Του Αθ. Χ. Παπανδρόπουλου

Συμφωνώ απολύτως με τον καθηγητή της Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ κ. Τάκη Τζαμαλίκο, ότι η ολοσχερής αποτίναξη από τους Έλληνες προσωκρατικούς της δεισιδαιμονίας και η απώτερή τους αγνόηση των μυθολογικών ερμηνειών του κόσμου και της μυθολογικής σκέψης σκιαγραφεί μια βαθιά πνευματική απελευθέρωση, μέσω της οποίας διαμορφώθηκε, τότε, η ελληνική τάση για ελευθερία. Υπό αυτή την έννοια, κορυφαίο στοιχείο του ελληνισμού και υπόβαθρό του υπήρξε σε μια δεδομένη εποχή η ελευθερία. Η περίοδος των προσωκρατικών, έτσι, συνιστά μιαν απελευθέρωση η οποία λειτούργησε ως ψυχική και πνευματική αφετηρία για την κατοπινή, κορυφαία και ολοκληρωμένη έκφανση του ελληνισμού.

Κύριο δε στοιχείο αυτής της αφετηρίας είναι η διαύγεια, η οποία σε κάποια ιστορική φάση εξαφανίζεται από τον ορίζοντα των Ελλήνων. Μαζί της όμως εξαφανίζεται και ο ελληνισμός. Εξαφανίζεται αυτή η σημαντική ιδιότητα του ανθρώπου να επεμβαίνει αποφασιστικά στον κόσμο διά του ορθού λόγου, ο οποίος παρατίθεται στον μύθο. Είναι γνωστό ότι έως την εμφάνιση του ελληνισμού, ο μύθος εδέσποζε παγκοσμίως – σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Αλλά ο λόγος δεν αντιπαρατάσσεται στον μύθο, πολύ δε περισσότερο: δεν τον καταργεί. Αλλά, για πρώτη φορά, ο λόγος αναδύεται ως κάτι το αυθύπαρκτο· κάτι που διαθέτει δική του εσωτερική δυναμική και δεν στηρίζεται στα δημώδη ή επίσημα μυθολογήματα. Η πρώτη διερώτηση τότε είχε ως αντικείμενο τον κόσμο και το σύνολο των μεταβολών που συντελούνται εντός αυτού· δηλαδή αυτό που καλείται «φύση». Βεβαίως, ερμηνείες για τη φύση έδιδαν όλοι οι πολιτισμοί· αλλά ήταν όλες ερμηνείες μυθολογικής υφής. Κυκλοφορούσαν παντού μυθολογικά ποιήματα για την κοσμογονία, αλλά όλα είχαν τα τυπικά χαρακτηριστικά του μύθου· την έλλειψη εσωτερικής τάξεως, την έλλειψη λογικού ειρμού και λογικής συνέπειας, τη θολότητα και το ημίφως, μέσα στα οποία κινούνται τα αφηγούμενα. Ο μύθος απαιτεί ακροατή – ουδέποτε συζητητή· διότι δεν αντέχει σε οποιασδήποτε μορφής διαλεκτική.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, για πρώτη φορά συντελείται μια παρθενογένεση, η οποία έμελλε να αλλάξει και την πορεία του τότε γνωστού κόσμου. Η πορεία αλλά και η υφή του τελευταίου δεν ερμηνεύεται μυθολογικά, αλλά μέσω της εγκατάστασης μιας σχέσης αιτίου και αποτελέσματος. Πραγματοποιείται έτσι η μεγάλη επανάσταση της δημοκρατίας, με τον Έλληνα να συλλαμβάνει μια λογική αρχή και δι’ αυτής να υποτάσσει τον κόσμο.

Μέσα, λοιπόν, από αυτήν την εξέλιξη της ιστορίας του πνεύματος και του πολιτισμού, η λογική καθαρότητα υποστηρίζει ο καθηγητής Παν. Τζαμαλίκας, διαφορίζει πλέον θεμελιακά την ατμόσφαιρα της εποχής από το δεισιδαιμονικό κλίμα μέσα στο οποίο κινήθηκαν και αναπτύχθηκαν άλλοι πολιτισμοί της εποχής εκείνης.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνευματικό περιβάλλον, η ελευθερία δεν αποτελεί απλώς μια τάση του πνεύματος. Ήταν και τρόπος ύπαρξης που διέφερε αρκετά από τους αντίστοιχους άλλους εκείνης της εποχής. Η διαφορά αυτή δεν προέκυψε από το πλάτος των συμβατικών γνώσεων που διέθεταν οι Έλληνες· ούτε από τον βαθμό δυνατότητας που είχε ο άνθρωπος να επηρεάσει ή να τιθασεύσει τις δυνάμεις της φύσεως. Αυτά τα διέθεταν και άλλοι λαοί εκείνης της περιόδου. Η κύρια ποιοτική διαφορά του ελληνισμού, από τους άλλους τρόπους υπάρξεως, ήταν εκείνη η ιδιάζουσα πνευματική ηρεμία κατά τη θεώρηση του κόσμου· ο αδέσμευτος από κάθε δεισιδαιμονία νους, ο οποίος απλώθηκε με ελευθερία – κάποτε δε και με ελευθεριότητα. Ιδού, λοιπόν, θεμελιώδη στοιχεία της ουσίας του ελληνισμού: Το κλίμα διαύγειας, μέσα το οποίο κινείται· η λογική σκέψη, που εκπτύσσεται ελεύθερα και υπακούει μόνο στους λογικούς περιορισμούς που η ίδια θέτει στον εαυτό της, ως υπαγορευόμενους από την ίδια της τη φύση.

Έτσι η γνώση εντός του ελληνισμού έχει άλλη σημασία, έστω κι αν αυτή η γνώση απαντάται και αλλού – εκτός αυτού. Οι ίδιες γνώσεις που σε άλλους πολιτισμούς ήταν κτήμα ιερέων και εκρατούντο ζηλότυπα μυστικές, στον ελληνισμό ήταν κτήμα των λογοκρατούμενων φυσιοκρατών και ανεπτύσσοντο σε ευρύτερους κύκλους. Αλλά και αυτό τούτο το οικοδόμημα της γνώσης στον ελληνισμό ήταν ριζικά διαφορετικό: Ο ιερέας της Αιγύπτου ήξερε να μετρήσει – και μάλιστα με κάποιαν ακρίβεια· αλλά δεν είχε συλλάβει την έννοια του «μεγέθους». Ο ίδιος είχε κάποιες ημερολογιακές γνώσεις, αλλά δεν ήταν σε θέση να συλλάβει ή να δημιουργήσει την έννοια του «χρόνου». Μετρούσε όγκους, αλλά αγνοούσε την έννοια του «όγκου». Ή του «χώρου», ή της «δυνάμεως», ή του «είναι», ή του «γίγνεσθαι» κ.ο.κ. Παρά το ότι είναι δύσκολο να το συλλάβει κάποιος σήμερα, οι άλλοι πολιτισμοί εκινούντο σε ένα ριζικά διάφορο κλίμα. Οι γνώσεις τους είχαν μια «πρακτικότητα», αλλά δεν είχαν διανοητικές προεκτάσεις· δεν προέκυπταν από κάποια αφηρημένη σύλληψη, από κάποια θεωρία· η απουσία του λόγου καθιστούσε αδύνατη τη δημιουργία ενός θεωρητικού οικοδομήματος και την ανάπτυξη της αφηρημένης σκέψης διά των εννοιών (τις οποίες έννοιες ούτε καν υποψιάζοντο). Και τούτο, διότι ακόμη και η ελάχιστη διεργασία του πνεύματος ήταν αιχμάλωτη της δεισιδαιμονίας. Αντίθετα, οι Έλληνες δεν αρκέστηκαν στο ορατό· αλλά επεζήτησαν τη γνώση και του αόρατου, το οποίο «σημαίνεται» διά του ορατού.

Από την αφετηρία αυτή, θα γράψουν στον 20ό αιώνα οι Φίρκαν Μπεκιτέλ και Έντγκαρ Μαράν, ξεκινά και η ανάπτυξη του δυτικού τρόπου σκέψης και η παραγωγή πλούτου που έμελλε να αλλάξει και τη μοίρα του ανθρώπου.

Ερώτημα: η αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού είχε κάποια σχέση με τον ελληνισμό;

Γιόχαν Γιοάχιμ Βίνκελμαν (1717 – 1768), Γερμανός θεολόγος, Ελληνιστής και επιφανής αρχαιογνώστης. Πατέρας της κλασικής αρχαιολογίας.

Κωνσταντίνος Πολιάς

Η πρώτη πτυχή της φιλελληνικής διάστασης της φιλοσοφίας και της διανόησης στην Ευρώπη κατά το 18ο και 19ο αιώνα έχει να κάνει με τη σχεδόν καθολική αναγνώριση, στην παράδοση του ανθρωπισμού, της αρχαίας Ελλάδας ως πολιτισμικού ιδεώδους θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα της ευρωπαϊκής ή δυτικής νεωτερικότητας. Μια τέτοια πτυχή δεν αποτελεί φιλελληνισμό με τη στενή έννοια της υποστήριξης από αλλοεθνείς της απελευθέρωσης της νεωτερικής Ελλάδας από την τουρκική υποδούλωση, ιδίως κατά την επανάσταση του 1821. Είναι, όμως, ακριβώς αυτή η πτυχή[1], η οποία εδραιώθηκε κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, παράλληλα με την έναρξη της αναγέννησης της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων,  που καλλιέργησε σε μεγάλο βαθμό το έδαφος για τη δικαιολόγηση του φιλελληνισμού με τη στενή έννοια με βάση το επιχείρημα της πολιτισμικής οφειλής της Ευρώπης ή της Δύσης στην αρχαία Ελλάδα. Όπως σημειώνει ο Τέρενς Σπένσερ, ο φιλελληνισμός «προερχόταν από μια κλασική μεροληψία υπέρ των υποτιθέμενων απογόνων των αρχαίων παγανιστών Ελλήνων και ενέπνεε την ιδέα ότι υπήρχε μια επείγουσα ηθική υποχρέωση για την Ευρώπη να αποκαταστήσει την ελευθερία της Ελλάδας ως ένα είδος πληρωμής για τον πολιτισμό που η Ελλάδα έδωσε κάποτε στον κόσμο.»[2]

Εμβληματικό για την αναγνώριση της αρχαίας Ελλάδας ως ιδεώδους της Ευρώπης ή της Δύσης που έλαβε τη μορφή μιας «Γραικομανίας» ή «Ελληνομανίας»[3] είναι το έργο του Γερμανού κλασικιστή, ιστορικού και θεωρητικού της τέχνης Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν, το οποίο άσκησε μεγάλη επίδραση στη φιλοσοφία και διανόηση, για παράδειγμα στους Χέρντερ, Kαντ, Γκαίτε και Σίλερ, αλλά και γενικότερα στη γερμανική ιδεαλιστική και ρομαντική φιλοσοφία και διανόηση. Στο έργο του Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και γλυπτική του 1755, ο Βίνκελμαν υποστηρίζει ότι ο «μοναδικός τρόπος για εμάς να γίνουμε μεγάλοι κι επιπλέον, αν αυτό είναι δυνατό, αμίμητοι, είναι η μίμηση των αρχαίων κι αυτό που είπε κάποιος για τον Όμηρο, ότι μαθαίνει να τον θαυμάζει εκείνος που μαθαίνει να τον κατανοεί, ισχύει επίσης για τα έργα των αρχαίων, ιδιαιτέρως των Ελλήνων.»[4]

Επιπλέον στο έργο του Ιστορία της τέχνης της αρχαιότητας του 1764 o Βίνκελμαν αναφέρει ως λόγο που τα έργα των αρχαίων Ελλήνων έχουν το προβάδισμα από τα έργα άλλων λαών να αποτελέσουν το αξιομίμητο ιδεώδες της τέχνης, την πολιτική ελευθερία που χαρακτήριζε την πολιτική συγκρότηση και διακυβέρνησή τους (με απόγειο την αθηναϊκή δημοκρατία) και διαμόρφωσε τη νοοτροπία των ανθρώπων.[5] Με όμοιο τρόπο δίνει ο Ελβέτιος  το 1758 στο έργο Περί του πνεύματος (De l’ ésprit) απάντηση στο ερώτημα γιατί διαφέρουν οι σύγχρονοι Έλληνες από τους αρχαίους, επισημαίνοντας τη διαφορά στη μορφή ή στο πνεύμα της διακυβέρνησής τους που διαμορφώνει το «πνεύμα των εθνών».[6] 

To έργο του Βίνκελμαν είναι μια βασική πηγή της καλλιέργειας του εδάφους, πάνω στο οποίο ο Βολταίρος συνέγραψε, εκφράζοντας πλέον το φιλελληνισμό με τη στενή έννοια, την Πινδαρική Ωδή επ’ αφορμής του παρόντος πολέμου, με αφορμή την εξέγερση των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων το 1770 στο πλαίσιο του ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1768-1774. Εκεί η Αθηνά Παλλάδα εκφράζει τις ελπίδες του για την έκβασή της:

Θέλω να αναστήσω την Αθήνα,/ Ο Όμηρος να τραγουδήσει τις μάχες σας/

Εκατό φωνές σαν του Δημοσθένη/ Nα αναζωογονήσουν τις καρδιές και τα μπράτσα σας/

Βγείτε έξω, αναγεννηθείτε, αγαπημένες τέχνες,/ Από αυτά τα αξιοθρήνητα ερείπια,/

Που σας κρύβουν κάτω από τα συντρίμμια τους·/ Ξαναπάρτε την αρχαία λάμψη σας.[7]

Όπως επισημαίνει ο Ντέιβιντ Ρέσελ, η ανεξαρτησία της σύγχρονης Ελλάδας δεν αποτελεί εδώ «αυτοσκοπό, αλλά μάλλον πρελούδιο στην αναγέννηση της «Ελλάδας» που αποτελεί ένα καλλιτεχνικό, πνευματικό και/ή πολιτικό ιδεώδες», ενώ σύμφωνα με την Όλγα Αυγουστίνος, η απελευθέρωση δε σήμαινε «τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης Ελλάδας, αλλά τη νίκη του Λόγου και των ανθρώπινων δικαιωμάτων».[8] Αυτό το έδαφος της πολιτιστικής κληρονομιάς της αρχαίας Ελλάδας αποτελεί την ερμηνεία και της εμβληματικής φράσης του Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ «Είμαστε όλοι Έλληνες» στον πρόλογο του λυρικού δράματος Ελλάς, που προβλέπει την επιτυχία της εξέγερσης των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων το 1821 και δημοσιεύτηκε το 1822.[9]

Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ. Ελλάς, ένα λυρικό δράμα. Λονδίνο 1822. Συλλογή ΕΕΦ.

Όπως διευκρινίζει ο Σέλλεϋ: «Οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, η θρησκεία μας, οι τέχνες μας, έχουν τη ρίζα τους στην Ελλάδα.»[10] Η άλλη σημασία της φράσης αυτής που ο Ρέσελ αποδίδει και στο ποίημα του Βολταίρου, είναι ότι η απελευθέρωση των Ελλήνων αποτελεί (λόγω και της πολιτιστικής κληρονομιάς) απελευθέρωση και των ίδιων.[11] Κρίσιμο είναι εδώ το ιδεώδες της πολιτικής ελευθερίας των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και της πραγμάτωσης της απελευθέρωσης των σύγχρονων Ελλήνων σε συνθήκες που βιώνονταν ευρύτερα ως ανελεύθερες και για τους ίδιους στις χώρες τους.

Με την ελληνική εξέγερση του 1770 συνδέεται το μυθιστόρημα Υπερίων ή ο ερημίτης στην Ελλάδα του Χαίλντερλιν που δημοσιεύτηκε το 1797. Ο ήρωας Υπερίων είναι ένας σύγχρονος Έλληνας πατριώτης που επιστρέφει στην Ελλάδα: «Η αγαπημένη γη της πατρίδας μού ξαναδίνει χαρά και πόνο», ξεκινά το μυθιστόρημα[12]. Το δίπολο χαράς και πόνου ακολουθεί το δίπολο της σπινοζικής εσωστρεφούς «φύσης» και του καντιανού εξωστρεφούς «προορισμού του ανθρώπου» (ελευθερία) κατά χαρακτηριστικό για τον πρώιμο ρομαντισμό τρόπο. Έτσι στη συνέχεια, αφού υμνήσει τη φυσική ομορφιά της «ιερής γης»[13], θα αναρωτηθεί: «Αλλά τι να μου κάνει αυτό; Το ουρλιαχτό του τσακαλιού που ανάμεσα σε σωρούς αρχαίες πέτρες αλυχτάει το άγριο νεκρικό του τραγούδι, με βγάζει με τη φοβέρα του απ‘ το όνειρο.» Και συνεχίζει κάνοντας φανερό το ενδιαφέρον του για τη σύγχρονη σκλαβωμένη Ελλάδα: «Μακάριος ο άνδρας που μια ανθισμένη πατρίδα δίνει στην καρδιά του χαρά και δύναμη! Νιώθω σαν να με ρίχνουνε σε βάλτο, σαν να κλείνουν πάνω μου το φέρετρο, όταν μου θυμίζουν τη δική μου πατρίδα και όταν με αποκαλεί κανείς Έλληνα νιώθω πάντα σαν να μου σφίγγουν το λαιμό με τη λαιμαριά του σκύλου.»[14]  Στη συνέχεια ο Υπερίων παίρνει μέρος με ενθουσιασμό στο εν τέλει αποτυχημένο απελευθερωτικό κίνημα των Ελλήνων που παραπέμπει στην εξέγερση του 1770 στο πλαίσιο του ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1768-1774.[15]   O Yπερίων επιστρέφει στην Γερμανία και τη «φύση»[16], αλλά το μυθιστόρημα κλείνει με τη χαρακτηριστική φράση «Προσεχώς περισσότερα»[17], υπονοώντας τον άλλο πόλο του «προορισμού του ανθρώπου» ή της ελευθερίας.

Hyperion oder der Eremit in Griechenland. Δεύτερη έκδοση του 1822. Συλλογή ΕΕΦ. Το 50% των εσόδων από τις πωλήσεις είχε ως προορισμό την ενίσχυση φιλελληνικών οργανώσεων στην Γερμανία.

Μόλις έγινε γνωστό το επαναστατικό κίνημά των Ελλήνων στην Μολδοβλαχία το Φεβρουάριο του 1821 με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο πρώτος που αντέδρασε στην Γερμανία, καλώντας σε υποστήριξη της επανάστασης ήταν ο καντιανός καθηγητής φιλοσοφίας Βίλχελμ Τράουγκοτ Κρουγκ από την Λειψία.

Λιθογραφία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη με αναφορά Ypsilanti αρχηγός των Ελλήνων (Γερμανία, αρχές δεκαετίας 1820). Συλλογή ΕΕΦ.

Πίπα με παράσταση του Αλέξανδρου Υψηλάντη με Ιερολοχίτες (Γερμανία, αρχές δεκαετίας 1820) η παράσταση ανάγλυφη, επιγραφές στις δυο πλευρές: Ypsilanti και Hetäristen, κεραμικό με μεταλλικά στοιχεία. Συλλογή ΕΕΦ.

Τον Απρίλιο εκφώνησε την Κυριακή των Βαΐων, βρίσκοντας ενθουσιώδη αντίδραση από το κοινό[18], λόγο με τίτλο Η αναγέννηση της Ελλάδας. Ένα πρόγραμμα για την εορτή της Ανάστασης, ο οποίος δημοσιεύθηκε στη συνέχεια με αφιέρωση σε τρεις Έλληνες φοιτητές του[19]. Σε συμφωνία με τη σύνδεση μεταξύ αναγέννησης της Ελλάδας και Ανάστασης που δηλώνει και ο πρόλογος με όρους καντιανού «προορισμού» του ανθρώπου (ελευθερίας)[20], ο Κρουγκ ξεκινά το λόγο του από την έννοια της «χριστιανικής πολιτικής»[21]. Συμπληρώνει έτσι το άλλο βασικό στοιχείο της φιλελληνικής (με τη στενή έννοια) επιχειρηματολογίας, πέραν του χρέους για την πολιτισμική κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας[22], δηλαδή, την κοινότητα της χριστιανικής πίστης. ««Η χριστιανική πολιτική» […] έχει εξωτερικά να πολεμήσει με τη μη χριστιανική».[23]  Ο Κρουγκ χρησιμοποιεί ακόμη για πρώτη φορά το επιχείρημα της παράνομης «κυριαρχίας των Τούρκων», καθώς αυτή αποκτήθηκε ενάντια στο διεθνές δίκαιο με επιθετικό πόλεμο, ενώ επιπλέον επικαλείται και το λοκιανό επιχείρημα ότι η τουρκική εξουσία λειτουργεί με όρους αυθαιρεσίας.[24] Από τον Κρουγκ προέρχεται, επίσης, τον Αύγουστο του 1821 το πρώτο κάλεσμα ίδρυσης συλλόγων υποστήριξης των επαναστατημένων Ελλήνων, γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις προκάλεσε την αντίδραση των αρχών.[25] Το κάλεσμα του Κρουγκ βρήκε μεγάλη απήχηση και ιδρύθηκαν αρκετοί σύλλογοι.[26]

Τέσσερις μήνες μετά την επανάσταση ενεργοποιήθηκε στο Μόναχο στην ίδια κατεύθυνση ο καθηγητής φιλολογίας Φρήντριχ Τιρς, δημοσιεύοντας μια σειρά από άρθρα στην Allgemeine Zeitung.[27] Και ο Τιρς χρησιμοποιεί, όπως κι ο Κρουγκ, τα δύο βασικά επιχειρήματα δικαιολόγησης του φιλελληνισμού (με τη στενή έννοια), το χρέος για την πολιτισμική κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας και την κοινότητα της χριστιανικής πίστης.[28] Επιπλέον ο Τιρς προώθησε το τολμηρό σχέδιο της συγκρότησης κι αποστολής στην Ελλάδα μιας ”γερμανικής λεγεώνας” για να ενισχύσει τους επαναστατημένους Έλληνες.[29]

Ο Τιρς είχε δώσει ήδη το 1812 ενώπιον της Ακαδημίας των Επιστημών του Μονάχου διάλεξη για την αναγέννηση της Ελλάδας βασισμένος σ΄ αναφορές από την Ελλάδα.[30] Στο επίκεντρο βρίσκονταν οι προσπάθειες του Ελληνισμού για τη δημιουργία εθνικής ταυτότητας πολιτιστικής και πολιτικής[31] και ιδίως τα εκπαιδευτικά ιδρύματα κι οι αναδυόμενες επιστήμες[32]. Το 1814 έγινε στη Βιέννη μέλος της Φιλόμουσου Εταιρείας και γνώρισε τον Καποδίστρια. Συνάντησε, επίσης, τον μητροπολίτη Ιγνάτιο και τον αρχιμανδρίτη Άνθιμο Γαζή, εκδότη του Ερμής ο Λόγιος, και έμαθε από αυτούς για την Ελλάδα και τα σχέδια για την απελευθέρωση.[33] Ως μέλος της Ακαδημίας φρόντισε να γίνουν δεκτά ως αντεπιστέλλοντα μέλη γνωστοί λόγιοι Έλληνες, όπως ο Κοραής, ο Γαζής κι ο Μουστοξύδης[34], αλλά και για την άμεση στήριξη ελληνικών σχολείων στην οθωμανική επικράτεια[35].  Καθώς η Φιλόμουσος Εταιρεία έστελνε νέους Έλληνες με υποτροφία για σπουδές στην Γερμανία, ο Τιρς υλοποίησε το 1815 με έδρα το σπίτι του την ιδέα ενός ειδικού εκπαιδευτικού ινστιτούτου με το όνομα Αθήναιον [Athenäum] που θα τους προετοίμαζε για τις σπουδές.[36] Από τους μαθητές έμαθε να μιλά τη νέα ελληνική γλώσσα σε άριστο επίπεδο.[37] Η δράση του, τόσο στην πρώτη αυτή φάση, όσο και μετά την επανάσταση του 1821 προκάλεσε την αντίδραση της Αυστρίας που μετά την επανάσταση του 1821 τον έθεσε υπό παρακολούθηση[38]. Ιδίως ως προς το ζήτημα της «γερμανικής λεγεώνας» παρενέβη ο ίδιος ο Μέτερνιχ κι έτσι ο Τιρς αναγκάστηκε να απαρνηθεί την ιδέα αυτή δημόσια.[39]

Αργότερα μετά από διετή παραμονή στην Ελλάδα το 1831-1832, οπότε και διαδραμάτισε διαμεσολαβητικό ρόλο στις εμφύλιες διενέξεις μετά τον θάνατο του Καποδίστρια, ο Τιρς εξέδωσε στην Λειψία δίτομο βιβλίο στα γαλλικά με τίτλο Η Ελλάδα του Καποδίστρια. Η παρούσα κατάσταση της Ελλάδος (1828-1833) και τα μέσα για να επιτευχθεί η ανοικοδόμησή της, όπου μεταξύ άλλων παραινεί τους Έλληνες να ακολουθήσουν γραμμή ουδετερότητας στην εξωτερική πολιτική.[40]

Αξιοσημείωτη είναι η απόφαση του Γκαίτε να συμπεριλάβει 6 δημοτικά ή κλέφτικά τραγούδια σ’ ένα τεύχος του περιοδικού του Über Kunst und Altertum του 1823, πριν, δηλαδή, την έκδοση της περίφημης συλλογής δημοτικών τραγουδιών του Κλωντ Φωριέλ.[41]

FAURIEL (C.). Chants populaires de la Grèce moderne, 1824. Συλλογή ΕΕΦ.

Ακόμη κι αν η πρόθεσή του δεν ήταν να εκφράσει το φιλελληνισμό του με τη στενή έννοια, η κίνησή του να αναδείξει με όλη την αυθεντία του το νεοελληνικό δημοτικό τραγούδι, τον καθιστά, όπως παρατηρεί η Χρυσούλα Καμπά, «βασικό παράγοντα του λογοτεχνικού φιλελληνισμού».[42] Στο επόμενο τεύχος ο Γκαίτε δημοσίευσε το δημοτικό τραγούδι «Χάρος», σημειώνοντας την ιδιαίτερη εντύπωση που του έκανε το ποίημα σ’ όλες τις «ψυχικές δυνάμεις» και «ιδίως στη φαντασία· γιατί δεν υπήρχε κανείς που να μην ήθελε να το δει ως πίνακα ζωγραφικής»[43]:

Το τι ’ναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;/ Μην’ άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;/ Κι ουδ’ άνεμος τα πολεμά κι ουδέ βροχή τα δέρνει·/ Μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμμένους,/ Σέρνει τους νέους απ’ ομπροστά, τους γέροντες κατόπι/ Και τα μικρά παιδόπουλα στη σελλ’ αργαβιασμένα./ Παρακαλούν οι γέροντες κ’ οι νέοι γονατίζουν·/ «Χάρε μ’, για κόνεψε σ’ χωριό, κόνεψε σ’ κρύα βρύση,/ Να πιουν οι γέροντες νερό κ’ οι νέοι να λιθαρίσουν/ Και τα μικρά  παιδόπουλα να μάσουν τα λουλούδια.»/ «Κι ουδε σ’ χωριό κονεύω ‘γω κι ουδέ σε κρύα βρύση/ Έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους/ Γνωρίζονται τ’ ανδρόγυνα, ξεχωρισμόν δεν έχει.»[44]

Ξεχωριστή θέση κατέχει ο φιλελληνισμός του Λόρδου Μπάυρον, την ποίηση του οποίου θαύμαζε ο Γκαίτε[45], καθώς είναι ένας διανοούμενος που συμμετείχε ο ίδιος από τον Ιανουάριο του 1824 στην Ελληνική Επανάσταση στο Μεσολόγγι ως επίτροπος του δανείου του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου[46] (μαζί  με τον συνταγματάρχη Στάνχοπ και τον Λάζαρο Κουντουριώτη), και μάλιστα πλήρωσε τη συμμετοχή αυτή με την ίδια του τη ζωή.

Λιθογραφία 19ου αιώνα με τον Λόρδο Μπάυρον. Συλλογή ΕΕΦ.

Στο Μεσολόγγι ο Μπάυρον συνεργάστηκε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο κι οργάνωσε στρατό Σουλιωτών και πυροβολικό με δικά του έξοδα.[47] Η σύνδεση του Μπάυρον με τον φιλελληνισμό προέρχεται από τις αναφορές της ποίησής του στην αρχαία και σύγχρονη Ελλάδα που είναι εμπνευσμένες από το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα από το 1809 ως το 1811. Το ταξίδι αυτό μνημονεύεται κυρίως στο δεύτερο άσμα του περίφημου έργου του Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ του 1812 που τον έκανε διάσημο και τον καθιέρωσε ως έναν από τους σπουδαιότερους ποιητές της Ευρώπης. Οι αναφορές αυτές χαρακτηρίζονται από το θαυμασμό για την αρχαία Ελλάδα και τα μνημεία της κι από προβληματισμό για την κατάσταση των σύγχρονων υπόδουλων Ελλήνων:

Ωραία Ελλάδα, θλιβερό λείψανο μεγαλείου!

Αθάνατη, κι αν όχι πια, μεγάλη, αν και πεσμένη!

Τα σκορπισμένα σου παιδιά ποιος θα τα οδηγήσει

Και τα μακροχρόνια δεσμά τώρα πια θα τα λύσει;[48]

Στον προβληματισμό αυτό ο Μπάυρον θα παρέμβει καλώντας τους Έλληνες να εξεγερθούν βασισμένοι στις δικές τους δυνάμεις, συνδεόμενος έτσι ως προς την πρόσληψή του από το κοινό σαφώς με το φιλελληνισμό με τη στενή έννοια, παρά τη γενικότερα επιφυλακτική του στάση ως προς τις δυνατότητες απελευθέρωσης[49]:

Σκλάβοι από μάνες και γονιούς, ε μάθετέ το, εκείνοι

Που ελεύθεροι θέλουν να ζουν μόνοι χτυπούν, κι αντρίκια

Κ’ έχουν βοήθεια τα όπλα τους τα τίμια και τα δίκια.[50]

Ο θάνατός του στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου 1824 από πυρετό κι αφαιμάξεις των γιατρών[51] ενίσχυσε σημαντικά το ενδιαφέρον για την ελληνική υπόθεση στη διεθνή κοινή γνώμη και έδωσε σημαντική ώθηση στο φιλελληνικό κίνημα διεθνώς.

Τον Οκτώβριο του 1823 το περιοδικό La Muse française, όργανο του ρομαντισμού υπό τη διεύθυνση του Βίκτωρ Ουγκώ δημοσίευσε ποίημα του ίδιου με φιλελληνικούς στίχους: «[…] παραδομένη στους τυράννους […]/ Η Ελλάδα δείχνει στους χριστιανούς βασιλιάδες το σταυρό της της σκλαβιάς!».[52] Εδώ συνδυάζεται η αγάπη για την ελευθερία με την κοινότητα της χριστιανικής πίστης.[53] Τον επόμενο χρόνο δημοσιεύθηκε εκεί κείμενο του Ουγκώ που εξυμνεί το θάνατο του μεγάλου ρομαντικού ποιητή Μπάυρον στο Μεσολόγγι.[54]

Βίκτωρ Ουγκώ. Λιθογραφία 19ου αιώνα. Συλλογή ΕΕΦ.

Σύμφωνα με τον Ουγκώ, όπως σημειώνει η Ταμπάκη-Ιωνά, ο θάνατός του τιμά το ρομαντισμό που «σ’ αντίθεση με τον κλασικισμό δεν αναφέρεται πια στους θεούς της αρχαιότητας, αλλά θαυμάζει τη μάχη των σύγχρονων Ελλήνων, πρωταγωνιστών των νέων Θερμοπυλών που έχουν γίνει σύμβολα του ηρωισμού.»[55]

Ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στο γαλλικό φιλελληνικό κίνημα είχε ο μεγάλος ρομαντικός συγγραφέας Φρανσουά Ρενέ ντε Σατωμπριάν, αν κι η στήριξη του στην επανάσταση του 1821 ήρθε σχετικά αργά.

Φρανσουά Ρενέ ντε Σατωμπριάν. Λιθογραφία 19ου αιώνα. Συλλογή ΕΕΦ.

Ήδη το 1807 μετά από ταξίδι του στην Ελλάδα δημοσίευσε στο περιοδικό Μercure de France κείμενα που αναφέρονται στην τυραννία της Ελλάδας από τους Τούρκους, ενώ το 1811 δημοσιεύθηκε το περίφημο Οδοιπορικό από το Παρίσι στα Ιεροσόλυμα, όπου με ακόμη πιο έντονο τρόπο «αντιπαραθέτει την ένδοξη γενιά της αρχαιότητας με τους Έλληνες που είδε να υποφέρουν από την τουρκική τυραννία.»[56] Το 1811 εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας[57], ενώ στη συνέχεια ασχολήθηκε με την πολιτική. Mάλιστα το 1816 εισηγείται στην Βουλή πρόταση για την κατάργηση της δουλείας χριστιανικών πληθυσμών που υπερψηφίστηκε κι αναφέρεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και τη διαγραφή της ντροπής στην Ευρώπη.

Φρανσουά Ρενέ ντε Σατωμπριάν. Εισήγηση στην Βουλή (1816). Συλλογή ΕΕΦ.

Όμως, το 1822 έγινε υπουργός εξωτερικών της Γαλλίας.[58] Η δέσμευσή του στην πολιτική της κυβέρνησής του δεν του επέτρεψε να παρέμβει υπέρ της ελληνικής υπόθεσης, αλλά μόλις έφυγε από την κυβέρνηση τον Ιούνιο 1824 και πέρασε στην αντιπολίτευση εντάχθηκε στο γαλλικό φιλελληνικό κίνημα.[59] Το 1825 δημοσίευσε το Yπόμνημα  για την Ελλάδα, όπου υποστηρίζει τη δυνατότητα απελευθέρωσης των Ελλήνων από την προοπτική της εξωτερικής πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων[60], ενώ  χρησιμοποιεί κι αυτός τα δύο προαναφερθέντα βασικά επιχειρήματα για τη δικαιολόγηση του φιλελληνισμού (με τη στενή έννοια)[61].

Φρανσουά Ρενέ ντε Σατωμπριάν. Yπόμνημα για την Ελλάδα (1826). Συλλογή ΕΕΦ.

Όπως είδαμε, πέραν της ευρείας επίδρασης στη φιλοσοφία και τη διανόηση της θέσης για το θεμελιώδη χαρακτήρα του ιδεώδους της αρχαίας Ελλάδας για την αυτοκατανόηση της Ευρώπης ή της Δύσης (φιλελληνισμός με την ευρεία έννοια), αρκετοί εκπρόσωποι της φιλοσοφίας και της διανόησης εξέφρασαν τη στήριξη τους στην Επανάσταση του 1821. Από την Γερμανία οι Κρουγκ και Τιρς, από την Αγγλία οι φίλοι Σέλλεϋ και Μπάυρον, αλλά κι ο φιλόσοφος Τζέρεμυ Μπένθαμ που ανταποκρίθηκε στην πρόταση της Ελληνικής κυβέρνησης το 1823 να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του για τον οργανικό νόμο της Επιδαύρου[62], από την Γαλλία ο Σατωμπριάν και ο Ουγκώ συνέβαλλαν κυρίως με τα γραπτά τους σημαντικά στο φιλελληνικό κίνημα με τη στενή έννοια και στην προσπάθεια για την απελευθέρωση από την τουρκική τυραννία και την αναγέννηση του ελληνικού έθνους, ο Μπάυρον μάλιστα πήρε ο ίδιος μέρος στην Επανάσταση. Τα βασικά επιχειρήματα ήταν το χρέος για την πολιτισμική κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας και η κοινότητα της χριστιανικής πίστης, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξε η αγάπη για την ελευθερία, ιδίως στην περίπτωση της απόφασης του Μπάυρον να συμμετάσχει ο ίδιος στην επανάσταση[63].

 

Υποσημειώσεις

[1][1] Όπως παρατηρεί η Λουκία Δρούλια η «αρχική σημασία του αρχαίου όρου φιλέλλην ήταν φίλος των Ελλήνων, θαυμαστής των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Αυτό ίσχυε και στην Αναγέννηση, όταν π.χ. ο Aldus Manutius απευθυνόταν στους προλόγους του στους “φιλέλληνες”, αυτούς που αγαπούσαν την αρχαία ελληνική λογοτεχνία.» Loukia Droulia,The Revival of the Greek Ideal and Philhellenism. A perambulation”, σε: M. Borowskiej, M. Kalinowskiej, J. Lawskiego (επμλ.), Filhellenizm w Polsce. Rekonesans, Warszawa 2007, 25-38, εδώ: 26.

[2][2] Παρατίθεται σύμφωνα με George Tolias, “The Resilience of Philhellenism, σε: The Historical Review, Section of Neohellenic Research, τόμος XIII (2016), 51-70, εδώ: 55.

[3][3] Evangelos Konstantinou, “Graecomania and Philhellenism”, σε: European History Online (2012), http://ieg-ego.eu/en/threads/models-and-stereotypes/graecomania-and-philhellenism.

[4][4] Johann Joachim Winckelmann, Gedanken über die Nachahmung der griechischen Werke in der Malerey und Bildhauerkunst, Dresden/Leipzig, 1756, 3.

[5][5] Johann Joachim Winckelmann, Geschichte der Kunst des Alterthums, Dresden 1764, 78, 128, 130.

[6][6] David Roessel, In Byron’s Shadow. Modern Greece in the English and American Imagination, Oxford/New York 2002, 23.

[7][7] Παρατίθεται σύμφωνα με Roessel, όπ. π., 14.

[8][8] Roessel, όπ. π., 14-15. Ο Ρέσελ αναφέρεται ακόμη στον Τζέρομ Μάκγκαν, ο οποίος υποστηρίζει ως προς τον Μπάυρον ότι το “Τσάιλντ Χάρολντ (1812) κυριαρχείται από την ιδέα της πολιτισμικής ανανέωσης στην Δύση”, κάτι που αφορά και την Ελλάδα ως «πολιτική οντότητα» με την έννοια του «’αντικειμενικού σύστοιχου’» αυτής της ιδέας (Roessel, όπ. π., 15).

[9][9] Roessel, όπ. π., 15. Ο Ρέσελ τονίζει το γεγονός ότι για τους Έλληνες διανοούμενους η υιοθέτηση του ιδεώδους της αρχαίας Ελλάδας αποτελούσε το μέσο για να πεισθεί η Δύση πως οι Έλληνες ανήκουν στους πολιτισμένους λαούς (Roessel, όπ. π., 16).

[10][10] Percy Bysshe Shelley, Hellas. A lyrical drama, London 1886, Preface, viii-ix.

[11][11] Roessel, οπ. π., 15.

[12][12] Φρήντριχ Χαίλντερλιν, Υπερίων ή ο ερημίτης στην Ελλάδα, μτφρ. Λαυρέντιος Γκέμερευ, Αθήνα 1982, 13.

[13][13] Χαίλντερλιν, όπ. π., 15.

[14][14] Χαίλντερλιν, όπ. π., 13.

[15][15] Χαίλντερλιν, όπ. π., 137ff. και 169-171.

[16][16] Χαίλντερλιν, όπ. π., 226-228.

[17][17] Χαίλντερλιν, όπ. π., 231.

[18][18] Regine Quack-Eustathiades, Der deutsche Philhellenismus während des griechischen Freiheitskampfes 1821-1827, München 1989, 19.

[19][19] Wilhelm Traugott Krug, Griechenlands Wiedergeburt. Ein Programm zum Auferstehungsfeste, Leipzig 1821.

[20][20] Krug, όπ. π.,Vorwort [χωρίς σελιδαρίθμηση].

[21][21] Krug, όπ. π., 11.

[22][22] Δες Quack-Eustathiades, όπ. π., 36-37 για το επιχείρημα του Κρουγκ για το χρέος της πολιτισμικής κληρονομιάς και 31 για τη θέση ότι η εξέγερση δείχνει ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι απόγονοι των αρχαίων.

[23][23] Krug, όπ. π., 11.

[24][24] Krug, όπ. π., 18-20. Πρβλ. Ludwig Spaenle, Der Philhellenismus in Bayern 1821-1832, München 1984, 37 και Quack-Eustathiades, όπ. π., 220-221.

[25][25] Spaenle, όπ. π., 37 και Konstantinou, όπ. π., 27.

[26][26] Κonstantinou, όπ. π., 27.

[27][27] Spaenle, όπ. π., 37. Τάσος Βουρνάς, ”Φρειδερίκος Τιρς” σε: Φρειδερίκος Τιρς, Η Ελλάδα του Καποδίστρια. Η παρούσα κατάσταση της Ελλάδος (1828-1833) και τα μέσα για να επιτευχθεί η ανοικοδόμησή της, μτφρ. Α. Σπήλιου, 7-41, εδώ: 14.

[28][28] Δες Hans-Martin Kirchner, Friedrich Thiersch. Ein liberaler Kulturpolitiker und Philhellene in Bayern, München 1996, 171-172 και Quack-Eustathiades, όπ. π., 41.

[29][29] Spaenle, όπ. π., 37.

[30][30] Spaenle, όπ. π., 46.

[31][31] Spaenle, όπ. π., 46.

[32][32] Κirchner, όπ. π., 170.

[33][33] Kirchner, όπ. π., 170.

[34][34] Kirchner, οπ. π., 170.

[35][35] Spaenle, όπ. π., 46.

[36][36] Spaenle,  όπ. π., 46-47.

[37][37] Kirchner, όπ. π., 171.

[38][38] Βουρνάς, όπ. π., 7.

[39][39] Kirchner, όπ. π., 178-179.

[40][40] Βουρνάς, όπ. π., 37-38.

[41][41] Chryssoula Kambas, ”Das griechische Volkslied Charos in Goethes Version und sein Bild des neuen Griechenland”, σε: Gilbert Heß, Elena Agazzi, Elisabet Décultot (επμλ.), Graecomania. Der europäische Philhellenismus, Berlin/New York 2009, 299-328, εδώ: 301-302.

[42][42] Kambas, όπ. π., 302.

[43][43] Kambas, όπ. π., 304-305.

[44][44] Kambas, όπ. π., 309.

[45][45] Βασίλης Λαζανάς, ”Η ζωή του Byron”, σε: Lord Byron, Το έπος ”Η πολιορκία της Κορίνθου”, Αθήνα 1995, 5-24, εδώ: 17-18.

[46][46] C.M. Woodhouse, The Philhellenes, London/Athens 1977, 119-120, 139. Δημήτρης Κακαμπούρας, Η Βρετανική Πολιτική, ο Μπάυρον και οι Έλληνες του 21, Αθήνα 1993, 81.

[47][47] Roderick Beaton, Βyron’s War, Cambridge 2014, 211ff. και 214-216.

[48][48] 2ο Άσμα, lxxiii. Παρατίθεται σύμφωνα με το Terence Spencer, Ο αγγλικός φιλολογικός φιλελληνισμός: από τον Σαίξπηρ ως τον Μπάυρον, μτφρ. Πάνος Καραγιώργος, Αθήνα 1990, 424-425.

[49][49] Roessel, όπ. π., 17, 50.

[50][50] 2ο Άσμα, lxxvi. Παρατίθεται σύμφωνα με Spencer, όπ. π., 425.

[51][51] Beaton, όπ. π., 259-262.

[52][52] Fridériki Tabaki-Iona, Poesie philhellenique et périodiques de la Restauration, Athènes 1993, 23. Πρόκειται για την ωδή ”À mon père“.

[53][53] Fridériki Tabaki-Iona, ”Philhellénisme religieux et mobilisation des Français pendant la révolution grecque de 1821-1827″, σε: Mots. Les langages du politique (2005), https://journals.openedition.org/mots/1348, 19.

[54][54] Tabaki-Iona, Poesie philhellenique et périodiques de la Restauration, Athènes 1993, 25-26.

[55][55] Tabaki-Iona, όπ. π., 26.

[56][56] Émile Malakis, ”Chateaubriand’s Contribution to French Philhellenism”, σε: Modern Philology, τόμος 26, αριθμός 1 (Αύγουστος 1928), 91-105, εδώ: 93-95.

[57][57] The Editors of Encyclopaedia Britannica, ”François-Auguste-René, vicomte de Chateaubriand», σε: Encyclopædia Britannica, https://www.britannica.com/biography/Francois-Auguste-Rene-vicomte-de-Chateaubriand.

[58][58] Malakis, όπ. π., 96-98.

[59][59] Malakis, όπ. π., 98-99.

[60][60] Μ. le Vicomte de Chateaubriand, Note sur la Grèce, Paris 1825, 9-10.

[61][61] Δηλαδή, το χρέος για την πολιτισμική κληρονομιά των αρχαίων Ελλήνων και την κοινότητα της χριστιανικής πίστης. Chateaubriand, όπ. π., 8.

[62][62] Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Φιλήμων Παιονίδης, ”Εισαγωγή”, σε: Ο Ιερεμίας Μπένθαμ και η Ελληνική Επανάσταση, Αθήνα 2012, 11-45, εδώ: 28ff.

[63][63] William St Clair, That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of independence, Cambridge 2008, https://www.openbookpublishers.com/reader/3#page/1/mode/2up, 151-152.

Συμβολή στη μελέτη των ιδιαιτεροτήτων της ιταλικής συνιστώσας του μαχόμενου φιλελληνισμού.*

Giacinto Provana di Collegno. Χαρακτικό. Πηγή: Leone Ottolenghi, La vita e i tempi di Giacinto Provana di Collegno. Col Diario dell’assedio di Navarino 1825 che si pubblica la prima volta nell’originale francese, E. Loescher, Torino 1882.

Στάθης Μπίρταχας: επίκουρος καθηγητής Ευρωπαϊκής Ιστορίας
στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας & Φιλολογίας
του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
και μέλος της Società Italiana di Storia Militare (SISM).

Τα ημερολόγια, τα απομνημονεύματα και οι επιστολές των φιλελλήνων μαχητών της ελευθερίας που συνεισέφεραν στον ελληνικό αγώνα για την ανεξαρτησία και την οικοδόμηση του εθνικού κράτους συνιστούν ιστορικές πηγές αδιαμφισβήτητης αξίας για τη μελέτη των ποικίλων εκφάνσεων του φιλελληνικού κινήματος και αναδεικνύουν τη διεθνική διάσταση της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και την ετερότητα και τους ποικίλους τρόπους του βλέμματος των συντακτών των εν λόγω κειμένων έναντι της νεοελληνικής πραγματικότητας, καθώς και τις συγκλίσεις ή αποκλίσεις της εν λόγω πραγματικότητας από τα ευρωπαϊκά πρότυπα πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής συγκρότησης της εποχής[1]. Στο πλαίσιο αυτό, στην παρούσα μελέτη εξετάζεται κατά τρόπο ενδελεχή το Ημερολόγιο της Πολιορκίας του Ναυαρίνου (Diario dellassedio di Navarino)[2] που συνέγραψε ο κόμης Giacinto Ottavio Enrico Provana di Collegno από το Πιεμόντε[3] και το οποίο μπορεί να συμβάλει στη μελέτη και τη βαθύτερη κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων της ιταλικής συνιστώσας του μαχόμενου φιλελληνισμού κατά τη δεκαετία του 1820. Σημειωτέον ότι ο Collegno είχε λάβει μέρος στο αποτυχημένο συνταγματικό κίνημα των φιλελευθέρων που είχε εκδηλωθεί στην πατρίδα του το 1821 και ταξίδεψε στην Ελλάδα κατά τα τέλη του 1824 εκκινώντας από τον τόπο της εξορίας του, το Λονδίνο, από κοινού με τον συμπατριώτη, συναγωνιστή και αδελφικό του φίλο κόμη Santorre di Santarosa, πεσόντα εν συνεχεία στη μάχη της Σφακτηρίας μεταξύ Ελλήνων και Αιγυπτίων (Μάιος 1825).

1. Οι πρώτοι ιταλοί εξόριστοι επαναστάτες του Risorgimento: τέκνα μίας “Φιλελεύθερης Διεθνούς”

Η περίπτωση του Collegno εντάσσεται σ’ ένα κίνημα εθελοντών, οι οποίοι στρατολογούνται στον ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία. Αυτοί συνιστούν μέλη μίας περιπλανώμενης ομάδας, που διατρέχει και συνδέει τα μέτωπα του επαναστατικού κύματος της δεκαετίας του 1820: στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Ελλάδα, αλλά και στη Λατινική Αμερική. Συνεκτικά στοιχεία τους συνιστούν η συμμετοχή σε μυστικές εταιρείες[4], η φιλελεύθερη ιδεολογία (εξ ου και ο χαρακτηρισμός της ομάδας ως “Φιλελεύθερης Διεθνούς”), αλλά και η βούληση πολλών από αυτούς να συνεχίσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία ύστερα από το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων και την υποχρεωτική αποστρατεία[5]. Όσον αφορά τους εκπροσώπους του Risorgimento, οι ιταλοί επαναστάτες της περιόδου ερμηνεύουν την ελληνική ανεξαρτησία στο πλαίσιο της μεγάλης υπόθεσης της ελευθερίας στην Ευρώπη. Στην Ιταλία οικοδομείται σε πρώτο χρόνο η έννοια της ελληνολατινικής αλληλεγγύης, που απορρέει από τη σύνδεση των δύο πολιτισμών της κλασσικής αρχαιότητας. Προϊόντος του χρόνου – ύστερα από τα αποτυχημένα συνταγματικά και φιλελεύθερα κινήματα του 1820-21 στο Πιεμόντε, τη Νεάπολη και τη Σικελία – οι ιταλοί φιλελεύθεροι πατριώτες διευρύνουν στην εξορία τα όρια της κοινής δράσης και του συντονισμού των επαναστατικών δυνάμεων στο πλαίσιο μίας αλληλεγγύης των μεσογειακών λαών[6]. Από την άλλη, βέβαια, ήδη πριν από την εκδήλωση της Ελληνικής Επανάστασης η ιταλική χερσόνησος αναδεικνύεται σε πραγματικό ζυμωτήρι, σε σημείο συνάντησης του αγγλικού ρομαντισμού με κύκλους ιταλών συνωμοτών, καθώς και σημαντικούς εκπροσώπους του νεοελληνικού διαφωτισμού και της Φιλικής Εταιρείας. Στην Τοσκάνη, ειδικότερα, συναντώνται οι άγγλοι ριζοσπάστες ρομαντικοί ποιητές Byron και Shelley με τους ιταλούς καρμπονάρους και τον “κύκλο της Πίζας” των Ελλήνων της διασποράς[7].

Επαναστατικά κινήματα στην Ευρώπη (δεκαετία 1820). Πηγή: http://slideplayer.com/slide/7505029/24/images/4/Revolutionary+Movements+in+the+Early+19c.jpg

Το Λονδίνο συνιστά το τελικό σημείο συνάντησης και ώσμωσης επιμέρους συντελεστών της Επανάστασης: των εξόριστων επαναστατών, των επιτροπών στήριξης του αγώνα, αλλά και του οικονομικού παράγοντα που θα τον χρηματοδοτούσε. Παράλληλα, η πόλη αποτελεί κομβικό σημείο για την ανάπτυξη του ιταλικού εθνικού αφηγήματος, γεγονός στο οποίο συμβάλλει και η έντονη εκδοτική δραστηριότητα των εκεί ιταλών εξορίστων – πρωτοστατούντος του Ugo Foscolo, του ποιητή με την υβριδική ταυτότητα που συνεισέφερε καθοριστικά στη διάδοση της ελληνικής υπόθεσης μεταξύ των Ιταλών. Με την πεποίθηση ότι η υπόθεση της Επανάστασης κρίνεται στο μέτωπο της Ελλάδας, αυτοί συνδέουν την εθνική τους υπόθεση με την ελληνική[8]. Ακριβώς από το Λονδίνο οι Collegno και Santarosa αναχωρούν στις 5 Νοεμβρίου 1824 με το πλοίο “Little Sally” για το ελληνικό μέτωπο˙ και τούτο, παρά τις αντιρρήσεις του John Bowring, γραμματέα της Ελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου (London Greek Committee), καθώς και άλλων μελών αυτής αντίθετων με την αποστολή στην Ελλάδα ιταλών εξορίστων, ώστε να μη θεωρηθεί απόδειξη από τις εχθρικές απολυταρχικές δυνάμεις ότι τα ίδια ανατρεπτικά στοιχεία υποκινούσαν τις επαναστάσεις στις τρεις μεσογειακές χερσονήσους[9].

Σφραγίδα της London Greek Committee. Πηγή: https://karavaki.files.wordpress.com/2015/03/1821-2015_08.jpg

«Ο [τέως] υπουργός [πολέμου] του Πιεμόντε Santorre di Santarosa τίθεται στη διάθεση του έλληνα κυβερνήτη ως απλός στρατιώτης της ελευθερίας». Λιθογραφία. Ιστορικό Αρχείο Α.Π.Θ., Κεντρική Βιβλιοθήκη Α.Π.Θ., Συλλογή Τρικόγλου. Πηγή: http://digital.lib.auth.gr/record/19113

Είχε προηγηθεί η μετάβαση του Collegno στην ιβηρική χερσόνησο για να στηρίξει την ισπανική συνταγματική κυβέρνηση˙ όχι, όμως, και του Santarosa, ο οποίος αφενός θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο αντίβαινε στις πολιτικές αρχές του και αφετέρου δεν αισθανόταν καμία συμπάθεια για την Ισπανία. Για την Ελλάδα, αντιθέτως, αισθανόταν μία αγάπη και μία αδελφοσύνη που είχαν κάτι το ιερό[10]. Συνεπώς, η μετάβαση στην Ελλάδα των δύο ιταλών φιλελεύθερων εξορίστων – πρωταγωνιστών του συνταγματικού κινήματος στο Πιεμόντε και καταδικασθέντων σε θάνατο στην πατρίδα τους – εντάσσεται στη δεύτερη φάση ενίσχυσης του ελληνικού αγώνα με κοσμοπολίτες μαχητές της ελευθερίας: ύστερα δηλαδή από τον θάνατο-προσκλητήριο του Byron στο Μεσολόγγι, το ισπανικό Trienio liberal (1820-23) και το τέλος των επαναστάσεων της Λατινικής Αμερικής. Πρόκειται για την περίοδο από το 1824 έως το 1826, όταν κατευθύνονται πλέον προς την Ελλάδα έμπειροι ως επί το πλείστον αξιωματικοί με την προοπτική να αναλάβουν θέσεις ευθύνης στις ελληνικές δυνάμεις και εντείνονται οι προσπάθειες για τη συγκρότηση τακτικού στρατού[11].

2. Το ημερολόγιο του Giacinto Provana di Collegno

2.1. Στο ελληνικό μέτωπο

Οι Santarosa και Collegno φθάνουν στην πόλη του Ναυπλίου (Napoli di Romania, όπως είναι γνωστή από τη βενετική περίοδο) στις 10 Δεκεμβρίου 1824. Η φήμη του πρώτου αναγκάζει τις ελληνικές αρχές να μην του απονείμουν κάποιο σημαντικό στρατιωτικό ή διοικητικό οφίκιο – παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου από μέρους των εκπροσώπων της ελληνικής διοίκησης στο Λονδίνο (του Ιωάννη Ορλάνδου και του Ανδρέα Λουριώτη)[12] – και να τον στείλουν εν τέλει ως απλό μαχητή στη Σφακτηρία με το ψευδώνυμο Derossi[13]. Στον Collegno, από την άλλη, απονέμεται ο βαθμός του συνταγματάρχη και αποστέλλεται ως διοικητής του μηχανικού (archimeccanico) στο φρούριο του Νεοκάστρου (Ναυαρίνου).

Στοιχεία για τα έργα και τις ημέρες του Collegno στο ελληνικό μέτωπο αντλούμε από το δικό του Ημερολόγιο της πολιορκίας του Ναυαρίνου (Diario dellassedio di Navarino), που εκδόθηκε στο Τορίνο το 1857 από κοινού με ένα βιογραφικό σχεδίασμα του συγγραφέα, που συνέταξε ο φίλος του και μετριοπαθής φιλελεύθερος πολιτικός Massimo d’Azeglio[14]. Από ιστοριογραφικής απόψεως, σύμφωνα με τον ιστορικό της εκστρατείας του Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο Μιχαήλ Σακελλαρίου, «Επειδή [ο Collegno] ήταν πολύ σοβαρός και πολύ παρατηρητικός, το κείμενό του είναι η καλύτερη πηγή για την πολιορκία του Νεοκάστρου [Μάιος 1825]»[15].

Πρόθεσή μου εδώ δεν είναι να αναδείξω τη συμβολή του Collegno στην αποκατάσταση των πολεμικών γεγονότων, αλλά τις οπτικές του έναντι: α) των ελλήνων συμμαχητών του και της νεοελληνικής πραγματικότητας˙ β) των εχθρών στο πεδίο της μάχης, δηλαδή των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ˙ και γ) των ομοεθνών “άλλων”, των ιταλών δηλ. μισθοφόρων αξιωματικών που βρέθηκαν στρατολογημένοι στο αντίπαλο στρατόπεδο. Τέλος, το ενδιαφέρον μου στρέφεται στην εικόνα της ελληνικής γης και του Μοριά ειδικότερα, όπως αυτή εξάγεται από τις περιγραφές του Collegno υπό τύπον περιηγητικής λογοτεχνίας.

2.2. Η εικόνα της φίλιας πλευράς: Έλληνες και νεοελληνική πραγματικότητα

Η συνάντηση με τους έλληνες ιθύνοντες, αλλά και με τους γηγενείς πολεμιστές στο πεδίο της μάχης αναδεικνύει τη γνωστή – από τα κείμενα πλήθους άλλων ευρωπαίων εθελοντών – προβληματική επαφή και προσέγγιση δύο αντιθετικών κόσμων: των φιλελλήνων της φιλελεύθερης Δύσης από τη μία και των Ελλήνων της οθωμανικής Ανατολής από την άλλη. Συνακόλουθα, τίθενται σε δοκιμασία οι εκατέρωθεν αναπαραστάσεις. Η αμηχανία του Collegno έναντι των Ελλήνων είναι πρόδηλη: από τη μία το δέος για την κλασσική παράδοση – που τροφοδοτείται, ωστόσο, κατά κύριο λόγο από τον οίστρο του διανοούμενου συνοδού και φίλου Santarosa για την πατρίδα του Σωκράτη[16] – και από την άλλη η αποστροφή ενώπιον της νεοελληνικής βαρβαρότητας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η συμπόρευση είναι προβληματική, γεγονός που κυριαρχεί σε όλο το εύρος του Ημερολογίου του Collegno[17].

Giacinto Collegno, Diario dell’assedio di Navarino. Memorie di Giacinto Collegno precedute da un ricordo biografico dell’autore scritto da Massimo d’Azeglio, μτφρ. A. Mauri, Pelazza, Τorino 1857.

Ας δούμε αναλυτικότερα τις επιμέρους πτυχές αυτής της συνάντησης του ιταλού εθελοντή με τους γηγενείς και της προβληματικής σύμπραξής του με αυτούς ακόμη και την κρίσιμη ώρα της μάχης˙ και πρώτα απ’ όλα, την εικόνα που ο Collegno σχηματίζει γενικά για τους Νεοέλληνες, τις συνήθειες, τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές τους. Ο πολιτισμός φθάνει έως τα – τέως βενετικά και νυν βρετανικά – Ιόνια Νησιά, σημειώνει κατηγορηματικά. Οι Έλληνες είναι απολίτιστοι και βάρβαροι˙ συμφεροντολόγοι, άπληστοι και διεφθαρμένοι (μόνον οι μικροί και οι φτωχοί απέχουν από τη διαφθορά)˙ απερίσκεπτοι και καθόλου προνοητικοί για την αυριανή ημέρα˙ πότες˙ ξεκινούν να κάνουν κάτι με την όρεξη και την ορμή των Γάλλων, αλλά εν συνεχεία χάνουν το ενδιαφέρον τους και πέφτουν στη ραθυμία των Ισπανών και δεν υπάρχει κάτι που να τους βγάλει από αυτήν τη μακάρια κατάσταση˙ δεν είναι σταθεροί στις απόψεις τους, αλλά αλλάζουν γνώμη ανά πάσα στιγμή και ανάλογα με τις περιστάσεις[18]˙ φοβούνται το σκοτάδι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο («στο σκοτάδι δεν είναι πια ο εαυτός τους!»[19])˙ με την πρώτη ευκαιρία απλώνουν «το δεξί χέρι, ανοίγοντας τα δάκτυλα και φωνάζοντας εκείνο το Ναα τους που εκφράζει ρητώς την περιφρόνηση»[20]. Όσο για τη ζωή στα χωριά, εκεί τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα: είναι καλύτερα κανείς να διανυκτερεύει στην ύπαιθρο παρά «στις ρυπαρές καλύβες»[21].

Οι έλληνες γιατροί είναι εντελώς αδαείς και η επιβίωση των τραυματιών στα χέρια τους είναι σχεδόν αδύνατη. Επ’ αυτού, ο Collegno μνημονεύει την περίπτωση ενός χειρουργού ονόματι «Satrako»[22], που προέβαινε σε διάτρηση κρανίου όλων όσοι τραυματίζονταν στο κεφάλι˙ δεν επιβίωσε κανείς τους[23].

Όσον αφορά τις Ελληνίδες, αυτές είναι σκλάβες των ανδρών. Στον γάμο η γυναίκα δεν είναι σύντροφος, αλλά υπηρέτρια ή μάλλον σκλάβα του άνδρα, τον οποίο αποκαλεί «εφέντη, δηλαδή κύριο» και τον υπηρετεί αδιαλείπτως. Μόνον εκείνος κοιμάται σε κρεβάτι, ενώ εκείνη και τα παιδιά πλαγιάζουν στο πάτωμα. Δεν υπάρχει κανενός είδους συντροφικότητα και αγάπη στη σχέση τους. Ο Collegno καταλήγει διερωτώμενος: «Να ’ναι άραγε και ο έρωτας καρπός του πολιτισμού;»[24].

Γενικά είναι δύσκολο να βρει κανείς κάτι θετικό στους Έλληνες. Ως εκ τούτου, ο Collegno αισθάνεται οίκτο για τον επίδοξο μονάρχη της αναδυόμενης Ελλάδας, έναν δηλαδή από τους γιους του δούκα της Ορλεάνης, τον οποίο προωθεί ο Γάλλος στρατηγός Henri Roche. «Φτωχό παιδί! Τι έχεις κάνει άραγε και σκέφτονται να σε στείλουν βασιλιά σ’ αυτόν τον τόπο;», διερωτάται[25]. Οικτίρει, ομοίως, εκείνους που «άφησαν την πολιτισμένη Ευρώπη» και «δοκιμάζουν την ελληνική ζωή: φτωχούληδες! τους συμπονώ από τα βάθη της ψυχής μου»[26].

2.2.1. Έλληνες συμμαχητές

Η παραπάνω εικόνα επιτείνεται αφενός από την κατηγορηματική απόρριψη εκ μέρους του Collegno των στρατιωτικών πρακτικών, αλλά και της ιδιοσυγκρασίας των ατάκτων ελλήνων συμμαχητών του˙ και αφετέρου και αντίστοιχα, από τη γενική δυσπιστία των τελευταίων προς το πρόσωπό του, την περιφρόνηση για τις στρατιωτικές του γνώσεις, αλλά και για την προσήλωσή του σε κανόνες και αρχές (πειθαρχία, κώδικας τιμής κλπ.), που εκείνοι θεωρούν αδιανόητες και ανεφάρμοστες σε συνθήκες ασύμμετρου πολέμου. Στο πλαίσιο αυτό, οι Έλληνες μαχητές, αξιωματικοί και απλοί στρατιώτες, είναι σύμφωνα με τον Collegno δειλοί και κρύβονται ή διαφεύγουν ακόμη και στο άκουσμα του ονόματος των Τούρκων. Ενώπιον, μάλιστα, του αιγυπτιακού στόλου αποφεύγουν να αντισταθούν, αποφασίζουν τη διαφυγή και αφήνουν στη Σφακτηρία έκθετους, στο έλεος του εχθρού, τους πολεμιστές που βρίσκονταν εκεί – μεταξύ αυτών και τον Santarosa[27]. Επ’ αυτού διατυπώνονται ευθείες αιχμές κατά του διοικητή του φρουρίου Δημητρίου Σαχτούρη και ιδίως κατά του πρίγκιπα Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου που διαφεύγει με το μπρίκι “Άρης”. Επιπλέον, φεύγοντας αφήνουν το Ναυαρίνο δίχως βλήματα: «η μπαρουταποθήκη μας ήταν το [μπρίκι] “Άρης”, και τo “Άρης” το απομάκρυνε ο πρίγκιπας Μαυροκορδάτος»[28].

Χάρτης του όρμου του Ναυαρίνου. Πηγή: William Martin Leake, Travels in the Morea, John Murray, London 1830.

Η πειθαρχία είναι άγνωστη έννοια στους έλληνες μαχητές τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα. Αυτοί είναι, επίσης, οκνηροί. Οι έλληνες αξιωματικοί δεν αναγνωρίζουν την αξία των ειδικευμένων ευρωπαίων αξιωματούχων και παρουσιάζονται απρόθυμοι να ακολουθήσουν τις οδηγίες τους όταν δεν συνάδουν με τις δικές τους συνήθειες και επιθυμίες. Ειδικότερα, οι προτάσεις του Collegno για την εκπόνηση αναγκαίων εργασιών, προκειμένου να ενισχυθεί η άμυνα του φρουρίου του Ναυαρίνου προκαλούν τη θυμηδία τους, αλλά ενίοτε και την ανοικτή αποδοκιμασία και την καταφρόνησή τους. «Οι Έλληνες διαμαρτυρήθηκαν έντονα όλοι με μια φωνή, δεν είναι σκλάβοι˙ κανείς τους δεν μπορεί να μεταφέρει χώμα. Εάν ο διοικητής του μηχανικού χρειάζεται χειρώνακτες, ας πάει να πάρει τους Αιγύπτιους: εκείνοι, μάλιστα, θα δουλέψουν», αναφέρει επί λέξει ο Collegno[29]. Οι έλληνες ανώτεροι αξιωματικοί είναι κλέφτες: τους έδωσε το τηλεσκόπιό του να κοιτάξουν και του το έκλεψαν μπροστά στα μάτια του. Oι έλληνες στρατιωτικοί ιθύνοντες είναι ανέντιμοι και βάρβαροι: δεν τηρούν τις συμφωνίες τους με τον εχθρό και δεν δείχνουν το παραμικρό έλεος για τους ηττημένους. Επ’ αυτού, ο Collegno μνημονεύει την περίπτωση της ανέντιμης σφαγής – παρά τα συμφωνηθέντα – των 600 περίπου τούρκων αιχμαλώτων του Ναυαρίνου το 1821. Από τους έλληνες αξιωματούχους ξεχωρίζει μόνον έναν για την ειλικρίνεια, την εντιμότητα και την ανιδιοτέλειά του: τον Υδραίο Αναστάσιο Τσαμαδό. Οι άλλοι ως επί το πλείστον είναι ιδιοτελείς[30]˙ σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που σκέφτονται ακόμη και να προτείνουν στον Ιμπραήμ την παράδοση του φρουρίου του Ναυαρίνου υπό τον όρο να καταβάλει στη φρουρά αμοιβή έξι μηνών! Μα αυτό «θα ισοδυναμούσε με πώληση του φρουρίου, όχι με παράδοσή του υπό τίμιους όρους», σημειώνει εμφατικά ο Collegno[31]. Είναι αγροίκοι – συνεχίζει – και δεν έχουν επαφή με την πραγματικότητα: αδυνατούν να αντιληφθούν ακόμη και το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά πλοία μπορούν να εγγυηθούν την προστασία τους όχι με την ισχύ των κανονιών, αλλά μ’ εκείνη της σημαίας τους. «Ως πειρατές συνηθισμένοι να επιτίθενται κάθε φορά που είναι ισχυρότεροι, αυτές οι έννοιες είναι γι’ αυτούς πολύ αφηρημένες», συμπεραίνει ο Collegno[32].

Σημερινή άποψη του φρουρίου του Νεοκάστρου και της Πύλου. Πηγή: https://www.abelia-villas.gr/aksiotheata/kastro-pylou/

Το Φρούριο του Νεοκάστρου, αποτύπωση σχεδίου. Πηγή: http://www.voidokilia.com/neokastro/00-Neokastro-Pylos-Story-EN.htm

Η απαξίωσή τους απέναντι στο πρόσωπο του Collegno είναι πέρα για πέρα εμφανής. «Απόψε στα πρανή του οχυρού έτυχε να ακούσω κάποιους που περνούσαν από κοντά μου να λένε μεταξύ τους: “Α! εκείνος ο σκύλος ο Φράγκος πληγώθηκε”. Τι ωραία φιλοφρόνηση!», γράφει με πικρία ο Collegno[33]. Κι ακόμη χειρότερα, όταν αποστέλλεται ως μέλος αντιπροσωπείας για να διαπραγματευτεί με τον Ιμπραήμ την παράδοση του Ναυαρίνου εισπράττει τη δυσπιστία τους και καθίσταται ύποπτος προδοσίας –συμπεριλαμβανομένου και πρωταγωνισθέντος του Μακρυγιάννη, τον οποίο ο Collegno αποδομεί[34]. Επί τη ευκαιρία δε ξεσπά: «οι βάρβαροι είμαστε εμείς και όχι οι Τούρκοι. […] Γιατί λοιπόν θα έπρεπε να μείνω κι άλλο σε έναν τόπο, όπου κανείς δεν με καταλαβαίνει;»[35]. Εν τέλει, ύστερα από την παράδοση του Ναυαρίνου ο Collegno πληροφορείται με έκπληξη ότι οι Έλληνες ψιθυρίζουν μεταξύ τους πως λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς που είχε εισπράξει από μέρους τους δεν περίμεναν παρά να έχει περάσει στην υπηρεσία του Ιμπραήμ. Αργότερα, μάλιστα, στον δρόμο της επιστροφής του για το Ναύπλιο, στους Μύλους του Άργους, τον υποδέχονται ως ήρωα του Ναυαρίνου, γεγονός που τον αφήνει εμβρόντητο: «Πραγματικά, αδυνατώ να καταλάβω γιατί εδώ μου κάνουν τόσους τεμενάδες, ενώ στο Ναυαρίνο με αποκαλούσαν εκείνος ο σκύλος ο Φράγκος[36]. Όπως θα πληροφορείτο αργότερα, είχε διαδοθεί η φήμη – αναληθής βεβαίως – ότι, ενώ ο Ιμπραήμ του έταζε “τον ουρανό με τ’ άστρα”, είχε αρνηθεί να δωροδοκηθεί και να προσχωρήσει στον στρατό του. Και καταλήγει: «Πραγματικά, αυτοί οι Έλληνες πρέπει να έχουν μία πολύ ευτελή ιδέα για τους φιλέλληνες!»[37].

Και πράγματι, οι έλληνες συμμαχητές αδυνατούν να κατανοήσουν τα κίνητρά του και των ευρωπαίων εθελοντών εν γένει. Εις επίρρωσιν τούτου, μνημονεύει το ακόλουθο επεισόδιο: «[…] ο Μακρυγιάννης, απευθυνόμενος στον γραμματέα του […] τον ρώτησε: “Τι μπορεί να έφερε εδώ αυτούς τους Φράγκους; Δεν είναι η χώρα τους αυτή: δεν έχουν εδώ οικογένεια ή άλλο πολύτιμο αγαθό να υπερασπιστούν˙ παρ’ όλα αυτά μοιράζονται τους κινδύνους μας και τις στερήσεις μας, και δεν παραπονούνται ποτέ”. Και ο γραμματέας με περισπούδαστο ύφος του απάντησε: “Τους έφερε εδώ ο πόθος για τη δόξα!”»[38]. Η αδυναμία αυτή κατανόησης τους οδηγεί ένα βήμα παραπέρα: στην αχαριστία ή και την ύβρη έναντι των θυσιασθέντων φιλελλήνων. Εύγλωττη απόδειξη συνιστά η στάση του λοχαγού του πυροβολικού Εμμανουήλ Καλλέργη εξ αφορμής του θανάτου του Santarosa, την οποία ο Collegno στηλιτεύει δεόντως: «Απόψε ο Καλλέργης μου έλεγε: “Τι τρελός εκείνος ο δικός σας ο Santarosa που ήρθε εδώ να σκοτωθεί!”»[39].

2.2.2. Έλληνες ιθύνοντες

Ανεξάρτητα από τον πόλεμο των ατάκτων και τις ιδιαιτερότητες των ελλήνων μαχητών, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κρίσεις του Collegno για την ελληνική κυβέρνηση, για τους αξιωματούχους της, καθώς και για ορισμένες εμβληματικές προσωπικότητες του ελληνικού αγώνα. Η κυβέρνηση των Υδραίων θεωρείται υπαίτια του εμφυλίου πολέμου, από τη στιγμή που απέκλεισε από τις τάξεις της τους Μωραΐτες. Στηλιτεύεται, ομοίως, η συνεργασία της με τους Ρουμελιώτες οι οποίοι, αφού κατέκλεψαν και κατέστησαν τον Μοριά ανίκανο να αμυνθεί κατά των Τούρκων, επιστρέφουν στις πατρίδες τους. Επιπλέον, επικρίνεται επειδή κατασπαταλά τα χρήματα του αγγλικού δανείου πληρώνοντας καπετανέους ατάκτων για τη συντήρηση ανύπαρκτων ανδρών, ώστε αυτοί να μην στρατολογήσουν κόσμο και την ανατρέψουν. «Ιδού λοιπόν η ιστορία του ελληνικού στρατού!», σχολιάζει ο Collegno[40]. Ύστερα από την πτώση του Ναυαρίνου, o Collegno θεωρεί την αποστολή του λήξασα και αρνείται να προσφέρει άλλες υπηρεσίες σε τέτοιου είδους ελληνική κυβέρνηση. Σημειώνει δε εμφατικά ότι η μοναδική επαφή που θα επιθυμούσε μαζί της θα ήταν μία αποχαιρετιστήρια επίσκεψη[41].

Ο πρόεδρος του Εκτελεστικού Γεώργιος Κουντουριώτης, ο δήθεν αρχιστράτηγος κατά την αντίσταση εναντίον του Ιμπραήμ, αντιμετωπίζεται σχεδόν ως λιποτάκτης: μόλις πληροφορήθηκε την απώλεια της Σφακτηρίας, εγκατέλειψε τον ελληνικό στόλο και στρατό για να κατευθυνθεί στους δικούς του, στην Ύδρα. Ανάξιοι εμπιστοσύνης είναι και οι λοιποί κυβερνητικοί αξιωματούχοι – εκτός βεβαίως του υπουργού των εσωτερικών Παπαφλέσσα, που «με το γιαταγάνι στο χέρι […] χάθηκε ένδοξα με όλους τους δικούς του»[42]. Όσον αφορά τον προαναφερθέντα πρίγκιπα Μαυροκορδάτο, γραμματέα του Εκτελεστικού, ο Collegno τον θεωρεί υπαίτιο του χαμού του Santarosa, τον αντιμετωπίζει με δυσπιστία και τον αποφεύγει συστηματικά. Η προσωπικότητα που θέλγει πραγματικά τον Collegno είναι εκείνη του πρίγκιπα Δημητρίου Υψηλάντη, στρατιωτικού και πολιτικού αλλά αγνού πατριώτη, που δεν ενεπλάκη στον εμφύλιο[43]: «Ο Υψηλάντης παραμένει πάντοτε ο μοναδικός πολιτισμένος Έλληνας, για τον οποίο τρέφω μία αδυναμία, και η ιδέα που έχω γι’ αυτόν μεγεθύνθηκε ύστερα από τη συναναστροφή μου με τον αντίπαλό του Μαυροκορδάτο»[44].

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Παναγιώτης Ζωγράφος, Μάχη της Σφακτηρίας (Μάιος 1825). Πηγή: I. Makryjannis – P. Zographos, Histoire picturale de la Guerre de l’indépendance hellénique, Editions d’Art Boissonas – Librairie Jean Budry & CIE, Genève – Paris 1926.

Εν αντιθέσει προς τις οπτικές πολλών άλλων φιλελλήνων, ο Collegno προσλαμβάνει θετικά τον εμβληματικό στρατιωτικό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον οποίο σέβονται αλλά και φοβούνται άπαντες. Τον εκλαμβάνει ως φυσικό ηγέτη του λαού, εν αντιθέσει προς τη μισητή και ανίκανη κυβέρνηση που τον έχει εξουδετερώσει την ώρα που οι δυνάμεις του Ιμπραήμ προελαύνουν. Τον περιγράφει δε ως ακολούθως: «Ο Κολοκοτρώνης, τον οποίο είδα σήμερα [30 Μαΐου 1825] για πρώτη φορά, είναι ένας άνδρας μεταξύ σαράντα πέντε και πενήντα ετών, ψηλός, στιβαρός, με μαύρα ακόμη μαλλιά και με τον αέρα μεγάλου ηγέτη. Κρατούσε στο χέρι ένα κυρτό μπαστούνι σε σχήμα ποιμενικής γκλίτσας ή ποιμαντορικής ράβδου: […] Βλέποντας τον σεβασμό με τον οποίο όλοι τον τιμούν, πρέπει να ειπωθεί ότι πρόκειται για τον δικό τους άνθρωπο, για τον ηγέτη της επιλογής τους»[45]. Στην Τριπολιτσά, αλλά και στην ευρύτερη ζώνη όλοι («άνδρες, γυναίκες, γέροι, νέοι, όσοι εν τέλει συναντούμε στον δρόμο») εκφράζουν τη λατρεία και τον σεβασμό τους απέναντι στον «γέρο τους»[46] (έτσι τον αποκαλούν) και την απέχθειά τους για τον Κουντουριώτη και την κυβέρνηση των Υδραίων που τον φυλάκισε. Πιστεύουν δε ότι, εφόσον ο Κολοκοτρώνης δεν είχε φυλακιστεί, το Ναυαρίνο δεν θα είχε πέσει στα χέρια του Ιμπραήμ. Υπό την αρχηγία του Κολοκοτρώνη όλοι είναι πρόθυμοι να πολεμήσουν τους Αιγύπτιους˙ σε αντίθετη περίπτωση όχι. O Collegno ρωτά κάποια στιγμή τον στρατηγό Roche «εάν είναι της γνώμης ότι η Ελλάδα μπορεί να διοικηθεί δίχως τον Κολοκοτρώνη, και πως η παρούσα κυβέρνηση μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται εφόσον ο Κολοκοτρώνης τεθεί επικεφαλής του στρατού. Κατά την άποψή μου, ένας μόνον τρόπος μπορεί να σώσει την Ελλάδα, κι αυτός δεν είναι άλλος από μία στρατιωτική κυβέρνηση. Αλλ’ όση εκτίμηση κι αν τρέφω για τον Κολοκοτρώνη, θα μου ήταν αδύνατον από την άλλη να ζήσω υπό την απόλυτη εξουσία της δικής του προαιρέσεως˙ εκτός του ότι όλα όσα γνωρίζω γι’ αυτόν με κάνουν να πιστεύω ότι οι Ευρωπαίοι δεν θα τα βγάλουν εύκολα πέρα όταν εκείνος πάρει την κατάσταση στα χέρια του»[47].

2.3. Η εικόνα του εχθρού: Ιμπραήμ και Αιγύπτιοι

Η εικόνα του “άλλου”, του αλλόθρησκου εχθρού, όπως αυτή εξάγεται από το Ημερολόγιο του Collegno, παρουσιάζει ορισμένες θετικές πτυχές. Όσον αφορά τον Ιμπραήμ Πασά, ο Collegno δεν διστάζει να παραδεχθεί τη μεγαλοψυχία του αιγύπτιου στρατηλάτη προς τους παραδοθέντες Έλληνες του Ναυαρίνου – εν αντιθέσει προς την προρρηθείσα ανάλγητη στάση των Ελλήνων έναντι των Τούρκων παραδοθέντων της ίδιας πόλης το 1821˙ και τούτο, παρά τα όσα φρικώδη του καταμαρτυρούν. Οι εφημερίδες σας γράφουν «ότι τρώω ανθρώπινο κρέας και πίνω αίμα», δηλώνει στον Collegno και του ζητά να ανασκευάσει την εικόνα αυτή όταν θα μεταβεί στη Δύση με τα αρνητικά της στερεότυπα για τους Οθωμανούς και τους μουσουλμάνους συμμάχους τους. Και συνεχίζει: «Πράγματι, είναι μία ευγενής υπόθεση εκείνη των Ελλήνων! Είναι οι δικές σας προκαταλήψεις που την καθιστούν τέτοια!»[48]. Από την άλλη, εκφράζει απερίφραστα τον θαυμασμό του για τον Ναπολέοντα. Εντύπωση προξενεί, εξάλλου, στον Collegno ότι οι αιχμάλωτοι που έστειλε ο Ιμπραήμ στους Έλληνες για να τους πείσει να παραδώσουν το Ναυαρίνο «Ήταν άοπλοι, αλλά ντυμένοι με τα συνηθισμένα ρούχα τους, και δεν ανταποκρίνονταν επ’ ουδενί στην εικόνα εκείνων των ελλήνων αιχμαλώτων, που αναπαριστώνται στις ευρωπαϊκές λιθογραφίες ως φέροντες αλυσίδες και μώλωπες από κτυπήματα»[49]. Στο πρόσωπο δε του ικανού συνταγματάρχη Σουλεϊμάν Μπέη, γάλλου εξωμότη και νικητή της Σφακτηρίας[50], ο Collegno αναγνωρίζει έναν καλλιεργημένο και έντιμο άνθρωπο. Συνακόλουθα, αναπτύσσεται σχέση αλληλοσεβασμού και εκτίμησης μεταξύ τους. Ο Σουλεϊμάν τον ενημερώνει για την τύχη του φίλου του Santarosa, του μοναδικού από τους ανευρεθέντες θανόντες που φορούσε γυαλιά. Επίσης, προσφέρεται να του δανείσει χρήματα, καθώς και να τον βοηθήσει να μεταβεί στη Δύση μέσω Αιγύπτου, εφόσον το θελήσει˙ προτάσεις που αμφότερες απορρίπτει ευγενικά ο Collegno. Όλα τα παραπάνω γεννούν ανάμικτα συναισθήματα στον ιταλό φιλέλληνα: από τη μία η πολιτισμένη συμπεριφορά απέναντί του από μέρους των εχθρών και από την άλλη η απαράδεκτη αντιμετώπιση από μέρους της φίλιας πλευράς των Ελλήνων. Παρ’ όλα αυτά, απομακρυνόμενος από το Ναυαρίνο, επάνω στο πλοίο, και αντικρίζοντας την τουρκική σημαία να κυματίζει επάνω στον ναό της Μεταμορφώσεως, το μοναδικό όρθιο κτίσμα της πόλης, συγκινείται και κλαίει[51].

2.4. Η εικόνα του ομοεθνούς “άλλου”: Ιταλοί μισθοφόροι στο αντίπαλο στρατόπεδο

Η οπτική του Collegno έναντι των ομοεθνών “άλλων”, των τυχοδιωκτών μισθοφόρων της επανάστασης, των ιταλών δηλαδή αξιωματικών που βρέθηκαν στρατολογημένοι στο αντίπαλο στρατόπεδο, είναι ασφαλώς διαφορετική. Στον στρατό του Μεχμέτ Αλή υπήρχαν ευρωπαίοι εκπαιδευτές, που αναμφίβολα είχαν τις ίδιες καταβολές με τους εθελοντές που κατευθύνθηκαν στην Ελλάδα και συνέδραμαν τον ελληνικό αγώνα: ήταν στην πλειονότητά τους απόστρατοι της Μεγάλης Στρατιάς του Ναπολέοντα. Σημειωτέον ότι στις τάξεις τους είχε περάσει πλέον και ο Gabrielle de Gubernatis από το Πιεμόντε, που είχε πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων στη μάχη του Πέτα, εν συνεχεία είχε καταβάλει φιλότιμες προσπάθειες για την ανασυγκρότηση του τακτικού στρατού και εν τέλει είχε απογοητευτεί από τη στάση των Ελλήνων ιθυνόντων απέναντί του. Πρέπει να σημειωθεί, εντούτοις, ότι ο de Gubernatis έθεσε ως απαράβατο όρο για την πρόσληψή του στον αιγυπτιακό στρατό τη μη συμμετοχή του σε πόλεμο κατά των Ελλήνων[52]. Πέραν τούτου, στην εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συμμετείχαν τεκμηριωμένα οι Ιταλοί Romei, Luchessi, Trona, Scarpa, Bolognini, Albertini και Luccoli, καθώς και οι Κορσικανοί Muri και Giacometti[53]. Η έκπληξη της συνάντησης του Collegno με ορισμένους από τους προαναφερθέντες επαγγελματίες στρατιωτικούς συμπατριώτες στο εχθρικό στρατόπεδο είναι αναπόφευκτη. Η αποστροφή του, ωστόσο, και η ψυχρότητα έναντι των τυχοδιωκτών τέως ομοϊδεατών του φιλελευθέρων αξιωματικών είναι δεδομένη: «Αξιωματικοί που ήταν ή τουλάχιστον δήλωναν φιλελεύθεροι, και που υπηρετούσαν εναντίον των Ελλήνων, και για το χρήμα μάχονταν ενάντια στις αρχές τους, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν πλέον από εμένα φίλοι!»[54].

2.5. Περιηγητισμός και το τέλος της επαναστατικής περιπέτειας

Όπως ήδη προειπώθηκε, ύστερα από τον χαμό του φίλου Santarosa και τη δική του απομάκρυνση από το πεδίο της μάχης ωριμάζει η απόφαση τoυ Collegno να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Κατά την επιστροφή από την Καλαμάτα στο Ναύπλιο βαθμιαία αποφορτίζεται, αρχίζει να απολαμβάνει τις ομορφιές του Μοριά και από μαχητής της ελευθερίας μετατρέπεται σε ευρωπαίο περιηγητή[55]. Σε όλη αυτή τη διαδρομή, αλλά κυρίως όταν φθάνει στο Ναύπλιο, αναζητά τη συντροφιά και τη θαλπωρή στο γνώριμο και ευγενές περιβάλλον των συμπατριωτών και των φιλελλήνων (των Charles Fabvier, Giuseppe Pecchio, Pietro Gamba, Luigi Porro-Lambertenghi κ.ά.), αλλά και των ελάχιστων καλλιεργημένων Ελλήνων που τους συναναστρέφονται (όπως λ.χ. του Καλλέργη)[56]. Η πόλη της Καλαμάτας φαντάζει στα μάτια του ως «ένα μικρό Παρίσι εν συγκρίσει προς το ερειπωμένο Ναυαρίνο»[57]. Εκεί απολαμβάνει το αφέψημά του «σε ένα καφέ που μόλις έχει ανοίξει, που το διασχίζει ένα ποταμάκι, το οποίο του δίνει μία δροσιά άγνωστη στα καφέ των πολιτισμένων χωρών»[58]. Κάνει τον περίπατό του παρέα με τον Fabvier στους κήπους των Καλυβίων, στα περίχωρα της Καλαμάτας, και γεύεται πορτοκάλια και λεμόνια[59]. Η ανοιξιάτικη γη της Αρκαδίας ανακαλεί στη μνήμη του Collegno οικείους τόπους και γνώριμες πολιτισμικές αναφορές. Ιδού πώς την περιγράφει:

Η Αρκαδία είναι λοιπόν ο ωραίος τόπος, ακόμη και εν συγκρίσει προς τη Μεσσηνία: θα την παραλλήλιζα με μία από τις υψηλές πεδιάδες των Απεννίνων, ενώ η περιοχή που περάσαμε εχθές ανακαλεί στη μνήμη τις ακτές της Νεαπόλεως. Χαιρέτησα τις βελανιδιές ενός δάσους που εκτείνεται από το Λεοντάρι έως εδώ˙ τις χαιρέτησα ως παλαιούς φίλους, διότι είναι οι μοναδικές που είδα από τη στιγμή που άφησα την πολιτισμένη Ευρώπη. Ο Αλφειός αυτή την εποχή […] είναι ένα ποτάμι ήσυχο, διαυγές, που περιβάλλεται από λιβάδια και δάση, η θέα του οποίου ανακουφίζει από τη ζέστη της ημέρας. […] Ψηλά από τους λόφους αποχαιρέτησα τον Αλφειό και την Αρκαδία, και από εκείνο το σημείο κατάλαβα σήμερα γιατί η Αρκαδία επελέγη ως ο κατεξοχήν τόπος της πιο ανέμελης και χαρούμενης ποιμενικής ζωής»[60].

Η δε Τριπολιτσά είναι μία ανερχόμενη πόλη: «ύστερα από την Αθήνα, η πόλη που μου φάνηκε περισσότερο από κάθε άλλη σε φάση ανάπτυξης»[61]. Τέλος, το Ναύπλιο είναι η έδρα της κυβέρνησης, αλλά και η πόλη των φιλελλήνων. Ο Collegno συντρώγει, περιηγείται, τραγουδά, ψυχαγωγείται μαζί τους. Η πόλη είναι, επίσης, η πύλη που οδηγεί στην Ευρώπη. Εκεί ο Collegno κάνει το πρώτο βήμα για την επιστροφή του στον πολιτισμό. Παίρνει το λουτρό του για πρώτη φορά από τότε που κατατάχτηκε στις ελληνικές δυνάμεις, αλλάζει ρούχα και εκφράζει την ανακούφισή του. Το Ναυαρίνο, οι κακουχίες, οι απώλειες, η ρυπαρότητα, η βαρβαρότητα, οι φρούδες ελπίδες από την υπηρέτηση της ελληνικής υπόθεσης, όλα ετούτα είναι πλέον μακριά. «Εγώ επιστρέφω στον πολιτισμό»[62], δηλώνει αναχωρώντας για τη Σμύρνη με τον Gamba και με το ίδιο πλοίο, το “Little Sally”, το βράδυ της 10ης Ιουνίου 1825[63].

Από το Βέλγιο, όπου μετέβη ύστερα από την Ελλάδα, απέστειλε μία σκληρή επιστολή προς τους εκπροσώπους της ελληνικής διοίκησης στο Λονδίνο, με την οποία τους κατηγορούσε για τη στάση τη δική τους και της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι σ’ αυτόν, αλλά και στη θυσία του Santarosa[64].

3. Συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, το Ημερολόγιο του Collegno συνιστά πηγή για τη σκιαγράφηση του προφίλ του εν λόγω μαχητή, αλλά και γενικότερα συνεισφορά στη μελέτη των ιδιαιτεροτήτων των ιταλών φιλελλήνων εθελοντών που συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση. Η εμπειρία του Collegno από τη μετάβασή του στο ελληνικό μέτωπο υπήρξε, αναμφίβολα, βαθύτατα τραυματική. Η διανοητική και παιδευτική του συγκρότηση, εξάλλου, δεν ήταν τέτοια που να του επιτρέψει να βιώσει τη νεοελληνική πραγματικότητα διαφορετικά. Πιστεύοντας ακράδαντα στην αξία των θεσμών, των διοικητικών και νομοθετικών μεταρρυθμίσεων και της πολιτικής σταθερότητας ύστερα από την ναπολεόντεια εμπειρία της Ιταλίας[65] και διαθέτοντας στρατιωτική κατά βάση παιδεία, αδυνατούσε να ερμηνεύσει την περίπλοκη νεοελληνική πραγματικότητα κατά τον τρόπο ενός Santarosa – του διανοούμενου με την πλούσια κλασσική παιδεία και την αδάμαστη ρομαντική ορμή – που, παρά τις απογοητεύσεις, την καταφρόνηση και τις προσωπικές προσβολές στην Ελλάδα, παρέμεινε βαθύτατα αφοσιωμένος στην υπόθεση της ελληνικής ελευθερίας έως την ύστατη στιγμή[66]˙ ή ενός Pecchio, που για να αιτιολογήσει το χαοτικό εμφυλιακό κλίμα στην Ελλάδα αναζητούσε συγγένειες μεταξύ των αρχαίων και των νέων Ελλήνων:

Αυτό το δείγμα αντικρουόμενων συμφερόντων και παθών αρκεί για να καταστήσει σαφές ότι οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν διατηρήσει εκείνη την ανησυχία, εκείνες τις αντιπαλότητες, εκείνα τα πολιτικά πάθη που είχαν οι πρόγονοί τους στην Ελλάδα, και εκτός της Ελλάδας, στη Μικρά Ασία, στη Μεγάλη Ελλάδα, στη Σικελία, όπου κι αν εγκαταστάθηκαν.[67]

Μνημείο Σανταρόζα στη Σφακτηρία. Πηγή: https://www.periigites.gr/articles/87/6,7,23,8,49/nisos-sfaktiria.html

Η ειδοποιός αυτή διαφορά μεταξύ τους υποδηλώνεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι οι αναφορές του Collegno, ακόμη και ως περιηγητή, στην ελληνική αρχαιότητα είναι περιορισμένες έως σχεδόν ανύπαρκτες στο Ημερολόγιό του. Δεν μνημονεύει ούτε καν την Μάχη της Σφακτηρίας, που είχε διεξαχθεί στον τόπο της θυσίας του Santarosa ακριβώς 1400 έτη προγενέστερα (425 π.Χ.) μεταξύ των Αθηναίων και των Σπαρτιατών στο πλαίσιο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Για την ακρίβεια, η μοναδική αναδρομή στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδας πραγματοποιείται όταν ο συγγραφέας αντικρίζει από το πλοίο την Καλαμάτα και νιώθει τα ίδια συναισθήματα με τους «Μεσσήνιους, όταν μπόρεσαν να ξαναδούν τις εστίες τους ύστερα από την μακροχρόνια εξορία στην οποία τους είχε καταδικάσει η Σπάρτη»[68]. Ανύπαρκτο είναι, ομοίως, το ενδιαφέρον του για τα ορατά κατάλοιπα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Δεν επισκέφτηκε – όπως ο Santarosa και άλλοι ιταλοί φιλέλληνες – «την Επίδαυρο, το νησί της Αίγινας και τον ναό του Δία», «στην Αθήνα […] τα μνημεία αυτής πόλης», δεν πραγματοποίησε «προσκύνημα στην Αττική για να επισκεφτεί τον Μαραθώνα και το Ακρωτήριο Σούνιο» και δεν έγραψε το όνομά του στις κολώνες «του ναού του Θησέα» ή «της Αθηνάς Σουνιάδος», πλάι στα ονόματα συμπατριωτών όπως οι Carlo Vidua, Luigi Provana del Sabbione, Giacomo Luigi Ornato κ.ά.[69]

Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο ιταλός εθελοντής δεν δίστασε να αναγάγει τη στρατιωτική ασυμβατότητα με τους έλληνες μαχητές στο Ναυαρίνο, τον φατριασμό των ελλήνων κυβερνώντων και την αδυναμία συνεννόησης μαζί τους σε πολιτισμική διαφορά. Η αναγωγή αυτή, βέβαια, παρουσιάζει αναλογίες με τους όρους προσέγγισης των Ελλήνων από μέρους των βρετανών μπενθαμιτών (των θιασωτών δηλ. του άγγλου φιλοσόφου και νομικού Jeremy Bentham)˙ αλλά και των άλλων λαών της Μεσογείου από μέρους των προηγμένων δυτικών και των Βορειοευρωπαίων. Οι στρατιώτες του Wellington λ.χ. είχαν προσδώσει στους Ισπανούς υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς (ιθαγενείς, βάρβαροι, άγριοι, υπανάπτυκτοι κλπ.)[70]. Επίσης, σύμφωνα με τα στερεότυπα πολλών βρετανών περιηγητών ακόμη και αυτής της εποχής, του Grand Tour των ρομαντικών, η Ιταλία εξακολουθούσε να εκλαμβάνεται ως γη της ηθικής πενίας και της βίας, ενώ οι ίδιοι οι Ιταλοί ως ευρισκόμενοι στην περιφέρεια του πολιτισμού της γηραιάς ηπείρου. Όσον αφορά δε τη νότια Ιταλία, αυτή τοποθετούνταν εκτός της “πολιτισμένης Ευρώπης”[71] – εκείνης δηλαδή που επικαλείται διαρκώς στο Ημερολόγιό του ο Collegno. Κατ’ αντίστοιχο λόγο, οι Νεοέλληνες τίθενται από αυτόν εκτός του δυτικού πολιτισμού και του “πολιτισμένου” κόσμου. Έτσι, ωστόσο, τίθενται σε δοκιμασία οι προσπάθειες των άλλων ιταλών εξορίστων να ενσωματώσουν τη Μεσόγειο κατά τρόπο δημιουργικό και επωφελές για τις διεκδικήσεις των λαών της στην γεωγραφία του πολιτισμού˙ καθώς, ομοίως, και τα αντιθετικά δίπολα Δύση – Ανατολή, Χριστιανισμός – Ισλάμ, πολιτισμός – βαρβαρότητα, που είχαν επεξεργαστεί οι Ugo Foscolo και Giovanni Berchet στην προσπάθειά τους να τοποθετήσουν την Ελλάδα στις ανατολικές παρυφές της Ευρώπης[72].

Όπως και να ’χει, ο πιεμοντέζος αριστοκράτης Collegno υπήρξε ένας κοσμοπολίτης φιλελεύθερος πατριώτης, που συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση δίχως ιδιοτελείς στόχους, αλλά με ειλικρινή διάθεση για συνεισφορά στον κοινό αγώνα κατά της τυραννίας. Τη δεδομένη χρονική στιγμή άλλωστε – ύστερα από την καταστολή των εξεγέρσεων στην Ισπανία και την Πορτογαλία – η ελληνική περίπτωση ήταν το μοναδικό καταφύγιο στην Ευρώπη για τους κυνηγημένους επαναστάτες γενικά και για τον Collegno ειδικότερα. Τα δε μασονικά δίκτυα διευκόλυναν τη μετάβαση τόσο του ιδίου όσο και άλλων συμπατριωτών του στο ελληνικό μέτωπο. Εκεί, η προκατασκευασμένη και εξιδανικευμένη εικόνα του για τη νεώτερη Ελλάδα κατέρρευσε ενώπιον των σύγχρονών της δυτικών υποδειγμάτων. Η αδυναμία πολιτισμικής επικοινωνίας με τους Νεοέλληνες, καθώς και η εν γένει απογοήτευση του Collegno από τα επαναστατικά κινήματα και το περιβάλλον των μυστικών εταιρειών τον οδήγησαν όχι μόνον στη διαφοροποίηση από το αφήγημα της ελληνικής υπόθεσης, αλλά και στον τερματισμό της εμπειρίας του ως συνωμότη και μαχητή της ελευθερίας. Μακριά πλέον από την επαναστατική δράση, αφοσιώθηκε: σε πρώτο χρόνο, στις σπουδές τις οποίες είχε εγκαταλείψει νεότατος για να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία˙ εν συνεχεία, στην ακαδημαϊκή σταδιοδρομία ως γεωλόγος˙ και, εν τέλει, στην προλείανση του εδάφους για την επιστροφή του στην πατρίδα, την οποία θα υπηρετούσε πλέον υπό εντελώς διαφορετικούς όρους προσχωρώντας στους κύκλους της élite των μετριοπαθών φιλελευθέρων του Πιεμόντε. Το γεγονός απαιτούσε, ασφαλώς, τη διαχείριση της μνήμης αναφορικά με τα έργα και τις ημέρες του τέως εξόριστου Collegno και την αποκάθαρσή της από κάθε ιδέα ή πολιτικό εγχείρημα ριζοσπαστικού τύπου και, επομένως, από το συνωμοτικό και επαναστατικό παρελθόν του[73].

Πρέπει να τονιστεί, εντούτοις, ότι οι φίλοι και σύντροφοι του Collegno ιταλοί εξόριστοι πατριώτες – όπως επί παραδείγματι ο Giuseppe Pecchio[74], ο Pietro Gamba[75] ή ο Alerino Palma[76] από την ομάδα των αποκαλούμενων «κομήτων καρμπονάρων» –, παρά το γεγονός ότι ασπάζονταν τις αντιλήψεις του Collegno περί του χαρακτήρα των Νεοελλήνων, εξακολούθησαν να υπηρετούν την ελληνική υπόθεση. Διαφοροποιούνταν, ωστόσο, από την υπεροπτική και αποικιοκρατική προσέγγιση των άγγλων μπενθαμιτών, οι οποίοι διατείνονταν ότι η καθυστερημένη και διεφθαρμένη ελληνική κοινωνία μπορούσε να εκπολιτιστεί μόνον υπό την πατρική καθοδήγηση των Βορειοευρωπαίων[77]. Οι ιταλοί φιλέλληνες δεν έτρεφαν πλέον αυταπάτες: οι Έλληνες δεν ήταν έτοιμοι για την ελευθερία και η εγκαθίδρυση κράτους στην Ελλάδα, με σταθερή πολιτική διοίκηση και θεσμούς, έμοιαζε με ουτοπία. Οι ίδιοι, όμως, αισθάνονταν την ανάγκη να πιστέψουν στον ελληνικό εθνικό μύθο, ώστε να μπορέσουν να υποστηρίξουν τον ανάλογο μύθο που οικοδομούσαν για την Ιταλία. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αγγλικές θέσεις απειλούσαν να υπονομεύσουν ολόκληρο το ιδεολογικό οικοδόμημα του ιταλικού πατριωτισμού. Οι Ιταλοί, άλλωστε, έπρεπε να αντικρούσουν τα ανάλογα στερεότυπα των βορειοευρωπαίων παρατηρητών, που αντιλαμβάνονταν κατά παρόμοιο τρόπο την Ιταλία ως έναν τόπο μη πολιτισμένο. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η διαπλοκή μεταξύ ελληνικού και ιταλικού εθνικού προγράμματος δεν ήταν γι’ αυτούς παρά δεδομένη.

Alerino Palma, Κατήχησις πολιτική εις χρήσιν των Ελλήνων συνταχθείσα μεν ιταλιστί υπό του φιλέλληνος Κ. Α. Π. [Κόμητος Αλερίνο Πάλμα] μεταφρασθείσα δε παρά Νικολάου Γ. Παγκαλάκη, Εκ της εν Ύδρα Τυπογραφίας, Ύδρα 1826.

Η ίδια πάνω-κάτω διαπλοκή μεταξύ των δύο εθνικών προγραμμάτων λειτούργησε και στην περίπτωση της ηρωοποίησης του συνταξιδιώτη και συμμαχητή του Collegno, δηλαδή του Santarosa. Όπως ορθώς παρατηρεί ο Maurizio Isabella, μέσω της σύνδεσης μίας ιταλικής μορφής με τη δημοφιλέστερη πολιτική υπόθεση στην Ευρώπη εκείνη την εποχή προσφερόταν στους ιταλούς πατριώτες ένα παράδειγμα εθνικού και υπερεθνικού ηρωισμού και ταυτόχρονα εγειρόταν το ιταλικό εθνικό ζήτημα σε διεθνές επίπεδο[78]. Ασφαλώς, το Ημερολόγιο του Collegno συνιστά συμβολή στην ηρωοποίηση αυτή, αλλά και εν γένει στη μελέτη της ιταλικής συνιστώσας του μαχόμενου φιλελληνισμού την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Η στρατηγική δε του ελληνοϊταλικού παραλληλισμού και της ανάδειξης της ιδέας της αδελφοσύνης των δύο λαών προσδίδει στην ως άνω συνιστώσα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά, και εξηγεί εν πολλοίς γιατί αυτή υπήρξε μακροβιότερη από τις ευρωπαϊκές ομόλογές της, μια και η εθελοντική παράδοση της δεκαετίας του 1820 θα ανανεωνόταν κατά το δεύτερο μισό του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα με τη συμμετοχή των ιταλών γαριβαλδινών εθελοντών στους ελληνικούς αλυτρωτικούς αγώνες της περιόδου[79].

Ως προς το ζήτημα της μνήμης, τέλος, καίτοι οι ελληνικές αρχές αδράνησαν σε πρώτο χρόνο, η αλληλεγγύη που επέδειξαν οι ιταλοί εθελοντές προς τον ελληνικό λαό κατά τη διάρκεια της Επανάστασης κατόρθωσε να παραμείνει, έως έναν βαθμό, ζωντανή στη μνήμη του τελευταίου. Το μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, το μνημείο που ανεγέρθηκε (1925) επί τη εκατονταετηρίδι του θανάτου του Santarosa στον τόπο της θυσίας του, τη Σφακτηρία, που στις μέρες μας (2000) χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο[80]˙ τα οδωνύμια της Αθήνας και πολλών άλλων ελληνικών πόλεων[81], οι εορταστικές εκδηλώσεις και τα πολιτικά μνημόσυνα προς τιμήν ιταλών φιλελλήνων της περιόδου[82].

Χάρτης του όρμου του Ναυαρίνου, όπου αποτυπώνονται και τα μνημεία των φιλελλήνων. Πηγή: Ισμήνη Καρυωτάκη, Μετατροπή, Αντλιοστάσιο, Γιάλοβα, εκδ. Ροδακιό, Αθήνα 2005.

Στάθης Μπίρταχας: επίκουρος καθηγητής Ευρωπαϊκής Ιστορίας
στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας & Φιλολογίας
του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
και μέλος της Società Italiana di Storia Militare (SISM).

 

Σημείωση: Η ΕΕΦ προσφέρει ένα βήμα σε επιστήμονες και προσωπικότητες κύρους για να προβάλουν ελεύθερα τις προσωπικές θέσεις τους και το επιστημονικό τους έργο. Η Εταιρεία δεν υιοθετεί πάντα τις απόψεις αυτές, δε δεσμεύεται από αυτές και δεν εγγυάται την ορθότητά τους.

 

** Το κείμενο συνιστά ανεπτυγμένη μορφή ανακοίνωσης με τίτλο «Esilio risorgimentale e filellenismo combattente al tempo di Ugo Foscolo: il conte Giacinto Provana di Collegno in Grecia (1824-25)», που εκφωνήθηκε στο διεθνές συνέδριο Ugo Niccolò Foscolo entre Italie et Grèce (διοργάνωση: Université Nice Sophia Antipolis, Université Sorbonne Nouvelle Paris 3 & Università degli Studi di Genova˙ Νίκαια – Βεντιμίλια, 9-11 Μαρτίου 2017) και η δημοσίευση της οποίας επίκειται (στην ιταλική) στα πρακτικά του εν λόγω συνεδρίου.

Υποσημειώσεις

[1] [1] Μεταξύ πολλών άλλων, βλ. λ.χ.: Maxime Raybaud, Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance …; avec une introduction historique, par Alph. Rabbe, τ. 1-2, Tournachon-Molin Libraire, Paris 1824-1825˙ Alerino Palma, Greece Vindicated; in Two Letters by Count Alerino Palma: to which αre Added, by the same Author, Critical Remarks on the Works Recently Published on the Same Subject by Messrs. Bulwer, Emerson, Pecchio, Humphreys, Stanhope, Parry, & Blaquiere, Printed for the Author, London 1826˙ Giuseppe Pecchio, Relazione degli avvenimenti della Grecia nella primavera del 1825, Vanelli, Lugano 1826˙ Sketches of Modern Greece, illustrative of the leading events of the Revolution; by a young English volunteer in the Greek service, τ. 1-2, Hurst, Chance & Co., London 1828˙ Jacques Mangeart, Souvenirs de la Morée, recueillis pendant le séjour des Français dans le Péloponnèse, Igonette, Paris 1830˙ Julius Millingen, Memoirs of the Affairs of Greece; containing an Account of the Military and Political Events which occurred in 1823 and following Years…, John Rodwell, London 1831˙ Persat Maurice, Mémoires du commandant Persat, 1806 à 1844…, Librairie Plon, Paris 1910˙ Santorre di Santa Rosa, Lettere dall’esilio (1821-1825), επιμ. A. Olmo, Istituto per la Storia del Risorgimento Italiano, Roma 1969˙ Σάμουελ Χάου [Samuel Gridley Howe], Ημερολόγιο από τον Αγώνα 1825-1829, Καραβίας, Αθήνα 1971.

[2][2] Giacinto Collegno, Diario dell’assedio di Navarino. Memorie di Giacinto Collegno precedute da un ricordo biografico dell’autore scritto da Massimo d’Azeglio, μτφρ. A. Mauri, Pelazza, Τorino 1857.

[3][3] Για τον Collegno βλ. Massimo d’Azeglio, Ricordo d’una vita italiana. Giacinto Collegno, στο Collegno, Diario…, σσ. 5-22˙ Albert De La Marmora, Notice biographique sur le general H. Provana de Collegno, Imprimerie royale, Turin 1857˙ Leone Ottolenghi, La vita e i tempi di Giacinto Provana di Collegno. Col Diario dell’assedio di Navarino 1825 che si pubblica la prima volta nell’originale francese, E. Loescher, Torino 1882, σσ. 3-191˙ Guido Ratti, «Collegno, Giacinto Ottavio Provana di», Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 26, Treccani, Roma 1982, σ. 802-807, http://www.treccani.it/enciclopedia/giacinto-ottavio-provana-di-collegno_(Dizionario-Biografico)/˙ Σπύρος Δ. Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός κατά τον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, 1821-1833, Ελληνική Επιτροπή Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Αθήνα 1996, σσ. 64-66˙ Roberto Chiaramonte (επιμ.), Giacinto Provana di Collegno. Uomo d’Armi, geologo, eroe risorgimentale, Ministro di Stato e Senatore del Regno. Atti del Convegno, R. Chiaramonte Editore, Collegno (Torino) 2011.

[4][4] Ο Collegno είχε προσχωρήσει στις τάξεις της καρμποναρικής “Alta Vendita”. Ratti, «Collegno».

[5][5] Marion S. Miller, «A ‘Liberal International’? Perspectives on Comparative Approaches to the Revolutions in Spain, Italy, and Greece in the 1820s», Mediterranean Studies 2 (1990), σσ. 61-67. Εκτός από ένα μεγάλο ποσοστό πρώην στρατιωτών και αξιωματικών, στις τάξεις των ιταλών εξορίστων αυτής της περιόδου συγκαταλέγονταν, επίσης, πολλοί πανεπιστημιακοί φοιτητές, άνθρωποι των γραμμάτων, δικηγόροι, γιατροί, συμβολαιογράφοι κλπ. Maurizio Isabella, Risorgimento in esilio. L’internazionale liberale e l’età delle rivoluzioni, μτφρ. D. Scaffei, Laterza, Roma – Bari 2011, σ. 12. Για τις πολιτικές και ιδεολογικές τους καταβολές βλ. στο ίδιο, σσ. 14-26. Σημειωτέον ότι από καιρού εις καιρόν έβρισκε μεταξύ αυτών τη θέση του και ο ρομαντικός παρορμητικός τυχοδιωκτισμός ορισμένων εθελοντών. Βλ. ενδεικτικά παρακάτω, ενότητα 2.4., όπου περιπτώσεις ιταλών που κατατάχθηκαν στον αιγυπτιακό στρατό και πολέμησαν κατά των Ελλήνων.

[6][6] Άννα Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας» και 1821. Η Ελληνική Επανάσταση στη διεθνική της διάσταση, Πεδίο, Αθήνα 2016, σσ. 19, 116, 128. Για τις έννοιες της ελληνολατινικής και μεσογειακής αλληλεγγύης βλ. τις συναφείς μελέτες του Gilles Pécout: «Philhellenism in Italy: political friendship and the Italian volunteers in the Mediterranean in the nineteenth century», Journal of Modern Italian Studies 9/4 (2004), σσ. 405-427˙ «The international armed volunteers: pilgrims of a transnational Risorgimento», Journal of Modern Italian Studies 14/4 (2009), σσ. 413-426˙ «Ελληνική Επανάσταση: Η ιδρυτική στιγμή των μεσογειακών πολιτικών αλληλεγγύης;», στο Πέτρος Πιζάνιας (επιμ.), Η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένα ευρωπαϊκό γεγονός, Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Κέδρος, Αθήνα 2009, σσ. 119-130.

[7][7] Για τις ελληνοϊταλικές ανταλλαγές της περιόδου βλ. κυρίως τα ακόλουθα έργα όπου συγκεντρώνεται η σημαντικότερη βιβλιογραφία: Isabella, Risorgimento in esilio…, μέρος 1˙ Stathis Birtachas, «Solidarietà e scambi ideologico-culturali italo-ellenici in epoca risorgimentale. L’emigrazione politica italiana nelle Isole Ionie e in Grecia», Mediterranea. Ricerche Storiche 26 (dicembre 2012), σσ. 461-474, http://www.storiamediterranea.it/portfolio/dicembre-2012/˙ του ιδίου, «Εκφάνσεις του ιταλικού φιλελληνισμού κατά τη δεκαετία του 1820», στο Α. Β. Μανδηλαρά, Γ. Β. Νικολάου, Λ. Φλιτούρης, Ν. Αναστασόπουλος (επιμ.), Δήμος Νικολάου Σκουφά – Ηρόδοτος, Αθήνα 2015, σσ. 373-391, https://www.academia.edu/34159791/Manifestations_of_the_Italian_Philhellenism_during_the_1820s˙ Andrea Giovanni Noto, La ricezione del Risorgimento greco in Italia (1770-1844). Tra idealità filelleniche, stereotipi e Realpolitik, Edizioni Nuova Cultura, Roma 2015, κεφ. 3˙ Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, passim, ιδίως κεφ. 1-3. Πρβλ. Ι. Τσόλκας, Η Ελληνική Παλιγγενεσία και ο αντίκτυπός της στη Λογοτεχνία της Ιταλίας κατά το 19ο αιώνα, Διδ. διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2004˙ Gerassimos D. Pagratis, «Emigrazione italiana, condizioni socio-economiche e politica statale nelle Isole Ionie nell’età del Risorgimento: nuovi interrogativi su una vecchia questione», Mediterranean Chronicle 4 (2014), σσ. 153-164˙ Caterina Carpinato, «Filellenismo minore ai tempi della rete. Qualche spunto di riflessione attraverso testimonianze letterarie italiane e greche», στο Serena Fornasiero και Silvana Tamiozzo (επιμ.), Studi sul Sette-Ottocento offerti a Marinella Colummi, σ. 29-48˙ Guido Muoni, Η φιλελληνική λογοτεχνία στον Ιταλικό Ρομαντισμό, εισαγωγή και επιμ. Ά. Μπουμπάρα, μτφρ. Σ. Κουτράκης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2016.

[8][8] Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 20, 129, 154-170, 175-176˙ Isabella, Risorgimento in esilio…, passim.

[9][9] Για τις στοχεύσεις και τους προσανατολισμούς της Ελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, τα δάνεια της ανεξαρτησίας, την κακοδιαχείρισή τους και, εν τέλει, την απαξίωση της Επιτροπής βλ. τις κάτωθι ειδικές μελέτες, όπου η βιβλιογραφία: Γιάννα Τζουρμανά, Βρετανοί Φιλελεύθεροι και ριζοσπάστες μεταρρυθμιστές: Ο Τζέρεμυ Μπένθαμ και η Ελληνική Επιτροπή του Λονδίνου (1823-1826), Διδ. διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο / Τμήμα Κοινωνιολογίας, Αθήνα 2007˙ Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου, Το προπατορικό χρέος: Τα δάνεια της εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας, Gutenberg, Αθήνα 2013˙ Γιάννα Τζουρμανά, Βρετανοί Ριζοσπάτες Μεταρρυθμιστές: Φιλικές εταιρείες και κομιτάτα στο Λονδίνο (1790-1823), Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2015.

[10][10] Βλ. επ’ αυτού μία επιστολή του προς τον φίλο του Victor Cousin (Λονδίνο, 31 Οκτωβρίου 1824): «Mon ami, je n’avais point de sympathie pour l’Espagne, et je n’y suis point allé, puisque par cela seul je n’y aurais été bon à rien. Je sens au contraire pour la Grèce un amour qui a quelque chose de solennel; la patrie de Socrate, entends tu bien? – Le peuple grec est brave, il est bon, et bien des siècles d’esclavage n’ont pas pu détruire entièrement son beau caractère; je le regarde d’ailleurs comme un peuple frère. Dans tous les âges, l’Italie et la Grèce ont entremêlé leurs destinées; et ne pouvant rien pour ma patrie, je considère presque comme un devoir de consacrer à la Grèce quelques années de vigueur qui me restent encore». Santa Rosa, Lettere dall’esilio…, σ. 461.

[11][11] William St Clair, That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence, Open Book Publishers, Cambridge 2008, σσ. 254-255˙ Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 18, 36, 123-126, 133.

[12][12] Εκείνος είχε ζητήσει τη διοίκηση ενός τάγματος κι εκείνοι του είχαν αντιτείνει ότι «η ελληνική κυβέρνηση θα του εμπιστευόταν καθήκοντα πολύ πιο σημαντικά και πως του αναλογούσε το έργο της διαχείρισης του πολέμου, της αναδιοργάνωσης των οικονομικών κλπ.». Collegno, Diario…, σσ. 24-25 (πρβλ. σ. 114).

[13][13] Collegno, Diario, σσ. 24-25, 114-115. Για την προσαρμογή της ελληνικής διοίκησης στα δεδομένα της διεθνούς διπλωματίας, προκειμένου οι Έλληνες να αποκτήσουν υπόληψη στην Ευρώπη και εν γένει για την απόπειρα αποσύνδεσης των επιδιώξεων των Ελλήνων από τη δράση των συνωμοτικών εταιρειών (συμπεριλαμβανομένης και της Φιλικής Εταιρείας) και των ανατρεπτικών βλέψεων των Ισπανών και των Ιταλών βλ. Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 209-217.

[14][14] Collegno, Diario Το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο δημοσιεύτηκε 25 έτη αργότερα στο Ottolenghi, La vita e i tempi, σσ. 193-298. Για τη χρήση του εν λόγω ημερολογίου κατά το παρελθόν βλ. κυρίως Brigitte Urbani, «Patriotes italiens en Grèce (1825)», Italies 1 (1997), σσ. 47-73, http://italies.revues.org/3411, η οποία το έχει μελετήσει σε αντιπαραβολή με τις Lettere dallesilio του Santarosa και τη Relazione degli avvenimenti della Grecia του Giuseppe Pecchio, που μνημονεύθηκαν παραπάνω (σημ. 1)˙ και Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης, 24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825, Π.Ε.Κ., Ηράκλειο 2012, passim.

[15][15] Σακελλαρίου, Η απόβαση…, σσ. 29-30.

[16][16] Βλ. παραπάνω, σημ. 10.

[17][17] Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 193-209. Πρβλ. St Clair, That Greece…, σσ. 255-256.

[18][18] Collegno, Diario…, σσ. 28-29, 41-42, 44, 46, 75-76.

[19][19] Collegno, Diario…, σ. 75.

[20][20] Collegno, Diario…, σ. 52.

[21][21] Collegno, Diario…, σσ. 100-101.

[22][22] Πρόκειται προφανώς είτε για τον Παναγιώτη Γιατράκο από την Άρνα της Λακωνίας, Φιλικό, αγωνιστή και γιατρό, που είχε σπουδάσει την ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, είτε για κάποιον από τους πέντε αδελφούς του, που ασκούσαν την ιατρική εμπειρικά. Θεόδωρος Δαρβδαβέσης, «Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη των αγωνιστών του 1821», Πάπυροι 2 (2013), σσ. 15-17.

[23][23] Collegno, Diario…, σσ. 60-61.

[24][24] Collegno, Diario…, σσ. 97-98.

[25][25] Collegno, Diario…, σ. 103.

[26][26] Collegno, Diario…, σ. 101˙ πρβλ. σσ. 41, 102-103.

[27][27] Από την πλευρά του ο Santarosa εκθείαζε την αξία των Νεοελλήνων έως την τελευταία ημέρα της ζωής του: «Μακάρι, προτού πεθάνει, να μην είδε να το σκάνε τούτοι οι Έλληνες, των οποίων ακόμη και εχθές μου εξυμνούσε το σθένος! Είθε τουλάχιστον να έκλεισε τα μάτια πιστεύοντας ότι έπεσε με τους ανδρείους της σειράς του!», σημειώνει ο Collegno. Collegno, Diario…, σ. 56.

[28][28] Collegno, Diario…, σ. 57.

[29][29] Collegno, Diario…, σ. 34.

[30][30] Collegno, Diario…, σσ. 41-42, 51, 56-57, 63, 65.

[31][31] Collegno, Diario…, σ. 63.

[32][32] Collegno, Diario…, σ. 81. Με την εικόνα του έλληνα πολεμιστή που παρουσιάζει ο Collegno συμφωνούν πλείστοι φιλέλληνες, μεταξύ αυτών και ο αμερικανός φιλέλληνας γιατρός στο Ναυαρίνο Samuel Gridley Howe. Ο τελευταίος, ωστόσο, αντιπαραβάλλοντας τους έλληνες στρατιώτες με τους δυτικούς ομολόγους τους καταλήγει σε ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα: «Ως στρατός, επομένως, και σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς, δεν είναι γενναίοι˙ αλλά είναι αμφίβολο αν οι Ευρωπαίοι ή οι Αμερικανοί, στην ίδια θέση, θα ήταν γενναιότεροι». Laura E. Richards (ed.), Letters and Journals of Samuel Gridley Howe, εισαγωγή και σημειώσεις F. B. Sanborn, Dana Estes & Company – John Lane, Boston – London 1906, σ. 34˙ David Brewer, Η Φλόγα της Ελευθερίας: Ο Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία, 1821-1833, μτφρ. Τιτίνα Σπερελάκη, Ενάλιος, Αθήνα 2004, σ. 287.

[33][33] Collegno, Diario…, σ. 63.

[34][34] Collegno, Diario…, σσ. 76, 80, 86.

[35][35] Collegno, Diario…, σ. 80.

[36][36] Collegno, Diario…, σ. 105.

[37][37] Collegno, Diario…, σ. 108˙ πρβλ. σσ. 105, 107.

[38][38] Collegno, Diario…, σ. 52.

[39][39] Collegno, Diario…, σ. 57.

[40][40] Collegno, Diario…, σ. 111.

[41][41] Collegno, Diario…, σσ. 43, 93, 98.

[42][42] Collegno, Diario…, σ. 115.

[43][43] Collegno, Diario…, σσ. 56-57, 94, 102-103.

[44][44] Collegno, Diario…, σ. 103.

[45][45] Collegno, Diario…, σ. 109.

[46][46] Collegno, Diario…, σ. 101.

[47][47] Collegno, Diario…, σσ. 110-111.

[48][48] Collegno, Diario…, σ. 91.

[49][49] Collegno, Diario…, σ. 66.

[50][50] Απαντάται ως Suleyman Bey, Soliman Aga, Soliman Bey ή Soliman Pacha. Το αρχικό γαλλικό του όνομα ήταν Joseph Anthelme Sève. Βλ. https://web.archive.org/web/20060701155543/http://soliman-pacha.ifrance.com/biograph.htm.

[51][51] Collegno, Diario, σσ. 73, 79-80, 90-92.

[52][52] Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός…, σ. 92-93.

[53][53] Σακελλαρίου, Η απόβαση…, σσ. 69-72. Οι Romei και Scarpa εμφανίζονταν μετανιωμένοι που μάχονταν εναντίον των Ελλήνων και σχεδίαζαν να αποσυρθούν. Παρείχαν δε πληροφορίες για το αιγυπτιακό στρατόπεδο στον ιταλό στρατηγό Giuseppe Maria Rosaroll-Scorza, τέως συνάδελφο στον ναπολεόντειο στρατό. Στο ίδιο, σσ. 71-72.

[54][54] Collegno, Diario…, σ. 89.

[55][55] Collegno, Diario…, σ. 95.

[56][56] Collegno, Diario, σ. 127. Δεν διευκρινίζει εάν πρόκειται για τον Εμμανουήλ ή τον Δημήτριο Καλλέργη. Ωστόσο, πιθανότατα αναφέρεται στον δεύτερο.

[57][57] Collegno, Diario…, σ. 94.

[58][58] Collegno, Diario…, σ. 96.

[59][59] Collegno, Diario…, σ. 98.

[60][60] Collegno, Diario…, σ. 102.

[61][61] Collegno, Diario…, σ. 104.

[62][62] Collegno, Diario…, σ. 128.

[63][63] Collegno, Diario…, σσ. 106-108, 113-115, 127-128.

[64][64] Collegno, Diario…, σσ. 129-130.

[65][65] Isabella, Risorgimento in esilio…, σσ. 18-20.

[66][66] Βλ. παραπάνω σημ. 27.

[67][67] Pecchio, Relazione…, σ. 70.

[68][68] Collegno, Diario…, σ. 93.

[69][69] Collegno, Diario…, σ. 25.

[70][70] Gavin Daly, The British Soldier in the Peninsular War: Encounters with Spain and Portugal, 1808-1814, Palgrave Macmillan, Basingstoke (UK) 2013, σσ. 123-124.

[71][71] Για το ζήτημα αυτό, καθώς και για τις προσπάθειες των ιταλών εξορίστων στην Αγγλία (του Foscolo κ.ά.) να μεταβάλουν αυτή την ιδέα του αγγλικού κοινού για την πατρίδα τους βλ. Isabella, Risorgimento in esilio…, σσ. 110 και σημ. 90, 249 κ.ε. Πρβλ. Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 120-122.

[72][72] Isabella, Risorgimento in esilio…, σσ. 91-92, 100.

[73][73] Ratti, «Collegno…»˙ Isabella, Risorgimento in esilio…, σ. 291 και σημ. 20.

[74][74] O μιλανέζος Giuseppe Pecchio μετέβη στην Ελλάδα το 1825 μαζί με τον Pietro Gamba για να παραδώσει μία δόση του δεύτερου αγγλικού δανείου και το επόμενο έτος συνέγραψε στην αγγλική ένα χρονικό, το οποίο είχε ευρεία απήχηση και μεταφράστηκε εν συνεχεία στην ιταλική (βλ. παραπάνω σημ. 1), στη γαλλική και εν τέλει στην ελληνική (H Ελλάς κατά το έαρ του 1825, μτφρ. Σ. Α. Αντωνόπουλος, Εκδοθείσα υπό του περιοδικού «Αττικού Ορίζοντος», Τυπ. «Φοίνιξ» Αντ. Χαλούλος, Αθήνα 1855). Για τον Pecchio βλ. Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός, σ. 107˙ Elena Riva, «Pecchio, Giuseppe», Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 82 (2015), http://www.treccani.it/enciclopedia/giuseppe-pecchio_(Dizionario-Biografico).

[75][75] O Pietro Gamba από τη Ραβέννα υπήρξε γραμματέας του Βύρωνα και αρχισυντάκτης της εφημερίδας “Telegrafo greco”, που δημοσίευε στο Μεσολόγγι κείμενα στην ιταλική, τη γαλλική, την αγγλική και ενίοτε τη γερμανική (Μάρτιος – Δεκέμβριος 1824). Πέθανε το 1828 στην Τακτικούπολη της Τροιζηνίας. Γι’ αυτόν βλ. Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός…, σσ. 78-80. Έχουν μεταφραστεί στην ελληνική τα ακόλουθα έργα του, τα οποία προσέφεραν υλικό για την οικοδόμηση του μύθου του Βύρωνα: Ο Βύρων εν Ελλάδι: Έκθεσις των κατά την μετάβασιν του Βύρωνος εν Ελλάδι, μτφρ. Μπάμπης Άννινος, Εκάτη, Αθήνα 2005˙ Ο Λόρδος Βύρων στην Ελλάδα: Η άφιξή του στο Μεσολόγγι, η υποδοχή, η δράση του, τα αισθήματά του, η αγωνία του, ο θάνατος, ο θρήνος, μτφρ. Μ. Άννινος, Βεργίνα, Αθήνα 2007˙ Το τελευταίο ταξίδι του Λόρδου Μπάυρον στην Ελλάδα, μτφρ. Μ. Άννινος, Ε. Χεμίκογλου, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, Αθήνα 2010.

[76][76] O Alerino Palma από το Ριβαρόλο Καναβέζε του Τορίνου παρέμεινε στην Ελλάδα έως τον θάνατό του (Ερμούπολη, 1851). Σταδιοδρόμησε ως νομικός στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και έλαβε μέρος στη σύνταξη της αρχικής Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας και διετέλεσε μέλος του Αρείου Πάγου. Γι’ αυτόν βλ. Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός, σσ. 104-106˙ Roberto Damilano, «Palma di Cesnola, Alerino», Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 80 (2014), http://www.treccani.it/enciclopedia/palma-di-cesnola-alerino_(Dizionario-Biografico). O Palma συνέταξε μία πολιτική κατήχηση: Κατήχησις πολιτική εις χρήσιν των Ελλήνων συνταχθείσα μεν ιταλιστί υπό του φιλέλληνος Κ. Α. Π. μεταφρασθείσα δε παρά Νικολάου Γ. Παγκαλάκη, Εκ της εν Ύδρα Τυπογραφίας, Ύδρα 1826. Επίσης, έχει μεταφράσει στην ελληνική το ακόλουθο έργο: Συλλογή των αρχών του πρωτοτύπου και του εκ συνθήκης της Ευρώπης δικαιώματος των εθνών περί των θαλασσίων λειών και της ουδετερότητος, μεταφρασθείσα εκ του γαλλικού υπό του κόμητος Α. Πάλμα, Εκ της εν Ύδρα Τυπογραφίας, Ύδρα 1826 [Φωτοτυπική επανέκδοση: Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1972]. Από τα υπόλοιπα έργα του Palma άξιες μνείας είναι οι ακόλουθες πραγματείες: A Summary Account of the Steam Boats for Lord Cochranes Expedition: With Some Few Words Upon the Two Frigates Ordered at New York for the Service of Greece, Effingham Wilson, London 1826, με την οποία ο Palma κατηγορούσε τον John Bowring και την Ελληνική Επιτροπή του Λονδίνου για κατασπατάληση των χρημάτων που είχαν συγκεντρωθεί με σκοπό την κατασκευή των πλοίων που ήταν αναγκαία για τη συνέχιση του πολέμου˙ Greece Vindicated…, τουτέστιν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, ενδελεχείς και οξυδερκείς αναλύσεις της ευρωπαϊκής συνεισφοράς στον ελληνικό αγώνα.

[77][77] Για τις θέσεις των ιταλών εξορίστων έναντι των Ελλήνων, που απείχαν παρασάγγας από εκείνες των βρετανών φιλελλήνων, βλ. Isabella, Risorgimento in esilio…, σσ. 100-110.

[78][78] Isabella, Risorgimento in esilio…, σ. 119. Για όλη αυτή τη συζήτηση των ιταλών εξόριστων πατριωτών και την ηρωοποίηση του Santarosa βλ. στο ίδιο, σσ. 106-120. Πρβλ. Pécout, «Ελληνική Επανάσταση…», σσ. 125-129.

[79][79] Για το θέμα βλ. Stathis Birtachas, «“In defence of the liberty and the rights of Great Mother Greece”. The Italian Garibaldini Volunteers in Epirus: the decline of a long tradition in Greece. Evaluation of an old story and new research perspectives», Mediterranean Chronicle 6 (2016), σσ. 161-182, όπου η βιβλιογραφία. Πρβλ. Andrea Giovanni Noto, «Le “nazioni sorelle”. Affinità, diversità e influenze reciproche nel Risorgimento di Italia e Grecia», στο G. Altarozzi, C. Sigmirean (επιμ.), Il Risorgimento italiano e i movimenti nazionali in Europa. Dal modello italiano alla realtà dell’Europa centro-orientale, Edizioni Nuova Cultura, Roma 2013, σσ. 43-68.

[80][80] http://listedmonuments.culture.gr/fek.php?ID_FEKYA=1191225891&v17=.

[81][81] Ο Δήμος Αθηναίων λ.χ. έδωσε τιμητικά το όνομα του Santarosa σε μία από τις οδούς στο κέντρο της πόλης, όπου παλαιότερα στεγάζονταν τα δικαστήρια. Το ίδιο συνέβη σε μία σειρά από άλλους δήμους της χώρας.

[82][82] Βλ. επί παραδείγματι τις παράλληλες εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν ομοίως το 1925 στην Ελλάδα και την Ιταλία εις μνήμην του Santarosa. Δύο έτη αργότερα διεξήχθησαν ανάλογες εορταστικές εκδηλώσεις στη Ζάκυνθο επί τη εκατονταετηρίδι του θανάτου του ελληνοϊταλού ποιητή Ugo Foscolo. Βλ. σχετικά Σωκράτης Β. Κουγέας, Λόγος εκφωνηθείς κατ’ εντολήν της Πανεπ. Συγκλήτου εν τῃ μεγάλῃ αιθούσῃ των τελετών του Πανεπιστημίου την 10ην Μαΐου 1925 εις μνήμην του Ιταλού Φιλέλληνος Κόμητος Σανταρόζα επί τῃ εκατονταετηρίδι του εν Σφακτηρίᾳ θανάτου αυτού, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 1925˙ Δημήτρης Φιλιππής, Ελλάδα-Ιταλία 1919/20-1940 και η εμπλοκή της Ισπανίας, Διδ. διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο / Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Αθήνα 2005, σσ. 175-180.

Charles Ogle  (1851–1878) – Άγγλος δημοσιογράφος και μεγάλος φιλέλλην

Είναι γνωστές οι διώξεις, φυλακίσεις και δολοφονίες που υφίστανται εκατοντάδες δημοσιογράφοι στην Τουρκία. Με αυτήν την αφορμή η ΕΕΦ τιμά την μνήμη ενός μεγάλου Άγγλου φιλέλληνα, δημοσιογράφου των Times, που δολοφονήθηκε από τους Τούρκους στην Μακρινίτσα κατά τη διάρκεια της επανάστασης στο Πήλιο το 1878. Ήταν ο πρώτος καταγεγραμμένος θάνατος δημοσιογράφου – πολεμικού ανταποκριτή στην Ελλάδα.

Ο Charles Chaloner Ogle  (Κάρολος Ογλ), γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1851. Γόνος εύπορης οικογένειας, σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και μαθήτευσε στον διάσημο αρχιτέκτονα Φρέντερικ Ουΐλιαμ Ρόπερ. Παράλληλα με την βασική του εργασία, ανέπτυξε σημαντική συγγραφική / δημοσιογραφική δραστηριότητα σε συνεργασία με το περιοδικό «Builder» και στη συνέχεια με τους Times. To 1876 ζητά να μεταβεί στα Βαλκάνια και σύντομα ορίζεται επίσημος ανταποκριτής της έγκριτης Βρετανικής εφημερίδας. Ξεκινά με μία σημαντική αποστολή στη Σερβία, όπου κάλυψε τον σερβο-τουρκικό πόλεμο, και στη συνέχεια μεταβαίνει στην Ελλάδα.

Αντίγραφο της εφημερίδας Times του Λονδίνου του 1788

Ο Charles Ogle είχε ήδη εξελιχθεί σε διάσημο και έγκυρο δημοσιογράφο της εποχής του. Παράλληλα, δεν δίσταζε να προβάλει τα φιλελληνικά του αισθήματα και την αγάπη του για την Ελλάδα. Στην Αθήνα συνεργάσθηκε με τον διάσημο αρχιτέκτονα Τσίλερ, ενώ παρέδιδε αφιλοκερδώς και μαθήματα Αγγλικής γλώσσας. Είχε διακριθεί για τον φιλελληνισμό του και τιμήθηκε από τον βασιλέα Γεώργιο Α΄ με το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος.

Με την ιδιότητα του επισήμου ανταποκριτή των Times, έγραφε και για ελληνικά θέματα, κυρίως για την Κρήτη και τη Θεσσαλία που διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους, και ήταν γνωστός για το έντονο φιλελληνικό ύφος των κειμένων του που είχαν μεγάλη επιρροή στην Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

Από το 1876 είχαν αρχίσει στο Πήλιο προετοιμασίες για απελευθερωτικό αγώνα. Στις 15 Ιανουαρίου 1878 κηρύχθηκε επανάσταση από Έλληνες οι οποίοι συνέστησαν την Προσωρινή Κυβέρνηση του Πηλίου και αποφάσισαν να αγωνισθούν για την ανεξαρτησία της Θεσσαλίας και την ένωσή της με την Ελλάδα.

Στην περιοχή έσπευσε αμέσως μεγάλη δύναμη τακτικού τουρκικού στρατού υπό τον Ρετζέπ Πασά και ορδές ατάκτων Τούρκων του Αμούς Μπέη. Ακολούθησαν διάφορες μάχες και τρομερές σφαγές από τους Τούρκους.

Ο Charles Ogle ήταν την περίοδο αυτή μόλις 25 ετών. Έφθασε αμέσως στο Πήλιο για να παρακολουθήσει τις μάχες ως δημοσιογράφος και εκπρόσωπος των Times.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1878 έλαβε χώρα η πρώτη μεγάλη μάχη στην Μακρινίτσα, που διήρκησε 3 ημέρες. Οι Έλληνες ηττήθηκαν και Τούρκοι προέβησαν σε βιαιότητες με πολλά θύματα από τον άμαχο πληθυσμό, ακόμη και παιδιά. Στις 10 Φεβρουαρίου 1878, λίγες μέρες μετά την μάχη της Μακρινίτσας, δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους οι πρόκριτοι του χωριού Βουργαρινή. Τα πτώματά τους κάηκαν και διαμελίστηκαν για να μείνει κρυφό το έγκλημα. Μετά από έρευνα, ο Charles Ogle εντόπισε ίχνη από τα πτώματα, και δημοσιοποίησε την τρομερή αυτή σφαγή με άρθρο του στους Times.

Η Μακρινίτσα στο Πήλιο

Στη συνέχεια, ο Charles Ogle μετέβη στην Μακρινίτσα όπου βοήθησε με κάθε τρόπο τον πληθυσμό. Μάλιστα ανέθεσε σε 30 εργάτες να κατασκευάσουν με δικές του δαπάνες χαρακώματα για την ενίσχυση των θέσεων των Ελλήνων, και έμεινε εκεί μέχρι τις 17 Μαρτίου 1878, όπου βρήκε φρικτό θάνατο κατά τη διάρκεια της δεύτερης μάχης της Μακρινίτσας.

Μετά το τέλος της μάχης πολλοί Ευρωπαίοι πρόξενοι επισκέφθηκαν το Πήλιο, για να ερευνήσουν την κατάσταση και να σταματήσουν τις σφαγές. Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο Charles Ogle είχε δολοφονηθεί από Τούρκους στρατιώτες. Αρχικά οι Τούρκοι έκρυψαν το πτώμα του, αλλά εντοπίσθηκε το διαβατήριό του στα χέρια ενός Τούρκου στρατιώτη, ενώ ένας άλλος Τούρκος στρατιώτης πουλούσε τα ρούχα του Charles Ogle.

Τελικά το πτώμα του ευγενούς Άγγλου δημοσιογράφου και μεγάλου φιλέλληνα, βρέθηκε ακέφαλο. Οι γιατροί ενός αγγλικού και ενός ιταλικού πλοίου έκαναν αυτοψία και τοποθέτησαν το πτώμα σε μολυβένια θήκη για να μεταφερθεί στην Αθήνα με ατμόπλοιο για ταφή. Οι Ευρωπαίοι πρόξενοι από τις ανακρίσεις που έκαναν στο Πήλιο διαπίστωσαν, όπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής, ότι ο Charles Ogle δολοφονήθηκε μετά τη λήξη της μάχης. Μια γυναίκα και ένα παιδί που είδαν τη σκηνή του φόνου, κατέθεσαν ότι οι δολοφόνοι Τούρκοι στρατιώτες, όταν απέκοψαν την κεφαλή του Άγγλου ανταποκριτή, την κάρφωσαν σε μια λόγχη και την περιέφεραν κραυγάζοντας.

Η σορός του μεταφέρθηκε στον Πειραιά από το Βόλο με το αγγλικό πολεμικό πλοίο “Wizard”. Γυναίκες από τον Βόλο είχαν κεντήσει ταινία που μπήκε στο φέρετρο και έγραφε σε αρχαία Ελληνικά:

«Ου σκεπάζεται αρετή σου, ουδ’ επίβουλος σφαγή σου, Ογλ φιλελεύθερε».

Τα νέα έφθασαν στην Αθήνα και συγκλόνισαν τους πολίτες. Ο θάνατος του Charles Ogle προκάλεσε πρωτοφανή συγκίνηση. Οι έμποροι της Αθήνας ετοίμασαν στεφάνι με ταινία που ανέφερε τα εξής:

«Έκπρεπέ εν Βρετανοίς Κάρολον πολυδάκρυτον Ογλ Στίφεα κυκλώπων έκτανον ουχί οσίως Πηλίου εν κλιτύσιν κηρός μεμαώτα μελαίνης γης εξαρπάζειν Θεσσαλίης τέκεα».

Η κηδεία του Charles Ogle έλαβε χώρα στις 29 Μαρτίου 1878 στον ναό του Αγίου Διονυσίου, όπου  χοροστάτησε ο καθολικός αρχιεπίσκοπος. Παρέστησαν πολλοί επίσημοι και πλήθος κόσμου.

Το αγγελτήριο της κηδείας του Charles Ogle

Στο νεκροταφείο τον επικήδειο εκφώνησαν ο Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός Τιμολέων Φιλήμων και ο Γάλλος πρεσβευτής στην Αθήνα. Ο Charles Ogle κηδεύτηκε δίπλα από τον τάφο του ναυάρχου Κανάρη.

Η οικογένεια του Charles Ogle έστειλε τηλεγράφημά στον Ελληνα πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, και ευχαρίστησε την ελληνική κυβέρνηση, και τον Χαρίλαο Τρικούπη, βουλευτή τότε, που οργάνωσαν την ταφή του γιού της.

Το όνομα του μεγάλου Άγγλου φιλέλληνα έχει δοθεί σε δρόμο στον Βόλο.

Στην Μακρινίτσα έχει αναγερθεί μνημείο με κενοτάφιο στη μνήμη του μεγάλου φιλέλληνα

Η Μακρινίτσα στο Πήλιο

Η θυσία του Charles Ogle και των εκατοντάδων Ελλήνων στο Πήλιο, δεν πήγε χαμένη. Λίγα χρόνια αργότερα, η συνδιάσκεψη του Βερολίνου (Μάρτιος 1881) παραχώρησε στην Ελλάδα την Θεσσαλία και την Ήπειρο. Στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», ο Παπαρρηγόπουλος επιβεβαιώνει ότι αυτό επετεύχθη, χάριν των προσπαθειών της Αγγλίας, και ειδικότερα του φιλέλληνα Πρωθυπουργού William Ewart Gladstone (1809 –1898) (Γλάδστωνα).

William Ewart Gladstone, 1809 –1898, πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, φιλέλληνας και ευεργέτης της Ελλάδας

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που είπε ο Γλάδστων μετά την επέκταση των Ελληνικών συνόρων στην Θεσσαλία και την Άρτα: «Ποτέ άλλοτε στην ζωή μου δεν αισθάνθηκα μεγαλύτερη χαρά, από αυτήν που ένοιωσα όταν έγινε η αναίμακτη ένωση της Θεσσαλίας με την Μητέρα Ελλάδα».

Τα λόγια αυτά είναι γραμμένα με χρυσά γράμματα στον Ανδριάντα του Φιλέλληνα Γλάδστων που τοποθετήθηκε μπροστά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης, προς τον μεγάλο φιλέλληνα.

Κώστας Α. Λάβδας

Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής & Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σχέσεων

Τμήμα ΔΕΠΣ, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Στο προηγούμενο σημείωμα αναφερθήκαμε στο περιεχόμενο και την εκρηκτική δυνητική εμβέλεια της επαναστατικής σκέψης και των συνταγμάτων της δεκαετίας του 1820. Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος ολοκληρώνουμε την εισαγωγική αυτή ανάλυση και καταλήγουμε σε κάποια συμπεράσματα σε σχέση με την εμβληματική επέτειο που πλησιάζει: όπως επισημάναμε, οι δυο αιώνες που συμπληρώνονται από την εθνεγερσία του 1821 θα πρέπει να τιμηθούν με επέτειο όχι απλώς εορταστική αλλά εθνεγερτήριο.

 

Διεθνείς σχέσεις: ο ρεπουμπλικανισμός σε διακινδύνευση

Ήδη στην Επίδαυρο, ο χαρακτηρισμός του «Προσωρινού» Πολιτεύματος προφανώς συνδεόταν και με το γεγονός ότι η επανάσταση βρισκόταν σε εξέλιξη και οι πολεμικές επιχειρήσεις καθώς και οι διπλωματικές προσπάθειες συνεχιζόταν, αλλά εξέφραζε κυρίως την πρόθεση της Συνέλευσης να αποφύγει την αντίδραση της Ιεράς Συμμαχίας και των απολυταρχικών κύκλων της Ευρώπης. Το σύνταγμα μιας μικρής χώρας, που καθιέρωνε ρεπουμπλικανικό πολίτευμα, αποτελούσε εξαίρεση ανάμεσα στα μοναρχικά καθεστώτα της περιόδου. Στη δεκαετία του 1820, μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων και την κυριαρχία της μοναρχικής παλινόρθωσης, σε όλη την Ευρώπη μόνον η Ελβετία είχε ρεπουμπλικανική μορφή καθεστώτος.

Πράγματι, λίγο αργότερα, ο Καποδίστριας χρίζεται Κυβερνήτης, όχι Πρόεδρος, σε μιαν ακόμη τακτική αποφυγής της αυστηρής κρίσης των μοναρχικών Δυνάμεων.

Η αυστηρή κρίση ήταν βεβαίως αναμενόμενη. Τα επαναστατικά συντάγματα, σε συνδυασμό και με κάποια από τα τοπικά πολιτεύματα, διαμορφώνουν μια προσέγγιση στην Ελληνική Πολιτεία που αναφέρεται στις ιστορικές παραδόσεις της ελληνορωμαϊκής πολιτικής παράδοσης και της έννοιας του δημοσίου πράγματος, res publica, όπως διαθλώνται μέσω του έργου στοχαστών του 16ου, 17ου και 18ου αιώνα. Παράλληλα, η σχεδιαζόμενη νέα Ελληνική res publica αποτελούσε κομμάτι μιας γενικότερης, συναρπαστικής αλλά βραχύβιας νοτιοευρωπαϊκής ρεπουμπλικανικής περιόδου. Μιας περιόδου που ουσιαστικά ξεκινά με το Ισπανικό Σύνταγμα του 1812, βραχύβιο αλλά εμβληματικό, και συνεχίζεται – μέσα σε πολύ διαφορετικές συνθήκες αλλά και με αξιοσημείωτα κοινά στοιχεία – με το Πορτογαλικό σύνταγμα του 1821 και τα Ελληνικά επαναστατικά συντάγματα του 1822, 1823 και 1827.

Τέλος, στην Τροιζήνα, η Εθνοσυνέλευση, προτού ψηφίσει το Σύνταγμα και μετά από δύσκολες πολιτικές διαβουλεύσεις, εξέλεξε με ψήφισμα της τον Καποδίστρια «Κυβερνήτη της Ελλάδος». Το σκεπτικό που ώθησε στην επιλογή του Καποδίστρια εκτίθεται – με κάθε έννοια – στον πρόλογο του σχετικού ψηφίσματος:

«…Η Εθνική Συνέλευσις, θεωρεί ότι η υψηλή επιστήμη του κυβερνάν την πολιτείαν και φέρειν προς ευδαιμονίαν τα έθνη, η εξωτερική και εσωτερική πολιτική, απαιτεί πολλήν πείραν και πολλά φώτα, τα οποία ο βάρβαρος Οθωμανός δεν επέτρεψε ποτέ εις τους Έλληνες. Θεωρεί ότι απαιτείται επικεφαλής της Ελληνικής Πολιτείας ο κατά πράξιν και θεωρίαν πολιτικός Έλλην, διά να κυβερνήση κατά τον σκοπόν της πολιτικής κοινωνίας…»

Οι λόγοι αποτυχίας της βραχύβιας ρεπουμπλικανικής περιόδου της Εθνεγερσίας είναι βέβαια σύνθετες και έχουν ως αφετηρία τις συνθήκες πριν την έλευση του Κυβερνήτη. Με την ανάληψη της εξουσίας, την ουσιαστική αναστολή του Συντάγματος, την συστηματική αλλά ασύμμετρη προσπάθεια αυταρχικής ανάτασης και την τραγική κατάληξη της, η περίοδος Καποδίστρια σήμανε ταυτόχρονα και το τέλος της σύντομης δεκαετίας του 1820, μιας περιόδου γεμάτης με ανολοκλήρωτες και μη πραγματοποιηθείσες δυνατότητες. Οι εισαγόμενες Μοναρχίες, ανεξαρτήτως προθέσεων, σήμαναν για την ελληνική πολιτική μια ασύμβατη και – εκ του αποτελέσματος κρινόμενη – διχαστική συμβολή.

 

Η ανέφικτη δημοκρατία

Η δυναμική της σύντομης δεκαετίας του 1820, από το «Προσωρινόν Πολίτευμα» της Επιδαύρου (1822) μέχρι την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας από τον Καποδίστρια (1828), αποτυπώνει μια διακριτή αντίληψη περί ελευθερίας και μια επίσης διακριτή αντίληψη περί πολιτείας. Όπως επισημάναμε, η ελευθερία ξεπερνά τα όρια της εννοιολόγησης της «αρνητικής ελευθερίας» του φιλελευθερισμού, ενώ στη θεμελίωση της Πολιτείας εκφράζεται η αναδυόμενη αντίληψη για μια ελληνική Res publica, μια αντίληψη που αντανακλάται με διαφορετικές αποχρώσεις και στα τρία Συντάγματα (Lavdas, 2000a, 2000b). Στα δύο πρώτα, η πολυαρχία (με συλλογική ηγεσία της Πολιτείας) εκφράζει τόσο την επίδραση των Συνταγμάτων της Γαλλικής Επανάστασης όσο και την υποκείμενη πολιτική μορφολογία των επιμέρους κοινών και πόλεων στην Ελλάδα. Ενώ με το τρίτο, το Σύνταγμα της Τροιζήνας, η προσέγγιση του υποδείγματος του Συντάγματος των ΗΠΑ εκφράζει τόσο την αγωνία των κρίσιμων στιγμών για την έκβαση του Αγώνα, λίγους μήνες πριν το Ναβαρίνο, όσο και την προσωρινή σύγκλιση ρωσόφιλων και αγγλόφιλων πρωταγωνιστών κάτω από ένα αμερικανικής έμπνευσης θεσμικό σχεδίασμα.

Η επίδραση της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης υπήρξε προφανής. Από την άλλη, η ενθουσιώδης υποδοχή του Θούριου που πρόσφερε έμπνευση και παλμό στους επαναστατημένους δεν συνεπάγεται αντίστοιχη επίδραση της πολιτικής σκέψης του Ρήγα. Για τον Ρήγα, του οποίου το τραγικό τέλος (1798) του στέρησε την εμπειρία της έμπρακτης πολιτειακής αφύπνισης των Βαλκανικών εθνικισμών, η σχεδιαζόμενη μορφή τού πολιτεύματος δεν αφορά μία συγκεκριμένη εθνότητα, αλλά όλους «τούς κατοίκους» τού γεωγραφικού πλαισίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τον Ρήγα, η καθολική πολιτική διάσταση υπερέβαινε τις επί μέρους: «η Ελληνική δημοκρατία είναι μία, με όλον οπού συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπον της διάφορα γένη και θρησκείας και δεν θεωρεί τας διαφοράς των λατρειών με εχθρικό μάτι».

 

Σχεδιάζοντας την Ελληνική ResPublica

Αλλά η ιστορία ακολούθησε άλλο δρόμο. Τα πολιτεύματα προσπάθησαν μέσα σε δυσχερείς περιφερειακές και διεθνείς συνθήκες να αποτυπώσουν, παρά τις εσωτερικές διαφορές και διενέξεις, την ιδέα της ανεξάρτητης και με αυτή την έννοια ελεύθερης πολιτείας και του ανεξάρτητου και με αυτή την έννοια ελεύθερου πολίτη.

Η σχεδιαζόμενη Ελληνική res publica αποτέλεσε τμήμα μιας γενικότερης, συναρπαστικής αλλά βραχύβιας νοτιοευρωπαϊκής ρεπουμπλικανικής περιόδου. Μιας περιόδου που περιλαμβάνει το Ισπανικό Σύνταγμα του 1812, βραχύβιο αλλά εμβληματικό, και συνεχίζεται – μέσα σε πολύ διαφορετικές συνθήκες αλλά και με αξιοσημείωτα κοινά στοιχεία – με το Πορτογαλικό σύνταγμα του 1821 και τα Ελληνικά επαναστατικά συντάγματα του 1822, 1823 και 1827.

Σε κάθε περίπτωση, η νεαρά αμερικανική Πολιτεία αποτέλεσε ένα ρηξικέλευθο, ριζοσπαστικό, αξιοζήλευτο όσο και αινιγματικό υπόδειγμα. Όπως εύστοχα επισημαίνουν οι Terence Ball και Richard Dagger, αρχικά η μορφή διακυβέρνησης που προτιμήθηκε δεν ήταν δημοκρατική αλλά ρεπουμπλικανική: Πολιτεία (Republic), όχι Δημοκρατία (Democracy). Το ίδιο το αμερικανικό σύνταγμα το πιστοποιεί αυτό, διότι δεν κάνει καμία αναφορά στη δημοκρατία. Εγγυάται, εντούτοις, σε κάθε κρατίδιο (state) την ρεπουμπλικανική μορφή διακυβέρνησης (Ball & Dagger, 2011).

Η Ελευθερία ως ανεξαρτησία αποτέλεσε, επίσης, μια έννοια ριζωμένη στο ρεπουμπλικανικό περιβάλλον. Εάν θυμηθούμε την «ελευθερία των αρχαίων εν συγκρίσει προς την ελευθερία των νεότερων» (1819) του Benjamin Constant (και την από αυτόν εμπνεόμενη εμβληματική διάκριση του Isaiah Berlin μεταξύ αρνητικής και θετικής ελευθερίας), εδώ πρόκειται σαφώς για το ρεπουμπλικανικό πρότυπο. Αυτό αντανακλάται στην όλη αντίληψη για μια ελληνική Respublica.

Πράγματι, το ρεπουμπλικανικό ρεύμα στην ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική πολιτική παράδοση διατυπώνει μια διακριτή προσέγγιση στην ελευθερία. Η προσέγγιση έχει τις πηγές της στη ρωμαϊκή αντίληψη της ανελευθερίας ως συνάρτησης όχι της ύπαρξης αυθαίρετων παρεμβάσεων ή καταναγκασμών, αλλά μιας δομικής κατάστασης εξουσίασης από κάποιον άλλο, μιας ζωής sub potestate Domini (Pettit, 1997/1999).

Η ελευθερία, σε αυτή την κοσμοαντίληψη, προϋποθέτει ανεξαρτησία. Αυτή είναι η ελληνική προσέγγιση της Ελευθερίας στην επαναστατική σύντομη δεκαετία 1821-1827, και όχι η «αρνητική» ελευθερία του σύγχρονου φιλελευθερισμού. Η ρεπουμπλικανική παράδοση (στην οποία ανήκουν τα συντάγματα της Επανάστασης) αγνοεί την – μεταγενέστερων φιλελεύθερων καταβολών – ταύτιση της ελευθερίας με την απουσία αυθαίρετων παρεμβάσεων ή καταναγκασμού.

Παρότι η Αμερικανική Επανάσταση προηγήθηκε όλων, ήταν άλλωστε συγγενέστερη της Ελληνικής, εφόσον αφορούσε την Ανεξαρτησία από μια Αυτοκρατορία, αρχικά ήταν η Γαλλική Επανάσταση εκείνη που ενέπνευσε περισσότερο (Επίδαυρος). Σε αυτό συνετέλεσε και η σαγηνευτική δυναμική της Ναπολεόντειας περιόδου.

Το ουσιώδες ζήτημα παραμένει πάντως ότι όταν τελικώς ξέσπασε η Επανάσταση και το πολιτειακό δεν μπορούσε παρά να τεθεί ως άμεσο, πρακτικό ζήτημα, η Ιερή Συμμαχία από το 1815 είχε ήδη αλλάξει ριζικά τον πολιτικό και διεθνολογικό χάρτη στην Ευρώπη. Και, μέχρι τη διάλυση της το 1830, αποτέλεσε έναν παράγοντα που οι νέες επαναστατικές δυνάμεις στη Νοτιοανατολική Ευρώπη όφειλαν να λάβουν υπόψη, ιδιαίτερα εφόσον χρειαζόταν την υποστήριξη μεγάλων Δυνάμεων για να επιβιώσουν. Εξ ου και η αγωνία για κάθε κίνηση και κάθε θεσμό «να μη θεωρηθεί ‘καρμποναρισμός’» (Κολοκοτρώνης).

 

Η των ονομάτων επίσκεψις

Ποια είναι η παρακαταθήκη της σύντομης ρεπουμπλικανικής δεκαετίας του 1820; Για να αντιληφθούμε το εύρος και την κρισιμότητα της πρόκλησης, θα πρέπει – με αφορμή και τη δυναμική της δεκαετίας του 1820 – να συνειδητοποιήσουμε ότι στη νεότερη και σύγχρονη Ελλάδα γίνεται καταχρηστική αξιοποίηση της έννοιας της δημοκρατίας, ακόμη και όταν καταφανώς αυτό που σημαίνεται είναι η πολιτεία. Και ότι η χρήση αυτή έχει συνέπειες στο επίπεδο τόσο του πολιτικού συμβολισμού όσο και της πολιτικής διαβούλευσης. Όπως έχουμε επιχειρηματολογήσει προ ετών (Lavdas, 2000a, 2000b, Λάβδας, 2010), η ατυχώς καθιερωμένη αυτή χρήση (π. χ., «Δημοκρατία της Βαϊμάρης», «Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας», «Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία») φτάνει σε ακρότητες όταν επιχειρείται η αναδρομική εφαρμογή της ακόμη και σε πολιτεύματα με σαφώς αριστοκρατικό χαρακτήρα. Όταν π. χ. αναφέρεται η αναγεννησιακή Βενετία ως «Γαληνοτάτη Δημοκρατία» αντί του ορθού «Γαληνοτάτη Πολιτεία».

Το ζήτημα είναι ουσιαστικό και αφορά ευαίσθητες πτυχές της πολιτικής παιδείας μας. Εκκινώντας από τη ψευδή θέση (και συνείδηση) ότι η «δημοκρατία» είναι δεδομένη, οι πολίτες χάνουν τόσο την δυνατότητα κριτικής αποτίμησης της δημοκρατικότητας των θεσμών με βάση κανονιστικά κριτήρια περί δημοκρατίας όσο και την ευκαιρία να κοιτάξουν κατάματα τα πραγματικά θεσμικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά του συστήματος διακυβέρνησης στο οποίο διαβιούν, εργάζονται και πολιτεύονται.

Η δημοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί μια κομβική έννοια της κανονιστικής (normative) πολιτικής σκέψης, η οποία επεξεργάζεται αξίες και υποδείγματα για την καλή διακυβέρνηση και, στη συνέχεια, επιχειρεί να αντλήσει κριτήρια για την αποτίμηση των υφιστάμενων θεσμών. Είναι βέβαια γεγονός ότι, από τον Πλάτωνα μέχρι σήμερα, η ένταση στις σχέσεις μεταξύ της πολιτικής σκέψης και του δήμου αντανακλάται σε περιπέτειες άλλοτε διδακτικές και άλλοτε τραγικές. Αλλά η κατάχρηση της έννοιας της δημοκρατίας επιχειρεί να αμβλύνει την ένταση αυτή με τρόπο τεχνητό, χωρίς να κατορθώνει να την υπερβεί.

Από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους, μέσω της Αναγέννησης, μέχρι τα χρόνια του σύντομου αντι-μοναρχισμού της Αγγλικής Κοινοπολιτείας και τις μετέπειτα επιδράσεις στην Αμερικανική Επανάσταση και τη διαμόρφωση του αμερικανικού συνταγματισμού, τα ρεπουμπλικανικά πρότυπα αφορούν τόσο θεσμούς όσο και αξίες. Αναφέρονται σε μια πολιτεία στην οποία οι θεσμοί κυβερνούν. Αναφέρονται, επίσης, στην ελευθερία με την έννοια της απουσίας δομικών συνθηκών κυριαρχίας, στην «ελευθερία πριν τον φιλελευθερισμό», για να θυμηθούμε τον τίτλο του περίφημου βιβλίου του Quentin Skinner (1998).

Ουσιώδη ζητούμενα είναι το κράτος δικαίου που εγγυάται διαδικασίες και δικαιώματα και το πρότυπο νομιμοποίησης της διακυβέρνησης που προσανατολίζεται σταθερά και χωρίς προπαγανδιστικές παραμορφώσεις στις αξίες του «δημοσίου πράγματος» (res publica). Δεν χρειάζεται βέβαια να ακολουθεί κανείς την ρεπουμπλικανική παράδοση ή να την επεξεργάζεται (όπως ο Philip Pettit και ο Quentin Skinner) για να αντιληφθεί ότι ο ρεπουμπλικανισμός ούτε ταυτίζεται απαραίτητα με αντιμοναρχικές τάσεις ούτε τις προϋποθέτει: εστιάζεται στο πρότυπο θεσμικής διακυβέρνησης και τις αξίες που το χαρακτηρίζουν, ανεξαρτήτως του εάν επικεφαλής τίθεται μονάρχης ή πρόεδρος (βλ., μεταξύ άλλων, Scruton, 2007: 594).

Γνωρίζουμε βέβαια ότι η ρεπουμπλικανική παράδοση σταδιακά παραμερίστηκε. Η ιδεολογική άνοδος του ωφελιμισμού και η όσμωση μεταξύ ωφελιμισμού και ρευμάτων του φιλελευθερισμού οδήγησαν στην εγκατάλειψη της πολιτειοκρατικής διάστασης του ρεπουμπλικανισμού. Παράλληλα, το ρεπουμπλικανικό έλλειμμα έδωσε την ευκαιρία για την αναβίωση ποικίλων εκδοχών του κοινοτισμού, σοσιαλιστικών και μη. Στόχος όσων αναφέρονται με συνέπεια στις παραδόσεις του ρεπουμπλικανισμού είναι η ανάδειξη ενός προβληματισμού για θεσμικές μορφές της πολιτείας και για έννοιες ελευθερίας που δεν επικράτησαν στο σύνολό τους, παρουσιάζουν όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την οπτική γωνία του σημερινού πολίτη (Pettit 1997/1999, Lavdas & Chryssochoou, 2011).

Με άλλα λόγια, η δυτική πολιτική πράξη επέλεξε θεσμούς που εγγυώνται τη διατήρηση μιας μορφής αρνητικής ελευθερίας των πολιτών (απουσία αυθαίρετων δημόσιων καταναγκασμών και παρεμβάσεων) αλλά αδιαφορούν για τις συνθήκες δομικής εξάρτησης στις οποίες οι πολίτες αυτοί ενδέχεται να περιέλθουν. «Επιλέξαμε σωστά;» είναι το ερώτημα με το οποίο καταλήγει ο Quentin Skinner στο εμβληματικό έργο του για την «Ελευθερία πριν το Φιλελευθερισμό» (Skinner, 1998: 120).

 

Αντί συμπεράσματος: Το 1821 στο αύριο της Ελλάδας 

Στο προκαταρκτικό αυτό σχεδίασμα, επιχειρήσαμε να αναδείξουμε την πολυσήμαντη δυναμική της σύντομης ρεπουμπλικανικής δεκαετίας του 1820. Πρόκειται για μια συναρπαστικά τολμηρής αλλά και δυσάρεστα βραχύβιας άσκησης πολιτειακού πειραματισμού που σημαδεύει την αυγή της νεότερης ελληνικής κρατικότητας.

Η καθιερωμένη προσέγγιση που συμπεραίνει ότι «σε τελευταία ανάλυση, η φιλελεύθερη παράδοση αποτελεί τη σημαντικότερη προσφορά του ελληνικού αγώνα της ανεξαρτησίας στη μετέπειτα ελληνική ιστορία» (Διαμαντούρος, 1991: 48) αποτυπώνει μια υπαρκτή πολιτική διάσταση της σύνθετης, πλούσιας σε δυνατότητες δεκαετίας: όχι την μόνη πολιτική διάσταση, ούτε -κατά την άποψη μας – την πιο κρίσιμη.

Συστήνοντας μια εθνική πολιτική κοινότητα με όρους ανεξαρτησίας και ελευθερίας, τα επαναστατικά συντάγματα της δεκαετίας του 1820 εντάσσονται στο κεφάλαιο της «Ελευθερίας πριν τον Φιλελευθερισμό» που με τη σειρά της εγγράφεται στο μείζον πεδίο της ελευθερίας πέρα από τον φιλελευθερισμό, δηλαδή πέρα από τα ιδεολογικά όρια κάθε δογματικού φιλελευθερισμού. Τα συντάγματα της δεκαετίας του 1820 αποτελούν μάλλον δύστροπους – καθότι υπερβολικά απαιτητικούς – υποψήφιους για την ερμηνευτικά ισοπεδωτική, στενή και αναδρομική ματιά του σημερινού φιλελευθερισμού.

Στην πραγματικότητα, η μελέτη της ρεπουμπλικανικής δυναμικής της ελληνικής επανάστασης ως πεδίου πολιτικής δυνητικής αλλά τελικώς μη πραγματοποιηθείσας αναδεικνύει όψεις της σύντομης επαναστατικής δεκαετίας ευαισθητοποιώντας μας στην ανίχνευση του δυνητικού αλλά μη πραγματοποιηθέντος. Συντελώντας, γενικότερα, σε μια διαδικασία «ανοικείωσης», μια διαδικασία που – δρώντας αντίστροφα από τις δυνάμεις εξοικείωσης – μας βοηθά να δούμε και από άλλη σκοπιά αυτό που θεωρούμε γνώριμο και οικείο.

Μετά τις συνθήκες κρίσης και υπαρξιακής αγωνίας που βίωσε η χώρα τη δεκαετία του 2010, η επέτειος του 1821 μπορεί να γίνει καταλύτης για τον προβληματισμό επάνω στις σχέσεις ανάμεσα στους θεσμικούς σχεδιασμούς της ελληνικής πολιτικής κοινότητας και τα δημοκρατικά ιδανικά τα οποία την εμπνέουν. Το πολυεπίπεδο ζητούμενο ενός σύγχρονου αλλά όχι αναδρομικά θεμελιωμένου προβληματισμού για την ελληνική επανάσταση είναι μια τριπλή συσχέτιση: συσχέτιση της πολιτικής και των ιδεών, του δυνητικού και του πραγματοποιηθέντος, της εξοικείωσης και της ανοικείωσης.

Η Ελλάδα του 19ου αιώνα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των πολιτειακών προβληματισμών και αφουγκράστηκε τις πιο ουσιαστικές ανησυχίες και ελπίδες για την ελευθερία του μέλλοντος. Η Ελλάδα του 21ου αιώνα μπορεί να ξαναπιάσει το νήμα μέσα σε ένα νέο περιβάλλον τεχνολογικών, κοινωνικών και οικονομικών δυνατοτήτων που διψάει για ουσιαστική πολιτική συνεισφορά.

 

Περιγραφή εικόνας: Peter von Hess, εἴσοδος Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος Ὄθωνος στο Ναούπλιο στις 25 Ἰανουαρίου 1833. Λιθογραφία χαραγμένη από τον Fr. Hohe με βάση έργο του Hess.

 

Σημείωση: Η ΕΕΦ προσφέρει ένα βήμα σε επιστήμονες και προσωπικότητες κύρους για να προβάλουν ελεύθερα τις προσωπικές θέσεις τους και το επιστημονικό τους έργο. Η Εταιρεία δεν υιοθετεί τις απόψεις αυτές, δε δεσμεύεται από αυτές και δεν εγγυάται την ορθότητά τους.

 

Βιβλιογραφία

Αλιβιζάτος, Ν. Κ. (1981). Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία. Αθήνα – Κομοτηνή: Εκδόσεις: Αντ. Ν. Σάκκουλα.

Αναστασιάδης, Γ. (2001). Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδας 1821-1941. Αθήνα – Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα.

Αναστασιάδης, Γ. (2014). Οι Δημοκρατικοί Θεσμοί των Ελλήνων: Κατακτήσεις και Παλινδρομήσεις, Δοκιμές Πολιτικής και Συνταγματικής Ιστορίας (19ος και 20ος αι.). Αθήνα – Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα.

Βερέμης, Θ. Μ., Κολιόπουλος, Γ. Σ. & Μιχαηλίδης, Ι. Δ. (2018). 1821: Η δημιουργία ενός έθνους-κράτους. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Βόγλη, Ε. Κ. (2006). «Η ταυτότητα του πολίτη και η διαμόρφωση της κοινωνίας των πολιτών, 1821-1827». Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 9. Αθήνα: Εκδόσεις Δομή.

Διαμαντούρος, Ν. Ι. (1991). «ο ελληνικός απελευθερωτικός αγώνας του 1821: Μια φιλελεύθερη επανάσταση;». Σε R. Meinardus, επιμ., Ο Φιλελευθερισμός στην Ελλάδα. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», σελ. 37-48.

Κοντογιώργης, (1982). Κοινωνική δυναμική και πολιτική αυτονομία. Τα ελληνικά κοινά της τουρκοκρατίας. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη.

Κοντογιώργης, (2004). Πολίτης και Πόλις: Έννοια και τυπολογία της πολιτειότητας. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Κοντογιώργης, Γ. (2011). Περί Έθνους και Ελληνικής Συνέχειας. Θεσσαλονίκη: Ιανός.

Κοντογιώργης, (2015). «Το ‘κράτος’ του Καποδίστρια. Μια συγκριτική αποτίμηση σε σχέση με την απολυταρχία της εποχής και το κράτος έθνος». Σε    Αίνος Μνήμης Καθηγητού Ηλία Κρίσπη. Αθήνα: Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 447-460.

Λάβδας, Κ. Α. (2010). Η Πολιτική ανάμεσα στο Δυνητικό και το Οικείο. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρη.

Λάβδας, Κ. Α. (2015). Φιλελευθερισμός των Πολιτών: Εξελικτική Αναζήτηση με Ρεπουμπλικανική Πυξίδα. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Nάκος, Γ. Π.  (1974). Το Πολιτειακόν Καθεστώς της  Ελλάδος Επί Όθωνος μέχρι του Συντάγματος του 1844: Εκ των δημοκρατικών ιδεωδών της Επαναστάσεως του 1821 εις την Απόλυτον Μοναρχίαν. Διατριβή επί Διδακτορία, ΑΠΘ. Θεσσαλονίκη: Επιστημονική Επετηρίς Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών, τόμος ΙΖ.

Πανταζόπουλος, Ν. Ι. (1947/1995). Ιστορία Ελληνικού Δίκαιου, Τεύχος Β: Από της ‘’Λόγιας Παραδόσεως Εις τον Αστικόν Κώδικα. Θεσσαλονίκη – Αθήναι: Εκδοτικός Οίκος Αφοι Π. Σάκκουλα.

Πανταζόπουλος, Ν. Ι. (1993). Ο Ελληνικός Κοινοτισμός και η Νεοελληνική Κοινοτική Παράδοση. Αθήνα: Εκδόσεις «Παρουσία».

Ροτζώκος, Ν. (2006). «Η πολιτική και θεσμική θεμελίωση του επαναστατημένου έθνους, 1822-1825». Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 9. Αθήνα: Εκδόσεις Δομή.

Σαρίπολος, Ν. Ν. (1907). Η Πρώτη Εθνοσυνέλευσις και το Πολίτευμα της Επιδαύρου του 1822. Εν Αθήναις: Βασιλική Τυπογραφία Ραφτάνη – Παππαγεωργίου.

Σκουτερόπουλος, Ν. Μ. (2002). Πλάτων, Πολιτεία. Εισαγωγή, μετάφραση, ερμηνευτικά σημειώματα Ν. Μ. Σκουτερόπουλος. Αθήνα: Πόλις.

Σφυρόερας, Β. (1975). «Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως, 1822-1823». Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

Φραγκίστας, Χ. (1971). «Αι Βάσεις των Πολιτευμάτων του Αγώνος». Αφιέρωμα εις τα 150 χρόνια από της Επαναστάσεως του 1821. Θεσσαλονίκη: Εθνική Βιβλιοθήκη, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Anderson, B. (1983/2016). Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism. London: Verso.

Diamandouros, P. N. (1983). ‘Greek Political Culture in Transition: Historical Origins, Evolution, Current Trends’. In R. Clogg, ed., Greece in the 1980s. London: Macmillan.

Henderson, G. P. (1971). The Revival of Greek Thought 1620-1830. Edinburgh and London: Scottish Academic Press.

Kaltchas, N. (1940). Introduction to the Constitutional History of Modern Greece. New Υork: Columbia University Press.

Kitromilides, P. M. (1988). ‘European Political Thought in the Making of Greek Liberalism’. Parliaments, Estates and Representation, Vol. 8, pp. 11-21.

Kitromilides, P. M. (1995). ‘Europe and the Dilemmas of Greek Conscience’. In P. Carabott, ed., Greece and Europe in the Modern Period: Aspects of a Troubled Relationship. London: Centre for Hellenic Studies, King’s College.

Lavdas, K. A. (1997). The Europeanization of Greece: Interest Politics and the Crises of Integration. London / New York: Macmillan / St. Martin’s Press.

Lavdas, K. A. (2000a). ‘Republic’. In G. Speake, ed., Encyclopedia of Greece and the Hellenic Tradition, vol. II (London: Fitzroy Dearborn) pp 1444-1446.

Lavdas, K. A. (2000b). ‘Theories of Government’. In G. Speake, ed., Encyclopedia of Greece and the Hellenic Tradition, vol. I (London: Fitzroy Dearborn) pp 682-685.

Lavdas, K. A. & Chryssochoou, D. N. (2011). A Republic of Europeans: Civic Potential in a Liberal Milieu. Cheltenham, UK & Northampton, USA: Edward Elgar.

Pettit, P. (1997/1999). Republicanism: A Theory of Freedom and Government. Reissued with a new postscript. Oxford: Oxford University Press.

Scruton, R. (2007). ‘Republicanism’. The Palgrave Macmillan Dictionary of Political Thought, 3rd edition. London: Palgrave Macmillan.

Skinner, Q. (1998). Liberty before Liberalism. Cambridge: Cambridge University Press.

Κώστας Α. Λάβδας

Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής & Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σχέσεων

Τμήμα ΔΕΠΣ, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σημείωση: Η ΕΕΦ προσφέρει ένα βήμα σε επιστήμονες και προσωπικότητες κύρους για να προβάλουν ελεύθερα τις προσωπικές θέσεις τους και το επιστημονικό τους έργο. Η Εταιρεία δεν υιοθετεί τις απόψεις αυτές, δε δεσμεύεται από αυτές και δεν εγγυάται την ορθότητά τους.

 

Εισαγωγή: υποσχέσεις και δυνατότητες   

Οι δυο αιώνες που συμπληρώνονται από την εθνεγερσία του 1821 θα πρέπει να τιμηθούν με επέτειο εορταστική αλλά και -κυρίως- εθνεγερτήριο. Αξίζει να τιμήσουμε τα διακόσια χρόνια ύπαρξης του νεότερου ελληνικού κράτους με διάθεση κριτικά αναστοχαστική αλλά και σταθερά προσανατολισμένη σε ένα μέλλον με περισσότερες – και ουσιαστικότερες – δυνατότητες. Με σεβασμό στα επάλληλα στρώματα της ιστορικής έρευνας αλλά και εξερευνώντας πέρα από τα γνωστά, τα συμβατικά και χιλιοειπωμένα.

Η επίδραση του Αγώνα για την Ελληνική Ανεξαρτησία δεν περιορίζεται στις κρίσιμες πολεμικές διαστάσεις ούτε στις σύνθετες πολιτικές εξελίξεις ούτε στις εμφύλιες συγκρούσεις της δεκαετίας του 1820 ούτε στις εξωτερικές παραμέτρους, παρότι όλες υπήρξαν προφανώς σημαντικές.

Η σημασία της Επανάστασης του 1821 και των ετών που ακολούθησαν στη σύντομη δεκαετία του 1820 αναφέρεται και στο πεδίο του πολιτικού λόγου και των θεσμικών ιδεών όπως αποτυπώνονται, μεταξύ άλλων, στα συνταγματικά κείμενα από το 1822 μέχρι το 1827. Πρόκειται κυρίως για τα κείμενα της Επιδαύρου (1822), του Άστρους (1823) και της Τροιζήνας (1827). Ενώ αξιοσημείωτα υπήρξαν και τα λεγόμενα «τοπικά πολιτεύματα», τα οποία καταργήθηκαν ύστερα από απόφαση της Β’ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους, το 1823.

Αναφερθήκαμε αρχικά στις δυνατότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούμε να επισημάνουμε ότι οι μέχρι σήμερα προσεγγίσεις παρέχουν στέρεο υπόβαθρο για ανάλυση και περαιτέρω έρευνα αλλά δεν εξαντλούν την ουσιαστική συζήτηση για τις πολιτικές και θεσμικές δυνατότητες που παρουσιάστηκαν και – μέχρι ενός σημείου – διαμορφώθηκαν στα επαναστατικά χρόνια, με άλλα λόγια: δεν διερευνούν το πεδίο του δυνητικού αλλά τελικώς μη πραγματοποιηθέντος.

 

Ιστορικές κοινότητες σε διαμόρφωση

Η εθνεγερσία του 1821 είναι η συνδυαστική έκβαση μιας σειράς εξεγέρσεων και επίπονων αλλά συχνά ατελέσφορων αγώνων που – έστω και σε ένα μόνο τμήμα των εξεγερμένων περιοχών – δικαίωσαν την επιμονή και την στοχοπροσήλωση των Ελλήνων για ελευθερία και ανεξαρτησία. Ο επετειακός αναστοχασμός για την Ελληνική Επανάσταση δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στη γέννηση και την ίδια την ύπαρξη του νεότερου Ελληνικού κράτους. Ωστόσο η γέννηση του νεότερου κράτους δεν σημαίνει και γέννηση του συλλογικού υποκειμένου στο οποίο βασίζεται. Από την ιστορική σχολή Παπαρρηγόπουλου το εκκρεμές κινήθηκε τόσο μακριά που το σημερινό, προσωρινό σημείο ανάπαυσης μοιάζει ακόμη περισσότερο εξωπραγματικό. Τελικώς, η άκριτη μεταφορά και εφαρμογή παραλλαγών της γνωστής προβληματικής για τις «φαντασιακές κοινότητες» (Anderson, 1983/2016) έχει καταστεί παραπλανητική στην περίπτωση της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας.

Κι αυτό γιατί συνέχειες κάθε είδους όχι μόνον υπήρξαν αλλά ήταν κρίσιμες. Όπως έχουν καταδείξει από διαφορετικές οπτικές γωνίες και ανιχνεύοντας διακριτά πολιτικά και πολιτειακά διακυβεύματα ο Γιώργος Κοντογιώργης (για την αρχή της τοπικής πολιτειακής αυτονομίας, που ανάγεται στο ελληνικό παρελθόν της πόλης/κοινού) και ο Νικόλαος Πανταζόπουλος (για την παράδοση του ελληνικού κοινοτισμού), οι τοπικές κοινότητες διαδραμάτισαν κρίσιμους ρόλους στη διαχρονία διαμόρφωσης της ελληνικής ταυτότητας.

Ειδικότερα, όπως έχει επισημάνει διεξοδικά ο Γιώργος Κοντογιώργης, η αρχή της τοπικής πολιτειακής συγκρότησης σημαίνει ότι τα Ελληνικά κοινά και οι πόλεις εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αυτοδιοικούνταν, διατηρούσαν και επεξεργαζόταν την πολιτική κουλτούρα τους και σε σημαντικό βαθμό αποτελούσαν μετεξέλιξη συλλογικών οντοτήτων που προϋπήρχαν. Με αποτέλεσμα στοιχεία των Ελληνικών πολιτικών παραδόσεων να συνεχιστούν σε διάφορα επίπεδα των κοινών και των πόλεων αλλά και της υπερπόντιας ελληνικής παρουσίας. Αυτό, στη συνέχεια, σήμανε την επικράτηση – στο αρχικό τουλάχιστον στάδιο – μιας πολιτικής μορφολογίας του αγώνα της εθνεγερσίας όπου η ανάπτυξη βάσει των πατριωτισμών των επιμέρους κοινών/πόλεων οδήγησε στο σχεδιασμό της νέας ελληνικής πολιτείας με γνώμονα τα κοινά, ενώ για το κεντρικό σύστημα επιφυλάχθηκε ένας εναρμονιστικός ρόλος (Κοντογιώργης, 1982, 2011, 2015).

Άλλωστε, η στοχοπροσήλωση στη δημιουργία της ανεξάρτητης πολιτείας της Ελλάδας ανέδειξε τις κοινές παραμέτρους – ιδεατές, συναισθηματικές, γλωσσικές, θρησκευτικές – της εθνικής ταυτότητας που μοιράζονταν οι συμμετέχοντες στον αγώνα. Είναι βεβαίως κοινός τόπος ότι θεσμικές ρυθμίσεις και πολιτειακές προτάσεις συχνά εξέφρασαν (και εκφράζουν) στρατηγικούς ή και τακτικούς υπολογισμούς ισχυρών δρώντων. Έτσι και στα χρόνια της Επανάστασης, οι κοινοτικές παραδόσεις σε μεγάλο βαθμό «αντιπροσωπεύτηκαν» από τοπικές ολιγαρχίες που έδρασαν βάσει ιδίων στρατηγικών και συμφερόντων. Αλλά ο πολιτικός λόγος (πέρα από τις κοινοτοπίες των επικοινωνιολόγων αναφορικά με την προσπάθεια εξώθησης του ακροατή-αναγνώστη στη λήψη πολιτικής απόφασης) επιτελεί κρίσιμη ενοποιητική λειτουργία και συνθέτει πεδία πολιτικής έκφρασης και πολιτικής δράσης (Ball & Dagger, 2011). Εν προκειμένω η δυναμική των σχέσεων μεταξύ διαφορετικών πολιτικών ιδεών και ο ρόλος του πολιτικού λόγου ως πολιτικής ενέργειας συγκροτούν ένα πεδίο το οποίο μπορεί να συζητηθεί με σχετική αυτονομία, πέρα από τις ισορροπίες ανάμεσα στους αυτόχθονες και τους ετερόχθονες, πέρα από τη σύγκρουση στρατιωτικών, πολιτικών, προεστών, παλαιών Φιλικών, πέρα από τη σύγκρουση Βουλευτικού και Εκτελεστικού, πέρα από την κατασπατάληση για κομματικούς σκοπούς μεγάλου μέρους του δεύτερου δανείου, πέρα από την υποτιθέμενη «εκσυγχρονιστική» κατεύθυνση ορισμένων δρώντων και την «παραδοσιακή» άλλων.

Άμεσα σχετιζόμενη με τις προηγούμενες είναι και η τελευταία σχετική επισήμανση. Στην προσπάθεια εισαγωγής νέων θεσμών για τη ρύθμιση «του επικρατούντος εν τη μαχομένη χώρα νομικού χάους» (Πανταζόπουλος, 1947/1995: 128) δεν διαπιστώθηκαν απλές, άκριτα μιμητικές μεταφορές ευρωπαϊκών και ατλαντικών προτύπων αλλά προσπάθεια δημιουργικού συνδυασμού ιδεατών, εννοιολογικών και υλικών δεδομένων, παραδόσεων και επιρροών. Πράγματι, οι πολιτειακές προσεγγίσεις και αντιλήψεις στη σύντομη δεκαετία του 1820 εμφανίζονται να διανύουν «εισέτι το στάδιον της διαμορφώσεως» (Νάκος, 1974: 15), πράγμα που και αυτό καταδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για απλή μεταφορά προτύπων. Σε αυτή την προσπάθεια δημιουργικού συνδυασμού και διαμόρφωσης νέων προτύπων και τις δυνατότητες της θα αναφερθούμε στη συνέχεια στο πλαίσιο του παρόντος εισαγωγικού σημειώματος μας.

 

Πολιτικός φιλελευθερισμός και πολυαρχία

Τα επαναστατικά συντάγματα δέχθηκαν από νωρίς σφοδρή κριτική για την αδυναμία τους να συμβάλουν στη διαμόρφωση ισχυρής εκτελεστικής εξουσίας και την καταπολέμηση του τοπικισμού. Όπως γράφει το 1907 ο Νικόλαος Σαρίπολος, συντασσόμενος εν προκειμένω με τον Παπαρρηγόπουλο, στην Επίδαυρο ο Μαυροκορδάτος συνετέλεσε «εις την ψήφισιν πολιτεύματος πολυαρχικού, ίνα μη είπωμεν αναρχικού», καθιστώντας αδύνατη «την συγκρότησιν αληθούς κυβερνήσεως» για όλη την επαναστατημένη επικράτεια (Σαρίπολος, 1907: 18).

Όμως παρά την κριτική, η οποία φαίνεται να προϋποθέτει μια προϋπάρχουσα ενότητα η οποία απέτυχε να εκφραστεί θεσμικά, οι συναρπαστικά καινοτόμες πτυχές των επαναστατικών συνταγμάτων δεν πέρασαν απαρατήρητες. Αντίθετα, από τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα ως σήμερα, έχει διαμορφωθεί – με ασυνέχειες και διαφοροποιήσεις – μια ερμηνευτική γραμμή που ανιχνεύει και αναδεικνύει τα διακριτά εκείνα στοιχεία που εκφράζουν τον φιλελεύθερο, τον δημοκρατικό και τον πολυαρχικό χαρακτήρα των επαναστατικών συνταγμάτων (Αλιβιζάτος, 1981: 43-47, Αναστασιάδης, 2001: 17-19).

Το «δημοκρατικό» στοιχείο αναφέρεται στην «λαϊκή κυριαρχία» που εισήγαγε για πρώτη φορά το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» (Τροιζήνα) στο άρθρο 5: «η Κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος· πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού, και υπάρχει υπέρ αυτού». Η διακήρυξη αυτή επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια σε όλα τα Συντάγματα, από το 1864 μέχρι σήμερα. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας καθιέρωσε την διάκριση των εξουσιών (άρθρ. 36 – 42 Σ. Τροιζ.): «Η κυριαρχία του Έθνους διαιρείται εις τρεις εξουσίας· Νομοθετικήν, Νομοτελεστικήν και Δικαστικήν».

Ως προς την ατομική ελευθερία, γνωρίζουμε ότι η  κατοχύρωση  ατομικών  δικαιωμάτων ξεκίνησε  πράγματι με τα  πρώτα  επαναστατικά Συντάγματα. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου (1822), προέβλεπε την ισότητα έναντι των νόμων και  την  προστασία  της  ιδιοκτησίας. Στο  Σύνταγμα  του  Άστρους  (1823)  προβλέπονταν  η  ελευθερία  της έκφρασης και του τύπου και η αρχή του νόμιμου δικαστή. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827) επέκτεινε τις εγγυήσεις αυτές, ενώ κατοχύρωσε την θρησκευτική ελευθερία, καθώς και το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου.

Είναι λοιπόν προφανές ότι αποτελεί πια κοινό τόπο η διαπίστωση για τις «φιλελεύθερες» διαστάσεις των συνταγμάτων της δεκαετίας του 1820, ιδιαιτέρως δε αυτού της Τροιζήνας. Κατά την εμβληματική διατύπωση του Αλεξάνδρου Σβώλου, στο Σύνταγμα της Τροιζήνας το πολίτευμα είναι «εμπνευσμένον τόσον εντόνως από τας δημοκρατικάς και φιλελεύθερας ιδέας, ώστε δικαίως ελέχθη ότι υπερέβαινε τα ισχύοντα τότε εν Ευρώπη». Ενώ και ο Χαράλαμπος Φραγκίστας είχε επισημάνει ότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας υπήρξε ένα από τα «πλέον φιλελεύθερα» πολιτεύματα της εποχής του (Φραγκίστας, 1971: 69). Το «δημοκρατικό και φιλελεύθερο πνεύμα της παλιγγενεσίας» (Αναστασιάδης, 2014: 77) αποτελεί από καιρό – πόσο μάλλον σήμερα – σαφέστατη κοινή παραδοχή.

 

Η ελευθερία πέρα από τον φιλελευθερισμό

Ας θυμηθούμε όμως ένα από τα τοπικά πολιτεύματα, το σημαντικότερο από την άποψη των πολιτικών ιδεών. Στη Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, η οποία οδήγησε στο προσωρινό καθεστώς του «Αρείου Πάγου της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας». Στο 2ο κεφάλαιο του πρώτου μέρους της Διακήρυξης υπάρχει με μορφή Πίνακα και μια «Διακήρυξη Δικαιωμάτων και Χρεών του Έλληνος». Διακηρύσσονται οκτώ (8) δικαιώματα και οκτώ (8) αντίστοιχα καθήκοντα, σε μια προσπάθεια προσαρμογής της Γαλλικής «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων και Καθηκόντων του Ανθρώπου και του Πολίτη» του 1795. Δεν πρόκειται για απλή αντιγραφή, με δεδομένο μάλιστα ότι η Γαλλική Διακήρυξη είναι πολύ αναλυτικότερη. Αλλά εμπεριέχονται ιδέες συναρπαστικές όσο και δηλωτικές της ζωντανής ευρωπαϊκής και αμερικανικής ρεπουμπλικανικής παράδοσης.

Δύο μόνο παραδείγματα:

– «ο Έλλην είναι ανεξάρτητος» (Δικαιώματα) και εννοεί ως πολίτης ατομικά, διότι συμπληρώνει με αντιστοίχιση (στα Καθήκοντα): «ο Έλλην χρεωστεί ευπείθειαν εις τους Νόμους».

– «Ο Έλλην δεν ενοχοποιείται δια τα θρησκευτικά και πολιτικά του φρονήματα» (Δικαιώματα) – είναι το πρώτο κείμενο της επαναστατικής περιόδου στο οποίο περιλαμβάνεται μια αναφορά στην πολιτική και θρησκευτική ανεκτικότητα, με την εμβληματική αυτή διατύπωση. Και (στα Καθήκοντα): «ο Έλλην χρεωστεί να υποφέρη όλα τα θρησκευτικά και πολιτικά φρονήματα των ομοίων του».

Ποιος όμως είναι ο Έλλην ο οποίος «είναι ανεξάρτητος»; Ενώ στο σχεδίασμα του Ρήγα για την Βαλκανική ομοσπονδία και τον «αυτοκράτορα λαό» οι πολίτες οριζόταν «χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου», όπως το έθετε ο Βελεστινλής, η νέα Πολιτεία της επαναστατημένης Ελλάδας θεμελιώθηκε σε μια εθνική – ρεπουμπλικανική προσέγγιση του πολίτη.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Σύνταγμα της Τροιζήνας όριζε: «καθείς εις την Ελλάδα επαγγέλλεται την θρησκείαν του ελευθέρως και δια την λατρείαν αυτής έχει ίσην υπεράσπισιν. Η δε της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι θρησκεία της Επικρατείας». Πράγματι, αφενός η θρησκευτική ελευθερία κατοχυρώθηκε ως δικαίωμα όλων, ενώ αφετέρου η αρχική προσέγγιση στην ιδιότητα του Έλληνα πολίτη συνδυάστηκε με την Χριστιανική πίστη, στο μέτρο που η Ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία παρέμεινε συστατικό στοιχείο της Ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Επρόκειτο για μια ενδιαφέρουσα ισορροπία η οποία (με την Τροιζήνα και τη διατύπωση «θρησκεία της Επικρατείας») απέφυγε τη διαμόρφωση μιας αμιγώς Χριστιανικής Πολιτείας, μιας Res publica Christiana.

Το αίτημα για Ελευθερία οδήγησε στη διαμόρφωση ενός κεντρικού πεδίου προβληματισμού, διακηρύξεων και ρύθμισης στα χρόνια των επαναστατικών συνταγμάτων. Η Ελευθερία  στη σύντομη δεκαετία του 1820 αναφέρεται σε τρεις όψεις:(α) ανεξαρτησία, (β) ατομική ελευθερία στο πλαίσιο των ατομικών δικαιωμάτων και (γ) πολιτειακή συγκρότηση μέσω της οποίας μπορεί να ολοκληρωθεί η ελευθερία.

Όπως διαπιστώσαμε, ως προς την ατομική ελευθερία, η κατοχύρωση  ατομικών  δικαιωμάτων ξεκίνησε με τα επαναστατικά Συντάγματα. Υπάρχει, ωστόσο, μια άλλη διάσταση που συχνά λανθάνει της προσοχής των παρατηρητών. Διότι στη σύντομη δεκαετία του 1820, η Ελευθερία αντιμετωπίζεται με τρόπο συνολικότερο από αυτό που αναφέρεται στο κρισιμότατο, βεβαίως, πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων. Η άμεση σύνδεση, την οποία διαπιστώσαμε, της Ελευθερίας με την Ανεξαρτησία από τη Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος (όπου Ελεύθερος είναι ο Ανεξάρτητος), σηματοδοτεί μια γενικότερη προσέγγιση που επιβιώνει μέχρι και την Τροιζήνα: την ιδέα του ανεξάρτητου και με αυτή την έννοια ελεύθερου Πολίτη που μπορεί να υπάρξει μόνο σε μια ανεξάρτητη και ελεύθερη Πολιτεία. Είναι σε αυτό το παλίσιο που η δομική προσέγγιση που υιοθετείται από το Σύνταγμα της Επιδαύρου και τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, περιλαμβάνει την ελευθερία σαν αξία και καταδικάζει την δουλεία.

Δεν πρόκειται για την «αρνητική ελευθερία» του εξελισσόμενου φιλελευθερισμού, στο όνομα του οποίου – και με σειρά αναδρομικών θεμελιώσεων – επιχειρείται να αντιπαρατεθούν τόσο σχηματικά οι «εθνικές», «ταξικές» και «φιλελεύθερες» ερμηνείες της Επανάστασης.

Πρόκειται για την αναδυόμενη αντίληψη για μια ελληνική Res publica, μια αντίληψη που αντανακλάται με διαφορετικές αποχρώσεις και στα τρία Συντάγματα. Στα δύο πρώτα, η πολυαρχία (με συλλογική ηγεσία της Πολιτείας) εκφράζει τόσο την επίδραση των Συνταγμάτων της Γαλλικής Επανάστασης (με το Διευθυντήριο) όσο και την υποκείμενη ελληνική πολιτική μορφολογία των επιμέρους κοινών. Ενώ με το τρίτο, το Σύνταγμα της Τροιζήνας, η προσέγγιση του υποδείγματος του Συντάγματος των ΗΠΑ εκφράζει τόσο την αγωνία των κρίσιμων στιγμών για την έκβαση του Αγώνα, λίγους μήνες πριν το Ναβαρίνο, όσο και την προσωρινή σύγκλιση ρωσόφιλων και αγγλόφιλων πρωταγωνιστών κάτω από ένα αμερικανικής έμπνευσης θεσμικό σχεδίασμα.

Η ελεύθερη και συνειδητή προσήλωση στα κοινά ως απόλυτη αξιακή πυξίδα – μείζον χαρακτηριστικό της ρεπουμπλικανικής παράδοσης στον ευρωατλαντικό πολιτικό πολιτισμό – εξηγεί και το ειδικότερο φαινόμενο της αποδοχής της ατομικής υλικής υποβάθμισης υπό συνθήκες εθνικής κρίσης. Μέσα στην ένταση, την παραζάλη και την αυθεντικότητα του αγώνα, πολλοί πρωταγωνιστές (από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο μέχρι την Μπουμπουλίνα και από τον Νικηταρά μέχρι την Μαντώ Μαυρογένους), διέθεσαν όλη την περιουσία τους για την Εθνεγερσία, τελειώνοντας τον βίο πένητες. Μια γλυκόπικρη ιστορική ειρωνεία εγγράφει στη συνέχεια του ελληνικού λόγου περί πολιτείας την εγκατάλειψη της ατομικής υλικής ωφέλειας ως πρακτική συνέπεια της απόλυτης αφοσίωσης στον κοινό στόχο. Μια κατηγορία πρωταγωνιστών του Αγώνα υλοποίησε εκ των πραγμάτων – αντιμετωπίζοντας ως αποκλειστική προτεραιότητα την εξυπηρέτηση των αναγκών της Ανεξαρτησίας – την πλατωνική πρόταση για την ακτημοσύνη της τάξης που ασχολείται με τα κοινά.

Πράγματι, παρά τις ποικίλες παρερμηνείες αναγνώσεων όπως αυτή του Karl Popper, στην πλατωνική ιδεαλιστική αντίληψη η ακτημοσύνη αυτή αποτελεί επακόλουθο της απόλυτης αφοσίωσης στα κοινά, όχι ανιστορικό «προάγγελο» μιας κομμουνιστικής, καταπιεστικής κοινωνίας. Σε αυτό όπως και σε άλλα κρίσιμα σημεία (δες π.χ. την παρερμηνεία της πλατωνικής κριτικής στον «πλούτο» και την «πενία» ως στοιχείων που διαφθείρουν τη σχέση με τα κοινά ή την λανθασμένη αντίληψη περί απόλυτης έλλειψης κινητικότητας μεταξύ των τάξεων), η Ποππεριανή ανάγνωση επιχειρεί να προσαρμόσει το πλατωνικό σχεδίασμα σε μια ιδεολογική κλίνη του Προκρούστη. Ιδεολογική κλίνη χρήσιμη ίσως για τους επιπόλαιους εκλαϊκευτές του σύγχρονου φιλελευθερισμού αλλά σίγουρα απορριπτέα από τους σοβαρούς μελετητές του.

Αλλά για το εκρηκτικό περιεχόμενο και τη δυνητική εμβέλεια της επαναστατικής σκέψης και των συνταγμάτων της δεκαετίας του 1820 θα συνεχίσουμε στο επόμενο και καταληκτικό κείμενο μας (όπου παρατίθενται συνολικά και οι βιβλιογραφικές αναφορές).

Περιγραφή εικόνας: Ludwig Michael von Schwanthaler, η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο, 1836,τοιχογραφία, Ανατολικός Τοίχος, Αίθουσα Ελευθερίου Βενιζέλου, Μέγαρο της Βουλής των Ελλήνων