Πίνακας του Samuel Howe, Brown University με Ελληνική ενδυμασία σαν αυτήν που φορούσε ο George Jarvis

Μελετώντας την ιστορία των Ελλήνων και Φιλελλήνων που έδρασαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς ανάμεσα στους μεγάλους αγωνιστές, Έλληνες και Φιλέλληνες, μία ηρωική μορφή που να αγάπησε την Ελλάδα, να ταυτίσθηκε με τα δίκαια της και να έδρασε για τόσο μεγάλο διάστημα και σε τόσο πολλά μέτωπα και πεδία μαχών, όσο αυτήν του George Jarvis.

Ο George Jarvis (1797-1828), γεννήθηκε στην Αλτόνα της Δανίας. Σήμερα η Αλτόνα είναι ένα προάστιο του Αμβούργου της Γερμανίας. Όμως από το 1640 έως το 1864, ήταν μέρος του βασιλείου της Δανίας. Πατέρας του Jarvis ήταν ο Benjamin Jarvis, Αμερικανός έμπορος από την Νέα Υόρκη, ο οποίος ανέλαβε στην πορεία καθήκοντα Προξένου των ΗΠΑ στην Αλτόνα της Δανίας. Μητέρα του η Γερμανίδα Maria Carolina Dede.

Ο Jarvis είχε λάβει κλασσική παιδεία, ήταν λάτρης του Ελληνικού πολιτισμού, και όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση μεταβλήθηκε σε ενθουσιώδη οπαδό της. Επηρεάσθηκε από το Γερμανικό φιλελληνικό ρεύμα, και είχε έντονη δράση ως φοιτητής, στο Πανεπιστημίου στο οποίο σπούδαζε στην Χαϊδελβέργη. To 1821 ήταν ήδη ένας μορφωμένος νέος ο οποίος μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά.

Τον Νοέμβριο του 1821 αποφασίζει να μεταβεί στην Ελλάδα. Μετά από ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι, πέρασε από την Φραγκφούρτη, την Ζυρίχη, το Στρασβούργο, την Λυών και κατέληξε στην Μασσαλία λίγο μετά την αναχώρηση του πλοίου που μετέφερε στην Ελλάδα τον Γερμανό Στρατηγό Κάρολο Νόρμαν και το τάγμα του των Φιλελλήνων. Λίγο αργότερα βρήκε ένα άλλο πλοίο (το Σουηδικό «Trondjem») που είχε προορισμό την Ελλάδα, και έφθασε στην Ύδρα στις 3 Απριλίου 1822. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ίδιο πλοίο μετέφερε στην Ελλάδα, έναν άλλο από τους ιδιαίτερα γενναίους και εμβληματικούς Φιλέλληνες, τον αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού του Ηνωμένου Βασιλείου, τον Frank Abney Hastings. Ο Jarvis ήταν ο πρώτος Φιλέλληνας Αμερικανός που ήρθε στην Ελλάδα από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, παρουσιάσθηκε στην κυβέρνηση στην Κόρινθο, και κατατάχθηκε στο Ελληνικό ναυτικό, υπό τον Γιακουμάκη Τομπάζη και τον Αντώνη Ραφαήλ, καπετάνιο της κορβέτας «Θεμιστοκλής». Επίσης ανέπτυξε στενή φιλία με τον Υδραίο Δημήτριο Βούλγαρη (μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας) και τον Έλληνα έμπορο και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Εμμανουήλ Ξένο. Ο Ξένος είχε αγοράσει ένα σπίτι στο Ναύπλιο που είχε μετατρέψει σε σημείο συνάντησης Ελλήνων και Φιλελλήνων. Η πρώτη αποστολή του Jarvis ήταν να οργανώσει την μαχητική ικανότητα των πλοίων. Μία από τις πρώτες επιχειρήσεις στις οποίες συμμετείχε με τον “Θεμιστοκλή”, ήταν να μεταβεί στην Χίο την περίοδο των σφαγών και της καταστροφής του νησιού από τους τούρκους, για την αναζήτηση και σωτηρία φυγάδων από το νησί.

Ο Jarvis γράφει στο ημερολόγιό του: «Στις 9 Μαΐου 1822 (ν.η.) βγήκαμε πάλι στην ξηρά. Μια φρικτή όψη, τα στάχυα σε άριστη κατάσταση, η γη καλά καλλιεργημένη, τα άλογα, τα κατσίκια και τα πρόβατα έβοσκαν, αλλά καμιά ζωντανή ψυχή. Τέσσερις φορές βρήκαμε ένα σωρό από σκοτωμένους άνδρες και γυναίκες. Πόσο σπαρμένη ήταν η ακτή, οι χαράδρες και οι κοιλάδες και πόσο ωραία η θέα! Όμως εδώ ένα πτώμα που πετάχτηκε πάνω από τούς βράχους δεμένο χειροπόδαρα και φοβερά ακρωτηριασμένο, εκεί ένα άλλο χωρίς κεφάλι, σχεδόν ακόμη ζεστό, παραπέρα καμιά δωδεκαριά πτώματα που άρχισαν να σαπίζουν και στην άλλη πλευρά ακόμη μεγαλύτερος αριθμός από ολόγυμνα κορμιά, που μόλις είχαν χάσει την πνοή τους. Μία ακτή σπαρμένη κεφάλια!»

Με το Ελληνικό ναυτικό έλαβε μέρος σε 13 ναυμαχίες και πολεμικές επιχειρήσεις.

Μάλιστα όπως αναφέρει στο ημερολόγιό του «ως αξιωματικός του Ελληνικού Ναυτικού, ήμουνα δύο χρόνια μαζί τους, στις διάφορες επιχειρήσεις στη Χίο, Μυτιλήνη, στις ακτές της Μικράς Ασίας, Συρίας, Κρήτης, Κύπρου, στο Αρχιπέλαγος και στην Πελοπόννησο. Έκαμα δεκατρείς διάφορες εκστρατείες μαζί τους, κατά τις οποίες εκάψαμε αρκετά πλοία της γραμμής, καθώς και μικρότερα, καταλάβαμε άλλα. Κυριέψαμε και υπερασπιστήκαμε φρούρια και δώσαμε κάθε δυνατή βοήθεια στους πρόσφυγες Χριστιανούς. Οι νεότεροι Έλληνες σε πολλές λεπτομέρειες ομοιάζουν με τους προγόνους τους. Οι ίδιοι άνθρωποι οι οποίοι πολεμούν σαν ναυτικοί, όταν επιστρέψουν, κατατάσσονται σαν άνδρες της ξηράς. Έτσι ήμουνα παρών στην πολιορκία της Αθήνας, του Ναυπλίου, την υπεράσπιση του Μεσολογγίου και στη μάχη με τον Χουρσίτ-Πασά, στο Μοριά.».

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι το ημερολόγιο και οι επιστολές του George Jarvis, αποτελούν σημαντική ιστορική πηγή. Ο Jarvis ήταν αγνός και ειλικρινής και το ημερολόγιο και οι επιστολές του αναφέρουν πραγματικά περιστατικά και αληθινές πληροφορίες. Για παράδειγμα, σε μία περίπτωση διαπιστώνουμε ότι ενώ περιγράφει συγκεκριμένα περιστατικά, δεν αναφέρει καν ότι είχε τραυματισθεί πολύ σοβαρά. Από την πρώτη στιγμή στην Ελλάδα, ο Jarvis ακολούθησε τα Ελληνικά έθιμα. Φορούσε Ελληνική στολή με φουστανέλα και έμαθε γρήγορα Ελληνικά. Μάλιστα έκανε μαθήματα Ελληνικών σε άλλους φιλέλληνες.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στην Ελλάδα, ανέλαβε δράση στην θάλασσα και στην στεριά, και έδωσε το παρόν σε όλες σχεδόν τις μεγάλες μάχες και ιστορικές στιγμές του αγώνα. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές από αυτές.

Το καλοκαίρι του 1822 συμμετείχε σε πολλές συγκρούσεις Ελλήνων με Τούρκους στην περιοχή του Άργους. Τον Σεπτέμβριο του 1822 υπηρετεί στο Υδραίικο ναυτικό που ναυμαχεί με τον Τουρκικό στόλο στην περιοχή των Σπετσών. Τον Δεκέμβριο του 1822, βρίσκεται στο Μεσολόγγι και συμμετέχει σε μάχες. Το 1824 επιστρέφει στο Μεσολόγγι και υπηρετεί ως επιτελάρχης (adjutant general) του Lord Byron, όπου αναλαμβάνει την ευθύνη να εκπαιδεύσει το Σώμα Σουλιωτών. Μετά τον θάνατο του Byron, ο Gamba ανέθεσε στον Jarvis τη διοίκηση του πυροβολικού και την διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του Byron και των υποχρεώσεών του. Ο Jarvis ανταποκρίθηκε στα καθήκοντα αυτά με μεγάλη  υπευθυνότητα. Κατέβαλε τις αμοιβές των στρατιωτών του Byron, και διένειμε τα περιουσιακά του στοιχεία με ευθύνη στους σωστούς αποδέκτες.

Προσωπικά αντικείμενα του Λόρδου Βύρωνος που πέρασαν από τον George Jarvis στον Samuel Howe, Συλλογή ΕΕΦ

Σημειώνουμε εδώ ότι ο Jarvis είχε υιοθετήσει την ορθή θέση ότι όλοι οι Έλληνες όφειλαν να στηρίζουν την νόμιμη κυβέρνηση, και ότι η πειθαρχία όλων στις πολιτικές της διοίκησης ήταν απαραίτητη για την επιτυχία του αγώνα. Απέφευγε να παίρνει θέση σε εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των Ελλήνων που τον έθλιβαν πολύ, και ήταν αφοσιωμένος στον νόμιμο κυβερνήτη, που ήταν ο Μαυροκορδάτος, και στις επιλογές του. Ακόμη και όταν αυτός συγκρούσθηκε με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι ο Jarvis δεν έλαβε ποτέ για τον εαυτό του μισθό ή χρηματική αμοιβή από το ελληνικό δημόσιο. Ήταν υποδειγματικά ανιδιοτελής και αφοσιωμένος στην Ελλάδα και στους Έλληνες όσο λίγοι την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Εμψύχωνε τους στρατιώτες και ήταν πάντα πρώτος στις μάχες, στις οποίες τραυματίσθηκε μάλιστα πολλές φορές.

Στο Μεσολόγγι, ο Jarvis συμμετείχε μαζί με τον μηχανικό Κοκκίνη στα έργα οχύρωσης της πόλης (και του Αιτωλικού) και έλαβε μέρος στην δεύτερη πολιορκία της. Το φθινόπωρο του 1824, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Ήπειρο, παραμένει οχυρωμένος με 50 άνδρες στην προωθημένη γραμμή στον Κραβασαρά – Μακρυνόρος, με τον χιλίαρχο Καραγιάννη. Στις 26 Οκτωβρίου 1824, υπογράφει με άλλους 8 Έλληνες οπλαρχηγούς επιστολή, στην οποία υπόσχονται να μην εγκαταλείψουν την θέση τους. Η δήλωση αυτή δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά’ που εξέδιδε στο Μεσολόγγι ο άλλος μεγάλος Φιλέλληνας, ο Ελβετός Mayer.

Αργότερα προσέφερε τις υπηρεσίες του και στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ως πολιτικός σύμβουλος.

Χαρακτηριστικό της γενναιότητάς του είναι ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στη φάση μία μάχης στην Τρίπολη. Μετά από έφοδο των Τούρκων ο Jarvis τραυματίσθηκε στον μηρό. Μη μπορώντας να τρέξει, εγκαταλείφθηκε από τους άλλους αγωνιστές και περικυκλώθηκε από έφιππους Τούρκους οι οποίοι επιχειρούσαν με μανία να τον σκοτώσουν. Αυτός όμως, αρνούμενος να υποκύψει γύριζε γύρω γύρω και σημάδευε με το τουφέκι του όποιον πλησίαζε απειλώντας να τον πυροβολήσει. Η γενναιότητά του και ο ηρωισμός του ενεθάρρυνε τους συμπολεμιστές του, οι οποίοι μετά από λίγο επέστρεψαν και τον έσωσαν.

Ο Jarvis είχε λάβει πλέον τον βαθμό του Υποστρατήγου, και είχε σχηματίσει μία ομάδα 45 μαχητών (είναι γνωστά όλα τα ονόματα), τους οποίους είχε εκπαιδεύσει και συντηρούσε ο ίδιος με δικά του έξοδα. Με το σώμα αυτό βρισκόταν πάντα στην πρώτη γραμμή και αναλάμβανε τις πιο δύσκολες αποστολές. Το ίδιο έκανε και όταν εισέβαλε ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Στη μάχη του Νεοκάστρου, όταν υποχώρησαν οι Ελληνικές δυνάμεις, ο Jarvis και οι αγωνιστές του, μετά από μία σκληρή μάχη αιχμαλωτίσθηκαν. Ο Ιμπραήμ ασχολήθηκε προσωπικά με τον Jarvis τον οποίο επιχείρησε να πείσει (μιλώντας μαζί του για μία ώρα στην Γαλλική γλώσσα), να μεταπηδήσει στο στρατόπεδό του, προσφέροντάς του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό ως αμοιβή και διπλό μισθό στους μαχητές του. Όλοι αρνήθηκαν και μάλιστα ο Jarvis βασανίσθηκε και του αφαιρέθηκαν όλα τα προσωπικά είδη. Λίγες ημέρες αργότερα 1000 Έλληνες, και μέσα σε αυτούς ο Jarvis και το σώμα του, ελευθερώθηκαν σε συμφωνία ανταλλαγής αιχμαλώτων ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα. Ο Jarvis έφθασε άρρωστος, τραυματισμένος και σε άθλια κατάσταση στο σπίτι του συμπατριώτη του, φιλέλληνα στρατιωτικού γιατρού, Samuel Howe, o οποίος τον περιέθαλψε. Ο Jarvis είχε αποκομίσει πολλά τραύματα από τη συμμετοχή του αγώνα των Ελλήνων. Είχε όμως απίστευτες αντοχές και ξεπερνούσε τραύματα, στερήσεις και κακουχίες. Έτσι ήταν σύντομα πάλι έτοιμος να αναλάβει δράση για την Ελλάδα.

Στη μάχη του Φαλήρου πολέμησε με τον Γ. Καραϊσκάκη και τον Νικηταρά. Στις 25 Οκτωβρίου 1826, ο Καραϊσκάκης ξεκίνησε την εκστρατεία του στην Αττική. Στη συνοδεία του βρίσκονταν μερικοί φιλέλληνες, μεταξύ των οποίων ήταν ο George Jarvis και ο Γερμανός γιατρός Heinrich Treiber. Ο Jarvis πολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη, στην Αττική, στην Αράχωβα και ήταν δίπλα του μέχρι τον θάνατό του, μαζί με τον Treiber.

O Νικόλαος Κασομούλης, αναφέρεται στα Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833) – Τόμος Β΄, στον Jarvis με τα ακόλουθα σχόλια: «Γεώργιος Ζέρβας (Jarvis) Αμερικανός, προσκολλημένος, ζώντος του Καραϊσκάκη, εις αυτόν, τίμιος νέος και με γνώσεις, ενθουσιασμένος να ευρίσκεται με τούτο το σώμα. Απέθανεν εις Αργος. Αδιάφορος από τας αντιζηλίας μας. Εχαίρετο όλων την αγάπη.».

Στους Έλληνες που τον περιέβαλαν με αγάπη, ήταν γνωστός ως ο «Καπετάν Γιώργης ο Αμερικάνος» ή «Ζέρβης» ή «Ζέρβας».

Από το 1827 και μετά, ο Jarvis ανέλαβε, σε συνεργασία με τον, άλλο Αμερικανό φιλέλληνα, Jonathan Peckam Miller, την οργάνωση της διανομής της βοήθειας σε τρόφιμα, ρουχισμό και φάρμακα, που έστελναν τα Φιλελληνικά κομιτάτα των ΗΠΑ στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος.

Ο Jarvis πέθανε στο Άργος στις 11 Αυγούστου του 1828 σε ηλικία 31 χρονών και ενταφιάστηκε στο προαύλιο του Αγίου Ιωάννη.

Ο ναός του Αγίου Ιωάννου στο Άργος

Τα αιτία του θανάτου του δεν είναι σαφή. Άλλες πηγές αναφέρουν ως αιτία τον τέτανο, άλλες τον τύφο. Αυτή είναι η πιθανότερη εκδοχή, σύμφωνα με έγγραφο της Επαρχιακής Δημογεροντίας του Άργους με ημερομηνία 18 Δεκεμβρίου 1828 προς τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας, στο οποίο αναφέρεται, «[…]η ασθένειά του, ήτον, καθ’ ας πληροφορίας ελάβομεν παρά των ιατρών, τύφος». Η Γενική Εφημερίς του κράτους έγραψε ότι πέθανε από ασθένεια και ότι κηδεύθηκε με τιμές αντιστράτηγου.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ένας μεγάλος και σεμνός ήρωας προσέφερε τη ζωή του στην Ελλάδα και τον αγώνα της ανεξαρτησίας. Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Jarvis, οι συγγενείς του ζήτησαν να διαθέσουν την περιουσία που είχε αφήσει στην Ελλάδα. Έθεσαν ως προϋπόθεση να τακτοποιηθούν προηγουμένως ενδεχόμενες οικονομικές εκκρεμότητες που μπορεί να είχε αφήσει ο Jarvis.  Έτσι, δημοσίευσαν ανακοίνωση στις εφημερίδες, με την οποία καλούσαν όποιον είχε κάποια απαίτηση να παρουσιάσει τα στοιχεία και τις αποδείξεις που διέθετε στον «διορισμένο διαιτητή δια λογαριασμόν του μακαρίτου».

Η στάση αυτή μοναδικής ευπρέπειας, τιμιότητας και ήθους, δείχνει την ποιότητα του οικογενειακού περιβάλλοντος που είχε διαμορφώσει τον χαρακτήρα αυτού του μεγάλου ανδρός, του ήρωα που θυσίασε την περιουσία του, την καριέρα του και την ζωή του στον αγώνα για την Ανεξαρτησία της Ελλάδας.

 

«Θυμηθείτε με! Φίλοι μου,

Ποιος μένει εδώ για την Ελευθερία,

Στις ελληνικές θάλασσες, στις ελληνικές πεδιάδες,

Να σπάσει τις πιο άδοξες αλυσίδες,

Και ζητά ανθρωπιά».

George Jarvis

 

«Remember me! My friends,

Who here from freedom’s cause remains,

In Grecian seas, in Grecian plains,

To break the most inglorious chains,

And seeks humanity.»

George Jarvis        

 

ΒιβλιογραφίαΠηγές

  • Αλεξανδρής Κωνσταντίνος, Η συμβολή του Ελληνικού Ναυτικού εις τον υπέρ Ανεξαρτησίας ιερόν Αγώνα, Παρνασσός, τ. 15, 1921.
  • Άννινος Μπάμπης, Οι φιλέλληνες του 1821, Αθήναι, 1967.
  • Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. ΣΤ’, «Η εσωτερική κρίση 1822-1825», Θεσσαλονίκη,
  • Βήτας Αχ., Ο Αμερικανικός Φιλελληνισμός στην Ελληνική Επανάσταση, Αθήνα, 1960.
  • Booras Harris, Hellenic Independence and America’s Contribution to the Cause, Rutland, 1934.
  • Dakin D., British and American Philhellenes during the War of Greek Independence, 1821-1833, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Thessaloniki, 1955.
  • Θ. Βαγενάς και Ε. Δημητρακοπούλου, Αμερικανοί Φιλέλληνες, Αθήνα, 1949.
  • Δρακάκης Ανδρ., «Η πειρατεία εις τας Κυκλάδας κατά την Επανάστασιν του 1821», Μνημοσύνη, τ. Ε’ 1974-1975.
  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Τρεις Φιλέλληνες στην Αργολίδα. Νέα και ανέκδοτα στοιχεία για τους Τζώρτζ Τζάρβις, Πέτρο Μπελλίνο και Μπονιφάτσιο Μποναφίν», Σελ. 155-160, Ανάτυπον από τα Ναυπλιακά Ανάλεκτα, Τόμος ΙΙΙ, 1998, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.
  • Τωμαδάκης Ν.Β., Περί των αιτίων του Φιλελληνισμού, Αθήνα, τ. 59, 1955.
  • Zimmerman Carl R., Philhellenism in the American Press during the Greek Revolution, Neo-Hellenica, t. II, 1975.
  • Jarvis George, Letters from Greece, Γεννάδειος, Ind. 756.
  • George Jarvis, His Journal and Related Documents, 1965. Edited with introduction, prologues, sequel and notes by George Georgiades Arnakis Eurydice Demetracopoulou, Americans in the Greek Revolution, I. 314pp, 8 plates, card covers, Institute for Balkan Studies, Thessaloniki, 1965.
  • William Miller, «The Journals of Finlay and Jarvis», The English Historical Review, Vol. 41, n° 164, October, 1926.
  • Samuel Gridley Howe, Historical Sketch of the Greek Revolution, M.D. New York, 1828.
  • Samuel Gridley Howe, Letters and Journals, Boston and London, 1906.

Πορτραίτο του Φαβιέρου που εικονογράφησε ο Γερμανός φιλέλληνας Karl Krazeisen, Συλλογή ΕΕΦ

O Συνταγματάρχης Κάρολος – Νικόλαος Φαβιέρος (Charles – Nicolas Fabvier) παραμένει αναμφισβήτητα ο πιο σημαντικός ανάμεσα στους Γάλλους Φιλέλληνες που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση.

Γεννήθηκε το 1782 στην πόλη Pont-à-Mousson της Γαλλίας. Προερχόταν από οικογένεια νομικών με ευγενή καταγωγή και είχε αποκτήσει τον τίτλο του βαρόνου. Ο πατέρας του ονομαζόταν Jean-Charles και η μητέρα του Anne-Christine Richard. Αποφοίτησε από την Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού το 1804 ως αξιωματικός του Πυροβολικού και συμμετείχε στους ναπολεόντειους πολέμους. Το 1806-1807 πολέμησε στη Δαλματία μαζί με τον Στρατάρχη Marmont. Ακολούθως, στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το 1808 στην Περσία, προκειμένου να οργανώσει τον Περσικό στρατό. Το 1811 πολέμησε στον στρατό του Ναπολέοντος μαζί με τις μονάδες των Πολωνών και τον αξιωματικό Poniatovski. Την περίοδο αυτή τραυματίστηκε.

Το ίδιο έτος επέστρεψε στη Γαλλία, εντάχθηκε εκ νέου στον Γαλλικό στρατό με τον βαθμό του λοχαγού, και χρίσθηκε υπασπιστής του Στρατάρχη Marmont, στο πλευρό του οποίου συμμετείχε στην εκστρατεία στην Ισπανία. Το 1812 πολέμησε με τη Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα στη Ρωσία, όπου τραυματίστηκε και πάλι. Στη συνέχεια, έλαβε μέρος στην εκστρατεία του 1813, πάλι στο πλευρό του Marmont, όπου διακρίθηκε για τη γενναιότητα του και προήχθη στον βαθμό του Συνταγματάρχη σε ηλικία μόλις 31 ετών. Το 1814, ο Ναπολέων τον τίμησε με το μετάλλιο του Ταξιάρχη της Λεγεώνας της Τιμής. Ήταν μάλιστα ο νεότερος που έλαβε ποτέ το μετάλλιο αυτό. Παράλληλα, ο Ναπολέων του ανέθεσε να υπογράψει την παράδοση της πόλης του Παρισιού στους αντιπάλους του της Ιεράς Συμμαχίας.

Έκτοτε, παρέμεινε στη Γαλλία. Από το 1817 μέχρι και το 1823, συμμετείχε σταδιακά και ενεργά σε συνωμοσίες εναντίον του καθεστώτος των Βουρβόνων, για τις οποίες τιμωρήθηκε. Το 1818 τέθηκε εκτός υπηρεσίας, όπως οι περισσότεροι αξιωματικοί του ναπολεόντειου στρατού. Το 1820 συμμετείχε σε μια ακόμη αποτυχημένη εξέγερση κατά των Βουρβόνων, γεγονός που επέφερε την καταδίκη του. Το ίδιο  επαναλήφθηκε και το 1822. Το έτος αυτό συνδέθηκε με την μυστική οργάνωση των καρμπονάρων, μέλη της οποίας υπήρξαν και επιφανείς Έλληνες που διέμεναν στην Ιταλία. Ακολούθως, μετέβη στην Ισπανία και έλαβε μέρος στην επανάσταση κατά του μοναρχικού καθεστώτος. Κυνηγημένος από τη γαλλική αστυνομία, βρήκε καταφύγιο στην Αγγλία, και από εκεί ταξίδευσε στην Ελλάδα.

Λιθογραφία με πορτραίτο του Φαβιέρου, Συλλογή ΕΕΦ

Ο Φαβιέρος ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στα τέλη του 1823 με το ψευδώνυμο «Borel». Ο βιογράφος του, Debidour, αναφέρει ότι από εκείνη τη στιγμή ο Φαβιέρος άρχισε να μαθαίνει την ελληνική γλώσσα την οποία είχε διδαχθεί στην αρχαία της μορφή στην παιδική του ηλικία. Αποβιβάσθηκε στο Ναβαρίνο με στόχο να εξετάσει τις συνθήκες και να επιχειρήσει να δημιουργήσει «μια γεωργική και βιομηχανική αποικία» για τους εξόριστους συντρόφους του. Δηλαδή, τους βοναπαρτιστές Γάλλους και Ιταλούς που είχαν σε πρώτη φάση καταφύγει κυρίως στην Ισπανία και την Αγγλία.

Στην Ελλάδα συνεργάσθηκε με τις Ελληνικές δυνάμεις, και μάλιστα συμμετείχε στην μάχη για την κατάληψη του φρουρίου της Κορώνης, η οποία απέτυχε. Στη συνέχεια ταξίδευσε σε όλη την χώρα, μυστικά, για να καταλήξει τελικά στο Ναύπλιο, το 1825.

Η Ελληνική Κυβέρνηση ενέκρινε τα σχέδιό του για την οργάνωση αποικίας, και του παραχώρησε μια έκταση 3.000 με 4.000 εκταρίων (30.000 – 40.000 στρέμματα), για τη δημιουργία της. Μάλιστα συμφωνήθηκε ένα τίμημα και ορίσθηκε ότι η πρώτη δόση έπρεπε να καταβληθεί την 1η Ιανουαρίου 1826. Παράλληλα, ο Φαβιέρος ανέλαβε να καταρτίσει ένα πρόγραμμα, σκοπός του οποίου ήταν να μυήσει τους Έλληνες στις σύγχρονες τεχνικές της γεωργίας και της βιομηχανίας. Ο στόχος ήταν να μπορέσει η Ελλάδα να παράγει προϊόντα τα οποία μέχρι τότε εισήγαγε από το εξωτερικό. Επιπλέον, ο Φαβιέρος ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει ολοκληρωμένη στρατιωτική βοήθεια, να συμβάλει στην κατασκευή οπλοστασίων και οχυρωματικών έργων, να προσφέρει εκπαίδευση στρατιωτικής τακτικής και να εγκαθιδρύσει μια στρατιωτική ακαδημία.

Η κρισιμότητα της κατάστασης, οι διαρκείς συγκρούσεις στην Ελλάδα, και στη συνέχεια η άφιξη του τουρκο-αιγυπτιακών στρατευμάτων, δεν επέτρεψαν την υλοποίηση του πρώτου σχεδίου. Προχώρησε όμως η οργάνωση του στρατού. Ο Φαβιέρος μετέβη και πάλι στην Ευρώπη προκειμένου να συνεννοηθεί με τα Φιλελληνικά Κομιτάτα, να συγκεντρώσει χρήματα από τους Γάλλους υποστηρικτές της Ελληνικής Επανάστασης, να στρατολογήσει εθελοντές και να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες για τη μετάβασή τους στην Ελλάδα. Την περίοδο αυτή, η γαλλική μυστική αστυνομία τον παρακολουθούσε στενά. Χάρη στις προτροπές του Φαβιέρου, ένα πλήθος από στρατιωτικούς της Γαλλικής Επανάστασης, κυρίως βοναπαρτιστές, κατέφθασαν στην Ελλάδα κατά τα έτη 1824 και 1825. Οι Φιλέλληνες αυτοί ξεχώριζαν από τους προηγούμενους συναδέλφους τους, από το γεγονός ότι σχεδόν όλοι ήταν αξιωματικοί μιας ορισμένης ηλικίας με μεγάλη στρατιωτική πείρα στα θέατρα της μάχης και όχι ρομαντικοί σπουδαστές.

Το 1825 ο Φαβιέρος μετέβη εκ νέου στην Αγγλία για λίγο καιρό για να ολοκληρώσει τις επαφές του, και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα την εποχή που ο Ιμπραήμ είχε ήδη φθάσει στην Πελοπόννησο. Η Ελληνική Κυβέρνηση είδε στο πρόσωπο του Φαβιέρου το άτομο εκείνο που ήταν κατάλληλο και έμπειρο προκειμένου να οργανώσει ένα Τακτικό Στρατό ανάλογο με αυτόν του Ιμπραήμ. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Φαβιέρος ανέλαβε τη διοίκηση, καθώς και την εκπαίδευση του τακτικού στρατεύματος (την οποία είχε μέχρι τότε ο Συνταγματάρχης Παναγιώτης Ρόδιος), στο Ναύπλιο, στις 30 Ιουλίου 1825. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι πριν τον Ρόδιο, την ευθύνη είχε ο άλλος μεγάλος Γάλλος φιλέλλην, Joseph Baleste .

Στη συνέχεια, και χάρη στη στρατολόγηση ενός μεγάλου αριθμού εθελοντών από την Ελλάδα, άλλα και την άφιξη αρκετών νέων Ελλήνων και Φιλελλήνων που κατέφθαναν από την Ευρώπη, σχηματίσθηκαν δύο τάγματα. Καθένα εκ των οποίων αποτελείτο από τέσσερεις λόχους. Στο Τακτικό αυτό Σώμα εντάχθηκε επίσης ένα μικρό τμήμα Ιππικού κι ένα τμήμα Πυροβολικού. Επίσης οργανώθηκε και μία μικρή μουσική μπάντα. Παράλληλα, από τον Σεπτέμβριο του 1825, άρχισε να λειτουργεί στο Ναύπλιο ένα οπλοστάσιο, το οποίο ήταν επιφορτισμένο με την επισκευή των παλαιών τυφεκίων και πυροβόλων, αλλά και με την κατασκευή οπλισμού και οβίδων προς χρήση του Πυροβολικού. Επιπλέον, παραγγελθήκαν στολές και οπλισμός από το εξωτερικό.

Τιμητικό χάλκινο μετάλλιο του 1828, του καλλιτέχνη David d’Anger, με κεφαλή του Φαβιέρου, Συλλογή ΕΕΦ

Χειρόγραφη επιστολή του Φαβιέρου που πιστοποιεί το έργο και τη συμβολή του Φινλανδού φιλέλληνα Myhrberg, August Maximilian (1797-1867), Συλλογή ΕΕΦ. Ο Φαβιέρος τον αναφέρει ως γενναίο άνδρα, ανιδιοτελή, που υπηρέτησε στο ιππικό του Τακτικού Σώματος με τον βαθμό του Λοχαγού.

Στις 5 Οκτωβρίου 1825, ο Φαβιέρος και το Τακτικό Σώμα του, με εξαίρεση ένα τάγμα το οποίο έμεινε στο Ναύπλιο ως τάγμα φρουράς, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Άμα τη αφίξει του, ο Φαβιέρος κυκλοφόρησε προκήρυξη προς τους κατοίκους της πόλης στην οποία υπογράμμιζε την αξία του Τακτικού Σώματος και τους παρακινούσε να καταταγούν στον στρατό. Σύντομα, η δύναμη του στρατεύματος ανήλθε στους 4.000 άνδρες, γεγονός που οδήγησε τον Φαβιέρο στην αύξηση της δύναμης των υφιστάμενων ταγμάτων και στη συγκρότηση νέων. Χάρη στη διοίκηση του Φαβιέρου, το Τακτικό Σώμα ασκείτο συστηματικά από φιλέλληνες αξιωματικούς, ακολουθώντας το γαλλικό πρότυπο ασκήσεων και κατάφερε να καταστεί αξιόμαχο μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Οι αξιωματικοί προάγονταν ύστερα από εισήγηση του Φαβιέρου, κατ’ αρχαιότητα ή κατ’ επιλογή γι’αυτούς που θα διακρίνονταν στην υπηρεσία τους. Η ιεραρχία των βαθμών ήταν η γαλλική. Ο Φαβιέρος επιθεωρούσε  όλο το Σώμα και σύμφωνα με τον Χρήστο Βυζάντιο, μεριμνούσε για τα πάντα.

Λιθογραφία με τον Φαβιέρο και αναφορά στον αγώνα του υπέρ των Ελλήνων, Συλλογή ΕΕΦ

Τον Σεπτέμβριο του 1825, ο Φαβιέρος με τον Τακτικό Στρατό πήρε μέρος στις πολιορκία της Τριπολιτσάς (την οποία είχε καταλάβει ο Ιμπραήμ). Κατά τα τέλη του Οκτωβρίου, ο Τακτικός Στρατός έλαβε μέρος σε εκστρατεία στις Σπέτσες. Το επόμενο έτος εξαντλήθηκαν οι οικονομικοί πόροι, και το Τακτικό Σώμα αντιμετώπισε προβλήματα στην συντήρησή του. Την περίοδο αυτή το Σώμα συμμετείχε σε μία εκστρατεία στην Κάρυστο, η οποία τελικά απέτυχε. Η έλλειψη πόρων, οι απώλειες λόγω των στρατιωτικών επιχειρήσεων, των ασθενειών και της λιποταξίας, οδήγησαν σε μείωση της δύναμης του Σώματος. Έτσι ο Φαβιέρος προχώρησε στην αναδιοργάνωσή του, στις 20 Ιουλίου 1826. Ακολούθως, το Σώμα έλαβε μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή της Αττικής υπό την ανώτατη διοίκηση του Καραϊσκάκη. Ενδεικτική της συνεργασίας αυτήν την περίοδο, είναι μία επιστολή που απευθύνει στον τελευταίο ο Φαβιέρος στις 12 Οκτωβρίου 1826 και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα.

Στη μάχη στο Χαϊδάρι, το Τακτικό Σώμα πολέμησε γενναία. Μετά από αυτό, το Σώμα εγκαταστάθηκε στα Μέθανα, όπου ο Φαβιέρος οργάνωσε μόνιμες εγκαταστάσεις για τη διαμονή και την εκπαίδευση των στρατιωτών τις οποίες ονόμασε «Τακτικούπολη».

Το Οχυρό Τακτικούπολη, έχει κτισθεί από τον Φαβιέρο το 1826 στον λόφο του στενού των Μεθάνων, στη στενή λωρίδα γης που συνδέει τα Μέθανα με την Πελοπόννησο. Το Οχυρό κτίσθηκε στα ερείπια αρχαίας οχύρωσης του 5ου αιώνα π.Χ. του Αθηναίου στρατηγού Νικία.

Η βασική, και πιο ηρωική πράξη του Τακτικού Σώματος, ήταν τον Δεκέμβριο του 1826, η ενίσχυση της φρουράς της Ακροπόλεως την οποία απειλούσε και πολιορκούσε τότε ο Ρεσχίδ Πασάς. Ο Συνταγματάρχης Φαβιέρος, επικεφαλής 650 ανδρών, τη νύκτα της 13ης Δεκεμβρίου, κατάφερε να σπάσει τον αποκλεισμό και να ενισχύσει τη φρουρά της Ακρόπολης με άνδρες και πολεμοφόδια. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης αυτής, κινδύνευσε η ζωή του, καθώς προσβλήθηκε από τύφο. Αυτή η τολμηρή πράξη, η οποία παρέτεινε για τέσσερις μήνες την άμυνα της Ακρόπολης, είχε πολύτιμη αξία για την επιτυχή έκβαση της Επανάστασης, καθώς η αντίσταση στην Ακρόπολη διευκόλυνε τις εξελίξεις στο διπλωματικό πεδίο που κατέληξαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, ναυμαχία εξαιρετικά σημαντική για την ιστορία του Ελληνικού έθνους.

Εφημερίδα της ALLGEMEINE ZEITUNG αριθμός 70, 11 Μαρτίου 1827, Συλλογή ΕΕΦ. «Η Ακρόπολη πολιορκείται απ’ τον Ρεσχίδ Πασά. Ο Φαβιέρος αμύνεται. Ο Δεριγνύ στέλνει στην Αίγινα αγγλικό πολεμικό πλοίο να παραλάβει, αν χρειασθεί, το Φαβιέρο».

Εφημερίδα της ALLGEMEINE ZEITUNG μαζί με BEILAGE, No 71, 12 Μαρτίου 1827. «Πολιορκία της Ακρόπολης από τους Τούρκους. Ο υπερασπιστής της Φαβιέρος σε δεινή θέση. Έχει χάσει πολλούς υπερασπιστές φιλέλληνες και τον επικεφαλής του τάγματος, τον Ρόμπερτ. Ο Βούρβαχης συγκεντρώνει στρατό για να τον βοηθήσει».

Παρά τις προσπάθειες της Κυβέρνησης, η κατάσταση του Τακτικού Σώματος το 1827 δεν βελτιώθηκε καθόλου. Η δύναμή του μειωνόταν συνεχώς, εξαιτίας της έλλειψης πόρων και μέσων, και κυρίως λόγω του ασταθούς πολιτικού κλίματος που επικρατούσε στην Ελλάδα. Ο Φαβιέρος, προκειμένου να αποφύγει την ολοκληρωτική διάλυση του στρατού, δέχθηκε πρόταση των Προεστών της Χίου να οργανώσει μία εκστρατεία για την απελευθέρωση του νησιού. Η άφιξη του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, βρήκε επομένως το Τακτικό Σώμα να πολεμά στη Χίο. Δυστυχώς, η εκστρατεία αυτή απέτυχε και το Τακτικό Σώμα επέστρεψε στα Μέθανα. Οι λόγοι της αποτυχίας, όπως και στην περίπτωση της Καρύστου, είναι πολλοί. Κυρίως η κακή συνεργασία μεταξύ του Τακτικού Σώματος και των ατάκτων, και η έλλειψη συντονισμού. Ακόμη, στην περίπτωση της Χίου διεκόπη και η τροφοδοσία (ο Μιαούλης ήταν απασχολημένος με την καταπολέμηση της πειρατείας και δεν ήταν σε θέση να τους συνδράμει από θαλάσσης). Παράλληλα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, ήταν δύσκολο να ενταχθεί η Χίος στις διεκδικήσεις των Ελλήνων για τα σύνορα του μελλοντικού Ελληνικού κράτους. Ο Φαβιέρος κατηγορήθηκε ότι ανέλαβε μια άσκοπη πολεμική επιχείρηση, και μάλιστα παράνομη, και οδηγήθηκε σε δίκη.

Η αποτυχία αυτή ήταν η πρώτη αφορμή για να τεθούν σε δοκιμασία οι σχέσεις ανάμεσα στον Φαβιέρο και τον νέο Κυβερνήτη, παρότι στην αρχή αυτές φαίνονταν αρκετά φιλικές. Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας είχε διαφορετικές απόψεις για τον χαρακτήρα του στρατού, ενώ φαίνεται ότι τον ενοχλούσαν οι φιλελεύθερες πεποιθήσεις του Φαβιέρου. Η κατάσταση αυτή ενόχλησε τον Φαβιέρο, ο οποίος υπέβαλε την παραίτησή του στις 22 Μαΐου 1828. Η διαφωνία αυτή οξύνθηκε όταν ο Φαβιέρος επέστρεψε αργότερα στην Ελλάδα με το Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα του Μοριά, και ζήτησε να του ανατεθεί εκ νέου η αρχηγία του Τακτικού Στρατού. Ο Καποδίστριας απέρριψε τις προτάσεις του και ο Φαβιέρος, απογοητευμένος, εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα για τη Γαλλία στις αρχές του 1829, παίρνοντας μαζί του και τον Έλληνα υπηρέτη του, έναν δεκανέα ονόματι Θηραμένη.

Ιδιαίτερα σημαντική επιστολή που απευθύνει ο μεγάλος Γάλλος ευγενής, αξιωματικός και πολιτικός Μαρκήσιος Marie-Joseph de LAFAYETTE (1757-1834), ήρωας της Αμερικανικής Επανάστασης, φιλελεύθερος και φιλέλληνας.
Την επιστολή την απευθύνει προς την Madame Moliere [σύζυγο αξιωματικού του επιτελείου του Φαβιέρου] από το Παρίσι, στις 27 Μαΐου 1828. Αναφέρεται στην αποτυχία της επιχείρησης στην Χίο.

Στη Γαλλία, το 1830, ο Φαβιέρος συμμετείχε στην Ιουλιανή Επανάσταση και κατόπιν, έγινε φρούραρχος στο Παρίσι. Το 1831, παντρεύτηκε την Ισπανίδα Maria de las Nieves-Catherine Martinez de Harvas, με την οποία απέκτησε έναν υιό, τον Louis-Eugène, το ίδιο έτος. Το 1839 έγινε Γενικός Επιθεωρητής του Γαλλικού στρατού, το 1845 μέλος της γαλλικής εθνοσυνέλευσης και το 1849 βουλευτής της Meurthe. Τέθηκε σε αποστρατεία το 1848, και ορίσθηκε πρέσβυς στην Κωνσταντινούπολη και εν συνεχεία στη Δανία. Το 1851 αποσύρθηκε οριστικά από τον δημόσιο βίο. Πέθανε το 1855 στο Παρίσι, έχοντας αποκομίσει έντεκα πληγές στο κορμί του από τη συμμετοχή του σε μάχες κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Στην Ελλάδα, η Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τον ανακήρυξε Έλληνα πολίτη και ο βασιλέας Όθων τον τίμησε με τον Μεγάλο Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος. Την ημέρα του θανάτου του, 15 Σεπτεμβρίου 1855, επιβλήθηκε πένθος τριών ημερών στον Ελληνικό Στρατό και η Ακρόπολη φωταγωγήθηκε ανάλογα. Επιπλέον, το Ελληνικό κράτος έθεσε σε κυκλοφορία αναμνηστικά μετάλλια και γραμματόσημα εξ αφορμής της εκατονταετηρίδας από την ηρωική μάχη στην Ακρόπολη.

Αναμνηστικό μετάλλιο για τα 100 χρόνια από την ηρωική μάχη στην Ακρόπολη, Συλλογή ΕΕΦ

Για την πλειονότητα των Ελλήνων ιστορικών, ο Συνταγματάρχης Φαβιέρος παραμένει μια σύνθετη και πολύπλοκη προσωπικότητα. Παρά τις αντιφατικές απόψεις τους, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ήταν άνδρας μεγάλης πολεμικής πείρας, θαρραλέος και γενναίος αξιωματικός, που διέθετε οργανωτικό ταλέντο. Αγνοούσε όμως εν μέρει τη μέθοδο και τις τεχνικές πολέμου των οπλαρχηγών, οι οποίοι αρνούνταν να ενταχθούν στον Τακτικό Στρατό και απέφευγαν τη συνεργασία και τον συντονισμό μαζί του. Πράγμα που δημιουργούσε μία σοβαρή δυσλειτουργία.

Ο Φαβιέρος πάντως αναγνώριζε την γενναιότητα των Ελλήνων οπλαρχηγών, ενώ από την άλλη, πολλοί οπλαρχηγοί κατανοούσαν το πρόβλημα αυτό. Είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη: «Καθίσαμεν καμπόσο εἰς τὴ Νύδρα. Μὄδωσαν ἕνα καλὸ ἀποδειχτικὸν κι᾿ ἄλλο διὰ τὰ χρήματά μου, πῆρα κι᾿ ἀπ᾿ οὕλους τοὺς στρατιῶτες ὁποῦ τἄλαβαν ἐξ ἰδίων μου καὶ σηκώθηκα καὶ πῆγα εἰς τὴν Διοίκηση καὶ τῆς εἶπα ὅτι θὰ διαλύσω τὸ σῶμα μου καὶ θὰ μπῶ εἰς τὸ ταχτικὸν ἁπλὸς στρατιώτης (μ᾿ εἶχαν κάμη καὶ στρατηγόν). Τοὺς εἶπα: ‘’Ἡ πατρὶς χωρὶς ταχτικὸν δὲν πάγει ὀμπρὸς καὶ θὰ μπῶ ῾σ αὐτό’’. Πάσκισαν, δὲν μπόρεσαν νὰ μὲ βαστήξουν. Πέταξα τὸν βαθμό μου καὶ διάλυσα τὸ σῶμα μου· πῆρα καμπόσους ἀξιωματικούς μου νὰ πάγω εἰς τὴν Ἀθήνα, ὁποὖναι ὁ Φαβγές (Φαβιέρος), νὰ γυμναστῶ ὡς ἁπλὸς στρατιώτης».

Ο μεγάλος Γάλλος φιλέλληνας ήταν ένας ειλικρινής και ανιδιοτελής φίλος της Ελλάδας, εμπνευσμένος από τις αξίες του Ελληνικού πολιτισμού, υπόδειγμα ηγέτη, που ασκούσε τα καθήκοντά του με δικαιοσύνη, ευσυνειδησία και γενναιοφροσύνη. Είχε ισχυρό χαρακτήρα, πείσμα και επιμονή. Λάμβανε πάντα μέριμνα για τους στρατιώτες του, καθώς τους αγαπούσε πολύ, όπως καταμαρτυρεί τόσο ο Χρήστος Βυζάντιος, όσο και ο Henri Fornèsy. Την ίδια εκτίμηση εκφράζει και ο Victor Hugo όταν περιγράφει τον Φαβιέρο μέσα στη Γαλλική εθνοσυνέλευση στο έργο του Choses Vues. Όπως αναφέρει ο Hugo, οι στρατιώτες του τον έβλεπαν όχι σαν αρχηγό, άλλα σαν θεό. Μάλιστα του αφιερώνει κι ένα ποίημα στη συλλογή του Orientales. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Φαβιέρος φόρεσε από την πρώτη στιγμή φουστανέλα και μαντήλι τυλιγμένο στο κεφάλι, παρόμοιο εκείνων που φορούσαν οι Έλληνες στρατηγοί Νικηταράς και Μακρυγιάννης. Ο Φαβιέρος γενικά είχε προσαρμοσθεί τόσο πολύ στη ζωή των Ελλήνων αγωνιστών, ώστε όταν τον έβλεπαν άγνωστοι δεν μπορούσαν πιστέψουν ότι δεν ήταν Έλληνας.

Η βαθιά αγάπη του Φαβιέρου για τους στρατιώτες του φαίνεται και από το γεγονός ότι τους αποκαλούσε «παιδιά του» και κατ’ επέκταση, οι στρατιώτες του τον αποκαλούσαν «πατέρα». Αυτό καταγράφεται σε πολλές επιστολές που έχουν σωθεί και απευθύνονται στον Φαβιέρο το 1840. Άλλες επιστολές του, διάσπαρτες στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, μαρτυρούν τη μέριμνά του για τον φτωχό ελληνικό πληθυσμό και την ασφάλεια των κατοίκων των διάφορων ελληνικών πόλεων. Ακόμη και μετά την αναχώρησή του και μέχρι τον θάνατό του δεν έπαψε, να αγαπά την Ελλάδα και να την υπερασπίζεται σε κάθε ευκαιρία.

Σε ανάμνηση της μάχης στην Αττική κατά την πολιορκίας της Ακροπόλεως, τοποθετήθηκε στο προαύλιο του Ωδείου Ηρώδου του Αττικού, μια στήλη η οποία τιμά τη δράση του Φαβιέρου και του υπαρχηγού του ταγματάρχη Ροβέρτο, που φονεύθηκε κατά την είσοδο στην Ακρόπολη. Η στήλη έχει χαραγμένες στις δύο πλευρές της τις εξής αναφορές:

«ΤΩ, ΦΑΒΙΕΡΩ, ΠΡΟΜΑΧΩ, ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ Η ΕΛΛΑΣ 1826 – 1926»

«ΕΙΣ ΤΟΝ ΗΡΩΙΚΟΝ ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΝ ΦΡΑΓΚ. ΡΟΒΕΡΤΟΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΤ ΑΥΤΟΥ ΘΑΝΟΝΤΑΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑΣ Η ΕΛΛΑΣ 1826 – 1926».

Τιμητικό χάλκινο μετάλλιο του 1829, επί Καποδίστρια, του καλλιτέχνη Stempel von Peuvrier, με κεφαλή του Φαβιέρου και την επιγραφή ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, Συλλογή ΕΕΦ

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Debidour Antonin, Le général Fabvier, sa vie militaire et politique, εκδ. Plon-Nourrit et Cie, Παρίσι
  • Le Spectateur Militaire, Recueil de science, d’art et d’histoire militaires, 27e volume, XXVII, quatorzième année, Παρίσι, Noirot, 15 avril 1839, σελ. 552-556.
  • Œuvres Complètes de Victor Hugo, Choses Vues I, A la Chambre des Pairs, 1846-1848, Παρίσι, Imprimerie Nationale, 1913.
  • Pellion Jean Pierre, La Grèce et les Capodistrias pendant l’occupation française de 1828 à 1834, Librairie Militaire, Παρίσι
  • St-Clair William, That Greece might still be free – The Philhellenes in the War of Independence, τ. 1, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο-Νέα Υόρκη
  • Victor Hugo, Orientales, “Enthousiasme” 1827.
  • Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας, «Φαβιέρος Κάρολος (1782-1855)» διαθέσιμο στην ιστοσελίδα http://argolikivivliothiki.gr,
  • Βυζάντιος Σ. Χρήστος, Ιστορία του Τακτικού Στρατού της Ελλάδος από της πρώτης συστάσεώς του κατά το 1821 μέχρι των 1832, εκδ. Κ. Ράλλης, Αθήνα 1837.
  • Βυζάντιος Σ. Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, εκδ. Κ. Αντωνιάδης, Αθήνα 1874.
  • Βυζάντιος Σ. Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, χ.ε., Αθήνα 1901.
  • ΓΑΚ, Συλλογή Βλαχογιάννη, κατηγορία Ε, κυτίο 5, αρ. 885, Αρχείο Καραϊσκάκη (Γράμμα εκ της Ακροπόλεως).
  • Εκατονταετηρίς Φαβιέρου 1826-1926, Εν Αθήναις, Τυπογραφείον «Εστία», 1927.
  • Θεμελή-Κατηφόρη Δέσποινα, Το γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα στην περίοδο του Καποδίστρια, 1828-1831, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1985.
  • Ιστορία της οργανώσεως του Ελληνικού Στρατού, 1821-1954, εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα 1955.
  • Ιστορία του Ελληνικού Στρατού, 1821-1997, εκδ. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αθήνα 1997.
  • Καρατζάς Γεώργιος, «Ο Φιλέλλην Φαβιέρος και ο Τακτικός Στρατός επί Επαναστάσεως», περιοδικό Εστία, τ. 7, τεύχ. 159 (14 Ιανουαρίου 1879), σσ. 17-22.
  • Κρεμμυδάς Βασίλης, «Ο Γαλλικός Στρατός στην Πελοπόννησο. Συμβολή στην ιστορία της Καποδιστριακής περιόδου», Πελοποννησιακά, τ. ΙΒ΄ (1976-1977), σσ. 75-102.
  • Λουκάτος Σπυρίδων, «Ιω. Καποδίστριας και Καρ. Φαβιέρος», Μνημοσύνη, Τόμος Β’, Αθήνα, 1968-1969, σσ. 217-277.
  • Μονόφυλλα του Αγώνος, 1821-1827 – Προκηρύξεις, θεσπίσματα, διατάγματα, τ. 1, πρόλογος: Ιωάννης Α. Μελετόπουλος, εισαγωγικό κείμενο: Ιωάννης Κ. Μαζαράκης Αινιάν, εκδ. ΙΕΕΕ, Αθήνα 1973.
  • Σπηλιάδης Νικόλαος, Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την νέαν ελληνικήν ιστορίαν (1821-1843), τ. 1-2, εκδ. Παναγιώτου Φ. Χριστοπούλου, Αθήνα 1972.
  • Φορνέζι Ερρίκος, Το μνημείον των Φιλελλήνων, εκδ. Χ. Κοσμαδάκης & σία, Αθήνα 1968 [Απομνημονεύματα αγωνιστών του ΄21, τ. 20].

Sir James Emerson, by Richard Austin, 1836

Ο Sir James Emerson Tennent (Μπέλφαστ 1804 – Λονδίνο 1869), ήταν Βρετανός από τη Βόρειο Ιρλανδία. Σπούδασε νομική στο Μπέλφαστ και στο Trinity College στο Δουβλίνο, από όπου έλαβε πτυχίο διδάκτορος στην Νομική. Το δεύτερό του όνομα “Tennent”, προστέθηκε στο Emerson το 1832, μετά τον γάμο του με την Letitia Tennent.

Από τα φοιτητικά του χρόνια εκδήλωσε την αγάπη του προς την κλασσική παιδεία και την Ελλάδα. Όταν ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση τάχθηκε με ενθουσιασμό στο πλευρό των Ελλήνων και αποφάσισε να ενισχύσει ενεργά τον αγώνα τους. Ταξίδευσε στην Ελλάδα και όταν έφθασε στο Μεσολόγγι, εντάχθηκε στο σώμα πυροβολικού που είχε σχηματίσει ο Λόρδος Βύρων. Ήταν στενός συνεργάτης και φίλος του Λόρδου Βύρωνος, και έμεινε μαζί με τον Gamba στο πλευρό του μεγάλου φιλέλληνα μέχρι τον θάνατό του.

Μετά τον θάνατο του Λόρδου Βύρωνος, ο Sir James Emerson Tennent επέστρεψε στην Αγγλία. Όμως ένα χρόνο περίπου αργότερα, δηλαδή στις αρχές του 1825, επανήλθε στην Ελλάδα. Έφθασε πρώτα στα Ιόνια νησιά και από εκεί στην Πελοπόννησο. Η ελληνική διοίκηση αναγνώρισε την εμπειρία του στο πλευρό του Λόρδου Βύρωνος στο Μεσολόγγι και τον διόρισε λοχαγό του Πυροβολικού. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι ο Sir James Emerson Tennant πολέμησε και στη Μάχη της Ακροπόλεως. Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα πέρασε μεγάλο διάστημα στην Ύδρα και στις Σπέτσες, με στόχο να καταγράψει την οργάνωση και δράση του Ελληνικού Ναυτικού και των πυρπολικών στη θάλασσα. Η μελέτη αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ιστορικές πηγές για την δράση του Ναυτικού των Ελλήνων και τις συγκρούσεις τους με τον τουρκικό στόλο. Το 1826 εξέδωσε στο Λονδίνο το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Picture of Greece, στο οποίο καταγράφει τις εμπειρίες του αυτές. Το βιβλίο αυτό συνέβαλε στην ανάπτυξη του φιλελληνικού κινήματος στην Μεγάλη Βρετανία και επηρέασε την κοινή γνώμη υπέρ των Ελλήνων.

Sir James Emerson Tennent, Picture of Greece, Συλλογή ΕΕΦ

Στη συνέχεια εξέδωσε άλλα δύο βιβλία. Το Letters from the Aegean (1829) και το History of Modern Greece (1830).

Sir James Emerson Tennent, History of Modern Greece, Συλλογή ΕΕΦ

Το πρώτο έργο του παρουσιάζει πολλά στοιχεία για την Ελλάδα, συνδυάζει την ταξιδιωτική αφήγηση με πολιτικές αναλύσεις, περιγράφει την ελληνική οικονομία, την τοπική παραγωγή και επιχειρεί ακόμη και μία κοινωνική ανάλυση των παραδόσεων των Ελλήνων. Το δεύτερο έργο του για το Αιγαίο, περιγράφει ένα ταξίδι από το Σούνιο, στη Σύρο, τη Χίο, τη Σμύρνη, την Έφεσο, τη Μικρά Ασία, τη Φώκαια, τη Σάμο, την Πάτμο, τη Σύμη, το Καστελόριζο, την ακτή της Λυκίας, τη Σαντορίνη, τη Σίκινο, την Ίο, τη Νάξο, την Αντίπαρο, την Πάρο, τη Μύκονο, τη Δήλο, τη Μήλο και την Κίμωλο.

Μέσα από το έργο του το 1826, ο Emerson εμφανίζεται ιδιαίτερα θετικός και αισιόδοξος για την προοπτική της σύστασης ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους. Παράλληλα όμως καταγράφει και τις αδυναμίες των Ελλήνων (που ήταν ήδη γνωστές και στον Λόρδο Βύρωνα), καθώς και τις δυσκολίες στον δρόμο για την οικοδόμηση ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους.

Ο Sir James Emerson Tennent δημοσίευε συστηματικά ανωνύμως άρθρα στον βρετανικό τύπο, με τα οποία στήριζε τον αγώνα των Ελλήνων και τις προσπάθειές τους για τη σύσταση νέου Ελληνικού κράτους.

Το 1832 εκλέχθηκε βουλευτής στο Μπέλφαστ και έκτοτε ακολούθησε πολιτική σταδιοδρομία. Το 1841 διορίσθηκε “Joint Secretary to the Indian Board” (1841-1845). Το 1845 χρίστηκε ιππότης και διορίστηκε γραμματέας στη βρετανική αποικία της Κεϋλάνης (“Colonial Secretary in Ceylon”, 1845-1849), σήμερα Σρι Λάνκα, μέχρι το 1850. Από το 1852 έως το 1867, διορίσθηκε “Permanent Secretary to the Board of Trade” στο Λονδίνο.

Sir James Emerson Tennent, 1st Baronet of Tempo Manor, Philip Richard Morris (1836–1902), Belfast City Hall

Ο Sir James Emerson Tennent συνέγραψε και άλλα βιβλία σχετικά με την Κεϋλάνη και ήταν στενός φίλος του Καρόλου Ντίκενς.

Η ΕΕΦ έχει στη συλλογή της το σύνολο των παρασήμων που έλαβε ο Sir James Emerson Tennent από τον βασιλέα Όθωνα για τη συνεισφορά του στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Το σετ περιλαμβάνει τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος επί Όθωνος. Ο Σταυρός είναι ύψους 8,5 εκ. και ο Αστέρας ύψους 7 εκ.

Περιλαμβάνει, επίσης, ένα σύνολο διακριτικών του Μεγάλου Διοικητή για το «Βασιλικό Τάγμα του Ανώτερου Ταξιάρχη», που αποτελείται από ένα παράσημο από χρυσό και σμάλτο, με τη μορφή ενός λευκού σταυρού, που εγγράφεται σε ένα κυκλικό πράσινο στεφάνι δάφνης και δρυός, ενώ στέφεται από ένα χρυσό στέμμα. Το μπροστινό μέρος του σταυρού αποτυπώνει το κεφάλι, σε προφίλ, του βασιλέως Όθωνος και την ελληνική επιγραφή «Όθων Βασιλεύς της Ελλάδος». Επιπλέον, περιλαμβάνει ένα ασημένιο και χρυσό αστέρα με σμάλτινη διακόσμηση σε μπλε, άσπρο, πράσινο και μία ελληνική επιγραφή, στο πίσω μέρος το οποίο είναι υπογεγραμμένο ως «R & J Garrand & Co. Goldsmiths, to the Queen». Τέλος, στο σετ περιλαμβάνεται το ανώτερο (ασημένιο) μετάλλιο των αγωνιστών του 1821. Όλο το σετ βρίσκεται στο αυθεντικό κουτί του.

Τα μετάλλια που έλαβε ο Sir James Emerson Tennent από την Ελλάδα, Συλλογή ΕΕΦ

Ακόμη η ΕΕΦ διαθέτει στην συλλογή της μία χρυσή αναμνηστική καρφίτσα με σμάλτο που περιέχει μαλλιά του Λόρδου Βύρωνος. Το κόσμημα αυτό δόθηκε στον Sir James Emerson Tennent από τον Κόμη Gamba. Η καρφίτσα φέρει στην μία πλευρά επιγραφή «Στη μνήμη» με χρυσούς γοτθικούς χαρακτήρες. Στην άλλη πλευρά υπάρχει αφιέρωση: «Byron από τον Κόμη P. Gamba στον James Emerson, Αθήνα 1825». Ο Κόμης Gamba ήταν αδελφός της τελευταίας συντρόφου του Λόρδου Βύρωνα, της Τeresa Guiccioli, και στενός φίλος και συνεργάτης του Λόρδου Βύρωνα κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Μεσολόγγι.

Χρυσή αναμνηστική καρφίτσα με σμάλτο που περιέχει μαλλιά του Λόρδου Βύρωνος, Συλλογή ΕΕΦ

Ο Sir James Emerson Tennent, ήταν ένας μεγάλος φιλέλληνας ο οποίος έχει συνεισφέρει πολλά στην υπόθεση της απελευθέρωσης της Ελλάδας.

Αντί επιλόγου, παραθέτουμε απόσπασμα από την εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ της 7 Μαρτίου 1869, που ανακοινώνει τον θάνατο του Sir James Emerson Tennent:

«Ο πατριάρχης των εν Αγγλία φιλελλήνων, σιρ Ιάκωβος Εμερσον Τέννεντ, ο μετά του λόρδου Βύρωνος συναγωνισθείς υπέρ της ελληνικής ελευθερίας και εκδούς διάφορα συγγράμματα περί Ελλήνων, εν οις την ιστορίαν της νέας Ελλάδος, ετελεύτησεν εσχάτως εν Λονδίνω υπερεβδομηκοντούτης. Η μνήμη του σεβάσμιου τούτου ανδρός, όστις αείποτε διεκρίθη επί ακραιφνεί φιλελληνισμώ και εξέδοτο ανωνύμως εν περιοδικοίς συγγράμμασιν, αξιολογώντες πραγματείας υπέρ του προσφιλούς αυτώ αγώνος, θα μείνη ανεξάλειπτος εν τη καρδία του Ελληνικού Έθνους, όπερ τιμά και γεραίρει τους οπωσδήποτε ευεργετούντες αυτό».

Sir James Emerson Tennent (1804–1869), Patrick MacDowell (1799–1870), Belfast City Hall

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Sir James Emerson Tennent, Picture of Greece, 1826.
  • Sir James Emerson Tennent, Letters from the Aegean, 1829.
  • Sir James Emerson Tennent, History of Modern Greece, 1830.
  • Chisholm, Hugh, «Tennent, Sir James Emerson». Encyclopædia Britannica. Cambridge University Press, 1911.
  • Tyronne Fernando, PC, 154th Death Anniversary of Veera Puran Appu.
  • William E. A. Axon, The Annals of Manchester: A chronological record from the earliest times to the end of 1885, 1886.
  • Εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ, Αθήνα, 7 Μαρτίου 1869, σελ. 3.
  • Boase, George Clement, «Tennent, James Emerson». In Lee, Sidney, Dictionary of National Biography, London, Smith, Elder & Co., 1898.
  • Boase, G. C.; Baigent, Elizabeth. «Tennent, Sir James Emerson, first baronet (1804 –1869)». Oxford Dictionary of National Biography, Oxford University Press.

Étienne-Marin Bailly, λιθογραφία 19ου αιώνος, συλλογή ΕΕΦ

O Étienne-Marin Bailly, είναι ένας σημαντικός Γάλλος Φιλέλληνας ιατρός που συνέδραμε καθοριστικά με το έργο του τον Αγώνα των Ελλήνων.

Γεννήθηκε το 1795 στο Blois, σπούδασε ιατρική και υπήρξε προσωπικός ιατρός, φίλος και συνεργάτης του Γάλλου φιλοσόφου Saint-Simon. Παράλληλα, ήταν συγγραφέας διαφόρων μελετών φιλοσοφικού και ιατρικού περιεχομένου.

Έφθασε στο Ναύπλιο τον Σεπτέμβριο του 1825 προκειμένου να παράσχει τις ιατρικές γνώσεις του στους επαναστατημένους Έλληνες. Συγκεκριμένα, ο Bailly, στάλθηκε από τη Γαλλία, με σκοπό να «διευθύνει τον φαρμακευτικό κλάδο και να εγκαθιδρύσει υπηρεσίες υγείας» με τη βοήθεια του ανιψιού του, επίσης ιατρού, Félix Blondeau. Το σχέδιο αυτό χρηματοδοτούσε ο δούκας της Ορλεάνης. Κατά την άφιξή του στην Ελλάδα, απογοητεύθηκε από την πρωτόγονη εικόνα της ιατρικής σε μια χώρα παραδομένη στο έλεος των επιδημιών. Επιχείρησε άμεσα την οργάνωση ενός γενικού υγειονομικού συστήματος, με απόφαση της προσωρινής Κυβέρνησης, η οποία όρισε με διάταγμα να παρακρατείται ποσοστό 0,5% από όλους τους μισθούς προκειμένου να καλυφθούν τα απαιτούμενα έξοδα για την ίδρυση των απαραίτητων νοσοκομείων. Μαζί με τον Γερμανό Αρχίατρο, Ερρίκο Τράιμπερ, αλλά και τους Γάλλους ιατρούς Dumont και Bernardi, ο Bailly οργάνωσε αρχικά στρατιωτικό χειρουργείο στην Κούλουρη της Σαλαμίνας το οποίο προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στον Αγώνα.

Επιπλέον, σε εκτέλεση της παραγράφου (δ΄) του νόμου ΜΘ΄ «Περί Νοσοκομείων» της 5ης Οκτωβρίου 1825, ανατέθηκε στον Bailly η σύνταξη του σχετικού διατάγματος. Εκείνος υπέβαλε στο Εκτελεστικό Σώμα το σχέδιο του Γενικού Οργανισμού για την ίδρυση των υγειονομικών καταστημάτων. Το σχέδιο αυτό, με τίτλο Γενική υπουργία της εις την Ελλάδα υγείας, ρύθμιζε τη λειτουργία των νοσοκομείων και προέβλεπε τις γενικές διατάξεις σχετικά με τη δημόσια υγεία. Όριζε ότι κανένα άτομο δεν μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμα του ιατρού, του χειρούργου ή του φαρμακοποιού χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού πτυχίου, το οποίο χορηγείτο από ειδική επιτροπή. Επιπλέον, προέβλεπε την ίδρυση τεσσάρων υγειονομικών καταστημάτων (στο Ναύπλιο, στην Αθήνα, στο Μεσολόγγι και στα Χανιά) και ρύθμιζε τους όρους λειτουργίας τους. Ένα ιδιαίτερο μέρος του διατάγματος ήταν αφιερωμένο στην περίθαλψη των τραυματιών του Αγώνα και επέβαλε τον ορισμό ενός Αρχιάτρου και ενός χειρούργου δίπλα σε κάθε στρατιωτικό διοικητή.

Παράλληλα, με τη βοήθεια χρημάτων που χορηγήθηκαν από το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Παρισιού, ο Bailly επιχείρησε την ίδρυση και κεντρικού φαρμακείου. Ωστόσο, η έλλειψη πόρων και άλλες δυσκολίες εμπόδισαν την πραγματοποίηση του μεγαλόπνοου σχεδίου του. Τελικά, οργανώθηκε μόνο ένα νοσοκομείο στο Ναύπλιο, ενώ εκείνος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα προκειμένου να οργανώσει εκεί ένα νέο υγειονομικό κατάστημα.

Η συμβολή του Bailly, όμως, δεν περιορίστηκε στην οργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών. Με πρακτικό τρόπο και συνεπικουρούμενος από τον ανιψιό του Félix Blondeau, κατάφερε να βοηθήσει στην περίθαλψη περισσότερων από 30.000 τραυματιών και ασθενών, διαφόρων εθνικοτήτων. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται Έλληνες, Φιλέλληνες και Γάλλοι αξιωματικοί του εκστρατευτικού Σώματος του Maison. Επιπλέον, προσπάθησε να εκπαιδεύσει τους Έλληνες ιατρούς, καταπολέμησε τις πρακτικές των τσαρλατάνων που εκμεταλλεύονταν τον πληθυσμό και εναντιώθηκε στις προκαταλήψεις που κυριαρχούσαν και έβλαπταν τη δημόσια υγεία.

Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Καποδίστρια, συνέχισε τη δράση του ως μέλος της Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυπλίου, σώζοντας τον πληθυσμό της πόλης από την πανώλη. Χάρη στο έργο του, εκτιμάται ότι περίπου το ένα τέταρτο του συνολικού πληθυσμού σώθηκε από τον θάνατο, εξού και ο χαρακτηρισμός «Bailly, ο θεός».

Μια άλλη πτυχή των φιλελληνικών υπηρεσιών του Bailly αποτελεί η δράση του στους κόλπους της επιτροπής που ήταν επιφορτισμένη με τη διαχείριση των προμηθειών που έφθαναν στην Ελλάδα από τα κομιτάτα του εξωτερικού κατά τις αρχές του 1827. Η επιτροπή αυτή, που ιδρύθηκε με εντολή της Κυβέρνησης, αποτελείτο από τον Bailly, ως εκπρόσωπο του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Παρισιού, τον Ιταλό Pertini και τον στρατιωτικό, Βαυαρό υπήκοο Heideck. Ο Bailly διέθεσε μέρος των προμηθειών στον επαπειλούμενο πληθυσμό, καλλιεργώντας την ιδέα ότι η Γαλλία θα βοηθούσε συστηματικά την Ελλάδα. Με τη δράση του και την πολιτική του, στήριζε τα φιλο-ορλεανικά σχέδια του Γάλλου Στρατηγού Roche και το πολιτικό κόμμα του Ιωάννη Κωλέττη. Στην προσπάθειά του αυτή βρέθηκε γρήγορα αντιμέτωπος με τον Heideck για τον τρόπο διαχείρισης των προμηθειών και τον πολιτικό του ρόλο, καθώς επίσης και με τον Φαβιέρο του οποίου τις οργανωτικές στρατιωτικές ενέργειες εξάλλου δεν ενέκρινε. Παράλληλα, δήλωνε ανοικτά την αφοσίωσή του προς τον Ιωάννη Κωλέττη, επικεφαλής του γαλλικού κόμματος.

Étienne-Marin Bailly, λιθογραφία 19ου αιώνος από το έργο του Krazeisen Karl (1794 – 1878), συλλογή ΕΕΦ

Αναμφισβήτητα το έργο του Bailly ήταν σημαντικό. Σύμφωνα με απολογισμό που πραγματοποίησε ο ίδιος, χάρη στις προσπάθειές του 6.000 στρατιώτες έλαβαν μερίδες φαγητού, εξοπλισμό και πολεμοφόδια, ενώ διατέθηκαν 500.000 φράγκα για την ενίσχυση των φρουρίων, τη συντήρηση του Ναυτικού και του Στρατού Ξηράς.

Για το σύνολο των υπηρεσιών του, με ψήφισμα της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας του χορηγήθηκε η ελληνική ιθαγένεια (5 Μαΐου 1827), ενώ οι οπλαρχηγοί της Ρούμελης τον ευχαρίστησαν και εκείνοι με τη σειρά τους.

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, αναχώρησε με τον ανιψιό του στα τέλη του 1829. Πήγε πρώτα στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στην Γαλλία. Πέθανε το 1837. Λίγο πριν πεθάνει, είχε τιμηθεί και από τον βασιλέα Όθωνα με το παράσημο του Ιππότου του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος του Σωτήρος.

 

 

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Barau Denys, «La mobilisation des philhellènes en faveur de la Grèce, 1821-1829», Populations réfugiées. De l’exil au retour, επιμ. Luc Cambrézy – Véronique Lassailly-Jacob, εκδ. IRD, Paris 2001, [Colloques et Séminaires], σσ. 37-76.
  • Barth Wilhelm – Max Kehrig-Korn, Die Philhellenenzeit, von der Mitte des 18 Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias am 9 Oktober 1831, εκδ. Hueber, Μόναχο 1960.
  • Άιδεκ Κάρολος, «Τα των Βαυαρών Φιλελλήνων εν Ελλάδι κατά τα έτη 1826-1829», Αρμονία, τ. 1 (1900).
  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, 1821-1823, τ. 7: Πρακτικά του Βουλευτικού της Γ΄ Βουλευτικής περιόδου (1824-1826) – Πρακτικά του Βουλευτικού Σώματος, [τ. 4 του Βουλευτικού Σώματος], εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα
  • Αρχειακή Συλλογή ΚΕΙΝΕ (Ακαδημία Αθηνών), «Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη», Φ. 148, έγγραφο 0006, επιστολή του Bailly από τη Μεθώνη προς τον Κωλέττη, «έκτακτο επίτροπο των Ανατολικών Σποράδων».
  • Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων, χειρόγραφο 1.697: Henri Fornèsy, «Le monument des philhellènes», 1860.
  • Προβατά Δέσποινα, ÉtienneMarin Bailly (1796-1837) – Ένας σαινσιμονιστής στην επαναστατημένη Ελλάδα, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα 2008.
  • Τράιμπερ Ερρίκος, Αναμνήσεις από την Ελλάδα, 1822-1828 – Ανέκδοτο χρονικό του Αγώνος, χ.ε., Αθήνα 1960.

Ο Giuseppe Chiappe, κατάγεται από την πόλη Albenga της Σαρδηνίας. Σπούδασε νομικά στην Ιταλία και τη Γαλλία και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στο Λιβόρνο μέχρι το 1820.

Στην Ιταλία υπήρξε, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, μέλος της μυστικής επαναστατικής οργάνωσης των Carbonari. Όταν το κίνημα τους απέτυχε, προκειμένου να αποφύγει διώξεις το 1819, ο Giuseppe Chiappe ταξίδευσε με τη γυναίκα του Chiara και το μικρό γιό του στα Επτάνησα. Από εκεί πέρασε στην Ύδρα τον Μάιο του 1820.

Εκεί, ανέλαβε να διδάσκει την Ιταλική και Γαλλική γλώσσα, και στη συνέχεια διορίσθηκε εκπαιδευτής στη «Ναυτική Σχολή της Ύδρας».

Όταν το νησί κήρυξε την επανάσταση τον Απρίλιο του 1821, ο Giuseppe Chiappe ζήτησε να συμμετάσχει στα ναυτικές επιχειρήσεις. Τοποθετήθηκε στο πλοίο «Αγαμέμνων» με πλοίαρχο τον Αναστάσιο Τσαμαδό, όπου ανέλαβε χρέη γραμματέα και την ευθύνη του ημερολογίου του πλοίου.

Με τον «Αγαμέμνονα» έλαβε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις, που καταγράφηκαν στο ημερολόγιο του πλοίου το οποίο έχει ιδιαίτερη ιστορική αξία. Μεταξύ αυτών, συμπεριλαμβάνεται επιχείρηση στον Παγασητικό, με σκοπό την πολιορκία του κάστρου, στις 5 Μάιου 1821, και  επιχειρήσεις υποστήριξης του ξεσηκωμού 24 χωριών του Βόλου.

Επίσης, συμμετείχε στην σημαντική ναυμαχία της  Ερεσσού της Λέσβου, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Παπανικολής πυρπόλησε την τουρκική ναυαρχίδα.

Τέλος, τον Ιούνιο του 1821, έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις εκδίωξης των Τούρκων και διάσωσης των Χριστιανών κατοίκων της πόλεως των Κυδωνιών στην Μ. Ασία, που είχαν πυρπολήσει και λεηλατήσει οι Τούρκοι.

Όταν ο στόλος επέστρεψε στην Ύδρα, ο Chiappe διορίσθηκε Α’ γραμματέας της Αστυνομίας και γραμματέας του Λάζαρου Κουντουριώτη.

Το 1824 ο Giuseppe Chiappe ανέλαβε να εκδώσει, με έδρα την Ύδρα, την εφημερίδα Ο Φίλος του Νόμου, τη μακροβιότερη εφημερίδα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, η οποία κυκλοφόρησε μέχρι και το 1827.

O Φίλος του Νόμου τυπωνόταν στο πιεστήριο που είχε δωρίσει στην Ελλάδα, μετά από παράκληση του Κοραή, ο Γάλλος φιλέλληνας εκδότης, Firmin Didot.

Η ΕΕΦ διαθέτει στο αρχείο της αυτόγραφη επιστολή με την υπογραφή του Giuseppe Chiappe («Ἰωσήφ Ν. Κιάππε») προς το Βουλευτικό Σώμα, γραμμένη στην Ύδρα, στις 16 Φεβρουαρίου 1824.

Η επιστολή αναφέρει τα εξής:

«… Μέλλων νά ἐκδώσω ἐντεῦθεν δίς τήν ἑβδομάδα πολιτικήν ἐφημερίδα ἐπιγραφομένην ὁ Φίλος τοῦ Νόμου, ἀνεφέρθην ἱκετικῶς πρός τήν Σεβαστήν Διοίκησιν ἵνα διορισθῶ ἐφημεριδογράφος αὐτῆς, καί κατά τό 44. ἄρθρον τοῦ νόμου τῆς Ἐπιδαύρου νά μοί δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς εἰσόδου εἰς τάς τακτικάς καί ἐκτάκτους Συνελεύσεις τοῦ Σεβαστοῦ Ὑμῶν Σώματος, ἐξαιρουμένων τῶν μυστικῶν. Νῦν δέ ἱκετεύω τό Σεβαστόν Σῶμα αὐτό, ἵνα, εἰς ἀπουσίαν μου, παραχωρήσῃ τήν εἴσοδον ταύτην, εἰς τόν παρ’ ἐμοῦ διορισθέντα Ἐπίτροπον Κύριον Νικόλαον Εὐαγγελληνοῦ…».

Αντίγραφο της εφημερίδας Ο Φίλος του Νόμου

Πράγματι, η εφημερίδα Ο Φίλος του Νόμου ήταν, την περίοδο 1824 – 1825, το επίσημο όργανο της Προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης του ελεύθερου ελλαδικού χώρου.

Σε αναγνώριση του έργου του, οι προεστοί της Ύδρας ενέκριναν ψήφισμα που εκχωρούσε στον Giuseppe Chiappe την ιδιότητα του πολίτη της Ύδρας.

Σημαντική ήταν όμως και η συνεισφορά στον Αγώνα της συζύγου του Giuseppe, Chiara Chiappe. Η Chiappe συνεργάστηκε με 31 σημαντικές Ελληνίδες από όλη την Ελλάδα, υπό την καθοδήγηση της σπουδαίας Ελληνίδας λόγιας Ευανθίας Καΐρη, αδελφής του σημαντικού λογίου και αγωνιστή του 1821, Θεόφιλου Καΐρη, για τη σύνταξη, τον Ιούλιο του 1825, μία σημαντικής ανοικτής επιστολής Ελληνίδων γυναικών προς τις φιλελληνίδες της Ευρώπης και της Αμερικής. Η  επιστολή αυτή μεταφράστηκε στα γαλλικά και ιταλικά, τυπώθηκε στο τυπογραφείο του Giuseppe Chiappe και στάλθηκε μαζικά σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής.

Το 1827 ο Giuseppe Chiappe σταμάτησε την έκδοση του Φίλου του Νόμου, και εξέδωσε μία εφημερίδα στη γαλλική γλώσσα με τίτλο Abeille Grecque (Ελληνική Μέλισσα), η οποία κυκλοφορούσε στην Ελλάδα και το εξωτερικό μέχρι το 1829.

Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, ο Giuseppe Chiappe διορίσθηκε το 1830 στο δικαστικό σώμα. Υπηρέτησε αρχικά ως γραμματέας του δικαστηρίου δυτικών Σποράδων και στη συνέχεια ως δικαστής στο Πρωτοδικείο Πύλου. Το 1835 τοποθετήθηκε στο Εμποροδικείο Σύρου και το 1841 στην Πάτρα.

Ο γιός του Giuseppe Chiappe, Πέτρος, ακολούθησε και αυτός σταδιοδρομία στην Ελληνική δικαιοσύνη και τιμήθηκε με τον βαθμό του Αρεοπαγίτη. Η οικογένεια Chiappe συνδέθηκε με την σημαντική οικογένεια του Γερμανού φιλέλληνα ιατρού Erik Treiber (Ερρίκου Τράϊμπερ), όταν ο Πέτρος Chiappe νυμφεύθηκε την Ρόζα Τράϊμπερ, κόρη του Ερρίκου.

Ο Giuseppe Chiappe απεβίωσε την 1η Ιουλίου 1848 στην Αθήνα. Η Ελλάδα τον τίμησε για τις πολύτιμες υπηρεσίες του στην απελευθέρωση της χώρας, με το «μετάλλιο του Αγώνος» των αγωνιστών της Επανάστασης και τον Σταυρό του Σωτήρος.

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Barth Wilhelm – Kehrig-Korn Max, Die Philhellenenzeit, Muenchen, 1960.
  • Αποστολίδης Χρ., Ερρίκος Τράϊμπερ Φιλέλλην – Αναμνήσεις από την Επανάσταση του 1821, Αθήνα, 1961.
  • Καρταπάνης Γρ., «Πολεμικά πλοία στον Παγασητικό», Εφημερίδα Ταχυδρόμος, Βόλος, 24.3.2019.
  • Κοντομήτρος Γ., Η ιστορική οικογένεια Αποστολίδη του Βόλου. ΚΑ’ τόμος Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών, Βόλος, 2019.
  • Κουμαριανού Αικατερίνη, «Έντυπες εφημερίδες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΒ, 1975, σελ.585.
  • Κουμαριανού Αικατερίνη, Ο τύπος στον αγώνα (1821-1827), Αθήνα, 1971.
  • Μιχαλόπουλος Φάνης, «Ο φιλέλλην Ιωσήφ Κιάππε», Εφημερίδα Καθημερινή, 9.4.1939.
  • Πάτρας Ν., Ιστορικά ημερολόγια των ναυμαχιών του 1821 – εκ των ημερολογίων του ναυμάχου Αναστασίου Τσαμαδού, Αθήνα, 1886.

Ανάμεσα στους Γάλλους φιλέλληνες που υπηρέτησαν στην Ελληνική Επανάσταση, ο Συνταγματάρχης Joseph Baleste κατέχει εξέχουσα θέση, καθώς θεωρείται ο πρώτος εκπαιδευτής και διοικητής των Ελλήνων στρατιωτικών. Γεννήθηκε το 1790 στα Χανιά της Κρήτης, αλλά πολιτογραφήθηκε Γάλλος και πέθανε το 1822, μαχόμενος ηρωικά για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

Παρά τον σημαντικό ρόλο του στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων, παραμένει σχεδόν άγνωστος, και στα ιστορικά κείμενα αναφέρεται με πολλούς και διαφορετικούς τόπους γέννησης και ονόματα. Εντούτοις, η ιστορική έρευνα σε αρχειακές πηγές αποδεικνύει ότι ο Baleste προερχόταν από οικογένεια εμπόρων της Μασσαλίας, καταγεγραμμένη στο Εμπορικό Επιμελητήριο της πόλης. Η γέννησή του στα Χανιά και η γαλλική του υπηκοότητα επιβεβαιώνεται από τον βιογράφο των Φιλελλήνων, Henry Fornèsy και υποστηρίζεται από τον μοναδικό Έλληνα ιστοριογράφο του Baleste, τον Π. Κουμάντο. Επιπλέον, από τα αρχεία του Γαλλικού Προξενείου στα Χανιά αποδεικνύεται ότι η οικογένεια Baleste συγκαταλέγεται ανάμεσα στις οικογένειες Γάλλων της Μασσαλίας που είχαν μετοικήσει εκεί για εμπορικούς λόγους, ήδη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, και είχαν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα, καθώς άνδρες μέλη της νυμφεύονταν συνήθως Ελληνίδες γυναίκες.

Ανάμεσα τους βρίσκουμε τον πατέρα του Joseph Baleste, έμπορο Jean-François Baleste. Το όνομά του επιβεβαιώνεται τόσο από τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, όσο και από έγγραφο που δημοσιεύεται στα Κρητικά Ιστορικά Έγγραφα του Νικόλαου Τωμαδάκη και Ανθούλας Παπαδάκη. Ο Jean- François είχε νυμφευθεί την Κατερίνα Βενολοπούλου, η οποία απεβίωσε στα Χανιά την 8η Απριλίου 1797, ημέρα που γεννήθηκε η κόρη της και αδελφή του Joseph, Marie-Thérèse, σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη γάμου της τελευταίας που εντοπίστηκε στο ληξιαρχείο της Μασσαλίας.

Στην απαρχή της στρατιωτικής του καριέρας, ο Baleste υπηρέτησε ως εθελοντής στο Α΄ Σύνταγμα Πεζικού της Γραμμής στη στρατιά του Μεγάλου Ναπολέοντα, το 1808, και τον Σεπτέμβριο του 1814. Το ίδιο έτος έφυγε για την Κρήτη, ενώ είχε ήδη τον βαθμό του λοχαγού του Γαλλικού στρατού. Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση ο Baleste βρισκόταν τυχαία στην Τεργέστη και ακολούθησε τον Δημήτριο Υψηλάντη πλημμυρισμένος από ενθουσιασμό για την απελευθέρωση της Ελλάδος. Πράγματι, ο νεαρός Baleste, τον οποίο ο Σπηλιάδης ονομάζει «ο Έλλην Βαλέστας», μιλούσε εξαιρετικά την ελληνική γλώσσα και οι Κρήτες τον θεωρούσαν συμπατριώτη τους. Είχε καλούς τρόπους, πολλά προσόντα, ευγενικό πρόσωπο, αλλά και επιβλητικό παράστημα, όπως μαρτυρά πορτρέτο του που φιλοτέχνησε ο Adam de Friedel και εξέδωσε το 1830 και επιπλέον ήταν μορφωμένος, γενναίος και αφιλοκερδής.

Joseph Baleste, πορτρέτο του Adam Friedel. Συλλογή ΕΕΦ

Ο Υψηλάντης ξεκίνησε, αμέσως μετά την άφιξή του από την Τεργέστη στα Βέρβενα τον Ιούλιο του 1821, τη στρατολόγηση και την οργάνωση τακτικού στρατού, αναθέτοντας τα χρέη του εκπαιδευτή, αλλά και τη διοίκηση στον Baleste, τον οποίο ο ίδιος προήγαγε στον βαθμό του Συνταγματάρχη. Σύντομα, η δύναμη του στρατεύματος ανήλθε στους 500 άνδρες που διαιρέθηκαν σε τρεις λόχους και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στην Καλαμάτα. Ο Baleste τους εκπαίδευε κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα με σκοπό να αποτελέσουν τον πυρήνα του Ελληνικού Στρατού που φιλοδοξούσε να δημιουργήσει ο Υψηλάντης. Το εγχείρημα θα είχε στεφθεί με επιτυχία και αυτό θα είχε συμβάλει καθοριστικά στο μέλλον του Αγώνα, αν οι τοπικοί προύχοντες δεν στερούσαν τα μέσα που ήταν απαραίτητα για τη συντήρηση του στρατού και κυρίως τα τρόφιμα. Ακόμη χειρότερα, οι οπλαρχηγοί αντίπαλοι του Υψηλάντη είχαν εναντιωθεί στη σύσταση τακτικού στρατού και παρουσίαζαν το επάγγελμα του τακτικού στρατιώτη αντιπαθές. Η σφοδρή εναντίωση των ατάκτων αρματολών σε κάθε έννοια οργάνωσης και στρατιωτικής πειθαρχίας εμπόδισε την Ελληνική κυβέρνηση να επιτύχει έγκαιρα τη σύσταση τακτικού στρατού. Πράγμα που άφησε την Ελλάδα στην κρισιμότερη φάση της Επανάστασης εκτεθειμένη στις δυνάμεις του Ιμπραήμ.

Εάν είχε επιτραπεί στον έμπειρο φιλέλληνα Baleste να ολοκληρώσει το έργο του και να συστήσει τακτικό στρατό στην αρχή της Επανάστασης, η εξέλιξη του αγώνα θα ήταν εντελώς διαφορετική.

Σε κάθε περίπτωση, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Baleste ήταν ένας γενναίος αξιωματικός, του οποίου το θάρρος καταμαρτυρείται από έναν μεγάλο αριθμό συναδέλφων του. Ακόμη και ο «ιδιότροπος» Maurice Persat εκθειάζει τον Γάλλο αξιωματικό γράφοντας ότι «ήταν, αναντίρρητα, ο πιο γενναίος από όλους τους Φιλέλληνες και ο πιο γενναιόδωρος. Είχε ξεχωριστές αρετές. Αποδοκίμαζε υπέρτατα τους κόλακες, και δεν συμπαθούσε αυτούς που έτρεχαν γύρω από τη διοίκηση, τους οποίους αποκαλούσε παράσιτα του στρατού. Ο Baleste διέθετε μια ταπεινότητα της οποίας η ανάμνηση έκανε να κοκκινίζουν από ντροπή οι Φιλέλληνες […]».

Τον Αύγουστο του 1821, ο Baleste, επικεφαλής του Τακτικού Στρατού, εμπόδισε  την αποβίβαση του τουρκικού στόλου στην Καλαμάτα και στη συνέχεια συμμετείχε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Κατά τα έκτροπα που σημειώθηκαν στην άλωση, κατάφερε μαζί με άλλους Φιλέλληνες να διασώσει τμήμα του άμαχου τούρκικου πληθυσμού.

Εν τω μεταξύ, οι στρατιώτες του υπέφεραν από πείνα και άρχισαν να λιποτακτούν καθημερινά, ενώ οι εκκλήσεις του Baleste προς την Κυβέρνηση δεν είχαν αποτέλεσμα. Ακόμη χειρότερα, κατά τη διάρκεια της αποτυχημένης πολιορκίας του Ναυπλίου (στις 4 Δεκεμβρίου 1821), ένας μεγάλος αριθμός των στρατιωτών και Φιλελλήνων σκοτώθηκαν. Τέλος, κατά την πολιορκία της Ακροκορίνθου (στις 14 Ιανουαρίου 1822), το Σώμα, εγκαταλελειμμένο από τον αρχηγό του Υψηλάντη ο οποίος ήταν βαριά άρρωστος και αποκαμωμένος από τις στερήσεις, διαλύθηκε. Ο Baleste, αδυνατώντας να διορθώσει την κατάσταση, αφού προσκλήθηκε από τους Κρήτες της Πελοποννήσου να πάει να πολεμήσει στην Κρήτη, πήρε περίπου τα δύο τρίτα του Σώματος και έφυγε για τα Χανιά. Ο Κριτοβουλίδης αναφέρει ότι οι Κρητικοί τον δέχτηκαν με χαρά, καθώς τον θεωρούσαν «αξιωματικό έμπειρο στις πολεμικές επιχειρήσεις», απαραίτητο για τον Κρητικό Αγώνα.

Ο Baleste έφτασε στις 20 Μαρτίου 1822 στην Κρήτη και αφού συναντήθηκε με τον Γενικό Έπαρχο του νησιού, Μιχαήλ Κομνηνό Αφεντούλιεφ, μετέβη στο Ρέθυμνο. Εκεί κατά τη διάρκεια σύγκρουσης με τους Τούρκους στην περιοχή του Πλατανιά, κατάφερε να τους τρέψει σε φυγή. Έχοντας πρότερη πολεμική πείρα από την κατάληψη των φρουρίων της Πελοποννήσου, προνόησε ότι χωρίς φρούριο δεν θα ήταν δυνατόν να στερεωθεί η επανάσταση στην Κρήτη. Για τον λόγο αυτό συνέλαβε το σχέδιο της κατάληψης του φρουρίου, υποστηριζόμενος και από πολλούς ντόπιους Κρήτες. Είχε την πεποίθηση ότι με τον στρατό των τριών χιλιάδων τον οποίον είχε συναθροίσει, ήταν ικανός να καταλάβει το Ρέθυμνο. Oμως, σύμφωνα με τον Pouqueville, ήταν αδύναμος, καθώς είχε μόλις αναρρώσει από πυρετούς και θα του ήταν δύσκολο να ηγηθεί αυτής της προσπάθειας.

Την ημέρα της μάχης, διαφωνίες μεταξύ των τοπικών οπλαρχηγών δεν επέτρεψαν την πλήρη εφαρμογή του πολεμικού του σχεδίου, με αποτέλεσμα οι στρατιώτες του να αναγκαστούν να οπισθοχωρήσουν. Σκοτώθηκαν περίπου ογδόντα και αιχμαλωτίστηκαν πολλοί, μεταξύ αυτών και ο Κόκκινος, Χίος, υπασπιστής του, ο οποίος φαίνεται ότι τον συνόδευε από την Τεργέστη. Ο ίδιος ο Baleste, αποκαμωμένος, κουβαλήθηκε από έναν πολεμιστή που τον έκρυψε σ’έναν πυκνό θάμνο. Δυστυχώς, οι Τούρκοι τον βρήκαν κατά την επιστροφή τους και τον σκότωσαν.

Ο Σπηλιάδης περιγράφει με πολύ γλαφυρό τρόπο τον τραγικό θάνατό του. Οι Τούρκοι, αφού του έκοψαν το κεφάλι και το δεξί του χέρι με το οποίο κρατούσε το σπαθί, τα πέρασαν σε ένα παλούκι το οποίο περιέφεραν περιχαρείς στο στρατόπεδο εν μέσω ζητωκραυγών και πυροβολισμών. Ιταλικό ενημερωτικό σύγγραμμα του 1844 σημειώνει ότι επ’ ευκαιρία όλος ο τουρκικός στόλος επιδόθηκε σε πανηγυρισμούς. Στη συνέχεια τα κομμένα μέλη στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, δώρο στον πασά Καρά Αλή, και βρισκόντουσαν κρεμασμένα στην τουρκική ναυαρχίδα, μαζί με εκατοντάδες άλλα κεφάλια Ελλήνων αγωνιστών. Οταν ο Κωνσταντίνος Κανάρης και ο Γεώργιος Πιπίνος ανατίναξαν την τουρκική ναυαρχίδα λίγους μήνες αργότερα, έπαιρναν εκδίκηση για τη σφαγή της Χίου και για τον μεγάλο φιλέλληνα Baleste.

Ο θάνατος του Baleste συγκλόνισε τόσο πολύ τους στρατιώτες και τους φιλέλληνες αξιωματικούς, ώστε τραγουδήθηκε σε γαλλικό μοιρολόι.

Δυστυχώς, ο τρόπος με τον οποίο φέρθηκαν στον Baleste πολλοί Έλληνες οπλαρχηγοί, προκειμένου να ακυρώσουν τη σύσταση τακτικού στρατού, στέρησε την Ελλάδα από τις πολύτιμες υπηρεσίες πολλών φιλελλήνων τους οποίους οδήγησε στην απογοήτευση και ακόμη και την επιστροφή στις πατρίδες τους.

Έτσι, στις 14 Απριλίου 1822, χάθηκε ο «πολυωφελής και πλήρης ευγενικών αισθημάτων» κατά τον Τρικούπη, Baleste. Ο μεγάλος φιλέλληνας μπορεί κατά τον Raybaud, να διεκδικήσει την τιμή ότι «πρώτος» πάτησε το έδαφος της Ελλάδας με τη γενναία σκέψη να χύσει το αίμα του γι’ αυτήν.

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Archives Nationales (France), Affaires Étrangères. Correspondance reçue du consulat de La Canée (1676-1759), (AE/Β/Ι/340-ΑΕ/Β/Ι/358), Έγγραφα υπ’ αριθ. 1867, 1870, 1881, 1899, 1909, 1914, 1949, 2012, 2034 και 2053 του προξενείου της Γαλλίας στα Χανιά.
  • Bruyère-Ostells Walter, La Grande Armée de la liberté, Paris, Tallandier, 2013, σσ. 532-536.
  • Constantinidès G. Constantin, Affaires Étrangères. Correspondance reçue du consulat de La Canée (1676-1759), Inventaire analytique (AE/Β/Ι/340-ΑΕ/Β/Ι/358), Paris, Archives Nationales (France), 1952.
  • Dourneau Edme-Martial, « Baleste ou Le soldat de la liberté », Myriologies ou Chants funèbres et élégiaques d’un Épirote, Paris, chez les marchands de Nouveautés, 1827, σσ. 155-160.
  • Fornèsy Henry, Le monument des philhellènes, 1860, χειρόγραφο υπ’ αριθ. 1697, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων, Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος
  • Friedel Adam de, The Greeks, Twenty-four Portraits of the principal Leaders and Personages who have made themselves most conspicuous in the Greek Revolution, from the Commencement of the Struggle, London, 1830, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.
  • Gordon Thomas, History of the Greek Revolution, Vol. 1, London, William Blackwood, Edinburg & T. Cadell, Strand, 1844, σσ. 493-497.
  • Museo scientifico, letterario ed artistico, ovvero scelta raccolta di utili e svariate nozioni in fatto di scienze, lettere ed arti belle, Anno sesto, Torino, Stabilimento tipografico di Alessandro Fontana, 1844, σ. 179.
  • Persat Maurice, Mémoires du Commandant Persat, 1806 à 1844, Paris, Plon-Nourrit & Co, 1910, σ. 85 και σημείωση υπ’ αριθμ. (2), ίδια σ.
  • Pouqueville François Charles Hugues Laurent, Histoire de la régénération de la Grèce, Tome III, Paris, Firmin Didot père et fils, 1824, σσ. 511-512.
  • Raybaud Maxime, Mémoires sur la Grèce, Tome I, Paris, Tournachon-Molin libraire, 1824, σημείωση σ. 423 και σημείωση σσ. 424-425.
  • Rodriquez Moises Enrique, Under the flags of freedom, Hamilton books, 2009, σ. 321.
  • Teissier Octave, Inventaire des archives historiques de la Chambre de commerce de Marseille, Chambre de commerce de Marseille, Marseille, Typographie et lithographie Barlatier-Feissat père et fils, 1878, σ. 192.
  • Vayakakos V. Dikaios, «Des Philhellènes Corses en Grèce pendant la guerre de l’indépendance (1821-1828)», Μνημοσύνη, Τόμος 4, 1973, σσ. 182-197.
  • Voutier Olivier, Lettres sur la Grèce, notes et chants populaires, extraits du portefeuille du colonel Voutier, Paris, Firmin Didot et autres, 1826, XIII-XIV.
  • Voutier Olivier, Mémoires du Colonel Voutier, sur la guerre actuelle des grecs, Paris, Bossange frères libraires, 1823, σ. 82. και σημείωση σσ. 190-192.
  • Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας Μέχρι της εγκαταστάσεως της Βασιλείας, Τόμος 2, Εν Αθήναις, Τύποις Διονυσίου Κορομηλά, 1862, Επανέκδοση από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1972, σσ. 44, 291 και 712.
  • Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, Αθήνα, ΟΕΔΒ, 1971, σσ. 155-159.
  • Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Τόμος Ε’, Θεσσαλονίκη, 1961, σσ. 39-47 και 620-770.
  • Βυζάντιος Σ. Χρήστος, Ιστορία του Τακτικού Στρατού της Ελλάδος από της πρώτης συστάσεώς του κατά το 1821 μέχρι των 1832, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κ. Ράλλη, 1837, σσ. 4-5 και 9.
  • Βυζάντιος Σ. Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Κ. Αντωνιάδου, 1874, (2η έκδ), σ. 21
  • Διαμαντής Κωνσταντίνος, Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832), Μέρος Πρώτον, Αθήναι, 1966, σ. 46.
  • Κουμάντος Χρ. Παναγής, Στα βήματα του Ιωσήφ Βαλέστ, Καλαμάτα, Ιδιωτική έκδοση, 2013.
  • Κρήτη, 14-4-1822, Ο θάνατος του Βαλέστ, ανάρτηση άρθρου 14/04/2015, στην ιστοσελίδα: www.wordpress.com [πρόσβαση 27 Ιουν. 2018].
  • Κριτοβουλίδης Κυριάκος-Καλλίνικος, Απομνημονεύματα του περί αυτονομίας της Ελλάδος πολέμου των Κρητών, Εν Αθήναις, Εκ του τυπογραφείου Αθηνάς, 1859, σ. 5 και 89-94.
  • Ληξιαρχική πράξη γάμου υπ’ αριθ. 201 E 3146, 19 Ιουνίου 1822, Ληξιαρχικά αρχεία της επαρχίας Bouches-du-Rhône, κοινότητα Μασσαλίας.
  • Μάγερ Κώστας, Το ημερολόγιο της Επαναστάσεως του 1821, Αθήνα, 1961, σ. 21.
  • Μνημεία Κρητικών επαναστάσεων, (1821-1830), επιμέλεια Ε. Γ. Πρωτοψάλτη, Αθήνα, 1978, Τόμος 1, σ. 256
  • Σπηλιάδης Νικολάος, Απομνημονεύματα, Τόμος Α’, Αθήναι, εκδ. Παναγιώτου-Φ. Χριστοπούλου, 1972, σσ. 169-170, 214-215, 288-289.
  • Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοση Γ΄, Τόμος Β΄, Αθήνα, 1888, σσ. 169-170, κ.α.
  • Τωμαδάκης Νικόλαος –Παπαδάκη Ανθούλα, Κρητικά ιστορικά έγγραφα 1821-1824, Τόμος 1, Αθήνα, 1974, σσ. 113-114.
  • Φωτιάδης Δημήτρης, Η Επανάσταση του Εικοσιένα, Τόμος δεύτερος, Αθήνα, Εκδοτικός οίκος Ν. Βότση, 1977.
  • FRIEDEL Adam de, The Greeks (Balestra), London, 1830. Συλλογή Γενναδείου Βιβλιοθήκης

Ο Jean-François Maxime Raybaud, Γάλλος στρατιωτικός, διπλωμάτης και συγγραφέας, γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου 1795 στην πόλη La Colle στην επαρχία του Var και πέθανε τον Ιανουάριο του 1894.  Απόφοιτος της Σχολής του Saint Cyr, ήταν υπολοχαγός του Πυροβολικού και συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πρώτους Φιλέλληνες που έλαβαν μέρος στον Αγώνα.

Αναχώρησε από τη Μασσαλία στις 18 Ιουλίου του 1821, με πλοιάριο από την Ύδρα, που είχε ναυλώσει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και έφτασε στο Μεσολόγγι στις 2 Αυγούστου για να ενταχθεί στο Σώμα του Thomas Gordon. Τον Σεπτέμβριο του 1821, συμμετείχε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Χάρτης της πολιορκίας της Τρίπολης, από το βιβλίο του Raybaud

Έπειτα, συνέχισε τη στρατιωτική του διαδρομή υπό την προστασία του Μαυροκορδάτου τον οποίο υπηρέτησε ως υπασπιστής. Στα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας αναφέρεται ότι αρχικά ήταν πεντακοσίαρχος στην Πελοπόννησο και στη συνέχεια ονομάστηκε λοχαγός, κατόπιν εισήγησης του Μαυροκορδάτου. Έλαβε μέρος στην εκστρατεία στο Πέτα. Λόγω ενός τυχαίου γεγονότος, δεν έλαβε μέρος στην –καταστροφική για το Σώμα των Φιλελλήνων– Μάχη του Πέτα και γλίτωσε τον θάνατο. Οι 25 άνδρες που επέζησαν συναθροίστηκαν από εκείνον και οδηγήθηκαν στο Κρυονέρι.

Σχέδιο μάχης Πέτα (Ζωγράφος)

Μετά το θλιβερό αυτό γεγονός, στα τέλη του 1822, πήρε την απόφαση να επιστρέψει στη Γαλλία. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 1825 επέστρεψε στην Ελλάδα συνοδεύοντας τους πρώτους εθελοντές και πολεμοφόδια για τον Αγώνα, που αποστέλλονταν από τη Φιλελληνική Επιτροπή του Παρισιού. Ο ίδιος θεωρούσε ότι η Ελλάδα είχε κυρίως χρεία Ορεινού Πυροβολικού. Αργότερα, στάλθηκε εκ νέου στη Γαλλία με εντολή της προσωρινής Κυβέρνησης προκειμένου να στρατολογήσει μισθοφόρους, αλλά η αποστολή του στέφθηκε με περιορισμένη επιτυχία, εξαιτίας της έλλειψης οικονομικών μέσων.

Τον Αύγουστο του 1826, σύμφωνα με τις σημειώσεις του Henri Fornèsy, έλαβε μέρος στη Μάχη του Χαϊδαρίου, κατά την οποία τραυματίστηκε από εκπυρσοκρότηση της καραμπίνας του. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, συμμετείχε με τον Olivier Voutier σε μια αποτυχημένη αποστολή στην Αταλάντη υπό την καθοδήγηση του Ιωάννη Κωλέττη και φαίνεται ότι ήρθε σε διαμάχη για προσωπικούς λόγους με τον συγκεκριμένο αξιωματικό, με αποτέλεσμα να μονομαχήσουν και να τραυματιστούν.

Το 1828, ακολούθησε, ύστερα από αίτησή του, το γαλλικό εκστρατευτικό Σώμα της Πελοποννήσου, υπό τον Στρατάρχη Maison, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του επίσημου τυπογράφου του Σώματος. O Jacques Mangeart αναφέρει ότι, το έτος εκείνο, ο Raybaud ερχόταν για πέμπτη φορά στην Ελλάδα. Επιβεβαιώνει, επιπλέον, την πληροφορία ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του παλαιότερα στο Ναύπλιο είχε προσβληθεί από τύφο, αλλά είχε θεραπευθεί χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες του συμπατριώτη του, ιατρού Bailly. Με την τυπογραφική μηχανή που είχε φέρει μαζί του από τη Γαλλία και την οποία εγκατέστησε τελικά στην Πάτρα, εξέδωσε τη γαλλόφωνη Le Courrier dOrient, εφημερίδα εβδομαδιαία, πολιτική, εμπορική και λογοτεχνική, μια από τις πρώτες της Πάτρας. Η εφημερίδα αυτή κυκλοφόρησε μέχρι το τέλος του 1829 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την εφημερίδα Le Courier de la Grèce.

Στο δίτομο έργο του Αναμνήσεις από την Ελλάδα (Mémoires sur la Grèce), του οποίου Έλληνες και ξένοι ιστορικοί αναγνωρίζουν την αντικειμενικότητα, περιγράφει, εκτός από την προσωπική του δράση, την επιρροή που ασκούσε ο Δημήτριος Υψηλάντης στο στράτευμα, την πλεονεξία των οπλαρχηγών, τη διαμάχη ανάμεσα στους Τακτικούς και τους Ατάκτους, την καταστροφή και την Άλωση της Τριπολιτσάς, τις δυσκολίες και τις στερήσεις που έπλητταν όλους αδιακρίτως τους πολεμιστές, και τη συγκρότηση και την πολυεθνική σύνθεση του Τάγματος των Φιλελλήνων.

Το δίτομο έργο του Raybaud, Memoires sur la Grece

Παράλληλα, είναι σημαντικό ότι δημοσιεύει έναν κατάλογο των Φιλελλήνων που έπεσαν μαχόμενοι ηρωικά στο Πέτα, αλλά και ότι εμπλουτίζει το έργο του με τοπογραφικά σχέδια τα πεδία των μαχών. Τα απομνημονεύματά του έγιναν δεκτά με ανυπομονησία από το γαλλικό κοινό, όπως φαίνεται από δημοσιεύματα της εφημερίδας Le Globe, τον Φεβρουάριο του 1825.

Το 1831, ο Maxime Raybaud ορίστηκε «επίτροπος» της Γαλλίας στην Άρτα. Αργότερα, αναφέρεται  ότι υπηρέτησε στη Γαλλική εθνική στρατιωτική σχολή και στη συνέχεια στην Κύπρο και ακολούθως στην Αϊτή ως Πρόξενος και ως Γενικός Πρόξενος αντίστοιχα. Επιπλέον, υπήρξε δημοσιογράφος, καθώς αρθρογραφούσε στις εφημερίδες la Presse και le Journal des Débats με το ψευδώνυμο Gustave d’Alaux.

Το ελληνικό κράτος τον τίμησε με το παράσημο του Ταξιάρχου του Τάγματος του Σωτήρος το 1836 και το γαλλικό με το παράσημο του Διοικητή της Λεγεώνας της Τιμής το 1852.

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ     

  • Académie des Sciences d’Outre-Mer, Hommes et destins, dictionnaire biographique d’Outre-Mer, tome 5, Expansion coloniale, 1984.
  • Archives France: «départ pour la Grèce de Maxime Raybaud, présumé chargé de sommes considérables confiées par le Comité grec», φάκελοι: F/7/6678-F/7/6784, Υποφάκελος 35β, στη γενική συλλογή: Affaires politiques (police politique). Objets généraux (1815-1838) των Αρχείων της Γαλλίας.
  • Boppe Auguste, «Le consulat général de Morée et ses dépendances (Athènes, Coron, Modon, Napoli de Romanie, Patras, Arta.)», στο: Revue des Études Grecques, tome 20, fascicule 87,1907. σελ. 18-37.
  • Fornèsy Henri, «Le monument des philhellènes», 1860, Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων, χειρόγραφο697.
  • Jacques Mangeart, Souvenirs de la Morée, recueillis pendant le séjour des Français dans le Péloponnèse, Paris, Igonette Libraire-éditeur, σελ. 3, 107, 150, 236, 408.
  • Raybaud Maxime, Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance, accompagnés de plans topographiques, avec une introduction historique par Alph. Rabbe, Paris, Tournachon-Molin, Libraire, 1824, τόμος 1 & 2.
  • St-Clair William, That Greece might still be free – The Philhellenes in the War of Independence, τόμος 1, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1972, σελ. 282-283.
  • Απόφαση υπ’ αριθμόν 102 του Προέδρου του Εκτελεστικού με ημερομηνία 10Μαΐου 1822, η οποία μνημονεύεται από τον Ζούβα Παναγή, Η οργάνωσις Τακτικού Στρατού κατά τα πρώτα έτη της Επαναστάσεως του 1821, χ.ε., Αθήνα 1969, σελ. 70 και 108.
  • Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τόμος 1 σελ. 183: εισήγηση του Μαυροκορδάτου, αρ. 1424 προς το βουλευτικό, 15 Μαΐου 1822.
  • Βυζάντιος Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833 [εκδ. 1901], σελ. 203.
  • Δημακόπουλος Δ. Γεώργιος, «Αι εφημερίδες Courrier dOrientLe Courrier de la Grèce», Δελτίον της ΙΕΕΕ, τόμος 21 (1978), σελ. 469-497.
  • Εφημερίδα Le Globe, Παρίσι, αρ. 65, 5 Φεβρουαρίου 1825, όπου αναγγελία του έργου του Raybaud και αρ. 96, 19 Απριλίου 1825, όπου κριτική παρουσίαση αυτού.
  • Ηλεκτρονική βάση απονεμηθέντων παρασήμων της Λεγεώνας της Τιμής http://wwwcoulture.gouv.fr/documentation/leonore/leonore.htm, Dossier LH/2273/6.
  • Θεμελή-Κατηφόρη Δέσποινα, Το γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα στην περίοδο του Καποδίστρια, 1828-1831, σελ. 85.
  • Σπηλιάδης Νικόλαος, Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την νέαν ελληνικήν ιστορίαν (1821-1843), τόμος 2, εκδ. Παναγιώτου Φ. Χριστοπούλου, Αθήνα 1972, σελ. 289 και 479.

Charles Ogle  (1851–1878) – Άγγλος δημοσιογράφος και μεγάλος φιλέλλην

Είναι γνωστές οι διώξεις, φυλακίσεις και δολοφονίες που υφίστανται εκατοντάδες δημοσιογράφοι στην Τουρκία. Με αυτήν την αφορμή η ΕΕΦ τιμά την μνήμη ενός μεγάλου Άγγλου φιλέλληνα, δημοσιογράφου των Times, που δολοφονήθηκε από τους Τούρκους στην Μακρινίτσα κατά τη διάρκεια της επανάστασης στο Πήλιο το 1878. Ήταν ο πρώτος καταγεγραμμένος θάνατος δημοσιογράφου – πολεμικού ανταποκριτή στην Ελλάδα.

Ο Charles Chaloner Ogle  (Κάρολος Ογλ), γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1851. Γόνος εύπορης οικογένειας, σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και μαθήτευσε στον διάσημο αρχιτέκτονα Φρέντερικ Ουΐλιαμ Ρόπερ. Παράλληλα με την βασική του εργασία, ανέπτυξε σημαντική συγγραφική / δημοσιογραφική δραστηριότητα σε συνεργασία με το περιοδικό «Builder» και στη συνέχεια με τους Times. To 1876 ζητά να μεταβεί στα Βαλκάνια και σύντομα ορίζεται επίσημος ανταποκριτής της έγκριτης Βρετανικής εφημερίδας. Ξεκινά με μία σημαντική αποστολή στη Σερβία, όπου κάλυψε τον σερβο-τουρκικό πόλεμο, και στη συνέχεια μεταβαίνει στην Ελλάδα.

Αντίγραφο της εφημερίδας Times του Λονδίνου του 1788

Ο Charles Ogle είχε ήδη εξελιχθεί σε διάσημο και έγκυρο δημοσιογράφο της εποχής του. Παράλληλα, δεν δίσταζε να προβάλει τα φιλελληνικά του αισθήματα και την αγάπη του για την Ελλάδα. Στην Αθήνα συνεργάσθηκε με τον διάσημο αρχιτέκτονα Τσίλερ, ενώ παρέδιδε αφιλοκερδώς και μαθήματα Αγγλικής γλώσσας. Είχε διακριθεί για τον φιλελληνισμό του και τιμήθηκε από τον βασιλέα Γεώργιο Α΄ με το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος.

Με την ιδιότητα του επισήμου ανταποκριτή των Times, έγραφε και για ελληνικά θέματα, κυρίως για την Κρήτη και τη Θεσσαλία που διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους, και ήταν γνωστός για το έντονο φιλελληνικό ύφος των κειμένων του που είχαν μεγάλη επιρροή στην Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

Από το 1876 είχαν αρχίσει στο Πήλιο προετοιμασίες για απελευθερωτικό αγώνα. Στις 15 Ιανουαρίου 1878 κηρύχθηκε επανάσταση από Έλληνες οι οποίοι συνέστησαν την Προσωρινή Κυβέρνηση του Πηλίου και αποφάσισαν να αγωνισθούν για την ανεξαρτησία της Θεσσαλίας και την ένωσή της με την Ελλάδα.

Στην περιοχή έσπευσε αμέσως μεγάλη δύναμη τακτικού τουρκικού στρατού υπό τον Ρετζέπ Πασά και ορδές ατάκτων Τούρκων του Αμούς Μπέη. Ακολούθησαν διάφορες μάχες και τρομερές σφαγές από τους Τούρκους.

Ο Charles Ogle ήταν την περίοδο αυτή μόλις 25 ετών. Έφθασε αμέσως στο Πήλιο για να παρακολουθήσει τις μάχες ως δημοσιογράφος και εκπρόσωπος των Times.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1878 έλαβε χώρα η πρώτη μεγάλη μάχη στην Μακρινίτσα, που διήρκησε 3 ημέρες. Οι Έλληνες ηττήθηκαν και Τούρκοι προέβησαν σε βιαιότητες με πολλά θύματα από τον άμαχο πληθυσμό, ακόμη και παιδιά. Στις 10 Φεβρουαρίου 1878, λίγες μέρες μετά την μάχη της Μακρινίτσας, δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους οι πρόκριτοι του χωριού Βουργαρινή. Τα πτώματά τους κάηκαν και διαμελίστηκαν για να μείνει κρυφό το έγκλημα. Μετά από έρευνα, ο Charles Ogle εντόπισε ίχνη από τα πτώματα, και δημοσιοποίησε την τρομερή αυτή σφαγή με άρθρο του στους Times.

Η Μακρινίτσα στο Πήλιο

Στη συνέχεια, ο Charles Ogle μετέβη στην Μακρινίτσα όπου βοήθησε με κάθε τρόπο τον πληθυσμό. Μάλιστα ανέθεσε σε 30 εργάτες να κατασκευάσουν με δικές του δαπάνες χαρακώματα για την ενίσχυση των θέσεων των Ελλήνων, και έμεινε εκεί μέχρι τις 17 Μαρτίου 1878, όπου βρήκε φρικτό θάνατο κατά τη διάρκεια της δεύτερης μάχης της Μακρινίτσας.

Μετά το τέλος της μάχης πολλοί Ευρωπαίοι πρόξενοι επισκέφθηκαν το Πήλιο, για να ερευνήσουν την κατάσταση και να σταματήσουν τις σφαγές. Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο Charles Ogle είχε δολοφονηθεί από Τούρκους στρατιώτες. Αρχικά οι Τούρκοι έκρυψαν το πτώμα του, αλλά εντοπίσθηκε το διαβατήριό του στα χέρια ενός Τούρκου στρατιώτη, ενώ ένας άλλος Τούρκος στρατιώτης πουλούσε τα ρούχα του Charles Ogle.

Τελικά το πτώμα του ευγενούς Άγγλου δημοσιογράφου και μεγάλου φιλέλληνα, βρέθηκε ακέφαλο. Οι γιατροί ενός αγγλικού και ενός ιταλικού πλοίου έκαναν αυτοψία και τοποθέτησαν το πτώμα σε μολυβένια θήκη για να μεταφερθεί στην Αθήνα με ατμόπλοιο για ταφή. Οι Ευρωπαίοι πρόξενοι από τις ανακρίσεις που έκαναν στο Πήλιο διαπίστωσαν, όπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής, ότι ο Charles Ogle δολοφονήθηκε μετά τη λήξη της μάχης. Μια γυναίκα και ένα παιδί που είδαν τη σκηνή του φόνου, κατέθεσαν ότι οι δολοφόνοι Τούρκοι στρατιώτες, όταν απέκοψαν την κεφαλή του Άγγλου ανταποκριτή, την κάρφωσαν σε μια λόγχη και την περιέφεραν κραυγάζοντας.

Η σορός του μεταφέρθηκε στον Πειραιά από το Βόλο με το αγγλικό πολεμικό πλοίο “Wizard”. Γυναίκες από τον Βόλο είχαν κεντήσει ταινία που μπήκε στο φέρετρο και έγραφε σε αρχαία Ελληνικά:

«Ου σκεπάζεται αρετή σου, ουδ’ επίβουλος σφαγή σου, Ογλ φιλελεύθερε».

Τα νέα έφθασαν στην Αθήνα και συγκλόνισαν τους πολίτες. Ο θάνατος του Charles Ogle προκάλεσε πρωτοφανή συγκίνηση. Οι έμποροι της Αθήνας ετοίμασαν στεφάνι με ταινία που ανέφερε τα εξής:

«Έκπρεπέ εν Βρετανοίς Κάρολον πολυδάκρυτον Ογλ Στίφεα κυκλώπων έκτανον ουχί οσίως Πηλίου εν κλιτύσιν κηρός μεμαώτα μελαίνης γης εξαρπάζειν Θεσσαλίης τέκεα».

Η κηδεία του Charles Ogle έλαβε χώρα στις 29 Μαρτίου 1878 στον ναό του Αγίου Διονυσίου, όπου  χοροστάτησε ο καθολικός αρχιεπίσκοπος. Παρέστησαν πολλοί επίσημοι και πλήθος κόσμου.

Το αγγελτήριο της κηδείας του Charles Ogle

Στο νεκροταφείο τον επικήδειο εκφώνησαν ο Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός Τιμολέων Φιλήμων και ο Γάλλος πρεσβευτής στην Αθήνα. Ο Charles Ogle κηδεύτηκε δίπλα από τον τάφο του ναυάρχου Κανάρη.

Η οικογένεια του Charles Ogle έστειλε τηλεγράφημά στον Ελληνα πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, και ευχαρίστησε την ελληνική κυβέρνηση, και τον Χαρίλαο Τρικούπη, βουλευτή τότε, που οργάνωσαν την ταφή του γιού της.

Το όνομα του μεγάλου Άγγλου φιλέλληνα έχει δοθεί σε δρόμο στον Βόλο.

Στην Μακρινίτσα έχει αναγερθεί μνημείο με κενοτάφιο στη μνήμη του μεγάλου φιλέλληνα

Η Μακρινίτσα στο Πήλιο

Η θυσία του Charles Ogle και των εκατοντάδων Ελλήνων στο Πήλιο, δεν πήγε χαμένη. Λίγα χρόνια αργότερα, η συνδιάσκεψη του Βερολίνου (Μάρτιος 1881) παραχώρησε στην Ελλάδα την Θεσσαλία και την Ήπειρο. Στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», ο Παπαρρηγόπουλος επιβεβαιώνει ότι αυτό επετεύχθη, χάριν των προσπαθειών της Αγγλίας, και ειδικότερα του φιλέλληνα Πρωθυπουργού William Ewart Gladstone (1809 –1898) (Γλάδστωνα).

William Ewart Gladstone, 1809 –1898, πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, φιλέλληνας και ευεργέτης της Ελλάδας

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που είπε ο Γλάδστων μετά την επέκταση των Ελληνικών συνόρων στην Θεσσαλία και την Άρτα: «Ποτέ άλλοτε στην ζωή μου δεν αισθάνθηκα μεγαλύτερη χαρά, από αυτήν που ένοιωσα όταν έγινε η αναίμακτη ένωση της Θεσσαλίας με την Μητέρα Ελλάδα».

Τα λόγια αυτά είναι γραμμένα με χρυσά γράμματα στον Ανδριάντα του Φιλέλληνα Γλάδστων που τοποθετήθηκε μπροστά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης, προς τον μεγάλο φιλέλληνα.

Η ΕΕΦ αποτίνει φόρο τιμής στον Clement Hugh Gilbert Harris (8 Ιουλίου 1871 – 23 Απριλίου 1897), ο οποίος πολέμησε ως ήρωας και πέθανε για την ανεξαρτησία της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Ο Clement Harris ήταν ένας πλούσιος και χαρισματικός  Αγγλoς πιανίστας και συνθέτης.

Γεννήθηκε στο Λονδίνο (Wimbledon) και σπούδασε εσωτερικός στο Harrow. Στη συνέχεια σπούδασε μουσική στη Γερμανία (Φρανκφούρτη), όπου ήταν μαθητής της Clara Schumann (συζύγου του συνθέτη Robert Schumann). Ήταν φίλος του Oscar Wilde και του Siegfried Wagner (γιού του διάσημου συνθέτη Richard Wagner και εγγονού του πιανίστα / συνθέτη Franz Liszt), ο οποίος αποφάσισε να επιλέξει καριέρα μουσικού και συνθέτη χάρη στην ενθάρρυνση του Harris.

Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Ασία, ο Harris σχεδίασε το «Paradise Lost», βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Milton, το σημαντικότερο συμφωνικό του ποίημα. Το έργο ολοκληρώθηκε το 1895 και εκτελέστηκε εκείνη την χρονιά στο Bad Homburg της Γερμανίας, παρουσία του Πρίγκηπα της Ουαλίας, του βασιλιά του Βελγίου, και διάφορων μεγάλων Δουκών και Δουκισσών. Η Αγγλική πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε το 1905 στο Birmingham Town Hall, οκτώ χρόνια μετά το θάνατο του Harris.

Ο Clement Harris ήταν ένας ενθουσιώδης θαυμαστής του ελληνικού πολιτισμού. Ταξίδεψε στην Ελλάδα και έμαθε Ελληνικά το 1896 στην Κέρκυρα. Στη συνέχεια, στο ξέσπασμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, οργάνωσε ένα σώμα μισθοφόρων για να αγωνιστεί για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Μετέβη στην ηπειρωτική Ελλάδα με τον εισαγγελέα της Κέρκυρας, Κυργύσιο, σε πλοίο γεμάτο πυρομαχικά που προοριζόταν για το μέτωπο στην Ήπειρο. Το πλοίο αγκυροβόλησε περίπου δύο χιλιόμετρα από τα κατεχόμενα από την Τουρκία σύνορα και ο Χάρης πήγε στην Άρτα, όπου φώναξε υπερήφανος κατά την είσοδό του στρατόπεδο των Ελλήνων: «Άγγλος Φιλλέλλην!», υπό τις ζητωκραυγές του πλήθους.

Στις 5 Απριλίου 1897, ο Harris έγραφε: «Φυσικά, ενεργώ από ελεύθερη επιλογή. Κανένας δεν με έπεισε να θέσω τη ζωή μου στην υπηρεσία των Ελλήνων · μάλλον οι καλοπροαίρετοι φίλοι με εμπόδισαν μέχρι τώρα να κάνω την προσφορά μου […] Το βήμα που κάνω μπορεί να φαίνεται σαν μια πράξη τρέλας σε πολλούς. Για μένα που έχω εξετάσει διεξοδικά το ζήτημα, αυτό είναι το λιγότερο που μπορεί να κάνει ένας έντιμος άνθρωπος για μια χώρα που αποζητά την ελευθερία της στο όνομα του σταυρού και η οποία προσβάλλεται και παρεμποδίζεται από κάθε μία από τις λεγόμενες πολιτισμένες δυνάμεις».

Ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης έγινε φίλος του Clement Harris.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στην Ελλάδα, έγραψε στη μητέρα του, Elizabeth Rachel Harris: «Αγαπητή μητέρα, είμαι τώρα εντελώς στο στοιχείο μου, μακριά από όλες τις άχρηστες υποχρεώσεις της σύγχρονης κοινωνίας, και το απολαμβάνω στο έπακρο».

Σε μία από τις επιστολές του προς την ετεροθαλή αδελφή του Siegfried Wagner, την Daniela Thode, έγραψε στις 9 Απριλίου 1897 τα εξής: «Ποιος ξέρει αν θα συναντηθούμε ξανά … Δεν θέλω να ανταλλάξω τη θέση μου με τίποτα στον κόσμο, αν και γνωρίζω καλά τους τοπικούς κινδύνους, ελπίζω μόνο ότι οι Έλληνες θα κερδίσουν τον πόλεμο, το οποίο φαίνεται τώρα αναπόφευκτο και αν δεν επιστρέψω, τουλάχιστον θα ξέρετε ότι έδωσα τη ζωή μου για την ελευθερία ενός λαού για τον οποίο έχω μάθει να εκφράζω τον θαυμασμό μου, και ότι εγώ, όπως τα παιδιά που με την πάροδο του χρόνου γίνονται ευγενείς και σπουδαίοι άντρες και άξιοι κληρονόμοι των ιστορικών προγόνων τους, θα τιμήσω τη χώρα «.

Σκοτώθηκε στις 23 Απριλίου 1897 σε ηλικία 25 ετών.

Η μονάδα του Harris προσεγγίσθηκε από τουρκικά στρατεύματα, τα οποία παρουσιάσθηκαν ως Έλληνες Ηπειρώτες, χαιρετώντας τους στρατιώτες και τους συντρόφους του Harris. Οι Τούρκοι μπήκαν στο στρατόπεδο, προσέγγισαν τη μονάδα του Harris και άνοιξαν πυρ εναντίον τους, ξεκινώντας τη μάχη στα Πέντε Πηγάδια στην Ήπειρο. Ο Harris οργάνωσε την υπεράσπιση της μονάδας και πολέμησε ως ήρωας. Αν και τραυματίστηκε νωρίς την ημέρα εκείνη, ο Harris αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη θέση του, ακόμη και όταν πολλοί από τους συναδέλφους του άρχισαν να υποχωρούν από τις θέσεις τους. Έμεινε εκεί και πέθανε πολεμώντας, προσφέροντας ένα παράδειγμα ηρωισμού.

O Harris ετάφη στο νεκροταφείο της Αγγλικανικής Εκκλησίας του Αγίου Παύλου στην Αθήνα. Μια πλάκα στην εκκλησία μνημονεύει τον Clemens Harris.

Μια από τις τελευταίες φωτογραφίες του Clement Harris πριν από το θάνατό του.

Η οικογένεια του Harris έμαθε για όλα αυτά πολύ αργότερα. Οι London Times ανέφεραν στις 22 Μαΐου 1897: «Οι συγγενείς του κ. Clement Harris, που τραυματίσθηκαν σε μάχη με τα Ελληνικά στρατεύματα στην Ήπειρο, έλαβαν αυθεντικά νέα για το θάνατό του στις 23 Απριλίου στην Pente Pigadia».

Η ΕΕΦ έχει στη συλλογή της μια επιστολή που έστειλε ο αδελφός του Harris από την Αθήνα, για να ενημερώσει τους φίλους του στην Αγγλία για το θάνατο του και την τοποθέτηση αναμνηστικής πλάκας στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου στην Αθήνα.

Harris (Walter B.) χειρόγραφη επιστολή προς τον «Αγαπητέ κ. Bowen», 3pp., folio, Αθήνα, 28 Δεκεμβρίου 1900, «Σας γράφω για να σας ενημερώσω για μια τελετή που έλαβε χώρα εδώ σήμερα και η οποία δεν μπορώ παρά να αισθάνομαι ότι θα ενδιέφερε την κοινότητα του Harrow. Αφορούσε την έγερση πλάκας στην Αγγλική εκκλησία που έχει αναγερθεί στη μνήμη του αδελφού μου Clement, ο οποίος … σκοτώθηκε στα Πέντε Πηγάδια στις 23 Απριλίου 1897, αγωνιζόμενος για τα δίκαια της Ελλάδας».

Ο θάνατος του Harris τιμήθηκε από τον Γερμανό ποιητή Stefan George στο ποίημα «Πέντε Πηγάδια» στη συλλογή του Der siebente Ring (Ο έβδομος δακτύλιος). Ο Stefan George (1868-1933), ήταν ένας επιφανής Γερμανός ποιητής, εκδότης και μεταφραστής.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Clement Harris συνέθεσε αξιοσημείωτα κομμάτια για πιάνο, όπως το Il Penseroso e L’Allegro (από το έργο του Milton), ειδύλλια για βιολί, πιάνο και κλαρινέτο, για  τσέλο και πιάνο και τραγούδια.

Η Ελλάδα τίμησε τη μνήμη του Clement Harris με πολλούς τρόπους. Δεκαετίες μετά το θάνατό του δημοσιεύθηκαν ακόμη και καρτ ποστάλ με το πορτρέτο του. Το συμφωνικό ποίημα του Harris «Paradise Lost» εκτελέσθηκε επανειλημμένα στην Ελλάδα. Πρώτη φορά το 1937 στο αρχαίο Ωδείο της Αθήνας. Το 1999 εκτελέσθηκε στο Μέγαρο Μουσικής στην Αθήνα με την Ορχήστρα Χρωμάτων υπό τον Μίλτο Λογιάδη.

Μπορείτε να ακούσετε μια εκτέλεση του Paradise Lost εδώ.

Τα ημερολόγια του Harris εκδόθηκαν στη Γερμανική γλώσσα από τον μελετητή του Stefan George, Claus Bock.

Παραθέτουμε από το ημερολόγιό του Harris το ακόλουθο απόσπασμα:

“Die meisten freien Nachmittage verbrachte ich in der Bibliothek. Ein anderer Lieblingsaufenthalt war der Kirchhof. Ich mag mich besinnen, wie ich einmal auf dem-selben Stein, auf dem schon Byron gesessen und geträumt hatte, Tränen der Schwermut vergoss und wie dabei im Herzen die Sehnsucht erwachte, auch mein Name möge meinem Vaterland dereinst Ruhm und Ehre erwerben.“

(Eλεύθερη μετάφραση: «Τα περισσότερα από τα ελεύθερα απογεύματα μου τα πέρασα στη βιβλιοθήκη. Μια άλλη αγαπημένη παραμονή μου ήταν το νεκροταφείο, θυμάμαι ότι κάποτε έριξα δάκρυα μελαγχολίας στην ίδια πέτρα στην οποία είχε καθίσει ο Λόρδος Βύρων και ονειρευόταν, και πόσο αυτό ξύπνησε στην καρδιά μου την επιθυμία να μπορέσει το όνομά μου κάποια μέρα να αποκτήσει φήμη και δόξα για τη χώρα μου.»)

Το 1922-23 ο Siegfried Wagner συνέθεσε το συμφωνικό ποίημα Glück (Χαρά) ως μνημείο του Harris.

Μπορείτε να ακούσετε μια εκτέλεση του Glück εδώ.

Siegfried Wagner: Glück (αφιερωμένο στη μνήμη του Clement Harris)

Ο φιλελληνισμός απετέλεσε ένα ιδιαίτερα σημαντικό ρεύμα στην Γαλλία τον 18ο και 19ο αιώνα, που στήριξε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του σύγχρονου Ελληνικού κράτους.

Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός έχουν δημιουργήσει ένα ρεύμα επιστροφής στην κλασσική Ελλάδα, η οποία αναγνωρίζεται πλέον ως η μητέρα του δυτικού πολιτισμού. Πολλοί επιστήμονες, αρχαιολόγοι, ιστορικοί, διανοούμενοι, άνθρωποι των τεχνών, ταξιδεύουν στην Ελλάδα ως περιηγητές ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα και καταγράφουν στα αχνάρια του Παυσανία τον Ελληνικό πολιτισμό. Ιδιαίτερα εμβληματικό είναι το έργο του Γάλλου ακαδημαϊκού και πρέσβη της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη, κόμη Σουαζέλ – Γκουφφιέ Choiseu l-Gouffier (1752-1817), με τίτλο: Voyage pittoresque de la Grèce.

Ο Σουαζέλ – Γκουφφιέ ήταν μαθητής του αρχαιολόγου και συγγραφέα Jean-Jacques Barthélemy, ο οποίος ενέπνευσε και τον Ρήγα Φεραίο στο έργο του για την Χάρτα.

Ο Σουαζέλ – Γκουφφιέ ανέλαβε στην πορεία το 1809 πρόεδρος του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου, μίας μυστικής προεπαναστατικής εταιρείας στη Γαλλία με στόχο την πνευματική αναγέννηση και διαφώτιση των Ελλήνων και την προετοιμασία εξέγερσης εναντίον των Τούρκων. Η πιο σημαντική δράση του Ξενοδοχείου, ήταν η αποστολή 40.000 όπλων σε Έλληνες ορεινών περιοχών στην Ήπειρο, Μακεδονία και Πελοπόννησο. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο ίδιος ο Ναπολέων γνώριζε και στήριζε την δράση του Ξενοδοχείου.
Ο εμπνευστής του Ξενοδοχείου, και καταλύτης για την ίδρυσή του, φέρεται να είναι η Ελληνοκύπρια λόγια και διανοούμενη Ελισάβετ Σάντη Λουμάκη (ή Λομάκη) Σενιέ, σύζυγος του Γάλλου εμπόρου Σενιέ, και μητέρα των δύο φημισμένων Γάλλων ποιητών της εποχής, του μεγάλου νεοκλασικιστή Ανδρέα Μαρία Σενιέ (1762-1794), που καρατομήθηκε την παραμονή της πτώσης του Ροβεσπιέρου, και του Ιωσήφ Σενιέ (1764-1811). Στο διάσημο φιλολογικό σαλόνι της κυρίας Σενιέ ξεκίνησαν οι ζυμώσεις για την ίδρυση του Ξενοδοχείου.

Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι στο Ξενοδοχείο συμμετείχε ο Έλληνας διπλωμάτης Γρηγόρης Ζαλύκης και ο Τσακάλωφ, ο οποίος το 1814 μετακόμισε από το Παρίσι στην Οδησσό, όπου το Ξενοδοχείο ουσιαστικά μετεξελίχθηκε στην Φιλική Εταιρεία.
To 1819 o φιλέλλην ζωγράφος Louis Dupre, επισκέπτεται την Ελλάδα και περιγράφει με ακρίβεια στιγμές της καθημερινότητας των Ελλήνων αλλά και τα πρώτα ηρωικά κατορθώματα των αγωνιστών του 1821.

Αλλά και πολλοί άλλοι Γάλλοι επιστήμονες προσέφεραν σημαντικό έργο στην Ελλάδα.

Το φύλλο της εφημερίδας Journal des Debats (Η Εφημερίδα των Δημοσίων Συζητήσεων) της 31 Αυγούστου 1821, αναφέρεται στο έργο του μεγάλου Γάλλου γεωγράφου, του Malte-Brun, ο οποίος κατέγραψε με λεπτομέρειες την γεωγραφία και όλα τα στοιχεία του πληθυσμού της Πελοποννήσου.

Το φύλλο της 27 Ιουλίου 1821 επίσης της εφημερίδας Journal des Debats αναφέρεται στο έργο ενός Γάλλου, ο οποίος κατέγραψε με λεπτομέρειες τα πολιτιστικά μνημεία της Αθήνας, εκφράζοντας φόβο για τις ζημίες που μπορούν να υποστούν κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η αποστολή Γαλλικού εκστρατευτικού σώματος, 15.000 ανδρών υπό την αρχηγία του στρατηγού Maison στην Πελοπόννησο (1828 – 1833), με σκοπό την απομάκρυνση του Ιμπραήμ και την υλοποίηση της Συνθήκης του Λονδίνου του 1827, για τη σύσταση Ελληνικού κράτους.

Μέρος της αποστολής ήταν 17 Γάλλοι επιστήμονες, γνωστοί ως «επιστημονική αποστολή του Μοριά» (Mission scientifique de Morée), οι οποίοι χαρτογράφησαν την Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου, μελέτησαν τα αρχαία μνημεία και περιέγραψαν τα αποτελέσματα των ερευνών τους σε 6 βιβλία που παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την εποχή. Στην ομάδα αυτή συμμετείχε και ο αρχιτέκτων Guillaume Abel Blouet.

Έτσι λοιπόν κατά τις αρχές του 19ου αιώνα αναπτύσσεται στην κοινή γνώμη, η οποία λαμβάνει συστηματικά μία παιδεία εξόχως Ελληνοκεντρική, ένα κλίμα αγάπης για την Ελλάδα και τους Έλληνες που υποφέρουν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Το κλίμα αυτό κυριαρχεί στις τέχνες και περνά στη συνέχεια και στην πολιτική. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η εισήγηση στη Βουλή του 1816, του πολιτικού και μεγάλου φιλέλληνα Σατωβριάνδου, υπέρ της κατάργησης της δουλείας χριστιανικών πληθυσμών.

Η πρόταση αυτή, που υπερψηφίσθηκε, αναφέρεται στα δικαιώματα της ανθρωπότητας και τη διαγραφή της ντροπής στην Ευρώπη. Η μάστιγα της δουλείας και της αρπαγής Χριστιανών από Τούρκους αποτυπώθηκε με πολλούς τρόπους στην τέχνη. Τον τίτλο του φιλέλληνα τον οφείλει όμως ο Σατωβριάνδος κυρίως στο περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» (Note sur la Grėce, 1825), το οποίο αποτέλεσε φιλελληνικό μανιφέστο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Από τη στιγμή που η Ελληνική Επανάσταση έγινε γνωστή στη δυτική Ευρώπη, οι εφημερίδες άρχισαν να κατακλύζονται καθημερινά από ειδήσεις για τις πολεμικές επιχειρήσεις και τις πολιτικές εξελίξεις.

Η Γαλλική εφημερίδα La Quotidienne (Η Καθημερινή) της 12 Ιουνίου 1822, αναφέρεται για παράδειγμα σε σφαγές Ελλήνων από Τούρκους, ανακοινώνει την απελευθέρωση της Αθήνας, κλπ. Το ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι ότι η έγκυρη αυτή εφημερίδα, χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τον όρο «Ελλάδα» για να αναφερθεί στην Πελοπόννησο και την Στερεά που έχουν ελευθερώσει οι Έλληνες.

Άλλο φύλλο της Γαλλικής εφημερίδας Gazette de France (Η Εφημερίδα της Γαλλίας) της 16 Ιανουαρίου 1827, αναφέρεται στον Γάλλο αξιωματικό Φαβιέρο και άλλους φιλέλληνες που πολεμούσαν στην Αττική.

Eνώ το φύλλο της 15 Ιουνίου 1827, περιγράφει τις διαπραγματεύσεις του Γάλλου διοικητή De Rigny, με τον Rachid Πασά για την προστασία των Αθηναίων.

Το έντονο αυτό ενδιαφέρον για την Επανάσταση του 1821 αποτυπώθηκε και στην λογοτεχνία.

Από το 1821, συγγράφηκαν και κυκλοφορούσαν διεθνώς περισσότερα από 2000 φιλολογικά έργα (ποιήματα, θεατρικά έργα, φυλλάδια ιστορικού και πολιτικού περιεχομένου, κλπ.) που αναφέρονταν στην Επανάσταση των Ελλήνων, την οποία ύμνησαν γνωστοί ποιητές της εποχής. Όπως οι ακαδημαϊκοί Γκιρώ (Guiraud) και Καζιμίρ Ντελαβίν (Casimir Delavigne), ο Βίκτωρ Ουγκώ (Victor Hugo) και ο Αλφόνσος Λαμαρτίνος (Alphonse de Lamartine).

Στεκόμαστε σε δύο περιπτώσεις που αφορούν το Μεσολόγγι, το οποίο έδειξε στην κοινή γνώμη της Ευρώπης ότι η επική και ηρωική Ελλάδα των Θερμοπυλών ήταν ακόμη ζωντανή. Ενδεικτική είναι μία επιστολή του Ιταλού συνθέτη Pacini (ο οποίος ζούσε μόνιμα στο Παρίσι). Με αυτήν προσφέρει τα έσοδα από την πώληση του μουσικού του έργου για το Μεσολόγγι αντί ενός φράγκου ανά αντίτυπο, έτσι ώστε τα χρήματα να διατεθούν υπέρ της Ελληνικής Φιλανθρωπικής Επιτροπής, καθώς και την απάντηση της.

Ένα εμβληματικό δράμα σχετικά με το Μεσολόγγι, ήταν και το τρίπρακτο «η τελευταία ημέρα στο Μεσολόγγι». Αντίτυπο του έργου αυτού είχε περίοπτη θέση στην προσωπική βιβλιοθήκη του μέλους της βασιλικής οικογένειας Marie-Caroline de Bourbon-Sicile, δούκισσας του Berry (1798-1870).

Παράλληλα, στις αρχές της δεκαετίας του 1820, φιλοτεχνήθηκαν πολλά εικαστικά έργα με θέματα εμπνευσμένα από την Ελληνική Επανάσταση και τα δεινά των αγωνιζομένων Ελλήνων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του νεαρού τότε ζωγράφου Ευγενίου Ντελακρουά (Eugene Delacroix), με τα συγκλονιστικά έργα του «Η καταστροφή της Χίου» και η «Η Ελλάδα επί των ερειπίων του Μεσολογγίου».

Ένας μεγάλος αριθμός ζωγράφων υλοποίησαν σειρά έργων σε λάδι, χαρτί, μέταλλο ή ταπισερί, που παρουσιάζουν αγωνιστές του 1821, σκηνές σύγκρουσης Ελλήνων με Τούρκους, Έλληνες πρόσφυγες, όρκο και αναχώρηση Έλληνα μαχητή, κλπ.

Η αλληλεγγύη προς τους Έλληνες εκδηλώθηκε όμως και σε πρακτικότερο επίπεδο, με τη σύσταση φιλελληνικών επιτροπών (κομιτάτων), στις οποίες συμμετείχαν διακεκριμένες προσωπικότητες της εποχής. Τα κομιτάτα προσέφεραν βοήθεια στους επαναστατημένους Έλληνες. Περιέθαλπαν τους πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στην Ευρώπη, διευκόλυναν με χρηματικά ποσά τη μετάβαση εθελοντών στην Ελλάδα και διοργάνωναν εράνους για τη συλλογή χρημάτων που αποστέλλονταν στην Ελλάδα ή χρησιμοποιούντο για την εξαγορά Ελλήνων αιχμαλώτων και σκλάβων.
Γάλλοι φιλέλληνες μέλη της πρώτης Γαλλικής επιτροπής με τίτλο «Εταιρεία Χριστιανικής Ηθικής» ήταν δυο γερουσιαστές. Ο πρόεδρός της, δούκας ντε λα Ροσφουκώ-Λιανκούρ (de la Rochefoucault-Liancourt) και ο δούκας ντε Μπρειγ (De Broglie – de Breuil), καθώς και βουλευτές και τραπεζίτες.

Στα μέλη της συμπεριλαμβάνονταν επίσης Έλληνες που ζούσαν στο Παρίσι, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής. Η επιτροπή διοργάνωνε εράνους στους οποίους συνεισέφεραν επώνυμοι, αλλά και απλοί άνθρωποι.

Τον Φεβρουάριο του 1825 ιδρύθηκε στο Παρίσι η «Φιλανθρωπική Επιτροπή υπέρ των Ελλήνων». Μια νέα φιλελληνική οργάνωση με πολύ ευρύτερους στόχους, η οποία απέβλεπε στη συλλογή χρημάτων με εράνους για την παροχή βοήθειας στους Έλληνες και στον στρατιωτικό τομέα. Παράλληλα, η «Εταιρεία της Χριστιανικής Ηθικής» συνέχισε να βοηθά, ιδιαίτερα στον τομέα της παιδείας, αναλαμβάνοντας την εκπαίδευση στη Γαλλία ορφανών Ελληνόπουλων και αποστέλλοντας το μέλος της και επιφανή εκπαιδευτικό Ντυτρόν (Dutrone) στην Ελλάδα, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην οργάνωση σχολείων. Στην έκθεσή μπορείτε να δείτε ένα ιδιαίτερα εμβληματικό πίνακα που απεικονίζει τον νεαρό γιό του πυρπολητή Κανάρη στο Παρίσι να εκπαιδεύεται από λόγιο.

Ανάλογη φιλελληνική κίνηση παρατηρήθηκε και σε άλλες πόλεις. Όπως στη Μασσαλία, στη Λυών και στο Στρασβούργο.
Τα κομιτάτα, και πολλά στελέχη της Γαλλικής κυβέρνησης ήταν σε διαρκή επαφή με τους Έλληνες. Ακολουθεί μία επιστολή του 1824 του Δημητρίου Υψηλάντη προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης της Γαλλίας, από τον οποίο ζητά την υποστήριξη της Γαλλικής κυβέρνησης. Μάλιστα ο Υψηλάντης είχε ως στενό συνεργάτη τον Γάλλο φιλέλληνα Ολιβιέ Βουτιέ, ο οποίος πολέμησε ως συνταγματάρχης, και στη συνέχεια στρατηγός, του Ελληνικού στρατού στην κατάληψη της Τρίπολης και της Αθήνας, και βοήθησε στην χρήση πυροβολικού.

Το φιλελληνικό αυτό κλίμα είχε περάσει πλέον σε όλη την Γαλλική κοινωνία. Σχεδόν κάθε σπίτι είχε ένα ή περισσότερα αντικείμενα σχετικά με την Ελλάδα και τον αγώνα των Ελλήνων. Συχνά ένα μέρος από τα έσοδα από το εμπόριο των αντικειμένων αυτών χρηματοδοτούσε δράσεις υπέρ των Ελλήνων.
Για παράδειγμα, έχουν καταγραφεί περίπου 150 διαφορετικοί τύποι από μπρούτζινα επιτραπέζια ρολόγια με αγωνιστές του 1821 και σκηνές σχετικές με τον αγώνα των Ελλήνων.

Πολλών ειδών πορσελάνινα σερβίτσια με αντίστοιχη πληθώρα απεικονίσεων. Διακοσμητικά βάζα και πορσελάνινα αγαλματίδια, κουτιά αποθήκευσης, αλλά και επιτραπέζια παιχνίδια και βεντάλιες με φιλελληνικά θέματα που χρησιμοποιούσαν οι κυρίες στη Γαλλία. Όλα αυτά μπορείτε να τα δείτε στην έκθεση.

    

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μία αναμνηστική φιλελληνική βεντάλια από τη συναυλία της 28ης Απριλίου 1826 στο Vauxhall (βοξαλ) του Παρισιού, που αποτέλεσε κορυφαία στιγμή της φιλελληνικής κίνησης στη Γαλλία και χαρακτηρίστηκε το κοσμικότερο γεγονός της εποχής. Όλες οι γνωστές κυρίες της αριστοκρατίας ανέβηκαν τότε στη σκηνή και τραγούδησαν για χάρη του ελληνικού λαού. Η μια όψη της βεντάλιας αναφέρει «Cantate chantée au concert du Vauxhall», και την επιγραφή: «A la Patrie. Mourons pour la défendre et vivons pour l’aimer». Αριστερά σημαία με σταυρό και δεξιά κέρας Αμαλθείας από το οποίο ρέουν τα έσοδα από τις γενναιόδωρες προσφορές των φιλελλήνων. Στην άλλη όψη αναφέρονται τα ονόματα των συντελεστών.

Η ΕΕΦ, σε συνεργασία με την Γαλλική πρεσβεία στην Ελλάδα, τίμησε την μνήμη όλων αυτών των επωνύμων και ανωνύμων ανθρώπων που στήριξαν με πάθος τον αγώνα της Ελλάδας με εκδήλωση και συναυλία φιλελληνικής μουσικής στις 13 Ιουνίου 2019.
Η δράση των φιλελλήνων καταγράφεται σε ιδιαίτερα σημαντική επιστολή που στέλνει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στον γιό του Ιωάννη στις 8 Ιουλίου 1826, και μεταξύ άλλων αναφέρει «… μου γράφει ο πρόεδρος των κομιτάτων της Ευρώπης ότι να του γράψω να μου στείλει ότι θέλω, τροφάς, άρματα και ότι άλλο, φθάνει μόνο να κινούμεθα και ημείς και να μην κοιμούμεθα …».