Μετάλλιο του Konraad Lange του 1836 με τον Π. Π. Γερμανό. Το απόφθεγμα «ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ …» και η τελετή ευλογίας των επαναστατών στα Καλάβρυτα την 25 Μαρτίου 1821, συμπυκνώνουν την ιδεολογία του πολέμου για την πίστη και την πατρίδα. Το απόφθεγμα παραπέμπει στο 15ο κεφάλαιο της Εξόδου, ένα από τα πολλά σημεία της Παλαιάς Διαθήκης με πολεμικό μήνυμα.

 

Γεώργιος Αργυράκος

Οκτώβριος 2020

 

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να διερευνήσει από πότε εμφανίζεται η παρότρυνση για αγώνα υπέρ της θρησκείας και της πατρίδας σε ένα ενιαίο φραστικό σχήμα παρόμοιο με το γνωστό σύνθημα του 1821. Θεωρώ ότι η σύνδεση των δύο εννοιών – θρησκείας και πατρίδας – σε στερεοτυπικές φράσεις για πολεμική χρήση, είναι ένας σημαντικός δείκτης λαϊκής εθνικής συνείδησης. Αυτά τα συνθήματα διακηρύσσονται από πρόσωπα ή θεσμούς που έχουν κάποια εξουσία (πολιτικοί, στρατιωτικοί ή θρησκευτικοί ηγέτες, διανοούμενοι) και απευθύνονται σε μεγάλες λαϊκές μάζες (συνήθως στρατιώτες ή επαναστάτες) υπό πολεμικές συνθήκες όπου έχει μεγάλη σημασία τα μηνύματα να είναι ευκόλως κατανοητά, αποδεκτά και ενωτικά. Η συνεχής χρήση τέτοιων φραστικών σχημάτων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και από διάφορες ευρωπαϊκές εθνότητες δείχνει ότι αυτά αντανακλούν κάποια βασικά ανθρώπινα συναισθήματα και αντιλήψεις και ότι δεν είναι προϊόντα επιτηδευμένης διανόησης και παιδείας.

Δεν έχω υπόψη μου κάποια σχετική ιστορική μελέτη στην ελληνική γλώσσα. Το πλησιέστερο (χρονικά και πολιτισμικά) στην Ελληνική Επανάσταση που έχω εντοπίσει είναι ένα σύντομο αλλά υπερπολύτιμο ρωσικό άρθρο το οποίο με βοήθησε να βρω τη συνέχεια του συνθήματος από το ύστερο Βυζάντιο έως το 1821[1]. Κάποιες ολιγόλογες αναφορές σύγχρονων Ελλήνων ιστορικών στη γνωστή προκήρυξη[2] του Υψηλάντη, δείχνουν μάλλον αμηχανία μπροστά στον όρο «πίστις» ο οποίος δεν είναι συμβατός με την κυρίαρχη ιστοριογραφία των τελευταίων δεκαετιών.[3]

Δεν σκοπεύω ούτε μπορώ να εμβαθύνω στην ιστορική εξέλιξη αυτού καθεαυτού του εννοιολογικού περιεχομένου των λέξεων πίστη, πατρίδα και συναφών (όμως αμφιβάλλω αν η σημασία τους άλλαξε ουσιαστικά τις τελευταίες τρείς χιλιετίες), αλλά θα υπενθυμίσω λίγα σημεία της ιστορίας απ’ όπου διαφαίνεται ότι από την αρχαιότητα ένας πόλεμος εθεωρείτο δίκαιος όταν γίνεται υπέρ αυτών. Κατά καιρούς χρησιμοποιούνταν διάφορες συναφείς λέξεις ή περιφράσεις από τις ίδιες εννοιολογικές κατηγορίες, όπως πατρική γή, βασιλέας (ως σύμβολο της πατρίδας), «θεών τε πατρώων έδη (ναοί)» και «θήκες(τάφοι) προγόνων», Θεός ή θεοί, ιερά, εκκλησίες κτλ.

Για την ελληνική λ. πατρίδα είναι διαδεδομένη η άποψη ότι στην κλασική αρχαιότητα συνήθως (αλλά όχι πάντα) αναφέρεται στις μικρές τοπικές πατρίδες. Από το «ευαγγέλιο» της ελληνικής αρχαιότητας, τα έπη του Ομήρου, βλέπουμε ότι εκεί οι «πανέλληνες και Αχαιοί» εμφανίζονται άλλοτε ενωμένοι και άλλοτε διαιρεμένοι με βάση τις τοπικές πατρίδες. Έχει υποστηριχθεί ότι η Ιλιάδα είναι ένα ποίημα γύρω από την πρώιμη πόλη-κράτος (αλλά όχι μόνο αυτό) του 9ου έως 8ου αιώνα πΧ, το οποίο απευθυνόταν σε ανθρώπους των πόλεων. Η σημασία των ομηρικών πόλεων ως τοπικών πατρίδων διαφαίνεται από τον Κατάλογο των Πλοίων, ένα από τα σημαντικότερα τμήματα της Ιλιάδας (Β 493-760). Εκεί παρουσιάζονται συνοπτικά αρκετές υπαρκτές ελληνικές πόλεις, με τον αριθμό των πολεμιστών κάθε μιάς, τους αρχηγούς και τους ήρωές τους, κάποιο τοπικό χαρακτηριστικό (π.χ. πετρώδης Αυλίδα, πολυστάφυλη Άρνη, περιτειχισμένη Τίρυνθα κτλ), και τη σχέση τους με κάποιον θεό ή μύθο. Ήταν δηλαδή σημαντική η ιδιαίτερη ταυτότητα κάθε πόλης. Στις μάχες της Ιλιάδας οι οπλίτες συμπεριφέρονται ως πολίτες (δηλ. κάτοικοι πόλεων), αχώριστοι από τον αρχηγό τους (βασιλέα), και όχι ως ακόλουθοι φυλάρχων μιας προϊστορικής εποχής.[4] Μετά από 9 χρόνια άκαρπης πολιορκίας της Τροίας, ο Αγαμέμνων καλεί τους Αχαιούς να φύγουν και να επιστρέψουν στην «φίλην πατρίδα γαίαν» (σε ενικόν αριθμό), όπως τον συμβούλευσε ο Δίας σε όνειρο (Ιλ. Β, 140).

Στις ωδές του Τυρταίου (7ος αι. πΧ) με τις οποίες ο ποιητής ενθάρρυνε τους Σπαρτιάτες στον πόλεμο κατά των Μεσσηνίων, συναντάμε επίσης την αναφορά σε θεούς και σε μάχη υπέρ πατρίδος, αν και σε διαφορετικά αποσπάσματα (οι ωδές του Τυρταίου σώζονται αποσπασματικά):

ἀθανάτοισι θεοῖσ’ ἐπὶ πάντ[α τιθέντες] / [ιερώ] ατερμονίῃ πεισόμεθ’ ἡγεμ[όνι].
[…]
τεθνάμεναι γὰρ καλὸν ἐνὶ προμάχοισι πεσόντα / ἄνδρ’ ἀγαθὸν περὶ ᾗ πατρίδι μαρνάμενον [5]
Στους Πέρσες του Αισχύλου συναντούμε ίσως για πρώτη φορά την προτροπή για αγώνα υπέρ πατρίδος και ιερών σε μια φράση, και μάλιστα με τη μορφή συνθήματος-παιάνος:
Ώ παίδες Ελλήνων, ίτε,
ελευθερούτε πατρίδ᾽, ελευθερούτε δε
παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη,
θήκας τε προγόνων· νυν υπέρ πάντων αγών»[6]

Η υψηλή αξία της πατρίδας στην αρχαϊκή και κλασσική εποχή προβάλλεται και στις ελληνικές θεότητες, αφού κι αυτές έχουν επίσης «πατρίδες», δηλαδή συγκεκριμένες μόνιμες εστίες (Όλυμπος, Ελικώνας, Μαίναλο κ.ά.) αλλά και προγόνους (π.χ. Ζεὺς Κρονίδης). Στην Ιλιάδα, δια στόματος του Έκτορα, η μάχη υπέρ πατρίδος περιγράφεται ως ύψιστο καθήκον και σύμφωνο με τη θέληση του Δία (είς οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης, Μ, 234-244). Οι νεκροί ομηρικοί ήρωες αποδημούν προς ένα είδος παραδείσου, το Ηλύσιο Πεδίο,[7] και γίνονται αντικείμενο λατρείας (cult) για τους ζωντανούς, δηλαδή κατά μία έννοια αποθεώνονται. Δεκάδες ήρωες (μυθικοί και ιστορικοί) λατρεύονταν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας (συχνά στις ιδιαίτερες πατρίδες τους) σε ναούς, ηρώα, τάφους, βωμούς κτλ.[8]

Στους στρατιωτικούς Χριστιανούς Αγίους διακρίνουμε μια συνέχεια της προχριστιανικής λατρείας των πολεμιστών, και έναν παράγοντα που μέσα από τις αγιογραφίες και τα αγιολογικά κείμενα ενίσχυε την αντίληψη των Χριστιανών περί του δίκαιου πολέμου υπέρ της πίστης.

Η αξία της ιδιαίτερης ή και της διευρυμένης πατρίδας ευρίσκεται και στα χριστιανικά δογματικά κείμενα. Κατά τα Ευαγγέλια, ο Χριστός ως άνθρωπος είχε σταθερή σχέση με την πατρίδα του, στην οποία επέστρεψε και έζησε συνεχώς μετά την προσωρινή διαμονή του στην Αίγυπτο, χωρίς να μετακινηθεί ποτέ σε μακρινές αποστάσεις. Μάλιστα ο ίδιος κηρύσσει ότι έχει (επίγεια) πατρίδα (Μτ. 13,57, Ιω. 4,44). Αυτό έχει σημασία είτε εξετάζουμε το Ευαγγέλιο ως ιστορικό κείμενο είτε ως Διαθήκη του Θεού. Και στις δύο περιπτώσεις είναι συμβατό με την Παλαιά Διαθήκη, η οποία είναι και μια εξιστόρηση της σχέσης ενός λαού (του Ισραήλ) με την πατρίδα του, με τους άλλους λαούς και με τις πατρίδες των άλλων. Για τη διαφορά των Ευαγγελίων από την Π.Δ. ως προς τη νομιμοποίηση του πολέμου, και τη χριστιανική επανασημασιοδότηση του «Ισραήλ» θα αναφερθώ πιο κάτω.

Το ότι στην κλασσική και ρωμαϊκή αρχαιότητα ως πατρίς και patria νοείται συνήθως η τοπική πατρίδα, πιθανώς σχετίζεται με κάποια πρακτικά ζητήματα της εποχής, όπως οι περιορισμοί στις επικοινωνίες και η κυριαρχία των επαγγελμάτων που ήταν δεμένα με τη σταθερή κατοίκηση. Υπενθυμίζω ότι η λέξη στην κυριολεξία σημαίνει την πατρική γη, και εννοιολογικά και ετυμολογικά σχετίζεται με τους προγόνους (parens), τους συγγενείς (πατριά), και τα πατρο-παράδοτα.[9] Στα τελευταία κατηγορία περιλαμβάνεται η λατρεία των οικογενειακών («πατρώων») θεοτήτων, τα ξόανά τους, οι τάφοι των προγόνων κτλ.

Στην ελληνιστική, ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή υπήρξαν συνθήκες γεωπολιτικής ενοποίησης, δηλαδή μεγάλες επικράτειες με έναν ηγεμόνα, ένα νομικό σύστημα, ένα νόμισμα, μια επίσημη γλώσσα κτλ. Αυτό διευκόλυνε τη γεωγραφική επέκταση της σημασίας της πατρίδας, ενώ ταυτόχρονα διατηρήθηκε (μέχρι και σήμερα) και η σημασία της ιδιαίτερης τοπικής πατρίδας. Ταυτόχρονα όμως η τότε «παγκοσμιοποίηση» διευκόλυνε και την επαφή κάθε εθνότητας με άλλους, και συνεπώς τη συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος είναι χωρισμένος σε εθνότητες, γλώσσες, θρησκείες και ήθη. Αυτό πρέπει να ήταν ένας παράγων που ενίσχυσε τα εθνικά συναισθήματα, ώστε μετά τη διάλυση των αυτοκρατοριών ήλθε σαν ομαλή εξέλιξη η δημιουργία ή απόπειρα δημιουργίας εθνικών κρατών/πατρίδων.

Ο Χριστιανισμός έδρασε παγκοσμιοποιητικά και ενοποιητικά με πολλούς τρόπους. Έφερε ορισμένες θρησκευτικές καινοτομίες, όπως η σύγχρονου τύπου θρησκευτική πίστη (fide), τα δογματικά κείμενα, και η έννοια της κοινής «ουράνιας πατρίδας»[10]. Η πίστη αναφέρεται στην προσωπική, σταθερή και έμμονη σχέση του ανθρώπου με έναν «ζηλότυπο» Θεό ο οποίος απαιτεί την αποκλειστικότητα, κάτι που δεν απαιτούσαν οι παγανιστικές θεότητες του παρελθόντος. Το δόγμα αυτό οδήγησε στη συγκρότηση των Χριστιανών σε μια μεγάλη «φαντασιακή κοινότητα», όπου όλοι, ανεξάρτητα της μεταξύ τους γεωγραφικής και κοινωνικής απόστασης, διάβαζαν ή ακροώνταν το ίδιο δογματικό βιβλίο, αποτελούσαν ένα Νέο Ισραήλ, είχαν κοινούς Πατέρες και Πατριάρχες, μια κοινή ουράνια πατρίδα, και όλοι ήταν μέλη του Μυστικού (=Μυστηριακού) Σώματος (Corpus Μysticus) του Χριστού. Αυτό βοήθησε και στην εδαφική ενοποίηση πολλών μικρών πατρίδων έτσι ώστε, για παράδειγμα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ή η Ρωσία αναφέρονται ως πατρίδες όπως θα δούμε.

Ιδέες περί διευρυμένης πατρίδας υπήρχαν και πριν τη χριστιανική εποχή, οι οποίες αποδίδονταν σε διαφόρους φιλοσόφους. Για παράδειγμα, στον Δημόκριτο αποδίδεται η άποψη ότι «ψυχής αγαθής πατρίς ο ξύμπας κόσμος».[11] Τον 2ο μΧ αιώνα ο Λουκιανός πιστεύει ότι «όσα σεμνά και θεία νομίζουσιν άνθρωποι, τούτων πατρίς αιτία και διδάσκαλος»[12], όπερ υποννοεί ότι πληθυσμοί με κοινούς θεούς και ήθη μπορεί να έχουν κοινή πατρίδα. Έτσι η διευρυμένη πατρίδα δεν ήταν κάτι ξένο για τον πρώιμο Χριστιανισμό. Τον 4ο αιώνα ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός φαίνεται να θεωρεί κοινώς αντιληπτή και αποδεκτή την έννοια της διευρυμένης (γήινης) πατρίδας, αφού την αναφέρει σε μια επιστολή του σε σχέση με κάποιο κοσμικό ζήτημα.[13]

Η ύπαρξη επίγειων πατρίδων με υλικές ανάγκες και κινδύνους έφερε τους Χριστιανούς μπρος σε ένα σοβαρό θεολογικό ερώτημα, όταν αυτοί ανέλαβαν τις ευθύνες διοίκησης του ρωμαϊκού κράτους: Είναι [;] σωστό και δίκαιο για τον Χριστιανό να συμμετέχει σε πόλεμο; Στον προχριστιανικό ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο, ο πόλεμος (και επομένως και αυτός υπέρ της πατρίδας ή των ιερών) ήταν κατ’ αρχήν κάτι αποδεκτό. Για τους Εβραίους επίσης είναι επιτρεπτός ο πόλεμος. Στην Παλαιά Διαθήκη είναι σαφές ότι «ο Κύριος είναι δυνατός πολεμιστής» (Εξ. 15,3) και σε πλείστες περικοπές επιτρέπει την εξολόθρευση των αντιπάλων με πόλεμο.[14] Όμως στην Καινή Διαθήκη δεν ευρίσκονται σημεία όπου ρητά αναφέρεται ο πόλεμος ως κάτι επιτρεπτό, χωρίς όμως και να απαγορεύεται (π.χ. Λκ. 3,33), ενώ ορισμένα σημεία μπορούν να ερμηνευθούν ως αντιπολεμικά (π.χ. Ιω. 18,35, Ιακ. 4, 1-3 ).[15] Έτσι, τουλάχιστον κάποιοι από τους πρώτους Χριστιανούς Πατέρες (όπως ο Τερτυλιανός) ήταν αντίθετοι προς κάθε πόλεμο. Ο πρώτος Πατέρας της Εκκλησίας που προσπάθησε να συμβιβάσει τον πόλεμο με τη χριστιανική ζωή ήταν ο Άγιος Αμβρόσιος (2ο μισό του 4ου αιώνα), ο οποίος τόνισε και την έννοια του «δίκαιου πολέμου». Αυτή την έννοια διεύρυνε ο Άγιος Αυγουστίνος (354-430)[16] και την επεξεργάστηκαν πολλοί άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας και θεολόγοι αργότερα. Από τις ελάχιστες συναφείς περικοπές που υπάρχουν στο Ευαγγέλιο, ο Αυγουστίνος παραπέμπει στο περιστατικό όπου ο Πέτρος (ή κάποιος άλλος μαθητής) είναι έτοιμος να υπερασπιστεί τον Χριστό με το μαχαίρι (Μτ. 26,51, Λκ. 22,50). Αυτό οδήγησε στην ερμηνεία ότι και ο Χριστιανός μπορεί να υπερασπιστεί την πίστη του με τα όπλα.[17] Στην ίδια περίπου εποχή εμφανίζεται το λατινικό απόφθεγμα pugna pro patria (μάχου υπέρ πατρίδος), το οποίο χρησιμοποιήθηκε πολύ τον Μεσαίωνα, συνήθως με την προσθήκη και της πίστης (fide). Βρίσκεται σε μια συλλογή λατινικών αποφθεγμάτων, τα «Δίστιχα», που αποδίδονταν σε κάποιον Διονύσιο Κάτωνα (Dionysius Cato), του 3ου ή 4ου αιώνα μΧ.

 

Η εμφάνιση του συνθήματος το Μεσαίωνα

Από τον Μεσαίωνα αρχίζει να εμφανίζεται όλο και πιο συχνά η ρητή προτροπή για πόλεμο υπέρ πατρίδος και θρησκείας. Αυτή η αύξηση των αναφορών δεν αντανακλά απαραίτητα μια ιδεολογική αλλαγή σε σχέση με την αρχαιότητα, αλλά ίσως οφείλεται στο ότι διαθέτουμε περισσότερες γραπτές πηγές από το Μεσαίωνα και μετά.

Το 853 ο Πάπας Λέων Δ’ βεβαιώνει τον αυτοκράτορα Λόθαρ Α’ και τους Φράγκους ότι θα αμειφθούν με τον Παράδεισο όσοι σκοτωθούν «για την αληθινή πίστη, τη σωτηρία της πατρίδας και την υπεράσπιση των Χριστιανών» σε πιθανή επίθεση των Αράβων κατά της Ιταλίας.[18] Στην καθ’ ημάς Ανατολή, περί το έτος 900, ο Λέων ΣΤ’ ο Σοφός ορίζει στα Τακτικά ότι πριν από τη μάχη πρέπει να γίνονται προτροπές (δημηγορίες) προς τους στρατιώτες ώστε να μάχονται υπέρ της πίστης, του έθνους, της πατρίδας και της οικογένειας. Οι προτροπές αυτές εκφωνούνται από «καντάτορες» τους οποίους επέλεγαν οι άρχοντες. Συγκεκριμένα, αυτοί έπρεπε να θυμίζουν στους στρατιώτες ότι:

«… ο αγών υπέρ Θεού εστί, και της εις αυτόν αγάπης, και υπέρ όλου του έθνους. Πλέον δε υπέρ αδελφών των ομοπίστων, εί τυχοι, και υπέρ γυναικών, και τέκνων, και πατρίδος»[19].

Επίσης, τα Τακτικά ορίζουν ότι ο στρατηγός οφείλει να είναι έτοιμος να δώσει ο ίδιος και την ψυχή του για την πατρίδα και την ορθή πίστη των Χριστιανών, και όλοι πρέπει να εθίζονται ώστε να υπομένουν τις κακουχίες του πολέμου «διά Χριστόν τον Θεόν ημών, και υπέρ συγγενών και φίλων και πατρίδος και του όλου των Χριστιανών έθνους».[20]

Άλλοι συγγραφείς της μέσης βυζαντινής εποχής συνιστούν επίσης ότι στις πολεμικές δημηγορίες πρέπει να γίνονται αναφορές στη θρησκεία και την πατρίδα. Έργο στρατιωτικής ρητορικής που αποδίδεται στον Συριανό Μάγιστρο (μέσα 9ου αι.) εξηγεί προς τους ρήτορες ότι

«λαμβάνεται δε το δίκαιον [του πολέμου] από του ζήλου της πίστεως, από της πατρίδος, από της προς ομοφύλους αγάπης [και] από της των αδικησάντων τιμωρίας».[21]

Ομοίως στο «Βιβλίον Τακτικόν» που αποδίδεται στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο (10ος αι.) υπάρχουν παραινέσεις  ουσιαστικά ίδιες με τις προαναφερθείσες των Τακτικών του Λέοντος. Αξιοσημείωτη είναι η έκφραση «υπέρ πάσης της πατρίδος» που δείχνει ότι υπήρχε η έννοια της αυτοκρατορίας ως μιας κοινής πατρίδας:

«υπέρ του θεού εστίν το αγωνίζεσθαι […] και υπέρ του έθνους ημών, πλέον δε υπέρ των ημετέρων αδελφών των ομοπίστων και υπέρ των γυναικών και τέκνων, και υπέρ πάσης ημών της πατρίδος».[22]

Δεν μπορεί να υποτεθεί ότι αυτές οι παραινέσεις είναι ευρήματα κάποιων συγγραφέων του βασιλικού περιβάλλοντος, αφού προορίζονται για ευρεία χρήση στο στρατό, και επομένως έπρεπε να είναι κατανοητές από χαμηλής μόρφωσης νέους του λαού. Πιστεύω ότι αυτές οι έννοιες ήταν διαδεδομένες και αποδεκτές από όλες τις κοινωνικές τάξεις, κυρίως μέσα από τις λαϊκές χριστιανικές διδαχές αλλά και από λαϊκά αναγνώσματα, παραδόσεις ή άλλα στοιχεία λαϊκού πολιτισμού.

Η ιδέα του πολέμου υπέρ πίστεως και πατρίδος εκφραζόταν και στις στρατιωτικές τελετές και στην εικονογραφία, όπου η πίστη αντιπροσωπευόταν από τα θρησκευτικά σύμβολα και η πατρίδα από τον αυτοκράτορα. Ήδη από την εποχή του Μαυρικίου (βασιλεία 582-602) ο Σταυρός πάνω σε χρυσή λόγχη προπορεύεται του αυτοκράτορα στις μάχες. Ο σταυρός εικονίζεται και στις σημαίες σύμφωνα με βυζαντινές πηγές του 10ου αι.[23]. Από τον 12ο αιώνα, και συχνότερα από το 1204, συνηθίζεται η εικονογραφική συνύπαρξη του αυτοκράτορα  με πολεμικούς αγίους ή τον Αρχάγγελο Μιχαήλ σε σημαίες (φλάμουλα), αγιογραφίες και σε νομίσματα. Σε κάποια νομίσματα εικονίζεται ο αυτοκράτορας μαζί με τον Αρχάγγελο να κρατούν το λάβαρο, σκηνή που παραπέμπει στο «Εν τούτω νίκα».[24] [25] Η παράδοση της απεικόνισης στρατιωτικών Αγίων και Σταυρού σε πολεμικές σημαίες (φλάμπουρα) συνεχίστηκε σε όλη τη μεταβυζαντινή περίοδο από Έλληνες και άλλους Βαλκάνιους πολεμιστές που βρέθηκαν στη Δύση (ιδίως ο Αγ. Γεώργιος από τους stradioti) και βεβαίως τηρήθηκε κατά την Επανάσταση.

Μετά τον 12ο αιώνα πυκνώνουν στη Δυτική Ευρώπη οι αναφορές για τον δίκαιο πόλεμο υπέρ πίστεως και πατρίδος, όπου ως πίστη διευκρινίζεται η «ορθή πίστη» (vera fide), δηλαδή ο καθολικισμός αρχικά, και ως patria διάφορες επικράτειες με πολιτικές και εκκλησιαστικές αρχές. Πολλές από αυτές τις αναφορές βρίσκονται σε νομικές πραγματείες γύρω από το ποιος έχει την εξουσία και την αρμοδιότητα να καλεί τους Χριστιανούς σε πόλεμο- ο πολιτικός ή ο εκκλησιαστικό άρχων; – και υπό ποιες προϋποθέσεις. Έτσι, για παράδειγμα ο Ιταλός επίσκοπος Σικάρδος της Κρεμόνα (Sicardus Cremonensis, 1155–1215) πιστεύει ότι ο Πάπας και οι εξουσιοδοτημένοι από αυτόν ιερωμένοι έχουν τη δυνατότητα να καλούν τους πρίγκιπες και τους Χριστιανούς στα όπλα για να υπερασπιστούν «την πίστη και την ειρήνη της Εκκλησίας και της πατρίδας» (sancte fidei pacis ecclesie et patrie). Ως εχθροί της πίστης και της πατρίδας νοούνταν είτε διάφοροι αιρετικοί (περιλαμβανομένων των Ορθοδόξων) είτε παγανιστές και Μουσουλμάνοι, ειδικά στις Σταυροφορίες. Σε κάποιες μάχες επιστρατευόταν ακόμα και ο πατριωτισμός των Αγίων. Στη λεγόμενη Μάχη του Στάνταρ (Battle of Standard) το 1138 μεταξύ Αγγλο-Νορμανδών και Σκώτων, οι πρώτοι έφεραν λάβαρα με τις εικόνες τοπικών Αγίων της Νορθούμπρια, πιστεύοντας ότι οι Άγιοι θα υπερασπίζονταν τις ιδιαίτερες εκκλησίες (ναούς) και πατρίδες τους (pro eius ecclesia ac sua patria defendenda susceperunt).[26]

Στο ιστορικό έργο Flores Historiarum (Άνθη Ιστορίας) του 13ου αιώνα (του οποίου τα κείμενα μπορεί να είναι και προγενέστερα) περιγράφεται ο πόλεμος του βασιλιά και μετέπειτα Μάρτυρα Εδμόνδου (Edmund) ο οποίος τo 869 ή 870 αντιμετώπισε στην Ανατολική Αγγλία την εισβολή Δανών (Βίκιγκς). Πριν από τη μάχη καλεί τους στρατιώτες του να αγωνιστούν «και για την πίστη και για την πατρίδα» (pro fide pariter pugnare et patria). Ο στρατός του ηττήθηκε και πολλοί σκοτώθηκαν κατακτώντας την κορώνα του μαρτυρίου (martyrio coronatos) αφού πολέμησαν «για την πατρίδα, το γένος και την πίστη του Ιησού Χριστού» (pro patria, gente et fide Jesu Christi).[27]

Εκτός από τις ιδιαίτερες πατρίδες, ως patria νοούνταν στη μεσαιωνική Δύση και μεγάλες επικράτειες, όπως ολόκληρη η Ιταλία στην εποχή του Δάντη και του Πετράρχη (13ος – 14ος αι.), αλλά και η Εκκλησία ως παγκόσμια πατρίδα[28].

Δεν χρειάζεται να επεκταθώ σε περισσότερα παραδείγματα πολεμικής επίκλησης της πίστης και της πατρίδας στη Δυτική Ευρώπη μετά τον ύστερο Μεσαίωνα, καθώς οι αναφορές πληθαίνουν και είναι σαφές ότι υπάρχει μια συνέχεια μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Από τη Δυτική (ή Κεντρο-ευρωπαϊκή) ιστορία θα προσθέσω μόνο λίγες περιπτώσεις από την Ουγγαρία του ύστερου Μεσαίωνα, οι οποίες γεωγραφικά και πολιτισμικά μας φέρνουν στα Βαλκάνια και στα όρια του ορθόδοξου κόσμου, και χρονικά στην εποχή όπου το σύνθημα αρχίζει να εμφανίζεται στις ρωσικές πηγές. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το σύνθημα έφτασε στην Ανατολική Ευρώπη μέσω των Ούγγρων (μόνο), αλλά ότι υπήρχαν οι συνθήκες ώστε αυτό να είναι αποδεκτό από όλα τα χριστιανικά δόγματα και εθνότητες της περιοχής.

Το Ουγγρικό βασίλειο μετά τις αρχές του 16ου αιώνα, αν και ουσιαστικά διαιρεμένο και πολιτικά ασταθές, περιλάμβανε και τη σημερινή Ρουμανία πριν αυτή περάσει στον έλεγχο των Οθωμανών. Το 1514 συνέβη η εξέγερση του György Dózsa στο χώρο της σημερινής Ουγγαρίας. Αυτός ήταν Ούγγρος ευγενής από την Τρανσυλβανία, όπως και πολλοί από τους χαϊντούκους του (οι «Κλέφτες» των Βορείων Βαλκανίων), οι οποίοι ήταν κυρίως γεωργοί και μοναχοί ή ιερωμένοι. Ο σκοπός τους αρχικά ήταν η άμυνα κατά των Τούρκων, αλλά μετά στράφηκαν κατά των καταχρήσεων των ευγενών και γαιοκτημόνων του βασιλείου της Ουγγαρίας, με τους οποίους είχαν και εθνικο-θρησκευτικές διαφορές. Οι Φραγκισκανοί ιερωμένοι, κηρύσσοντας ότι οι μόνοι σωστοί Χριστιανοί ήταν οι ενάρετοι αγρότες, καλούσαν τους αγρότες-χαϊντούκους να πολεμήσουν για την χριστιανική πίστη και για τη χώρα τους (pro religionis Christiane et presertim huius regni defensione) εναντίον των ευγενών. [29]

Το 1552, κατά την κατάληψη της Τιμισοάρα της Ρουμανίας από τους Τούρκους, ο ηγέτης ενός σώματος Ούγγρων πριν από μια ύστατη μάχη χωρίς ελπίδα, ενθαρρύνει τους πολεμιστές του λέγοντας ότι θα αγωνιστούν για έναν ένδοξο θάνατο υπέρ πίστεως και πατρίδος (pro fide, pro patria). To ιστορικό αυτού του πολέμου γράφηκε από τον σύγχρονο των γεγονότων Ούγγρο Franz von Forgách-Ghymes (1530 -1577).[30]

Το 1605 συνέβη η εξέγερση των Ούγγρων Καλβινιστών χαϊντούκων της Τρανσυλαβανίας υπό τον Ούγγρο Προτεστάντη πρίγκηπα Istvan Bocksai κατά του Καθολικού αυτοκράτορα της Ουγγαρίας και της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ροδόλφου Β’ (Rudolf II). Σε επιστολή του ο Bocskai εξηγεί ότι η ανταρσία έγινε για την υπεράσπιση της «αρχαίας ελευθερίας του έθνους και της πίστης» και ότι επιθυμούν την πρόοδο της πατρίδας τους (patria) Τρανσυλβανίας την οποία θεωρούν «το φώς του έθνους». Το ίδιο εξηγούν και δύο άλλοι οπλαρχηγοί των χαϊντούκων σε δική τους επιστολή:

«Εξεγερθήκαμε λοιπόν και πήραμε τα όπλα για τη Χριστιανική θρησκεία, και για το όνομα του Ιησού Χριστού, του Σωτήρα μας και για τη γλυκυτάτη μας πατρίδα».[31] (Insureximus igitur, et pro fide christiana, et pro nominae Iesu Christi Saluatoris nostri, proque dulcissima patria nostra, arma sumsimus).[32]

Ερχόμενοι στις γραπτές ελληνικές πηγές, δεν είναι εύκολο να βρεθεί το νήμα της συνέχειας του συνθήματος από την Άλωση μέχρι την Ελληνική Επανάσταση. Ο τουρκοκρατούμενος ελληνισμός δεν είχε την ελευθερία ούτε τα μέσα της γραπτής αναπαραγωγής και κυκλοφορίας τέτοιων ιδεών. Όμως η συνέχεια τηρήθηκε μέσω δύο άλλων διαδρομών: Η μία προφορική και συγκαλυμμένη στον τουρκοκρατούμενο χώρο, και η άλλη γραπτή, επίσημη και πανηγυρική μέσω Ρωσίας.

Από τις γραπτές πηγές της Επανάστασης φαίνεται ότι το σύνθημα και η έννοια του μάχεσθαι υπέρ πίστεως και πατρίδος ήταν ήδη εμπεδωμένα και διαδεδομένα , κάτι που δεν μπορεί να οφείλεται μόνο στις κατηχήσεις της Φιλικής Εταιρείας και στις προκηρύξεις του Υψηλάντη, οι οποίες δεν είχαν ιστορικό βάθος.[33] Υπάρχει ένα παράλληλο φαινόμενο που μας δείχνει ότι ορισμένες επαναστατικές πρακτικές διαδίδονταν κρυφά και προφορικά συνεχώς από το ύστερο Βυζάντιο μέχρι την Επανάσταση χωρίς να καταγράφονται σε κείμενα: Είναι το έθιμο της ευλογίας των σημαιών (βάνδων) και των πολεμιστών πριν από τη μάχη. Αυτό δεν αναφέρεται σε γραπτές πηγές της τουρκοκρατίας για προφανείς λόγους, ωστόσο ήταν κάτι αυτονόητο κατά την Επανάσταση, όπου οι αγωνιστές εφαρμόζουν ακριβώς τις διατάξεις του Λέοντος ΙΣΤ΄ και τις ακόμα παλαιότερες του Μαυρικίου (6ος αι.):

Στρατηγικόν Μαυρικίου, B1: «Χρη παρασκευάζειν του μεράρχας τα βάνδα αδνουμιάζειν προ μιας ή δευτέρας ημέρας του πολέμου και ούτως επιδιδόναι τοις βανδοφόροις των ταγμάτων».[34]

Τακτικά Λέοντος: «Διάταξις ΙΓ’.α’. Περί της προ πολέμου ημέρας.  Ώστε παρασκευάζειν τους τουρμάρχας προ μιας ή δευτέρας ημέρας του πολέμου τα βάνδα, αγιάζειν δια των ιερέων και ούτως επιδιδόναι τοις βανδοφόροις των ταγμάτων».

Κ’.172: «Ηνίκα δε τας δυνάμεις εξάγειν μέλλεις προς πόλεμον, δει μεν καθαράς αυτάς εξαμαρτημάτων είναι, φροντίσεις δε δια ιερέων καθαγνίσαι αυτάς δι’ ευλογίας, και ούτως μετά θάρσους επί της μάχης αποκινήσαι.» [35]

Οπλαρχηγός Αναγνώστης Γιαννόπουλος, Μάρτιος 1821: «…εκάστου χωρίου ο καπετάνιος έκαμε την σημαίαν του. Την επιούσαν άπαντες οι κάτοικοι των ανωτέρω χωρίων [Κλουκίνες Καλαβρύτων] μικροί τε και μεγάλοι συνήλθον εις την εκκλησίαν και εγένετο λειτουργία. Μετά το τέλος της λειτουργίας έκαμαν παράκλησιν εις τον Ύψιστον, και μετά το τέλος αυτής έλαβον οι ιερείς εν τω χωρίω Περιστέρα, ο μεν Οικονόμος το ευαγγέλιον εις τας χείρας του, άλλος δε τον σταυρόν και ο τρίτος, ήτοι ο Σπυρίδων ιερεύς, ο και Προεστόπουλος καλούμενος, εβάστα την σημαίαν εις την δεξιάν χείρα του, και ιστάμενοι κατά σειράν έψαλλον ενδεδυμένοι τας ιερατικάς των στολάς […] ο Σπυρίδων ιερεύς Προεστόπουλος, συνάμα με τον ασπασμόν ενεχείρισε στον Πάτζο και την σημαίαν ….».[36]

Σημαντικός σταθμός στη ροή της ελληνικής ιστορίας είναι η άμυνα και η άλωση της Κωνσταντινούπολης χωρίς συνθηκολόγηση, κατά την οποία η παραίνεση για μάχη υπέρ πίστεως και πατρίδος κηρύσσεται από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Ο σύγχρονος της άλωσης χρονικογράφος Γεώργιος Φραντζής (ή Σφραντζής) αναφέρει ότι σε μια από τις τελευταίες δημηγορίες του ο αυτοκράτορας καλεί τους στρατιώτες να πολεμήσουν για την πίστη και την πατρίδα:

«δια τέσσαρά τινα οφείλεται κοινώς εσμέν πάντες ίνα προτιμήσωμε αποθανείν μάλλον ή ζην, πρώτον μεν υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον δε υπέρ της πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του βασιλέως ως χριστού Κυρίου, και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων[37]

Αυτή η παραίνεση του αυτοκράτορα επιβεβαιώνεται και από άλλον χρονικογράφο της Άλωσης, τον ρωσόφωνο Νέστορα-Ισκεντέρ, ο οποίος πιστεύεται ότι βρισκόταν μέσα στην Κωνσταντινούπολη κατά την πολιορκία (αν και ο ίδιος γράφει ότι ήταν κρυπτοχριστιανός στο στρατό των Μουσουλμάνων). Έγραψε το χρονικό στα τέλη του 15ου αιώνα σε ρωσική γλώσσα. Σε διάσπαρτες παραγράφους του χρονικού αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας καλεί τους πολεμιστές να αγωνιστούν μέχρι θανάτου για την πατρίδα (от(е)чество) (§ C.244, C.245), την ορθόδοξη πίστη (за православную веру) (§ C.231, 251, 259) και τις εκκλησίες (§ C. 251, passim). Στα δύο αυτά χρονικά βρίσκουμε και μια μορφή του γνωστού από την Επανάσταση συνθήματος «ελευθερία ή θάνατος» (Νέστωρ § C.241). Στο ρωσικό χρονικό βρίσκεται πιθανότατα για πρώτη φορά η προφητεία για το «ξανθό γένος» (Русый же род) που θα ελευθερώσει την Κωνσταντινούπολη (§ C.265). Λόγω ηχητικής, ετυμολογικής και νοηματικής συνάφειας, θεωρήθηκε ότι «ξανθό γένος» είναι οι Ρώσοι. [38]

Την ίδια περίπου εποχή, την αξία του μάχεσθαι υπέρ της πατρίδας και των ιερών προ του τουρκικού κινδύνου βρίσκουμε και σε ομιλία του Ιωάννη Αργυρόπουλου (1415 – 1487) προς τον ίδιο αυτοκράτορα. Ο Αργυρόπουλος, αφού στην αρχή της μακροσκελούς ομιλίας του χαιρετίζει τον αυτοκράτορα ως «των Ελλήνων αγαθή τύχη νυνί βεβασιλευκότος», σε άλλο σημείο αναφέρει:

«… πολίτην μεν οντινούν ο φυσικός ηνάγκασε νόμος ανδρείως υπέρ πατρίδος αυτής μάχεσθαι και γονέων και παίδων και ιερών και τάφων και νόμων …»[39].

Ενώ στον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό το σύνθημα συνεχίζει τη διαδρομή του υπογείως, στη Ρωσία η αξία του αγώνα για την πίστη (веру, ‘μπέρου’) και την πατρίδα ( отечество, ‘οτέτσεστβο’) ήταν ήδη γνωστή πριν από τα μέσα του 15ου αιώνα μέσα από αγιολογικά κείμενα. Δεν μπορεί να ήλθε στη μεσαιωνική Ρωσία μέσω της ρωμαϊκής λογοτεχνίας όπως συνέβη στη Δύση. Πιστεύεται ότι ήλθε μέσω ελληνικών προτύπων, και ιδίως με το βίο του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης ο οποίος θυσιάστηκε για την κοινότητα της πόλεως, που ήταν μια μικρή πατρίδα.[40] Η Άλωση πρέπει να ενίσχυσε της σχέση της Εκκλησίας (και επομένως της πίστης) με την (ρωσική) πατρίδα, καθώς η Ρωσία γινόταν αντιληπτή σαν κληρονόμος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τότε περίπου εμφανίζεται και έννοια της «Αγίας Ρωσίας».[41]

Η ρωσική λ. отечество (μια από τις δύο ή τρείς ρωσικές λέξεις που σημαίνουν πατρίδα) παράγεται από τη λ. отец (otets, πατέρας) και την παραγωγική κατάληξη -ество (-estvo). Σχετικές είναι και οι λ. Отчизна (otsizna), η παλαιά ανατολικο-σλαβική отьчизна, η πολωνική ojczyzna κλπ, με κύριες σημασίες πατρίδα και πρόγονοι.[42]Το отец είναι συγγενές με το αρχαίο ελληνικό άττα που στον Όμηρο (Ιλ. Ι,607, Οδ. π,31) είναι φιλοφρονητική προσφώνηση νεωτέρου προς μεγαλύτερο, μεταφραζόμενο συνήθως ως γέροντα, πατέρα, παππούλη, κυρούλη.[43]

Ο θάνατος στον αγώνα υπέρ πατρίδος καθαγιάζεται στη Ρωσία από τους πρώτους Ρώσους μάρτυρες, τους Αγίους Πρίγκηπες Μπόρις και Γκλεμπ, που δολοφονήθηκαν σε διαμάχες μεταξύ των Ρώσων του Κιέβου τον 11ο αιώνα. Το σύνθημα που μας ενδιαφέρει εμφανίζεται με την παραλλαγή «ρωσική γη» αντί «πατρίδα» στα επικά ποιήματα που γράφηκαν για την ιστορική μάχη του Κουλίκοβο του 1380. Σ’ αυτή τη μάχη οι ενωμένοι Ρώσοι πρίγκηπες υπό τον Ντμίτρι Ντόνσκοϊ της Μόσχας νίκησαν του Μουσουλμάνους Τατάρους υπό τον Μαμάι, γεγονός που θεωρείται η αφετηρία της σύγχρονης ρωσικής ιστορίας. Στο επικό ποίημα Χρονική Ιστορία (αγγλ. Chronicle Story, ρωσ. летописная повесть, (Letopisnaia povest)) που γράφηκε πριν το 1409, ο Ντμίτρι μάχεται «για την Αγία Εκκλησία, την ορθή χριστιανική πίστη, και τη ρωσική γή».[44] Ομοίως, στο έπος Ζαντόντσινα (Задонщина), που κατά διάφορες εκτιμήσεις γράφηκε μεταξύ των αρχών του 14ου και των μέσων του 15ου αιώνα[45], οι Ρώσοι μάχονται «για τη ρωσική γη και τη χριστιανική πίστη»:

Ας δώσουμε τη ζωή μας για τη ρωσική γη και τη χριστιανική πίστη. […]
Κύριε, Βασιλεύ, οι άπιστοι Τάταροι άρχισαν
να εισβάλλουν στη χώρα μας […]
Οι γενναίοι πολεμιστές μας θα δοκιμαστούν
για τη ρωσική γη και τη χριστιανική πίστη […]
Και ο πρίγκηπας Ντιμίτρι Ιβάνοβιτς χαιρέτισε τους νεκρούς: […]
Δώσατε τη ζωή σας για την Αγία Εκκλησία,
για τη ρωσική γη και τη χριστιανική πίστη. [46]

Η έκφραση «ρωσική γή» (ρούσκαϊα ζέμλια) εκείνη την εποχή σήμαινε το πρώτο ρωσικό κράτος του Κιέβου και την κληρονομιά των ηγεμόνων του, και πρακτικά η έννοιά της δεν διαφέρει από την πατρίδα. Στο ίδιο έπος υπάρχει και το «καλύτερα να σκοτωθούμε στη μάχη παρά να γίνουμε σκλάβοι αυτών των άπιστων».[47] Η μάχη του Κουλίκοβο αποτελεί ένα πολύ σημαντικό σταθμό της ρωσικής εθνικής ιστορίας, και γι’ αυτό έχει αναπαρασταθεί αμέτρητες φορές στη ρωσική ιστοριογραφία μέχρι σήμερα. Το υπό συζήτηση σύνθημα έχει σταθερά τη θέση του και στα πρώτα ακαδημαϊκά έργα της ρωσικής ιστοριογραφίας, όπως στην «Ιστορία του Ρωσικού Κράτους» του ιστορικού N.Μ. Karamzin (1766-1826) η οποία χρονικά πλησιάζει την Επανάσταση του ‘21. Στον 5ο τόμο που εκδόθηκε το 1816, η αφήγηση της μάχης αναφέρει και πάλι ότι οι γενναίοι Ρώσοι πολεμιστές είναι έτοιμοι να πεθάνουν «για την πατρίδα και την πίστη».[48] Η αντικατάσταση της «ρωσικής γης» με την «πατρίδα» δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία, γιατί αυτές οι δύο λέξεις χρησιμοποιούνται εναλλακτικά τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα (βλ. κατωτέρω περί της εφημερίδας «Ρωσικό Δελτίο»).

To 1622 o ιερωμένος Sakovych Kasiian (γεν. π. 1578 στη σημερινή Δυτική Ουκρανία) σε ένα ποίημα που υμνεί τους Κοζάκους ιππότες, γράφει:

Χρυσή ελευθερία – έτσι την ονομάζουν.
Όλοι παλεύουν να την αποκτήσουν. Όμως δεν δίνεται στον καθένα,
παρά μόνο σ΄αυτούς που υπερασπίζονται την πατρίδα και τον Θεό.[49]

Οι αρχηγοί των Κοζάκων θεωρούσαν τον εαυτό τους μέρος του θρησκευτικά προσδιοριζόμενου έθνους των Ορθόδοξων Ρους.[50]

Από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου το σύνθημα ακούγεται όλο και συχνότερα (ή αυξάνουν οι διαθέσιμες πηγές που το αναφέρουν) και υιοθετείται από την επίσημη τσαρική προπαγάνδα. Το 1709 πριν από τη Μάχη της Πολτάβα εναντίον των Σουηδών, ο Μ. Πέτρος καλεί το στρατό του να πολεμήσει για την πατρίδα, την ορθόδοξη πίστη και την Εκκλησία (за Отечество, за Православную нашу веру и Церковь). [51] Το 1711, κατά την αποτυχημένη εκστρατεία του Προύθου, ο Μ. Πέτρος καλεί τους Χριστιανούς των Βαλκανίων, Καθολικούς και Ορθόδοξους, να ενωθούν μαζί του και να πολεμήσουν «για την πίστη και την πατρίδα, για την τιμή και τη δόξα» και να ελευθερωθούν από τους Μουσουλμάνους.[52] Στο κάλεσμα αυτό ανταποκρίθηκε μόνο ο βλαντίκα (πρίγκηπας-επίσκοπος) του Μαυροβουνίου και μερικοί Σέρβοι.

To 1742, κατά την ενθρόνιση της τσαρίνας Ελισάβετ Α’ (κόρης του Μ. Πέτρου), ο αρχιεπίσκοπος Αμβρόσιος του Νόβγκοροντ την καλεί «να μη λυπηθεί ούτε την τελευταία σταγόνα του αίματός της για να υπερασπιστεί την ακεραιότητα της πίστης και της πατρίδας».[53]

Το σύνθημα «Για τη σωτηρία της πίστης και της πατρίδας» (За спасение веры и отечества, (Za spasenye Very i Otechestva)) προβλήθηκε ιδιαίτερα κατά τις τελετές γύρω από τη στέψη της Αικατερίνης Β’ το 1762. Αναγραφόταν πάνω σε διάφορες επιφάνειες, από αψίδες μέχρι νομίσματα και μετάλλια.

Ασημένιο μετάλλιο του 1762 για τη στέψη της Μεγάλης Αικατερίνης. Στην πίσω όψη γράφει «За спасение веры и отечества» (Για τη σωτηρία της πίστης και της πατρίδας)

To 1769, στη διάρκεια του πολέμου κατά Τούρκων και Πολωνών, καθιερώνεται ειδική Θεία Λειτουργία που θα τελείται κατά την εορτή Αποτομής Κεφαλής του Αγ. Ιωάννου του Βαπτιστού (Παλαιό Ημ. 18 Αυγούστου) στη μνήμη των στρατιωτών που έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος.[54] Κατά την εποχή της Αικατερίνης συλλαμβάνεται και το «Ελληνικό Σχέδιο» για διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανασύσταση της Βυζαντινής, όπου ως αυτοκράτωρ προοριζόταν ένας από τους γιούς της Αικατερίνης ονόματι Κωνσταντίνος. Από τότε ισχυροποιούνται και οι επαφές και η συνεργασία με τους Έλληνες, με κορυφαίο γεγονός την επανάσταση του 1770 («Ορλωφικά»). Το εν λόγω σύνθημα εμφανίζεται σε ένα αυθεντικό λαϊκό στιχούργημα της εποχής, το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη», που συντέθηκε μεταξύ 1770 και 1786 από τον αγράμματο ριμαδόρο Μπάρμπα Πατζελιό και καταγράφηκε από τον κτηνοτρόφο Παπα-Σκορδύλη, όπου εξιστορείται η εξέγερση των Σφακίων:[55]

(Μιλάει ο Δασκαλογιάννης στον Πασά)

γι’ αυτά κ’ εγώ ‘ποφάσισα την Κρήτη να σηκόσω,
κι΄ απού τα ‘νύχια των Τουρκώ να την ελευτερώσω,
πρώτο για την πατρίδα μου, δεύτερο για την πίστι,
τρίτο για τσ’ άλλους χρισθιανούς ‘που κάθουνται ς την Κρήτη

Το 1785, η Μεγάλη Αικατερίνη εξέδωσε χάρτα που αναφέρει τα δικαιώματα των ευγενών της Ρωσίας. Εκεί επαινεί την ετοιμότητά τους να κινηθούν «για την πίστη και την πατρίδα» (за веру и отечество), και τους αγώνες που έδωσαν στο παρελθόν εναντίον των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών «της πίστης, του μονάρχη και της πατρίδας» (веры, монарха и отечества).[56] [57]

Από την εποχή της Αικατερίνης η Ρωσία είχε γίνει πλέον η ελπίδα των Ελλήνων για απελευθέρωση, όταν είχε αναδειχθεί σε μεγάλη αντιτουρκική χριστιανική δύναμη. Για λίγο εμφανίστηκε σαν πιθανή ελπίδα και ο Ναπολέων, αλλά αυτή η προοπτική ήταν εφήμερη, και οι επαφές που είχε το ελληνικό γένος με τη Γαλλία ήταν ισχνές, με εξαίρεση κάποιες ελίτ που ζούσαν κυρίως εκτός Ελλάδος. Ακόμα και στα Ιόνια Νησιά, κατά τη σύντομη γαλλική διοίκηση, μετά από την πρώτη ευφορία εκδηλώθηκε δυσαρέσκεια κατά των Γάλλων.

Το 1807, στη διάρκεια των Ναπολεοντείων Πολέμων, ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ κάλεσε να καταταγούν στο στρατό βετεράνοι αξιωματικοί και στρατιώτες, και να αγωνιστούν «για την πίστη και την πατρίδα». Την ίδια χρονιά για να τιμηθεί η πολιτοφυλακή Zemsky εκδόθηκε μετάλλιο σε χρυσό και ασήμι το οποίο στη μια όψη έφερε το προφίλ του τσάρου και στην άλλη το σύνθημα «Για την πίστη και την πατρίδα». Την ίδια περίπου εποχή, δηλαδή λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση, στη Ρωσία εκδίδονταν και άλλα μετάλλια με παραλλαγές του συνθήματος, όπως «για την πίστη, τον τσάρο και την πατρίδα» ή «για την πίστη και τον τσάρο» (За веру и Царя).[58]

Μπρούτζινο στρατιωτικό μετάλλιο του 1807. Πρόσθια όψη: Τσάρος Αλέξανδρος Α’. Πίσω όψη: «За веру и Отечество» (Για την πίστη και την πατρίδα).

Η χρήση του συνθήματος δεν περιοριζόταν στο στρατό και την κρατική μηχανή αλλά είχε χρήση και στην ευρύτερη φιλολογία. Στην εφημερίδα Ρωσικό Δελτίο (Русский Вестник), η οποία διαπνεόταν από ρωσικό εθνικισμό και ταυτόχρονα από αντι-δυτικό αίσθημα, στο πρώτο φύλλο του κρίσιμου για τους Ναπολεοντείους πολέμους έτους 1812 συναντάται το παράγγελμα «πολεμήστε μέχρι θανάτου για την πίστη, τον τσάρο και τη ρωσική γή» (биться досмерти за веру, за царя, за землю русскую). Η εισβολή του Ναπολέοντα στη Ρωσία άρχισε τον Ιούνιο του ίδιου έτους, και η εφημερίδα επαναλάμβανε το σύνθημα με τις γνωστές του παραλλαγές, μαζί με επίμονη ρητορεία κατά των Γάλλων, του Διαφωτισμού και των Δυτικών επιρροών στη Ρωσία. [59]

Από τους άλλους εμπόλεμους κατά του Ναπολέοντα, o Πρωσσικός στρατός και ο βασιλιάς της Πρωσσίας Φραγκίσκος Γουλιέλμος Γ’ χρησιμοποίησαν επίσης την παραλλαγή «Με τον Θεό για τον Βασιλιά και την Πατρίδα» (Mit Gott für König und Vaterland).[60] Κυκλοφόρησαν μετάλλια, σταυροί, κράνη, έντυπα κλπ με το σύνθημα, μέχρι και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν ο Ρωσικός Στρατός μαζί με τον Αυστριακό και τον Πρωσσικό κατέλαβε το Παρίσι στις 19 Μαρτίου (Παλ. Ημ.) 1814, σε μια διακήρυξη εγκωμιαζόταν μεταξύ άλλων ο ανώνυμος Ρώσος στρατιώτης-χωρικός που υπερασπίστηκε «την πίστη, την πατρίδα και τον ηγεμόνα» (Веру, Отечество и Государя) έναντι της εισβολής του Ναπολεόντα.[61] Στην περίπτωση αυτή το σύνθημα ενίσχυε και μια νέα εικόνα του ρωσικού καθεστώτος που θέλησε να προβάλλει ο τσάρος Αλέξανδρος A’, η οποία περιγραφόταν με το τρίπτυχο «Ορθοδοξία, Αυτοκρατορία, Εθνικότητα» (Pravoslavie, Samoderžavie, Narodnost). Η προβαλλόμενη ιδέα ήταν ότι ο ρωσικός λαός διαχρονικά είναι αφοσιωμένος στον αυτοκράτορα, κάτι το οποίο αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ρωσικής εθνικής ταυτότητας και εθνικής ιστορίας.[62]

Σταυρός της Πρωσίας, 1813, με την επιγραφή “Mit Gott für König und Vaterland” (Με τον Θεό για τον Βασιλιά και την Πατρίδα)

Η χρήση συνθημάτων για αγώνα υπέρ θρησκείας και πατρίδας ήταν αρκετά διαδεδομένη στη Ρωσία, και ειδικά στο στρατό, κατά τους Ναπολεοντείους πολέμους. Είναι σίγουρο ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης που υπηρέτησε εκείνη την εποχή στο Ρωσικό Στρατό, όπως και άλλοι Έλληνες που είτε υπηρέτησαν επίσης είτε είχαν άλλες επαφές με τη Ρωσία, γνώριζαν αυτά τα συνθήματα πριν το 1821. Αλλά και στους υπόλοιπους Έλληνες το σύνθημα του Υψηλάντη ήταν ευνόητο λόγω της Ορθόδοξης παράδοσης. Έτσι υιοθετήθηκε αβίαστα, και στη διάρκεια της Επανάστασης αυτό επαναλαμβάνεται, άλλοτε αυτούσιο και άλλοτε περιφραστικά. Για παράδειγμα:

«Δύω χρόνους σχεδόν αγωνιζόμεθα εις τον ιερόν τούτον αγώνα τον υπέρ πίστεως και πατρίδος», (Π. Ζαφειρόπουλος προς Μινίστρο του Πολέμου, 16/3/1823). [63]

Σε πολλά έγγραφα εμφανίζεται όχι ως προσωπικός τρόπος του εκάστοτε γράφοντος αλλά ως παράγγελμα ή αγωνιστικός χαιρετισμός από διοικητικά όργανα, και δείχνει να είναι ευρύτερα αντιληπτό:

«Σας παραγγέλομεν το μάχεσθαι υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος και γυναικών και τέκνων» (Μινίστρος των Εσωτερικών προς Χίους, 1/4/1822),

«… σας παραγγέλλομεν το ‘Μάχεσθε υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος’ και σας ευχόμεθα ελληνικήν ανδρείαν …» (3 Μαρτίου «και πρώτω της Ανεξαρτησίας» [1822], Γερουσιαστές της Δυτικής Ελλάδος προς Καπητάνους, προκρίτους και λοιπούς ομογενείς κατοίκους Θεσσαλίας).[64]

Η αναζήτηση στα ψηφιοποιημένα Αρχεία Εθνικής Παλιγγενεσίας δίνει περί τα 45 αποτελέσματα με μικρές ορθογραφικές και συντακτικές παραλλαγές του συνθήματος, κυρίως «υπέρ (της) πίστεως και (υπέρ της) πατρίδος», ή «διά (την) πίστιν και (την) πατρίδα» ή «υπέρ πατρίδος και πίστεως» κτλ. Ενίοτε συναντάται και ο όρκος «μα τον Θεόν και την πατρίδα» (Φροντιστηριακή Εφορία Σαλαμίνος, προς τους εν Ερμιόνη πληρεξουσίους, 1827). Σε επιστολή πέντε επισκόπων της Πελοποννήσου προς την Εθνική Συνέλευση, αναπτύσσεται η αξία του αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδος το οποίο και «διακελεύεται» προς κάθε Χριστιανό. Η επιστολή αρχίζει ως εξής:

«Αναφέρομεν, ότι η πίστις προς τον Θεόν και η αγάπη εις την πατρίδα, ότι είναι τα τιμιώτατα εις τον άνθρωπον, υπάρχει πασίδηλον. Διά τοι τούτο διακελεύεται έκαστος των χριστιανών, ένεκα τούτων, πίστεως και πατρίδος, αντιπραττόμενος να μάχηται μέχρι θανάτου.» (Ερμιόνη, 21/2/1827).[65]

Λογικά το σύνθημα διαδίδονταν κυρίως προφορικά μεταξύ των επαναστατών, σε μια εποχή όπου η εγχώρια τυπογραφία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και ο οιονεί κρατικός μηχανισμός πολύ ανίσχυρος για να το αναπαράγει. Είναι δεδομένο ότι η Επανάσταση είχε έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα και ότι οι επαναστάτες είχαν στόχο την απελευθέρωση μιας υπαρκτής πατρίδας, κάτι που διατυπώνεται και σε κείμενα όπως ο όρκος των Φιλικών και οι διακηρύξεις των Εθνοσυνελεύσεων.

Μεταξύ της ρωσικής και της ελληνικής περίπτωσης υπάρχει μια σημαντική διαφορά: Από την εποχή του Μ. Πέτρου η έννοια της ρωσικής πατρίδας είναι στενά δεμένη με το ρωσικό κράτος και τον τσάρο, ενώ οι Έλληνες δεν έχουν δικό τους ελεύθερο εθνικό κράτος ούτε εθνικό ηγεμόνα. Φαίνεται όμως ότι μεταξύ των υπόδουλων Ελλήνων υπήρχε η πίστη σε μια κατεχόμενη μυστική πατρίδα, λόγος για τον οποίο άλλωστε οι Τούρκοι αποκαλούνταν «αγαρηνοί», δηλαδή αποβλητέοι ξένοι χωρίς δικαιώματα. Αυτή η πατρίδα, ελληνο-βυζαντινή σε χαρακτήρα, είχε τα βασικά στοιχεία ενός σκαιώδους κράτους, με ηγέτες (Πατριάρχη, διαδόχους αυτοκρατορικών οικογενειών), πρωτεύουσα (Κωνσταντινούπολη), περιφερειακές διοικητικές δομές (κοινότητες, δημογεροντίες, ενορίες), εθνική-θρησκευτική ενότητα, επίσημη γλώσσα, και τους νόμους «των αειμνήστων Χριστιανών αυτοκρατόρων» όπως αναφέρεται στις πρώτες εθνοσυνελεύσεις. Πέρα από τη λαϊκή βούληση, όλα αυτά είχαν και ισχυρή θρησκευτική νομιμοποίηση, μέσω κατάλληλης ερμηνείας των Γραφών και των μεσσιανικών προφητειών που αναπαράγονταν από ανθρώπους της Εκκλησίας. Η Ιερουσαλήμ και οι υπόδουλοι Ισραηλίτες ήταν μια συνηθισμένη αλληγορία για την ελληνική πατρίδα και το έθνος/γένος, που συναντάται και σε επαναστατικές ομιλίες.[66]  Σύμφωνα με τον Κολοκοτρώνη, «Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα. […] Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά».[67] Ο Κολοκοτρώνης τονίζει και την ιεραρχία των λέξεων («πρώτα πρώτα είπαμε υπέρ Πίστεως και ύστερα υπέρ Πατρίδος»). Στις προκηρύξεις του Υψηλάντη η ελληνική πατρίδα φαίνεται να προσδιορίζεται γεωγραφικά στα Νότια Βαλκάνια και σαφώς διαχωρίζεται από τη Μολδαβία και τη Ρουμανία τις οποίες θεωρεί πατρίδες των Μολδαβών και των «Δακών»:

«Άνδρες Δάκες! Σήμερον αφήνω την ευλογημένην γην της Μολδαϋίας και πατώ εις το έδαφος της αγαπητής σας πατρίδος. […] Άνδρες Δάκες! Πορευόμενος όπου η φωνή της πατρίδος μου με προσκαλεί, …» (Ιάσιο, 3/3/1821).[68]

Στην προκήρυξη προς τους Έλληνες που φέρει τον τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», υπάρχουν ισορροπημένες αναφορές στην ελληνική πατρίδα, την αρχαία ιστορία, τα πολιτικά δικαιώματα και τα θρησκευτικά δικαιώματα. Γίνεται αναφορά στους καταπατημένους ναούς, το Σταυρό, την Ορθόδοξη πίστη, τους ιερείς και το σέβας προς την ιερά θρησκεία. Η τελευταία παράγραφος της προκήρυξης καλεί για «ελευθερία εις την κλασικήν γην της Ελλάδος».

Πίνακας του Γερμανού ζωγράφου Paul Emil Jacobs. Συμβολίζει τον αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδος μέχρις εσχάτων. Ο Τούρκος έχει πυρπολήσει την εκκλησία και έχει αποσπάσει ιερά άμφια και σκεύη (η θρησκεία). Στο πλαίσιο αρχαίες κολώνες (η πατρίδα). Ο πατέρας νεκρός, ο Τούρκος αρπάζει την μάνα, και ο γιός ετοιμάζεται να κάνει χρήση της τελευταίας σφαίρας.

Πιάτο από πορσελάνη, από την Γαλλία της σειράς Montereau, πρώτο μέρος 19ου αιώνα. Οι Ελληνες λαμβάνουν τις ευλογίες του αρχιεπισκόπου στο Μεσολόγγι για τον αγώνα τυς υπέρ της θρησκείας (ο σταυρός στο χέρι του αρχιεπισκόπου) και της πατρίδας (η σημαία στο χέρι του αγωνιστή)

Συμπέρασμα

Το επαναστατικό σύνθημα του ’21 «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» έχει προϊστορία τουλάχιστον μιας χιλιετίας στο Βυζάντιο και τη Δυτική Ευρώπη, όπως τεκμηριώνεται από τις γραπτές πηγές. Οι καταβολές του πιθανώς είναι ακόμα αρχαιότερες, όπως διαφαίνεται από τις λίγες προ-μεσαιωνικές ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές που σώζονται. Οι δύο ιδεολογικοί στυλοβάτες του, δηλαδή η έννοια της πατρίδας (με όποιες αποχρώσεις είχε κατά καιρούς) και η πίστη στην ύπαρξη θείων και ιερών οντοτήτων, είναι επίσης αρχαίοι. Στον ελληνικό χώρο το σύνθημα παύει να ακούγεται μετά την Άλωση, αλλά έχει μια λαμπρή συνέχεια στη Ρωσία, όπως και στη Δυτική Ευρώπη. Το σύνθημα περίπου όπως μας είναι γνωστό από την προκήρυξη του Υψηλάντη και τα έγγραφα της Επανάστασης ήταν πολύ διαδεδομένο στη Ρωσία μετά την εποχή του Μεγάλου Πέτρου. Στην επαναστατημένη Ελλάδα είχε επίσης μια φυσική αποδοχή, που λογικά οφείλεται στην προφορική και κρυφή εθνική κατήχηση που γινόταν στη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

 

Παραπομπές

[1] Gaida Fedor, «For Faith, Tsar and Fatherland» …, 2013, www.pravoslavie.ru/61882.html
[2] Βλ. πλήρες κείμενο και εικόνα του πρωτοτύπου στο www.ypsilantio.gr.
[3] Χαρακτηριστική είναι η αμηχανία του Βασίλη Κρεμμυδά ο οποίος γράφει ότι η λέξη πατρίδα «έρχεται κατ’ευθείαν από τη Γαλλική Επανάσταση», χωρίς να σχολιάζει την λ. πίστις. Κρεμμυδάς Β., 2017, σ. 61, 63. Βλ. περισσότερα στο Γ. Λουκίδης «Η μικρότητα του  μαρξιστή ιστορικού  …», 5 Ιουλ. 2017. Ο Κρεμμυδάς αλλού (ΤΑ ΝΕΑ, 24/3/2011) είχε γράψει ότι η λ. πατρίδα ήταν «νέα λέξη» κατά την Επανάσταση.
[4] Bowden, Hoplites and Homer, 1993, σ. 45-63, ιδίως 60, 61.
[5] Καραπλή Κατερίνα, «Οι καντάτορες», 1996, σ. 243, υποσημ. 70, 71. ● http://maronas480.blogspot.com/p/blog-page_12.html. ● Οι στίχοι «τεθνάμενον γαρ καλόν …» που εκφράζουν την αξία του θανάτου στη μάχη υπέρ πατρίδος, είναι το πρότυπο του λατινικού “Dulce et decorum est pro patria mori” (Οράτιος), και της γνωστής διασκευής από τον Σπ. Τρικούπη «Τί τιμή στο παλικάρι όταν πρώτo στη φωτιά, / σκοτωθή για την Πατρίδα …». Οι στίχοι «ἀθανάτοισι θεοῖσ’ … ἡγεμ[όνι]» προέρχονται από αποσπάσματα σε πάπυρο που δημοσιεύτηκαν μεταγενέστερα, το 1918. Η Κ. Καραπλή παρατηρεί τις ιδεολογικές αναλογίες των ποιημάτων του Τυρταίου με τις προτροπές των βυζαντινών Τακτικών, και το ότι και τα δύο χρησιμοποιούνταν σαν ψυχική προετοιμασία πριν από τη μάχη. Μαρνάμενον = μαχόμενον.
[6] Αισχύλου, Πέρσαι, 402-405, www.greek-language.gr/
[7] Οδύσσεια, δ, 564 ● Βιργίλιος, Αινειάς, 6.660.
[8] Ο Παυσανίας αναφέρει πάνω από 100 ήρωες (πολεμιστές και μη) που λατρεύονταν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Μεταξύ αυτών ο Αίας στη Σαλαμίνα, ο Καίσαρ και ο Αύγουστος στη Σπάρτη, ο Μενέλαος και ο Αχιλλέας στη Θεραπνή Λακωνίας, η Ιφιγένεια στην Αιγείρα Αχαΐας, ο Πρωτεσίλαος κλπ. Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ήταν υπαρκτό το θέμα της σύγκρισης του Χριστού με ορισμένους θεοποιημένους ήρωες, όπως ο Ηρακλής ή ο ομηρικός Πρωτεσίλαος. Marshal F., “The late antique hero”, 2011 [2008], σ. 172, 173.
[9] Στον Όμηρο η πάτρη, εκτός από την πατρίδα, σημαίνει και τον πατέρα (Ιλ. Ν, 354).
[10] Π.χ. κατά τον Κοσμά τον Αιτωλό «… ο Θεός μας έβαλεν τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθᾳ πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας» Κατά τη χριστιανική αντίληψη, η ουράνια πατρίδα είναι ιεραρχικά ανώτερη από την επίγεια, αλλά δεν καταργεί την τελευταία.  π. Μεταλληνός Γ., 26/3/2005.
[11] Στοβαίος III 40, 7, στο Ιωάννου Στοβαίου Ανθολόγιον, Thomas Gaisford, Lipsiae, 1823, τόμ. 2, 40, 7, σ. 231. https://archive.org
[12] Λουκιανός, Πατρίδος εγκώμιον, 1. https://el.wikisource.org
[13] «Μήτηρ δε άλλη μεν άλλου· κοινὴ δε πάντων, πατρίς.» Γρηγόριος ο Θεολόγος (π. 369), Επιστολή 37 προς Σωφρόνιο, Migne J.P., Patrologia Graeca, 1862, τόμ. 37, σ. 77-78.
[14] Π.χ. Κριταί 3,1-2, Ι.Ναυή 8, Δευτ. 7,1-2 κλπ.
[15] Οι περισσότερες σύγχρονες μελέτες γύρω από τη σχέση των πρώτων Χριστιανών με τον πόλεμο ερμηνεύουν τις πηγές αναχρονιστικά, μέσα από ένα σύγχρονο ιδεολογικό-ηθικό bias. Όμως μια μειονότητα σύγχρονων μελετητών κρίνει ότι δεν υπήρχε κάποια σαφής και ενιαία στάση των πρώτων Χριστιανών υπέρ ή κατά του (δίκαιου) πολέμου. Huttunen N., 2020, σ. 138-357, ιδίως σ. 138, 183, 184.
[16] Binkley Olin T., 1961, σ. 93–94.
[17] Οι απόψεις των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας, και κυρίως του Αυγουστίνου, γύρω από τον πόλεμο συνοψίζονται στο Russel Frederick H., The Just War in the Middle Ages, 1975, σ. 1-40.
[18]pro veritate fidei, et salvation patriae, ac defensione Christianorum”. Gaines Post, 1953, σ. 282. O Kantorowicz (1951, σ. 481) το αποδίδει στον Πάπα Νικόλαο Α’ (858-867).
[19] Migne J.P., Ελληνική Πατρολογία, 1863, τόμ. 107, σ. 828.
[20] Ό.π., 107, σ. 949, ιστ’, ιθ’.
[21] Anonymus Byzantinus, Rhetorica militaris, έκδοση 1855, σ. 8, ΙΧ,2. Επισήμως το κείμενο αποδίδεται σε «Ανώνυμο Βυζαντινό», που παλαιότερα πιστευόταν ότι ήταν του 6ου αιώνα. Νεώτερες έρευνες το αποδίδουν στον Συριανό Μάγιστρο που έζησε τον 9ο αιώνα. Ωστόσο, κάποια τμήματα πιθανότατα προέρχονται από παλαιότερα συγγράμματα.
[22] Meursius J. «Βιβλίον Τακτικόν …», 1745, τόμ. 6, στ. 1288.
[23] Κωνσταντινίδης Κ., Τα στρατιωτικά εγχειρίδια των Βυζαντινών …, 2011, σ. 68, 69. Για Θείες Λειτουργίες πριν τη μάχη 69, 70.
[24] Giakoumis Konstantinos, “Byzantine coins in Berat …”, 2018, σ. 66 κ.ε.
[25] Οι πολεμικοί άγιοι (Δημήτριος, Γεώργιος, Προκόπιος, Θεόδωροι κ.ά.) και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ απεικονίζονταν σε πολεμικές σημαίες (φλάμουλα, φλάμπουρα) τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα, όπως προκύπτει από το «Περί των οφφικιαλίων του Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως …» που αποδίδεται στον Γεώργιο Κωδινό (Ψευδοκωδινό). Saxby M.S., 2018, σ. 53.
[26] Bachrach David S., Religion and the Conduct of War, 2003, σ. 156.
[27] Aποδίδεται στα σύγχρονα αγγλικά ως “for their country and race, and for the faith of Jesus Christ”. Frantzen Allen J., 2004, σ. 65.
[28]  Για την Εκκλησία ως πατρίδα βλ. Russel, 1975,σ. 39. Για περισσότερα παραπέμπει στο Kantorowicz Ε., The Kings Two Bodies, 1985, σ. 232-49.
[29] Varga Β., 2010, σ. 302.
[30] Forgath F., Rerum Hungaricum …, 1788, σ. 49 ● Varga B., 2010, σ. 303.
[31] Varga Β., 2010, σ. 304-306. Ως έθνος αποδίδω το “nation” του αγγλικού κειμένου.
[32] Ribini Joannes, Memorabilia …, 1787,  σ. 330.
[33] Οι προκηρύξεις υπάρχουν στο Φωτεινός Ηλίας, Οι άθλοι της εν Βλαχία ελληνικής επαναστάσεως, 1846. Προκηρύξεις προς Δάκες κτλ, σ. 33 κ.ε. Στις προκηρύξεις είναι διακριτές οι πατρίδες των Ελλήνων, των Δακών (Ρουμάνων) και των Μολδαβών.
[34] Arriani Tactica & Mauricii Artis militaris libri dvodecim, έκδοση σχολιασμένη Johannes Schefferus, Ουπσάλα, 1664, Λόγος 7ος, κεφ. Β’, σ. 138. Αδνουμιάζω = αγιάζω.
[35] Migne, 1863, τόμ. 107, σ. 844  και σ. 1060 αντίστοιχα.
[36] Φωτόπουλος Αθ., «Βιογραφία του αγωνιστού Αναγνώστη Γιαννοπούλου», [1983], 1986, σ. 330, 331. Η Περιστέρα Καλαβρύτων και τα πέριξ χωριά, γνωστά και ως Κλουκίνες, κατά τον Α. Φραντζή ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης με τους προκρίτους την 24 Μαρτίου 1821. Αναφέρεται και στο Λουκίδης Γ. Δύο ομιλίες του Παλαιών Πατρών Γερμανού…, 2018, σ. 78.
[37] Φραντζής (ή Σφραντζής) Γεώργιος , Χρονικό Majus, κεφ. B’, 1477, στο Κείμενα Νεοελλ. Λογοτεχνίας (Α’ Γεν. Λυκείου), σ. 66.
[38] Nestor-Iskender, The Tale of Constantinople. Οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν «ξανθά γένη» και άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, όπως τους Φράγκους και τους Λογγοβάρδους (Τακτικόν Ψευδο-Μαυρικίου, αναφέρεται στο Καραπλή Κ., σ. 250).
[39] Λάμπρος Σ.Π., Αργυροπούλεια, 1910, σ. 39, στ. 14-16. Το παλαιότερο σωζόμενο χειρόγραφο της ομιλίας είναι του 15ου αιώνα.
[40] Kharkhordin Oleg, “What Is the State? …”, 2000,  p. 15.
[41] Bartlett Rosamund, “The Meaning of Motherland”, 2006, σ. 4. Στο www.simoncroberts.com.
[42] Το λεξικό SLOVNIK STAROUKRAINSKOI MOVI XIV-XV ST., T. 2, Kiiv: Naukova Dumka, (1978), σ. 111, 112, στο https://archive.org/ στο λήμμα Отчизна έχει αρκετές παραπομπές σε σλαβικά κείμενα του 15ου αιώνα με παραδείγματα της χρήσης της λέξης, αλλά το εμπόδιο της γλώσσας δεν μου επιτρέπει να τα διερευνήσω.
[43] Έπη Ομήρου, πρωτότυπο και νεοελληνικές μεταφράσεις, στο http://users.sch.gr/
[44] History of Russian Literature, The Chronicle Story of the Battle of Kulikovo (κεφ. “14th-15th century, 1st half”) www.rusliterature.org/
[45] Crummey Robert O. The Formation of Muscovy…, 2014, κεφ. 7 (σελίδες άνευ αριθ.). Στα έπη της μάχης του Κουλίκοβο χρησιμοποιούνται φραστικά σχήματα που βρίσκονται σε αγιολογικά κείμενα των ετών 1396 έως 1418 του ιερομονάχου Επιφανείου του Σοφού, ο οποίος είχε ασκηθεί στην Ιερουσαλήμ και το Άγιον Όρος.
[46] Ελεύθερη μετάφραση από το αγγλικό που υπάρχει στο Stoyanov Yuri, “Eastern Orthodox Christianity”, στο G. M. Reichberg & H. Syse (eds.), 2014, σ. 192.
[47] Halperin Charles J. “The Concept of the Russian Land …”, 1975, σ. 36.
[48] Karamzin Nikolay, Istoriia gosudarstva Rossiiskogo, τομ. 5, σ. 35. Αναφέρεται στο Parppei Kati M.J., The Battle of Kulikovo Refought…, 2017, σ. 124.
[49] Plokhy S., The Cossacks and Religion …, 2001, σ. 168.
[50] Plokhy S., The Origins of the Slavic Nations, 2006, σ. 193
[51] Kharkhordin, σ. 14 και σημ. 56.
[52] Zdenko Zlatar, The Poetics of Slavdom…, 2007, τ. 2, σ. 686.
[53] Gaida F., “For Faith, Tsar and Fatherland…”
[54] Betsy Perabo, Russian Orthodoxy and the Russo-Japanese War, 2017, σ.  70, 71.
[55] Βαρδίδης Εμμανουήλ «ο Κρής» (εκδ.), Κρητικαί ρίμαι: Tα τραγούδια Δασκαλογιάννη και Αληδάκη, 1905, σ. 22, στχ. 751-754. Βλ. επίσης Καλλιβρετάκης Λ., «Η Επανάσταση και το τραγούδι του Δασκαλογιάννη», ΤΑ ΝΕΑ, 30 Αυγ. 2000, σ. 16, 17.
[56] Грамота на права, вольности и преимущества благородного российского дворянства, 21 Απρ. 1785, στο  https://constitution.garant.ru/history/act1600-1918/2400
[57] McBurney Erin, “Art and Power in the Reign of Catherine the Great, 2014, σ. 28, 152, 154, 155.
[58] Kupryushkin Sergey, Наградные медали России … (Απονομή μεταλλίων της Ρωσίας κατά τους Ναπολεοντείους πολέμους του 1807-1814)  ● Gaida F., 2013. ● Frary Lucien J., Russia and the Making of Modern Greek Identity, 2015, σ.20, αναφέρεται στο Αργυράκος Γ.Λ & Αργυράκου Κ.Κ, Η Επανάσταση του ’21 στην Gazette de Lausanne, 2017, σ. 36, υποσημ. 7.
[59] Zamotin Ivan I. «Russian Bulletin by Glinka”, στο «Отечественная война и Русское общество» 1812-1912 (Πατριωτικός Πόλεμος και Ρωσική Κοινωνία: 1812-1912), έκδοση 1912, τόμ. 5, σ. 130-138. (σε ρωσική γλώσσα, με δυνατότητα αυτόματης μετάφρασης στα αγγλικά).
[60] Wikipedia (γερμανικά), άρθρο «Mit Gott für König und Vaterland».
[61] APPA, “Manifesto after the capture of Paris …”, 18-3-2018, http://news.ap-pa.ru/.
[62] Wortman Richard S., 2012, σ. 1099.
[63] Αρχεία Ελλ. Παλιγγενεσίας. τ. 1, σ. 434.
[64] Ό.π., τ. 1, σ. 406 και σ. 463 αντίστοιχα.
[65] Ό.π., τ. 3, σ. 341.
[66] Για παράδειγμα, βλ. ανάλυση της ομιλίας του Παλαιών Πατρών Γερμανού την 8/20 Μαρτίου 1821 στην Αγ. Λαύρα, στο Γ. Λουκίδης, Δύο ομιλίες …, 2017.
[67] Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, Καταγραφή Γ. Τερτσέτη,επιμέλεια Τάσος Βουρνάς, Αθήνα 1983, σ.178. Αναφέρεται στο Κολιόπουλος Ι. κ.ά., Ιστορία …, βιβλίο μαθητή ΣΤ’ Δημοτικού, τ. 2, σ. 29. ● Αναφορές του Κολοκοτρώνη όπως «Η Γαλλική επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε κατὰ την γνώμην μου να ανοίξη τα μάτια του κόσμου …» πρέπει να είναι παρεμβάσεις του Τερτσέτη (ο οποίος κατέγραψε τα απομνημονεύματα), αφού είναι απίθανο ότι η μεγάλη μάζα του λαού (και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης) ήταν σε θέση να γνωρίζει ή να κατανοεί τα της Γαλλ. Επανάστασης. Είναι χαρακτηριστική η ισχνή παρουσία στην Ελλ. Επανάσταση συνθημάτων περί ισότητας, δημοκρατίας και συναφών εννοιών οι οποίες ήταν κεντρικές στη Γαλλική Επανάσταση.
[68] Φωτεινός Ηλίας, 1846, σ. 36.

 

Βιβλιογραφία

  • Anonymus Byzantinus, Rhetorica militaris ή Δημηγορίαι προτρεπτικαί προς ανδρείαν …, έκδοση Köchly Hermann, Turici (Ζυρίχη) 1855, https://reader.digitale-sammlungen.de/
  • APPA, “Manifesto after the capture of Paris on March 19, 1814”, http://news.ap-pa.ru/news/ 18-3-2018, και http://nlr.ru/e-res/law_r/search.php
  • Arriani Tactica & Mauricii Artis militaris libri dvodecim, έκδοση σχολιασμένη Johannes Schefferus, Ουπσάλα, 1664. https://books.google.gr/
  • Bartlett Rosamund, “The Meaning of Motherland”, 2006. Στο www.simoncroberts.com
  • Betsy Perabo, Russian Orthodoxy and the Russo-Japanese War, Bloomsbury Publishing, 2017.
  • Binkley Olin T., επισκόπηση του βιβλίου του Roland H. Bainton. Christian Attitudes Toward War and Peace, N. York and Nashville: Abingdon Press, 1960, στο Journal of Church and State, Vol. 3, Issue 1, May 1961, σ. 93–94, doi.org/10.1093/jcs/3.1.93 και https://academic.oup.com
  • Bachrach David S., Religion and the Conduct of War, C. 300-1215, Boydell Press, 2003. https://books.google.gr
  • Bowden, “Hoplites and Homer: Warfare, hero cult, and the ideology of the polis”, στο Rich, D., Rich, J., Shipley, G. (Eds.), War and Society in the Greek World. London: Routledge, 1993, https://doi.org/10.4324/9780203431467, σ. 45-63. https://books.google.gr
  • Crummey Robert O. The Formation of Muscovy 1300–1613, Routledge, 2014. https://books.google.gr
  • Forgath F., Rerum Hungaricum sui temporis Commentarii, 1788, http//books.google
  • Frantzen Allen J., Bloody Good: Chivalry, Sacrifice, and the Great War, University of Chicago Press, 2004. https://books.google.gr.
  • Gaida Fedor, «For Faith, Tsar and Fatherland»: to the history of the famous military motto.», ρωσικά «ЗА ВЕРУ, ЦАРЯ И ОТЕЧЕСТВО»: К ИСТОРИИ ЗНАМЕНИТОГО ВОИНСКОГО ДЕВИЗА», 31/5/2013, στο http://pravoslavie.ru/61882.html , με δυνατότητα μετάφρασης μηχανής στα αγγλικά.
  • Gaisford Thomas (εκδ.), Ιωάννου Στοβαίου Ανθολόγιον, Lipsiae, 1823, https://archive.org
  • Giakoumis Konstantinos, “Byzantine coins in Berat …”, στο “The role of money in wartime”, 2nd Conference of the Museum of the Bank of Albania, Tirana, 2018, www.bankofalbania.org/Publications
  • Halperin Charles J. “The Concept of the Russian Land from the Ninth to the Fourteenth Centuries.” Russian History, vol. 2, no. 1, 1975, pp. 29–38. JSTOR.
  • History of Russian Literature. WordPress, 2020, www.rusliterature.org/
  • Huttunen Niko, Early Christians Adapting to the Roman Empire, Brill, 2020, κεφ. 4, “Brothers in Arms: Soldiers in Early Christianity”, σ. 138-357. https://helda.helsinki.fi/
  • Kantorowicz Ernst H, “Pro Patria Mori in Medieval Political Thought”, The American Historical Review, Vol. 56, No. 3 (Apr., 1951), pp. 472-492. JSTOR.
  • Kantorowicz Ernst H., The King’s Two Bodies, Princeton University Press, 1985. https://books.google.gr
  • Kharkhordin Oleg, “What Is the State? The Russian Concept of Gosudarstvo in the European Context”, XVIII World Congress of the International Political Science Association, 2000, https://eusp.org/, και στο www.academia.edu/
  • Kupryushkin Sergey, Наградные медали России периода Наполеоновских войн 1807-1814 гг (Απονομή μεταλλίων της Ρωσίας κατά τους Ναπολεοντείους πολέμους του 1807-1814) http://www.museum.ru/museum/1812/Army/Awards1/index.html
  • Marshal Francisco, “The late antique hero” στο P. Brown & R. Lizzi Testa (eds.) Pagans and Christians in the Roman Empire: The Breaking of a Dialogue, LIT, Zürich 2011 [2008]. https://books.google.gr
  • McBurney Erin, “Art and Power in the Reign of Catherine the Great: The State Portraits”, διδακτορική διατριβή, School of Arts and Sciences, Columbia University, 2014. https://academiccommons.columbia.edu/doi/10.7916/D8CC0XT5
  • Meursius Joannes, «Βιβλίον Τακτικόν … όπερ συνέγραψε Κονσταντίνος Βασιλεύς …», Florentiae, 1745, τόμ. 6, στ. 1288. https://books.google.gr
  • Migne Jacques Paul, Ελληνική Πατρολογία (Patrologiae cursus completus), έκδοση 1862 https://books.google.gr, έκδ. 1863. http://graeca.patristica.net/.
  • Nestor-Iskender, The Tale of Constantinople.  Σε παλαιά ρωσικά, παράγραφοι με ζυγούς αριθμούς, στο http://myriobiblion.byzantion.ru/romania-rosia/nestor1.htm. Σε νέα ρωσική γλώσσα, § C με μονούς αριθ., στο http://myriobiblion.byzantion.ru/romania-rosia/nestor2.htm,  Επίσης στο http://lib.pushkinskijdom.ru/Default.aspx?tabid=5059.
  • Parppei Kati M.J., The Battle of Kulikovo Refought: “The First National Feat”, Brill, 2017, https://books.google.gr
  • Plokhy Serhii, The Cossacks and Religion in Early Modern Ukraine, Oxford Univ. Press, 8 Νοε 2001. https://books.google.gr
  • Plokhy Serhii, The Origins of the Slavic Nations, Cambridge Univ. Press, 2006.
  • Ribini Joannes, Memorabilia Augustanae Confessionis in regno Hungariae a Ferdinando  I, 1787. https://books.google.gr.
  • Russel Frederick H., The Just War in the Middle Ages, Cambridge University Press, 1975. https://books.google.gr
  • Saxby Michael-Stephen, Remilitarising the Byzantine Imperial image: a study of numismatic evidence and other visual media 1042-1453. Ph.D. Thesis, University of Birmingham, 2018.
  • SLOVNIK STAROUKRAINSKOI MOVI XIV-XV ST., T. 2, Kiiv: Naukova Dumka, 1978, https://archive.org/
  • Stoyanov Yuri, “Eastern Orthodox Christianity”, στο Gregory M. Reichberg, Henrik Syse (eds.), Religion, War, and Ethics: A Sourcebook of Textual Traditions, Cambridge University Press, 2014. https://books.google.gr.
  • Varga Benedek, “Political humanism and the corporate theory of state: Nation, Patria And Virtue In Hungarian Political Thought Of The Sixteenth Century”, στο Balazs Trencsenyi & M. Zászkaliczk (eds.), Whose Love of Which Country ? …, Brill, 2010
  • Wikipedia, άρθρο “Mit Gott für König und Vaterland” (γερμ.).
  • Wortman Richard S., “1812 in the Evocations of Imperial Myth”, Revue des études slaves, 83 (4) 2012. doi : https://doi.org/10.3406/slave.2012.8296
  • Zamotin Ivan I. «Russian Bulletin» by Glinka, στο Отечественная война и Русское общество 1812-1912, έκδοση 1912, τ. 5, www.museum.ru/museum/1812/Library/Sitin/book5_07.html
  • Zdenko Zlatar, The Poetics of Slavdom: The Mythopoeic Foundations of Yugoslavia, 2007, τ. 2, https://books.google.gr

 

Ελληνική βιβλιογραφία

  • Αργυράκος Γεώργιος Λ. & Αργυράκου Κωνσταντίνα Κορασόν, Η Επανάσταση του ’21 στην Gazette de Lausanne, Εκδ. «Ελίκρανον», Αθήνα 2017
  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821-1832, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971-2001, ψηφιοποιημένο στο https://paligenesia.parliament.gr.
  • Βαρδίδης Εμμανουήλ «ο Κρής» (εκδ.), Κρητικαί ρίμαι: Tα τραγούδια Δασκαλογιάννη και Αληδάκη, β’ έκδ.,  Χανιά, 1905. http://repository.academyofathens.gr/document/171635.pdf
  • Βικιθήκη, https://el.wikisource.org
  • Έπη Ομήρου, http://users.sch.gr/
  • Καλλιβρετάκης Λεωνίδας «Η Επανάσταση και το τραγούδι του Δασκαλογιάννη», ΤΑ ΝΕΑ, 30 Αυγ. 2000, σ. 16, 17. http://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/8776
  • Καραπλή Κατερίνα, «Οι καντάτορες», Εώα & Εσπέρια, 1996, 2, 229-252, doi.org/10.12681/eoaesperia.34
  • Κολιόπουλος Ιωαννης κ.ά., Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου, βιβλίο μαθητή ΣΤ’ Δημοτικού, 2ος τόμος. http://prosvasimo.iep.edu.gr/Books
  • Κρεμμυδάς Βασίλης, Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, Gutenberg, 2017, https://issuu.com/.
  • Κρεμμυδάς Βασίλης, «Το ιδεολογικό στίγµα του 1821» ΤΑ ΝΕΑ, 24/3/2011, www.tanea.gr/
  • Κωνσταντινίδης Κωνσταντίνος, Τα στρατιωτικά εγχειρίδια των Βυζαντινών ως πηγή πολιτιστικών στοιχείων και αντιλήψεων, …, Μεταπτυχ. Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή, 2011, http://ikee.lib.auth.gr/record/126532?ln=el
  • Λάμπρος Σπυρίδων Π., Αργυροπούλεια, 1910, https://Books.google.gr
  • Λουκίδης Γεώργιος, «Η μικρότητα του μαρξιστή ιστορικού  μπροστά στο 1821», Αντίβαρο, 5 Ιουλ. 2017. www.antibaro.gr/article/17246.
  • Λουκίδης Γεώργιος Δύο ομιλίες του Παλαιών Πατρών Γερμανού στην Αγία Λαύρα το Μάρτιο 1821, Αθήνα, Ελίκρανον, 2018.
  • Μαυρικίου Τακτικά, βλ. Arriani Tactica …
  • Μεταλληνός Γεώργιος, «Έθνος-Εθνικισμὸς & Ορθόδοξο φρόνημα». Ἱερὰ Μητρόπολις Γερμανίας (26/3/2005), http://users.uoa.gr.
  • Φραντζής (ή Σφραντζής) Γεώργιος, Χρονικό Majus, 1477, στο Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Α’ Γεν. Λυκείου), Α’ τεύχος – Βιβλίο Μαθητή. ebooks.edu.gr
  • Φωτεινός Ηλίας, Οι άθλοι της εν Βλαχία ελληνικής επαναστάσεως το 1821 …, Λειψία, 1846.». https://anemi.lib.uoc.gr.
  • Φωτόπουλος Θ. Αθανάσιος, «Βιογραφία του αγωνιστού Αναγνώστη Γιαννοπούλου», Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών (Καλάβρυτα, 1983), Πελοποννησιακά, Παράρτ. 11, Αθήνα, 1986.

 

Ιστοχώροι.

  • http://constitution.garant.ru/history/act1600-1918/2400/ Грамота на права, вольности и преимущества благородного российского дворянства, 21 Απρ. 1785
  • http://maronas480.blogspot.com/p/blog-page_12.html, Τυρταίος. Πρόσβαση 19-9-2020.
  • www.greek-language.gr, Αισχύλου, Πέρσαι.
  • www.ypsilantio.gr. Προκήρυξη «Μάχου υπέρ πίστεως …»