Κώστας Α. Λάβδας

Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής & Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σχέσεων

Τμήμα ΔΕΠΣ, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Στο προηγούμενο σημείωμα αναφερθήκαμε στο περιεχόμενο και την εκρηκτική δυνητική εμβέλεια της επαναστατικής σκέψης και των συνταγμάτων της δεκαετίας του 1820. Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος ολοκληρώνουμε την εισαγωγική αυτή ανάλυση και καταλήγουμε σε κάποια συμπεράσματα σε σχέση με την εμβληματική επέτειο που πλησιάζει: όπως επισημάναμε, οι δυο αιώνες που συμπληρώνονται από την εθνεγερσία του 1821 θα πρέπει να τιμηθούν με επέτειο όχι απλώς εορταστική αλλά εθνεγερτήριο.

 

Διεθνείς σχέσεις: ο ρεπουμπλικανισμός σε διακινδύνευση

Ήδη στην Επίδαυρο, ο χαρακτηρισμός του «Προσωρινού» Πολιτεύματος προφανώς συνδεόταν και με το γεγονός ότι η επανάσταση βρισκόταν σε εξέλιξη και οι πολεμικές επιχειρήσεις καθώς και οι διπλωματικές προσπάθειες συνεχιζόταν, αλλά εξέφραζε κυρίως την πρόθεση της Συνέλευσης να αποφύγει την αντίδραση της Ιεράς Συμμαχίας και των απολυταρχικών κύκλων της Ευρώπης. Το σύνταγμα μιας μικρής χώρας, που καθιέρωνε ρεπουμπλικανικό πολίτευμα, αποτελούσε εξαίρεση ανάμεσα στα μοναρχικά καθεστώτα της περιόδου. Στη δεκαετία του 1820, μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων και την κυριαρχία της μοναρχικής παλινόρθωσης, σε όλη την Ευρώπη μόνον η Ελβετία είχε ρεπουμπλικανική μορφή καθεστώτος.

Πράγματι, λίγο αργότερα, ο Καποδίστριας χρίζεται Κυβερνήτης, όχι Πρόεδρος, σε μιαν ακόμη τακτική αποφυγής της αυστηρής κρίσης των μοναρχικών Δυνάμεων.

Η αυστηρή κρίση ήταν βεβαίως αναμενόμενη. Τα επαναστατικά συντάγματα, σε συνδυασμό και με κάποια από τα τοπικά πολιτεύματα, διαμορφώνουν μια προσέγγιση στην Ελληνική Πολιτεία που αναφέρεται στις ιστορικές παραδόσεις της ελληνορωμαϊκής πολιτικής παράδοσης και της έννοιας του δημοσίου πράγματος, res publica, όπως διαθλώνται μέσω του έργου στοχαστών του 16ου, 17ου και 18ου αιώνα. Παράλληλα, η σχεδιαζόμενη νέα Ελληνική res publica αποτελούσε κομμάτι μιας γενικότερης, συναρπαστικής αλλά βραχύβιας νοτιοευρωπαϊκής ρεπουμπλικανικής περιόδου. Μιας περιόδου που ουσιαστικά ξεκινά με το Ισπανικό Σύνταγμα του 1812, βραχύβιο αλλά εμβληματικό, και συνεχίζεται – μέσα σε πολύ διαφορετικές συνθήκες αλλά και με αξιοσημείωτα κοινά στοιχεία – με το Πορτογαλικό σύνταγμα του 1821 και τα Ελληνικά επαναστατικά συντάγματα του 1822, 1823 και 1827.

Τέλος, στην Τροιζήνα, η Εθνοσυνέλευση, προτού ψηφίσει το Σύνταγμα και μετά από δύσκολες πολιτικές διαβουλεύσεις, εξέλεξε με ψήφισμα της τον Καποδίστρια «Κυβερνήτη της Ελλάδος». Το σκεπτικό που ώθησε στην επιλογή του Καποδίστρια εκτίθεται – με κάθε έννοια – στον πρόλογο του σχετικού ψηφίσματος:

«…Η Εθνική Συνέλευσις, θεωρεί ότι η υψηλή επιστήμη του κυβερνάν την πολιτείαν και φέρειν προς ευδαιμονίαν τα έθνη, η εξωτερική και εσωτερική πολιτική, απαιτεί πολλήν πείραν και πολλά φώτα, τα οποία ο βάρβαρος Οθωμανός δεν επέτρεψε ποτέ εις τους Έλληνες. Θεωρεί ότι απαιτείται επικεφαλής της Ελληνικής Πολιτείας ο κατά πράξιν και θεωρίαν πολιτικός Έλλην, διά να κυβερνήση κατά τον σκοπόν της πολιτικής κοινωνίας…»

Οι λόγοι αποτυχίας της βραχύβιας ρεπουμπλικανικής περιόδου της Εθνεγερσίας είναι βέβαια σύνθετες και έχουν ως αφετηρία τις συνθήκες πριν την έλευση του Κυβερνήτη. Με την ανάληψη της εξουσίας, την ουσιαστική αναστολή του Συντάγματος, την συστηματική αλλά ασύμμετρη προσπάθεια αυταρχικής ανάτασης και την τραγική κατάληξη της, η περίοδος Καποδίστρια σήμανε ταυτόχρονα και το τέλος της σύντομης δεκαετίας του 1820, μιας περιόδου γεμάτης με ανολοκλήρωτες και μη πραγματοποιηθείσες δυνατότητες. Οι εισαγόμενες Μοναρχίες, ανεξαρτήτως προθέσεων, σήμαναν για την ελληνική πολιτική μια ασύμβατη και – εκ του αποτελέσματος κρινόμενη – διχαστική συμβολή.

 

Η ανέφικτη δημοκρατία

Η δυναμική της σύντομης δεκαετίας του 1820, από το «Προσωρινόν Πολίτευμα» της Επιδαύρου (1822) μέχρι την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας από τον Καποδίστρια (1828), αποτυπώνει μια διακριτή αντίληψη περί ελευθερίας και μια επίσης διακριτή αντίληψη περί πολιτείας. Όπως επισημάναμε, η ελευθερία ξεπερνά τα όρια της εννοιολόγησης της «αρνητικής ελευθερίας» του φιλελευθερισμού, ενώ στη θεμελίωση της Πολιτείας εκφράζεται η αναδυόμενη αντίληψη για μια ελληνική Res publica, μια αντίληψη που αντανακλάται με διαφορετικές αποχρώσεις και στα τρία Συντάγματα (Lavdas, 2000a, 2000b). Στα δύο πρώτα, η πολυαρχία (με συλλογική ηγεσία της Πολιτείας) εκφράζει τόσο την επίδραση των Συνταγμάτων της Γαλλικής Επανάστασης όσο και την υποκείμενη πολιτική μορφολογία των επιμέρους κοινών και πόλεων στην Ελλάδα. Ενώ με το τρίτο, το Σύνταγμα της Τροιζήνας, η προσέγγιση του υποδείγματος του Συντάγματος των ΗΠΑ εκφράζει τόσο την αγωνία των κρίσιμων στιγμών για την έκβαση του Αγώνα, λίγους μήνες πριν το Ναβαρίνο, όσο και την προσωρινή σύγκλιση ρωσόφιλων και αγγλόφιλων πρωταγωνιστών κάτω από ένα αμερικανικής έμπνευσης θεσμικό σχεδίασμα.

Η επίδραση της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης υπήρξε προφανής. Από την άλλη, η ενθουσιώδης υποδοχή του Θούριου που πρόσφερε έμπνευση και παλμό στους επαναστατημένους δεν συνεπάγεται αντίστοιχη επίδραση της πολιτικής σκέψης του Ρήγα. Για τον Ρήγα, του οποίου το τραγικό τέλος (1798) του στέρησε την εμπειρία της έμπρακτης πολιτειακής αφύπνισης των Βαλκανικών εθνικισμών, η σχεδιαζόμενη μορφή τού πολιτεύματος δεν αφορά μία συγκεκριμένη εθνότητα, αλλά όλους «τούς κατοίκους» τού γεωγραφικού πλαισίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τον Ρήγα, η καθολική πολιτική διάσταση υπερέβαινε τις επί μέρους: «η Ελληνική δημοκρατία είναι μία, με όλον οπού συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπον της διάφορα γένη και θρησκείας και δεν θεωρεί τας διαφοράς των λατρειών με εχθρικό μάτι».

 

Σχεδιάζοντας την Ελληνική ResPublica

Αλλά η ιστορία ακολούθησε άλλο δρόμο. Τα πολιτεύματα προσπάθησαν μέσα σε δυσχερείς περιφερειακές και διεθνείς συνθήκες να αποτυπώσουν, παρά τις εσωτερικές διαφορές και διενέξεις, την ιδέα της ανεξάρτητης και με αυτή την έννοια ελεύθερης πολιτείας και του ανεξάρτητου και με αυτή την έννοια ελεύθερου πολίτη.

Η σχεδιαζόμενη Ελληνική res publica αποτέλεσε τμήμα μιας γενικότερης, συναρπαστικής αλλά βραχύβιας νοτιοευρωπαϊκής ρεπουμπλικανικής περιόδου. Μιας περιόδου που περιλαμβάνει το Ισπανικό Σύνταγμα του 1812, βραχύβιο αλλά εμβληματικό, και συνεχίζεται – μέσα σε πολύ διαφορετικές συνθήκες αλλά και με αξιοσημείωτα κοινά στοιχεία – με το Πορτογαλικό σύνταγμα του 1821 και τα Ελληνικά επαναστατικά συντάγματα του 1822, 1823 και 1827.

Σε κάθε περίπτωση, η νεαρά αμερικανική Πολιτεία αποτέλεσε ένα ρηξικέλευθο, ριζοσπαστικό, αξιοζήλευτο όσο και αινιγματικό υπόδειγμα. Όπως εύστοχα επισημαίνουν οι Terence Ball και Richard Dagger, αρχικά η μορφή διακυβέρνησης που προτιμήθηκε δεν ήταν δημοκρατική αλλά ρεπουμπλικανική: Πολιτεία (Republic), όχι Δημοκρατία (Democracy). Το ίδιο το αμερικανικό σύνταγμα το πιστοποιεί αυτό, διότι δεν κάνει καμία αναφορά στη δημοκρατία. Εγγυάται, εντούτοις, σε κάθε κρατίδιο (state) την ρεπουμπλικανική μορφή διακυβέρνησης (Ball & Dagger, 2011).

Η Ελευθερία ως ανεξαρτησία αποτέλεσε, επίσης, μια έννοια ριζωμένη στο ρεπουμπλικανικό περιβάλλον. Εάν θυμηθούμε την «ελευθερία των αρχαίων εν συγκρίσει προς την ελευθερία των νεότερων» (1819) του Benjamin Constant (και την από αυτόν εμπνεόμενη εμβληματική διάκριση του Isaiah Berlin μεταξύ αρνητικής και θετικής ελευθερίας), εδώ πρόκειται σαφώς για το ρεπουμπλικανικό πρότυπο. Αυτό αντανακλάται στην όλη αντίληψη για μια ελληνική Respublica.

Πράγματι, το ρεπουμπλικανικό ρεύμα στην ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική πολιτική παράδοση διατυπώνει μια διακριτή προσέγγιση στην ελευθερία. Η προσέγγιση έχει τις πηγές της στη ρωμαϊκή αντίληψη της ανελευθερίας ως συνάρτησης όχι της ύπαρξης αυθαίρετων παρεμβάσεων ή καταναγκασμών, αλλά μιας δομικής κατάστασης εξουσίασης από κάποιον άλλο, μιας ζωής sub potestate Domini (Pettit, 1997/1999).

Η ελευθερία, σε αυτή την κοσμοαντίληψη, προϋποθέτει ανεξαρτησία. Αυτή είναι η ελληνική προσέγγιση της Ελευθερίας στην επαναστατική σύντομη δεκαετία 1821-1827, και όχι η «αρνητική» ελευθερία του σύγχρονου φιλελευθερισμού. Η ρεπουμπλικανική παράδοση (στην οποία ανήκουν τα συντάγματα της Επανάστασης) αγνοεί την – μεταγενέστερων φιλελεύθερων καταβολών – ταύτιση της ελευθερίας με την απουσία αυθαίρετων παρεμβάσεων ή καταναγκασμού.

Παρότι η Αμερικανική Επανάσταση προηγήθηκε όλων, ήταν άλλωστε συγγενέστερη της Ελληνικής, εφόσον αφορούσε την Ανεξαρτησία από μια Αυτοκρατορία, αρχικά ήταν η Γαλλική Επανάσταση εκείνη που ενέπνευσε περισσότερο (Επίδαυρος). Σε αυτό συνετέλεσε και η σαγηνευτική δυναμική της Ναπολεόντειας περιόδου.

Το ουσιώδες ζήτημα παραμένει πάντως ότι όταν τελικώς ξέσπασε η Επανάσταση και το πολιτειακό δεν μπορούσε παρά να τεθεί ως άμεσο, πρακτικό ζήτημα, η Ιερή Συμμαχία από το 1815 είχε ήδη αλλάξει ριζικά τον πολιτικό και διεθνολογικό χάρτη στην Ευρώπη. Και, μέχρι τη διάλυση της το 1830, αποτέλεσε έναν παράγοντα που οι νέες επαναστατικές δυνάμεις στη Νοτιοανατολική Ευρώπη όφειλαν να λάβουν υπόψη, ιδιαίτερα εφόσον χρειαζόταν την υποστήριξη μεγάλων Δυνάμεων για να επιβιώσουν. Εξ ου και η αγωνία για κάθε κίνηση και κάθε θεσμό «να μη θεωρηθεί ‘καρμποναρισμός’» (Κολοκοτρώνης).

 

Η των ονομάτων επίσκεψις

Ποια είναι η παρακαταθήκη της σύντομης ρεπουμπλικανικής δεκαετίας του 1820; Για να αντιληφθούμε το εύρος και την κρισιμότητα της πρόκλησης, θα πρέπει – με αφορμή και τη δυναμική της δεκαετίας του 1820 – να συνειδητοποιήσουμε ότι στη νεότερη και σύγχρονη Ελλάδα γίνεται καταχρηστική αξιοποίηση της έννοιας της δημοκρατίας, ακόμη και όταν καταφανώς αυτό που σημαίνεται είναι η πολιτεία. Και ότι η χρήση αυτή έχει συνέπειες στο επίπεδο τόσο του πολιτικού συμβολισμού όσο και της πολιτικής διαβούλευσης. Όπως έχουμε επιχειρηματολογήσει προ ετών (Lavdas, 2000a, 2000b, Λάβδας, 2010), η ατυχώς καθιερωμένη αυτή χρήση (π. χ., «Δημοκρατία της Βαϊμάρης», «Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας», «Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία») φτάνει σε ακρότητες όταν επιχειρείται η αναδρομική εφαρμογή της ακόμη και σε πολιτεύματα με σαφώς αριστοκρατικό χαρακτήρα. Όταν π. χ. αναφέρεται η αναγεννησιακή Βενετία ως «Γαληνοτάτη Δημοκρατία» αντί του ορθού «Γαληνοτάτη Πολιτεία».

Το ζήτημα είναι ουσιαστικό και αφορά ευαίσθητες πτυχές της πολιτικής παιδείας μας. Εκκινώντας από τη ψευδή θέση (και συνείδηση) ότι η «δημοκρατία» είναι δεδομένη, οι πολίτες χάνουν τόσο την δυνατότητα κριτικής αποτίμησης της δημοκρατικότητας των θεσμών με βάση κανονιστικά κριτήρια περί δημοκρατίας όσο και την ευκαιρία να κοιτάξουν κατάματα τα πραγματικά θεσμικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά του συστήματος διακυβέρνησης στο οποίο διαβιούν, εργάζονται και πολιτεύονται.

Η δημοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί μια κομβική έννοια της κανονιστικής (normative) πολιτικής σκέψης, η οποία επεξεργάζεται αξίες και υποδείγματα για την καλή διακυβέρνηση και, στη συνέχεια, επιχειρεί να αντλήσει κριτήρια για την αποτίμηση των υφιστάμενων θεσμών. Είναι βέβαια γεγονός ότι, από τον Πλάτωνα μέχρι σήμερα, η ένταση στις σχέσεις μεταξύ της πολιτικής σκέψης και του δήμου αντανακλάται σε περιπέτειες άλλοτε διδακτικές και άλλοτε τραγικές. Αλλά η κατάχρηση της έννοιας της δημοκρατίας επιχειρεί να αμβλύνει την ένταση αυτή με τρόπο τεχνητό, χωρίς να κατορθώνει να την υπερβεί.

Από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους, μέσω της Αναγέννησης, μέχρι τα χρόνια του σύντομου αντι-μοναρχισμού της Αγγλικής Κοινοπολιτείας και τις μετέπειτα επιδράσεις στην Αμερικανική Επανάσταση και τη διαμόρφωση του αμερικανικού συνταγματισμού, τα ρεπουμπλικανικά πρότυπα αφορούν τόσο θεσμούς όσο και αξίες. Αναφέρονται σε μια πολιτεία στην οποία οι θεσμοί κυβερνούν. Αναφέρονται, επίσης, στην ελευθερία με την έννοια της απουσίας δομικών συνθηκών κυριαρχίας, στην «ελευθερία πριν τον φιλελευθερισμό», για να θυμηθούμε τον τίτλο του περίφημου βιβλίου του Quentin Skinner (1998).

Ουσιώδη ζητούμενα είναι το κράτος δικαίου που εγγυάται διαδικασίες και δικαιώματα και το πρότυπο νομιμοποίησης της διακυβέρνησης που προσανατολίζεται σταθερά και χωρίς προπαγανδιστικές παραμορφώσεις στις αξίες του «δημοσίου πράγματος» (res publica). Δεν χρειάζεται βέβαια να ακολουθεί κανείς την ρεπουμπλικανική παράδοση ή να την επεξεργάζεται (όπως ο Philip Pettit και ο Quentin Skinner) για να αντιληφθεί ότι ο ρεπουμπλικανισμός ούτε ταυτίζεται απαραίτητα με αντιμοναρχικές τάσεις ούτε τις προϋποθέτει: εστιάζεται στο πρότυπο θεσμικής διακυβέρνησης και τις αξίες που το χαρακτηρίζουν, ανεξαρτήτως του εάν επικεφαλής τίθεται μονάρχης ή πρόεδρος (βλ., μεταξύ άλλων, Scruton, 2007: 594).

Γνωρίζουμε βέβαια ότι η ρεπουμπλικανική παράδοση σταδιακά παραμερίστηκε. Η ιδεολογική άνοδος του ωφελιμισμού και η όσμωση μεταξύ ωφελιμισμού και ρευμάτων του φιλελευθερισμού οδήγησαν στην εγκατάλειψη της πολιτειοκρατικής διάστασης του ρεπουμπλικανισμού. Παράλληλα, το ρεπουμπλικανικό έλλειμμα έδωσε την ευκαιρία για την αναβίωση ποικίλων εκδοχών του κοινοτισμού, σοσιαλιστικών και μη. Στόχος όσων αναφέρονται με συνέπεια στις παραδόσεις του ρεπουμπλικανισμού είναι η ανάδειξη ενός προβληματισμού για θεσμικές μορφές της πολιτείας και για έννοιες ελευθερίας που δεν επικράτησαν στο σύνολό τους, παρουσιάζουν όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την οπτική γωνία του σημερινού πολίτη (Pettit 1997/1999, Lavdas & Chryssochoou, 2011).

Με άλλα λόγια, η δυτική πολιτική πράξη επέλεξε θεσμούς που εγγυώνται τη διατήρηση μιας μορφής αρνητικής ελευθερίας των πολιτών (απουσία αυθαίρετων δημόσιων καταναγκασμών και παρεμβάσεων) αλλά αδιαφορούν για τις συνθήκες δομικής εξάρτησης στις οποίες οι πολίτες αυτοί ενδέχεται να περιέλθουν. «Επιλέξαμε σωστά;» είναι το ερώτημα με το οποίο καταλήγει ο Quentin Skinner στο εμβληματικό έργο του για την «Ελευθερία πριν το Φιλελευθερισμό» (Skinner, 1998: 120).

 

Αντί συμπεράσματος: Το 1821 στο αύριο της Ελλάδας 

Στο προκαταρκτικό αυτό σχεδίασμα, επιχειρήσαμε να αναδείξουμε την πολυσήμαντη δυναμική της σύντομης ρεπουμπλικανικής δεκαετίας του 1820. Πρόκειται για μια συναρπαστικά τολμηρής αλλά και δυσάρεστα βραχύβιας άσκησης πολιτειακού πειραματισμού που σημαδεύει την αυγή της νεότερης ελληνικής κρατικότητας.

Η καθιερωμένη προσέγγιση που συμπεραίνει ότι «σε τελευταία ανάλυση, η φιλελεύθερη παράδοση αποτελεί τη σημαντικότερη προσφορά του ελληνικού αγώνα της ανεξαρτησίας στη μετέπειτα ελληνική ιστορία» (Διαμαντούρος, 1991: 48) αποτυπώνει μια υπαρκτή πολιτική διάσταση της σύνθετης, πλούσιας σε δυνατότητες δεκαετίας: όχι την μόνη πολιτική διάσταση, ούτε -κατά την άποψη μας – την πιο κρίσιμη.

Συστήνοντας μια εθνική πολιτική κοινότητα με όρους ανεξαρτησίας και ελευθερίας, τα επαναστατικά συντάγματα της δεκαετίας του 1820 εντάσσονται στο κεφάλαιο της «Ελευθερίας πριν τον Φιλελευθερισμό» που με τη σειρά της εγγράφεται στο μείζον πεδίο της ελευθερίας πέρα από τον φιλελευθερισμό, δηλαδή πέρα από τα ιδεολογικά όρια κάθε δογματικού φιλελευθερισμού. Τα συντάγματα της δεκαετίας του 1820 αποτελούν μάλλον δύστροπους – καθότι υπερβολικά απαιτητικούς – υποψήφιους για την ερμηνευτικά ισοπεδωτική, στενή και αναδρομική ματιά του σημερινού φιλελευθερισμού.

Στην πραγματικότητα, η μελέτη της ρεπουμπλικανικής δυναμικής της ελληνικής επανάστασης ως πεδίου πολιτικής δυνητικής αλλά τελικώς μη πραγματοποιηθείσας αναδεικνύει όψεις της σύντομης επαναστατικής δεκαετίας ευαισθητοποιώντας μας στην ανίχνευση του δυνητικού αλλά μη πραγματοποιηθέντος. Συντελώντας, γενικότερα, σε μια διαδικασία «ανοικείωσης», μια διαδικασία που – δρώντας αντίστροφα από τις δυνάμεις εξοικείωσης – μας βοηθά να δούμε και από άλλη σκοπιά αυτό που θεωρούμε γνώριμο και οικείο.

Μετά τις συνθήκες κρίσης και υπαρξιακής αγωνίας που βίωσε η χώρα τη δεκαετία του 2010, η επέτειος του 1821 μπορεί να γίνει καταλύτης για τον προβληματισμό επάνω στις σχέσεις ανάμεσα στους θεσμικούς σχεδιασμούς της ελληνικής πολιτικής κοινότητας και τα δημοκρατικά ιδανικά τα οποία την εμπνέουν. Το πολυεπίπεδο ζητούμενο ενός σύγχρονου αλλά όχι αναδρομικά θεμελιωμένου προβληματισμού για την ελληνική επανάσταση είναι μια τριπλή συσχέτιση: συσχέτιση της πολιτικής και των ιδεών, του δυνητικού και του πραγματοποιηθέντος, της εξοικείωσης και της ανοικείωσης.

Η Ελλάδα του 19ου αιώνα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των πολιτειακών προβληματισμών και αφουγκράστηκε τις πιο ουσιαστικές ανησυχίες και ελπίδες για την ελευθερία του μέλλοντος. Η Ελλάδα του 21ου αιώνα μπορεί να ξαναπιάσει το νήμα μέσα σε ένα νέο περιβάλλον τεχνολογικών, κοινωνικών και οικονομικών δυνατοτήτων που διψάει για ουσιαστική πολιτική συνεισφορά.

 

Περιγραφή εικόνας: Peter von Hess, εἴσοδος Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος Ὄθωνος στο Ναούπλιο στις 25 Ἰανουαρίου 1833. Λιθογραφία χαραγμένη από τον Fr. Hohe με βάση έργο του Hess.

 

Σημείωση: Η ΕΕΦ προσφέρει ένα βήμα σε επιστήμονες και προσωπικότητες κύρους για να προβάλουν ελεύθερα τις προσωπικές θέσεις τους και το επιστημονικό τους έργο. Η Εταιρεία δεν υιοθετεί τις απόψεις αυτές, δε δεσμεύεται από αυτές και δεν εγγυάται την ορθότητά τους.

 

Βιβλιογραφία

Αλιβιζάτος, Ν. Κ. (1981). Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία. Αθήνα – Κομοτηνή: Εκδόσεις: Αντ. Ν. Σάκκουλα.

Αναστασιάδης, Γ. (2001). Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδας 1821-1941. Αθήνα – Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα.

Αναστασιάδης, Γ. (2014). Οι Δημοκρατικοί Θεσμοί των Ελλήνων: Κατακτήσεις και Παλινδρομήσεις, Δοκιμές Πολιτικής και Συνταγματικής Ιστορίας (19ος και 20ος αι.). Αθήνα – Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα.

Βερέμης, Θ. Μ., Κολιόπουλος, Γ. Σ. & Μιχαηλίδης, Ι. Δ. (2018). 1821: Η δημιουργία ενός έθνους-κράτους. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Βόγλη, Ε. Κ. (2006). «Η ταυτότητα του πολίτη και η διαμόρφωση της κοινωνίας των πολιτών, 1821-1827». Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 9. Αθήνα: Εκδόσεις Δομή.

Διαμαντούρος, Ν. Ι. (1991). «ο ελληνικός απελευθερωτικός αγώνας του 1821: Μια φιλελεύθερη επανάσταση;». Σε R. Meinardus, επιμ., Ο Φιλελευθερισμός στην Ελλάδα. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», σελ. 37-48.

Κοντογιώργης, (1982). Κοινωνική δυναμική και πολιτική αυτονομία. Τα ελληνικά κοινά της τουρκοκρατίας. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη.

Κοντογιώργης, (2004). Πολίτης και Πόλις: Έννοια και τυπολογία της πολιτειότητας. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Κοντογιώργης, Γ. (2011). Περί Έθνους και Ελληνικής Συνέχειας. Θεσσαλονίκη: Ιανός.

Κοντογιώργης, (2015). «Το ‘κράτος’ του Καποδίστρια. Μια συγκριτική αποτίμηση σε σχέση με την απολυταρχία της εποχής και το κράτος έθνος». Σε    Αίνος Μνήμης Καθηγητού Ηλία Κρίσπη. Αθήνα: Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 447-460.

Λάβδας, Κ. Α. (2010). Η Πολιτική ανάμεσα στο Δυνητικό και το Οικείο. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρη.

Λάβδας, Κ. Α. (2015). Φιλελευθερισμός των Πολιτών: Εξελικτική Αναζήτηση με Ρεπουμπλικανική Πυξίδα. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Nάκος, Γ. Π.  (1974). Το Πολιτειακόν Καθεστώς της  Ελλάδος Επί Όθωνος μέχρι του Συντάγματος του 1844: Εκ των δημοκρατικών ιδεωδών της Επαναστάσεως του 1821 εις την Απόλυτον Μοναρχίαν. Διατριβή επί Διδακτορία, ΑΠΘ. Θεσσαλονίκη: Επιστημονική Επετηρίς Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών, τόμος ΙΖ.

Πανταζόπουλος, Ν. Ι. (1947/1995). Ιστορία Ελληνικού Δίκαιου, Τεύχος Β: Από της ‘’Λόγιας Παραδόσεως Εις τον Αστικόν Κώδικα. Θεσσαλονίκη – Αθήναι: Εκδοτικός Οίκος Αφοι Π. Σάκκουλα.

Πανταζόπουλος, Ν. Ι. (1993). Ο Ελληνικός Κοινοτισμός και η Νεοελληνική Κοινοτική Παράδοση. Αθήνα: Εκδόσεις «Παρουσία».

Ροτζώκος, Ν. (2006). «Η πολιτική και θεσμική θεμελίωση του επαναστατημένου έθνους, 1822-1825». Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 9. Αθήνα: Εκδόσεις Δομή.

Σαρίπολος, Ν. Ν. (1907). Η Πρώτη Εθνοσυνέλευσις και το Πολίτευμα της Επιδαύρου του 1822. Εν Αθήναις: Βασιλική Τυπογραφία Ραφτάνη – Παππαγεωργίου.

Σκουτερόπουλος, Ν. Μ. (2002). Πλάτων, Πολιτεία. Εισαγωγή, μετάφραση, ερμηνευτικά σημειώματα Ν. Μ. Σκουτερόπουλος. Αθήνα: Πόλις.

Σφυρόερας, Β. (1975). «Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως, 1822-1823». Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

Φραγκίστας, Χ. (1971). «Αι Βάσεις των Πολιτευμάτων του Αγώνος». Αφιέρωμα εις τα 150 χρόνια από της Επαναστάσεως του 1821. Θεσσαλονίκη: Εθνική Βιβλιοθήκη, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Anderson, B. (1983/2016). Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism. London: Verso.

Diamandouros, P. N. (1983). ‘Greek Political Culture in Transition: Historical Origins, Evolution, Current Trends’. In R. Clogg, ed., Greece in the 1980s. London: Macmillan.

Henderson, G. P. (1971). The Revival of Greek Thought 1620-1830. Edinburgh and London: Scottish Academic Press.

Kaltchas, N. (1940). Introduction to the Constitutional History of Modern Greece. New Υork: Columbia University Press.

Kitromilides, P. M. (1988). ‘European Political Thought in the Making of Greek Liberalism’. Parliaments, Estates and Representation, Vol. 8, pp. 11-21.

Kitromilides, P. M. (1995). ‘Europe and the Dilemmas of Greek Conscience’. In P. Carabott, ed., Greece and Europe in the Modern Period: Aspects of a Troubled Relationship. London: Centre for Hellenic Studies, King’s College.

Lavdas, K. A. (1997). The Europeanization of Greece: Interest Politics and the Crises of Integration. London / New York: Macmillan / St. Martin’s Press.

Lavdas, K. A. (2000a). ‘Republic’. In G. Speake, ed., Encyclopedia of Greece and the Hellenic Tradition, vol. II (London: Fitzroy Dearborn) pp 1444-1446.

Lavdas, K. A. (2000b). ‘Theories of Government’. In G. Speake, ed., Encyclopedia of Greece and the Hellenic Tradition, vol. I (London: Fitzroy Dearborn) pp 682-685.

Lavdas, K. A. & Chryssochoou, D. N. (2011). A Republic of Europeans: Civic Potential in a Liberal Milieu. Cheltenham, UK & Northampton, USA: Edward Elgar.

Pettit, P. (1997/1999). Republicanism: A Theory of Freedom and Government. Reissued with a new postscript. Oxford: Oxford University Press.

Scruton, R. (2007). ‘Republicanism’. The Palgrave Macmillan Dictionary of Political Thought, 3rd edition. London: Palgrave Macmillan.

Skinner, Q. (1998). Liberty before Liberalism. Cambridge: Cambridge University Press.

Κώστας Α. Λάβδας

Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής & Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σχέσεων

Τμήμα ΔΕΠΣ, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σημείωση: Η ΕΕΦ προσφέρει ένα βήμα σε επιστήμονες και προσωπικότητες κύρους για να προβάλουν ελεύθερα τις προσωπικές θέσεις τους και το επιστημονικό τους έργο. Η Εταιρεία δεν υιοθετεί τις απόψεις αυτές, δε δεσμεύεται από αυτές και δεν εγγυάται την ορθότητά τους.

 

Εισαγωγή: υποσχέσεις και δυνατότητες   

Οι δυο αιώνες που συμπληρώνονται από την εθνεγερσία του 1821 θα πρέπει να τιμηθούν με επέτειο εορταστική αλλά και -κυρίως- εθνεγερτήριο. Αξίζει να τιμήσουμε τα διακόσια χρόνια ύπαρξης του νεότερου ελληνικού κράτους με διάθεση κριτικά αναστοχαστική αλλά και σταθερά προσανατολισμένη σε ένα μέλλον με περισσότερες – και ουσιαστικότερες – δυνατότητες. Με σεβασμό στα επάλληλα στρώματα της ιστορικής έρευνας αλλά και εξερευνώντας πέρα από τα γνωστά, τα συμβατικά και χιλιοειπωμένα.

Η επίδραση του Αγώνα για την Ελληνική Ανεξαρτησία δεν περιορίζεται στις κρίσιμες πολεμικές διαστάσεις ούτε στις σύνθετες πολιτικές εξελίξεις ούτε στις εμφύλιες συγκρούσεις της δεκαετίας του 1820 ούτε στις εξωτερικές παραμέτρους, παρότι όλες υπήρξαν προφανώς σημαντικές.

Η σημασία της Επανάστασης του 1821 και των ετών που ακολούθησαν στη σύντομη δεκαετία του 1820 αναφέρεται και στο πεδίο του πολιτικού λόγου και των θεσμικών ιδεών όπως αποτυπώνονται, μεταξύ άλλων, στα συνταγματικά κείμενα από το 1822 μέχρι το 1827. Πρόκειται κυρίως για τα κείμενα της Επιδαύρου (1822), του Άστρους (1823) και της Τροιζήνας (1827). Ενώ αξιοσημείωτα υπήρξαν και τα λεγόμενα «τοπικά πολιτεύματα», τα οποία καταργήθηκαν ύστερα από απόφαση της Β’ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους, το 1823.

Αναφερθήκαμε αρχικά στις δυνατότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούμε να επισημάνουμε ότι οι μέχρι σήμερα προσεγγίσεις παρέχουν στέρεο υπόβαθρο για ανάλυση και περαιτέρω έρευνα αλλά δεν εξαντλούν την ουσιαστική συζήτηση για τις πολιτικές και θεσμικές δυνατότητες που παρουσιάστηκαν και – μέχρι ενός σημείου – διαμορφώθηκαν στα επαναστατικά χρόνια, με άλλα λόγια: δεν διερευνούν το πεδίο του δυνητικού αλλά τελικώς μη πραγματοποιηθέντος.

 

Ιστορικές κοινότητες σε διαμόρφωση

Η εθνεγερσία του 1821 είναι η συνδυαστική έκβαση μιας σειράς εξεγέρσεων και επίπονων αλλά συχνά ατελέσφορων αγώνων που – έστω και σε ένα μόνο τμήμα των εξεγερμένων περιοχών – δικαίωσαν την επιμονή και την στοχοπροσήλωση των Ελλήνων για ελευθερία και ανεξαρτησία. Ο επετειακός αναστοχασμός για την Ελληνική Επανάσταση δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στη γέννηση και την ίδια την ύπαρξη του νεότερου Ελληνικού κράτους. Ωστόσο η γέννηση του νεότερου κράτους δεν σημαίνει και γέννηση του συλλογικού υποκειμένου στο οποίο βασίζεται. Από την ιστορική σχολή Παπαρρηγόπουλου το εκκρεμές κινήθηκε τόσο μακριά που το σημερινό, προσωρινό σημείο ανάπαυσης μοιάζει ακόμη περισσότερο εξωπραγματικό. Τελικώς, η άκριτη μεταφορά και εφαρμογή παραλλαγών της γνωστής προβληματικής για τις «φαντασιακές κοινότητες» (Anderson, 1983/2016) έχει καταστεί παραπλανητική στην περίπτωση της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας.

Κι αυτό γιατί συνέχειες κάθε είδους όχι μόνον υπήρξαν αλλά ήταν κρίσιμες. Όπως έχουν καταδείξει από διαφορετικές οπτικές γωνίες και ανιχνεύοντας διακριτά πολιτικά και πολιτειακά διακυβεύματα ο Γιώργος Κοντογιώργης (για την αρχή της τοπικής πολιτειακής αυτονομίας, που ανάγεται στο ελληνικό παρελθόν της πόλης/κοινού) και ο Νικόλαος Πανταζόπουλος (για την παράδοση του ελληνικού κοινοτισμού), οι τοπικές κοινότητες διαδραμάτισαν κρίσιμους ρόλους στη διαχρονία διαμόρφωσης της ελληνικής ταυτότητας.

Ειδικότερα, όπως έχει επισημάνει διεξοδικά ο Γιώργος Κοντογιώργης, η αρχή της τοπικής πολιτειακής συγκρότησης σημαίνει ότι τα Ελληνικά κοινά και οι πόλεις εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αυτοδιοικούνταν, διατηρούσαν και επεξεργαζόταν την πολιτική κουλτούρα τους και σε σημαντικό βαθμό αποτελούσαν μετεξέλιξη συλλογικών οντοτήτων που προϋπήρχαν. Με αποτέλεσμα στοιχεία των Ελληνικών πολιτικών παραδόσεων να συνεχιστούν σε διάφορα επίπεδα των κοινών και των πόλεων αλλά και της υπερπόντιας ελληνικής παρουσίας. Αυτό, στη συνέχεια, σήμανε την επικράτηση – στο αρχικό τουλάχιστον στάδιο – μιας πολιτικής μορφολογίας του αγώνα της εθνεγερσίας όπου η ανάπτυξη βάσει των πατριωτισμών των επιμέρους κοινών/πόλεων οδήγησε στο σχεδιασμό της νέας ελληνικής πολιτείας με γνώμονα τα κοινά, ενώ για το κεντρικό σύστημα επιφυλάχθηκε ένας εναρμονιστικός ρόλος (Κοντογιώργης, 1982, 2011, 2015).

Άλλωστε, η στοχοπροσήλωση στη δημιουργία της ανεξάρτητης πολιτείας της Ελλάδας ανέδειξε τις κοινές παραμέτρους – ιδεατές, συναισθηματικές, γλωσσικές, θρησκευτικές – της εθνικής ταυτότητας που μοιράζονταν οι συμμετέχοντες στον αγώνα. Είναι βεβαίως κοινός τόπος ότι θεσμικές ρυθμίσεις και πολιτειακές προτάσεις συχνά εξέφρασαν (και εκφράζουν) στρατηγικούς ή και τακτικούς υπολογισμούς ισχυρών δρώντων. Έτσι και στα χρόνια της Επανάστασης, οι κοινοτικές παραδόσεις σε μεγάλο βαθμό «αντιπροσωπεύτηκαν» από τοπικές ολιγαρχίες που έδρασαν βάσει ιδίων στρατηγικών και συμφερόντων. Αλλά ο πολιτικός λόγος (πέρα από τις κοινοτοπίες των επικοινωνιολόγων αναφορικά με την προσπάθεια εξώθησης του ακροατή-αναγνώστη στη λήψη πολιτικής απόφασης) επιτελεί κρίσιμη ενοποιητική λειτουργία και συνθέτει πεδία πολιτικής έκφρασης και πολιτικής δράσης (Ball & Dagger, 2011). Εν προκειμένω η δυναμική των σχέσεων μεταξύ διαφορετικών πολιτικών ιδεών και ο ρόλος του πολιτικού λόγου ως πολιτικής ενέργειας συγκροτούν ένα πεδίο το οποίο μπορεί να συζητηθεί με σχετική αυτονομία, πέρα από τις ισορροπίες ανάμεσα στους αυτόχθονες και τους ετερόχθονες, πέρα από τη σύγκρουση στρατιωτικών, πολιτικών, προεστών, παλαιών Φιλικών, πέρα από τη σύγκρουση Βουλευτικού και Εκτελεστικού, πέρα από την κατασπατάληση για κομματικούς σκοπούς μεγάλου μέρους του δεύτερου δανείου, πέρα από την υποτιθέμενη «εκσυγχρονιστική» κατεύθυνση ορισμένων δρώντων και την «παραδοσιακή» άλλων.

Άμεσα σχετιζόμενη με τις προηγούμενες είναι και η τελευταία σχετική επισήμανση. Στην προσπάθεια εισαγωγής νέων θεσμών για τη ρύθμιση «του επικρατούντος εν τη μαχομένη χώρα νομικού χάους» (Πανταζόπουλος, 1947/1995: 128) δεν διαπιστώθηκαν απλές, άκριτα μιμητικές μεταφορές ευρωπαϊκών και ατλαντικών προτύπων αλλά προσπάθεια δημιουργικού συνδυασμού ιδεατών, εννοιολογικών και υλικών δεδομένων, παραδόσεων και επιρροών. Πράγματι, οι πολιτειακές προσεγγίσεις και αντιλήψεις στη σύντομη δεκαετία του 1820 εμφανίζονται να διανύουν «εισέτι το στάδιον της διαμορφώσεως» (Νάκος, 1974: 15), πράγμα που και αυτό καταδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για απλή μεταφορά προτύπων. Σε αυτή την προσπάθεια δημιουργικού συνδυασμού και διαμόρφωσης νέων προτύπων και τις δυνατότητες της θα αναφερθούμε στη συνέχεια στο πλαίσιο του παρόντος εισαγωγικού σημειώματος μας.

 

Πολιτικός φιλελευθερισμός και πολυαρχία

Τα επαναστατικά συντάγματα δέχθηκαν από νωρίς σφοδρή κριτική για την αδυναμία τους να συμβάλουν στη διαμόρφωση ισχυρής εκτελεστικής εξουσίας και την καταπολέμηση του τοπικισμού. Όπως γράφει το 1907 ο Νικόλαος Σαρίπολος, συντασσόμενος εν προκειμένω με τον Παπαρρηγόπουλο, στην Επίδαυρο ο Μαυροκορδάτος συνετέλεσε «εις την ψήφισιν πολιτεύματος πολυαρχικού, ίνα μη είπωμεν αναρχικού», καθιστώντας αδύνατη «την συγκρότησιν αληθούς κυβερνήσεως» για όλη την επαναστατημένη επικράτεια (Σαρίπολος, 1907: 18).

Όμως παρά την κριτική, η οποία φαίνεται να προϋποθέτει μια προϋπάρχουσα ενότητα η οποία απέτυχε να εκφραστεί θεσμικά, οι συναρπαστικά καινοτόμες πτυχές των επαναστατικών συνταγμάτων δεν πέρασαν απαρατήρητες. Αντίθετα, από τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα ως σήμερα, έχει διαμορφωθεί – με ασυνέχειες και διαφοροποιήσεις – μια ερμηνευτική γραμμή που ανιχνεύει και αναδεικνύει τα διακριτά εκείνα στοιχεία που εκφράζουν τον φιλελεύθερο, τον δημοκρατικό και τον πολυαρχικό χαρακτήρα των επαναστατικών συνταγμάτων (Αλιβιζάτος, 1981: 43-47, Αναστασιάδης, 2001: 17-19).

Το «δημοκρατικό» στοιχείο αναφέρεται στην «λαϊκή κυριαρχία» που εισήγαγε για πρώτη φορά το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» (Τροιζήνα) στο άρθρο 5: «η Κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος· πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού, και υπάρχει υπέρ αυτού». Η διακήρυξη αυτή επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια σε όλα τα Συντάγματα, από το 1864 μέχρι σήμερα. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας καθιέρωσε την διάκριση των εξουσιών (άρθρ. 36 – 42 Σ. Τροιζ.): «Η κυριαρχία του Έθνους διαιρείται εις τρεις εξουσίας· Νομοθετικήν, Νομοτελεστικήν και Δικαστικήν».

Ως προς την ατομική ελευθερία, γνωρίζουμε ότι η  κατοχύρωση  ατομικών  δικαιωμάτων ξεκίνησε  πράγματι με τα  πρώτα  επαναστατικά Συντάγματα. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου (1822), προέβλεπε την ισότητα έναντι των νόμων και  την  προστασία  της  ιδιοκτησίας. Στο  Σύνταγμα  του  Άστρους  (1823)  προβλέπονταν  η  ελευθερία  της έκφρασης και του τύπου και η αρχή του νόμιμου δικαστή. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827) επέκτεινε τις εγγυήσεις αυτές, ενώ κατοχύρωσε την θρησκευτική ελευθερία, καθώς και το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου.

Είναι λοιπόν προφανές ότι αποτελεί πια κοινό τόπο η διαπίστωση για τις «φιλελεύθερες» διαστάσεις των συνταγμάτων της δεκαετίας του 1820, ιδιαιτέρως δε αυτού της Τροιζήνας. Κατά την εμβληματική διατύπωση του Αλεξάνδρου Σβώλου, στο Σύνταγμα της Τροιζήνας το πολίτευμα είναι «εμπνευσμένον τόσον εντόνως από τας δημοκρατικάς και φιλελεύθερας ιδέας, ώστε δικαίως ελέχθη ότι υπερέβαινε τα ισχύοντα τότε εν Ευρώπη». Ενώ και ο Χαράλαμπος Φραγκίστας είχε επισημάνει ότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας υπήρξε ένα από τα «πλέον φιλελεύθερα» πολιτεύματα της εποχής του (Φραγκίστας, 1971: 69). Το «δημοκρατικό και φιλελεύθερο πνεύμα της παλιγγενεσίας» (Αναστασιάδης, 2014: 77) αποτελεί από καιρό – πόσο μάλλον σήμερα – σαφέστατη κοινή παραδοχή.

 

Η ελευθερία πέρα από τον φιλελευθερισμό

Ας θυμηθούμε όμως ένα από τα τοπικά πολιτεύματα, το σημαντικότερο από την άποψη των πολιτικών ιδεών. Στη Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, η οποία οδήγησε στο προσωρινό καθεστώς του «Αρείου Πάγου της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας». Στο 2ο κεφάλαιο του πρώτου μέρους της Διακήρυξης υπάρχει με μορφή Πίνακα και μια «Διακήρυξη Δικαιωμάτων και Χρεών του Έλληνος». Διακηρύσσονται οκτώ (8) δικαιώματα και οκτώ (8) αντίστοιχα καθήκοντα, σε μια προσπάθεια προσαρμογής της Γαλλικής «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων και Καθηκόντων του Ανθρώπου και του Πολίτη» του 1795. Δεν πρόκειται για απλή αντιγραφή, με δεδομένο μάλιστα ότι η Γαλλική Διακήρυξη είναι πολύ αναλυτικότερη. Αλλά εμπεριέχονται ιδέες συναρπαστικές όσο και δηλωτικές της ζωντανής ευρωπαϊκής και αμερικανικής ρεπουμπλικανικής παράδοσης.

Δύο μόνο παραδείγματα:

– «ο Έλλην είναι ανεξάρτητος» (Δικαιώματα) και εννοεί ως πολίτης ατομικά, διότι συμπληρώνει με αντιστοίχιση (στα Καθήκοντα): «ο Έλλην χρεωστεί ευπείθειαν εις τους Νόμους».

– «Ο Έλλην δεν ενοχοποιείται δια τα θρησκευτικά και πολιτικά του φρονήματα» (Δικαιώματα) – είναι το πρώτο κείμενο της επαναστατικής περιόδου στο οποίο περιλαμβάνεται μια αναφορά στην πολιτική και θρησκευτική ανεκτικότητα, με την εμβληματική αυτή διατύπωση. Και (στα Καθήκοντα): «ο Έλλην χρεωστεί να υποφέρη όλα τα θρησκευτικά και πολιτικά φρονήματα των ομοίων του».

Ποιος όμως είναι ο Έλλην ο οποίος «είναι ανεξάρτητος»; Ενώ στο σχεδίασμα του Ρήγα για την Βαλκανική ομοσπονδία και τον «αυτοκράτορα λαό» οι πολίτες οριζόταν «χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου», όπως το έθετε ο Βελεστινλής, η νέα Πολιτεία της επαναστατημένης Ελλάδας θεμελιώθηκε σε μια εθνική – ρεπουμπλικανική προσέγγιση του πολίτη.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Σύνταγμα της Τροιζήνας όριζε: «καθείς εις την Ελλάδα επαγγέλλεται την θρησκείαν του ελευθέρως και δια την λατρείαν αυτής έχει ίσην υπεράσπισιν. Η δε της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι θρησκεία της Επικρατείας». Πράγματι, αφενός η θρησκευτική ελευθερία κατοχυρώθηκε ως δικαίωμα όλων, ενώ αφετέρου η αρχική προσέγγιση στην ιδιότητα του Έλληνα πολίτη συνδυάστηκε με την Χριστιανική πίστη, στο μέτρο που η Ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία παρέμεινε συστατικό στοιχείο της Ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Επρόκειτο για μια ενδιαφέρουσα ισορροπία η οποία (με την Τροιζήνα και τη διατύπωση «θρησκεία της Επικρατείας») απέφυγε τη διαμόρφωση μιας αμιγώς Χριστιανικής Πολιτείας, μιας Res publica Christiana.

Το αίτημα για Ελευθερία οδήγησε στη διαμόρφωση ενός κεντρικού πεδίου προβληματισμού, διακηρύξεων και ρύθμισης στα χρόνια των επαναστατικών συνταγμάτων. Η Ελευθερία  στη σύντομη δεκαετία του 1820 αναφέρεται σε τρεις όψεις:(α) ανεξαρτησία, (β) ατομική ελευθερία στο πλαίσιο των ατομικών δικαιωμάτων και (γ) πολιτειακή συγκρότηση μέσω της οποίας μπορεί να ολοκληρωθεί η ελευθερία.

Όπως διαπιστώσαμε, ως προς την ατομική ελευθερία, η κατοχύρωση  ατομικών  δικαιωμάτων ξεκίνησε με τα επαναστατικά Συντάγματα. Υπάρχει, ωστόσο, μια άλλη διάσταση που συχνά λανθάνει της προσοχής των παρατηρητών. Διότι στη σύντομη δεκαετία του 1820, η Ελευθερία αντιμετωπίζεται με τρόπο συνολικότερο από αυτό που αναφέρεται στο κρισιμότατο, βεβαίως, πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων. Η άμεση σύνδεση, την οποία διαπιστώσαμε, της Ελευθερίας με την Ανεξαρτησία από τη Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος (όπου Ελεύθερος είναι ο Ανεξάρτητος), σηματοδοτεί μια γενικότερη προσέγγιση που επιβιώνει μέχρι και την Τροιζήνα: την ιδέα του ανεξάρτητου και με αυτή την έννοια ελεύθερου Πολίτη που μπορεί να υπάρξει μόνο σε μια ανεξάρτητη και ελεύθερη Πολιτεία. Είναι σε αυτό το παλίσιο που η δομική προσέγγιση που υιοθετείται από το Σύνταγμα της Επιδαύρου και τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, περιλαμβάνει την ελευθερία σαν αξία και καταδικάζει την δουλεία.

Δεν πρόκειται για την «αρνητική ελευθερία» του εξελισσόμενου φιλελευθερισμού, στο όνομα του οποίου – και με σειρά αναδρομικών θεμελιώσεων – επιχειρείται να αντιπαρατεθούν τόσο σχηματικά οι «εθνικές», «ταξικές» και «φιλελεύθερες» ερμηνείες της Επανάστασης.

Πρόκειται για την αναδυόμενη αντίληψη για μια ελληνική Res publica, μια αντίληψη που αντανακλάται με διαφορετικές αποχρώσεις και στα τρία Συντάγματα. Στα δύο πρώτα, η πολυαρχία (με συλλογική ηγεσία της Πολιτείας) εκφράζει τόσο την επίδραση των Συνταγμάτων της Γαλλικής Επανάστασης (με το Διευθυντήριο) όσο και την υποκείμενη ελληνική πολιτική μορφολογία των επιμέρους κοινών. Ενώ με το τρίτο, το Σύνταγμα της Τροιζήνας, η προσέγγιση του υποδείγματος του Συντάγματος των ΗΠΑ εκφράζει τόσο την αγωνία των κρίσιμων στιγμών για την έκβαση του Αγώνα, λίγους μήνες πριν το Ναβαρίνο, όσο και την προσωρινή σύγκλιση ρωσόφιλων και αγγλόφιλων πρωταγωνιστών κάτω από ένα αμερικανικής έμπνευσης θεσμικό σχεδίασμα.

Η ελεύθερη και συνειδητή προσήλωση στα κοινά ως απόλυτη αξιακή πυξίδα – μείζον χαρακτηριστικό της ρεπουμπλικανικής παράδοσης στον ευρωατλαντικό πολιτικό πολιτισμό – εξηγεί και το ειδικότερο φαινόμενο της αποδοχής της ατομικής υλικής υποβάθμισης υπό συνθήκες εθνικής κρίσης. Μέσα στην ένταση, την παραζάλη και την αυθεντικότητα του αγώνα, πολλοί πρωταγωνιστές (από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο μέχρι την Μπουμπουλίνα και από τον Νικηταρά μέχρι την Μαντώ Μαυρογένους), διέθεσαν όλη την περιουσία τους για την Εθνεγερσία, τελειώνοντας τον βίο πένητες. Μια γλυκόπικρη ιστορική ειρωνεία εγγράφει στη συνέχεια του ελληνικού λόγου περί πολιτείας την εγκατάλειψη της ατομικής υλικής ωφέλειας ως πρακτική συνέπεια της απόλυτης αφοσίωσης στον κοινό στόχο. Μια κατηγορία πρωταγωνιστών του Αγώνα υλοποίησε εκ των πραγμάτων – αντιμετωπίζοντας ως αποκλειστική προτεραιότητα την εξυπηρέτηση των αναγκών της Ανεξαρτησίας – την πλατωνική πρόταση για την ακτημοσύνη της τάξης που ασχολείται με τα κοινά.

Πράγματι, παρά τις ποικίλες παρερμηνείες αναγνώσεων όπως αυτή του Karl Popper, στην πλατωνική ιδεαλιστική αντίληψη η ακτημοσύνη αυτή αποτελεί επακόλουθο της απόλυτης αφοσίωσης στα κοινά, όχι ανιστορικό «προάγγελο» μιας κομμουνιστικής, καταπιεστικής κοινωνίας. Σε αυτό όπως και σε άλλα κρίσιμα σημεία (δες π.χ. την παρερμηνεία της πλατωνικής κριτικής στον «πλούτο» και την «πενία» ως στοιχείων που διαφθείρουν τη σχέση με τα κοινά ή την λανθασμένη αντίληψη περί απόλυτης έλλειψης κινητικότητας μεταξύ των τάξεων), η Ποππεριανή ανάγνωση επιχειρεί να προσαρμόσει το πλατωνικό σχεδίασμα σε μια ιδεολογική κλίνη του Προκρούστη. Ιδεολογική κλίνη χρήσιμη ίσως για τους επιπόλαιους εκλαϊκευτές του σύγχρονου φιλελευθερισμού αλλά σίγουρα απορριπτέα από τους σοβαρούς μελετητές του.

Αλλά για το εκρηκτικό περιεχόμενο και τη δυνητική εμβέλεια της επαναστατικής σκέψης και των συνταγμάτων της δεκαετίας του 1820 θα συνεχίσουμε στο επόμενο και καταληκτικό κείμενο μας (όπου παρατίθενται συνολικά και οι βιβλιογραφικές αναφορές).

Περιγραφή εικόνας: Ludwig Michael von Schwanthaler, η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο, 1836,τοιχογραφία, Ανατολικός Τοίχος, Αίθουσα Ελευθερίου Βενιζέλου, Μέγαρο της Βουλής των Ελλήνων