1860.
  • Οικονόμου Μιχαήλ, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο Ιερός των Ελλήνων Αγών, Αθήνα, Εκ του Τυπογραφείου Θ. Παπαλεξανδρή, 1873.
  • Πλαγιανάκου-Μπεκιάρη – Στεργέλλης (επιμ.), Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη, σσ. 215-216, έγγραφο 250, 28 Απριλίου/10 Μαΐου 1822.
  • Σιμόπουλος Κυριάκος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21 – Απομνημονεύματα, χρονικά, ημερολόγια, υπομνήματα, αλληλογραφία εθελοντών, διπλωματών, ειδικών απεσταλμένων, περιηγητών, πρακτόρων, κ.ά., τ. Α΄: 1821-1822, εκδ. Στάχυ, Αθήνα 1990.
  • Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Β΄, (1821-1828), εκδόσεις Πελεκάνος, 2015.
  • Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, Π. Δ. Σακελλάριος, 1888.

 

Έφιπποι χωροφύλακες και αξιωματικός της Χωροφυλακής

 

Ο François Graillard (Φραγκίσκος Γκραιγιάρ ή Γραλλιάρδος), υπήρξε ένας από τους Γάλλους Φιλέλληνες που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα.

Γεννήθηκε την 23η Αυγούστου 1792 από οικογένεια Γάλλων ευγενών, στην πόλη Dijon της Γαλλίας και ήταν μονογενής γιος ένδοξου συνταγματάρχου του Γαλλικού Πυροβολικού. Σύμφωνα με το ατομικό στρατιωτικό του μητρώο στη Γαλλία, που μνημονεύει η Χ. Δημακοπούλου στη μελέτη της για τον Graillard και το έργο του, ο Graillard σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή του Παρισιού και κατετάγη ως εθελοντής στη γαλλική Εθνοφυλακή στις 15 Μαΐου 1812. Μετά από δύο μήνες προβιβάσθηκε σε δεκανέα, και μετά από τρείς, σε λοχία. Στις αρχές του 1813 προβιβάσθηκε σε ανθυπασπιστή και την 29η Σεπτεμβρίου 1813 σε ανθυπολοχαγό. Στην Εθνοφυλακή είχε λάβει την ειδικότητα του Μηχανικού.

Κατά την εκστρατεία του Ναπολέοντα εναντίον της Ολλανδίας το 1812 διακρίθηκε για τη γενναιότητά του και προήχθη σε υπολοχαγό επί του πεδίου της μάχης. Υπηρέτησε στο Επιτελείο της Μεγάλης Στρατιάς και έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά της Αυστρίας και της Πρωσίας το 1813. Στην μάχη στο Leipzig τραυματίσθηκε σοβαρά και πιάσθηκε αιχμάλωτος, αλλά στη συνέχεια διέφυγε την αιχμαλωσία. Συμμετείχε στην εκστρατεία κατά της Ρωσίας, επίσης όπου αιχμαλωτίσθηκε. Στη συνέχεια, κατάφερε να επανέλθει στη Γαλλία το 1814, έτος κατά το οποίο πέθανε ο πατέρας του, αφήνοντάς του μία σημαντική περιουσία. Ακολούθως, προήχθη σε λοχαγό των Γενικών Επιτελών και συνέχισε την στρατιωτική του σταδιοδρομία συμμετέχοντας στην εκστρατεία του Μεγάλου Ναπολέοντα στη Γαλλία το 1815.

Στη συνέχεια τέθηκε σε διαθεσιμότητα και εκδιώχθηκε και φυλακίσθηκε επανειλημμένα στη Γαλλία έως το 1820. Ο Graillard ήταν οπαδός του Γάλλου φιλοσόφου Saint-Simon, του οποίου η θεωρία προωθούσε νέες ιδέες για αναδιοργάνωση της κοινωνίας στη βάση μίας αρχικής μορφής σοσιαλιστικών αρχών, και υποστηρικτής της Γαλλικής Επανάστασης.

Saint-Simon (1760 – 1825), φιλόσοφος ουτοπιστής πρόδρομος του «επιστημονικού σοσιαλισμού», εκ των θεμελιωτών της γαλλικής Κοινωνιολογίας.

Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, ενθουσιασμένος για τον ευγενικό σκοπό της ελευθερίας της Ελλάδας και προσηλωμένος στις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης τις οποίες πάντα πρέσβευε βαθιά, αποφάσισε να εγκαταλείψει την άνετη ζωή του και να λάβει μέρος στον Αγώνα των Ελλήνων.

Σύμφωνα με τον Γάλλο Φιλέλληνα Μ. Raybaud, ο Graillard έφτασε στο Άργος στις 20 Νοεμβρίου του 1821, αφού αποβιβάσθηκε αρχικά στην Καλαμάτα μαζί με άλλους Γάλλους, τους πρώτους φιλέλληνες που έφθασαν στην Ελλάδα. Συμμετείχε στην πολιορκία και έφοδο του Ναυπλίου και διακρίθηκε στην άλωση της Κορίνθου. Υπηρετούσε ως Λοχαγός στο Επιτελείο του Μαυροκορδάτου, και έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα, όπου ανδραγάθησε, τραυματίσθηκε και λίγο έλειψε να συλληφθεί αιχμάλωτος.  Από την εμπειρία του αυτή, ο Graillard κατανόησε τις ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις που θα είχαν για την Ελλάδα οι εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων.

Ακολούθως,  συμμετείχε σε μια αποστολή στην Αθήνα μαζί με τον Raybaud. Στη συνέχεια έλαβε μέρος στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου, τον Οκτώβριο του 1822, όπως αναφέρει o τελευταίος. Σε εμπλοκή με Τούρκους στην κοίτη του Αχελώου ποταμού, τραυματίστηκε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες, και παραλίγο να χάσει το αριστερό του πόδι.

Ανέπτυξε σχέση φιλίας με τον Δημήτριο Υψηλάντη, τον οποίο θεωρούσε μαζί με τον Κολοκοτρώνη, ως τους φυσικούς ηγέτες της Επανάστασης. Η ανδρεία του και το ήθος του, οδήγησαν τον Υψηλάντη, που εκτίμησε την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, να του αναθέσει εμπιστευτικές αποστολές στην Ευρώπη υπέρ της Ελλάδος.

Έτσι, το φθινόπωρο του 1823 έφυγε με εντολή του Υψηλάντη για τη Γαλλία συνοδευόμενος από τον συμπατριώτη του Louis Stanislas Daniel. Για τον σκοπό αυτό είχε λάβει παρατεταμένη άδεια. Τον Ιανουάριο του 1824 επέστρεψε στο Μεσολόγγι, και λίγο αργότερα έφυγε πάλι για τη Γαλλία, μαζί με τον Daniel, με νέες εντολές. Η αποστολή τους ήταν να κινητοποιήσουν  τους φιλελληνικούς κύκλους του Παρισιού προς όφελος του ελληνικού ζητήματος, όχι μόνο σε οικονομικό, αλλά και σε διπλωματικό επίπεδο, όπως μαρτυρά ο Σπηλιάδης.

Επιστολή του Δ. Υψηλάντη με ημερομηνία 10 Μαρτίου 1824 προς τον υπουργό Δικαιοσύνης της Γαλλίας. Σε αυτήν αναφέρεται ως κομιστής ο Γάλλος Φιλέλληνας Louis Stanislas Daniel, ο οποίος είχε αναλάβει για λογαριασμό του Δ. Υψηλάντη, μαζί με τον Graillard, πολλές απόρρητες αποστολές στην Γαλλία.

Ο Γάλλος Φιλέλληνας Graillard είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διοργάνωση των πρώτων κομιτάτων στη Γαλλία, που αργότερα στήριξαν επίσημα το κίνημα του Φιλελληνισμού, διοργάνωναν εράνους και ανέλαβαν την αποστολή εφοδίων και όπλων στην Ελλάδα. Αυτά προκύπτουν από την μακρά αλληλογραφία του Graillard, και επιβεβαιώνονται και από τον Ιωάννη Κόνιαρη, δήμαρχο Αθηναίων, αδελφικό του φίλο και κληρονόμο του. Μάλιστα ο Κόνιαρης εκφώνησε τον επικήδειο λόγο στην κηδεία του Graillard, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ραδάμανθυς.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Υψηλάντης εκτιμώντας την προσφορά του, τον προσέλαβε υπασπιστή του. Ακολούθως, ο Graillard έλαβε μέρος στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου, και στη Μάχη των Μύλων τον Ιούνιο του 1825 , κατά την οποία τραυματίσθηκε και προήχθη στο βαθμό του Συνταγματάρχη επ΄ανδραγαθεία, ύστερα από πρόταση του Υψηλάντη. Όπως σημειώνει η Χαρίκλεια Δημακοπούλου, φημολογείτο, μάλιστα, ότι τέθηκε επικεφαλής ενός κινήματος τον Δεκέμβριο του 1826 που είχε ως σκοπό την εγκαθίδρυση στρατιωτικής Κυβέρνησης υπό τον Υψηλάντη. Κατά την καποδιστριακή περίοδο, ο Υψηλάντης προσέλαβε τον Graillard ως αρχηγό του Επιτελείου της Στρατιάς της Ανατολικής Ελλάδας, της οποίας στρατάρχης – διοικητής ήταν ο ίδιος ο Υψηλάντης. Ο Graillard συμμετείχε στη Μάχη των Θηβών, τον Μάιο του 1829, αλλά και στην τελευταία μάχη του Αγώνα, εκείνη της Πέτρας, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας είχε εμπιστευθεί στον Υψηλάντη τη διοίκηση των Ατάκτων στρατευμάτων, που αργότερα μετασχηματίσθηκαν σε χιλιαρχίες, και ο Graillard προσπάθησε να συνδράμει τον Κυβερνήτη στο έργο του για την «τακτικοποίηση» των Ατάκτων. Ο Graillard ήταν ένθερμος οπαδός του Τακτικού Στρατού, και εξέδωσε ημερήσιες διαταγές με τις οποίες καλούσε τους Χιλίαρχους να υποβάλλουν καθημερινά εκθέσεις δραστηριοτήτων. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι διαταγές αυτές δεν εκτελέσθηκαν και γρήγορα θεωρήθηκαν άχρηστες από τους Ατάκτους πολεμιστές, οι οποίοι ήταν ελάχιστα διατεθειμένοι να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους. Παρόμοια αποτέλεσμα είχε και η προσπάθεια του Graillard να εισάγει στο στράτευμα τους κανόνες του Εσωτερικού Οργανισμού του Γαλλικού Στρατού, οι οποίοι παρέμειναν νεκρό γράμμα, καθώς οι Έλληνες, ήταν ξένοι με αυτές τις δομές ευρωπαϊκού τύπου.

Σύμφωνα με τη Χαρίκλεια Δημακοπούλου, κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του Αυγουστίνου Καποδίστρια, ο Graillard ανέλαβε τη μυστική αποστολή να διαβιβάσει στον Στρατηγό Guéhéneuc, αντικαταστάτη του στρατηγού Maison στην Πελοπόννησο, παράκληση των φιλογαλλικών κύκλων του Ναυπλίου να προταθεί να αναλάβει Γάλλος μονάρχης το στέμμα της Ελλάδας. Η αποστολή αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς έλαβε χώρα σε περίοδο κατά την οποία, μετά την παραίτηση του δούκα Λεοπόλδου του Saxe-Cobourg, πραγματοποιούνταν διαρκώς συσκέψεις στο Λονδίνο στις οποίες προτείνονταν δύο υποψηφιότητες για τον ελληνικό θρόνο, του πρίγκιπα Παύλου της Βυρτεμβέργης και του πρίγκιπα Όθωνα της Βαυαρίας.

Μετά την αναχώρηση του Αυγουστίνου, η Κυβερνητική Επιτροπή ανέθεσε τη διοίκηση του Τακτικού Στρατού στον Graillard, ύστερα από εισήγηση του Υψηλάντη, όπως αναφέρει η Χ. Δημακοπούλου. Στα καθήκοντά του αυτά συνεπικουρούταν από τον υπολοχαγό Σκαρλάτο Σούτσο. Ο Graillard υπέβαλε υπόμνημα σχετικά με τη γενική κατάσταση του Τακτικού Σώματος για την περίοδο από τον Νοέμβριο του 1831 μέχρι τον Νοέμβριο του 1832. Η κατάσταση του Σώματος ήταν αξιοθρήνητη. Η έλλειψη των οικονομικών πόρων είχε πλήξει το σύνολο των στρατιωτικών μονάδων, το ηθικό ήταν χαμηλό, το Τυπικό Τάγμα, το οποίο είχε συγκροτηθεί ύστερα από εξαιρετικά μεγάλη προσπάθεια, διαλύθηκε. Μέσα σε αυτό το κλίμα αναταραχής, τα Ελαφρά Τάγματα μετασχηματίσθηκαν εκ νέου σε Άτακτα στρατεύματα, και μάλιστα σε μία ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την Ελλάδα.

Η τραγικότητα της κατάστασης μαρτυρείται σε σειρά επιστολών που συνέταξε ο Graillard υπό την ιδιότητά του ως αρχηγού του Τακτικού Σώματος προς τον υπουργό Πολέμου Ιωάννη Κωλέττη. Στις επιστολές αυτές απευθύνει απεγνωσμένη έκκληση και τον παρακαλεί να ρυθμισθεί, «για όνομα του Θεού», το οικονομικό πρόβλημα του Στρατού, προκειμένου να αποφευχθεί η λιποταξία των στρατευμάτων, η οποία κόντευε πλησίαζε να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Η Κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια να σώσει το στράτευμα, παραχώρησε τις εισπράξεις του τελωνείου του Ναυπλίου στη διεύθυνση του Τακτικού Σώματος. Δυστυχώς όμως η κατάσταση επιδεινώθηκε, καθώς οι Άτακτοι απείλησαν να εισβάλουν στην πόλη του Ναυπλίου, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να λάβουν τους μισθούς τους. Υπό την απειλή της επικράτησης πλήρους αναρχίας, ο Κωλέττης αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από τη γαλλική στρατιά, μέρος της οποίας είχε παραμείνει στην Πελοπόννησο υπό τις διαταγές του Στρατηγού Guéhéneuc. Αυτή η επέμβαση οδήγησε σε αιματηρές συγκρούσεις και επέφερε ολέθρια αποτελέσματα.

Κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα, τον Φεβρουάριο του 1833, ο Graillard διορίσθηκε αρχηγός του Στρατιωτικού Οίκου του Όθωνα, και στη συνέχεια τέθηκε επικεφαλής της πρώτης Εθνικής Χωροφυλακής που ο ίδιος οργάνωσε, βάσει του γαλλικού προτύπου, τον Ιούνιο του 1833. Ο Graillard φρόντισε να επιλέξει ο ίδιος με αξιοκρατικά και δίκαια κριτήρια τα πρώτα στελέχη της Χωροφυλακής, τόσο ανάμεσα στους πρώην Ατάκτους πολεμιστές και στους γνωστούς οπλαρχηγούς, όσο και στους Τακτικούς στρατιωτικούς και στους Φιλέλληνες που είχαν διακριθεί για την ανδρεία τους και τη συμπεριφορά τους. Παρέμεινε σε αυτήν τη θέση μέχρι το 1834. Στη συνέχεια τέθηκε σε διαθεσιμότητα, πιθανότατα λόγω των σαινσιμονιστικών ιδεών του, τις οποίες η Αντιβασιλεία ασφαλώς δεν ενέκρινε. Μάλιστα είχε εκδοθεί σχετικά και βασιλικό διάταγμα που κατήγγειλε τον σαινσιμονισμό ως σέχτα ή αίρεση (secte).

Ένας άλλος σοβαρός λόγος που από ό,τι φαίνεται τον έφερε σε αντιπαράθεση με την Αντιβασιλεία, ήταν το πάγιο αίτημά του για αύξηση του αριθμού των στελεχών της Χωροφυλακής και για τη μη συμμετοχή της πολιτικής εξουσίας και του στρατού στο έργο της. Ήδη από την μάχη του Πέτα και μετά, ο Graillard μελέτησε και ανέλυσε σε βάθος τη δομή της Ελληνικής κοινωνίας, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τις στρατιωτικές υποθέσεις όφειλαν να  τις διεκπεραιώνουν μόνο οι στρατιωτικοί, χωρίς παρεμβάσεις από πολιτικούς (κάτι που επιχείρησε να διασφαλίσει κάθε φορά που αναλάμβανε μία θέση ευθύνης).

Για όλους αυτούς τους λόγους υπέβαλε την παραίτησή του στις 12 Ιανουαρίου 1835, δίνοντας υπερήφανο παράδειγμα τους υφισταμένους του. Και αυτό γιατί σύμφωνα με τον Ι. Κόνιαρη, ο Graillard ήταν «αμείλικτος εχθρός της ραδιουργίας και πιστός εις το καθήκον», «βάδιζε την ευθείαν οδόν˙ η τιμή ήτο η πυξίς του, και το καθήκον ο κανών της διαγωγής του. Ταύτα έθετε υπεράνω πάσης φιλοδοξίας».

Ο Graillard δεν τερμάτισε όμως εκεί τη σταδιοδρομία του και συνέχισε να προσφέρει σε άλλους τομείς τις υπηρεσίες του, αφού λίγο αργότερα κλήθηκε να αναλάβει εκ νέου δράση.  Διετέλεσε διαδοχικά Φρούραρχος Μεσολογγίου, Φρούραρχος Αθηνών-Πειραιώς, Προσωπάρχης του Υπουργείου Στρατιωτικών, Πρόεδρος της Επιτροπής για την αναθεώρηση των περί του Στρατού διατάξεων, διοικητής ταξιαρχίας, κ.α. Την 19η Φεβρουαρίου του 1848  διορίσθηκε και πάλι αρχηγός της Χωροφυλακής, και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι την κατάργηση του Αρχηγείου του Σώματος την 24η Ιουνίου του ίδιου έτους. Το Αρχηγείο ανασυγκροτήθηκε την 29η Νοεμβρίου 1848 με αρχηγό τον Α. Βλαχόπουλο. Την 19η Μαΐου 1854 μετετάχθηκε στο στράτευμα και προβιβάσθηκε σε υποστράτηγο. Έκτοτε παρέμεινε σε διαθεσιμότητα, για λόγους υγείας, και ιδιώτευσε στην Κηφισιά.

Η πιο σημαντική προσπάθειά που κατέβαλε ο Graillard στην Ελλάδα, καταγράφεται αναμφισβήτητα, στον τομέα της ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας, την οποία είχε μελετήσει σε βάθος κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης παραμονής του σε αυτήν. Ο καρπός των σκέψεών του οδήγησε στη συγγραφή ενός έργου με τίτλο Υπόμνημα σχετικά με τον νόμο για την ανάπτυξη του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού (Mémoire sur la loi du développement de la civilisation hellénique moderne). Το υπόμνημα αυτό, το υπέβαλε στον Όθωνα το 1835, λίγο πριν εκείνος αναλάβει τα καθήκοντά του ως μονάρχης, προκειμένου να το λάβει υπόψη του για τη διακυβέρνηση του νέου ελληνικού κράτους. Ωστόσο, οι αρκετά προοδευτικές προτάσεις του δεν εισακούσθηκαν.

Την εποχή αυτή, μεγάλη μερίδα του πολιτικού κόσμου, με πρώτο τον Όθωνα, έδιναν προτεραιότητα στο όραμα της Μεγάλης Ιδέας και την ανάπτυξη του στρατού. Η πρόταση του Graillard ήταν να επικεντρωθεί η κυβέρνηση στην αντιμετώπιση των καταστροφών που είχε επιφέρει ο πόλεμος, στην οργάνωση της παραγωγής και της οικονομίας, για να επιτευχθεί η ανάπτυξη και η ευημερία του Ελληνικού λαού, έτσι ώστε το νέο κράτος να μπορεί να διαδραματίσει εκ νέου ένα σημαντικό ρόλο ως κληρονόμος του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού. Στο σημείο αυτό συνεργαζόταν με ένα άλλο Φιλέλληνα σαινσιμονιστή, τον Gustave Séligmann d’Eichthal (1804 – 1886), που έζησε στην Ελλάδα από το 1832 έως το 1835. Σε αυτόν είχε αναθέσει ο πρωθυπουργός Ι. Κωλέττης να οργανώσει το Γραφείο της Δημοσίου Οικονομίας (η μετεξέλιξη του οποίου ήταν η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία).

Gustave Séligmann d’Eichthal (1804 – 1886), σχεδίασε το Γραφείο της Δημοσίου Οικονομίας.

Οι προσπάθειες των Γάλλων Σαινσιμονιστών, που είχαν αρχίσει να έρχονται στην Ελλάδα, δεν ευοδώθηκαν, και όλοι απομακρύνθηκαν από δημόσιες θέσεις.

Έκτοτε ο Graillard ανέλαβε άλλες διοικητικές θέσεις.

Αξιοσημείωτη για τον συγκεκριμένο φιλέλληνα είναι η πηγαία και αυθόρμητη αγάπη του για το ελληνικό έθνος. Χωρίς ποτέ να απαρνηθεί τη γαλλική καταγωγή του, επιθυμούσε και επιδίωκε την ανάπτυξη και την αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Ο Graillard ήταν ιδεαλιστής και λάτρης της Ελλάδας. Σύμφωνα με άρθρο του στρατηγού (ε.α.) της Αστυνομίας Ναπολέοντα Δοκανάρη, υπήρξε ο πρώτος Φιλέλληνας που απέρριψε τον συγκεκριμένο τίτλο του «Φιλέλληνα», και, κατ’ επέκταση, τα προνόμια που τον συνόδευαν, σε αντίθεση με πολλούς άλλους. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε πολλά έγγραφα, και ιδίως σε επιστολές προς τους φίλους του, υπέγραφε ελληνικά «Γραλλιάρδος». Eν τω μεταξύ είχε αποκτήσει επάξια την ελληνική υπηκοότητα.

Ο Κόνιαρης, στον επικήδειο λόγο του, τον περιγράφει ως «πνεύμα ζωηρόν και τερπνότατον, χαρακτήρα υψηλό, ψυχή συνάμα σταθερά και εύκαμπτη, νου κεκοσμημένο με την καλλιέργεια των γραμμάτων», και «με τα θέλγητρα του πνεύματος», και υπογραμμίζει ότι διέθετε «όλαις τας ισχυράς αρετάς αίτινες επιβάλλουσι το σέβας, και τας γλυκείας αρετάς, αίτινες εφέλκουσι την αγάπην».

Πέθανε στην Κηφισιά, στις 9 Μαΐου του 1863. Έφερε τον βαθμό του αρχιστράτηγου εν αποστρατεία. Τιμήθηκε με το παράσημο του Αξιωματικού της Λεγεώνας της Τιμής από την Γαλλία, με το Αργυρό Αριστείο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας και με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος.

 

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Raybaud Maxime, Mémoires sur la Grèce – Pour servir à l’histoire de la guerre de l’indépendance, τ. 2, εκδ. Tournachon-Molin, Παρίσι
  • Ανέκδοτη επιστολή του «Αρχείου Ιωάννη Κωλέττη» (Αρχειακή Συλλογή ΚΕΙΝΕ, Ακαδημία Αθηνών, Φ. 149Γ, έγγραφο 0014), την οποία απευθύνει ο Graillard στον Κωλέττη στις 8 Ιουλίου του 1832 και η οποία αποτελεί μέρος σειράς επιστολών του Graillard για το ίδιο θέμα.
  • Αντωνίου Σ. Κωνσταντίνος, Ιστορία Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής 1833-1967, τόμ. Α΄, εκδ. Χρηματιστήριον του Βιβλίου, Αθήνα 1964.
  • Ασπρέας Γεώργιος, Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος (1821-1912), εκδ. Χρήσιμα βιβλία, Αθήνα 1930.
  • Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα 1971.
  • Βακαλόπουλος Απόστολος, Τα ελληνικά στρατεύματα του 1821, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991.
  • ΓΑΚ, Γραμματεία Στρατιωτικών, Φ. 121, υπόμνημα με ημερομηνία 21 Νοεμβρίου 1832, το οποίο περιγράφει ο Ανδρέας Καστάνης (ό.π. [υποσημ. 349], σσ. 36-39).
  • Δημακοπούλου Χαρίκλεια, Ο σαινσιμονιστής François Graillard περί των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων – Παρατηρήσεις και προτάσεις [ανάτυπο από το Δελτίον της ΙΕΕΕ, τ. 22 (1979), σσ. 367-450]. Το Υπόμνημα του Graillard προς τον Όθωνα βρίσκεται στο ίδιο, σσ. 395 κ.ε.
  • Δοκανάρης Ναπολέων, «Ο Γάλλος Φιλέλληνας Φραγκίσκος Γκραγιάρ και το μεγαλειώδες σχέδιό του για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της μεταπελευθερωτικής Ελλάδας», Στρατιωτική Επιθεώρηση, Ιούλιος-Αύγουστος 1991, σσ. 73-84.
  • Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων, χειρόγραφο 1.697: Henri Fornèsy, «Le monument des philhellènes», 1860.
  • Εφημερίδα Παλιγγενεσία, Αθήνα, αρ. φ. 141, 16 Μαΐου 1863.
  • Εφημερίδα Ραδάμανθυς, Αθήνα, αρ. φ. 17, 16 Μαΐου 1863.
  • Κτενιάδης Σ. Νικόλαος, Ελληνική Χωροφυλακή – Ιστορικαί σελίδες, τ. Α΄, χ.ε., Αθήνα 1960.
  • Λαλούσης Χαράλαμπος, «O Ελληνικός Στρατός την περίοδο του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια (1828-1831)», Στρατιωτική Επιθεώρηση, τ. 2 (2000), σσ. 31-41.
  • Ν. Κτενιάδης, «Φραγκίσκος Γκραγιάρ, 1792-1863, Ο πρώτος Αρχηγός της Ελληνικής Χωροφυλακής», Αστυνομική Ανασκόπηση, τόμος 9, 1978, σσ. 319-321.
  • Σπηλιάδης Νικόλαος, Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την νέαν ελληνικήν ιστορίαν (1821-1843), τ. 1-2, εκδ. Παναγιώτου Φ. Χριστοπούλου, Αθήνα 1972.

 

 

Ο Auguste Michel Marie Étienne Régnault (ή Régnaud) de St-Jean d’Angely, γεννήθηκε στο Παρίσι στις 30 Ιουλίου 1794. Το πιστοποιητικό γέννησης του αναγράφει ότι ήταν «γιος της Marie-Louise-Augustine Chenié, καλλιτέχνιδας, και του Michel-Louis-Etienne Desrichards, στρατιωτικού της Στρατιάς του Βορρά». Στην πραγματικότητα, ο πατέρας του ήταν ο Michel-Louis-Etienne Regnaud (1760-1819). Desrichards ήταν το όνομα μίας έκτασης που ανήκε στην οικογένεια της μητέρας του πατέρα του. Η μητέρα του πέθανε λίγο μετά γέννησή του, και ο Auguste Régnault υιοθετήθηκε από τη νέα σύζυγο του πατέρα του, Laure Regnaud de Saint-Jean d’Angély, το 1795.

Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος καθώς και βουλευτής της περιοχής του  Saint-Jean d’Angély. Κατέλαβε πολλά και σημαντικά αξιώματα και ασκούσε σημαντική επιρροή στον Ναπολέοντα, ο οποίος τον εκτιμούσε και σεβόταν τη γνώμη του σε μεγάλο βαθμό. Διετέλεσε μεταξύ άλλων Σύμβουλος της Επικρατείας, μέλος της Ακαδημίας του Παρισιού, Γενικός εισαγγελέας του Άρειου Πάγου, υφυπουργός εξωτερικών της αυτοκρατορικής οικογένειας (1807), ενώ έλαβε και τον τίτλο ευγενείας κόμη.

Ο Auguste Regnaud, εισήχθη στο διάσημο Πρυτανείο του St Cyr (ΣτρατιωτικήΣχολή), και στη συνέχεια, ξεκίνησε τις σπουδές του στη Σχολή Ιππικού το Saint-Germain, απ’ όπου απεφοίτησε το 1812 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Το επόμενο έτος υπηρέτησε στο 8ο Σύνταγμα των Ουσάρων, και συμμετείχε στην εκστρατεία της Ρωσίας και έπειτα της Σαξονίας, όπου πολέμησε στη μάχη της Leipzig. Στις 10 Οκτωβρίου 1813 προήχθη σε υπολοχαγό. Αργότερα ορίσθηκε υπασπιστής του Υποστρατήγου, κόμη Jean-Baptiste Corbineau, ο οποίος ήταν με τη σειρά του υπασπιστής του Ναπολέοντα.  Ο Auguste Regnaud συμμετείχε στην Εκστρατεία στη Γαλλία το 1814, και διακρίθηκε στη μάχη στο Reims. Ακολούθως, υπηρέτησε με το 1ο σύνταγμα των Ουσάρων από το καλοκαίρι του 1814 μέχρι την άνοιξη του 1815. Στη συνέχεια, επέστρεψε στην υπηρεσία του Ναπολέοντος, προήχθη σε λοχαγό και διορίσθηκε αξιωματικός της ακολουθίας του Ναπολέοντα. Πολέμησε στο Βατερλό και, στις 21 Ιουνίου 1815, προήχθη σε επίλαρχο από τον ίδιο τον Ναπολέοντα στο πεδίο της μάχης, ο οποίος αναγνώρισε την ανδρεία του. Ο βαθμός αυτός του αφαιρέθηκε κατά την Παλινόρθωση. Εν τέλει, επέστρεψε στην πατρίδα του μετά τη δεύτερη παραίτηση του Ναπολέοντα, με τον βαθμό του υπολοχαγού. Στη συνέχεια ταξίδευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ), για να συνοδεύσει τον πατέρα του ο οποίος είχε εξοριστεί επειδή υπερασπίσθηκε νομικά τον Ναπολέοντα. Στις ΗΠΑ συνελήφθη στις 28 Αυγούστου 1815, για είσοδο σε ξένη χώρα χωρίς άδεια. Ο Auguste Regnaud επέστρεψε στη Γαλλία το 1816. Εκεί παρέμεινε για αρκετά χρόνια διαγραμμένος από τις τάξεις του στρατού, και ακολουθούσε μη στρατιωτικό βίο.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1820, ενθουσιάσθηκε από την Ελληνική Επανάσταση, και στήριξε τις φιλελληνικές πρωτοβουλίες στην Γαλλία, μαζί με πολλές άλλες προσωπικότητας της εποχής. Το 1825 αποφάσισε να μεταβεί στην Ελλάδα και να πολεμήσει ως Φιλέλληνας εθελοντής στο πλευρό των Ελλήνων. Στην Ελλάδα εντάχθηκε στο Τακτικό Σώμα του Συνταγματάρχη Φαβιέρου, που μόλις είχε αναλάβει τα χρέη διοικητού. Ο Auguste Regnaud ανέλαβε την σύσταση από το μηδέν, και την οργάνωση ενός σώματος Ιππικού. Μάλιστα φρόντισε να το εκπαιδεύσει σύμφωνα με τα πλέον προηγμένα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αξίζει να σημειωθεί ότι είχε φέρει μαζί του όλα τα απαραίτητα μέσα για την οργάνωση Ιππικού στην Ελλάδα, τα οποία ήταν προσφορά των φιλελληνικών κομιτάτων της Γαλλίας. Προέβη επίσης με την ενίσχυση αυτή, και στην αγορά ίππων. Ο ίδιος αρνήθηκε να λάβει μισθό από την Ελληνική κυβέρνηση, και μάλιστα χρησιμοποίησε προσωπικά χρήματα για να ενισχύσει το έργο της μονάδας του και των στρατιωτών του.

Περί τα τέλη Οκτωβρίου του 1825, έπειτα από διαταγή της προσωρινής Κυβέρνησης, ο Φαβιέρος μετέβη στις Σπέτσες για να επιχειρήσει με τον Τακτικό Στρατό. Κατά την περίοδο αυτή, ο Ίλαρχος Regnaud ανέλαβε αντικαταστάτης διοικητή του στρατεύματος.

Το Ιππικό Σώμα, εμπνευσμένο από το παράδειγμά του, δεν άργησε να διακριθεί υπό τις διαταγές του, ιδιαίτερα κατά την εκστρατεία στην Κάρυστο. Σύμφωνα με τον Henri Fornèsy, ο  Auguste Regnaud  έχαιρε του αμέριστου σεβασμού και της εκτίμησης των στρατιωτών του. Κατά την εκστρατεία στην Κάρυστο, ένα μικρό μέρος της εμπροσθοφυλακής σκοτώθηκε και ο Auguste Regnaud  μόλις γλίτωσε τον θάνατο κυνηγημένος από τρεις Τούρκους. Στη συνέχεια οι άνδρες του Ιππικού, οργισμένοι για την απώλεια που υπέστησαν οι σύντροφοί τους, ρίχθηκαν σε καταδίωξη του εχθρού χωρίς να περιμένουν εντολή του αρχηγού τους. Ο Auguste Regnaud, βλέποντας ότι το Σώμα του κινδύνευε, όρμισε διασχίζοντας το πλήθος του τουρκικού ιππικού και μπήκε στη μάχη για να εμψυχώσει τους στρατιώτες του. Δεδομένου όμως ότι το Ιππικό ήταν μικρό σε αριθμό, δεν ξεπερνούσε τους εκατό άνδρες, διέταξε υποχώρηση την οποία το σώμα εκτέλεσε με «μεγίστην ανδρίαν και φρόνησιν», κατά τα λεγόμενα του ιστορικού Βυζάντιου. Στη μάχη αυτή το Σώμα του έχασε περί τους 20 άνδρες, καθώς και την περίφημη σημαία του, την οποία είχαν κεντήσει Φιλελληνίδες νέες του Παρισιού και είχαν παραδώσει στον ίδιο, πριν από την αναχώρησή του από τη Γαλλία. Ο Auguste Regnaud  λυπήθηκε βαθύτατα για την εξέλιξη της εκστρατείας στην Κάρυστο, υπέβαλε λίγο αργότερα την παραίτησή του και αναχώρησε για την πατρίδα του. Αντικαταστάτης στη θέση του ανέλαβε ένας από τους αξιωματικούς του, ο μεγάλος Πορτογάλος Φιλέλληνας, συνταγματάρχης Almeida.

Στολή ιππέα του πρώτου τακτικού σώματος στην Ελλάδα (αρχείο ΓΕΣ).

Το ενδιαφέρον του για τον αγώνα των Ελλήνων δεν έπαψε όμως. Έτσι ο Auguste Regnaud επέστρεψε στην Ελλάδα το 1828, ως εθελοντής στους κόλπους του Εκστρατευτικού Σώματος του Στρατηγού Maison, στο οποίο υπηρέτησε ως γραμματέας-διερμηνέας. Το επόμενο έτος o Maison προήχθη σε Στρατάρχη της Γαλλίας. Την περίοδο αυτή, χάρη στις επίμονες ενέργειες του, ο Auguste Regnaud επανεντάχθηκε στον γαλλικό στρατό. Μετά την επανάσταση του 1830 στην Γαλλία, προήχθη σε Ίλαρχο. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1830 προήχθη σε Αντισυνταγματάρχη και ακολούθως συμμετείχε στην εκστρατεία του Βελγίου από το 1831 μέχρι το 1833. Στις 23 Οκτωβρίου 1832 προήχθη σε Συνταγματάρχη και τοποθετήθηκε στο 1ο σύνταγμα των Λογχοφόρων, όπου παρέμεινε μέχρι το 1841. Στη συνέχεια προήχθη σε Ταξίαρχο στις 18 Δεκεμβρίου του 1841 και, το 1842, διοικούσε την 1η μεραρχία του Σώματος Επιχειρήσεων της Marne, και ακολούθως τη μεραρχία της Meurthe. Διατήρησε τα καθήκοντα αυτά μέχρι το 1844, οπότε τέθηκε επικεφαλής της ταξιαρχίας του Ιππικού στο Σώμα Επιχειρήσεων της Moselle. Μεταξύ 1845 και 1848, διοίκησε την ταξιαρχία Ιππικού των Βερσαλλιών και διακρίθηκε κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1848 για τον σταθερό και πειθαρχημένο ρόλο του Σώματος. Ακολούθως, διορίσθηκε διοικητής της περιφέρειας Indre-et-Loire, και της 1ης ελαφριάς ταξιαρχίας Ιππικού της Στρατιάς των Άλπεων. Στις 10 Ιουλίου 1848, προήχθη σε Υποστράτηγος και ανέλαβε την προσωρινή διοίκηση όλης της μεραρχίας ιππικού στην Στρατιά των Άλπεων. Στις 26 Νοεμβρίου 1848, εξελέγη βουλευτής της περιοχής Charente-Inférieure. Στις 15 Απριλίου 1849, τέθηκε επικεφαλής των χερσαίων δυνάμεων στο εκστρατευτικό σώμα που στάλθηκε στη Μεσόγειο για να αποκαταστήσει την παπική εξουσία στη Ρώμη. Στις 13 Μαΐου, εξελέγη αντιπρόσωπος της Συνέλευσης για την ίδια περιοχή. Μεταξύ του 1849 και του 1855, πραγματοποίησε έναν αριθμό επιθεωρήσεων. Το 1850 εντάχθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο της περιοχής Charente-Inférieure, όπου παρέμεινε για είκοσι χρόνια, ως πρόεδρος πολλών συμβουλίων.

Ο Auguste Régnault (ή Régnaud) de St-Jean d’Angely με στρατιωτική στολή.

Ο Στρατάρχης Auguste Régnault (ή Régnaud) de St-Jean d’Angely.

Στις αρχές του 1851 (9-24 Ιανουαρίου), διετέλεσε Υπουργός Πολέμου για λίγες εβδομάδες. Στις 26 Δεκεμβρίου 1851, υπηρέτησε στη συμβουλευτική επιτροπή του Ιππικού, όπου παρέμεινε μέχρι το 1853, οπότε και ανέλαβε καθήκοντα προέδρου για ένα έτος. Στις 26 Ιανουαρίου 1852, εισήλθε ως βουλευτής στη Γερουσία. Από το 1862 έως το 1870 ήταν ένας από τους αντιπροέδρους της. Το 1854, διοίκησε για μικρό διάστημα την Αυτοκρατορική Φρουρά που συμμετείχε στον πόλεμο της Κριμαίας και το 1855, διοίκησε το Σώμα των Εφέδρων στην Ανατολή. Με την επιστροφή του στη Γαλλία, το 1856, διορίσθηκε διοικητής της Αυτοκρατορικής Φρουράς στο Παρίσι, καθήκοντα που άσκησε μέχρι το 1869, οπότε εγκατέλειψε τη θέση αυτή ύστερα από αίτησή του για λόγους υγείας. Το 1859 διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στον πόλεμο της Ιταλίας και διακρίθηκε για τη γενναιότητά του ως επικεφαλής της Αυτοκρατορικής Φρουράς στη νίκη στη Magnenta. Ο Γάλλος μονάρχης τον τίμησε για την στάση του αυτή, εκδίδοντας διάταγμα, στις 5 Ιουνίου 1859, με το οποίο τον ανακήρυσσε Στρατάρχη. Στις 20 Νοεμβρίου 1864, κληρονόμησε με αυτοκρατορικό διάταγμα τον τίτλο του κόμη από τον πατέρα του. Τίτλο που αργότερα κληροδότησε στο σύζυγο της υιοθετημένης κόρης του, μαζί με το επίθετό του.

Ο Auguste Regnaud τιμήθηκε με το παράσημο του αξιωματικού της Λεγεώνας της Τιμής (της οποίας ήταν ιππότης ήδη από το 1813) τον Μάιο του 1831, με το παράσημο του ανώτερου αξιωματικού στις 12 Ιανουαρίου 1849, και με τον μεγαλόσταυρο στις 28 Δεκεμβρίου 1849. Επίσης έλαβε το παράσημο του Τάγματος του Αγίου Ανδρέα, το παράσημο της Αγίας Ελένης, το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Bath στη Μεγάλη Βρετανία, του Ποντιφικού Τάγματος του Πάπα Πίου Θ΄. Η Ελλάδα τον τίμησε με το παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος στις 27 Σεπτεμβρίου 1835. Πέθανε στις Κάννες στις 1 Φεβρουαρίου 1870 και κηδεύθηκε δημοσία δαπάνη. Το σώμα του βρίσκεται στο μαυσωλείο των Invalides.

Ο Auguste Regnaud ήταν άλλη μία σημαντική προσωπικότητα που πέρασε από την Ελλάδα και συνέβαλε στον αγώνα για την ανεξαρτησία της.

 

ΠΗΓΕΣΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Barth Wilhelm – Max Kehrig-Korn, Die Philhellenenzeit, von der Mitte des 18 Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias am 9 Oktober 1831, εκδ. Hueber, Μόναχο 1960.
  • Comité Philhellénique de Paris, Documents relatifs à l’état présent de la Grèce, Paris, Firmin Didot, juin 1826.
  • Debidour Antonin, Le général Fabvier, sa vie militaire et politique, εκδ. Plon-Nourrit et Cie, Παρίσι
  • Frond Victor, Le panthéon des illustrations françaises au XIXe siècle, Paris, Pilon, 1866
  • https://www.napoleon.org Πρόσβαση 3/5/20.
  • Paulin Victor, Guerre d’Italie en 1859, tableau historique, politique et militaire, Paris, Librairie de l’Illustration, 1859.
  • St-Clair William, That Greece might still be free – The Philhellenes in the War of Independence, τ. 1, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο-Νέα Υόρκη
  • Vapereau Gustave, Dictionnaire universel des contemporains, vol. 2. Paris, Hachette et Cie, 1870.
  • Βυζάντιος Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, χ.ε., Αθήνα 1901.
  • Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων, χειρόγραφο 1.697: Henri Fornèsy, «Le monument des philhellènes», 1860.
  • Ηλεκτρονική βάση απονεμηθέντων παρασήμων της Λεγεώνας της Τιμής http://wwwcoulture.gouv.fr/documentation/leonore/leonore.htm, Dossier LΗ22840/50.
  • Ιστορία της οργανώσεως του Ελληνικού Στρατού, 1821-1954, εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα 1955.

 

 

O Κάρολος Νόρμαν (Karl Friedrich Lebrecht von Normann-Ehrenfels) συνδέεται στην Ιστορία άρρηκτα με την οργάνωση, τη δράση και τη μοίρα του Τάγματος των Φιλελλήνων.

Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, ο Νόρμαν γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1784 στη Στουτγάρδη, πρωτεύουσα του κρατιδίου της Βυρτεμβέργης. Ο πατέρας του, κόμης Philipp von Normann, ήταν διακεκριμένος νομικός και χρημάτισε πρωθυπουργός της Βυρτεμβέργης κατά το διάστημα 1806-1812. Ο Κάρολος Νόρμαν ακολούθησε διαφορετική πορεία: σε ηλικία δεκαπέντε ετών αποφάσισε να αφοσιωθεί στη στρατιωτική δράση και κατατάχθηκε στον αυστριακό στρατό, όπου σύντομα διακρίθηκε και έγινε αξιωματικός.

Ήταν η εποχή που ο Ναπολέων επέβαλλε στην Ευρώπη τη δική του τάξη πραγμάτων και η γερμανική Πρωσία αναδεικνυόταν σε μεγάλη δύναμη. Το 1803 ο Νόρμαν μετατάχθηκε στο στρατό της πατρίδας του και όταν η Βυρτεμβέργη συμμάχησε με τον Ναπολέοντα το 1805, άρχισε να συμμετέχει στις γαλλικές εκστρατείες. Το 1806 πολέμησε στο πλευρό του Ναπολέοντα κατά της Πρωσίας, σ’ έναν πόλεμο που έληξε με νίκη του γαλλικού συνασπισμού, τo 1809 προήχθη σε αντισυνταγματάρχη, και το 1810 έγινε διοικητής ενός Συντάγματος Ελαφρού Ιππικού. Ακολούθησε τον Ναπολέοντα στη Ρωσία το 1812 ως επικεφαλής αυτού του σώματος. Εκεί τραυματίσθηκε σοβαρά, αλλά επέζησε και κατάφερε να γυρίσει πίσω με ό,τι είχε απομείνει από το Σύνταγμά του.

Πριν ακόμη επιστρέψουν οι τελευταίοι επιζήσαντες από τη Ρωσία, η Βυρτεμβέργη συγκέντρωνε πάλι δυνάμεις για να στηρίξει τον Ναπολέοντα, που χρειαζόταν στρατό διότι η Πρωσία του είχε κηρύξει πόλεμο. Στη νέα αυτή εκστρατεία συνέβη το γεγονός που σημάδεψε τη στρατιωτική πορεία του Νόρμαν, και ως ένα βαθμό προσδιόρισε την υπόλοιπη ζωή του. Στην πρώτη φάση της μάχης της Λειψίας, σε διάστημα που είχε κηρυχθεί ανακωχή, η ταξιαρχία του Νόρμαν ήλθε αντιμέτωπη με Πρώσους στρατιώτες. Σε κάποια στιγμή, από ένα λάθος του οποίου τον υπαίτιο η Ιστορία ακόμη αναζητά, ξέσπασε μεταξύ τους μάχη. Το αποτέλεσμα ήταν οι Πρώσοι να τραυματισθούν και να αιχμαλωτισθούν και ο Νόρμαν να κατηγορηθεί για παραβίαση της εκεχειρίας. Λίγο αργότερα, στην κύρια φάση της μάχης (Οκτώβριος 1813), ακολουθώντας το παράδειγμα και άλλων γερμανικών κρατών, ο Νόρμαν άλλαξε στρατόπεδο, εγκατέλειψε τον Ναπολέοντα και τάχθηκε υπέρ της Πρωσίας. Έτσι όμως βρισκόταν ταυτόχρονα εκτεθειμένος απέναντι στους Πρώσους, διότι αν και ομοεθνείς του, τους είχε επιτεθεί ενώ πολεμούσαν για την ελευθερία τους, και στον βασιλιά της Βυρτεμβέργης, χωρίς την άδεια του οποίου είχε εγκαταλείψει τον σύμμαχό του Ναπολέοντα. Όταν κατάλαβε ότι κινδύνευε να συλληφθεί για προδοσία, διέφυγε στη Βιέννη.

Είχε αποκλεισθεί από την στρατιωτική ζωή, και του επετράπη να επιστρέψει στην πατρίδα του μόνο το 1817. Εν τω μεταξύ είχε νυμφευθεί την Ελβετίδα Frida von Orelli, με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά, και ζούσε απομονωμένος στο πατρικό κτήμα Ehrenfels στο Metzingen. Εκεί τον προσέγγισαν το 1821, παλιοί σύντροφοί του από το στράτευμα και νεαροί Φιλέλληνες, και του ζήτησαν να βοηθήσει την ελληνική υπόθεση. Τον έπεισαν ότι το όνομά του θα έδινε νέα ώθηση στο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, ότι θα προσέλκυε περισσότερους εθελοντές και ότι θα βοηθούσε να συγκεντρωθούν μεγαλύτερες χρηματικές εισφορές. Πράγματι, αν γινόταν γνωστό ότι ένας επώνυμος στρατιωτικός, αριστοκρατικής καταγωγής, με παιδεία, βετεράνος πολυάριθμων εκστρατειών, θα ηγείτο μίας νέας αποστολής με ευγενείς προθέσεις, αυτό θα ενθουσίαζε την κοινή γνώμη. Ο Νόρμαν δέχθηκε. Πίστευε στην ελληνική υπόθεση, και είχε υψηλό αίσθημα χρέους και αφοσίωσης στον σκοπό που υπηρετούσε το Φιλελληνικό κίνημα της εποχής του. Ήθελε να βοηθήσει την Ελλάδα, αλλά και να αποκαταστήσει το όνομά του. Έτσι άφησε την οικογένειά του και ξεκίνησε για τη Μασσαλία, αφού ορίσθηκε από τα φιλελληνικά κομιτάτα αρχηγός των φιλελλήνων εθελοντών.

O Γερμανός Στρατηγός Karl Friedrich Lebrecht von Normann-Ehrenfels

Ο Κάρολος Nόρμαν επιβιβάσθηκε με 50 περίπου Φιλέλληνες (αυτή ήταν ήδη η 4η αποστολή από το 1821), στο πλοίο Madonna del Rosario με το οποίο ταξίδευσαν στην Ελλάδα. Έφθασαν στο Ναυαρίνο τον Φεβρουάριο του 1822. Μαζί τους είχαν όπλα και πολεμοφόδια, τα οποία είχαν αγοράσει τα φιλελληνικά κομιτάτα της Γερμανίας και της Ελβετίας: δύο κιβώτια με 50 συνολικά τουφέκια γαλλικής κατασκευής, σφαίρες, πυρίτιδα, μολύβι. Εν αναμονή μιας επίσημης πρόσκλησης από την ελληνική κυβέρνηση, ο Νόρμαν άρχισε να εκπαιδεύει τους άνδρες του στα όπλα και έβαλε τεχνίτες να επισκευάσουν τα τείχη.

Τις μέρες εκείνες τουρκικός στόλος εμφανίστηκε στις δυτικές ακτές της Πελοποννήσου και αποβίβασε στρατό για να καταλάβει το Νεόκαστρο. Οι ελάχιστοι υπερασπιστές του ήδη υπέφεραν από έλλειψη τροφίμων και πολεμοφοδίων. Όταν έφθασαν και τουρκικές ενισχύσεις από τη Μεθώνη, η κατάσταση έμοιαζε τόσο κρίσιμη, που και οι τελευταίοι άνδρες άρχισαν να λιποτακτούν. Το φρούριο σώθηκε χάρη στην επέμβαση του Νόρμαν, ο οποίος χρησιμοποίησε τα λιγοστά πυροβόλα που υπήρχαν και με εύστοχες ρίψεις ανάγκασε τα τουρκικά πλοία να αποχωρήσουν. Έτσι απέτρεψε την επίθεση και εγκαινίασε με επιτυχία την πολεμική του δράση σε ελληνικό έδαφος.

Τις επόμενες ημέρες ο Νόρμαν επισκέφθηκε στην Τρίπολη την Πελοποννησιακή Γερουσία, όπου έγινε πολλές φορές δεκτός με μεγάλες τιμές. Σε μια επιστολή του που έγραψε κατά το διάστημα της παραμονής του στην πόλη, εκθέτει τις σκέψεις του για την ελληνική κατάσταση: “Ο τρόπος με τον οποίο οι Τούρκοι φέρονταν προηγουμένως στους Έλληνες είναι τόσο εξοργιστικός, που και ο αυστηρότερος άνθρωπος δεν μπορεί να μη συγχωρήσει στους Έλληνες τις ωμότητες που διέπραξαν τις πρώτες ημέρες του αγώνα. Δεν υπάρχει οικογένεια που να μη θέλει να εκδικηθεί για κάποια βαρβαρότητα του παρελθόντος. […]. Κάτι σημαντικό θα συμβεί αυτό το καλοκαίρι, πιστεύω ότι οι Έλληνες πολεμούν πολύ καλά στα βουνά τους και δεν κινδυνεύουν να χάσουν όσα κέρδισαν. Με λίγη πειθαρχία θα σχημάτιζαν το καλύτερο ελαφρύ πεζικό του κόσμου. Είναι δυστυχία που δεν έχουν όπλα”.

Από την Τρίπολη έγραψε και στη γυναίκα του: “Δεν ξέρω πότε θα επιστρέψω. Ο πόλεμος θα διαρκέσει πολύ καιρό ακόμη. Ελπίζω να μείνω στον Μοριά και αν σταθώ τυχερός όσο στο Ναβαρίνο, θα μπορέσω να σου προσφέρω μια ευχάριστη διαμονή σ’ αυτόν τον όμορφο τόπο”.

Εν τω μεταξύ ο Μαυροκορδάτος, πρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης (Εκτελεστικού) από τον Ιανουάριο 1822, σχεδίαζε την εκστρατεία στην Ήπειρο, με στόχο την κατάληψη της Άρτας και την ανακούφιση των Σουλιωτών. Ο Μαυροκορδάτος οραματιζόταν ένα νεοελληνικό κράτος δυτικοευρωπαϊκού προσανατολισμού, και επιθυμούσε να αποδείξει τη χρησιμότητα των Φιλελλήνων και την αποτελεσματικότητα του τακτικού στρατού. Η παρουσία του Στρατηγού Νόρμαν αποτελούσε μία ευκαιρία για την οργάνωση μίας σημαντικής εκστρατείας στην Ήπειρο.

Έτσι σχηματίστηκαν στην Κόρινθο τρία σώματα τακτικού στρατού:

1) ένα τμήμα Επτανησίων μαχητών υπό τον Σ. Πανά,

2) ένα μικτό Σύνταγμα από Έλληνες και Φιλέλληνες υπό τον Ιταλό Φιλέλληνα Tarella, και

3) το Τάγμα των Φιλελλήνων υπό τον επίσης Ιταλό Φιλέλληνα Dania. Το τάγμα αυτό απαρτιζόταν από δύο λόχους. Ο ένας λόχος αποτελείτο από Γάλλους και Ιταλούς, και ο άλλος από Γερμανούς και Πολωνούς. Η διαίρεση αυτή στο Τάγμα των Φιλελλήνων αντικατόπτριζε τον διαχρονικό ανταγωνισμό μεταξύ Γερμανών και Γάλλων, που δυστυχώς μερικές φορές εκδηλωνόταν με κάποιες παρενέργειες στο Τάγμα, κάποτε και με ιδιαίτερη ένταση.

Στα τακτικά σώματα είχαν ενταχθεί 200 Επτανήσιοι και 320 Φιλέλληνες. Οι δυνάμεις των ατάκτων αποτελούντο από 1500 άτομα, με οπλαρχηγούς από την Πελοπόννησο, την Δυτική Στερεά Ελλάδα, το Σούλι και την Δυτική Μακεδονία.

Ο J.D. Elster, εξιστορεί στο βιβλίο του Das Bataillon der Philhellenen, 1828, το ιστορικό της εκστρατείας των Φιλελλήνων στην Ελλάδα και την μάχη του Πέτα (Συλλογή ΕΕΦ).

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ, ότι η συμπαράταξη Γερμανών και Γάλλων σε μία κοινή στρατιωτική μονάδα, με στόχο να πολεμήσουν εναντίον ενός κοινού εχθρού και να υπερασπισθούν μαζί ίδια ιδανικά, μόνο ως ουτοπία μπορούσε να εκληφθεί την εποχή αυτή. Τα φιλελληνικά ιδεώδη, και η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας, λειτούργησαν όμως θαυματουργά σαν συνδετικός κρίκος. Οι λαοί της Ευρώπης χρειάσθηκαν περισσότερα από 100 χρόνια, για να συνειδητοποιήσουν την κοινή τους μοίρα, και με βάση πάλι τις ίδιες αρχές και αξίες, να σχεδιάσουν την Ενωμένη Ευρώπη.

Ειδικά σε ότι αφορά το Τακτικό Σώμα, αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό είχε συστήσει πρώτος ο Γάλλος στρατιωτικός, Φιλέλληνας και ηρωική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, Baleste. Παρά τις αντιξοότητες, την έλλειψη υποστήριξης και πόρων, αλλά και την αντίθεση των οπλαρχηγών που δεν επιθυμούσαν την ανάπτυξη τακτικού στρατού, ο Baleste είχε ήδη κάνει πολύ καλή δουλειά σε ότι αφορούσε την εκπαίδευση των στρατιωτών του Τακτικού Σώματος. Στη συνέχεια βοήθησε στην εκπαίδευση και ο Στρατηγός Νόρμαν, και οι αξιωματικοί του, οι οποίοι ήταν όλοι ιδιαίτερα εμπειροπόλεμοι, από την πολυετή συμμετοχή τους σε πολλούς από τους Ναπολεόντιους πολέμους.

Όπως ήδη σημειώθηκε, εκτός από τα τακτικά σώματα, συμμετείχαν στις Ελληνικές δυνάμεις και τμήματα ατάκτων, τα οποία ακολουθούσαν μία σειρά από οπλαρχηγούς, με πρώτο τον Μάρκο Μπότσαρη. Ένας από τους οπλαρχηγούς ήταν και ο Γώγος Μπακόλας. Γενικός αρχηγός των Ελληνικών Δυνάμεων ήταν ο Μαυροκορδάτος, ενώ ο Στρατηγός Νόρμαν είχε ορισθεί διοικητής των τριών τακτικών σωμάτων. Τέλος Μαΐου του 1822 ο στρατός ξεκίνησε από την Κόρινθο για την Ήπειρο, με ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την Πάτρα. Οι μονάδες των φιλελλήνων κινούντο σε πολλά σημεία με συντεταγμένο και εντυπωσιακό τρόπο, ενώ παιάνιζε η μπάντα τους. Οι πληθυσμοί που συναντούσαν στο πέρασμά τους, τους υποδέχονταν με μεγάλο ενθουσιασμό. Από την περιοχή της Πάτρας, την οποία τότε πολιορκούσαν Ελληνικές δυνάμεις, πέρασαν με πλοία στην δυτική Στερεά Ελλάδα. Στην πορεία, ο στρατός αυτός κινήθηκε βόρεια, με στόχο να πλησιάσει στην Άρτα.

Ο ιδιαίτερα έμπειρος Στρατηγός Νόρμαν έβλεπε με ανησυχία πολλά προβλήματα στρατηγικής. Για παράδειγμα, τον προβλημάτιζε ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι αποφάσεις και οι κινήσεις ήταν αργές. Αντί να κινηθούν οι Ελληνικές δυνάμεις γρήγορα προς την Άρτα, χωρίς να επιτρέψουν στους Τούρκους να συγκεντρώσουν στρατό και να έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων, άφησαν να χαθεί πολύτιμος χρόνος. Από την μία οι Τούρκοι συγκέντρωναν ήσυχοι δυνάμεις με άνεση χρόνου, και από την άλλη, ο Ελληνικός στρατός ταλαιπωρείτο, και άρχιζε να αντιμετωπίζει ασθένειες και έλλειψη τροφίμων. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα ήταν η συμπεριφορά των ατάκτων. Και ιδιαίτερα του οπλαρχηγού Μπακόλα. Τον Νόρμαν, και τους επιτελείς του, ανησυχούσε πως θα ενσωματώνονταν στο σχέδιο της μάχης, μονάδες ατάκτων. Μάλιστα ήδη πολλές ημέρες πριν την έναρξη της πορείας προς την Άρτα, είχαν ήδη κυκλοφορήσει φήμες ότι ο Μπακόλας τηρούσε μία παράξενη στάση και ότι είχε σχέση με τους Τούρκους. Κανείς βέβαια δεν μπορούσε να πιστεύσει ότι θα ήταν δυνατόν, ένας Έλληνες να προδώσει τον αγώνα των συμπατριωτών του. Ο Νόρμαν, για λόγους ευγένειας δεν αμφισβήτησε τις διαβεβαιώσεις και την ηγεσία του Μαυροκορδάτου, και προσπαθούσε να κάνει πάντα το καλύτερο, με δεδομένες τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί.

Αναπαράσταση της μάχης στο Κομπότι. Έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, παραγγελία του Στρατηγού Μακρυγιάννη (Συλλογή ΕΕΦ).

Η πρώτη συνάντηση με τους Τούρκους έλαβε χώρα στο Κομπότι στις 22 Ιουνίου 1822. Πριν τη μάχη ο γενναίος Στρατηγός και μεγάλος Φιλέλληνας Νόρμαν εξέθεσε το σχέδιό του. Σύμφωνα με αυτό, “οι Φιλέλληνες, ως τακτικοί στρατιώτες, δεν πρέπει ν’ αναζητούν τις κορυφές των βουνών για να αμύνονται άνετα, αλλά να μένουν στα σπουδαία και επικίνδυνα σημεία και να μη χάνουν την ευκαιρία να αναμετρηθούν με τον εχθρό”. Γι’ αυτό παρέταξε το Σύνταγμα και το Τάγμα των Φιλελλήνων σε κρίσιμα σημεία στους πρόποδες των υψωμάτων, λαμβάνοντας και ο ίδιος θέση στην πρώτη γραμμή της μάχης. Η εχθρική επίθεση αποκρούστηκε με επιτυχία και οι Τούρκοι απωθήθηκαν προς την Άρτα με σοβαρές απώλειες. Η μάχη αυτή, στην οποία διοίκηση άσκησε μόνον ο Νόρμαν, ήταν η πρώτη λαμπρή επιτυχία της εκστρατείας και αναπτέρωσε το ηθικό των ανδρών. Ο γιατρός του Τάγματος Elster αφηγείται στο έργο του το Τάγμα των Φιλελλήνων, ότι μετά το τέλος της μάχης, όταν ο Νόρμαν επέστρεψε τελευταίος από το πεδίο της μάχης στο στρατόπεδο, ακόμη και οι Γάλλοι στρατιώτες τον υποδέχτηκαν με την κραυγή “Ζήτω ο γενναίος Νόρμαν!”.

Από το Κομπότι οι Φιλέλληνες, ήδη καταπονημένοι από κόπωση, ασθένειες, πείνα και δίψα, έφυγαν εσπευσμένα με νυχτερινή πορεία προς το Πέτα, όπου μετακινούνταν οι Τούρκοι. Εδώ συγκεντρώθηκαν και οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις, και άρχισε η προετοιμασία της μάχης.

Αναπαράσταση της μάχης του Πέτα. Έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, παραγγελία του Στρατηγού Μακρυγιάννη (Συλλογή ΕΕΦ).

Στο πολεμικό συμβούλιο των αρχηγών ανέκυψαν διαφωνίες για δύο ζητήματα: 1) Για τη θέση του τακτικού στρατού σε σχέση με τους ατάκτους. Δηλαδή, ποιοι θα αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή και ποιοι τα μετόπισθεν, και 2) για το αν έπρεπε ή όχι να χρησιμοποιηθούν οχυρώματα (ταμπούρια). Για το πρώτο επικράτησε η άποψη οι δυνάμεις να τοποθετηθούν κυκλικά γύρω από το Πέτα. O Νόρμαν δυσαρεστήθηκε από την απόφαση αυτή και αντιλαμβανόμενος τη μειονεκτική θέση της ελληνικής πλευράς, ένιωσε την υποχρέωση να εκθέσει τις ανησυχίες του με επιστολή προς τον Μαυροκορδάτο. Ο Μαυροκορδάτος, αν και ήταν ο αρχηγός των Ελληνικών δυνάμεων, απουσίαζε από το πεδίο της μάχης. Είχε εγκαταστήσει το αρχηγείο του στη Λαγκάδα, έξι ώρες μακριά από το Πέτα. Στην επιστολή του ο Νόρμαν τόνιζε ότι οι τακτικοί στρατιώτες αριθμούσαν πλέον μόλις 515. Επίσης σημείωνε ότι φοβόταν ότι ο Μπακόλας θα εγκατέλειπε τη θέση του και ότι οι υπόλοιποι άτακτοι δεν θα ήταν σε θέση να βοηθήσουν. Ο Μαυροκορδάτος δεν πείστηκε και το σχέδιο μάχης δεν άλλαξε. Και πάλι ο έμπειρος Νόρμαν, δέχθηκε για λόγους ευγενείας την απόφαση αυτή.

Μετά τη διαφωνία των αρχηγών σχετικά με τα οχυρώματα, επικράτησε η άποψη ότι έπρεπε να κατασκευαστούν. Όπως μάλιστα βεβαιώνουν πολλές πηγές, τα “ταμπούρια” χρησιμοποιήθηκαν και από Φιλέλληνες. Πρόκειται για μία σπάνια περίπτωση κατά την οποία Ευρωπαίοι στρατιώτες πολέμησαν με τον “ελληνικό τρόπο”. Δηλαδή, με τις μεθόδους των ατάκτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Φιλέλληνες είχαν ένα διαφορετικό κώδικα γενναιότητας και τιμής, ο οποίος προκύπτει από μία θέση που αποδίδεται στον Ντάνια: «τα ταμπούρια μας είναι τα στήθη μας».

Έγιναν και άλλα λάθη όμως, τα οποία ο Στρατηγός Νόρμαν δεν μπόρεσε να σταματήσει γιατί δεν είχε τον έλεγχο. Μετά την μάχη στο Κομπότι, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης με το Σώμα του, επέστρεψε στην Πελοπόννησο, έπειτα από εντολή τού πατέρα του, πράγμα για το οποίο κατακρίθηκε. Την ίδια στιγμή, αναχώρησαν 1200 μαχητές προς τον βορρά, για να βοηθήσουν τους Σουλιώτες. Μαζί τους ήταν οι Μάρκος Μπότσαρης, Καρατάσος, Αγγελής Γάτσος, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Αλεξάκης Βλαχόπουλος και Αντρέας Ίσκος. Οι 1200 αυτοί μαχητές δεν μπόρεσαν καν να πλησιάσουν το Σούλι. Οι Τούρκοι τους σταμάτησαν στο χωριό Πλάκα στις 29 Ιουνίου 1822 και τους συνέτριψαν. Όσοι επέζησαν επέστρεψαν στο Πέτα. O Olivier Voutier αναφέρει στο βιβλίο του ότι ο Γώγος Μπακόλας («αυτός ο δόλιος γέροντας»), παρέσυρε τον Μάρκο Μπότσαρη να κινηθεί προς το Σούλι, και μόλις αυτός ξεκίνησε, ειδοποίησε τους Τούρκους για να τον παγιδεύσουν στην Πλάκα.

Την ημέρα της μάχης του Πέτα, έφθασε επίσης στην Σπλάντζα ένα Σώμα Μανιατών με τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη για να βοηθήσει τους Έλληνες, το οποίο όμως δεν εντάχθηκε και πάλι σωστά σε ένα ενιαίο στρατηγικό σχέδιο. Ένα σώμα Σουλιωτών έφθασε εκεί και ενώθηκε μαζί τους, για να αντιμετωπίσουν τις Τουρκικές δυνάμεις που εστάλησαν για να τους απωθήσουν. Στην μάχη αυτή εφονεύθη ο ίδιος ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης.

Όλες αυτές οι κινήσεις ήταν εκτός γενικού συντονιστικού σχεδίου, και δυσχέραιναν το έργο των Ελληνικών δυνάμεων που θα αντιμετώπιζαν την κύρια επίθεση των Τούρκων. Και πάλι όμως, παρά τον μικρό αριθμό τους, οι δυνάμεις αυτές μπορούσαν ακόμη να νικήσουν.

Στις 16 Ιουλίου 1822 τα χαράματα ξεκίνησε η επίθεση των τουρκικών δυνάμεων που είχαν φθάσει από την Άρτα (7000 με 8000). Ο Νόρμαν ξύπνησε τους άνδρες, τους εμψύχωσε με θερμά λόγια και επιθεώρησε έφιππος όλες τις θέσεις. “Σαν θεός του πολέμου”, κατά τον Elster, διέτρεχε το πεδίο της μάχης για να βοηθήσει όπου υπήρχε ανάγκη. Στην αρχή οι δυνάμεις των Φιλελλήνων και το Τακτικό Σώμα απωθούσαν τα πολυάριθμα στρατεύματα των εχθρών με μεγάλη επιτυχία. Οι διαρκείς και συντονισμένες βολές θέριζαν τους επιτιθέμενους. Το κλειδί της επιτυχίας στον τρόπο αυτό του πολέμου, είναι οι στρατιώτες να παραμένουν ψύχραιμοι, να γεμίζουν διαρκώς και γρήγορα τα όπλα τους, να πυροβολούν με ομοβροντίες, και κυρίως να κρατούν τη θέση τους, χωρίς να επιτρέπουν ρήγμα, στις τάξεις τους. Το Σύνταγμα και το Τάγμα των Φιλελλήνων αποτελούσαν ένα αδιαπέραστο τοίχος. Όπως σημειώνει και ο St Clair στο έργο του, η άριστη εκπαίδευση που είχε αρχίσει ο Γάλλος Φιλέλληνας Baleste, απέδιδε τους καρπούς της.

Δυστυχώς όμως ξαφνικά συνέβη το μοιραίο. Ο οπλαρχηγός Μπακόλας και οι άνδρες του εγκατέλειψαν προδοτικά τις θέσεις του (στη συνέχεια ο Μπακόλας αυτομόλησε οριστικά στους Τούρκους). Οι τουρκικές δυνάμεις εκμεταλλεύθηκαν το κενό αυτό, και προσέβαλαν τα νώτα των συμπαγών θέσεων του Συντάγματος και του Τάγματος των Φιλελλήνων, με αποτέλεσμα τα δύο σώματα να αποκοπούν μεταξύ τους. Στην πρώτη προσπάθεια του Συντάγματος να επανενωθεί με το Τάγμα, ο αρχηγός Tarella έπεσε νεκρός και το Σύνταγμα άρχισε να υποχωρεί. Τότε τέθηκε επικεφαλής ο μεγάλος αυτός άνδρας, Στρατηγός Νόρμαν και το οδήγησε πάλι στη μάχη, με συγκλονιστικά λόγια: “Για τη σωτηρία των Φιλελλήνων! Νίκη ή θάνατος!”. Στην έφοδο που ακολούθησε, ο Νόρμαν δέχτηκε μια σφαίρα στο στήθος και μεταφέρθηκε στα μετόπισθεν για να αντιμετωπισθεί το σοβαρό τραύμα του. Προοδευτικά το Σύνταγμα άρχισε να υποχωρεί και αποτελούσε πλέον εύκολο στόχο για τους Τούρκους ιππείς. Οι Φιλέλληνες είχαν εγκαταλειφθεί από όλες τις δυνάμεις των ατάκτων. Οι δυνάμεις των Φιλελλήνων και Επτανησίων, γνώρισαν μία θλιβερή και άδικη πανωλεθρία. Περικυκλώθηκαν από τον εχθρό σε ένα εκτεθειμένο σημείο και αποδεκατίσθηκαν.

Ακολούθησαν συγκλονιστικές σκηνές απίστευτου ηρωισμού. Ο Ντάνια που εμψύχωνε τους στρατιώτες του μέχρι τελευταία στιγμή, βρήκε φρικτό θάνατο. Δεκαπέντε Πολωνοί με αρχηγό τους τον Πολωνό αξιωματικό Mierzewski, συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο κέντρο του Πέτα και πολέμησαν με απίστευτη γενναιότητα, φθάνοντας να μάχονται ακόμη και στην σκεπή της εκκλησίας. Σκοτώθηκαν όλοι ηρωικά. Ένας Γάλλος αξιωματικός, ο Mignac (ο οποίος είχε συγκρουσθεί με Γερμανούς φιλέλληνες κατά την διάρκεια της εκστρατείας), πολέμησε και αυτός με μοναδική γενναιότητα. Οι Τούρκοι επιχειρούσαν να τον συλλάβουν ζωντανό επειδή φορούσε εντυπωσιακή στολή και θεωρούσαν ότι αυτός ήταν ο Στρατηγός Νόρμαν, αρχηγός των Φιλελλήνων. Ο Mignac αρνήθηκε να παραδοθεί και μαχόταν γενναία. Στο τέλος, σοβαρά τραυματισμένος στο πόδι, επειδή δεν μπορούσε να σταθεί, στηρίχθηκε στον κορμό μίας ελιάς για να παραμείνει όρθιος και μαχόμενος συνεχώς προς όλες τις κατευθύνσεις, εξουδετέρωσε δεκατέσσερεις Τούρκους. Το σώμα του ήταν γεμάτο πληγές, και όταν έσπασε το σπαθί του, αυτοκτόνησε κόβοντας τον λαιμό του.

Από τους εθελοντές του τακτικού σώματος σκοτώθηκαν 160 Επτανήσιοι και Φιλέλληνες (το ένα τρίτο). Πολλοί ήταν και οι αιχμάλωτοι, που οδηγήθηκαν στην Άρτα και θανατώθηκαν αφού βασανίστηκαν και εξευτελίσθηκαν με φρικτό τρόπο. Πολλοί Φιλέληνες υποχρεώθηκαν να περπατούν επί ώρες γυμνοί, κρατώντας στα χέρια τους τα κομμένα κεφάλια των συντρόφων τους.

Οι λίγοι επιζήσαντες συγκεντρώθηκαν στη Λαγκάδα, ανάμεσά τους και η τραγική φιγούρα της ημέρας, ο ευγενής και γενναίος Στρατηγός Νόρμαν. Όπως και μετά τη μάχη στο Κομπότι, έτσι και αυτή τη φορά έφθασε στο στρατόπεδο τελευταίος πάνω στο ετοιμοθάνατο άλογό του και παρουσιάστηκε στον Μαυροκορδάτο στον οποίο ανέφερε τα εξής: “Τα χάσαμε όλα, Υψηλότατε, εκτός απ’ την τιμή μας!”. Το Τάγμα των Φιλελλήνων, και εκατοντάδες ενθουσιώδεις Ευρωπαίοι Φιλέλληνες, και Επτανήσιοι, δεν υπήρχαν πια.

Μνημείο στο Πέτα, στην μνήμη των πεσόντων Φιλελλήνων στην μάχη του Πέτα.

Με την πικρία της οριστικής ήττας και της προδοσίας που την προκάλεσε, ο Στρατηγός Νόρμαν (ο οποίος έφερε πλέον και ένα βαρύτατο τραύμα) κατευθύνθηκε μαζί με τους συντρόφους του στο Μεσολόγγι. Συνέχισε να προσφέρει και βοήθησε στην οχύρωση της πόλης. Λίγο αργότερα πέθανε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους (1822), νικημένος από τις επιπλοκές του τραύματος, υψηλό πυρετό και το ψυχικό βάρος της ευθύνης για την μάχη στο Πέτα. Είχε παρασύρει με τη φήμη του νέους ανθρώπους να έλθουν να πολεμήσουν για την ελευθερία της Ελλάδας, και είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να τους οδηγήσει στη νίκη. Τον βασάνιζε όμως το ότι είχε διαπιστώσει τα λάθη και τους κινδύνους, και την καταστροφή που θα μπορούσαν να προκαλέσουν, και θα μπορούσε να τα αποφύγει αν είχε επιχειρήσει να επιβάλλει τις απόψεις του και την στρατιωτική του αυθεντία. Δυστυχώς δεν το έκανε από σεβασμό προς την Ελληνική διοίκηση.

Οι κρίσεις των συναγωνιστών στην Ελλάδα του μεγάλου Φιλέλληνα Στρατηγού Νόρμαν για τον αρχηγό τους, όπως καταγράφονται σε ημερολόγια και απομνημονεύματα, είναι πολλαπλές. Πολλοί τον αναφέρουν ως “το άνθος του ιπποτικού σμήνους των Φράγκων”, έναν θαρραλέο και μορφωμένο πολεμιστή, λογικό, προσηνή και αγαπητό σαν πατέρα στους στρατιώτες. Άλλοι του αποδίδουν με βάση τις εξελίξεις στο Πέτα, αλλά και σε γεγονότα που ανάγονται στο 1813 και στις διαφορές μεταξύ Πρώσων και Γάλλων, έλλειψη αυτοπεποίθησης και αναποφασιστικότητα.

Εκείνο πάντως που κανείς δεν του αμφισβητεί, είναι τα γνήσια και ανιδιοτελή φιλελληνικά του αισθήματα, η γενναιότητά του και η ειλικρινής αφοσίωσή του στο συμφέρον της Ελλάδας. Εν τέλει, είναι αυτές οι αρετές του, που δεν του επέτρεψαν να απαιτήσει τον απόλυτο έλεγχο των στρατιωτικών δυνάμεων από τον Μαυροκορδάτο, και να δεχθεί ότι θα μπορούσαν ποτέ Έλληνες να προδώσουν τους συμπολεμιστές τους, Έλληνες και Φιλέλληνες.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι μετά την μάχη στο Πέτα, έλαβε χώρα στο Αιτωλικό μία επιβλητική επιμνημόσυνη δέηση, στην οποία συμμετείχε όλος ο κλήρος και ο λαός της περιοχής. Την τελετή αυτή και την οδύνη στα πρόσωπα των Ελλήνων και Φιλελλήνων (μεταξύ άλλων και του ίδιου του Μαυροκορδάτου που ήταν συντετριμμένος), περιγράφει στο έργο του ο Γάλλος φιλέλληνας Raybaud.

Η προσφορά του Νόρμαν στην Ελληνική Επανάσταση τιμήθηκε πρώτα στο Μεσολόγγι, όπου ένα από τα κανονιοστάσια των οχυρωματικών έργων του 1825-26 έφερε το όνομά του. Εκεί τάφηκε η σωρός του μεγάλου Φιλέλληνα. Το σημείο αυτό του οχυρού αυτό ανατινάχθηκε ολοσχερώς κατά την άλωση του Μεσολογγίου από τους Τούρκους.

Το μνημείο των Γερμανών Φιλελλήνων στο Μεσολόγγι. Το όνομα του Στρατηγού Νόρμαν αναφέρεται πρώτο.

Το όνομα του Στρατηγού Νόρμαν κατέχει κεντρική θέση και στο Μνημείο των Φιλελλήνων της Καθολικής εκκλησίας του Ναυπλίου.

Ο καθολικός ναός της Μεταμόρφωσης στο Ναύπλιο και η αψίδα στην μνήμη των Φιλελλήνων στην είσοδο του. Σε αυτήν αναφέρεται και το όνομα του Στρατηγού Νόρμαν.

Ένας μικρός δρόμος στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, κάθετος στην οδό Ερμού, φέρει το όνομά του «Οδός Νορμάνου».

Η οδός Νορμάνου, φέρει το όνομα του Στρατηγού Νόρμαν

Τον αγώνα του για την ελευθερία των Ελλήνων μνημονεύει και μια πέτρινη στήλη του 1830 στο Waldkirchen της Βαυαρίας. Τέλος, το όνομα του είναι επίσης γραμμένο με χρυσά γράμματα, μαζί με αυτό άλλων αγωνιστών του 1821, και Φιλελλήνων, όπως του Λόρδου Βύρωνος και του Φαβιέρου, στα Προπύλαια στο Μόναχο.

Τα Προπύλαια στο Μόναχο. Σύμβολο της Ελληνο-Βαυαρικής φιλίας και μνημείο του Ελληνικού Αγώνα για την Ανεξαρτησία.

Το όνομα του Στρατηγού Νόρμαν στο εσωτερικό των Προπυλαίων του Μονάχου.

Ο Στρατηγός Νόρμαν είχε τιμηθεί από την Γαλλία με το παράσημο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής στις 10 Δεκεμβρίου 1808.

Η Ελλάδα και οι Έλληνες θα τρέφουν αιωνίως αισθήματα απέραντης ευγνωμοσύνης για τον εμβληματικό αυτόν ευγενή Γερμανό Στρατηγό και θα τον τιμούν πάντα για την ηρωική συμβολή του στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδος.

 

Βιβλιογραφία και πηγές:   

  • William St Clair, That Greece might still be free, 2008 (1972).
  • J.D. Elster, Das Bataillon der Philhellenen, 1828 (ελλην. μετάφραση Χρ. Οικονόμου, 2010).
  • Eugen Schneider, Normann-Ehrenfels, Karl Graf von, Allgemeine Deutsche Biographie 24 (1887).
  • K.Dieterich, Deutsche Philhellenen in Griechenland 1821-1822, 1929.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τ. ΙΒ’, Η ελληνική επανάσταση, 1975.
  • Ν. Κανελλόπουλος – Ν. Τόμπρος, Η στρατιωτική δράση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού 2017.
  • ανών., Normann-Ehrenfels, Supplément à la Galerie historique des contemporains (tome 2), 1830.
  • Samuel Gridley Howe, Historical Sketch of the Greek Revolution, M.D. New York, 1828.
  • Emil von Normann: Geschichte der Gesammt-Familie von Normann. Ulm 1894, S. 148–152.
  • Regine Quack-Manoussakis: Der Deutsche Philhellenismus während des griechischen Freiheitskampfes 1821–27. München 1984.
  • Frank Ackermann: Von Ehrenfels nach Missolunghi. Das abenteuerliche Leben des Generals Carl Graf von Normann-Ehrenfels. Kilchberg 2012.
  • Graf Normann’sche Familienpapiere. — Starklof, Geschichte des königl. würtembergischen vierten Reiterregiments.

 

 

 

Ο Frank Abney Hastings (Φραγκίσκος Αμπνεϊ Άστιγξ) (1794-1828), ήταν Βρετανός στρατιωτικός και Φιλέλληνας, με μεγάλη δράση και συνεισφορά σε όλη τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας.

Γεννήθηκε το 1794 και ήταν δευτερότοκος γιος του Βαρόνου και στρατηγού του Βρετανικού πεζικού Charles Hastings, ενδεκάτου Κόμητος του Huntingdon (Francis Hastings, 10th Earl of Huntingdon) και της Parnell Abney. Και οι δύο του γονείς ήταν ευγενείς και ιδιαίτερα εύποροι οικονομικά, και ο γιός τους θα μπορούσε να έχει μία άνετη ζωή. Για να γίνει κατανοητή η καταγωγή του Frank Abney Hastings, επισημαίνουμε εδώ ότι η οικογένεια των Hastings είχε πολλά διακεκριμένα μέλη. Για παράδειγμα, ο Warren Hastings, ο πρώτος Γενικός Κυβερνήτης της Ινδίας, ήταν εξάδελφος του Frank. Ακόμη, ο σημαντικός στρατιωτικός πολιτικός, Francis Rawdon-Hastings, μετέπειτα  κυβερνήτης της Ινδίας (από το 1813 έως το 1823), ήταν εξάδελφος του πατέρα του.

Ο πατέρας του Frank διαπίστωσε το ενδιαφέρον του γιού του στα ναυτικά θέματα, και τον κατηύθυνε να ενταχθεί από μικρός στο βασιλικό ναυτικό. Έτσι ο Frank Abney Hastings κατετάγη στο ναυτικό στην τρυφερή ηλικία των 9 περίπου ετών, κατά την οποία οι συνομήλικοί του ήταν υπό την εποπτεία της οικογένειάς τους ή νταντάδων. Ο μικρός Hastings απέκτησε γρήγορα σημαντική ναυτική εμπειρία, και μάλιστα από τη συμμετοχή του σε πολεμικές επιχειρήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ήταν 11 ετών, έλαβε μέρος ενεργά στην εμβληματική ναυμαχία του Τραφάλγκαρ και υπηρετούσε στο δίκροτο «Neptune» (Ποσειδών) που ανήκε στον στόλο του ναυάρχου Nelson. Στην ναυμαχία αυτή, η πρύμνη και ένα μεγάλο τμήμα του πλοίου ανατινάχθηκαν στον αέρα. Ο Hastings συμμετείχε ακόμη και στη μάχη της Νέας Ορλεάνης το 1815.

Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο Βρετανικό Ναυτικό γνώρισε όλες τις θάλασσες του κόσμου,  είχε μία επιτυχή σταδιοδρομία επί δεκαπέντε συναπτά έτη, εξειδικεύθηκε στο πυροβολικό και έφθασε στον βαθμό πλοιάρχου.

Το 1807 ο Hastings μετατέθηκε στη φρεγάτα 42 κανονιών «Seahorse» (Ιππόκαμπος), με αποστολή την παρακολούθηση γαλλικών πλοίων μεταξύ της Τουλόν και των Ιονίων νήσων (τότε υπό Γαλλική κυριαρχία). Στη φάση αυτή της καριέρας του, ο Hastings γνώρισε καλά τις Ελληνικές θάλασσες, και μάλιστα συμμετείχε ήδη σε επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων (κάτι που δεν αναφέρεται στις περισσότερες βιογραφίες του). Στις 5 Ιουλίου 1808, το πλοίο του ήρθε αντιμέτωπο, μεταξύ Σκοπέλου και Αλοννήσου, με δύο τουρκικά πλοία, το «Badere-i-Zaffer» (με 52 κανόνια) και το «Alis Fezan» (με 26 κανόνια). Το πλοίο του Hastings ήταν σε μειονεκτική θέση. Όμως χάρη στην υποδειγματική πειθαρχεία του πληρώματος και την υψηλή κατάρτιση των Βρετανών ναυτικών, μετά από δύο ημέρες συγκρούσεων, το «Seahorse» κυρίευσε το «Badere-i-Zaffer», ενώ το «Alis Fezan» τράπηκε σε φυγή.

Ο Hastings προάγεται και μετατίθεται στην εμβληματική φρεγάτα 105 κανονιών, «Victory» (Νίκη). Γνωστή ως ναυαρχίδα του ναυάρχου Nelson στη ναυμαχία του Trafalgar. Στη συνέχεια υπηρέτησε σε πολλά άλλα πλοία, ανέλαβε πολεμικές και επιστημονικές αποστολές, και γνώρισε όλες τις θάλασσες της Βαλτικής, της Αμερικής, της Ασίας και της Κίνας.

Το 1819 είχε αναλάβει κυβερνήτης του υδρογραφικού πλοίου «Kangaroo», με το οποίο έφθασε στο λιμάνι της Τζαμάικα. Εκεί διαπληκτίσθηκε με τον ναύαρχο, ο οποίος τον κατηγόρησε για λανθασμένη διαδικασία αγκυροβολίου (τοποθέτησε την άγκυρά του σε σημείο που δυσκόλευε τις κινήσεις της ναυαρχίδας), και μάλιστα τον προσέβαλε (πιθανότατα άδικα) δημόσια σε όλο το πλήρωμα. Ο Hastings θίχθηκε ιδιαίτερα για τον δημόσιο χαρακτήρα της επίπληξης αυτής, και έφθασε στο σημείο να καλέσει τον ναύαρχο σε μονομαχία. Μάλιστα θεώρησε τη συμπεριφορά αυτή τόσο άδικη, που αρνήθηκε ακόμη και να καταθέσει στην Επιτροπή που ορίσθηκε για να διαλευκάνει την υπόθεση. Η πράξη του αυτή τον οδήγησε εκτός του αγγλικού βασιλικού ναυτικού.

Επέστρεψε στην Αγγλία, και μετά από λίγο αναχώρησε το 1820 για τη Γαλλία. Έμεινε ένα χρόνο σε φιλική του οικογένεια στην Caen και μετά μετέβη στο Παρίσι. Εκεί γνώρισε τον Έλληνα από τη Ρωσία, Νικόλαο Καλλέργη, ο οποίος έγινε και παρέμεινε στενός του φίλος μέχρι το τέλος της ζωής του. Στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με πολλούς φιλέλληνες και ανακάλυψε το έργο του Λόρδου Βύρωνος.

Λόρδος Βύρων. Πορτραίτο 19ου αιώνα. Λάδι σε καμβά. Συλλογή ΕΕΦ.

Τον ενθουσίασε ο αγώνας των Ελλήνων και άρχισε να τον στηρίζει ενεργά. Σύντομα αποφάσισε να ταξιδεύσει στην Ελλάδα και να καταταγεί ως εθελοντής στις δυνάμεις των Ελλήνων επαναστατών. Το ταξίδι αυτό το είχε προετοιμάσει πολύ καλά, με επίγνωση της αποστολής του. Για τον σκοπό αυτό προμηθεύθηκε και διάφορα όργανα χρήσιμα για το πυροβολικό, με στόχο να είναι όσο περισσότερο χρήσιμος μπορούσε στις ελληνικές δυνάμεις. Μαζί του είχε και μία πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη με έργα των Edward Gibbon, Shakespeare, Walter Scott, κλπ.

Μετέβη στη Μασσαλία της Γαλλίας, και από εκεί αναχώρησε για την Ελλάδα με το Σουηδικό πλοίο «Trondjem», στις 3 Απριλίου 1822, μαζί με άλλους εθελοντές και τον Αμερικανό φιλέλληνα George Jarvis. Στα τέλη του Απριλίου του 1822 έφθασε στην Ύδρα. Στην αρχή αντιμετωπίσθηκε με καχυποψία λόγω της αρνητικής στάσης που τηρούσε έναντι των Ελλήνων την περίοδο αυτή ο Βρετανός διοικητής των Επτανήσων, Thomas Maitland. Αντίθετα, ο Αμερικανός George Jarvis έγινε άμεσα δεκτός με τιμές, πράγμα που ενόχλησε τον Hastings. Μάλιστα αυτή η κατάσταση παραλίγο να οδηγήσει τους δύο μεγάλους φιλέλληνες σε μονομαχία. Ευτυχώς, τους χώρισε ο κοινός τους φίλος (άλλος ένας σημαντικός φιλέλληνας) John Hane.

Ο Hastings ήρθε σε επαφή με τον Μαυροκορδάτο και τον Τομπάζη και επέμεινε για τις αγνές του προθέσεις και την προσήλωσή του στον αγώνα των Ελλήνων. Μάλιστα στον Μαυροκορδάτο έστειλε την ακόλουθη επιστολή στα γαλλικά: « Επειδή εύρον την Υψηλότητά σας χθες απησχολημένην ότε είχον την τιμή να παρουσιασθώ εις την καθέδρα Σας, απεφάσισα να λάβω το θάρρος να απευθυνθώ Υμήν εγγράφως. Θα σας ομιλήσω ελευθέρως πεπεισμένος ότι η ημετέρα Υψηλότης θα απαντήση κατά τον αυτόν τρόπον. Δεν θα σας απασχολήσω εξιστορών τα της καθόδου μου προς υπεράσπισιν των ‘Ελληνικών δικαίων. Ήλθον απρόσκλητος και δεν έχω δικαίωμα να παραπονούμαι αν αι υπηρεσίες μου δεν γίνονται δεκταί. Λυπούμαι μόνον ότι δεν δύναμαι να προσθέσω το όνομά μου εις τους ελευθερωτάς της Ελλάδος. Δεν θα παύσω να εύχομαι υπέρ του θριάμβου της ελευθερίας και του πολιτισμού κατά της τυραννίας και της βαρβαρότητος …».

Η παρεξήγηση λύθηκε γρήγορα και αφού ενημερώθηκε για την πορεία του Αγώνα, ο Hastings παρουσίασε τις ιδέες και τις προτάσεις του για την οργάνωση πολεμικού ναυτικού. Ο Μαυροκορδάτος και ο Τομπάζης αναγνώρισαν στον Frank Abney Hastings, έναν ικανό στρατιωτικό με πολύτιμες ναυτικές γνώσεις, τις οποίες χρειαζόταν η Ελλάδα, και έναν άνθρωπο με βαθύτατα αισθήματα αγάπης για την Ελλάδα. Έτσι τον περιέβαλαν με την εμπιστοσύνη τους και τον αντιμετώπισαν με τον δέοντα σεβασμό. Συμφωνήθηκε να καταταγεί άμεσα στο Υδραίικο ναυτικό και στις 30 Απριλίου 1822, έλαβε διορισμό για να αναλάβει τη διοίκηση ενός σημαντικού πλοίου των αδελφών Τομπάζη, τον «Θεμιστοκλή» (πολεμική κορβέτα).

Ο Hastings συνεργάσθηκε με τον Τομπάζη και τον Σαχτούρη, έγινε αγαπητός στους Έλληνες ναυτικούς και διοικούσε με ευχέρεια τα πλοία και τα ελληνικά πληρώματα. Παράλληλα εργάσθηκε όμως με προσήλωση και για να εκπαιδεύσει το προσωπικό του πλοίου του, και να επιβάλει τις αρχές της πειθαρχίας που ήταν αναγκαίες για να επιτευχθεί υψηλή αποτελεσματικότητα. Μία από τις πρώτες του αποστολές ήταν η ναυτική εκστρατεία αντιποίνων εναντίον των Τούρκων για τη σφαγή στην Χίο.

Σε μία επιχείρηση ο «Θεμιστοκλής» είχε πλησιάσει πάρα πολύ τις τουρκοκρατούμενες ακτές, επιχειρώντας να αποβιβάσει ένα μέρος από το πλήρωμά του σε αποστολή στη βόρειο Λέσβο. Ο άνεμος έπαψε ξαφνικά να είναι ευνοϊκός και το πλοίο έγινε εύκολος στόχος των τουρκικών κανονιών που έβαλαν από την ξηρά. Τότε το υπόλοιπο πλήρωμα κρύφτηκε για να αποφύγει τα εχθρικά βλήματα καθώς φάνηκε ότι το πλοίο θα βυθιζόταν. Ο Hastings συνεργάσθηκε μόνος με τον κυβερνήτη, και με συντονισμένες παρεμβάσεις στα πανιά αξιοποιώντας στο έπακρο τον ελάχιστο άνεμο, πέτυχε την ασφαλή απομάκρυνση του πλοίου. Η πράξη αυτή, η τόλμη και η γενναιότητά του, τον κατέστησαν ήρωα ήδη από τις πρώτες ημέρες του στο ελληνικό ναυτικό.

Ο Hastings συμμετείχε με τον «Θεμιστοκλή» σε πολλές πολεμικές επιχειρήσεις. Εκτός από τον ηρωισμό του συνεισέφερε και με τις καινοτόμες προτάσεις του. Έτσι εγκατέστησε στο πλοίο διάφορα σύγχρονα όργανα μετρήσεως για βέλτιστη ναυσιπλοΐα και ακριβή σκόπευση. Υπέβαλε μάλιστα διαρκώς προοδευτικές προτάσεις και εισηγείτο διάφορες βελτιώσεις. Πολλές  από αυτές, όπως μία σειρά από ειδικούς χειρισμούς στα πανιά, ή η χρήση μία ελαφριάς άγκυρας, έγιναν δεκτές. Άλλες, δεν είχαν τέτοια τύχη. Για παράδειγμα, οι Έλληνες δεν δεχόντουσαν να τοποθετήσουν βαριά κανόνια στα πλοία τους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προσβάλουν τα τουρκικά πλοία από μακριά. Έτσι η βασική στρατηγική για την προσβολή των εχθρικών στόχων ήταν η χρήση πυρπολικών, πράγμα που περιόριζε τις δυνατότητές τους. Ακόμη ο Hastings επέμενε να χρησιμοποιούνται καμίνια για να πυρακτώνονται τα βλήματα πριν χρησιμοποιηθούν. Και αυτήν την πρόταση δεν ήθελαν να εφαρμόσουν οι Έλληνες πλοιοκτήτες γιατί τη θεωρούσαν επικίνδυνη για τα πλοία τους.

Ο Hastings κατάλαβε ότι πολλές από τις προτάσεις του, τις απέρριπταν οι Έλληνες καπετάνιοι επειδή επρόκειτο για τα δικά τους ιδιόκτητα πλοία, που δεν ήθελαν να τα θέσουν σε κίνδυνο. Για τον λόγο αυτό δυσαρεστήθηκε με τον Μιαούλη και ζήτησε να μετατεθεί στην ξηρά. Εκεί έλαβε τον βαθμό του Συνταγματάρχη του πυροβολικού και του ανατέθηκε η διοίκηση του ελληνικού πυροβολικού. Αυτό στηριζόταν σε λίγα και σχεδόν άχρηστα κανόνια. Ο Hastings προσπάθησε να αξιοποιήσει τις γνώσεις του στην πυροβολική και να τα χρησιμοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών του κάστρου του Ναυπλίου από το Μπούρτζι που κατείχαν οι Έλληνες.

Στην πορεία ο Hastings οργάνωσε και εξόπλισε με δικά του έξοδα ένα σώμα 50 ανδρών και εντάχθηκε στις ελληνικές δυνάμεις που φρουρούσαν τις διόδους επικοινωνίας του Ναυπλίου με την Κόρινθο.

Τον Μάιο του 1823 η ελληνική διοίκηση διόρισε τον Hastings υπεύθυνο του πυροβολικού στην εκστρατεία της Κρήτης, με επικεφαλής τον Εμμανουήλ Τομπάζη, ο οποίος είχε διορισθεί διοικητής της Κρήτης. Οι Έλληνες αποβίβασαν ένα εκστρατευτικό σώμα 1200 ανδρών, το οποίο συνόδευε το πυροβολικό του Hastings. Μετά από πολιορκία κατέλαβαν το Καστέλι. Συγκέντρωσαν πλέον δύναμη 5500 ανδρών και βάδισαν προς τα Χανιά. Τον Οκτώβριο 1823 ο Hastings αρρώστησε βαριά με υψηλό πυρετό και αποχώρησε πριν από το τέλος του έτους. Οι επιχειρήσεις οδηγήθηκαν σε αποτυχία και ο Τομπάζης αποχώρησε από την Κρήτη τον Απρίλιο του 1824. Οι δυνάμεις των Ελλήνων επέστρεψαν στην Πελοπόννησο.

Frank Abney Hastings, λιθογραφία, Karl Krazeisen (Συλλογή ΕΕΦ).

Παράλληλα με τη διαρκή παρουσία του σε πολεμικές συγκρούσεις, ο ακούραστος Frank Abney Hastings δεν έπαψε ποτέ να σχεδιάζει κινήσεις και πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων του ελληνικού στόλου, τον εκσυγχρονισμό του, την αναβάθμιση του εξοπλισμού του και την προετοιμασία του για να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον τουρκο-αιγυπτιακό στόλο.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Frank Abney Hastings εισηγήθηκε τον εξοπλισμό του ελληνικού στόλου με ατμοκίνητα πολεμικά πλοία. Η πρότασή του αυτή είχε την ακόλουθη λογική. Οι Έλληνες διέθεταν λίγα και μικρά πλοία, με λίγα κανόνια μικρού βεληνεκούς, και βέβαια αρκετά πυρπολικά. Αντίθετα οι Τούρκοι διέθεταν περισσότερα και μεγαλύτερα πλοία, με πολύ περισσότερα κανόνια και μεγαλύτερου βεληνεκούς. Κάτω από συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες οι ικανοί Έλληνες ναυτικοί (με ευέλικτους χειρισμούς και την συνδυασμένη απειλή των πυρπολικών) μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τον τουρκικό στόλο. Για να αποκτήσουν όμως πλεονέκτημα, έπρεπε να έχουν στη διάθεσή τους γρήγορα πλοία, που να κινούνται και χωρίς πανιά, ακόμη και όταν ο αέρας ήταν ελαφρύς, να διαθέτουν ευθύβολα κανόνια και πυροβόλα μεγάλου βεληνεκούς και γερή θωράκιση που να αντέχει στις εχθρικές βολίδες.

Μετά την εκστρατεία στην Κρήτη, ο Hastings μελέτησε τις δυνατότητες του ναυτικού του Ιμπραήμ, και κατέληξε ότι οι Έλληνες είχαν πλέον απωλέσει το πλεονέκτημα που είχαν στην θάλασσα κατά την πρώτη φάση του απελευθερωτικού αγώνα. Τα πλοία τους πλέον δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν, ούτε καν να πλησιάσουν  τα πολύ μεγαλύτερα τουρκικά, ενώ τα πυρπολικά είχαν προοδευτικά αχρηστευθεί.

Ο Hastings υπέβαλε πολλά υπομνήματά προς την Κυβέρνηση, σε ένα από αυτά αναφέρει: «Η Ελλάς ουδέν αποτελεσματικόν δύναται κατά των Τούρκων, άνευ οριστικής κατά θάλασσαν υπεροχής, καθόσον είχε ανάγκη να εμποδίσει αυτούς να βοηθήσουν τα φρούριά των και να ανεφοδιάσουν τους στρατούς τους».

Όταν ήρθε ο Λόρδος Βύρων στην Ελλάδα, ο Hastings του έγραψε δύο φορές και του παρουσίασε τις απόψεις του.  Στη συνέχεια πήγε να τον συναντήσει στο Μεσολόγγι. Ο Λόρδος Βύρων δεν αντιμετώπισε τις προτάσεις του ως αντικείμενο πρώτης προτεραιότητάς. Μάλιστα ο Hastings αναφέρει στις σημειώσεις του: «(I) got heartily laughed at for my pain (…) by Lord Byron and some other geniuss » («γέλασαν με τον πόνο μου … ο Λόρδος Βύρων και μερικές άλλες ιδιοφυΐες»).

Στο Μεσολόγγι γνώρισε τον Κόμη Gamba (φίλο του Βύρωνος και αδελφό της τελευταίας συντρόφου του), ο οποίος συνέβαλε στην πορεία στο εγχείρημα της κατασκευής του ατμοκίνητου πλοίου «Καρτερία». Επίσης γνώρισε τον συνταγματάρχη Stanhope, και έπεισε και αυτόν για τις ιδέες του. Ο Stanhope αναφέρει: «Ο πλοίαρχος Άστιγξ ανυπομονεί να αποκτήση εν ατμοκίνητον πλοίον προσφέρει εξ ιδίων του χιλίας λίρας στερλίνας εις τον Έρανον. Διατίνεται ότι μεθ’ ενός μόνον πλοίου φέροντος πυροβόλα των 32 και κάμινον προς πυράκτωση των βλημάτων δύναται να παραλύση τον αποκλεισμόν Χαλκίδος, Καρύστου, Ναυπάκτου, Πατρών». Και επιβεβαιώνει και αυτός «Εάν η Ελλάς είχε 3 ή 4 πολεμικά ατμοκίνητα δεν θα είχε πλέον να φοβηθεί άλλο ναυτικόν εκτός του Αγγλικού». Ένας άλλος σημαντικός φιλέλληνας που στήριξε τις προτάσεις του Hastings ήταν ο Βρετανός φιλέλληνας Edward Blaquiere.

Ο Frank Abney Hastings εισηγήθηκε την κατασκευή ατμοκίνητων πλοίων, με στόχο να επανακτήσουν οι ελληνικές δυνάμεις υπεροπλία και τον έλεγχο στην θάλασσα και πρότεινε να αναλάβει να επιμεληθεί ο ίδιος προσωπικά τον σχεδιασμό των πλοίων. Προκειμένου να αξιολογηθεί πλήρως η τόλμη και η διορατικότητά του, αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο αυτή μόνο το ναυτικό των ΗΠΑ διέθετε ένα ατμοκίνητο πολεμικό πλοίο, το οποίο όμως δεν είχε λάβει ποτέ μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις.

Από την αλληλογραφία του με τον Μαυροκορδάτο και άλλους, προκύπτει ότι ο Hastings προέβαλε συστηματικά το σχέδιό του. Στην αρχή όλοι τον αποθάρρυναν εκτιμώντας ότι δεν υπήρχαν οικονομικοί πόροι για αυτήν την αγορά. Ακολούθησε όμως η τραγική πτώση του Μεσολογγίου, η οποία προκλήθηκε κυρίως από την επιτυχία των τουρκο-αιγυπτίων να επιβάλουν στην πόλη ναυτικό αποκλεισμό, και να της στερήσουν τη δυνατότητα να ανεφοδιάζεται με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Τα ελληνικά πλοία δεν μπόρεσαν ποτέ να διασπάσουν τον αποκλεισμό αυτό. Η ελληνική διοίκηση, που είχε χάσει πλέον όλες τις πόλεις εκτός από το Ναύπλιο και τα νησιά, κατάλαβε ότι έπρεπε να ανακτήσει κυριαρχία στη θάλασσα και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ένα τμήμα από το δεύτερο δάνειο της Ανεξαρτησίας, για τη ναυπήγηση ισχυρού στόλου.

Παράλληλα, ο Hastings και το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου ήρθαν σε επαφή με τον Thomas Cohrane, ο οποίος είχε συνδράμει με ιδιαίτερη επιτυχία απελευθερωτικά κινήματα στην Νότιο Αμερική, και αποτελούσε την εποχή αυτή ένα ζωντανό θρύλο. Τον έπεισαν να συμμετάσχει και αυτός στον αγώνα των Ελλήνων. Ο Hastings του παρουσίασε το σχέδιό του και ο Cohrane ζήτησε να κατασκευασθεί ένας στόλος με 6 ατμοκίνητα πλοία τύπου «Καρτερίας».

Για όλους αυτούς τους λόγους, η ελληνική διοίκηση δέχθηκε την εισήγησή του Hastings, και του ανέθεσε να επιβλέψει ο ίδιος στην Αγγλία τη ναυπήγηση του πρώτου ατμοκίνητου πλοίου. Μετά από μία σειρά κακοτυχιών, συγκρούσεων των απόψεων μεταξύ διαφορετικών παραγόντων, και χάρη στην παρέμβαση του κόμη Pierre Gamba, του Blaquiere, και άλλων, ο Hastings ανέλαβε την πλήρη ευθύνη, και ολοκληρώθηκε το πρώτο πλοίο. Το πλοίο παραδόθηκε στο όνομά του για να αποφευχθεί διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και  Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το πλοίο ονομάσθηκε αρχικά «Ρerseverance», και όταν έφθασε στην Ελλάδα έλαβε το ελληνικό όνομα «Καρτερία». Ο Frank Abney Hastings συνέβαλε στον σχεδιασμό και τη ναυπήγηση του πλοίου, ενώ σχεδίασε ο ίδιος τον υπερσύγχρονο πολεμικό εξοπλισμό του, τον οποίο χρηματοδότησε εξολοκλήρου καταβάλλοντας 7.000 λίρες (τεράστιο ποσό για την εποχή) από την προσωπική του περιουσία. Παράλληλα, προετοίμασε το πλοίο για ναυτικές επιχειρήσεις και αγόρασε με δικά του χρήματα ακόμη και τα ναυτιλιακά όργανα πλοήγησης και τους χάρτες.

Η «Καρτερία» είχε μήκος 125 πόδια, και πλάτος 25, ζύγιζε 400 τόνους, διέθετε δύο ατμομηχανές με λέβητες με άνθρακα, ιπποδύναμης 84 αλόγων και δύο τροχούς οδήγησης. Αρχικά είχε σχεδιασθεί να έχει ένα από ένα κανόνι 32 λιβρών εμπρός και ένα πίσω και δύο κανόνια 68 λιβρών στη μέση. Τα κανόνια πυροβολούσαν το ένα μετά το άλλο με τη σειρά τους, ενώ το πλοίο περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό του με την βοήθεια των τροχών του. Τα κανόνια έβαλαν κόκκινες πυρακτωμένες οβίδες οι οποίες ήταν θανατηφόρες για εχθρικά ιστιοφόρα και πλοία από ξύλο. Η Καρτερία κινείτο με πανιά και οι ατμομηχανές της χρησιμοποιούντο κυρίως κατά τη διάρκεια ναυμαχιών και πολεμικής δράσης.

Η «Καρτερία» ήταν το πλέον σύγχρονο πλοίο που κυκλοφορούσε στη Μεσόγειο.

Ο Δημήτρης Καπαϊτζής έχει συγγράψει μία σημαντική μελέτη με θέμα: ‘KARTERIA’ THE FIRST STEAM WARSHIP IN WAR (1826), την οποία μπορείτε να κατεβάσετε από εδώ.

Το ατμοκίνητο πολεμικό πλοίο «Καρτερία» και η φρεγάτα «Ελλάς». Τα δύο πρώτα ιδιόκτητα πλοία του Ελληνικού Ναυτικού. Λιθογραφία, Karl Krazeisen (Συλλογή ΕΕΦ).

Το ακρόπρωρο του πλοίου «Καρτερία», Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Η ελληνική διοίκηση διόρισε τον Hastings κυβερνήτη του νέου αυτού ατμοκίνητου πλοίου, της Καρτερίας, που αποτελούσε πλέον το στολίδι και το καμάρι του ελληνικού στόλου. Το μεγάλο ταξίδι από το Λονδίνο στην Αθήνα αποτελούσε ήδη μία πρόκληση.

Όταν το πλοίο έφθασε στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας αντιμετώπισε μία φωτιά στο μηχανοστάσιο. Ο Hastings έστειλε άμεσα στην Αγγλία τον φίλο του και μέλος του πληρώματος, Finley, με εντολή να φέρει μηχανικούς και ανταλλακτικά. Οι ζημίες αποκαταστάθηκαν, το πλοίο συνέχισε το ταξίδι του και στις αρχές Σεπτεμβρίου 1826, έφθασε στο Ναύπλιο, όπου το υποδέχθηκε με ιαχές υπερηφάνειας και ενθουσιασμού ολόκληρη η πόλη. Ο Frank Abney Hastings δικαίωνε τη φήμη του ήρωα.

Ο Hastings, μόλις έφθασε στο λιμάνι κάλεσε την ελληνική διοίκηση, προκειμένου να προβεί σε όλες τις τυπικές διατυπώσεις για να της μεταβιβάσει την κυριότητα του πλοίου, το οποίο έφερε ακόμη την Αγγλική σημαία. Λίγες ημέρες μετά έλαβε χώρα η έπαρση της ελληνικής σημαίας η οποία κυμάτιζε πλέον με υπερηφάνεια στο κατάρτι του σύγχρονου αυτού πλοίου.  Το ιστορικό αυτό γεγονός χαιρέτιζαν κανονιοβολισμοί από το φρούριο του Ναυπλίου.

Όπως αναφέρει ο ιστορικός Mendelssohn-Bartholdy: «Η υπό του ονόματος τούτου σημαινομένη αρετή, ήτο ίσως εις τους πολυτρόπους αναξιοπαθούντας Έλληνας, τους αναμένοντας εκ της Χριστιανικής ευσυνειδησίας και της συμπαθείας των ισχυρών του κόσμου βοήθειαν πολύ αναγκαίαν. Καρτερία και Καρτερία και αιωνίως Καρτερία εις τους εν μυρίοις κινδύνους και αμηχανία και δεινή αγωνία και εν εσχάτη απελπισία πολλάκις ευρισκομένους…».

Η διοίκηση μεταθέτει τον Hastings από τον στρατό ξηράς, πίσω στο πολεμικό ναυτικό και τον διορίζει κυβερνήτη του πλοίου. Αυτός επιλέγει σχολαστικά και με αυστηρά και αξιοκρατικά κριτήρια το πλήρωμα.

Ο Frank Abney Hastings ως κυβερνήτης του Βρετανικού Ναυτικού. Προσωπογραφία από την βιβλιοθήκη Finley. Δημοσιεύεται στο έργο «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Αθήνα, 1928.

Το πλήρωμα της «Καρτερίας» αποτελούσαν οι γενναίοι και αξιόμαχοι ναυτικοί που είχε επιλέξει προσωπικά έναν προς έναν ο ίδιος ο Hastings. Στο πλοίο επέβαινε ένας άλλος εμβληματικός φιλέλληνας, ο Αμερικανός στρατιωτικός γιατρός Samuel Howe, ενώ στη συνέχεια την θέση του πήρε ο άλλος μεγάλος Γερμανός φιλέλληνας, Heirich Treiber. Και οι δύο έχουν εκφράσει στα απομνημονεύματά τους τον θαυμασμό τους για τον Hastings, αλλά έχουν επίσης καταγράψει εικόνες και στιγμιότυπα από την ζωή στο πλοίο και τη συμμετοχή του σε πολεμικές επιχειρήσεις.

H «Καρτερία» έλαβε μέρος  σε πολλές πολεμικές εκστρατείες και ναυμαχίες. Το ατμοκίνητο αυτό πλοίο, προκαλούσε δέος και πανικό στον εχθρό όταν έκανε την εμφάνισή του. Οι Τούρκοι αναφερόντουσαν σε αυτό με τον τίτλο «η φρεγάτα της φωτιάς».

Η πρώτη του αποστολή του ήταν να υποστηρίξει τις ελληνικές δυνάμεις, με επικεφαλής τον άλλο Βρετανό φιλέλληνα Thomas Gordon, να αποβιβασθούν στον Πειραιά, με στόχο την απελευθέρωση της Αθήνας. Η απόβαση έλαβε χώρα στις 5 Φεβρουαρίου 1827.

Η «Καρτερία» επικέντρωσε τα πυρά της στο Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνος, όπου είχαν αναπτυχθεί τα τουρκικά στρατεύματα, προκειμένου να προσφέρει κάλυψη στο Σώμα των 2300 ανδρών που αποβίβασε ο Thomas Gordon.

Οι Τούρκοι έστειλαν ενισχύσεις και 5 μεγάλα κανόνια μεγάλου βεληνεκούς και η «Καρτερία» απομακρύνθηκε για να αποφύγει τα πυρά τους. Λίγες ημέρες αργότερα οι Τούρκοι επιτέθηκαν στις θέσεις που είχε οχυρωθεί το Σώμα του Gordon. Τότε επενέβη η «Καρτερία» με στόχο να συγκεντρώσει επάνω της τα πυρά των Τούρκων μέχρι να οργανώσουν την άμυνα τους οι δυνάμεις του Gordon. Το σχέδιο του Hastings πέτυχε και οι Έλληνες κράτησαν τις θέσεις τους. Εν τω μεταξύ η «Καρτερία» κατέστρεψε 3 από τα 5 τουρκικά κανόνια. Δέχθηκε όμως πολλά βλήματα, κάποια από τα οποία προκάλεσαν ζημιές. Τότε βέβαια έγινε στην πράξη κατανοητός ο μεγαλοφυής σχεδιασμός της «Καρτερίας» από τον Hastings. Το μηχανοστάσιο ήταν προστατευμένο στο εσωτερικό του σκάφους, το οποίο είχε σχεδιασθεί με πολλά διαφορετικά στεγανά τμήματα. Εάν ένα έπαιρνε φωτιά ή νερά, το πλοίο μπορούσε να συνεχίσει να πλέει και να επιχειρεί. Η «Καρτερία» απομακρύνθηκε όταν είχε αποτύχει η αντεπίθεση των Τούρκων. Οι ζημιές της αποκαταστάθηκαν γρήγορα λίγο αργότερα.

Ο Αμερικανός φιλέλληνας Samuel Howe αναφέρει στο έργο του πως οι οβίδες από τα τουρκικά οχυρά στην Αττική κτυπούσαν το πλοίο και εξοστρακίζονταν χωρίς να δημιουργούν σοβαρές ζημιές και εξυμνεί τον άξιο κυβερνήτη του που ελισσόταν με ευελιξία στα ρηχά νερά κοντά στον Πειραιά.

Πέραν του ιδιοφυούς σχεδιασμού του πλοίου από ναυπηγικής πλευράς, αντίστοιχα ιδιοφυής και καινοτόμος ήταν και ο σχεδιασμός των όπλων του. Ο Hastings έλαβε υπόψη του ότι οι ρόδες με τα πτερύγια που ήταν εγκατεστημένες στις δύο πλευρές του πλοίου, του περιόριζαν τον χώρο που είχε στη διάθεσή του για να τοποθετήσει κανόνια. Έτσι αποφάσισε να τοποθετήσει λιγότερα, αλλά ισχυρότερα, στα ελεύθερα σημεία του πλοίου, και να επιτύχει μία τρομερή δύναμη πυρός. Τον σχεδιασμό του τον στήριξε στη μεγάλη του πείρα, αλλά και στη μελέτη του έργου του Γάλλου στρατιωτικού και ειδικού στο πυροβολικό, Henri Joseph Paixhans.

Πρώτον, εξόπλισε την «Καρτερία» με ένα ασφαλές καμίνι για την πυράκτωση των βλημάτων πριν τοποθετηθούν στα κανόνια για βολή. Έτσι το κάθε πυρακτωμένο βλήμα (red bullet), έκανε τεράστια ζημιά, και προκαλούσε εκρήξεις και πυρκαγιές, ανεξάρτητα σε ποιο σημείο του εχθρικού πλοίου κατέληγε. Εκτιμάται ότι όταν ένα βλήμα έπεφτε στο εχθρικό πλοίο, είχε περίπου το ίδιο αποτέλεσμα με ένα πυρπολικό.

Δεύτερον, στην αρχή σχεδίαζε να εγκαταστήσει ένα κανόνι 32 λιβρών μπροστά και ένα πίσω, και από ένα κανόνι 68 λιβρών σε κάθε πλευρά του πλοίου. Τελικά τοποθέτησε 4 κανόνια 68 λιβρών, τα οποία εκτόξευαν πυρακτωμένα βήματα που προκαλούσαν μεγάλες εκρήξεις όταν εύρισκαν τον στόχο τους.

Μακέτα του ατμοκίνητου «Καρτερία». Διακρίνονται οι θέσεις των κανονιών του πλοίου. Η μακέτα προσφέρθηκε στο Baltic Exchange στο Λονδίνο το 1923 από την ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα.

Τρίτον, σχεδίασε τη δημιουργία ενός εθνικού πολεμικού ναυτικού, το οποίο θα λειτουργούσε με ναυτική πειθαρχεία σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές διεθνώς, και θα ανήκε στο κεντρικό κράτος και όχι σε ιδιώτες πλοιοκτήτες. Το πλήρωμα αποτελείτο κυρίως από Βρετανούς, Σουηδούς και Έλληνες. Ανάμεσά τους ήταν ο Σκωτσέζος φιλέλληνας και ιστορικός George Finlay, αλλά και ο Αμερικανός ιατρός Samuel Howe και στη συνέχεια ο Γερμανός ιατρός Heinrich Treiber.

Ο Hastings, αφού απέκλεισε με τον ελληνικό στόλο την Ερέτρεια, συμμετείχε τον Μάρτιο 1827, στη ναυτική δύναμη που επιτέθηκε στον Ωρωπό, με στόχο να καταστρέψει εχθρικές εγκαταστάσεις που συντόνιζαν την τροφοδοσία μέσω της Εύβοιας, των τουρκικών στρατευμάτων που πολιορκούσαν την Ακρόπολη.

ALLGEMEINE ZEITUNG No 121, 1 Μαΐου 1827. Αναλυτική παράθεση της μάχης του Καραϊσκάκη στις 15 και 16 Μαρτίου στην Κεράτια ή Κερατσίνι στην αριστερή πλευρά του Πειραιά, όπου 1.000 Έλληνες συγκρούσθηκαν με 1.500 εχθρούς πεζοπόρους και 500 ιππείς με νίκη των Ελλήνων και πολλές απώλειες του εχθρού. Η φρεγάτα «Ελλάς», το ατμόπλοιο «Καρτερία» και το μπρίκι «Νέλσον» του Δημήτριου Παπαρισόλη από τα Ψαρά φεύγουν από τον κόλπο της Ερέτριας την οποία είχαν αποκλείσει, για τον Ωρωπό. Εκεί κατέλαβαν, μεταξύ άλλων, δύο πλοία γεμάτα με τρόφιμα τα οποία μετέφεραν στην Αίγινα. […]. 8ο , σ. 4. Στα γερμανικά (Συλλογή ΕΕΦ).

Ο στρατηγικός στόχος της αποστολής ήταν η εκδίωξη των Τούρκων από την Αττική και ο τερματισμός της πολιορκίας της Ακρόπολης.

Την επίθεση συντόνιζε ως διοικητής ο μεγάλος Ελβετικής καταγωγής Γερμανός Φιλέλληνας (και μετέπειτα ένας από τους τρεις αντιβασιλείς μέχρι την ενηλικίωση του Όθωνος) Στρατηγός Κarl Wilhelm von Heideck. Ο ελληνικός στόλος περιελάμβανε την φρεγάτα «Ελλάς», την «Καρτερία» και άλλα πλοία που μετέφεραν τα ελληνικά στρατεύματα.

Η «Καρτερία» κυρίευσε δύο εχθρικά φορτηγά πλοία που έφθαναν στο λιμάνι με εφόδια (κυρίως αλεύρι και σιτάρι) από την Εύβοια. Αμέσως μετά, αγκυροβόλησε 200  μέτρα από την ακτή και με συνεχείς βομβαρδισμούς εξουδετέρωσε το τουρκικό οχυρό και ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη του. Ακολούθως, έφθασαν ενισχύσεις και μία ισχυρή μονάδα τουρκικού ιππικού και οι Ελληνικές δυνάμεις επέστρεψαν στην Αίγινα.

Εν τω μεταξύ, την άνοιξη του 1827 έφθασε στην Ελλάδα ο Cohrane και ανέλαβε καθήκοντα Ναυάρχου του ελληνικού στόλου. Ο Hastings χάρηκε διότι θεώρησε ότι επιτέλους όλος ο ελληνικό στόλος θα κινείτο συντονισμένα. Το παράξενο ήταν ότι ο Cohrane του προσέφερε  πλήρη αυτονομία και του έδωσε την δυνατότητα να έχει τον απόλυτο έλεγχο του πλοίου του και της οργάνωσης των επιχειρήσεων που αναλάμβανε.

Μετά την επιχείρηση στον Ωρωπό, σχεδιάζει την επόμενή του κίνηση, πάντα με στόχο να εξυπηρετήσει την ίδια στρατηγική επιλογή, που ήταν η αποχώρηση των Τούρκων από την Αττική. Έτσι στράφηκε στον Βόλο, στον οποίο κατέληγαν οι αποστολές εφοδιασμού από την Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Ο Βόλος ήταν το μεγαλύτερο κέντρο εφοδιασμού των τουρκικών στρατευμάτων στην Στερεά Ελλάδα.

Ο Hastings συγκέντρωσε 4 πλοία τα οποία ενοικίαζαν στην κυβέρνηση οι πλοιοκτήτες τους (τον «Θεμιστοκλή» του Τομπάζη, τον «Άρη» του Μιαούλη και δύο γαλέτες). Όταν έφθασε η μοίρα στον Βόλο, ο Hastings τοποθέτησε τον «Θεμιστοκλή» και τον «Άρη» απέναντι από τα τουρκικά οχυρά. Η «Καρτερία» στράφηκε εναντίον των τουρκικών μονάδων που είχαν αναπτυχθεί σε χαρακώματα, και των μεταγωγικών και των συνοδευτικών τους που βρέθηκαν  στο λιμάνι.

Μετά από μία σφοδρή μάχη που κράτησε 4 ώρες, όλες οι τουρκικές θέσεις είχαν εξουδετερωθεί, οι πυριτιδαποθήκες τους είχαν ανατιναχθεί και όλα τα τουρκικά πλοία είχαν βυθισθεί ή κυριευθεί. Η «Καρτερία» είχε πυροβολήσει συνολικά 300 οβίδες (δηλαδή περίπου μία οβίδα ανά 48 δευτερόλεπτα). Έλληνες ψαράδες ενημέρωσαν τον Hastings ότι τα πολεμικά πλοία των Τούρκων είχαν σταθμεύσει στον κόλπο του Τρίκερι στο Πήλιο, σε ένα σημείο που τους προσέφερε υποστήριξη και από τα οχυρά της περιοχής, για να προστατευθούν. Ο Hastings κατέστρωσε νέο σχέδιο και επιτέθηκε την επόμενη ημέρα, με αποτέλεσμα τα βυθίσει ή να αχρηστεύσει τα περισσότερα από τα πλοία που βρήκε στο Τρίκερι. Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν δύο μέλη του πληρώματος της «Καρτερίας». Ένας από αυτούς ήταν ένας γενναίος Βρετανός Φιλέλληνας, ιδιαίτερα αγαπητός στο πλήρωμα, ο James Hall. Η απώλεια αυτή εξόργισε το υπόλοιπο πλήρωμα και ένας άλλος Βρετανός, επιχείρησε να σκοτώσει σε αντίποινα όλους τους Τούρκους αιχμαλώτους. Ο Hastings που τηρούσε ένα κώδικα τιμής που επέβαλε τον σεβασμό των αιχμαλώτων, υποχρεώθηκε να συλλάβει τον ναύτη αυτόν.

Η Ελληνική μοίρα, που είχε υποστεί εν τω μεταξύ αρκετές ζημιές, πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς την ναυτική βάση στον Πόρο. Κατά τη διάρκεια της επιστροφής, η μοίρα του Hastings συνέλαβε άλλα 4 μεταγωγικά που ερχόντουσαν από την Εύβοια.

Τον Μάιο του 1827  το πλήρωμα της Καρτερίας είχε μείνει απλήρωτο για πολύ καιρό και αντέδρασε. Ο Hastings ενημέρωσε τον Cohrane και την κυβέρνηση. Για άλλη μία φορά, ο μεγάλος Φιλέλληνας κάλυψε τους μισθούς με δικά του χρήματα. Και δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία.

Το καλοκαίρι του 1827 οργανώθηκαν μία σειρά από επιχειρήσεις, εναντίον των δυνάμεων του Ιμπραήμ. Μάλιστα μία από αυτές αποσκοπούσε στην σύλληψη του ιδίου του Ιμπραήμ, αλλά ακυρώθηκε λόγω κακοκαιρίας. Τον Σεπτέμβριο, ο Ελληνικός στόλος απαρτιζόμενος από 23 πλοία (μέσα σε αυτά και την Καρτερία), με επικεφαλής τον ναύαρχο Cohrane, έλαβε θέσεις στο Ιόνιο πέλαγος, με στόχο το Μεσολόγγι και την Αιτωλοακαρνανία. Η ανάκτηση των εδαφών αυτών αποτελούσε στρατηγική επιλογή του Καποδίστρια, ο οποίος χρειαζόταν ερείσματα για να διεκδικήσει σύνορα όσο βορειότερα γινόταν.

Υπενθυμίζεται ότι στις 6 Ιουλίου 1827 είχε υπογραφεί η συνθήκη του Λονδίνου, η οποία διασφάλιζε την απελευθέρωση της Ελλάδας και επέβαλε εκεχειρία στα αντιμαχόμενα μέρη. Ενώ οι Έλληνες την είχαν δεχθεί, οι Τούρκοι την είχαν αρνηθεί και συνέχιζαν τις εχθροπραξίες, οπότε συνέχιζαν και οι Έλληνες τις πολεμικές επιχειρήσεις. Ο ναύαρχος Codrington ζήτησε από τον Cohrane να μην προκαλέσουν οι Έλληνες με επιθετικές ενέργειες. Η Ελλάδα το δέχθηκε και απέσυρε το μεγαλύτερο μέρος του στόλου της από το Ιόνιο πέλαγος. Έτσι ο Cohrane στράφηκε σε άλλα μέρη του Αιγαίου. Άφησε όμως εκεί τον Hastings με την Καρτερία και μία μοίρα, με αποστολή να ανακτήσει πλήρη έλεγχο στην περιοχή και να προωθήσει την ανακατάληψη του Μεσολογγίου.

Ο Frank Abney Hastings αξιοποίησε την ευκαιρία αυτή, και προσέφερε μία από τις εμβληματικότερες και σημαντικότερες επιτυχίες του απελευθερωτικού αγώνα. Την ναυμαχία της Αγκάλης, που έλαβε χώρα στην Ιτέα τον Σεπτέμβριο του 1827.

Ο ίδιος οδήγησε την μοίρα του Ελληνικού πολεμικού ναυτικού που περιελάμβανε την «Καρτερία» και άλλα 5 πλοία (ο Σωτήρ, δύο γαλέτες και δύο κανονιοφόρα, την Βαυαρία και την Φιλελληνίδα), να εισέλθει στον Κορινθιακό κόλπο. Αυτή ήταν μία ιδιαίτερα επικίνδυνη αποστολή διότι όποιο πλοίο πλησίαζε, ήταν την εποχή αυτή εκτεθειμένο στα διασταυρούμενα πυρά του πυροβολικού των τουρκικών οχυρών στο Ρίο και το Αντίρριο.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1827 η Ελληνική μοίρα έφθασε στον κόλπο της Ιτέας όπου συνάντησε αγκυροβολημένα 11 τουρκικά σκάφη. Ο Τούρκος επικεφαλής, είχε την σημαία του σε ένα μεγάλο πλοίο 16 πυροβόλων και φρουρούσε 3 αυστριακά μεταγωγικά γεμάτα εφόδια. Η Ελληνική μοίρα άρχισε να κινείται γύρω από το λιμάνι αναμένοντας να γίνει ευνοϊκός ο άνεμος. Με την πρώτη ευκαιρία ο Hastings εισέρχεται νωρίς το πρωί στον κόλπο των Σαλώνων τον οποίο προστατεύει ένα απόρθητο φρούριο. Οι Τούρκοι θεώρησαν ότι η μικρή μοίρα παγιδεύθηκε και ετοιμάσθηκαν να αιχμαλωτίσουν τα πλοία. Η Καρτερία επέλεξε την καλύτερη δυνατή θέση, πεντακόσια μέτρα μακριά από την τουρκική ναυαρχίδα. Αγκυροβόλησε και άρχισε να πυροβολεί αργά με στόχο να ελέγξει την απόσταση. Στις δέκα το πρωί άρχισε ένα γρήγορο πυρ με πυρακτωμένες οβίδες. Σύντομα μία από αυτές κατέληξε στη πυριτιδαποθήκη της τουρκικής ναυαρχίδας, η οποία εξερράγη και σκόρπισε σε μικρά κομμάτια σε όλη την θάλασσα προκαλώντας βροντές που ακούσθηκαν σε όλα τα βουνά της περιοχής.

Ο απολογισμός της ναυμαχίας ήταν απίστευτος. Η «Καρτερία» βύθισε την τουρκική ναυαρχίδα και κατέστρεψε 9 από τα 11 τουρκικά πλοία που στάθμευαν εκεί. Ο Hastings κατάλαβε τρία μεγάλα μεταγωγικά και κατάσχεσε το πλούσιο φορτίο τους.

Ναυμαχία της Αγκάλης ή Ιτέας το 1827. Ελαιογραφία του Ιωάννη Πούλακα (1864-1942)

Η ναυμαχία  της Αγκάλης ήταν η πρώτη μεγάλη πολεμική εμπλοκή στην οποία συμμετείχε ατμοκίνητο πολεμικό πλοίο. Κατά τη ναυμαχία αυτή, όπως και λίγο πριν στην σύγκρουση στο Τρικέρι, ο Hastings δοκίμασε για πρώτη φορά στη διεθνή στρατιωτική ιστορία ατμοκίνητο πλοίο και καινοτόμες τακτικές πυροβολικού, οι οποίες έγιναν αντικείμενο μελέτης και προβολής, που τράβηξε την προσοχή της κοινής γνώμης διεθνώς. Για παράδειγμα το περιοδικό Blackwood’s Edimburgh γράφει σχετικά (παλαιότερη μετάφραση): « Η μάχη της Σκάλας των Σαλώνων παρέσχε την ικανοποιητικοτάτην των αποδείξεων περί της αποτελεσματικότητος του οπλισμού των ατμηλάτων σκαφών δια των βαρέων πυροβόλων υπέρ των οποίων τοσούτων θερμός και επί μακρόν συνηγόρησεν ο πλοίαρχος Άστιγξ. Ο τρομερός και ταχύς τρόπος δι ου δύναμις τοσούτον υπερτέρα ολοσχερώς εκμηδενίσθη δια των πεπυρακτομένων βλημάτων και των εκρηκτικών οβίδων της Καρτερίας επέβαλε σιγήν εις τους αντιθέτους των σχεδίων του Άστγγα εν Ευρώπη. Και εις πάντα μελετώντα τας προόδους του ναυτικού πολέμου, κατέστη δήλον από της ημέρας εκείνης ότι πλείονα του ενός κράτη έμελλον να δεχθώσει τας αεχάς αυτού περί ναυτικού πυροβολικού και οπλίσωση πολλά σκάφη κατά το παράδειγμα όπερ ούτοι έδωκεν».

Το περιοδικό Blackwood’s Edinburgh, 1827.

Αλλά η ναυμαχία αυτή είχε και ένα άλλο σοβαρό αποτέλεσμα. Έπεισε πλέον οριστικά τους Έλληνες να εγκαταλείψουν την τακτική της συγκροτήσεως στόλου μέσω μισθώσεως ιδιωτικών πλοίων και να συγκροτήσουν στόλο ο οποίος θα ανήκε στο κράτος. Μέχρι τότε, ο στόλος για κάθε πολεμική επιχείρηση, συγκροτείτο με αναθέσεις σε ιδιώτες. Όσοι διέθεταν τα πλοία τους ελάμβαναν πιστοποιητικά όπως το ακόλουθο.

ΠΟΛΕΜΙΚΟΝ ΔΙΠΛΩΜΑ 1826 – Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος διορίζει τον καπετάν Γιάννη Γ. Κούτζη και το πλοίο του «Θεμιστοκλής» στον Εθνικό Στόλο για να συμμετέχει στον κοινό αγώνα κατά του εχθρού. Υπογραφές της Επιτροπής, A.Ζαΐμης, Π. Μαυρομιχάλης, Αναγν. Δεληγιάννης, Γ. Σισίνης, Δ. Τσαμαδός, Α. Χατζηαναργύρου, Σ. Τρικούπη, Α. Ισκος, Ι. Βλάχος, Π. Δημητρακόπουλος. Σφραγίδα της Επιτροπής και υπογραφή του γενικού γραμματέα Κ. Ζωγράφου. Ναύπλιο 5 Αυγούστου 1826 (Συλλογή ΕΕΦ). Λεπτομέρεια: Ο Γιάννης Γ. Κούτζης ήταν ένας σημαντικός αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης, ο οποίος δεν έχει προβληθεί όσο του αξίζει επειδή έχει συνδέσει το όνομά του με την αντιδικία που είχε με την Μπουμπουλίνα που κατέληξε στον θάνατό της.

Οι πλοιοκτήτες που διέθεταν τα πλοία τους ελάμβαναν υποσχετικά για την εξόφληση της αμοιβής τους εντόκως από το Εθνικό Ταμείο, σε τρία έτη.

Υποσχετικό για την εξόφληση 1000 γροσίων εντόκως από το Εθνικό Ταμείο, σε τρία έτη (Συλλογή ΕΕΦ).

Η μεγάλη νίκη της ναυμαχίας της Αγκάλης τόνωσε το ηθικό των Ελλήνων. Θυμίζουμε ότι την περίοδο αυτή οι Έλληνες είχαν απωλέσει το Μεσολόγγι, και την Αθήνα, με αποτέλεσμα όλη η Στερεά Ελλάδα να ελέγχεται από τους Τούρκους. Μετά την νίκη αυτή, από την στιγμή που είχε καταστραφεί ο τουρκικός στόλος στον Κορινθιακό κόλπο, ο Hastings μπορούσε πλέον ελεύθερα να αποβιβάζει στρατεύματα στην Στερεά Ελλάδα και να τα εφοδιάζει έγκαιρα χωρίς προβλήματα. Χάρη στις εξελίξεις αυτές αναπτύχθηκαν στην Στερεά Ελλάδα οι ομάδες του Κώστα Μπότσαρη, του Κίτσου Τζαβέλλα, του Δημητρίου Υψηλάντη και το Τακτικό Σώμα του Βρετανού στρατηγού Church. Ξεκίνησε μία σειρά από στρατιωτικές επιχειρήσεις με στόχο να διασφαλίσουν οι ελληνικές δυνάμεις θέσεις στην Στερεά Ελλάδα, που θα επέτρεπαν να αποκομίσει η Ελλάδα περισσότερα εδάφη, κρίσιμα για να έχει έναν γεωγραφικό χώρο αρκετό για ένα βιώσιμο κράτος.

Ο αρχηγός του Ελληνικού Ναυτικού Ναύαρχος Cohrane συνεχάρη τον Hastings για τη μεγάλη του νίκη: «Επράξατε πολλά και άξια όπως ανοίξετε τας συγκοινωνίας. Ασχοληθείτε νυν περί υμών αυτών, η θέσις είναι επικίνδυνος εάν αι πληροφορίαι μου είναι αληθείς, ο εχθρικός στόλος κατέπλευσεν εις Πάτρας. Παρέχω υμίν πάσαν ελευθερίαν να πράξητε παν ότι θεωρείτε άριστον διά την δημοσίαν υπηρεσίαν».

Ο Hastings κατευθύνθηκε με την μοίρα του στην Πάτρα με στόχο να αποκλείσει το λιμάνι. Όταν έφθασε στο Ρίο δέχθηκε πυκνά πυρά από τα τουρκικά οχυρά, τα οποία βομβάρδισε με την μοίρα του επιφέροντας σημαντικά πλήγματα στους Τούρκους. Μάλιστα τα σημάδια που άφησαν τα πυρακτωμένα βλήματα της Καρτερίας στα οχυρά, έμειναν ανεξίτηλα στον χρόνο και είναι ορατά μέχρι και σήμερα.

Το οχυρό στο λιμάνι του Ρίου, κοντά στην πόλη της Πάτρας.

Τις ημέρες αυτές έλαβε χώρα και ένα από τα πιο εμβληματικά περιστατικά του ελληνικού αγώνα της Ανεξαρτησίας, αλλά και μία ιστορική στιγμή για τον Φιλελληνισμό.

Σε κάποια στιγμή που η Καρτερία και η μοίρα του Hastings περιπολούσαν στην περιοχή, το πλήρωμα εντόπισε ένα μεγάλο φορτηγό πλοίο με αυστριακή σημαία που κατευθυνόταν προς την Πάτρα για να εφοδιάσει τους Τούρκους.

Σημειώνεται ότι από τον Μάρτιο του 1822 η Ελληνική Διοίκηση είχε κηρύξει σε αποκλεισμό όλα τα τουρκοκρατούμενα λιμάνια του ελλαδικού χώρου.

Απόφαση της Ελληνικής διοίκησης, της 13 Μαρτίου 1822, που κηρύσσει τον αποκλεισμό όλων των λιμανιών της Ελλάδας από την Ήπειρο, την Πελοπόννησο, μέχρι την Θεσσαλία, και όλα τα νησιά του Αιγαίου συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης. Την υπογράφει ο Μαυροκορδάτος (Πρόεδρος του Εκτελεστικού) και ο Νέγρης (Υπουργός Εξωτερικών).

Ο Πρόξενος της Αυστρίας ήρθε σε επαφή με τον Hastings προκειμένου να απαιτήσει την ασφαλή είσοδο του αυστριακού πλοίου στην Πάτρα. Ο Hastings, του απάντησε ως εξής: «Ως πρόξενος της Αυστρίας βεβαίως έχετε ειδοποιηθή ότι η Ελληνική κυβέρνησις έχει κηρύξει εις αποκλεισμόν τας Πάτρας και ότι Ελληνική κανονιοφόρος περιπλέει τον λιμένα».

Υπενθυμίζεται ότι την εποχή αυτή η αυστριακή αυτοκρατορία ήταν μία υπερδύναμη, και ότι ο διπλωμάτης εκπρόσωπός της είχε επίγνωση της ισχύος και του κύρους που του προσέδιδε η θέση του. Έτσι ο Πρόξενος απάντησε στον Hastings τα εξής: «Το κράτος μου δεν αναγνωρίζει Ελληνικήν κυβέρνησιν, ούτε αποδέχεται την ισχύν των πράξεών της».

Ο Hastings ήταν κάθετος: « Κύριε πρόξενε αι διαταγαί ας έχω είναι να κυρώσω διά των όπλων τας πράξεις ταύτας και οφείλω να παρακαλέσω υμάς να μεταβήτε αμέσως εις το αυστριακό μεταγωγικό και να έλθει εδώ ο πλοίαρχος μετά των δικαιολογητικών».

Ο Αυστριακός πρόξενος θεώρησε ότι μπορούσε να επιβάλει την θέση του, και απάντησε ως εξής: «Νομίζω ότι ομιλώ προς Άγγλον και επειδή ούτε η Αυστρία ούτε η Τουρκία ευρίσκονται εις πόλεμον με την Αγγλίαν, είσθε υπόχρεως να σεβασθήτε την Αυστριακή σημαία».

Στην πρόκληση αυτή ο μεγάλος Φιλέλληνας και ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, απάντησε  με λόγια που έχουν περάσει πλέον στην ιστορία, και δείχνουν το μεγαλείο του ανδρός αυτού: «Ομιλείτε κύριε προς Έλληνα αξιωματικό, διοικούντα την μοίραν του αποκλεισμού και αν το αυστριακόν σκάφος δεν τεθή αμέσως υπό τας διαταγάς μου, θα το βυθίσω. Ως θα καταπυροβολήσω και το τουρκικόν στρατόπεδον, ιδού είπε, βγάζοντας το ωρολόϊ του Πέντε λεπτά μόνον» και ζήτησε στον Πρόξενο να αποχωρήσει. Ο Πρόξενος αποχώρησε χωρίς να πιστεύσει ότι ο Hastings θα τολμούσε να υλοποιήσει την απειλή του. Ο μεγάλος Φιλέλληνας περίμενε όμως για 5 λεπτά ακριβώς, και αμέσως μετά διέταξε τον βομβαρδισμό του πλοίου το οποίο βυθίσθηκε σε ελάχιστο χρόνο. Την ίδια στιγμή τα πυροβόλα της Καρτερίας εξουδετέρωναν τα τουρκικά κανόνια στη στεριά.

Η επιτυχίες του Hastings ανησύχησαν τους Τουρκο-αιγυπτίους, οι οποίοι διαπιστώνοντας την πίεση που τους ασκούσαν οι ελληνικές ναυτικές δυνάμεις, προσπάθησαν να αναλάβουν πρωτοβουλίες αντιμετώπισης των Ελλήνων. Οι εξελίξεις αυτές είχαν εξοργίσει τον ίδιο τον Ιμπραήμ Πασά, ο οποίος είχε ζητήσει να συλληφθεί και να τιμωρηθεί παραδειγματικά ο Hastings. Ακόμη και ο ίδιος ο Cohrane είχε συστήσει στον Hastings να παραμείνει στον Κορινθιακό κόλπο σε ασφαλές μέρος για να αποφύγει την εκδίκηση του Ιμπραήμ.

Οι κινήσεις αυτές όμως του Ιμπραήμ, προσέφεραν στον ναύαρχο Codrignton το πρόσχημα που έψαχνε για να εξουδετερώσει τον τουρκο-αιγυπτιακό στόλο, εφόσον αυτός παραβίαζε πλέον επίσημα την εκεχειρία και συνέχιζε να επιτίθεται στους Έλληνες. Ο στρατηγικός στόχος ήταν να στερηθεί ο Ιμπραήμ τα μέσα για τον ανεφοδιασμό του από την Αίγυπτο, έτσι ώστε να υποχρεωθεί να αποχωρήσει από την Πελοπόννησο. Ο μεγάλος αυτός Ναύαρχος, θαυμαστής του Λόρδου Βύρωνος, είχε λάβει ήδη αρκετούς μήνες πριν σαφείς οδηγίες από τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου, φίλο του Λόρδου Βύρωνος και φιλέλληνα, George Canning, να εκδιώξει το συντομότερο τον Ιμπραήμ από την Πελοπόννησο, «είτε με την χρήση της διπλωματικής γλώσσας, είτε με την πειθώ των όπλων». Ο Canning (μία από τις υψηλού επιπέδου διεθνώς προσωπικότητες στην οποία η Ελλάδα χρωστά την ελευθερία της και την ανεξαρτησία της), είχε κάνει σαφείς τις θέσεις του πολύ πριν, και αυτές ήταν γνωστές στη διεθνή κοινή γνώμη.

Gazette de France 10 Μαρτίου 1827. «Ο George Canning έστειλε ένα νέο επίσημο υπόμνημα στον σουλτάνο για την ειρήνευση στην Ελλάδα. Ζήτησε την άμεση παύση των εχθροπραξιών στη ξηρά και τη θάλασσα και διαπραγματεύσεις για μια διπλωματική λύση στο ελληνικό πρόβλημα. Φαίνεται ότι η Αγγλία και η Ρωσία θα έκαναν οτιδήποτε για να σταματήσουν τον πόλεμο». Συλλογή ΕΕΦ.

Έτσι, ο στόλος των συμμαχικών δυνάμεων εισήλθε στο Ναβαρίνο. Οι προθέσεις όμως του Codrington ήταν γνωστές στον Ιμπραήμ, και επειδή αυτός γνώριζε ότι ο μεγάλος στόλος του δεν είχε τη δυνατότητα να ναυμαχήσει τον μικρότερο αλλά εμπειρότερο συμμαχικό, θεώρησε ότι τους είχε στήσει μία παγίδα στα Ναβαρίνο. Πράγματι, στον στενό αυτό χώρο ο Ιμπραήμ διέθετε τα κανόνια των δικών του πλοίων (περίπου 90) συν τα κανόνια των οχυρών από την στεριά, ενώ οι σύμμαχοι διέθεταν μόλις 28 πλοία. Παρά την πολλαπλάσια δύναμη πυρός, ο πανικός και η αστοχία των ναυτικών του Ιμπραήμ, μετέτρεψαν την «παγίδα» που αυτός ετοίμαζε, στον τάφο των σχεδίων του. Αυτά ήταν να αφανίσει τον Ελληνισμό από την Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα, εφαρμόζοντας ένα σχέδιο γενοκτονίας και ξεριζωμού του, που θα οδηγούσε και στο τέλος της Ελληνικής ιστορίας. Ο στόλος του Ιμπραήμ καταστράφηκε, ενώ πάνω από 60 πλοία βυθίσθηκαν με μεγάλο μέρος των ναυτών τους, οι οποίοι ήταν δεμένοι με αλυσίδες στις θέσεις τους.

Thomas Whitcombe κύκλος, η ναυμαχία στο Ναβαρίνο, 20 Οκτωβρίου 1827, Συλλογή ΕΕΦ.

Μετά τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο, ο Frank Abney Hastings είχε πλέον ανακτήσει, με την Καρτερία και την μοίρα του, πλήρη έλεγχο στις ελληνικές θάλασσες. Τον Νοέμβριο του 1827, ο Hastings  συνέχισε τις επιχειρήσεις. Ο επόμενος στόχος ήταν το Μεσολόγγι, που αποτελούσε το κλειδί για τον έλεγχο της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Η πρώτη κίνηση ήταν να προσεγγίσει το Βασιλάδι, μια στρατηγικής σημασίας οχυρή θέση για το Μεσολόγγι, την οποία είχε επιχειρήσει να καταλάβει και ο Μιαούλης χωρίς επιτυχία. Καταστρώνει ένα ευφυές σχέδιο με στόχο να καταλάβει το ένα μετά το άλλο τα οχυρά που προστάτευαν τις νησίδες της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου (Βασιλάδι, Νταλμάς και Αιτωλικό). Σημειώνεται ότι τα νερά είναι πολύ ρηχά στην περιοχή και τα πλοία έπρεπε να μείνουν τουλάχιστον τρία χιλιόμετρα μακριά.

Η πολιορκία κράτησε μία εβδομάδα περίπου, λόγω κακοκαιρίας. Οι πρώτες βολές ήταν άστοχες λόγω της μεγάλης απόστασης. Ο Hastings εξόπλισε μικρά πλοιάρια που μπορούσαν να κινηθούν ευέλικτα στα ρηχά νερά του Μεσολογγίου και απέκλεισε με την κίνηση αυτή το Βασιλάδι και το – Αιτωλικό από το Μεσολόγγι, αναμένοντας τις κατάλληλες καιρικές συνθήκες για να επιτεθεί.

Η επίθεση ξεκινά στις 27 Δεκεμβρίου 1827. Η Καρτερία και το πλοίο Ελβετία βομβαρδίζουν από ανατολικά, ενώ τα πλοιάρια βάλουν με τα πυροβόλα τους από το εσωτερικό της λιμνοθάλασσας. Οι πρώτες βολές είναι ιδιαίτερα επιτυχείς. Κτυπούν το κάστρο, καταστρέφουν την δεξαμενή του νερού, και ανοίγουν μεγάλο ρήγμα στο τείχος. Την πέμπτη βολή αναλαμβάνει προσωπικά ο Hastings, ο οποίος ρυθμίζει το κανόνι και επιτυγχάνει με μία εύστοχη να ανατινάξει την πυριτιδαποθήκη των Τούρκων. Η έκρηξη αυτή καταστρέφει τα περισσότερα τουρκικά κανόνια και υποχρεώνει τους Τούρκους να παραδοθούν. Ο Βρετανός Φιλέλληνας, Λοχαγός Hane, αποβιβάζεται στο Βασιλάδι, παραλαμβάνει το οχυρό, και αιχμαλωτίζει 39 Τούρκους. Ο Hastings τους φέρθηκε υποδειγματικά, τους αποβίβασε σε άλλο σημείο και τους επέτρεψε να επιστρέψουν πίσω στο Μεσολόγγι. Στο οχυρό εγκαταστάθηκε απόσπασμα ελληνικού στρατού. Ο Τούρκος διοικητής έστειλε την επόμενη ημέρα στον Hastings από το Μεσολόγγι, δώρο ένα αρνί και ένα σπαθί.

Η νίκη αυτή, που φέρνει πλέον τις ελληνικές δυνάμεις στα πρόθυρα της κατάληψης του Μεσολογγίου, συντελείται την ημέρα που ο Ιωάννης Καποδίστριας περνά το Ιόνιο πέλαγος για να αναλάβει τα καθήκοντα του πρώτου Κυβερνήτη του νέου ελληνικού κράτους.

Μετά την επιτυχία αυτή επανήλθε το πρόβλημα της μισθοδοσίας. Το ναυτικό χρωστούσε στο πλήρωμα της Καρτερίας 3 μισθούς. Αδυνατώντας να συνεχίσει και να αντιμετωπίσει το πλήρωμά του, ο Hastings και άλλοι αξιωματικοί του, υπέβαλαν στον Καποδίστρια την παραίτησή τους. Μέσα σε αυτούς ήταν και ιατρός του πλοίου, ο Φιλέλληνας Heirich Treiber, ο οποίος αποχώρησε και εν τέλει μετατέθηκε στην Αθήνα, αφήνοντας την Καρτερία χωρίς τον ιατρό της.

Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας κάλεσε τον Hastings αμέσως στον Πόρο, και κατάφερε να τον μεταπείσει. Μάλιστα έκανε δεκτές όλες τις εισηγήσεις του για την αναδιοργάνωση και λειτουργεία του ελληνικού ναυτικού.

Ο βασικός άξονας των προτάσεων του Hastings ήταν η ανάπτυξη εθνικού ναυτικού που θα ανήκει στην κυβέρνηση, και όχι η ενοικίαση πλοίων από ιδιώτες πλοιοκτήτες. Ο νέος Κυβερνήτης είχε εκτιμήσει τις ικανότητες, αλλά και την προσωπικότητα του Hastings, και είχε αποφασίσει να του αναθέσει τον γενικό συντονισμό των ναυτικών δυνάμεων, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο επιστολής προς αυτόν: «Προς τον καπετάν Hastings. Η Κυβέρνησις ευχαρίστως διά την οποίαν έχετε διάθεσιν του να φανήτε χρήσιμος εις τους σκοπούς της σας επιφορτίζει με την διεύθυνσιν των ναυτικών υποθέσεων … θέλετε μεταχειρισθή ως προσωρινό γραμματέα τον κ. Γεώργιο Οικονομίδη…». Ο μεγάλος αυτός άνδρας δέχθηκε να υποχωρήσει και να συνεχίσει την αποστολή του για το καλό της Ελλάδας.

Η πρώτη κίνηση του Hastings ήταν να εγκαθιδρύσει τον πρώτο ναύσταθμο του ελληνικού ναυτικού στον Πόρο και να σχεδιάσει τις διοικητικές λειτουργείες. Αμέσως μετά αναχώρησε για να ολοκληρώσει την αποστολή του.

Μετά την πτώση του φρουρίου στο Βασιλάδι, το επόμενο στρατηγικό βήμα για να καταληφθεί το Μεσολόγγι, ήταν το Αιτωλικό. Ο Hastings πρέπει να συνεργασθεί με τα Σώματα στην ξηρά, τα οποία διοικούσε ο Στρατηγός Church, με τον οποίο δεν διατηρούσε τις καλύτερες σχέσεις. Παρά τις διαφωνίες, η αίσθηση του καθήκοντος που είχαν και οι δύο Φιλέλληνες, και η αγάπη τους για την Ελλάδα, βοήθησαν να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να βρουν λύση κοινής αποδοχής.

Ο Church περιγράφει τη σχέση τους ως εξής: «Ο Hastings όστις εκέκτητο τας ευγενεστέρας αρετάς πνεύματος και καρδίας ήτο δυστυχώς οξύθυμος και δύστροπος, το οποίον καθίστα πολλάκις δύσκολον την μετ’ αυτού συνεργασία». Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Hastings είχε ταλαιπωρηθεί πολύ κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στον Αγώνα, από την αδυναμία της ελληνικής διοίκησης να συντονίσει τις δράσεις των ελληνικών δυνάμεων, και να τον στηρίξει στο έργο του με γρήγορες αποφάσεις. Ο Church έχει επίγνωση αυτής της κατάστασης, και αναφέρει τα εξής: «Πρέπει να λεχθεί, προς τιμή του Άστιγγος, ότι έθεσεν εαυτόν εις μεγάλην δυσχέρειαν και εφ’ ικανόν χρόνον κατά το παρελθόν παρέχων εξ ιδίων χρήματα δια τα πληρώματα και είχεν αηδιάσει εκ της ολίγης προσοχής ην του έδιδεν η προσωρινή Κυβέρνηση ώστε ερεθισμένος εκ του γεγονότος τούτου έδειξεν την οργήν του στο Βασιλάδι».

Ο Hastings επέστρεψε στην Καρτερία για να συνεχίσει το πολύτιμό του έργο και για να υλοποιήσει το μεγάλο του όραμα. Να απελευθερώσει το Μεσολόγγι, τον τόπο που άφησε την τελευταία του πνοή ο Λόρδος Βύρων, και με την κατάληψη αυτή να ανακτήσουν οι ελληνικές δυνάμεις τον έλεγχο της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, και να δημιουργήσει τετελεσμένα που θα διευκόλυναν τον Καποδίστρια να διαπραγματευθεί την επέκταση των ελληνικών συνόρων προς τον βορρά.

Έτσι, τον Μάιο του 1828, συμμετείχε σε μία κοινή επιχείρηση στην Δυτική Ελλάδα, με τις χερσαίες δυνάμεις των Ελλήνων, τη διοίκηση των οποίων είχε αναλάβει ο Βρετανός Στρατηγός Church. Ο Ελληνικός στόλος απέκλεισε το προπύργιο του Μεσολογγίου, το Αιτωλικό.

Ο Hastings είχε σχεδιάσει ειδικά εμπρηστικά βλήματα με τα οποία βομβάρδισε το Μεσολόγγι.  Στη συνέχεια βομβάρδισε επί πέντε ώρες χωρίς διακοπή το Αιτωλικό, προετοιμάζοντας την απόβαση των ελληνικών δυνάμεων. Οι οβίδες προκάλεσαν πυρκαγιές σε όλο το Αιτωλικό το οποίο φλεγόταν, κατέστρεψαν σε πολλά σημεία τις οχυρώσεις και το ίδιο το τουρκικό φρουραρχείο.

Δυστυχώς στην φάση αυτή, ενώ  όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο, η έλλειψη αυστηρής πειθαρχίας και συντονισμού, το μεγάλο πρόβλημα που προκάλεσε πολλά δεινά στις ελληνικές δυνάμεις κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, δεν επέτρεψε να υλοποιηθεί σωστά το αρχικό σχέδιο.

Σύμφωνα με το σχέδιο, είχε αποφασισθεί να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα επίθεση όλων των δυνάμεων από την στεριά και από τη θάλασσα στις 25 Μαΐου 1828.

Όταν όμως διαφάνηκε ότι το Αιτωλικό έπεφτε, οι μονάδες των ατάκτων που συμμετείχαν στις χερσαίες δυνάμεις δεν υπάκουαν στο σχέδιο, και κινήθηκαν μόνοι τους με στόχο να λαφυραγωγήσουν. Το Τακτικό Σώμα των χερσαίων δυνάμεων, με διοικητές τον Στρατηγό Ευμορφόπουλο και το κόμητα Μπριόζιο, θεώρησαν ότι ξεκινούσε η επίθεση πρόωρα και κινήθηκαν και αυτοί εκτός σχεδίου εναντίον του οχυρού. Η κίνηση αυτή υποχρέωσε και τον Hastings να ξεκινήσει νωρίτερα και να προστρέξει με τους άνδρες για να μην αφήσει τις χερσαίες δυνάμεις εκτεθειμένες στα πυρά των Τούρκων.

Οι ναύτες του Hastings ξεκίνησαν την τελική έφοδο, χωρίς κάλυψη. Έτσι συγκεντρώθηκαν επάνω τους πολύ περισσότερα πυρά από ότι ανέμεναν.

Η μεγάλη και ηρωική αυτή μορφή του αγώνα των Ελλήνων, ο Frank Abney Hastings κατέβηκε από το πλοίο του και τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής των συμπολεμιστών του στην πρώτη γραμμή, για να συνδράμει τα χερσαία τμήματα. Στεκόταν διαρκώς όρθιος επάνω στην μικρή αποβατική λέμβο, δίνοντας οδηγίες και κουράγιο στους ναύτες του. Μάλιστα, μάρτυρες αναφέρουν ότι φώναζε διαρκώς και επαναλάμβανε δυνατά την λέξη «Εμπρός», και οι ναύτες του ήταν ενθουσιασμένοι και τον ζητωκραύγαζαν.

Η φάση αυτή ήταν άλλη μία από τις ηρωικές στιγμές του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων. Μόλις έφθασαν στην ακτή, μία τουρκική οβίδα κτύπησε την αποβατική λέμβο. Τρεις ναύτες σκοτώθηκαν και είκοσι τραυματίσθηκαν. Ο Frank Abney Hastings πληγώθηκε σοβαρά στο αριστερό χέρι και έπεσε αναίσθητος. Την στιγμή αυτή δημιουργήθηκε μία μεγάλη αναστάτωση. Ένα βόλι βρήκε τον Στρατηγό Ευμορφόπουλο στο μέτωπο και τον σκότωσε ακαριαία. Λίγο μετά έπεσε και άλλη μία ηρωική μορφή του Αγώνα, ο ενθουσιώδης Φιλέλληνας Μπριόζιο, ενώ πληγώθηκαν οι υπολοχαγοί Γκαίμπεν, Στέλβαχ και πολλοί άλλοι αγωνιστές.

Τον Hastings τον απέσυραν από την μάχη και τον οδήγησαν στην «Καρτερία». Εκεί του έδεσαν πρόχειρα το τραύμα γιατί όπως αναφέρθηκε προηγούμενα, ο ιατρός είχε μετατεθεί και δεν είχε επιλεγεί αντικαταστάτης του. Ο μεγάλος αυτός άνδρας συνήλθε και ζητούσε να αναλάβει πάλι δράση το συντομότερο, διαβεβαιώνοντας τους συμπολεμιστές του ότι «δεν είχε κάτι σοβαρό». Μάλιστα άρχισε να εργάζεται πάλι και να σχεδιάζει νέα επιχείρηση για να καταλάβει το Αιτωλικό. Στις 28 Μαΐου 1828 ετοίμασε λεπτομερή αναφορά προς την Κυβέρνηση, στην οποία περιγράφει τα γεγονότα και την διαγωγή του κάθε αξιωματικού, ασχολήθηκε ακόμη και με την τελευταία  λεπτομέρεια, όπως για παράδειγμα, την απονομή συντάξεως στην χήρα του αρχηγού των κανονιοφόρων Παπαπάνου. Εκεί ανέφερε ότι ετοιμαζόταν να επιτεθεί πάλι στο Αιτωλικό.

Στη φάση αυτή, κανείς δεν είχε υποψιασθεί πόσο σοβαρό ήταν το τραύμα του μεγάλου Βρετανού φιλέλληνα. Ακόμη και ο ίδιος ο Καποδίστριας εξέδωσε από τον Πόρο στις 26 Μαΐου 1828 (π.η.) την ακόλουθη διαταγή: «Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος προς τον αρχηγόν της κατά τον Κορινθικόν κόλπον ναυτικής δυνάμεως. Η Κυβέρνηση εγκλείουσα την ευχαριστήριόν της επιστολήν δια τους κατά την 11 Μαΐου αριστεύσαντας σπεύδει κατ’εξοχήν να προσφέρει εις Σε ιδιαιτέρως την ευγνωμοσύνη της τής οποίας και εις αυτήν την εσχάτην ώραν εφάνης άξιος εκθέσας την ζωήν Σου εις κίνδυνον υπέρ της Ελλάδος των συμφερόντων της οποίας εξ αρχής του αγώνος υπήρξας υπέρμαχος. Αυτής Σου της προς την Ελλάδα αφοσιώσεως τα έντιμα δείγματα φέρεις εις το Σώμα σου και ανακαλείς εις την μνήμην των ανθρώπων την δόξαν η οποία προ δύο ετών περιεχύθη εις τα μέρη όπου ήδη αγωνίζεσαι. Εν Πόρω 26 Μαΐου 1828 ο Κυβερνήτης».

Οι συμπολεμιστές του ενημέρωσαν τον υπεύθυνο αρχίατρο (Gosse), ο οποίος χωρίς να γνωρίζει λεπτομέρειες για το τραύμα, θεώρησε και αυτός ότι δεν επρόκειτο για κάτι ανησυχητικό. Όταν πολύ αργότερα είδε το τραύμα από κοντά, διαπίστωσε ότι εξελισσόταν σε γάγγραινα και ζήτησε να μεταφερθεί άμεσα ο Hastings στη Ζάκυνθο, όπου υπήρχαν περισσότερα μέσα, προκειμένου να αποκόψουν το πληγωμένο χέρι. Ο τραυματίας πλέον υπέφερε από αφόρητους πόνους και επειδή καταλάβαινε ότι πλησίαζε το τέλος του, έγραψε την διαθήκη του, και ανέθεσε καθήκοντα στον νέο Πλοίαρχο και Αντιπλοίαρχο της «Καρτερίας». Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του στην Ζάκυνθο, άφησε την τελευταία του πνοή επάνω στο πλοίο που τον μετέφερε, διασχίζοντας την θάλασσα που είχε αγαπήσει και παραδώσει πλέον ελεύθερη στους Έλληνες.

Πέθανε στις 1 Ιουνίου 1828  από τέτανο, σε ηλικία μόλις 34 ετών βυθίζοντας σε θλίψη και βαθύτατο πένθος τον ελληνικό στρατό και τους Έλληνες.

Τις ιστορικές αυτές στιγμές, περιγράφει στα απομνημονεύματα του ένας από τους αξιωματικούς του Frank Abney Hastings, ο Υποπλοίαρχος Παπά Μικές Δούκας, από τα Ψαρά: « Και το πρωί επήγαμεν εις την φρεγάδα και μας είπαν οι Άγγλοι ότι ο Άστιγξ είναι εντός κινδύνου, ότι έκαμεν διαθήκη, εδιόρισε πλοίαρχον της Καρτερίας τον Ιωσήφ Φαλάγκαν και υποπλοίαρχον των Ιωάννη Σωτηριάδην, τους δε άλλους ναύτας θα προβηβάσει μετά ταύτα εάν ζήση. Όλοι εμείναμεν επί της φρεγάδας κατά δε το μεσονύκτιον ήλθε ο φύλαξ και μας ειδοποίησε ότι απέθανε. Τον εκλαύσαμεν από βάθος καρδίας διότι εχάσαμεν πατέρα και όχι πλοίαρχο αυθάδη. Αφού οι Άγγλοι τον διόρθωσαν και τον περιέκλεισαν μας παρέδωκαν το λείψανόν του και το εφέραμεν εις τον Πόρον όπου ο Ναύσταθμος».

Το θλιβερό νέο της απώλειας του μεγάλου Φιλέλληνα συγκλόνισε όλη την Ελλάδα. Μόλις το πληροφορήθηκε, ο Ιωάννης Καποδίστριας απηύθυνε την ακόλουθη επιστολή στον Υπουργό των Ναυτικών Μαυροκορδάτο και τους δύο στενούς φίλους του Hastings, τον G. Finley και τον Ν. Καλλέργη:

«Ο Πλοίαρχος Άστιγξ δεν υπάρχει πλέον. Η θανατηφόρος πληγή την οποία έλαβεν, ενώ έδιδε νέα δείγματα του υπέρ της Ελλάδος ζήλον του υπό τα τείχη του Αιτωλικού μας τον αφήρπασε την 1η Ιουνίου». Aφού δε αναφέρει σε συντομία της υπηρεσίες του Hastings, υπογραμμίζει το καθήκον των Ελλήνων προς την μνήμην του «γενναίου προασπιστού της ανεξαρτησίας ημών όστις εδέχθη δι ημάς το θανάσιμον εκείνον τραύμα, υπήρξε ανήρ, αγαθός επιλέγει και στρατιώτης άμα και ναύτης ανδρείος. Πολεμική άρα και ναυτική κηδεία ανήκει εις αυτόν κατ’ εξοχήν» και συνεχίζει «ως τόπος συναθροίσεως των συστρατιωτών του αοιδίμου, εξαιτείται ο Πόρος τα νεκρά αυτού λείψανα διά να τα δεικνύη διαρκώς εις τους γενναίους εκείνους οίτινες φέροντες μεθ’εαυτόν μνημόσυνα ζωηρότατα του ευκλεούς συναγωνιστού θέλουν τον υπολαμβάνει ως μη παύσαντα να υπάρχη και παραμυθούμενος θέλουν οιονεί ενισχύεσθαι διά της παρουσίας του. Τέλος ως γυμνάσιον των νέων ναυτών μας ο Πόρος απαιτεί να είναι της σκιάς του το άσυλον, ώστε η μνήμη του ανεξάλειπτος από την φαντασίαν της νεολαίας ταύτης των αγαθών της Ελλάδος ελπίδων να τους υπεκαύση, ως πνεύμα προϊστάμενον εις τας σπουδάς των εις πρόσκτησιν των αρετών και γνώσεων όσων εκόσμουν τον αείμνηστον».

Και ο ίδιος ο αρχιστράτηγος Church είχε παραδεχθεί την ανωτερότητα του Frank Abney Hastings. Μάλιστα αναφέρει σε επίσημο έγγραφο που βρίσκεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο τα εξής: «Ο θάνατος του Άστιγγος, ήτο μεγάλη απώλεια διά την Ελλάδα. Είχε κάμει σημαντικάς θυσίας εν τη υπηρεσία εις την οποίαν τελικώς εθυσίασε και την ζωήν του. Ήτο ανήρ ψύχραιμος και ατρόμητος μεγάλης δε πρακτικής και επιστημονικής μορφώσεως, πάντοτε έτοιμος δι επιχείρησιν και μεγάλης καρτερίας. Εξετιμάτο μεγάλης και έχαιρεν υπόληψιν μεταξύ των Ελλήνων και το στρατιωτικόν του στάδιον εσημειώθη διά πολλών επιτυχιών υπέρ της θετής του πατρίδος και υπέρ της ιδίας εαυτού δομής. Μετά τη απώλειαν του ευγενούς πλοιάρχου της η μέχρι ώρας ισχυρά «Καρτερία» ο τρόμος του εχθρού κατέστη πλοίον συνήθους τάξεως, είναι αληθές ότι εν αυτή ευρίσκοντο ακόμη τα φοβερά πυροβόλα τα επινοηθέντα υπό του Άστιγγος τα εκτοξεύοντα υπό την διεύθυνσίν του πυρ και θάνατον κατά των εχθρών προς όλας τας διευθύνσεις, αλλ’ εκείνος δεν υπήρχε πλέον και εκλιπούσης της χειρός ήτις διηύθηνε και της ψυχής ήτις ενίσχυε τα κατορθώματα της «Καρτερίας» αι μετέπειτα υπηρεσίαι της υπήρξαν ασήμαντοι όσον εις το παρελθόν ήσαν σπουδαίαι και λαμπραί».

Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας ζήτησε να βαλσαμωθεί η σωρός του Hastings και να μεταφερθεί στην Εκκλησία του Ορφανοτροφείου της Αίγινας. Μεταφέρθηκε τον επόμενο χρόνο με μία πολυήμερη τελετή στον Πόρο, με το αγαπημένο του πλοίο την «Καρτερία», στο οποίο επέβαινε και ο ίδιος ο Ιωάννης Καποδίστριας. Το πλοίο συνόδευε τιμητική μοίρα πολεμικών πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού, στα οποία επέβαιναν πολλοί από τους συμπολεμιστές του. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Σπυρίδων Τρικούπης. Οι λεπτομέρειες της τελετής αναφέρονται παρακάτω.

Η τελετή της κηδείας του Frank Abney Hastings

Το γενικό πρόσταγμα της τελετής της κηδείας, στην οποία ήταν παρών ο ίδιος ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, ανατέθηκε στον Υπουργό των Ναυτικών Μαυροκορδάτο, στον G. Finley και στον Ν. Καλλέργη.

Ο νέος κυβερνήτης της Καρτερίας, Φαλάγκας, παρέδωσε το ταριχευμένο σώμα του Frank Abney Hastings στον μοίραρχο Fabricius, αρχηγό της μοίρας, στις 6 Ιουνίου 1829. Οι σημαίες κυμάτιζαν παντού μεσίστιες και οι κεραίες των πλοίων ήταν κεκλιμένες. Ακουγόντουσαν μόνο οι κρότοι των πυροβόλων.

Η σωρός έφθασε στις 13 Ιουνίου στο Λουτράκι. Χιλιάδες Έλληνες από την Περαχώρα και την Κόρινθο συνόδευσαν τον νεκρό στο Καλαμάκι. Τη νεκρική σιγή διέκοπταν κανονιοβολισμοί από τα πλοία και την Ακροκόρινθο.

Στο Καλαμάκι η σωρός επιβιβάσθηκε στο πλοίο «Αθηνά» με προορισμό την Αίγινα. Ο Φιλέλληνας, συμπολεμιστής και φίλος του Hastings και ιστορικός G. Finley περιγράφει τις σκηνές με τα ακόλουθα λόγια: «Ουδέποτε ίσως αλλόφυλοι μαχηταί επένθησαν ειλικρινέστερον και βαθύτερον ανδρείον ξένον διά τον πρόωρον χαμόν του. Ότε οι πολυάριθμοι Έλληνες ναυτικοί οι υπηρετήσαντες κατά καιρούς υπό τας διαταγάς του έμαθον τον θάνατον αυτού συνήθροισαν αμέσως δι εράνου χρηματικόν ποσόν και εκτέλεσαν εν τη Μητροπόλη της Αιγίνης διά του Ελληνικού κλήρου μνημόσυνον μετά πάσης πομπής και παρατάξεως δυνατών κατά τους ταραχώδεις εκείνους χρόνους».

Στη συνέχεια, όλα τα μέλη του Γενικού Φροντιστηρίου, ο προσωρινός Διοικητής Αιγίνης και όλοι οι αξιωματικοί των πολεμικών πλοίων που είχαν φθάσει στην Αίγινα, τοποθέτησαν την σωρό του Frank Abney Hastings στην εκκλησία του Σωτήρος στο Ορφανοτροφείο. Εκεί είχε συγκεντρωθεί όλος ο κλήρος, οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές, οι Φιλέλληνες, και ο Κυβερνήτης με αντιπροσωπεία του Πανελληνίου. Ακολούθησε επικήδειος ευχή και άρχισε η εκφορά του νεκρού. Μπροστά πορευόταν άγημα από 100 ναύτες φέροντες πένθος, και ακολουθούσαν 4 αξιωματικοί του ναυτικού με το ξίφος τους στον ώμο και στη συνέχεια 8 αξιωματικοί που έφεραν το φέρετρο. Τους συνόδευαν 4 πλοίαρχοι που κρατούσαν τις τέσσερες άκρες του καλύμματος του  φερέτρου. Αμέσως μετά ο Ιωάννης Καποδίστριας και οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές. Όλοι οι συμμετέχοντες έφεραν στον αριστερό βραχίονα μαύρο πένθος.

Η πομπή κατέληξε στο λιμάνι και το φέρετρο τοποθετήθηκε σε λέμβο, σκεπασμένη με πένθιμο ύφασμα. Η λέμβος μετέφερε την σωρό του Hastings στο αγαπημένο του πλοίο την Καρτερία, για το τελευταίο του ταξίδι στον Πόρο. Όταν έφθασε το φέρετρο στην Καρτερία, όλα τα πλοία κατέβασαν τις σημαίες τους και έκλιναν τις κεραίες τους. Ακολούθησαν 34 κανονιοβολισμοί, όση ήταν και η ηλικία του μεγάλου Φιλέλληνα.

Στη συνέχεια ξεκίνησαν όλα τα πλοία μαζί, πλέοντας με μικρή ταχύτητα και την μεγαλοπρέπεια που άξιζε στον Frank Abney Hastings. Όταν έφθασαν στον Ναύσταθμο στον Πόρο αγκυροβόλησαν. Οι αξιωματικοί μετέφεραν το φέρετρο και ακολούθησε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Και πάλι αποδόθηκαν τιμές με κανονιοβολισμούς.

Στο Ναύσταθμο είχαν παραταχθεί ένας λόχος Πεζικού, αντιπροσωπεία του Πολεμικού Ναυτικού, των τακτικών σωμάτων ξηράς, όλοι οι παρευρισκόμενοι πλοίαρχοι και αξιωματικοί και το πλήρωμα της Καρτερίας. Όλοι μαζί συνόδευσαν με ιδιαίτερη συγκίνηση τον νεκρό στην τελευταία του κατοικία.

Αφού εψάλη σύντομη ευχή, ο Υπουργός Εξωτερικών Σπυρίδων Τρικούπης εκφώνησε εκ μέρους της κυβέρνησης και του Ελληνικού Έθνους, τον αποχαιρετιστήριο λόγο. Ακολούθησε ο τελευταίος ασπασμός του νεκρού και οι παρευρισκόμενοι, με πρώτον τον Ιωάννη Καποδίστρια, έριξαν από μία χούφτα χώμα στον τάφο του μεγάλου ανδρός. Ο λόχος του Τακτικού Σώματος και τα ναυτικά αγήματα τον αποχαιρέτησαν με τριπλό τυφεκιοβολισμό.

Η τελετή της κηδείας ολοκληρώθηκε και πάλι με 34 βολές πυροβολικού, σε ανάμνηση του έργου και της προσφοράς του Φιλέλληνα, ήρωα και εθνικού ευεργέτη, Frank Abney Hastings, που συγκλόνισε τις ψυχές όλων των Ελλήνων.

Η Γενική Εφημερίδα όταν αναφερόταν στον Frank Abney Hastings, χρησιμοποιούσε τον όρο «ο πλέον παρά Έλλην».

Στην ομιλία του ο Σπυρίδων Τρικούπης υπενθύμισε ότι ο Frank Abney Hastings «… απέθανεν την 20η Μαίου, καταλιπών μνήμην ανεπίληστον αφιλοκερδούς φιλελληνισμού, ενδόξων υπέρ ελευθερίας αγώνων και ακεραίου χαρακτήρος …».

Ο Λόρδος Βύρων  είχε περιγράψει τον Hastings ως “intelligent and scientific” who “unites great courage & coolness as well as enterprise” («έξυπνος και επιστήμων» που «συνδυάζει μεγάλο θάρρος και ψυχραιμία, καθώς και την επιδεξιότητα»).

Ο Finley αναφέρει σχετικά με τον Hastings και την Καρτερία τα εξής: «το τι θα ηδύνατο να γίνη ο Ελληνικός στόλος εάν έζη ο πλοίαρχος Άστιγξ μόνον όσοι τον εγνώρισαν και είδον ποία μέτρα έλαβε διά να στρατολογήση ναυτικούς αξιωματικούς δύναται να φαντασθώσιν».

Ο άλλος σημαντικός Φιλέλληνας, Στρατηγός Thomas Gordon αναφέρει και αυτός στη βιογραφία του: «Αν υπήρχε κάποιος πραγματικά ανιδιοτελής και χρήσι­μος Φιλέλληνας, αυτός ήταν ο Άστιγξ. Δεν έλαβε ποτέ του αμοιβή. Ξόδεψε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του για να κρατήσει μάχιμη και δυνατή την «Καρ­τερία», το μοναδικό πλοίο του Ελληνικού Ναυτικού πού τηρούσε τούς κανόνες της ναυτικής πειθαρχίας».

Η καρδιά του νεκρού Hastings μεταφέρθηκε στην Αθήνα και τάφηκε στον Αγγλικανικό ναό του Αγίου Παύλου.

Το 1861, η πολιτεία μετέφερε τα οστά του Frank Abney Hastings στον Ναύσταθμο του Πόρου, όπου έστησε ένα μνημείο οβελίσκο για να τιμήσει την συνεισφορά του στον Αγώνα.

Μνημείο στην μνήμη του Frank Abney Hastings στον Πόρο

Επιτύμβια πλάκα του Frank Hastings στον Αγγλικανικό ναό του Αγ. Παύλου στην Αθήνα.

Το 1928, με αφορμή τον εορτασμό των 100 από τον θάνατόν του, ο υπουργός του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού Παναγιώτης Μερλόπουλος, και ο Πρέσβης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ελλάδα, Sir Percy Loraine, τοποθέτησαν στο μνημείο αναμνηστικές πλάκες.

ΕΠΙ ΤΗ ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΑΠΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΛΗΝΟΣ
ΦΡΑΝΚ ΑΒΝΥ ΑΣΤΙΓΓΟΣ
ΟΣΤΙΣ
ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ
ΣΥΝΕΔΕΣΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ
ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΝΑΥΤΙΚΟΝ
ΔΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΙΣ ΕΝΔΕΙΞΙΝ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ
ΕΣΤΕΦΑΝΩΣΕ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟΝ ΤΟΥΤΟ
ΤΗ 8 ΙΟΥΝΙΟΥ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1928

ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝΔΟΞΟΝ ΜΝΗΜΗΝ
ΤΟΥ
ΦΡΑΝΚ ΑΒΝΥ ΑΣΤΙΓΓΟΣ
ΟΣΤΙΣ
ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΤΟΥ ΕΔΟΚΕΝ
ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΚΑΤΕΤΕΘΗΚΑΝ ΕΝΤΑΥΘΑ ΣΤΕΦΑΝΟΙ
ΤΗ 8 ΙΟΥΝΙΟΥ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1928
ΥΠΟ ΤΟΥ ΒΑΡΩΝΕΤΟΥ ΣΕΡ ΠΕΡΣΥ ΛΟΡΑΙΝ
ΠΡΕΣΒΕΥΤΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
Της Α.Μ. ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ
ΚΑΙ ΥΠΟ
ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Η ελληνική πολιτεία συνέχισε να θυμάται και να τιμά τον μεγάλο αυτόν Φιλέλληνα και εθνικό ευεργέτη, τον Frank Abney Hastings, ονομάζοντας προς τιμή του  μια κανονιοφόρο το 1841 και ένα αντιτορπιλικό το 1939 του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Με αφορμή τα 100 χρόνια από τον θάνατό του στήθηκε ένα μνημείο και στο Μεσολόγγι, στον κήπο των Ηρώων. Επίσης, εκδόθηκε ένα προς τιμήν του χάλκινο αναμνηστικό μετάλλιο και άλλα αντικείμενα.

Αναμνηστικό μετάλλιο προς τιμήν του Frank Abney Hastings, για τα 100 χρόνια από τον θάνατόν του: «Η Ελλάς ευγνωμονούσα» (Συλλογή ΕΕΦ).

Αναμνηστική κάρτα του 1928 για τα 100 χρόνια από τον θάνατο του Frank Abney Hastings. (Συλλογή ΕΕΦ).

Το όνομα του Frank Abney Hastings δόθηκε σε έναν δρόμο στον Πειραιά. Επίσης, μία κεντρική οδός στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας φέρει το όνομα του, για να θυμίζει στους Έλληνες και ξένους που έρχονται να επισκεφθούν και να προσκυνήσουν τα μνημεία του κλασσικού πολιτισμού, της ελευθερίας και της δημοκρατίας, την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα, ότι σε μεγάλους, ευγενείς και γενναίους άνδρες σαν τον Frank Abney Hastings χρωστά η πολιτισμένη ανθρωπότητα το πλεονέκτημα να ζει ελεύθερα και με αξιοπρέπεια.

 

Σημείωση της ΕΕΦ:

Ένας από τους απογόνους της οικογένειας Abney Hastings, ο Maurice Abney Hastings, συνέγραψε ένα σημαντικό βιβλίο που παρουσιάζει το έργου του μεγάλου Φιλέλληνα και προγόνου του, του Frank Abney Hastings. Ο Maurice Abney Hastings, συγκέντρωσε υλικό και οργάνωσε μουσείο στη γενέτειρα του μεγάλου Φιλέλληνα στην Αγγλία. Το βιβλίο του αυτό παρουσίασε πριν από μερικά χρόνια και στην Ελλάδα σε εκδήλωση στο Ιστορικό Μουσείο στην Αθήνα.

Ο Maurice Abney Hastings πέθανε στις 9 Οκτωβρίου 2016 σε ηλικία 75 ετών.

Η ΕΕΦ τιμά και τη δική του μνήμη.

Το βιβλίο του Maurice Abney Hastings, για τον μεγάλο Φιλέλληνα Frank Abney Hastings.

Ο Maurice Abney Hastings παρουσιάζει προσωπικά αντικείμενα του μεγάλου Φιλέλληνα Frank Abney Hastings και στοιχεία σχετικά με τη δράση του στην Ελλάδα.

Πηγές και βιβλιογραφία

  • Κωνσταντίνος Ράδος, «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Ναυτική Επιθεώρησις, Εν Αθήναις, 1928.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 2ος, Αθήνα, 1930.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.
  • Σπυρίδωνος Τρικούπη «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης».
  • Χρήστου Γούδη «Ιστορία της Νεότερης Ελλάδος» εκδόσεις «Κάκτος».
  • Ιωάννη Ρούσκα «Ο Άστιγξ και η Καρτερία» περιοδικό «Ιστορικά Θέματα» τόμος 59.
  • Κωνσταντίνου Ράδου «Έγγραφα και σημειώσεις για την δράση του Άστιγξ εν Ελλάδι».
  • Γιώργος Αθανασίου,  POROSNEWS, 190 χρόνια από το θάνατο του Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ, 2/6/2018.
  • Stephen, Leslie and Lee, Sidney, ed.s, Dictionary of National Biography (London, England: Smith, Elder, & Co, 1891), vol. 25.
  • Gordon, Thomas (1832). History of the Greek Revolution. London.
  • Finlay, George (1861). History of the Greek Revolution. Edinburgh.
  • This article incorporates text from a publication now in the public domain: Chisholm, Hugh, ed. (1911). «Hastings, Frank Abney». Encyclopedia Britannica. 13 (11th ed.). Cambridge University Press. p. 55.
  • Frank Abney Hastings, Memoir on the Use of Shells and hot shot from Ship artillery, Ridgeway, Londres, 1828.
  • Dimitri G. Capaitzis, ‘KARTERIA’ THE FIRST STEAM WARSHIP IN WAR (1826), The Royal Institution of Naval Architects, Historic Ships, London, 2009
  • Maurice Abney-Hastings, Commander of the Karteria, Authorhouse, 2011.
  • http://www.captainfrank.co.uk/people/captain-frank-abney-hastings
  • Hellenic Army General Staff, An Index of Events in the military History of the Greek Nation, Army History Directorate, 1998.
  • Anonymous article (attributed to George Finlay), “Biographical Sketch of Frank Abney Hastings”, Blackwood’s Edinburgh Magazine, vol. 58, July – December 1843.
  • David Brewer, The Greek War of Independence: The Struggle for Freedom from Ottoman Oppression and the Birth of the Modern Greek Nation, New York, The Overlook Press, 2001.
  • Wladimir Brunet de Presle et Alexandre Blanchet, Grèce depuis la conquête romaine jusqu’à nos jours, Paris, Firmin Didot, 1860.
  • R. Morfill, “Hastings, Frank Abney (1794–1828) (revised by Andrew Lambert)”, Oxford Dictionary of National Biography, May 2010.
  • A. Phillips, The War of Greek Independence 1821 to 1833, New York, Charles Scribner’s Sons, 1897.
  • Elizabeth Roberts, Freedom, Faction, Fame and Blood: British Soldiers of Conscience in Greece, Spain and Finland, Sussex Academic Press, 2010.
  • Christopher Montague Woodhouse, The Philhellenes, London, Hodder and Stoughton, 1969.
  • J.W. Day, et al. (1998) “The Anglican Church of Saint Paul’s Athens, A Short History”.
  • William St Clair, THAT GREECE MIGHT STILL BE FREE, The Philhellenes in the War of Independence, Cambridge, 2008.

 

Πορτραίτο του François Antoine Christophe Gérard με στολή Γάλλου συνταγματάρχη, φέρει το παράσημο του αξιωματικού της Λεγεώνας της Τιμής, του ζωγράφου Jules DELAROCHE (Paris 1895 – Versailles 1849)

 

Ο Στρατηγός François-Antoine-Christophe Gérard, γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου 1786 στο Nancy, της Γαλλίας. Ο πατέρας του ονομάζονταν François Gérard και η μητέρα του Marie Elisabeth Gabriel.

Υπηρέτησε στον γαλλικό στρατό στον οποίο κατετάγη στις 5 Οκτωβρίου 1804 ως εθελοντής, στο 62ο Σύνταγμα Πεζικού. Το 1833 έγινε Ταξίαρχος και το 1848 Υποστράτηγος.

Στη διάρκεια της καριέρας του στη Γαλλία, έλαβε μέρος σε δεκαέξι πολεμικές εκστρατείες: Το 1804 στο Cotes de l’Océan, το 1805 στο Ulm και την Αυστρία, το 1806, 1807 και 1808, στην Πρωσία και την Πολωνία. Το 1809 πολέμησε στην Αυστρία, το 1812 στη Ρωσία, το 1814 με τη Μεγάλη Στρατιά, και το 1815 στη Γαλλία.

Από το 1829 έως το 1831 υπηρέτησε στην Ελλάδα. Δυνατός και ατρόμητος μαχητής, τραυματίστηκε πέντε φορές: Στις 6 Φεβρουαρίου 1807 στο Eyleau, στις 21 Μαΐου 1809 στο Essling, στις 6 Ιουλίου 1809 στο Wagram, στις 18 Αυγούστου 1812 στο Polotsk και στις 17 Φεβρουαρίου 1814 στο Vangis. Διακρίθηκε για τη γενναιότητά του στις μάχες στο Nogent, στο, Mormand και ιδιαίτερα στο Polotsk και στο Soissons, όπου διετέλεσε φρούραρχος κατά το 1814-1815.  Κατά την Παλινόρθωση στη Γαλλία, έμεινε έξι χρόνια ημι-αμοιβώμενος στη γενέτειρά του και στις συνέχεια κατέλαβε διάφορες θέσεις στο στράτευμα ως διοικητής Συνταγμάτων.

Το 1829 έφτασε στην Ελλάδα. Ο Gérard ήταν ανιψιός του υπουργού Πολέμου της Γαλλίας Στρατάρχη Étienne-Maurice, κόμη Gérard, γεγονός που, κατά ορισμένους μελετητές, του εξασφάλισε ισχυρή εξουσία ακόμη και μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Υπενθυμίζεται ότι ο κόμης Gérard ήταν μέλος της Φιλελληνικής Επιτροπής του Παρισιού και είχε υποστηρίξει ενεργότατα τον ελληνικό Αγώνα.

Étienne Maurice Gérard, πρώτος Κόμης Gérard (1773 – 1852), Γάλλος Στρατηγός, πολιτικός και Στρατάρχης της Γαλλίας. Θείος του François Antoine Christophe Gérard.

Την επιλογή αυτή του Κόμη Gérard είχε ακολουθήσει και στηρίξει και ο ανιψιός του. Πράγματι, χάρη στα αρχεία της γαλλικής αστυνομίας, έρχεται στο φως η άγνωστη πληροφορία ότι ο François-Antoine-Christophe Gérard, όταν ήταν ακόμη λοχαγός, στα τέλη του 1825, είχε έλθει στην Ελλάδα για εννέα μήνες περίπου, συνοδεύοντας Φιλέλληνες εθελοντές μαχητές, μεταφέροντας χρήματα και πολεμοφόδια για τον Αγώνα, ως απεσταλμένος της Επιτροπής.

Έφθασε εκ νέου στην Ελλάδα το 1829 όταν ήταν Συνταγματάρχης, επιφορτισμένος αυτή τη φορά από τον βασιλιά της Γαλλίας με την αποστολή να βοηθήσει τον Κυβερνήτη Καποδίστρια, όχι μόνο στην αποτελεσματική οργάνωση του Τακτικού Στρατού, αλλά και στην «τακτικοποίηση» των Ατάκτων μαχητών. Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας τον προήγαγε σε «Στρατηγό Υπασπιστή» (Ταξίαρχο), και αυτός ανέλαβε, στις 21 Νοεμβρίου του 1829, τα καθήκοντα του Γενικού Επιθεωρητή του Τακτικού Σώματος. Αρχηγός του Τακτικού Στρατού ήταν τότε ένας άλλος Γάλλος, ο Στρατηγός Trézel, τον οποίο αντικατέστησε ο Gérard τον Σεπτέμβριο του 1830. Έτσι, χρίσθηκε αρχηγός του Ελληνικού Τακτικού Στρατού.

Ο Στρατηγός Gérard συνεπικούρησε ενεργά, με την υποστήριξη και της Γαλλικής Κυβέρνησης, τον Ιωάννη Καποδίστρια στην προσπάθεια του για ολοκληρωτική «τακτικοποίηση» των Ατάκτων στρατευμάτων. Στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού, αποφασίσθηκε μετά τη Μάχη της Πέτρας (Σεπτέμβριος 1829), να αντικατασταθούν οι Χιλιαρχίες των ατάκτων με είκοσι Ελαφρά Τάγματα, αποτελούμενα από τέσσερις λόχους το καθένα. Αυτά τοποθετήθηκαν στα σύνορα της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Στολή Χιλιάρχου των Σωμάτων Ατάκτων, Αρχείο ΓΕΣ.

Παράλληλα, ο Στρατηγός Gérard υπέβαλε πρόταση στον Κυβερνήτη για τη σύσταση ενός ιδιότυπου τάγματος, του Τυπικού Τάγματος.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Κωνσταντίνο Βακαλόπουλο, ο Gerard αξιοποίησε μία σειρά από προτάσεις που είχε υποβάλει ο Κασσομούλης και άλλοι Εκατόνταρχοι που έμειναν εκτός υπηρεσίας λόγω της στρατιωτικής αναδιοργάνωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, σχεδιάσθηκαν τα Ελαφρά Τάγματα για να στελεχωθούν από τους μαχητές αυτούς. Την αξιολόγηση όλων των σχεδίων αυτών ανέθεσε ο Καποδίστριας στον Gérard, ο οποίος τα διεύρυνε και στη συνέχεια υπέβαλε ένα τελικό σχέδιο στον Κυβερνήτη προς έγκριση. Η κεντρική ιδέα του σχεδίου ήταν σύμφωνη με την πολιτική του Κυβερνήτη για την «τακτικοποίηση» των Ατάκτων και ο Gérard εργάσθηκε με ιδιαίτερο ζήλο για την επιτυχία του.

Στολή στρατιώτη των ελαφρών ταγμάτων, Αρχείο ΓΕΣ.

Στολή στρατιώτη του πεζικού του τακτικού στρατού, Αρχείο ΓΕΣ.

Στολή υπολοχαγού του πεζικού του τακτικού στρατού, Αρχείο ΓΕΣ.

Στο πλαίσιο αυτό, το Τυπικό Τάγμα, όπως ονομάσθηκε, θα λειτουργούσε ως τάγμα- υπόδειγμα για την εκπαίδευση των στρατιωτών και αξιωματικών. Αυτό θα βοηθούσε να εκπαιδεύονται τα στελέχη των Ελαφρών Ταγμάτων και να διδάσκονται τις αρχές της στρατιωτικής υπηρεσίας και της οικονομικής διαχείρισης. Θεσμοθετήθηκε με διάταγμα στις 7 Δεκεμβρίου του 1830 και συγκροτήθηκε αρχικά από τέσσερις και στη συνέχεια από έξι λόχους, καθένας εκ των οποίων περιελάμβανε 80-100 άνδρες. Στολή των ανδρών του Τυπικού Τάγματος ήταν η φουστανέλα, γεγονός που ευχαριστούσε τους παλαιούς πολεμιστές και εντυπωσίαζε το κοινό. Ο οπλισμός τους αποτελείτο από τουφέκι με ξιφολόγχη και δύο παλάσκες.

Στολή υπολοχαγού του «Τυπικού» τάγματος πεζικού, Αρχείο ΓΕΣ.

Στολή λοχία του «Τυπικού» τάγματος πεζικού, Αρχείο ΓΕΣ.

Τον πυρήνα του Τυπικού Τάγματος αποτελούσε ένας Εκπαιδευτικός Λόχος, ο οποίος στελεχώθηκε με αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του Στρατού. Το Τυπικό Τάγμα θα έπρεπε να λειτουργήσει σύμφωνα με τη σχετική απόφαση της Γραμματείας Στρατιωτικών ως «πρότυπο για τον νέο Ελληνικό Στρατό».

Εύελπις με την «μικρά» στολή, 1829, Αρχείο ΓΕΣ.

Διατάχθηκε, επίσης, η απόσπαση στους κόλπους του Τυπικού Τάγματος δέκα ανδρών από κάθε λόχο του Ατάκτου Πεζικού, καθώς και ενός αριθμού αξιωματικών και υπαξιωματικών που προέρχονταν από τα τάγματα του Τακτικού Στρατού. Ο Στρατηγός Gerard και η Κυβέρνηση ήλπιζαν ότι μέσω της παράλληλης υπηρεσίας αξιωματικών και οπλιτών των Ελαφρών Ταγμάτων με συναδέλφους τους του Τακτικού Σώματος, θα καλλιεργείτο πνεύμα αμοιβαιότητας και συνεργασίας ανάμεσα στους Άτακτους και τους Τακτικούς στρατιωτικούς του Ελληνικού Στρατού. Ωστόσο, εξαιτίας της μειωμένης θέλησης των οπλιτών των Ελαφρών Ταγμάτων να καταταγούν στο Τυπικό Τάγμα, η προσπάθεια αυτή δεν είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Στολή Στρατηγού του Τακτικού Στρατού, Αρχείο ΓΕΣ.

Ο Στρατηγός Gérard εργάσθηκε με επιμονή και αφοσίωση για να οργανώσει τον στρατό με επαγγελματικό τρόπο και για τη σύσταση του Τυπικού Τάγματος, έχοντας την υποστήριξη του υπουργού Πολέμου, Παναγιώτη Ρόδιου, και του ιδίου του Καποδίστρια. Για τον λόγο αυτόν μάλιστα τον αποκαλούσαν «πατέρα του τυπικού τάγματος».

Η σπουδαιότητα που απέδιδε ο Gérard στην αποστολή του επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο ίδιος διατηρούσε σχετικά με τα σχέδιά του τακτική προσωπική αλληλογραφία με Γάλλους πολιτικούς (τον Γάλλο πρέσβη Rouen, τον υπουργό Εξωτερικών Υποθέσεων της Γαλλίας πρίγκιπα de Polignac, τον Γάλλο υπουργό Πολέμου κόμη de Bourmont). Σε αυτούς παρουσίαζε τα αποτελέσματα των ενεργειών του στην Ελλάδα σχετικά με την οργάνωση του Στρατού και την «τακτικοποίηση» των Ατάκτων. Από την αλληλογραφία του προκύπτει με σαφήνεια, ότι τοποθετήθηκε επικεφαλής του Τακτικού Σώματος σε εκτέλεση «συμφωνίας» της 1/13 Απριλίου του 1829 ανάμεσα στον Κυβερνήτη Καποδίστρια και τον Στρατηγό Maison και ότι η αποστολή που του είχε ανατεθεί από τη γαλλική κυβέρνηση ήταν η αναδιοργάνωση του στρατεύματος και η «επιτυχής οργάνωση των 20 ταγμάτων των Παλικαριών», δηλαδή των Ελαφρών Ταγμάτων, όπως γράφει στον πρίγκιπα de Polignac.

Επιπλέον, παρά την σιωπηρή αντιπαράθεση των Γάλλων με τον Κυβερνήτη για πολιτικούς λόγους, ο Στρατηγός Gérard, όπως φαίνεται από την αλληλογραφία του, έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για τον Καποδίστρια. Στον κόμη de Bourmont γράφει για εκείνον τα εξής: «Η Α.Ε. μού δείχνει πάντα μεγάλο σεβασμό και εμπιστοσύνη και ανταποκρίνομαι όσο καλύτερα μπορώ σε αυτό το ευγενικό συναίσθημα εκ μέρους του […]. Ο Κυβερνήτης μιλάει με τόσο καλά λόγια και δείχνει μια τέτοια αυταπάρνηση, που δεν θα μπορούσα παρά να τον θαυμάζω. Το πέρασμά του από την πρώτη στη δεύτερη γραμμή, με αφοσίωση, αποτελεί πράξη πατριωτισμού, που είναι πολύ σπάνιος στις μέρες μας, και επαυξάνει εις διπλούν βεβαίως όλη του τη δόξα».

Δυστυχώς στη συνέχεια, τα πράγματα στην Ελλάδα έλαβαν μία άσχημη τροπή, όταν δολοφονήθηκε ο Κυβερνήτης Καποδίστριας. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Βερέμης, κατά την προανάκριση που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια, φαίνεται ότι ο Στρατηγός Gérard και ο Γάλλος πρέσβης Rouen, προσπάθησαν να προστατεύσουν τον δολοφόνο από τη μανία του πλήθους. Λόγω του περιστατικού αυτού, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας ζήτησε την απομάκρυνσή του Gérard.

Παράλληλα βέβαια, τα αισθήματα του Gérard δεν ήταν εντούτοις καθόλου φιλικά για τον αδελφό του Κυβερνήτη, Αυγουστίνο Καποδίστρια. Ο Gérard θεωρούσε ότι ο  Αυγουστίνος Καποδίστριας επιθυμούσε ήδη από καιρό να τον απομακρύνει από την Ελλάδα και από τη διοίκηση του Τακτικού Σώματος. Ο Βρετανός ιστορικός George Finlay αναφέρει ότι ο Αυγουστίνος πράγματι κατάφερε να παύσει τον Gérard από τα καθήκοντά του. Σε συνέχεια των γεγονότων αυτών, ο Gérard υπέβαλε την παραίτησή του στον υπουργό Ρόδιο, υπογράφοντας ως «Τέως Γενικός Διευθυντής του Σώματος των Τακτικών Στρατευμάτων» και «Συνταγματάρχης στην υπηρεσία της Γαλλίας, απεσταλμένος από την Κυβέρνησή του στην ελληνική Κυβέρνηση» (28 Οκτωβρίου / 9 Νοεμβρίου 1831). Tην ίδια ημέρα, απέστειλε και δεύτερη επιστολή με την οποία όλοι οι Γάλλοι που υπηρετούσαν στον Ελληνικό Στρατό υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στον αρχηγείο της Γαλλικής Στρατιάς στη Μεθώνη. Όμως η εξέλιξη αυτή οφείλει να εκτιμηθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.

Μαζί με τον Στρατηγό Gerard, αναχώρησε και ένας μεγάλος αριθμός Γάλλων αξιωματικών. Δυστυχώς, οι σημαντικές προσπάθειες που κατέβαλαν Γάλλοι αξιωματικοί για την αναδιοργάνωση του Στρατού σε όλους τους τομείς τερματίσθηκαν απρόσμενα. Η μεταβολή του πολιτικού κλίματος στη Γαλλία και η ενθρόνιση του Λουδοβίκου Φίλιππου, δεν επέτρεψε τη συνέχισή τους.

Αφού επέστρεψε στη Γαλλία, το 1833 ο Gérard αναχώρησε για το Βέλγιο όπου διοίκησε μια ταξιαρχία για έξι χρόνια. Το 1839 υπηρέτησε στην πόλη Rouen, και το 1848 στην Nantes ως διοικητής μεραρχίας. Το 1851 έλαβε την σύνταξή του και αποσύρθηκε στον πύργο του στο Orme-Guignard, όπου υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητός στους κατοίκους που τον αποκαλούσαν «ο καλός στρατηγός». Πριν πεθάνει, δεδομένου ότι δεν είχε απογόνους, χρηματοδότησε την ίδρυση ενός σχολείου για κορίτσια και ενός ιδρύματος για αρρώστους.

Στη διάρκεια της μακρόχρονης καριέρας του ο Gérard τιμήθηκε με το παράσημο του Ιππότου της Λεγεώνας της Τιμής στις 13 Ιουλίου 1809, του Αξιωματικού της Λεγεώνας της Τιμής στις 18 Φεβρουαρίου 1814, με το παράσημο του Ιππότου του Αγίου Λουδοβίκου στις 19 Σεπτεμβρίου 1821, του Ιππότου του Τάγματος του Λεοπόλδου (Βελγίου) στις 15 Δεκεμβρίου 1833 και του Διοικητού της Λεγεώνας της Τιμής στις 14 Μαΐου 1834. Στην Ελλάδα τιμήθηκε με τον Σταυρό των Ταξιαρχών του Τάγματος του Σωτήρα στις 19 Ιουνίου 1834. Επίσης, έλαβε τα παράσημα του αξιωματικού, στις 14 Δεκεμβρίου 1837, και έπειτα στις 21 Αυγούστου 1839, του διοικητού του Τάγματος του Λεοπόλδου, και τέλος, στις 4 Ιουνίου του 1850 το παράσημο του Ανώτερου Αξιωματικού της Λεγεώνας της Τιμής. Πέθανε στις 22 Δεκεμβρίου 1856 στο Orme-Guignard στο Moisy σε ηλικία 70 ετών.

Ο Ελληνικός Στρατός αναπτύχθηκε, βασιζόμενος στις αξίες, τις αρχές και τις πρακτικές που καθιέρωσε ο Στρατηγός Gerard και το Ελληνικό έθνος είναι ευγνώμων για τη συμβολή του.

 

ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Badel Emile, Dix ans du Souvenir français en Lorraine, Nancy, A. Crépin-Leblond, 1907.
  • Chappet Alain, Martin Roger, Pigeard Alain, Le Guide Napoléon : 4.000 lieux de mémoire pour revivre l’époque, Tallandier, 2005.
  • Charles-Nicolas-François Bourgeois, Nécrologie du général François-Antoine-Christophe Gérard, Nancy, Vagnes, 1857.
  • Chuquet Arthur, L’année 1814 : La campagne de France – Les alliés à Paris, Fontemoing et cie, 1914.
  • Delavaut et Franchet, Le livre noir, ou Répertoire alphabétique de la police politique sous le ministenère déplorable, Tome 2, Paris, Moutardier, 1829.
  • George Finlay, The Greek Revolution, Part II, Establishment of the Greek Kingdom,
  • Louis-Antoine Michel, Biographie historique et généalogique des hommes marquans de l’ancienne province de Lorraine, Nancy, C. J. Hissete, 1829.
  • Pellion Jean Pierre, La Grèce et les Capodistrias pendant l’occupation française de 1828 à 1834, εκδ. Librairie Militaire, Παρίσι
  • Veremis Thanos, Kapodistrias and the French. The formation of a Regular Greek Army, εκδ. The Center for European Studies, Graduate School and University Center, City, University of New York, Νέα Υόρκη
  • Viennet Jean-Pons-Guillaume & Trousson Raymond, Mémoires et journal : 1777-1867, Paris, Champion, 2006.
  • Άννινος Μπάμπης, Ιστορικά σημειώματα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1925.
  • Βακαλόπουλος Κωνσταντίνος, Τα ελληνικά στρατεύματα του 1821, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991.
  • Βυζάντιος Χρίστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, χ.ε., Αθήνα 1901.
  • ΓΑΚ, Γραμματεία Στρατιωτικών, Φ. 118, έγγραφα 4.473 και 4.474 (28 Οκτωβρίου/9 Νοεμβρίου 1831).
  • ΓΑΚ, Γραμματεία Στρατιωτικών, Φ. 6, σχέδιο της 6/18 Μαΐου 1830.
  • Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, τεύχ. 82 (4 Δεκεμβρίου 1829).
  • Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, τεύχ. 73 (10 Σεπτεμβρίου 1830).
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ιστορία της οργανώσεως του Ελληνικού Στρατού, 1821-1954, εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα 1955.
  • Επιστολή του Gérard στον Rouen, Orsay, τ. 7, έγγραφο 343.
  • Επιστολή του Gérard στον δούκα της Δαλματίας, έγγραφο 42 (19/31 Οκτωβρίου 1831), Vincennes, Φ. 2, 4.
  • Επιστολή του Gérard στον κόμη de Bourmont, Orsay, τ. 8, έγγραφο 240 (στο ίδιο).
  • Επιστολή του Gérard στον πρίγκιπα de Polignac, Orsay, τ. 8, έγγραφο 185.
  • Εφημερίδα LEspèrance, 7 Ιανουαρίου 1837 (Νεκρολογία) και 17 Ιανουαρίου 1857 (Notice).
  • Θεμελή-Κατηφόρη Δέσποινα, Το γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα στην περίοδο του Καποδίστρια, 1828-1831, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1985.
  • Καστάνης Ανδρέας, Η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, 1828-1834, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000.
  • Λαλούσης Χαράλαμπος, «O Ελληνικός Στρατός την περίοδο του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια (1828-1831)», Στρατιωτική Επιθεώρηση, τ. 2 (2000), σσ. 31-41.