Ιταλός αξιωματικός της μεγάλης στρατιάς του Ναπολέοντος

 

Ο Pietro Tarella (1781 – 1822), ήταν Ιταλός στρατιωτικός και Φιλέλληνας. Εκ των πρώτων οργανωτών τακτικού στρατού στην Ελλάδα και ήρωας της μάχης του Πέτα.

Γεννήθηκε στο Τορίνο, αλλά η καταγωγή των γονέων του Francesco Tarella και Margherita Minuti, ήταν από το Cannero[1].

Η βιβλιογραφία δεν μας παρέχει στοιχεία για τα πρώτα έτη της ζωής του. Γνωρίζουμε ότι το 1805 κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός του Πεζικού στο στρατό του νεοσύστατου Βασιλείου της Ιταλίας, το οποίο ιδρύθηκε από τον Ναπολέοντα με αντιβασιλέα τον Eugene de Beauharnais[2].

Ως αξιωματικός του στρατού του Βασιλείου της Ιταλίας, ήταν στέλεχος της Μεγάλης Στρατιάς του Ναπολέοντος κατά τους Ναπολεοντείους Πολέμους[3]. Υπηρέτησε το 1805 ως αξιωματικός φρουράς στο Στενό της Μάγχης και προήχθη σε υπολοχαγό[4]. Στη συνέχεια, το Μάρτιο του 1807, έλαβε μέρος στην πολιορκία του Kolberg της Πρωσίας, όπου προήχθη σε λοχαγό β’ τάξεως επ’ ανδραγαθία[5].

Από τις 5 Μαΐου ως τις 29 Ιουνίου 1811, έλαβε μέρος στη νικηφόρα για τους Γάλλους πολιορκία της Tarragona στην Ισπανία[6]. Στις 25 Οκτωβρίου 1811, πολέμησε στη νικηφόρα για το Γαλλικό Στρατό μάχη του Saguntum, όπου προήχθη σε λοχαγό α’ τάξεως[7]. Η προαγωγή αυτή, καθώς και οι διοικητικές ικανότητες που επέδειξε μέχρι τη μάχη του Saguntum, οδήγησαν τον αντιβασιλέα της Ιταλίας Eugene de Beauharnais, να εγκρίνει την τοποθέτηση του Tarella στο επιτελείο του[8].

Ως επιτελικός αξιωματικός πλέον, ο Tarella, στις 2 Μαΐου 1813, έλαβε μέρος στη νικηφόρα για τους Γάλλους, μάχη του Lützen στη Σαξονία[9]. Εκεί προήχθη σε ταγματάρχη επ’ ανδραγαθία[10].

Στις 8 Φεβρουαρίου 1814 έλαβε χώρα η μάχη του Mincio της Λομβαρδίας εναντίον των Αυστριακών. Η μάχη αυτή απετέλεσε το ουσιαστικό τέλος του Βασιλείου της Ιταλίας ως κρατικής οντότητας[11]. Έτσι ο Tarella τοποθετήθηκε στο Γαλλικό Στρατό και έλαβε μέρος στη μάχη του Βατερλώ στις 18 Ιουνίου 1815[12].

Μετά την Γαλλική ήττα στο Βατερλώ και την παραίτηση του Ναπολέοντος από το Γαλλικό θρόνο στις 22 Ιουνίου 1815, ο Tarella επέστρεψε στο Τορίνο[13]. Εκεί τοποθετήθηκε στο Γενικό Επιτελείο του Στρατού του Πεδεμοντίου με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη[14].

Στη συνέχεια ο Tarella συμμετείχε στα φιλελεύθερα κινήματα της χώρας του, με αποτέλεσμα να αποστρατευθεί λόγω της δράσης του αυτής.

Με την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, ο Tarella είναι από τους πρώτους Φιλέλληνες που αποφασίζει να μεταβεί στην Ελλάδα και να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Αναχώρησε από την Τεργέστη και έφθασε στην Ελλάδα (στην Υδρα) στις 7 Ιουνίου 1821[15], με το ίδιο πλοίο που μετέφερε τον Δημήτριο Υψηλάντη, τον σπουδαίο Φιλικό Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, τον ηρωικό Γάλλο Φιλέλληνα Joseph Baleste και τον σημαίνοντα Ιταλό Φιλέλληνα, επίλαρχο Andrea Dania, στο ταξίδι από την Τεργέστη[16].

Στις 2 Ιουλίου 1821, τοποθετείται υπασπιστής του Δημητρίου Υψηλάντη και λαμβάνει μέρος στην μάχη για την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς. Όταν ολοκληρώθηκαν οι επιχειρήσεις, ο Tarella, ο Βρετανός επιτελάρχης του Υψηλάντη και σημαίνων Φιλέλληνας Thomas Gordon, οι περισσότεροι Φιλέλληνες, και ο ίδιος ο Υψηλάντης, ανέλαβαν άλλες αποστολές και δεν παρέστησαν στην είσοδο των Ελλήνων στην Τριπολιτσά, στις 23 Σεπτεμβρίου 1821[17].

Μετά την κατάληψη της Τριπολιτσάς, ο Tarella, επέστρεψε στην Ιταλία, με στόχο να μυήσει περισσότερους συμπατριώτες του στο Φιλελληνικό Κίνημα, και να προμηθευθεί πολεμοφόδια για τους αγωνιζόμενους Έλληνες και Φιλέλληνες[18]. Αντίθετα, ο Dania έμεινε στην Ελλάδα και έλαβε μέρος στην πρώτη επιχείρηση για την απελευθέρωση του Ναυπλίου, η οποία έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 1821[19].

Αφού ολοκλήρωσε την αποστολή του στην Ιταλία, ο Tarella επανήλθε στην Ελλάδα, στις 3 Ιανουαρίου 1822[20]. Εκεί ανέλαβε την αποστολή της συγκρότησης του Πεζικού του πρώτου Τακτικού Στρατού στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον Νόμο  “Περί Οργανώσεως του Στρατού “, τον οποίο ψήφισε το Βουλευτικό στο Ναύπλιο, την 1η Απριλίου 1822 και που απετέλεσε τη βάση της μετέπειτα στρατιωτικής νομοθεσίας[21].

Ο Tarella ανέλαβε διοικητής στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού, με άμεσο συνεργάτη του, τον Andrea Dania, διοικητή του Τάγματος Φιλελλήνων. Ο γενικός διοικητής του Τακτικού Στρατού, ήταν ο σημαίνων Γερμανός Φιλέλληνας Στρατηγός, κόμη Karl Friedrich Leberecht von Normann-Ehrenfels. Η πρώτη αποστολή του Τακτικού Στρατού ήταν η λύση της πολιορκίας του Σουλίου από τις Οθωμανικές δυνάμεις, το αποτέλεσμα της οποίας θα ήταν η αναζωπύρωση του Αγώνα στην Ήπειρο, η περαιτέρω ενίσχυση των Ελληνικών Δυνάμεων με έμπειρα κι αξιόμαχα στελέχη, καθώς και η απομάκρυνση του κινδύνου της άμεσης καθόδου των Οθωμανών για την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης προς τον νότο[22].

Οι Normann, Tarella και Dania αντιμετώπιζαν αρκετά στρατηγικά ζητήματα. Για παράδειγμα, οι αποφάσεις και οι κινήσεις ήταν αργές. Αντί να κινηθούν οι Έλληνες και οι Φιλέλληνες ταχέως προς την Άρτα, χωρίς να επιτρέψουν στους Τούρκους τη συγκέντρωση στρατεύματος που θα τους έδινε στρατηγικό πλεονέκτημα, άφησαν να χαθεί πολύτιμος χρόνος. Από την μία οι Τούρκοι συγκέντρωναν ανενόχλητοι δυνάμεις, όταν από την άλλη, ο Ελληνικός στρατός άρχιζε να αντιμετωπίζει ασθένειες και έλλειψη τροφίμων. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα ήταν η συμπεριφορά των ατάκτων. Και ιδιαίτερα του οπλαρχηγού Μπακόλα. Επίσης, υπήρξε προβληματισμός για το πως θα ενσωματώνονταν στο σχέδιο της μάχης, μονάδες ατάκτων. Μάλιστα ήδη πολλές ημέρες πριν την έναρξη της πορείας προς την Άρτα, φημολογείτο πως ο Μπακόλας τηρούσε μία παράξενη στάση και ότι είχε σχέση με τους Τούρκους. Ήταν βέβαια αδύνατο να πιστέψει κανείς, ότι ένας Έλληνας θα πρόδιδε τον αγώνα των συμπατριωτών του[23].

Οι Ελληνικές δυνάμεις ήρθαν σε επαφή με τους Τούρκους στο Κομπότι, στις 22 Ιουνίου 1822. Το πολεμικό σχέδιο προέβλεπε ότι, “οι Φιλέλληνες, ως τακτικοί στρατιώτες, δεν πρέπει ν’ αναζητούν τις κορυφές των βουνών για να αμύνονται άνετα, αλλά να μένουν στα σπουδαία και επικίνδυνα σημεία και να μη χάνουν την ευκαιρία να αναμετρηθούν με τον εχθρό”[24]. Κατόπιν αυτού, το 1ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον Tarella και το Τάγμα των Φιλελλήνων υπό τον Dania, τοποθετήθηκαν σε κρίσιμα σημεία στους πρόποδες των υψωμάτων. Η εχθρική επίθεση αποκρούσθηκε επιτυχώς και οι Τούρκοι υποχώρησαν προς την Άρτα με σοβαρές απώλειες[25].

 

Αναπαράσταση της μάχης στο Κομπότι. Έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, παραγγελία του Στρατηγού Μακρυγιάννη (Συλλογή ΕΕΦ).

 

Από το Κομπότι οι Φιλέλληνες, ήδη καταπονημένοι από κόπωση, ασθένειες, πείνα και δίψα, έφυγαν εσπευσμένα με νυχτερινή πορεία προς το Πέτα, όπου μετακινούνταν οι Τούρκοι. Εκεί συγκεντρώθηκαν και οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις, και άρχισε η προετοιμασία της μάχης.

Στο πολεμικό συμβούλιο των αρχηγών ανέκυψαν διαφωνίες για δύο ζητήματα: 1) Για τη θέση του τακτικού στρατού σε σχέση με τους ατάκτους. Δηλαδή, ποιοι θα αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή και ποιοι τα μετόπισθεν, και 2) για το αν έπρεπε ή όχι να χρησιμοποιηθούν οχυρώματα (ταμπούρια). Για το πρώτο επικράτησε η άποψη να τοποθετηθούν οι δυνάμεις κυκλικά γύρω από το Πέτα. O Normann δυσαρεστήθηκε από την απόφαση αυτή και αντιλαμβανόμενος τη μειονεκτική θέση της ελληνικής πλευράς, ένιωσε την υποχρέωση να εκθέσει τις ανησυχίες του με επιστολή προς τον Μαυροκορδάτο[26]. Ο Μαυροκορδάτος, αν και ήταν ο αρχηγός των Ελληνικών δυνάμεων, απουσίαζε από το πεδίο της μάχης. Είχε εγκαταστήσει το αρχηγείο του στη Λαγκάδα, έξι ώρες μακριά από το Πέτα[27]. Στην επιστολή του ο Normann τόνιζε ότι οι τακτικοί στρατιώτες αριθμούσαν πλέον μόλις 515[28]. Επίσης σημείωνε ότι φοβόταν ότι ο Μπακόλας θα εγκατέλειπε τη θέση του και ότι οι υπόλοιποι άτακτοι δεν θα ήταν σε θέση να βοηθήσουν. Ο Μαυροκορδάτος δεν πείστηκε και το σχέδιο μάχης δεν άλλαξε. Και έτσι, για λόγους ευγενείας, οι Φιλέλληνες αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή[29].

Μετά τη διαφωνία των αρχηγών σχετικά με τα οχυρώματα, επικράτησε η άποψη ότι έπρεπε να κατασκευαστούν. Όπως μάλιστα βεβαιώνουν πολλές πηγές, τα “ταμπούρια” χρησιμοποιήθηκαν και από Φιλέλληνες. Πρόκειται για μία σπάνια περίπτωση κατά την οποία Ευρωπαίοι στρατιώτες πολέμησαν με τον “ελληνικό τρόπο”. Δηλαδή, με τις μεθόδους των ατάκτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Φιλέλληνες είχαν ένα διαφορετικό κώδικα γενναιότητας και τιμής, ο οποίος προκύπτει από μία θέση που αποδίδεται στον Dania : «τα ταμπούρια μας είναι τα στήθη μας»[30].

Έγιναν και άλλα λάθη όμως, τα οποία οφείλονταν στην έλλειψη πλήρους ελέγχου από πλευράς των Φιλελλήνων αξιωματικών. Μετά την μάχη στο Κομπότι, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης με το Σώμα του, επέστρεψε στην Πελοπόννησο, έπειτα από εντολή τού πατέρα του, πράγμα για το οποίο κατακρίθηκε[31]. Την ίδια στιγμή, αναχώρησαν 1.200 μαχητές προς τον βορρά, για να βοηθήσουν τους Σουλιώτες. Μαζί τους ήταν οι Μάρκος Μπότσαρης, Καρατάσος, Αγγελής Γάτσος, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Αλεξάκης Βλαχόπουλος και Αντρέας Ίσκος. Οι 1.200 αυτοί μαχητές δεν μπόρεσαν καν να πλησιάσουν το Σούλι. Οι Τούρκοι τους σταμάτησαν στο χωριό Πλάκα στις 29 Ιουνίου 1822 και τους συνέτριψαν. Όσοι επέζησαν επέστρεψαν στο Πέτα. O Γώγος Μπακόλας παρέσυρε τον Μάρκο Μπότσαρη να κινηθεί προς το Σούλι, και μόλις αυτός ξεκίνησε, ειδοποίησε τους Τούρκους για να τον παγιδεύσουν στην Πλάκα[32].

Την ημέρα της μάχης του Πέτα, έφθασε επίσης στην Σπλάντζα ένα Σώμα Μανιατών με τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη για να βοηθήσει τους Έλληνες, το οποίο όμως δεν εντάχθηκε και πάλι σωστά σε ένα ενιαίο στρατηγικό σχέδιο. Ένα σώμα Σουλιωτών έφθασε εκεί και ενώθηκε μαζί τους, για να αντιμετωπίσουν τις Τουρκικές δυνάμεις που εστάλησαν για να τους απωθήσουν. Στην μάχη αυτή εφονεύθη ο ίδιος ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης[33].

Όλες αυτές οι κινήσεις ήταν εκτός γενικού συντονιστικού σχεδίου, και δυσχέραιναν το έργο των Ελληνικών δυνάμεων που θα αντιμετώπιζαν την κύρια επίθεση των Τούρκων. Και πάλι όμως, παρά τον μικρό αριθμό τους, οι δυνάμεις αυτές μπορούσαν ακόμη να νικήσουν.

Στις 16 Ιουλίου 1822 τα χαράματα ξεκίνησε η επίθεση των τουρκικών δυνάμεων που είχαν φθάσει από την Άρτα (7.000 με 8.000). Ο Normann ξύπνησε τους άνδρες, τους εμψύχωσε με θερμά λόγια και επιθεώρησε έφιππος όλες τις θέσεις.

 

Αναπαράσταση της μάχης του Πέτα. Έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, παραγγελία του Στρατηγού Μακρυγιάννη (Συλλογή ΕΕΦ).

 

Στην αρχή οι δυνάμεις των Φιλελλήνων και το Τακτικό Σώμα απωθούσαν τα πολυάριθμα στρατεύματα των εχθρών με μεγάλη επιτυχία. Οι διαρκείς και συντονισμένες βολές θέριζαν τους επιτιθέμενους. Το κλειδί της επιτυχίας στον τρόπο αυτό του πολέμου, είναι οι στρατιώτες να παραμένουν ψύχραιμοι, να γεμίζουν διαρκώς και γρήγορα τα όπλα τους, να πυροβολούν με ομοβροντίες, και κυρίως να κρατούν τη θέση τους, χωρίς να επιτρέπουν ρήγμα στις τάξεις τους. Το 1ο Σύνταγμα Πεζικού και το Τάγμα των Φιλελλήνων αποτελούσαν ένα αδιαπέραστο τείχος, καθώς η εκπαίδευση του Baleste απέδιδε τους καρπούς της[34].

Δυστυχώς όμως ξαφνικά συνέβη το μοιραίο. Ο οπλαρχηγός Μπακόλας και οι άνδρες του εγκατέλειψαν προδοτικά τις θέσεις τους, με αποτέλεσμα οι τουρκικές δυνάμεις να προσβάλλουν τα νώτα του 1ου Συντάγματος Πεζικού και του Τάγματος Φιλελλήνων[35]. Ο Tarella προσπαθούσε να εμψυχώσει τους άνδρες του Συντάγματός του. Περικυκλώθηκε από τους επιτιθέμενους Τούρκους και βρήκε τραγικό θάνατο (τον αποκεφάλισαν)[36].

Τότε τέθηκε επικεφαλής του 1ου Συντάγματος Πεζικού ο ίδιος ο στρατηγός Normann, ο εμβληματικός Φιλέλληνας, και το οδήγησε πάλι στη μάχη, με συγκλονιστικά λόγια: “Για τη σωτηρία των Φιλελλήνων! Νίκη ή θάνατος!”. Στην έφοδο που ακολούθησε, δέχθηκε μια σφαίρα στο στήθος και μεταφέρθηκε στα μετόπισθεν για να αντιμετωπισθεί το σοβαρό τραύμα του[37]. Προοδευτικά το Σύνταγμα άρχισε να υποχωρεί και αποτελούσε πλέον εύκολο στόχο για τους Τούρκους ιππείς. Οι Φιλέλληνες είχαν εγκαταλειφθεί από όλες τις δυνάμεις των ατάκτων. Οι δυνάμεις των Φιλελλήνων και Επτανησίων, γνώρισαν μία θλιβερή και άδικη πανωλεθρία. Περικυκλώθηκαν από τον εχθρό σε ένα εκτεθειμένο σημείο και αποδεκατίσθηκαν.

Ακολούθησαν συγκλονιστικές σκηνές απίστευτου ηρωισμού. Ο Dania που εμψύχωνε έφιππος τους στρατιώτες του Τάγματος Φιλελλήνων μέχρι το τέλος, περικυκλώθηκε από Τούρκους, οι οποίοι τον αποκεφάλισαν όπως και τον Tarella[38]. Δεκαπέντε Πολωνοί, με αρχηγό τους τον Πολωνό αξιωματικό Mierzewski, συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο κέντρο του Πέτα και πολέμησαν με απίστευτη γενναιότητα, φθάνοντας να μάχονται ακόμη και στην σκεπή της εκκλησίας. Σκοτώθηκαν όλοι ηρωικά[39]. Μάλιστα οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά στη σκεπή του ναού για να τους κάψουν ζωντανούς όταν κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να τους καταβάλλουν. Ένας Γάλλος αξιωματικός, ο Mignac (ο οποίος είχε συγκρουσθεί με Γερμανούς φιλέλληνες κατά την διάρκεια της εκστρατείας), πολέμησε και αυτός με μοναδική γενναιότητα Ομηρικών αναλογιών. Οι Τούρκοι επιχειρούσαν να τον συλλάβουν ζωντανό επειδή φορούσε εντυπωσιακή στολή και θεωρούσαν ότι αυτός ήταν ο στρατηγός Normann, αρχηγός των Φιλελλήνων. Ο Mignac αρνήθηκε να παραδοθεί και μαχόταν γενναία. Στο τέλος, σοβαρά τραυματισμένος στο πόδι, επειδή δεν μπορούσε να σταθεί, στηρίχθηκε στον κορμό μίας ελιάς για να παραμείνει όρθιος και μαχόμενος συνεχώς προς όλες τις κατευθύνσεις, εξουδετέρωσε δεκατέσσερεις Τούρκους. Το σώμα του ήταν γεμάτο πληγές, και όταν έσπασε το σπαθί του, αυτοκτόνησε κόβοντας τον λαιμό του[40].

Από τους εθελοντές του τακτικού σώματος σκοτώθηκαν 160 Επτανήσιοι και Φιλέλληνες (το ένα τρίτο). Πολλοί ήταν και οι αιχμάλωτοι, που οδηγήθηκαν στην Άρτα και θανατώθηκαν αφού βασανίσθηκαν και εξευτελίσθηκαν με φρικτό τρόπο. Πολλοί Φιλέλληνες υποχρεώθηκαν να περπατούν επί ώρες γυμνοί, κρατώντας στα χέρια τους τα κομμένα κεφάλια των συντρόφων τους[41].

Οι λίγοι επιζήσαντες συγκεντρώθηκαν στη Λαγκάδα, ανάμεσά τους και η τραγική φιγούρα της ημέρας, ο ευγενής και γενναίος στρατηγός Normann. Όπως και μετά τη μάχη στο Κομπότι, έτσι και αυτή τη φορά έφθασε στο στρατόπεδο τελευταίος πάνω στο ετοιμοθάνατο άλογό του και παρουσιάστηκε στον Μαυροκορδάτο στον οποίο ανέφερε τα εξής: “Τα χάσαμε όλα, Υψηλότατε, εκτός απ’ την τιμή μας![42]. Το 1ο Σύνταγμα Πεζικού, το Τάγμα των Φιλελλήνων, και εκατοντάδες ενθουσιώδεις Ευρωπαίοι Φιλέλληνες, και Επτανήσιοι, δεν υπήρχαν πια.

 

Μνημείο στο Πέτα, στην μνήμη των πεσόντων Φιλελλήνων στην μάχη του Πέτα

 

Η Ελλάδα και η ΕΕΦ τιμούν την ηρωική μνήμη του Pietro Tarella και των γενναίων συναγωνιστών του, οι οποίοι αγωνίσθηκαν μέχρις εσχάτων για την Ελευθερία της Ελλάδος και τρέφουν αιώνια ευγνωμοσύνη για την θυσία τους.

 

Παραπομπές

[1] Συλλογικό, “Tarella, Pietro”, εκδ. Α Spese Degli Editori, Φλωρεντία, 1853.
[2] Miller, E.J., “The Napoleonic Kingdom of Italy”, εκδ. περ. “The British Museum Quarterly“, Λονδίνο, 1967, τεύχος 31.
[3] Gregory, Desmond, “Napoleon’s Italy“, εκδ. Associated University Presses, Plainsboro, 2001.
[4] Elting, John R., “Swords Around A Throne: Napoleon’s Grand Armee“, εκδ. Free Press, Νέα Υόρκη, 1988.
[5] Horward, Donald D., “Napoleonic military history:a bibliography“, εκδ. Garland Publishing, Νέα Υόρκη, 1986, σελ. 639.
[6] Gates, David, “The Spanish Ulcer: A History of the Peninsular War“, εκδ. Pimlico, Λονδίνο, 2002.
[7] Smith, Digby, “The Napoleonic Wars Data Book “, εκδ. Greenhill, Λονδίνο, 1998.
[8] Φορνέζης, Ερρίκος, “Οι Φιλέλληνες”, εκδ. περ. “Εβδομάς”, Αθήνα, 1884, σελ. 125.
[9] Chandler, David G., “The Campaigns of Napoleon. The mind and method of history’s greatest soldier“, εκδ. Simon and Schuster, Νέα Υόρκη, 2009, σελ. 1120.
[10] Φορνέζης, Ερρίκος, “Οι Φιλέλληνες”, εκδ. περ. “Εβδομάς”, Αθήνα, 1884, σελ. 125.
[11] Uffindell, Andrew, “Great Generals of the Napoleonic Wars“, εκδ. Spellmount Ltd., Stroud, 2003.
[12] Stites, Richard, “The Four Horsemen: Riding to Liberty in Post-Napoleonic Europe“, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 2014.
[13] Βλ. στο ίδιο.
[14] Φορνέζης, Ερρίκος, “Οι Φιλέλληνες”, εκδ. περ. “Εβδομάς”, Αθήνα, 1884, σελ. 125.
[15] Πρασσά, Αννίτα, “Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του 1821”, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα, 1999.
[16] Ξάνθος, Εμμανουήλ, “Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 1996, σελ. 168.
[17] Persat, Maurice, “Memoires du Commandant Persat, 1806 à 1844”, εκδ. Librairie Plon, Παρίσι, 1910, σελ. 87-88.
[18] Nada, Narciso, “La Partecipazione degli Italiani alla Guerra di Indipendenza Ellenica. Risorgimento Greco e Filellenismo Italiano: Lotte, cultura, arte”, εκδ. Edizioni del Sole, Ρώμη, 1986, σελ. 89.
[19] Συλλογικό, “Italy on the Rimland. Storia Militare di una Penisola Eurasiatica“, εκδ. Società Italiana di Storia Militare, Ρώμη, 2019, 1ος τόμος, σελ. 143.
[20] “Τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1857, α’ τόμος, σελ. 272.
[21] Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, “Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού”, εκδ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Αθήνα, 1997.
[22] “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 1, φακ. 197, σελ. 254.
[23] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος, σελ. 177.
[24] Βυζάντιος Χρήστος, “Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833”, εκδ. Κ. Αντωνιάδου, Αθήνα, 1874, σελ. 203.
[25] Συλλογικό, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, 12ος τόμος, σ. 232.
[26] “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 2, φακ. 548, σελ. 135.
[27] Φωτιάδης, Δημήτρης, “Η Επανάσταση του ’21”, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1971, β’ τόμος, σελ. 211.
[28] Βλ. στο ίδιο.
[29] Woodhouse, Christopher Montague, “The Philhellenes”, εκδ. Fairleigh Dickinson University Press, Madison 1971.
[30] Βλ. στο ίδιο.
[31] Κολοκοτρώνης, Γενναίος, “Απομνημονεύματα”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2006.
[32] Voutier, Olivier, “Απομνημονεύματα του συνταγματάρχη Olivier Voutier από τον πόλεμο των Ελλήνων”, μετ. Ειρήνη Τζουρά, επιμ. Παναγιώτα Παναρίτη, εκδ. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα, 2019.
[33] Περραιβός, Χριστόφορος, “Πολεμικά Απομνημονεύματα. Μάχες του Σουλίου και της Ανατολικής Ελλάδας 1820 -1829”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2003, σελ. 160.
[34] St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008, σελ. 277.
[35] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος,σελ. 178.
[36] St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008.
[37] Gridley Howe, Samuel, “An Historical Sketch of the Greek Revolution”, εκδ. White, Gallaher & White, Νέα Υόρκη, 1828, σελ.
[38] Fassino, Pier Giorgio, “Andrea Dania”, εκδ. περ.”Accademia Urbense”, Ovada, Σεπτέμβριος 2006, σελ. 188.
[39] Τράιμπερ, Ερρίκος, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822- 1828”, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960, σελ. 136.
[40] Raybaud Maxime, “Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance, accompagnés de plans topographiques, avec une introduction historique par Alph. Rabbe”, εκδ. Tournachon-Molin Libraire, Παρίσι, 1824, τόμος 1.
[41] Βλ. στο ίδιο.
[42] Βλ. στο ίδιο.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Συλλογικό,  “Tarella, Pietro“, εκδ. Α Spese Degli Editori, Φλωρεντία, 1853
  • Miller, E.J., “The Napoleonic Kingdom of Italy“, εκδ. περ. “The British Museum Quarterly “, Λονδίνο, 1967, τεύχος 31.
  • Gregory, Desmond, “Napoleon’s Italy“, εκδ. Associated University Presses, Plainsboro, 2001.
  • Elting, John R., “Swords Around A Throne: Napoleon’s Grand Armee“, εκδ. Free Press, Νέα Υόρκη, 1988.
  • Horward, Donald D., “Napoleonic military history: a bibliography“, εκδ. Garland Publishing, Νέα Υόρκη, 1986.
  • Gates, David, “The Spanish Ulcer: A History of the Peninsular War“, εκδ. Pimlico, Λονδίνο, 2002.
  • Smith, Digby,  “The Napoleonic Wars Data Book“, εκδ. Greenhill, Λονδίνο, 1998.
  • Φορνέζης, Ερρίκος,  “Οι Φιλέλληνες“, εκδ. περ. “Εβδομάς“, Αθήνα, 1884.
  • Chandler, David G., “The Campaigns of Napoleon. The mind and method of history’s greatest soldier“, εκδ. Simon and Schuster, Νέα Υόρκη, 2009.
  • Uffindell, Andrew, “Great Generals of the Napoleonic Wars“, εκδ. Spellmount Ltd., Stroud, 2003.
  • Stites, Richard, “The Four Horsemen: Riding to Liberty in Post-Napoleonic Europe“, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 2014.
  • Πρασσά, Αννίτα, “Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του 1821“, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα, 1999.
  • Ξάνθος, Εμμανουήλ, “Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας“, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 1996.
  • Persat, Maurice, “Memoires du Commandant Persat. 1806 à 1844“, εκδ. Librairie Plon, Παρίσι, 1910.
  • Nada, Narciso, “La Partecipazione degli Italiani alla Guerra di Indipendenza Ellenica. Risorgimento Greco e Filellenismo Italiano: Lotte, cultura, arte“, εκδ. Edizioni del Sole, Ρώμη, 1986.
  • Συλλογικό, “Italy on the Rimland. Storia Militare di una Penisola Eurasiatica“, εκδ. Società Italiana di Storia Militare, Ρώμη, 2019, 1ος τόμος.
  • “Τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας“, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1857, α’ τόμος.
  • Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, “Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού“, εκδ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Αθήνα, 1997.
  •  “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου“, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 1.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence“, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008.
  • Voutier, Olivier, “Απομνημονεύματα του συνταγματάρχη Olivier Voutier από τον πόλεμο των Ελλήνων“, μετ. Ειρήνη Τζουρά, επιμ. Παναγιώτα Παναρίτη, εκδ. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα, 2019.
  • Κολοκοτρώνης, Γενναίος, “Απομνημονεύματα“, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2006.
  • Περραιβός, Χριστόφορος, “Πολεμικά Απομνημονεύματα. Μάχες του Σουλίου και της Ανατολικής Ελλάδας 1820 -1829“, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2003.
  • Συλλογικό, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους“, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, 12ος τόμος.
  • Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως“, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος.
  • Fassino, Pier Giorgio, “Andrea Dania“, εκδ. περ. “Accademia Urbense“, Ovada, Σεπτέμβριος 2006.
  • Gridley Howe, Samuel, “An Historical Sketch of the Greek Revolution“, εκδ. White, Gallaher & White, Νέα Υόρκη, 1828.
  • Raybaud Maxime, “Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance, accompagnés de plans topographiques, avec une introduction historique par Alph. Rabbe“, εκδ. Tournachon-Molin Libraire, Παρίσι, 1824, τόμος 1.
  • “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου“, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 2.
  • Βυζάντιος Χρήστος, “Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833“, εκδ. Κ. Αντωνιάδου, Αθήνα, 1874.
  • Φωτιάδης, Δημήτρης, “Η Επανάσταση του ’21“, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1971, β’ τόμος.
  • Woodhouse, Christopher Montague, “The Philhellenes“, εκδ. Fairleigh Dickinson University Press, Madison 1971.
  • Τράιμπερ, Ερρίκος, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822- 1828“, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960.