Η κορυφαία στιγμή του εμβληματικού Βρετανού Φιλέλληνα, ιδρυτή του Πολεμικού Ναυτικού, κυβερνήτη της Καρτερίας και εθνικού ευεργέτη της Ελλάδος, Frank Abney-Hastings.

Η ναυμαχία αυτή ήταν και μία από τις μεγαλύτερες στιγμές του Φιλελληνισμού. Ο Ελληνικός στόλος με ναύαρχο τον Frank Abney-Hastings, κυβερνήτες των άλλων πλοίων τον Δανό-Γερμανό Fabricius, τον Βρετανό Georges Thomas και τον Γάλλο στρατηγό Dentzel, και δεκάδες άλλους Φιλέλληνες και Έλληνες ναύτες, κατέστρεψε όλον τον Τουρκικό στόλο του Κορινθιακού κόλπου, και άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδας. Στη ναυμαχία αυτή ανδραγάθησε και ο αφροαμερικανός Williams, που ηγήθηκε ομάδας 15 ναυτών και επανεκατέλαβε το Ελληνικό πλοίο Σωτήρ, που είχε μείνει ακυβέρνητο.

Η ΕΕΦ και το Μουσείο Φιλελληνισμού τιμούν τους Φιλέλληνες εθελοντές που συμμετείχαν στη ναυμαχία της Αγκάλης (Ιτέας), παρουσιάζοντας στο Μουσείο Φιλελληνισμού τα προσωπικά πιστόλια του Frank Abney-Hastings, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στην ναυμαχία αυτή.

Η πλήρης βιογραφία του Frank Abney-Hastings βρίσκεται εδώ:

 

 

 

 

Επιστολή του 1824 (Συλλογή ΕΕΦ, Μουσείο Φιλελληνισμού)

Άρθρο του Γιώργο Θωμαρέη

 

Η επιστολή αυτή αποτελεί ένα πολύτιμο κομμάτι ελληνικής ιστορίας: Πρόκειται για επιστολή που γράφτηκε στις 28 Ιανουαρίου 1824 στη Νέα Υόρκη από τον J.J.L., για να σταλεί στη Βαλτιμόρη σε κάποιον Gracie.

Στην επιστολή αναφέρονται πολλά και σημαντικά για τον Ελληνικό Απελευθερωτικό Αγώνα, κυρίως για τα εμβλήματα (τον Σταυρό του Κωνσταντίνου, το ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ κ.ά.), τους συμβολισμούς και τις σημαίες του αγώνα. Επίσης αναφέρεται ότι οι πληροφορίες για τη σημαία προέρχονται από συμπατριώτες τους (Αμερικανούς), οι οποίοι την είχαν δει στα Ψαρά!!!

Το πιο συνταρακτικό βέβαια από όλα είναι η σελίδα της επιστολής με τα σχέδια των σημαιών και συνθημάτων σχεδιασμένα με σινική μελάνι το 1824. Ίσως πρόκειται για την πρώτη επίσημη καταγραφή της ελληνικής σημαίας επί χάρτου!

 

Ιστορική τεκμηρίωση της επιστολής

Η επιτροπή Φιλελλήνων της Ν. Υόρκης είχε οργανώσει χορό στις 8 Ιανουάριου 1824. Φαίνεται πως κάποιο μέλος της επιτροπής της Βαλτιμόρης ζητούσε πληροφορίες για τη διακόσμηση του χώρου για τον χορό που ετοίμαζαν και εκείνοι. Πράγματι, ο χορός της Βαλτιμόρης έγινε τον Φεβρουάριο του 1824 και είχε μεγάλη επιτυχία.

Ωραία περιγραφή του χορού και του στολισμού της αίθουσας με ελληνικές σημαίες, προφανώς κατά αντιγραφή του χορού της Ν. Υόρκης, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά του Μέγιερ που εκδιδόταν το 1824 στο Μεσολόγγι. Την περιγραφή του χορού αναδημοσίευσε ο Μπ. Άννινος στο “Οι Φιλέλληνες του 1821” και ο Χρ. Λάζος στο “Η Αμερική και ο ρόλος της στην επανάσταση του 1821” (Παπαζήσης 1983).

 

Μετάφραση της επιστολής

«Όσον αφορά τις απορίες σου σχετικά με τον ελληνικό σταυρό και τη σημαία, σου στέλνω τα εξής:

Ο σταυρός που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Διακόσμησης ως ο πιο κατάλληλος για να επιδειχτεί στον Ελληνικό Χορό της 8ης Ιανουαρίου ήταν ο σταυρός του Κωνσταντίνου. Αναφέρεται από τους ιστορικούς ότι ο σταυρός εθεάθη από τον εν λόγω Αυτοκράτορα στον Ουρανό με την επιγραφή ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ. Αυτό το όραμα προκάλεσε και τη μεταστροφή του στον χριστιανισμό.

Με ένα άλλο όραμα, το οποίο επίσης λέγεται ότι είχε το ίδιο βράδυ, ωθήθηκε ώστε να υιοθετήσει τον Σταυρό ή Λάβαρο ως σύνθημά του και να το χαράξει στις ασπίδες των στρατιωτών του.

Ένας επιπλέον λόγος για να εκτίθεται αυτός ο σταυρός ήταν ότι ο Πρίγκιπας Υψηλάντης πολέμησε με αυτόν για λάβαρό του σε όλες τις πρόσφατες μάχες του με τους Τούρκους. Είναι στο παρακάτω σχήμα, με τα 2 πρώτα γράμματα του ονόματος του Χριστού στα ελληνικά.

Οι αναλογίες σε αυτό το μονόγραμμα, όπως καταγράφονται από ένα αρχαίο νόμισμα, θα πρέπει να είναι: το κάθετο κομμάτι προς το πόδι να έχει το ίδιο μήκος με το από …. … μεταξύ τμήμα της καμπύλης προς το έδαφος (δυσνόητο) – όπως μερικοί συγγραφείς λένε ότι, όταν το είδε ο Κωνσταντίνος, έμοιαζε με φλόγα. Για αυτό, και εμείς προσπαθήσαμε να πετύχουμε το χρώμα όσο το δυνατόν περισσότερο και, ύστερα από πολλούς πειραματισμούς, το καλύψαμε με ένα λαμπρό αλουμινόχαρτο που δίνει σχεδόν ένα χρώμα φλόγας όταν πέσει επάνω του ένα δυνατό φως. Οι επιγραφές μας ήταν χρυσά γράμματα σε λευκό φόντο.

Δεν υπάρχει ακόμη εθνική σημαία της Ελλάδας. Κάθε νησί ή περιοχή έχει τη δική της.

Υπάρχουν τρεις γνωστές σε εμάς:

Γαλανός σταυρός σε λευκό φόντο.

Γαλανές και λευκές ρίγες εναλλάξ.

Γαλάζια άγκυρα σε λευκό πεδίο.

Η πρώτη από αυτές είναι η μόνη που εκτέθηκε ως η πιο ταιριαστή με τη δική μας, και δεδομένου ότι είναι η μόνη που την έχουν δει κάποιοι από τους συμπατριώτες μας στα Ψαρρά.

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι με ευχαρίστηση η Επιτροπή θα ήθελε να αποστείλει την Ελληνική Σημαία, που κατασκευάστηκε για μας, στη Βαλτιμόρη, αλλά το μέγεθος του Θεάτρου απαιτούσε μια σημαία με 80 πόδια μήκος (!!) και για λόγους οικονομίας, ράψαμε πολλά κομμάτια υφάσματος μαζί, τα οποία μετά χωρίστηκαν και πουλήθηκαν.

Έτσι, χάνουμε τη χαρά να δώσουμε αυτή τη μικρή απόδειξη της επιθυμίας μας να συνεργαστούμε με τους φίλους μας σε αυτήν την πόλη.».

 

Για τον Φιλελληνισμό της εποχής

Η φιλελληνική κίνηση στην Αμερική, περί το 1823-24, είχε φουντώσει. Στις εκκλησίες γίνονταν κηρύγματα υπέρ της Επανάστασης, στα θέατρα ανέβαιναν ειδικές παραστάσεις για οικονομική ενίσχυση του Αγώνα, ενώ από το 1824 αμερικανικές εταιρείες έστελναν στην επαναστατημένη Ελλάδα σπαθιά, τουφέκια, πιστόλες, μικρά κανόνια και ιατρικά εφόδια!

Πολλοί Αμερικανοί πολέμησαν στο πλευρό της Ελλάδος, όπως ο George Wilson από το Ροντ Άιλαντ, ο James Williams από τη Βαλτιμόρη, o Captain John M. Alen, στενός φίλος του στρατηγού Λαφαγέτ, o William T. Washington από την Ουάσιγκτον και άλλοι.

Σε διάφορες πόλεις (Ν. Υόρκη, Βοστόνη, Βαλτιμόρη, Πίτσμπουργκ, Σινσινάτι κ.α.) είχαν ιδρυθεί φιλελληνικά κομιτάτα τα οποία συγκέντρωναν χρήματα και είδη προς αποστολή στην Ελλάδα από διάφορες εκδηλώσεις, όπως χορούς, συναυλίες κτλ. για την ανακούφιση του πενόμενου πληθυσμού. Το αποτέλεσμα αυτής της μεγάλης κινητοποίησης υπήρξε η αποστολή οκτώ πλοίων το 1827 με τρόφιμα και ρούχα στην Ελλάδα (Stephen A. Larrabee “Ελλάς 1775-1865, Πώς την είδαν οι Αμερικάνοι”).

 

 

 

Του Γιώργο Θωμαρέη

Όταν το 1825 ο Ιμπραήμ είχε αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο και η επανάσταση κινδύνευε, η ελληνική κυβέρνηση αναζήτησε στο πρόσωπο του Γάλλου συνταγματάρχη Κάρολου Φαβιέρου τον έμπειρο αξιωματικό, ο οποίος θα μπορούσε να οργανώσει τακτικό στρατό αντάξιο του, υπό τον Ιμπραήμ, αιγυπτιακού. Στις 30 Ιουλίου 1825 ο Φαβιέρος διορίστηκε οργανωτής και διοικητής του ελληνικού τακτικού στρατού.

Ο Φαβιέρος χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους ειλικρινέστερους και πιο ανιδιοτελείς φιλέλληνες. Έδωσε πολλά παραδείγματα αισθήματος δικαίου, στρατιωτικής ευσυνειδησίας, γενναιοφροσύνης και ανιδιοτέλειας.

Στις 4 Νοεμβρίου του 1826, ο Φαβιέρος γράφει στον Ελβετό τραπεζίτη Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδο και εγγυάται για τον νεαρό Βασίλειο Αναγνώστη Παπαμανώλη από την Ύδρα, ζητώντας από τον γνωστό φιλέλληνα Εϋνάρδο να βοηθήσει τον νεαρό στις σπουδές του στην Ευρώπη, ενώ αναφέρεται με τα θερμότερα λόγια στον πατριωτισμό των Υδραίων.

Η επιστολή είναι σταλμένη από την Ύδρα στην Γενεύη στις 4 Νοεμβρίου του 1826 και έχει απολυμανθεί (σφραγίδα … SANITA), πιθανότατα στο Σεμλίν.

 

 

 

Για τον Φαβιέρο και τον Εϋνάρδο

 

Ο Κάρολος Φαβιέρος (Charles Nicolas Fabvier) (1783-1855) ήταν Γάλλος φιλέλληνας στρατηγός και διοικητής του τακτικού στρατού της Ελλάδας κατά την ελληνική επανάσταση. Θεωρείται ο ικανότερος και ο πλέον αγαπητός από όλους τους φιλέλληνες αξιωματικούς που αγωνίστηκαν στο πλευρό των Ελλήνων επαναστατών στο διάστημα από το 1823 έως το 1828. Φορούσε φουστανέλα και στο κεφάλι έφερε σαρίκι, παρόμοιο με εκείνων που φορούσαν οι στρατηγοί Νικηταράς και Μακρυγιάννης. Είχε προσαρμοστεί τόσο πολύ στη ζωή των αγωνιστών, ώστε κανείς δεν ήταν δυνατό να αντιληφθεί πως δεν ήταν Έλληνας.

Ο Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος (Jean-Gabriel Eynard) (1775-1863) ήταν Ελβετός τραπεζίτης, φιλέλληνας, τιμημένος με τον τίτλο του Ευεργέτη του Ελληνικού Έθνους.

Στις 30 Νοεμβρίου 1826, ο Φαβιέρος με 530 άνδρες διέσπασε την πολιορκία της Ακρόπολης μεταφέροντας πολεμοφόδια και παρέμεινε πολιορκημένος εκεί μέχρι τις 24 Μαΐου 1827, οπότε και συνθηκολόγησε.

Στην επέτειο για τα 100 χρόνια της μάχης αυτής και της κατάληψης της Ακρόπολης των Αθηνών από τον ελληνικό στρατό, η Ελληνική Δημοκρατία τίμησε τον στρατηγό Φαβιέρο με έκδοση σειράς τριών γραμματοσήμων με χαραγμένα τα λόγια: “ΤΩ, ΦΑΒΙΕΡΩ,”

 

Σπάνιος φάκελος 1ης ημέρας κυκλοφορίας (1 Αυγ. 1927) της σειράς του Φαβιέρου

Μετάλλιο του 1926 προς τιμήν του Φαβιέρου

 

 

Aπό τον Αλέξη Παπαδόπουλο

Οι δύο επιστολές του Ιωάννη Καποδίστρια προς τον φίλο του Ελβετό φιλέλληνα Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδο που παρουσιάζονται στη συνέχεια έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον, τόσο λόγω των ιδιαίτερων προσωπικοτήτων αποστολέα-παραλήπτη όσο και του περιεχομένου τους. Πρόκειται για γνωστές επιστολές καταγεγραμμένες στο έργο Correspondance du comte J. Capodistrias, président de la Grèce comprenant les lettres diplomatiques, administratives et particulières, écrites par lui depuis le 20 Avril 1827 jusqu’au 9 Octobre 1831, recueillies et mises en ordre par les soins de ses frères et publiées par E. A. Bétant, l’un de ses secrétaires, Abraham Cherbuliez et Cie, Libraires, Genève 1839, [Αλληλογραφία του κόμη Ι. Καποδίστρια, Προέδρου της Ελλάδας, περιλαμβανομένης της διπλωματικής, διοικητικής και ιδιωτικής αλληλογραφίας του από 20 Απριλίου 1827 έως 9 Οκτωβρίου 1831, συλλεγμένες και ταξινομημένες με τη φροντίδα των αδελφών του και εκδοθείσες από τον E. A. Betant, ενός από τους γραμματείς του, Abraham Cherbuliez et Cie, Γενεύη 1839].

Το 1839, οι αδελφοί του Ιωάννη Καποδίστρια, αξιοποιώντας το αρχείο των αντιγράφων των επιστολών του Κυβερνήτη, εξέδωσαν στη Γενεύη, με τη βοήθεια του Α. Betant, ενός από τους γραμματείς του Ιωάννη, ένα τετράτομο έργο στο οποίο συμπεριλαμβανόταν η αλληλογραφία του από τότε που αποδέχθηκε την ευθύνη διακυβέρνησης το 1827 ως την δολοφονία του το 1831. Αυτό το έργο πήρε ο Μ. Γ. Σχινάς, το μετέφρασε και δημοσίευσε στην Αθήνα το 1841. Οι δύο επιστολές είναι γραμμένες στα γαλλικά από το χέρι του γραμματέα του Καποδίστρια, μόνο o χαιρετισμός και η αποφώνηση είναι γραμμένα από τον ίδιο. Είναι γραμμένες σε περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για την τύχη του υπό σύσταση νεοελληνικού κράτους και αυτό αντανακλάται στο περιεχόμενό τους. Η μετάφραση είναι αυτή του Σχινά, εκτός από τα τμήματα που αποδόθηκαν στα ελληνικά από τον Αλέκο Γαληνό καθώς δεν συμπεριλαμβάνονταν στο ανωτέρω έργο του 1839, ούτε φυσικά στη μετάφραση του 1841. To 1828 ήταν χρονιά δύσκολη και αποφασιστική για την επιτυχή έκβαση της Επανάστασης. Ο Καποδίστριας είχε ήδη αφιχθεί στην Ελλάδα από τον Ιανουάριο του 1828 για να αναλάβει τη διακυβέρνηση και να οργανώσει κράτος πάνω σε ερείπια. Πέρα από τις σοβαρότατες οικονομικές δυσκολίες, ελλόχευε ο κίνδυνος να καταπνιγεί η Επανάσταση με την παρουσία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Η γαλλική εκστρατευτική αποστολή στην Πελοπόννησο στα τέλη Αυγούστου ανάγκασε τον Ιμπραήμ να αποχωρήσει. Στη Συνδιάσκεψη του Πόρου που ακολούθησε (Σεπτέμβριος Δεκέμβριος) με την παρουσία των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων, ο Καποδίστριας προσπάθησε να επιτύχει την ευνοϊκότερη οριοθέτηση του νεοελληνικού κράτους.

 

εικ. 1: Η πρώτη επιστολή

 

Πρώτη επιστολή (εικ. 1)

Τω Ιππότη Κ. Εϋνάρδω εις Γενεύην Αιγίνη, 15/27 Αυγούστου 1828

Σε έγραψα, αγαπητέ μου φίλε, προ ολίγων ημερών, και σήμερον, παρισταμένης νέας ευκαιρίας, σε γράφω δηλοποιών ότι έσυρα επί τους Κ. Οδιέ κ.σ. διά τα 51,000 φράγκα εφ’ οις με επίστωσας. Όταν ο Κ. Μαρίνογλος μοι γράψει ότι έλαβε ταύτην την ποσότητα, θέλω πιστώσει παρά τη τραπέζη τον τε σεβαστόν δανειστήν (σημ. Σχινά: τον βασιλέα της Βαυαρίας) και τον Κ. Καρνότον, και η Τράπεζα θέλει τω αποδώσει την ποσότητα εν τη προθεσμία, ήτοι εις την λήξιν του έτους. Το αυτό δε έσται και περί της σης. Αι συμβολαί ας λαμβάνομεν παρά της μεγαλοδωρίας των σεβαστών ανάκτων Γαλλίας και Ρωσσίας δεν μας καθιστώσιν ακόμη οίους να μην χρειαζώμεθα και τα πρόσθετα βοηθήματα. Αλλ’ έρχεται και τούτου καιρός, και ελπίζω ότι δεν είναι μακράν.

Προς το παρόν αφήνω εις χείρας του Κ. Οδιέ τα 20,000 φράγκα α μοι εξαγγέλει το γράμμα σου της 21 Ιουλίου, αποκληρούμε να παρά των ευεργετών εις παιδαγωγίαν των πτωχών παιδίων, και δύνασαι να τους βεβαιώσεις ότι η γνώμη των θέλει εκπληρωθεί μετά της ευλαβεστάτης ακριβείας. Αδύνατόν μοι είναι να σε λαλήσω ήδη περί των μέχρι τούδε γενομένων κατά το ζωτικότατον τούτο μέρος της παλιγγενεσίας της Ελλάδος, και μόλις έχω καιρόν να σοι είπω ότι καθ’ εκάστην κάτι κάνομεν επ’ αυτού. Αλλά τα γινόμενα, εάν μέλλωσι να έχωσιν υπόστασιν και μονιμότητα, δεν πρέπει να αυτοσχεδιάζονται. Σε γράφω καθ’ ην στιγμήν τρεις αξιολογότατας ειδήσεις λαμβάνω. Την μεν περί της εις Ελλάδα στελλομένης γαλλικής εκστρατείας γνωρίζεις. Χάρηθί δε μαθών και ότι τη 9 (ν.η.) του παρόντος ο Μεχμεταλής υπέγραψε μετά του ναυάρχου Κοδριγγτώνος σύμβασίν τινά δι’ ης υπό σχεται να ελευθερώση μεν όλους τους εν Αλεξανδρεία αιχμαλώτους Έλληνας, να προστάξει δε τον υιόν του να εκχωρήσει των Μεσσηνιακών φρουρίων.

Τέλος, οι πληρεξούσιοι πρέσβεις των συμμάχων αυλών έρχονται εις το Αιγαίον ίνα προειδοποιήσωσι τα της τελέσε ως του ειρηνευτικού έργου ο επετράπη εις αυτούς, και εις οκτώ ή δέκα ημέρας τους περιμένω εις Πόρον. Διά ταύτα σε παρακαλώ να αναβάλεις μέχρι δευτέρας διαταγής πάσαν εκπεραίωσιν περί των μισθοφορικών συμβάσεων (σημ. Σχινά: capitulations), περί ων σοι έγραψα τη 12/24 Ιουνίου διά της οδού των Παρισίων. [μετ. Α. Γαληνού  αρχή] Σου λέω να αναβάλεις οποιαδήποτε σύναψη, επειδή προτιμώ πρωτίστως να ενημερωθώ λίγο καλύτερα, και να λάβω την τελική απόφαση αφού συγκεντρώσω όλα τα απαραίτητα στοιχεία. Ευελπιστώ ότι σε λίγες μέρες δεν θα έχουμε να ασχοληθούμε με το θέμα και θα σου πω: συνέχισε τις διαπραγματεύσεις και κατέληξε. Έγραψα προχθές άμεσα στον φίλο μας στο Παρίσι για να σε προειδοποιήσει. Επισυνάπτω δύο αριθμούς της Εφημερίδας Κυβερνήσεως, και μιας έντυπης εγκυκλίου. Καταφθάνουν καθημερινά νέοι άνδρες με συστατικές σου επιστολές. Πρέπει να σταματήσεις εδώ. Όπως είχα την τιμή να σου πω, κάποιος που δεν γνωρίζει ελληνικά είναι απολύτως ανίκανος να υπηρετήσει στη δημόσια διοίκηση. Μόλις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε τακτικά στρατεύματα όσοι έχουν κάποια ικανότητα στη συγκεκριμένη υπηρεσία. [μετ. Α. Γαληνού τέλος] [από το χέρι του Καποδίστρια] Σου σφίγγω το χέρι και σε παρακαλώ να υπενθυμίσεις την ανάμνησή μου στις κυρίες σας, και να τη διαβιβάσεις στη κα Εϋνάρδου.

Όλος δικός σου, Ι. Καποδίστριας [υπογραφή]

 

εικ. 2: Η δεύτερη επιστολή

 

Δεύτερη επιστολή (εικ. 2)

Τω Ιππότη Κ.Εϋνάρδω εις Γενεύην Πόρω, 7/19 Σεπτεμβρίου 1828

Αγαπητέ μου Εϋνάρδε,

Eπέστρεψα από του Μεσσηνιακού κόλπου, όπου υπήγα να ευθετήσω μόνος τας αναγκαίως εσομένας σχέσεις μεταξύ του αρχιστρατήγου Μαρχίωνος Μαιζώνος και του τόπου ον μέλλει να ελευθερώση από τους Τούρκους. Ο Ιβραήμ Πασάς τέλος επιβιβάζεται και κάμνει πανία προς Αλεξάνδρειαν. Οι τρεις πληρεξούσιοι επιπρεσβευταί των συμμάχων Δυνάμεων είναι εδώ. Μη με κακίσεις λοιπόν αν σοι γράψω σήμερον ολιγοτάτους στίχους. Έλαβον τα γράμματά σου των 15 και 28 Ιουλίου, και ευθυβόλως αποκρίνομαι τω κόμητι Οογενδόρπω, ευχαριστών δια τα 15.000 φράγκα α σοι έμβασε και μοι προεχείρισας. Άρισται είναι αι γνώμαι σου περί ελαττώσεως του Ελληνικού χρέους και των μετά ταύτα διαπράξεων, αλλ’ έτι καιρός δεν είναι να τας ενεργήσωμεν. Ίσως όμως μετ’ ολίγας ημέρας δυνηθώ να σε γράψω περί τούτου. Πέποισο δε ότι τα αυτά μετά σου εύχομαι και οργώ, αλλά το νυν δεν δύναμαι να κάμω περισσότερον.

Διά του τελευταίου μου σ’ έγραψα να αναβάλεις μεν την μεγάλην περί μισθοφορικού Γερμανικού τε και Ελβετικού επιβολήν, αλλά να κρατείς ανοικτάς τας διαπραγματείας, ίνα ευθύς έχομεν το ποθούμενον καθώς σοι μηνύσω να κλείσεις και τελειώσεις. Έλαβον την σημείωσιν των εργαλείων και άλλων αναγκαίων διά την γεωργίαν και τα σχολεία περί ων εφρόντισεν ο Κ. Βαζίνος, και μυρίως σε ευχαριστώ. Οι τακτικοί, συνταττόμενοι και επισυμπληρούμενοι, θέλουσιν έχει και αυτοί την στρατιωτικήν αυτών μουσικήν. Αλλά και εις τα γεωπονικά έργα δεν θέλουσι λείψη τα σύνεργα, ούτε τα πινακίδια εις τα ορφανά. [μετ. Α. Γαληνού  αρχή] Διάβασα το γράμμα του Κόμη του Bourg και το έθεσα στο αρχείο. Μου είναι αδύνατο να απαντώ σε όλον τον κόσμο [μετ. Α. Γαληνού  τέλος] . [Από το χέρι του Καποδίστρια δυσανάγνω στος αποχαιρετισμός με αναφορά στην κα Εϋνάρδου]

Ι. Καποδίστριας [υπογραφή]

 

Ταχυδρομική ιστορία

Ταχυδρομική υπηρεσία δεν υπήρχε, πόσο μάλλον σύναψη ταχυδρομικών συμβάσεων με ξένα κράτη. Η ταχυδρομική επικοινωνία επαφίονταν στην καλή πίστη και τις υπηρεσίες εμπόρων, ναυτικών, ταξιδιωτών κτλ.

Η πρώτη επιστολή γραμμένη στην Αίγινα στις 15/27 Αυγούστου 1828 μεταφέρθηκε ιδιωτικώς με κάποιο εμπορικό πλοίο, πιθανότατα αγγλικό, με στάση στην Μάλτα, όπου και απολυμάνθηκε (σφραγίδα σε ισπανικό κηρό QUARANTINE OFFICE MALTA με θυρεό και σύμπλεγμα γραμμάτων GR του Βασιλέως Γεωργίου ΙV της Μ. Βρετανίας). Όταν το πλοίο έπιασε στη Γένοβα, η επιστολή παραδόθηκε στο πρακτορείο του Νικολάου Πετροκόκκινου κτλ., από όπου και ταχυδρομήθηκε (κόκκινη ευθύγραμμη GENOVA) στις 6 Οκτωβρίου, σύμφωνα με τη χειρόγραφη ημερομηνία στην πίσω όψη της αναδιπλούμενης επιστολής. Ο Εϋνάρδος δεν κατοικούσε στη Γενεύη, αλλά στη μικρή πόλη Rolle στις όχθες της λίμνης, όπου και προωθήθηκε τελικώς η επιστολή. Τα χειρόγραφα τέλη 12 και 16/20 πιθανότατα σημαίνουν ότι η επιστολή χρεώθηκε 4 centesimi για το ιταλικό μέρος του ταξιδιού, 12 decimes από τους Γάλλους για τη διέλευση μέσω Γαλλίας (συνολικά 16 νομισματικές μονάδες), 2 kreuzer χρέωση από το ταχυδρομείο των Fischer (οι οποίοι διαχειρίζονταν το ταχυδρομείο του καντονιού της Γενεύης το 1828) και 2 kreuzer χρέωση του καντονιού του Vaud (στο οποίο ανήκε το Rolle), δηλαδή συνολικά 20 νομισματικές μονάδες για όλα τα μέρη του ταξιδιού.

Η δεύτερη επιστολή, γραμμένη στον Πόρο στις 7/19 Σεπτεμβρίου 1828, μεταφέρθηκε ιδιωτικώς μέχρι τον προορισμό της την Γενεύη όπου και ταχυδρομήθηκε για να ανακατευθυνθεί στο Rolle. Είχε ταξιδέψει με καράβι το οποίο σίγουρα έπιασε στο λιμάνι της Ανκόνα, όπου και απολυμάνθηκε και έλαβε τη δίγραμμη σφραγίδα σε ορθογώνιο πλαίσιο Lazzaretto Ancona / Netto Dentro E Fuori. Η χειρόγραφη ένδειξη τέλους 2/4 αναφέρεται σε συνολικά 4 kreuzer, από τα οποία τα 2 kreuzer πιστώθηκαν στο ταχυδρομείο Fisher και τα άλλα 2 kreuzer στο Vaud.

Οφείλονται θερμές ευχαριστίες στον Ηarlan Stone της American Helvetia Philatelic Society για τη βοήθειά του στην αποκρυπτογράφηση των ταχυδρομικών τελών, καθώς και στον καλό φίλο Αλέκο Γαληνό που έκανε τη μετάφραση από τα γαλλικά των μέχρι σήμερα αδημοσίευτων αποσπασμάτων των δύο επιστολών.

 

 

John Kittmer, Πρώην Βρετανός πρέσβης στην Έλλάδα
24 Μαρτίου 2021

Το μικρό καράβι, το οποίο κουβαλούσε μια ομάδα από περίπου είκοσι Βρετανούς τουρίστες και μαθητές, έγερνε μπροστά στον άνεμο μέσα στα ταραγμένα νερά. Ο Τζέραλντ, ο δάσκαλος και οδηγός μας, μάς διηγούταν ταυτόχρονα δυο ιστορίες και αυτές γίνονταν κάπου-κάπου συγκεχυμένες. Καθώς φεύγαμε από την προκυμαία της ωραίας πόλης, άρχισε η τοπογραφία να ξετυλίγεται σε όλες τις κατευθύνσεις. Πίσω από την πόλη, τοποθετημένη στην άκρη του κόλπου, διαφαινόταν πλέον κι ένα κωνικό όρος. Το νησί, προς το οποίο κατευθυνόμασταν, φαινόταν πλέον ακόμη πιο μεγάλο: με τις πλευρές του απόκρημνες και σκεπασμένες από δάσος. «Η παράδοση της Σπαρτιάτικης φρουράς που βρισκόταν στην Σφακτηρία, ήταν η πρώτη συνθηκολόγηση που έκαναν ποτέ οι Σπαρτιάτες,» δήλωσε ο Τζέραλντ, υψώνοντας τη φωνή του πάνω από τον θόρυβο της μηχανής. «Επρόκειτο για μια συναρπαστική στιγμή για τους Αθηναίους: μια στιγμή που τους έφερε σε αχαρτογράφητα νερά: νερά όπου δυστυχώς παραμόνευαν η Ύβρις και η Νέμεσις.»

 

Τσιχλί-Μπαμπά

 

Στα νερά όπου πλέαμε κι εμείς, φαινόταν να παραμόνευε κι εμάς ένας αυξανόμενος κίνδυνος. Κατά τα φαινόμενα κατευθυνόμασταν τώρα προς την ανοιχτή θάλασσα από το νότιο στενό ανάμεσα στη Σφακτηρία και την ξηρά, και τα κύματα αυξάνονταν εντυπωσιακά. «Σε λίγο θα δούμε το μνημείο προς τιμή των Γάλλων ναυτικών που πέθαναν στο Ναυαρίνο», είπε ο Τζέραλντ, με τον αισιόδοξό του τρόπο. Το πλοίο σκαμπανέβαζε στα θυελλώδη κύματα, όσο πλησιάζαμε την σκάλα που είχε λαξευτεί στον πέτρινο γκρεμό της βραχονησίδας που ονομάζεται Τσιχλί-Μπαμπά. «Είναι πολύ επικίνδυνο να αποβιβαστούμε σήμερα – σύμφωνα με τον καπετάνιο, αλλά θα κάνουμε ένα μικρό περίπλου της νησίδας και ύστερα θα επιστρέψουμε για να βρούμε το αγγλικό μνημείο.»

Ήμασταν στα μέσα του Απρίλη του 1984. Ήμουνα δεκάξι χρονών. Επρόκειτο για την πρώτη εβδομάδα μιας εκδρομής τριών εβδομάδων στην Ελλάδα και κάναμε μια περιήγηση της Πελοποννήσου. Ήταν η ορθόδοξη Σαρακοστή και αναμενόταν να περάσουμε την Μεγάλη Εβδομάδα στην Αίγινα και την εβδομάδα του Πάσχα στη Σίφνο. Δεν είχα ξαναπάει στην Ελλάδα, αλλά εδώ και τρία χρόνια μάθαινα την αρχαία γλώσσα. Πρωί-πρωί της μέρας εκείνης, είχαμε επισκεφτεί το μυκηναϊκά απομεινάρια του Ανακτόρου του Νέστορα στο Επάνω Εγκλιανό.

 

Ανάκτορο του Νέστορα

 

Τώρα μαθαίναμε για τα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου το 425πΧ (την άλωση της Σφακτηρίας από τους Αθηναίους) και την Ναυμαχία του Ναυαρίνου στις 20 Οκτώβρη του 1827μΧ. Όσο μπαίναμε και πάλι στον κόλπο, μάς εξήγησε ο Τζέραλντ τη διαρρύθμιση του οθωμανικού στόλου (στην μορφή ενός πετάλου) και την τακτική και τεχνογνωσία των ναυτικών των συμμάχων, όταν ο Κόδρινγκτον, απαντώντας στην πρόκληση από τον στόλο του Ιμπραήμ-Πασά, εξαπέλυσε μια καταστρεπτική και καθοριστική αντεπίθεση. Από το αγγλικό μνημείο, στο Χελωνάκι, βλέπαμε, στο βόρειο τέλος του κόλπου, την επίπεδο λιμνοθάλασσα και το φραγκικό κάστρο του 13ου αιώνα στο Παλιό Ναυαρίνο.

 

Αγγλικό Μνημείο

 

Σε αυτή την μικρή γωνία της Πελοποννήσου φαινόταν ότι κάθε εποχή της ευρωπαϊκής ιστορίας είχε αφήσει το δικό της αποτύπωμα. Η ομηρική μυθολογία, η αρχαία και μεσαιωνική ιστορία, οι θρυλικές μορφές από την εποχή των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών και της ελληνικής επανάστασης, τα φαντάσματα και τα βήματα του παρελθόντος – όλ’ αυτά είχαν μαζευτεί σε αυτό το συμπυκνωμένο περιβάλλον, σ’ αυτό το τοπίο εκθαμβωτικής φυσικής εμορφιάς.

Οι πρώτες εντυπώσεις είναι καθοριστικές. Οι πρώτες μου εντυπώσεις της Ελλάδας άλλαξαν την πορεία της ζωής μου. Σε αυτό δεν είμαι μοναδικός. Ερωτεύτηκε και ο Λόρδος Βύρωνας  – πράγμα κάπως πιο σημαντικό για την πορεία της ελληνικής ιστορίας! – κατά την διάρκεια της πρώτης του εκδρομής στην Ελλάδα το 1809. Πραγματικά ερωτεύτηκε πολλαπλά· ερωτεύτηκε, με τρόπο που έμεινε γνωστός παντού, την Τερέζα Μακρή, την «Κόρη των Αθηνών», αλλά ερωτεύτηκε – ακόμα πιο επίμονα – και την Ελλάδα την ίδια: τα τοπία της, το μυθικό της παρελθόν, τον λαό της και τα έθιμά του. Και προ παντός ερωτεύτηκε την ιδέα της Ελλάδας: μιας Ελλάδας της ριζοσπαστικής ελευθερίας, απελευθερωμένης από τις οθωμανικές χειροπέδες. Σαγηνεύτηκε από την Ελλάδα (παρέθεσα παρακάτω μια αγαπημένη μου στροφή από Το προσκύνημα του Τσιλντ Αρόλδου), αλλά φαίνεται ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν πίστευε πως οι Έλληνες θα εξεγείρονταν πραγματικά για να απαιτήσουν την ελευθερία τους. Ήταν ο φίλος του, ο ποιητής Πέρσι Σέλλεϋ, που τον δίδαξε φιλελληνικό πολιτικό ακτιβισμό ενός πιο δυναμικού είδους. Η ριζοσπαστικότητα και ο ιδεαλισμός του Σέλλεϋ ξεσήκωσε τον Βύρωνα και τον ενέπνευσε στην τελευταία του μεγάλη πρωτοβουλία, το 1823: την περιπέτεια που κατέληξε στον θάνατο του Βύρωνα στο Μεσολόγγι στις 19 Απρίλη του 1824 και στην απελευθέρωση ενός μεγάλου κύματος φιλελληνικού συναισθήματος παντού στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

Ο θάνατος του Βύρωνα, Μεσολόγγι

 

Ο Βύρωνας ήταν φιλελεύθερος και η συνεισφορά του στον ελληνικό αγώνα βασίστηκε στα φιλελεύθερα ιδανικά. Αλλά επί της ουσίας ο Φιλελληνισμός δεν είναι μια πολιτική ιδεολογία, αν και έχει, βέβαια, μια πολιτική διάσταση. Η ιστορία των βρετανικών επαφών με την Ελλάδα αυτούς τους δυο αιώνες που πέρασαν δείχνει ότι ο κατάλογος των παθιασμένων Βρετανών Φιλελλήνων περιλαμβάνει φιλελεύθερους, συντηρητικούς, σοσιαλιστές και τους απολύτως απολιτικούς. Κι επιπλέον θα ήταν λάθος κανείς να φανταστεί ότι ο Φιλελληνισμός, αν και έχει ιστορικές συνδέσεις και βαθιές ιστορικές ρίζες, ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν. Πιστεύω πάντως ότι ο νεαρός Βύρωνας μάς δείχνει από τί αποτελείται ο Φιλελληνισμός. Απλώς, πρόκειται για μια ερωτική σχέση που μεταμορφώνει. Τα εκατομμύρια των συμπατριωτών μου που πηγαίνουν κάθε χρόνο στην Ελλάδα είναι εξίσου ευάλωτα στη γοητεία της Ελλάδας όσο και ο Βύρωνας το 1809. Το εάν η πρώτη αυτή σπίθα της αγάπης θα εξελιχτεί σε κάτι πιο σταθερό και σημαντικό ή όχι, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της προσωπικής επένδυσης του χρόνου, της προθυμίας να μάθει κανείς την γλώσσα, να αποκτήσει μια γνώση και ένα μερίδιο του πολιτισμού. Για όσους ερχόμαστε στην Ελλάδα και την ερωτευόμαστε πραγματικά, η ερωτική σχέση αυτή διαμορφώνει τη ζωή μας: οδηγεί το παρόν μας και επηρεάζει το μέλλον μας, και γίνεται κι γρήγορα ένα αγαπημένο, αναγκαίο μέρος του προσωπικού μας παρελθόντος.

 

Η ναυμαχία στο Ναυαρίνο

 

Οπότε, σήμερα, μια ημέρα που μνημονεύει την επέτειο των 200 ετών από την έναρξη του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, σκέφτομαι όχι μόνο τους ήρωες της επανάστασης – όπως τον Μακρυγιάννη, τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τη Μπουμπουλίνα, το Μιαούλη, το Μαυροκορδάτο, τον Καποδίστρια, το Βύρωνα, τον Άστιγκα, το Τζώρτζ – και τους «ανώνυμους» Έλληνες που πάλεψαν και επέμεναν, αλλά και τους σημερινούς Έλληνες: τους πολλούς Έλληνες φίλους και γνωστούς μου στην Ελλάδα, τους απόδημους Έλληνες που συναντάω στο Λονδίνο, τους πολύ περισσότερους Έλληνες που δεν γνώρισα ακόμη στην πατρίδα τους: στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη κι αλλού. Σε όλους σας λέω το εξής: αυτή η ημέρα είναι δίκη σας ημέρα, εννοείται ότι μετά από 200 χρόνια της διατήρησης της λευτεριάς, αυτά που πέτυχαν οι πρόγονοί σας είναι δικό σας επίτευγμα. Όσο βαρύ κι αν φαίνεται να είναι το φορτίο του παρελθόντος, το αξίζετε και σας ταιριάζει. Εμείς που αγαπάμε την Ελλάδα, μοιραζόμαστε την χαρά σας και αισθανόμαστε αγαλλίαση για την ένδοξή σας ελευθερία. Σας στέλνω τα θερμότερά μου συγχαρητήρια και την αγάπη μου. Χρόνια πολλά!

Ζήτω η Ελλάς! Ζήτω η λευτεριά των Ελλήνων!
Τζων
Εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, 2021

 

Φραγκικό κάστρο, Παλιό Ναυαρίνο

 

Childe Harold’s Pilgrimage, Canto II.88

Where’er we tread ‘tis haunted, holy ground;
No earth of thine is lost in vulgar mould,
But one vast realm of wonder spreads around,
And all the Muse’s tales seem truly old,
Till the sense aches with gazing to behold
The scenes our earliest dreams have dwelt upon:
Each hill and dale, each deepening glen and wold
Defies the power which crush’d thy temples gone:
Age shakes Athena’s tower, but spares gray Marathon.

 

Προσκύνημα τοῦ Τσὶλνδ Ἁρόλδου, μέρος ΙΙ.88 

Εἰς οἱονδήποτε μέρος καὶ ἂν διευθύνωμεν τὰ βήματά μας, πατοῦμεν γῆν ἱερᾶν·
οὐδὲν μέρος τοῦ ἐδάφους σου καθιερώθη εἰς χυδαῖα μνημεῖα,
ἀλλ᾽ὅλη ἡ χώρα σου εἶναι εὐρὺ θέατρον θαυμάτων·
ὅλα τὰ πλάσματα τῆς μούσης φαίνονται ὡς τόσαι ἀλήθειαι,
οἱ δὲ ὀφθαλμοί μας ἀποκάμνουσι θαυμάζοντες 
τοὺς τόπους τούτους εἰς τοὺς ὁποίους μετεφερόμεθα τόσον συχνάκις
ὑπὸ τῶν ὀνείρων τῆς νεανικῆς ἡλικίας μας·
τὰ ὄρη καὶ αἱ κοιλάδες σου, οἱ λόφοι καὶ αἱ πεδιάδες σου, 
ἀνθίστανται εἰς τὴν καταστρεπτικὴν δύναμιν τοῦ χρόνου,
ὁ ὁποῖος κατηρείπωσε τοὺς ναούς σου.
Οἱ αἰῶνες ἐκλόνησαν τὰς μεγαλοπρεπεῖς οἰκοδομὰς τῶν Ἀθηνῶν,
ἀλλ᾽ἐσεβάσθησαν τὸ πεδίον τοῦ Μαραθῶνος.

 

 

Ο Αλέξανδος Υψηλάντης διέρχεται τον Προύθο, πίνακας του Peter von Hess

 

Η ιστορία του συνθήματος «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος»

Του Γιώργου Αργυράκου

 

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να διερευνήσει από πότε εμφανίζεται η παρότρυνση για αγώνα υπέρ της θρησκείας και της πατρίδας σε ένα ενιαίο φραστικό σχήμα παρόμοιο με το γνωστό σύνθημα του 1821[1]. Θεωρώ ότι η σύνδεση των δύο εννοιών – θρησκείας και πατρίδας – σε στερεοτυπικές φράσεις για πολεμική χρήση, είναι ένας σημαντικός δείκτης λαϊκής εθνικής συνείδησης. Αυτά τα συνθήματα διακηρύσσονται από πρόσωπα ή θεσμούς που έχουν κάποια εξουσία (πολιτικοί, στρατιωτικοί ή θρησκευτικοί ηγέτες, διανοούμενοι) και απευθύνονται σε μεγάλες λαϊκές μάζες (συνήθως στρατιώτες ή επαναστάτες) υπό πολεμικές συνθήκες όπου έχει μεγάλη σημασία τα μηνύματα να είναι ευκόλως κατανοητά, αποδεκτά και ενωτικά. Η συνεχής χρήση τέτοιων φραστικών σχημάτων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και από διάφορες ευρωπαϊκές εθνότητες δείχνει ότι αυτά αντανακλούν κάποια βασικά ανθρώπινα συναισθήματα και αντιλήψεις και ότι δεν είναι προϊόντα επιτηδευμένης διανόησης και παιδείας.

Δεν έχω υπόψη μου κάποια σχετική ιστορική μελέτη στην ελληνική γλώσσα. Δύο ή τρία άρθρα και κάποιες ολιγόλογες αναφορές του Βασίλη Κρεμμυδά στη γνωστή προκήρυξη του Υψηλάντη δεν εμβαθύνουν στην ιστορία αλλά ασχολούνται κυρίως με την προώθηση του ιδεολογήματος της «αστικής ταξικής επανάστασης», δείχνοντας φανερή αμηχανία μπροστά στον όρο «πίστις».[2] Δεν είναι τυχαίο ότι το πλέον σχετικό κείμενο που έχω εντοπίσει είναι ένα μικρό αλλά υπερπολύτιμο ρωσικό άρθρο το οποίο με βοήθησε να βρω τη συνέχεια του συνθήματος από το ύστερο Βυζάντιο έως το 1821[3].

Δεν σκοπεύω ούτε μπορώ να εμβαθύνω στην ιστορική εξέλιξη αυτού καθεαυτού του εννοιολογικού περιεχομένου των λέξεων πίστη, πατρίδα και συναφών (όμως αμφιβάλλω αν η σημασία τους άλλαξε ουσιαστικά από την αρχαϊκή εποχή), αλλά θα υπενθυμίσω λίγα σημεία της ιστορίας απ’ όπου διαφαίνεται ότι από την αρχαιότητα ένας πόλεμος εθεωρείτο δίκαιος όταν γίνεται υπέρ αυτών. Κατά καιρούς χρησιμοποιούνταν διάφορες συναφείς λέξεις ή περιφράσεις από τις ίδιες εννοιολογικές κατηγορίες, όπως πατρική γή, βασιλέας (ως σύμβολο της πατρίδας), «θεών τε πατρώων έδη (ναοί)» και «θήκες(τάφοι) προγόνων», Θεός ή θεοί, ιερά, εκκλησίες κτλ.

Για την ελληνική λ. πατρίδα είναι διαδεδομένη η άποψη ότι στην κλασική αρχαιότητα συνήθως (αλλά όχι πάντα) αναφέρεται στις μικρές τοπικές πατρίδες. Από το «ευαγγέλιο» της ελληνικής αρχαιότητας, τα έπη του Ομήρου, βλέπουμε ότι εκεί οι «πανέλληνες και Αχαιοί» εμφανίζονται άλλοτε ενωμένοι και άλλοτε διαιρεμένοι με βάση τις τοπικές πατρίδες. Έχει υποστηριχθεί ότι η Ιλιάδα είναι ένα ποίημα γύρω από την πρώιμη πόλη-κράτος (αλλά όχι μόνο αυτό) του 9ου έως 8ου αιώνα πΧ, το οποίο απευθυνόταν σε ανθρώπους των πόλεων. Η σημασία των ομηρικών πόλεων ως τοπικών πατρίδων διαφαίνεται από τον Κατάλογο των Πλοίων, ένα από τα σημαντικότερα τμήματα της Ιλιάδας (Β 493-760). Εκεί παρουσιάζονται συνοπτικά αρκετές υπαρκτές ελληνικές πόλεις, με τον αριθμό των πολεμιστών κάθε μιάς, τους αρχηγούς και τους ήρωές τους, κάποιο τοπικό χαρακτηριστικό (π.χ. πετρώδης Αυλίδα, πολυστάφυλη Άρνη, περιτειχισμένη Τίρυνθα κτλ), και τη σχέση τους με κάποιον θεό ή μύθο. Ήταν δηλαδή σημαντική η ιδιαίτερη ταυτότητα κάθε πόλης. Στις μάχες της Ιλιάδας οι οπλίτες συμπεριφέρονται ως πολίτες (δηλ. κάτοικοι πόλεων), αχώριστοι από τον αρχηγό τους (βασιλέα), και όχι ως ακόλουθοι φυλάρχων μιας προϊστορικής εποχής.[4] Μετά από 9 χρόνια άκαρπης πολιορκίας της Τροίας, ο Αγαμέμνων καλεί τους Αχαιούς να φύγουν και να επιστρέψουν στην «φίλην πατρίδα γαίαν» (σε ενικόν αριθμό), όπως τον συμβούλευσε ο Δίας σε όνειρο (Ιλ. Β, 140).

Από την κλασική εποχή έχουμε μερικά ακόμα δείγματα όπου η πατρίδα συνδέεται με τη θρησκευτική πίστη ως κίνητρο πολεμικής αρετής. Στις ωδές του Τυρταίου (7ος αι. πΧ) με τις οποίες ο ποιητής ενθάρρυνε τους Σπαρτιάτες στον πόλεμο κατά των Μεσσηνίων, συναντάμε αυτό το μοτίβο, αν και το αυθεντικό κείμενο δεν σώζεται ακέραιο αλλά σε αποσπάσματα:

ἀθανάτοισι θεοῖσ’ ἐπὶ πάντ[α τιθέντες] / [ιερώ] ατερμονίῃ πεισόμεθ’ ἡγεμ[όνι].

[…]

τεθνάμεναι γὰρ καλὸν ἐνὶ προμάχοισι πεσόντα / ἄνδρ’ ἀγαθὸν περὶ ᾗ πατρίδι μαρνάμενον [5]

Στους Πέρσες του Αισχύλου συναντούμε ίσως για πρώτη φορά την προτροπή για αγώνα υπέρ πατρίδος και ιερών σε μια φράση:

Ώ παίδες Ελλήνων, ίτε,
ελευθερούτε πατρίδ᾽, ελευθερούτε δε
παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη,
θήκας τε προγόνων· νυν υπέρ πάντων αγών»[6]

Η ίδια ιδέα διατυπώνεται θεσμικά στον Όρκο των Αθηναίων Εφήβων, έναν στρατιωτικό-πολιτικό όρκο που μαρτυρείται από πηγές του 4ου αιώνα πΧ αλλά πιθανολογείται ότι είναι αρχαιότερος:

Ού καταισχυνώ όπλα τα ιερά, …, αμυνώ δε και υπέρ ιερών και οσίων, […] την πατρίδα δε ούκ ελάσσω παραδώσω.

Από τον όρκο σημαντικότερους θεωρώ όχι τους ανωτέρω στίχους – που περιέχουν κάτι κοινότυπο – αλλά αυτούς που αναφέρονται στην πολιτική διάσταση της πατρίδας και την ταύτισή της με το κράτος:

και τοις θεσμοίς τοις ιδρυμένοις πείσομαι και ούστινας αν άλλους το πλήθος ιδρύσηται ομοφρόνως, καί αν τις αναιρή τους θεσμούς ή μη πείθηται ουκ επιτρέψω, αμυνώ δε και μόνος και μετά πολλών.[7]

Η υψηλή αξία της πατρίδας στην αρχαϊκή και κλασσική εποχή προβάλλεται και στις ελληνικές θεότητες, αφού κι αυτές έχουν επίσης «πατρίδες», δηλαδή συγκεκριμένες μόνιμες εστίες (Όλυμπος, Ελικώνας, Μαίναλο κ.ά.) αλλά και προγόνους (π.χ. Ζεὺς Κρονίδης). Στην Ιλιάδα, δια στόματος του Έκτορα, η μάχη υπέρ πατρίδος περιγράφεται ως ύψιστο καθήκον και σύμφωνο με τη θέληση του Δία, (είς οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης, Μ, 234-244). Οι νεκροί ομηρικοί ήρωες αποδημούν προς ένα είδος παραδείσου, το Ηλύσιο Πεδίο,[8] και γίνονται αντικείμενο λατρείας (cult) για τους ζωντανούς, δηλαδή κατά μία έννοια αποθεώνονται. Δεκάδες ήρωες (μυθικοί και ιστορικοί) λατρεύονταν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας  σε ναούς, ηρώα, τάφους, βωμούς κτλ. Η σχέση του αγώνα και του θανάτου τους με την πατρίδα προκύπτει έμμεσα από το ότι λατρεύονται κυρίως στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. [9]

Η αξία της ιδιαίτερης ή και της διευρυμένης πατρίδας μπορεί να θεμελιωθεί και με τα χριστιανικά δογματικά κείμενα, εφ’ όσον είναι επιθυμητό. Κατά τα Ευαγγέλια, ο Χριστός ως άνθρωπος είχε σταθερή σχέση με την πατρίδα του, στην οποία επέστρεψε και έζησε συνεχώς μετά την προσωρινή διαμονή του στην Αίγυπτο, χωρίς να μετακινηθεί ποτέ σε μακρινές αποστάσεις. Μάλιστα ο ίδιος κηρύσσει ότι έχει (επίγεια) πατρίδα (Μτ. 13,57, Ιω. 4,44). Αυτό έχει σημασία είτε εξετάζουμε το Ευαγγέλιο ως ιστορικό κείμενο είτε ως Διαθήκη του Θεού. Και στις δύο περιπτώσεις είναι συμβατό με την Παλαιά Διαθήκη, η οποία είναι και μια εξιστόρηση της σχέσης ενός λαού (του Ισραήλ) με την πατρίδα του, με τους άλλους λαούς και με τις πατρίδες των άλλων. Για τη διαφορά των Ευαγγελίων από την Π.Δ. ως προς τη νομιμοποίηση του πολέμου, και τη χριστιανική επανασημασιοδότηση του «Ισραήλ» θα αναφερθώ πιο κάτω.

Η εμφάνιση και η ζύμωση του πρώιμου χριστιανισμού μέσα σε ένα παγανιστικό περιβάλλον προκάλεσε αναγκαστικά και φαινόμενα συγκρητισμού ή σύγκρισης του Χριστού με διάφορους προ-χριστιανικούς ήρωες, ιδίως αυτούς που κατά τον μύθο κατέβηκαν στον Άδη και επανήλθαν στον Πάνω Κόσμο. Μερικοί από αυτούς ήταν και ήρωες πολεμιστές, όπως ο Ηρακλής ή ο Πρωτεσίλαος.[10] Ενώ ο ίδιος ο Χριστός δεν προβάλλεται επισήμως ως πολεμιστής ήρωας, το πολεμικό πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης, κάποια χωρία της Κ.Δ., οι παραδόσεις και ίσως το συλλογικό υποσυνείδητο επέτρεψαν να ενσωματωθούν στον Χριστιανισμό οι παλαιότερες ιδέες περί δικαίου. Αυτό εκδηλώνεται σαφέστερα στους στρατιωτικούς Αγίους και τους Αρχαγγέλους, όπου διακρίνουμε μια συνέχεια της προχριστιανικής λατρείας των πολεμιστών και έναν παράγοντα που μέσα από τις αγιογραφίες και τα αγιολογικά κείμενα ενίσχυε την αντίληψη των Χριστιανών περί του δίκαιου πολέμου υπέρ της πίστης. Σε μερικούς Αγίους μάλιστα, όπως ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης Αγ. Δημήτριος, αλλά και στην περίπτωση των θρύλων περί την Παναγία, φαίνεται ότι η λαϊκή αγιολογική παράδοση προσαρμόστηκε στην ανάγκη για πολεμική υπεράσπιση μιας πατρίδας και της θρησκείας. Σε μια φάση όπου μεγάλοι πληθυσμοί της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας περνούσαν από τις παγανιστικές θρησκείες στον Χριστιανισμό, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος (ο Μέγας) ή η Σύγκλητος χρησιμοποίησε έναν συμβιβαστικό όρο που να ικανοποιεί όλους, για να αποδώσει τη νίκη του κατά του Μαξεντίου (312 μΧ) στον θεϊκό παράγοντα και στο καθήκον υπεράσπισης του κράτους. Στην αψίδα του θριάμβου του που βρίσκεται στη Ρώμη, η κεντρική επιγραφή αναφέρεται σε “INSTINCTU DIVINITATIS” (θεία έμπνευση), κάτι που ήταν αποδεκτό από παγανιστές και Χριστιανούς, και σε “REMPUBLICAM ULTUS”, δηλ. υπεράσπιση του κράτους, το οποίο ήταν (ή σταδιακά γινόταν) πατρίδα για όλους.[11]

Το ότι στην κλασσική και ρωμαϊκή αρχαιότητα ως πατρίς και patria νοείται συνήθως η τοπική πατρίδα, πιθανώς σχετίζεται με κάποια πρακτικά ζητήματα της εποχής, όπως οι περιορισμοί στις επικοινωνίες και η κυριαρχία των επαγγελμάτων που ήταν δεμένα με τη σταθερή κατοίκηση. Υπενθυμίζω ότι η λέξη στην κυριολεξία σημαίνει την πατρική γη, και εννοιολογικά και ετυμολογικά σχετίζεται με τους προγόνους (parens), τους συγγενείς (πατριά), και τα πατρο-παράδοτα.[12] Στα τελευταία κατηγορία περιλαμβάνεται η λατρεία των οικογενειακών («πατρώων») θεοτήτων, τα ξόανά τους, οι τάφοι των προγόνων κτλ.

Στην ελληνιστική, ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή υπήρξαν συνθήκες γεωπολιτικής ενοποίησης, δηλαδή μεγάλες επικράτειες με έναν ηγεμόνα, ένα νομικό σύστημα, ένα νόμισμα, μια επίσημη γλώσσα κτλ. Αυτό διευκόλυνε τη γεωγραφική επέκταση της σημασίας της πατρίδας, ενώ ταυτόχρονα διατηρήθηκε (μέχρι και σήμερα) και η σημασία της ιδιαίτερης τοπικής πατρίδας. Ταυτόχρονα όμως η τότε «παγκοσμιοποίηση» διευκόλυνε και την επαφή κάθε εθνότητας με άλλους, και συνεπώς τη συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος είναι χωρισμένος σε εθνότητες, γλώσσες, θρησκείες και ήθη. Αυτό πρέπει να ήταν ένας παράγων που ενίσχυσε τα εθνικά συναισθήματα, ώστε μετά τη διάλυση των αυτοκρατοριών ήλθε σαν ομαλή εξέλιξη η δημιουργία ή απόπειρα δημιουργίας εθνικών κρατών/πατρίδων.

Ο Χριστιανισμός έδρασε παγκοσμιοποιητικά και ενοποιητικά με πολλούς τρόπους. Έφερε ορισμένες θρησκευτικές καινοτομίες, όπως η σύγχρονου τύπου θρησκευτική πίστη (fide), τα δογματικά κείμενα, και η έννοια της κοινής «ουράνιας πατρίδας»[13]. Η πίστη αναφέρεται στην προσωπική, σταθερή και έμμονη σχέση του ανθρώπου με έναν «ζηλότυπο» Θεό ο οποίος απαιτεί την αποκλειστικότητα, κάτι που δεν απαιτούσαν οι παγανιστικές θεότητες του παρελθόντος. Το δόγμα αυτό οδήγησε στη συγκρότηση των Χριστιανών σε μια μεγάλη «φαντασιακή κοινότητα», όπου όλοι, ανεξάρτητα της μεταξύ τους γεωγραφικής και κοινωνικής απόστασης, διάβαζαν ή ακροώνταν το ίδιο δογματικό βιβλίο, αποτελούσαν ένα Νέο Ισραήλ, είχαν κοινούς Πατέρες και Πατριάρχες, μια κοινή ουράνια πατρίδα, και όλοι ήταν μέλη του Μυστικού (=Μυστηριακού) Σώματος (Corpus Μysticus) του Χριστού. Αυτό βοήθησε και στην εδαφική ενοποίηση πολλών μικρών πατρίδων έτσι ώστε, για παράδειγμα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ή η Ρωσία αναφέρονται ως πατρίδες όπως θα δούμε.

Ιδέες περί διευρυμένης πατρίδας υπήρχαν και πριν τη χριστιανική εποχή, οι οποίες αποδίδονταν σε διαφόρους φιλοσόφους. Για παράδειγμα, στον Δημόκριτο αποδίδεται η άποψη ότι «ψυχής αγαθής πατρίς ο ξύμπας κόσμος».[14] Τον 2ο μΧ αιώνα ο Λουκιανός πιστεύει ότι «όσα σεμνά και θεία νομίζουσιν άνθρωποι, τούτων πατρίς αιτία και διδάσκαλος»[15], όπερ υποννοεί ότι πληθυσμοί με κοινούς θεούς και ήθη μπορεί να έχουν κοινή πατρίδα. Έτσι η διευρυμένη πατρίδα δεν ήταν κάτι ξένο για τον πρώιμο Χριστιανισμό. Τον 4ο αιώνα ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός φαίνεται να θεωρεί κοινώς αντιληπτή και αποδεκτή την έννοια της διευρυμένης (γήινης) πατρίδας, αφού την αναφέρει σε μια επιστολή του σε σχέση με κάποιο κοσμικό ζήτημα.[16]

Η ύπαρξη επίγειων πατρίδων με υλικές ανάγκες και κινδύνους έφερε τους Χριστιανούς μπρος σε ένα σοβαρό θεολογικό ερώτημα, όταν αυτοί ανέλαβαν τις ευθύνες διοίκησης του ρωμαϊκού κράτους: Είναι [;] σωστό και δίκαιο για τον Χριστιανό να συμμετέχει σε πόλεμο; Στον προχριστιανικό ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο, ο πόλεμος (και επομένως και αυτός υπέρ της πατρίδας ή των ιερών) ήταν κατ’ αρχήν κάτι αποδεκτό. Για τους Εβραίους επίσης είναι επιτρεπτός ο πόλεμος. Στην Παλαιά Διαθήκη είναι σαφές ότι «ο Κύριος είναι δυνατός πολεμιστής» (Εξ. 15,3) και σε πλείστες περικοπές επιτρέπει την εξολόθρευση των αντιπάλων με πόλεμο.[17] Όμως στην Καινή Διαθήκη δεν ευρίσκονται σημεία όπου ρητά αναφέρεται ο πόλεμος ως κάτι επιτρεπτό, χωρίς όμως και να απαγορεύεται (π.χ. Λκ. 3,33), ενώ ορισμένα σημεία μπορούν να ερμηνευθούν ως αντιπολεμικά (π.χ. Ιω. 18,35, Ιακ. 4, 1-3 ).[18] Έτσι, τουλάχιστον κάποιοι από τους πρώτους Χριστιανούς Πατέρες (όπως ο Τερτυλιανός) ήταν αντίθετοι προς κάθε πόλεμο. Ο πρώτος Πατέρας της Εκκλησίας που προσπάθησε να συμβιβάσει τον πόλεμο με τη χριστιανική ζωή ήταν ο Άγιος Αμβρόσιος (2ο μισό του 4ου αιώνα), ο οποίος τόνισε και την έννοια του «δίκαιου πολέμου». Αυτή την έννοια διεύρυνε ο Άγιος Αυγουστίνος (354-430)[19] και την επεξεργάστηκαν πολλοί άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας και θεολόγοι αργότερα. Από τις ελάχιστες συναφείς περικοπές που υπάρχουν στο Ευαγγέλιο, ο Αυγουστίνος παραπέμπει στο περιστατικό όπου ο Πέτρος είναι έτοιμος να υπερασπιστεί τον Χριστό με το μαχαίρι (Μτ. 26,51, Λκ. 22,50). Αυτό οδήγησε στην ερμηνεία ότι και οι Χριστιανοί μπορούν να υπερασπιστούν την πίστη τους με τα όπλα.[20] Κατά ορισμένους θεολόγους, η αμαρτία του Πέτρου δεν ήταν η ίδια η πράξη, αλλά το ότι έδρασε χωρίς να έχει την αρμοδιότητα. Στην ίδια περίπου εποχή εμφανίζεται το λατινικό απόφθεγμα pugna pro patria (μάχου υπέρ πατρίδος), το οποίο χρησιμοποιήθηκε πολύ τον Μεσαίωνα, συνήθως με την προσθήκη και της πίστης (fide). Βρίσκεται σε μια συλλογή λατινικών αποφθεγμάτων, τα «Δίστιχα», που αποδίδονταν σε κάποιον Διονύσιο Κάτωνα (Dionysius Cato), του 3ου ή 4ου αιώνα μΧ.

 

Η εμφάνιση του συνθήματος το Μεσαίωνα

Από τον Μεσαίωνα αρχίζει να εμφανίζεται όλο και συχνότερα η ρητή προτροπή για πόλεμο υπέρ πατρίδος και θρησκείας. Αυτή η αύξηση των αναφορών δεν αντανακλά απαραίτητα μια ιδεολογική αλλαγή σε σχέση με την αρχαιότητα, αλλά ίσως οφείλεται στο ότι διαθέτουμε περισσότερες γραπτές πηγές από το Μεσαίωνα και μετά.

Το 853 ο Πάπας Λέων Δ’ βεβαιώνει τον αυτοκράτορα Λόθαρ Α’ και τους Φράγκους ότι θα αμειφθούν με τον Παράδεισο όσοι σκοτωθούν «για την αληθινή πίστη, τη σωτηρία της πατρίδας και την υπεράσπιση των Χριστιανών» σε πιθανή επίθεση των Αράβων κατά της Ιταλίας.[21] Στην καθ’ ημάς Ανατολή, περί το έτος 900, ο Λέων ΣΤ’ ο Σοφός ορίζει στα Τακτικά ότι πριν από τη μάχη πρέπει να γίνονται προτροπές (δημηγορίες) προς τους στρατιώτες ώστε να μάχονται υπέρ της πίστης, του έθνους, της πατρίδας και της οικογένειας. Οι προτροπές αυτές εκφωνούνται από «καντάτορες» τους οποίους επέλεγαν οι άρχοντες. Συγκεκριμένα, αυτοί έπρεπε να θυμίζουν στους στρατιώτες ότι:

«… ο αγών υπέρ Θεού εστί, και της εις αυτόν αγάπης, και υπέρ όλου του έθνους. Πλέον δε υπέρ αδελφών των ομοπίστων, εί τυχοι, και υπέρ γυναικών, και τέκνων, και πατρίδος»[22].

Επίσης, τα Τακτικά ορίζουν ότι ο στρατηγός οφείλει να είναι έτοιμος να δώσει ο ίδιος και την ψυχή του για την πατρίδα και την ορθή πίστη των Χριστιανών, και όλοι πρέπει να εθίζονται ώστε να υπομένουν τις κακουχίες του πολέμου «διά Χριστόν τον Θεόν ημών, και υπέρ συγγενών και φίλων και πατρίδος και του όλου των Χριστιανών έθνους».[23]

Άλλοι συγγραφείς της μέσης βυζαντινής εποχής συνιστούν επίσης ότι στις πολεμικές δημηγορίες πρέπει να γίνονται αναφορές στη θρησκεία και την πατρίδα. Σύγγραμμα στρατιωτικής ρητορικής που αποδίδεται στον Συριανό Μάγιστρο (μέσα 9ου αι.) εξηγεί προς τους ρήτορες ότι

«λαμβάνεται δε το δίκαιον [του πολέμου] από του ζήλου της πίστεως, από της πατρίδος, από της προς ομοφύλους αγάπης [και] από της των αδικησάντων τιμωρίας».[24]

Ομοίως στο «Βιβλίον Τακτικόν» που αποδίδεται στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο (10ος αι.) υπάρχουν παραινέσεις ουσιαστικά ίδιες με τις προαναφερθείσες των Τακτικών του Λέοντος. Αξιοσημείωτη είναι η έκφραση «υπέρ πάσης της πατρίδος» που δείχνει ότι υπήρχε η έννοια της αυτοκρατορίας ως μιας κοινής πατρίδας:

«υπέρ του θεού εστίν το αγωνίζεσθαι […] και υπέρ του έθνους ημών, πλέον δε υπέρ των ημετέρων αδελφών των ομοπίστων και υπέρ των γυναικών και τέκνων, και υπέρ πάσης ημών της πατρίδος».[25]

Δεν μπορεί να υποτεθεί ότι αυτές οι παραινέσεις είναι ευρήματα κάποιων συγγραφέων του βασιλικού περιβάλλοντος, αφού προορίζονται για ευρεία χρήση στο στρατό, και επομένως έπρεπε να είναι κατανοητές από χαμηλής μόρφωσης νέους του λαού. Πιστεύω ότι αυτοί είχαν το πολιτισμικό υπόβαθρο να αποδεχθούν αυτές τις έννοιες, εκπαιδευμένοι κυρίως μέσα από λαϊκές χριστιανικές διδαχές, λαϊκά αναγνώσματα, παραδόσεις ή άλλα στοιχεία λαϊκού πολιτισμού.

Η ιδέα του πολέμου υπέρ πίστεως και πατρίδος εκφραζόταν και στις στρατιωτικές τελετές και στην εικονογραφία, όπου η πίστη αντιπροσωπευόταν από τα θρησκευτικά σύμβολα και η πατρίδα από τον αυτοκράτορα. Ήδη από την εποχή του Μαυρικίου (βασιλεία 582-602) ο Σταυρός πάνω σε χρυσή λόγχη προπορεύεται του αυτοκράτορα στις μάχες. Ο Σταυρός εικονίζεται και στις σημαίες σύμφωνα με βυζαντινές πηγές του 10ου αιώνα.[26] Από τον 12ο αι. και συχνότερα από το 1204, συνηθίζεται η εικονογραφική συνύπαρξη του αυτοκράτορα  με πολεμικούς αγίους ή τον Αρχάγγελο Μιχαήλ σε σημαίες (φλάμουλα), αγιογραφίες και σε νομίσματα. Σε κάποια νομίσματα εικονίζεται ο αυτοκράτορας μαζί με τον Αρχάγγελο να κρατούν το λάβαρο.[27] [28] Η παράδοση της απεικόνισης στρατιωτικών Αγίων και Σταυρού σε πολεμικές σημαίες (φλάμπουρα) συνεχίστηκε σε όλη τη μεταβυζαντινή περίοδο από Έλληνες και άλλους Βαλκάνιους πολεμιστές που βρέθηκαν στη Δύση (ιδίως ο Αγ. Γεώργιος από τους stradioti) και βεβαίως τηρήθηκε κατά την Επανάσταση.

Μετά τον 12ο αιώνα πυκνώνουν στη Δυτική Ευρώπη οι αναφορές για τον δίκαιο πόλεμο υπέρ πίστεως και πατρίδος, όπου ως πίστη διευκρινίζεται η «ορθή πίστη» (vera fide), δηλαδή ο καθολικισμός αρχικά, και ως patria διάφορες επικράτειες με πολιτικές και εκκλησιαστικές αρχές. Πολλές από αυτές τις αναφορές βρίσκονται σε νομικές πραγματείες γύρω από το ποιος έχει την εξουσία και την αρμοδιότητα να καλεί τους Χριστιανούς σε πόλεμο- ο πολιτικός ή ο εκκλησιαστικός άρχων; – και υπό ποιες προϋποθέσεις. Έτσι, για παράδειγμα ο Ιταλός επίσκοπος Σικάρδος της Κρεμόνα (Sicardus Cremonensis, 1155–1215) πιστεύει ότι ο Πάπας και οι εξουσιοδοτημένοι από αυτόν ιερωμένοι έχουν τη δυνατότητα να καλούν τους πρίγκιπες και τους Χριστιανούς στα όπλα για να υπερασπιστούν «την πίστη και την ειρήνη της Εκκλησίας και της πατρίδας» (sancte fidei pacis ecclesie et patrie). Ως εχθροί της πίστης και της πατρίδας νοούνταν είτε διάφοροι αιρετικοί (περιλαμβανομένων των Ορθοδόξων) είτε παγανιστές και Μουσουλμάνοι, ειδικά στις Σταυροφορίες. Σε κάποιες μάχες επιστρατευόταν ακόμα και ο πατριωτισμός των Αγίων. Στη λεγόμενη Μάχη του Στάνταρ (Battle of Standard) το 1138 μεταξύ Αγγλο-Νορμανδών και Σκώτων, οι πρώτοι έφεραν λάβαρα με τις εικόνες τοπικών Αγίων της Νορθούμπρια, πιστεύοντας ότι οι Άγιοι θα υπερασπίζονταν τις ιδιαίτερες εκκλησίες (ναούς) και πατρίδες τους (pro eius ecclesia ac sua patria defendenda susceperunt).[29]

Στο ιστορικό έργο Flores Historiarum (Άνθη Ιστορίας) του 13ου αιώνα (του οποίου τα κείμενα μπορεί να είναι και προγενέστερα) περιγράφεται ο πόλεμος του βασιλιά και μετέπειτα Μάρτυρα Εδμόνδου (Edmund) ο οποίος τo 869 ή 870 αντιμετώπισε στην Ανατολική Αγγλία την εισβολή Δανών (Βίκιγκς). Πριν από τη μάχη καλεί τους στρατιώτες του να αγωνιστούν «και για την πίστη και για την πατρίδα» (pro fide pariter pugnare et patria). Ο στρατός του ηττήθηκε και πολλοί σκοτώθηκαν κατακτώντας την κορώνα του μαρτυρίου (martyrio coronatos) αφού πολέμησαν «για την πατρίδα, το γένος και την πίστη του Ιησού Χριστού» (pro patria, gente et fide Jesu Christi).[30] Στα τέλη του 11ου αιώνα στη Γαλλία πολλά εκκλησιαστικά κείμενα επαινούσαν τον Καρλομάγνο γιατί «δεν φοβόταν να πεθάνει για την πατρίδα (patrie) ούτε για την Εκκλησία».[31]

Εκτός από τις ιδιαίτερες πατρίδες, ως patria νοούνταν στη μεσαιωνική Δύση και μεγάλες επικράτειες, όπως ολόκληρη η Ιταλία στην εποχή του Δάντη και του Πετράρχη (13ος – 14ος αι.) αλλά και η Εκκλησία ως παγκόσμια πατρίδα,[32] ενώ σε διάφορες πηγές χαρακτηρίζονται ως πατρίδες η Γαλικία τον 9ο-10ο αι., η Δανία τον 9ο αι., η Γαλλία (patria Francorum) τον 10ο-11ο αι. κλπ.[33]

Δεν χρειάζεται να επεκταθώ σε περισσότερα παραδείγματα πολεμικής επίκλησης της πίστης και της πατρίδας στη Δυτική Ευρώπη μετά τον ύστερο Μεσαίωνα, καθώς οι αναφορές πληθαίνουν και είναι σαφές ότι υπάρχει μια συνέχεια μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Από τη Δυτική (ή Κεντρο-ευρωπαϊκή) ιστορία θα προσθέσω μόνο λίγες περιπτώσεις από την Ουγγαρία του ύστερου Μεσαίωνα, οι οποίες γεωγραφικά και πολιτισμικά μας φέρνουν στα Βαλκάνια και στα όρια του ορθόδοξου κόσμου, και χρονικά στην εποχή όπου το σύνθημα διαδίδεται στη Ρωσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι το σύνθημα έφτασε στα Βόρεια Βαλκάνια και τη Ρωσία μέσω των Ούγγρων, αλλά ότι υπήρχαν οι συνθήκες ώστε αυτό να είναι αποδεκτό από όλα τα χριστιανικά δόγματα και εθνότητες της περιοχής.

Το Ουγγρικό βασίλειο μετά τις αρχές του 16ου αιώνα, αν και ουσιαστικά διαιρεμένο και πολιτικά ασταθές, περιλάμβανε και τη σημερινή Ρουμανία πριν αυτή περάσει στον έλεγχο των Οθωμανών. Το 1514 συνέβη η εξέγερση του György Dózsa στο χώρο της σημερινής Ουγγαρίας. Αυτός ήταν Ούγγρος ευγενής από την Τρανσυλβανία, όπως και πολλοί από τους χαϊντούκους του (οι «Κλέφτες» των Βορείων Βαλκανίων), οι οποίοι ήταν κυρίως γεωργοί και μοναχοί ή ιερωμένοι. Ο σκοπός τους αρχικά ήταν η άμυνα κατά των Τούρκων, αλλά μετά στράφηκαν κατά των καταχρήσεων των ευγενών και γαιοκτημόνων του βασιλείου της Ουγγαρίας, με τους οποίους είχαν και εθνικο-θρησκευτικές διαφορές. Οι Φραγκισκανοί ιερωμένοι, κηρύσσοντας ότι οι μόνοι σωστοί Χριστιανοί ήταν οι ενάρετοι αγρότες, καλούσαν τους αγρότες-χαϊντούκους να πολεμήσουν για την χριστιανική πίστη και για τη χώρα τους (pro religionis Christiane et presertim huius regni defensione) εναντίον των ευγενών. [34]

Το 1552, κατά την κατάληψη της Τιμισοάρα της Ρουμανίας από τους Τούρκους, ο ηγέτης ενός σώματος Ούγγρων πριν από μια ύστατη μάχη χωρίς ελπίδα, ενθαρρύνει τους πολεμιστές του λέγοντας ότι θα αγωνιστούν για έναν ένδοξο θάνατο υπέρ πίστεως και πατρίδος (pro fide, pro patria). To ιστορικό αυτού του πολέμου γράφηκε από τον σύγχρονο των γεγονότων Ούγγρο Franz von Forgách-Ghymes (1530 -1577).[35]

Το 1605 συνέβη η εξέγερση των Ούγγρων Καλβινιστών χαϊντούκων της Τρανσυλαβανίας υπό τον Ούγγρο Προτεστάντη πρίγκηπα Istvan Bocksai κατά του Καθολικού αυτοκράτορα της Ουγγαρίας και της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ροδόλφου Β’ (Rudolf II). Σε επιστολή του ο Bocskai εξηγεί ότι η ανταρσία έγινε για την υπεράσπιση της «αρχαίας ελευθερίας του έθνους και της πίστης» και ότι επιθυμούν την πρόοδο της πατρίδας τους (patria) Τρανσυλβανίας την οποία θεωρούν «το φώς του έθνους». Το ίδιο εξηγούν και δύο άλλοι οπλαρχηγοί των χαϊντούκων σε δική τους επιστολή:

«Εξεγερθήκαμε λοιπόν και πήραμε τα όπλα για τη Χριστιανική θρησκεία, και για το όνομα του Ιησού Χριστού, του Σωτήρα μας και για τη γλυκυτάτη μας πατρίδα».[36] (Insureximus igitur, et pro fide christiana, et pro nominae Iesu Christi Saluatoris nostri, proque dulcissima patria nostra, arma sumsimus).[37]

Το 1703-1711 έγινε η εξέγερση του Ούγγρου Francis (Ferenc) Rákóczi II (1676 – 1735) κατά των Αυστριακών «με τον Θεό για την πατρίδα και την ελευθερία» ’ (cum Deo pro patria et libertate), που είχε ως αποτέλεσμα την προσωρινή ανεξαρτησία της Ουγγαρίας και της Τρανσυλβανίας. Με τον στρατό του Rákóczi πολέμησαν και ένοπλα σώματα από διάφορες εθνότητες των Βορείων Βαλκανίων και της Αν. Ευρώπης.[38] Μία ιστορική σύμπτωση συνδέει τον Rákóczi  με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη: Ο πρώτος έζησε την παιδική του ηλικία στο κάστρο του Μουγκάτς (σήμερα στη Δυτ. Ουκρανία) και αργότερα πολέμησε γύρω από αυτό. Στο ίδιο κάστρο φυλακίστηκε ο Υψηλάντης από τους Αυστριακούς και έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Στις γραπτές ελληνικές πηγές, δεν είναι εύκολο να βρεθεί το νήμα της συνέχειας του συνθήματος από την Άλωση μέχρι την Ελληνική Επανάσταση. Ο τουρκοκρατούμενος ελληνισμός δεν είχε την ελευθερία ούτε τα μέσα της γραπτής αναπαραγωγής και κυκλοφορίας τέτοιων ιδεών. Όμως η συνέχεια τηρήθηκε μέσω δύο άλλων διαδρομών: Η μία προφορική και συγκαλυμμένη στον τουρκοκρατούμενο χώρο, και η άλλη γραπτή, επίσημη και πανηγυρική μέσω Ρωσίας.

Από τις γραπτές πηγές της Επανάστασης φαίνεται ότι η έννοια του μάχεσθαι υπέρ πίστεως και πατρίδος ήταν ήδη εμπεδωμένη και διαδεδομένη, κάτι που δεν μπορεί να οφείλεται μόνο στις κατηχήσεις της Φιλικής Εταιρείας και στις προκηρύξεις του Υψηλάντη, οι οποίες δεν είχαν ιστορικό βάθος.[39] Υπάρχει ένα παράλληλο φαινόμενο που μας δείχνει ότι ορισμένες επαναστατικές ιδέες και πρακτικές διαδίδονταν κρυφά και προφορικά συνεχώς από το ύστερο Βυζάντιο μέχρι την Επανάσταση χωρίς να καταγράφονται σε κείμενα: Είναι το έθιμο της ευλογίας των σημαιών (βάνδων) και των πολεμιστών πριν από τη μάχη. Αυτό δεν αναφέρεται σε γραπτές πηγές της τουρκοκρατίας για προφανείς λόγους, ωστόσο ήταν κάτι αυτονόητο κατά την Επανάσταση, όπου οι αγωνιστές εφαρμόζουν ακριβώς τις διατάξεις του Λέοντος ΙΣΤ΄ και τις ακόμα παλαιότερες του Μαυρικίου (6ος αι.):

Στρατηγικόν Μαυρικίου, B1: «Χρη παρασκευάζειν του μεράρχας τα βάνδα αδνουμιάζειν προ μιας ή δευτέρας ημέρας του πολέμου και ούτως επιδιδόναι τοις βανδοφόροις των ταγμάτων».[40]

Τακτικά Λέοντος: «Διάταξις ΙΓ’.α’. Περί της προ πολέμου ημέρας.  Ώστε παρασκευάζειν τους τουρμάρχας προ μιας ή δευτέρας ημέρας του πολέμου τα βάνδα, αγιάζειν δια των ιερέων και ούτως επιδιδόναι τοις βανδοφόροις των ταγμάτων».

Κ’.172: «Ηνίκα δε τας δυνάμεις εξάγειν μέλλεις προς πόλεμον, δει μεν καθαράς αυτάς εξαμαρτημάτων είναι, φροντίσεις δε δια ιερέων καθαγνίσαι αυτάς δι’ ευλογίας, και ούτως μετά θάρσους επί της μάχης αποκινήσαι.» [41]

Οπλαρχηγός Αναγνώστης Γιαννόπουλος, τέλη Μαρτίου 1821: «…εκάστου χωρίου ο καπετάνιος έκαμε την σημαίαν του. Την επιούσαν άπαντες οι κάτοικοι των ανωτέρω χωρίων [Κλουκίνες Καλαβρύτων] μικροί τε και μεγάλοι συνήλθον εις την εκκλησίαν και εγένετο λειτουργία. Μετά το τέλος της λειτουργίας έκαμαν παράκλησιν εις τον Ύψιστον, και μετά το τέλος αυτής έλαβον οι ιερείς εν τω χωρίω Περιστέρα, ο μεν Οικονόμος το ευαγγέλιον εις τας χείρας του, άλλος δε τον σταυρόν και ο τρίτος, ήτοι ο Σπυρίδων ιερεύς, ο και Προεστόπουλος καλούμενος, εβάστα την σημαίαν εις την δεξιάν χείρα του, και ιστάμενοι κατά σειράν έψαλλον ενδεδυμένοι τας ιερατικάς των στολάς […] ο Σπυρίδων ιερεύς Προεστόπουλος, συνάμα με τον ασπασμόν ενεχείρισε στον Πάτζο και την σημαίαν ….».[42]

Σημαντικός σταθμός στη ροή της ελληνικής ιστορίας είναι η άμυνα και η άλωση της Κωνσταντινούπολης χωρίς συνθηκολόγηση. Λίγο πριν την Άλωση ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάνει παραίνεση για μάχη υπέρ πίστεως και πατρίδος. Ο σύγχρονος της άλωσης χρονικογράφος Γεώργιος Φραντζής (ή Σφραντζής) αναφέρει ότι σε μια από τις τελευταίες δημηγορίες του ο αυτοκράτορας κηρύσσει προς τους στρατιώτες τα εξής:

«δια τέσσαρά τινα οφείλεται κοινώς εσμέν πάντες ίνα προτιμήσωμε αποθανείν μάλλον ή ζην, πρώτον μεν υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον δε υπέρ της πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του βασιλέως ως χριστού Κυρίου, και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων[43]

Αυτή η παραίνεση του αυτοκράτορα επιβεβαιώνεται και από άλλον χρονικογράφο της Άλωσης, τον ρωσόφωνο Νέστορα-Ισκεντέρ, ο οποίος πιστεύεται ότι βρισκόταν μέσα στην Κωνσταντινούπολη κατά την πολιορκία (αν και ο ίδιος γράφει ότι ήταν κρυπτοχριστιανός στο στρατό των Μουσουλμάνων). Έγραψε το χρονικό στα τέλη του 15ου αιώνα σε ρωσική γλώσσα. Σε διάσπαρτες παραγράφους του χρονικού αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας καλεί τους πολεμιστές να αγωνιστούν μέχρι θανάτου για την πατρίδα (от(е)чество) (§ C.244, C.245), την ορθόδοξη πίστη (за православную веру) (§ C.231, 251, 259) και τις εκκλησίες (§ C. 251, passim). Στα δύο αυτά χρονικά βρίσκουμε και μια μορφή του γνωστού από την Επανάσταση συνθήματος «ελευθερία ή θάνατος» (Νέστωρ § C.241). Στο ρωσικό χρονικό αναφέρεται πιθανότατα για πρώτη φορά η προφητεία για το «ξανθό γένος» (Русый же род) που θα ελευθερώσει την Κωνσταντινούπολη (§ C.265). Λόγω ηχητικής, ετυμολογικής και νοηματικής συνάφειας, θεωρήθηκε ότι «ξανθό γένος» είναι οι Ρώσοι. [44]

Την ίδια περίπου εποχή, την αξία του μάχεσθαι υπέρ της πατρίδας και των ιερών προ του τουρκικού κινδύνου βρίσκουμε και σε ομιλία του Ιωάννη Αργυρόπουλου (1415 – 1487) προς τον ίδιο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Ο Αργυρόπουλος, αφού στην αρχή της μακροσκελούς ομιλίας του χαιρετίζει τον αυτοκράτορα ως «των Ελλήνων αγαθή τύχη νυνί βεβασιλευκότος», σε άλλο σημείο αναφέρει:

«… πολίτην μεν οντινούν ο φυσικός ηνάγκασε νόμος ανδρείως υπέρ πατρίδος αυτής μάχεσθαι και γονέων και παίδων και ιερών και τάφων και νόμων …»[45]

Ενώ στον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό το σύνθημα συνεχίζει τη διαδρομή του υπογείως, στη Ρωσία η αξία του αγώνα για την πίστη (веру, ‘μπέρου’) και την πατρίδα (отечество, ‘οτέτσεστβο’) ήταν ήδη γνωστή πριν από τα μέσα του 15ου αιώνα μέσα από αγιολογικά κείμενα. Δεν μπορεί να ήλθε στη μεσαιωνική Ρωσία μέσω της ρωμαϊκής λογοτεχνίας όπως συνέβη στη Δύση. Πιστεύεται ότι ήλθε μέσω ελληνικών προτύπων, και ιδίως με το βίο του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης ο οποίος θυσιάστηκε για την κοινότητα της πόλεως, που ήταν μια μικρή πατρίδα.[46] Η Άλωση πρέπει να ενίσχυσε της σχέση της Εκκλησίας (και επομένως της πίστης) με την (ρωσική) πατρίδα, καθώς η Ρωσία γινόταν αντιληπτή σαν κληρονόμος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τότε περίπου εμφανίζεται και έννοια της «Αγίας Ρωσίας».[47]

Η ρωσική λ. отечество (μια από τις δύο ή τρείς ρωσικές λέξεις που σημαίνουν πατρίδα) παράγεται από τη λ. отец (otets, πατέρας) και την παραγωγική κατάληξη -ество (-estvo). Σχετικές είναι και οι λ. Отчизна (otsizna), η παλαιά ανατολικο-σλαβική отьчизна, η πολωνική ojczyzna κλπ, με κύριες σημασίες πατρίδα και πρόγονοι.[48]Το отец είναι συγγενές με το αρχαίο ελληνικό άττα που στον Όμηρο (Ιλ. Ι,607, Οδ. π,31) είναι φιλοφρονητική προσφώνηση νεωτέρου προς μεγαλύτερο, μεταφραζόμενο συνήθως ως γέροντα, πατέρα, παππούλη, κυρούλη.[49]

Ο θάνατος στον αγώνα υπέρ πατρίδος καθαγιάζεται στη Ρωσία από τους πρώτους Ρώσους μάρτυρες, τους Αγίους Πρίγκηπες Μπόρις και Γκλεμπ, που δολοφονήθηκαν σε διαμάχες μεταξύ των Ρώσων του Κιέβου τον 11ο αιώνα. Το σύνθημα που μας ενδιαφέρει εμφανίζεται με την παραλλαγή «ρωσική γη» αντί «πατρίδα» στα επικά ποιήματα που γράφηκαν για την ιστορική μάχη του Κουλίκοβο του 1380. Σ’ αυτή τη μάχη οι ενωμένοι Ρώσοι πρίγκηπες υπό τον Ντμίτρι Ντόνσκοϊ της Μόσχας νίκησαν του Μουσουλμάνους Τατάρους υπό τον Μαμάι, γεγονός που θεωρείται η αφετηρία της σύγχρονης ρωσικής ιστορίας. Στο επικό ποίημα Χρονική Ιστορία (αγγλ. Chronicle Story, ρωσ. летописная повесть, (Letopisnaia povest)) που γράφηκε πριν το 1409, ο Ντμίτρι μάχεται «για την Αγία Εκκλησία, την ορθή χριστιανική πίστη, και τη ρωσική γή».[50] Ομοίως, στο έπος Ζαντόντσινα (Задонщина), που κατά διάφορες εκτιμήσεις γράφηκε μεταξύ των αρχών του 14ου και των μέσων του 15ου αιώνα[51], οι Ρώσοι μάχονται «για τη ρωσική γη και τη χριστιανική πίστη»:

Ας δώσουμε τη ζωή μας για τη ρωσική γη και τη χριστιανική πίστη. […]
Κύριε, Βασιλεύ, οι άπιστοι Τάταροι άρχισαν
να εισβάλλουν στη χώρα μας […]
Οι γενναίοι πολεμιστές μας θα δοκιμαστούν
για τη ρωσική γη και τη χριστιανική πίστη […]
Και ο πρίγκηπας Ντιμίτρι Ιβάνοβιτς χαιρέτισε τους νεκρούς: […]
Δώσατε τη ζωή σας για την Αγία Εκκλησία,
για τη ρωσική γη και τη χριστιανική πίστη. [52]

Η έκφραση «ρωσική γή» (ρούσκαϊα ζέμλια) εκείνη την εποχή σήμαινε το πρώτο ρωσικό κράτος του Κιέβου και την κληρονομιά των ηγεμόνων του, και πρακτικά η έννοιά της δεν διαφέρει από την πατρίδα. Στο ίδιο έπος υπάρχει και το «καλύτερα να σκοτωθούμε στη μάχη παρά να γίνουμε σκλάβοι αυτών των άπιστων».[53] Η μάχη του Κουλίκοβο αποτελεί ένα πολύ σημαντικό σταθμό της ρωσικής εθνικής ιστορίας, και γι’ αυτό έχει αναπαρασταθεί αμέτρητες φορές στη ρωσική ιστοριογραφία μέχρι σήμερα. Το υπό συζήτηση σύνθημα έχει σταθερά τη θέση του και στα πρώτα ακαδημαϊκά έργα της ρωσικής ιστοριογραφίας, όπως στην «Ιστορία του Ρωσικού Κράτους» του ιστορικού N.Μ. Karamzin (1766-1826) η οποία χρονικά πλησιάζει την Επανάσταση του ‘21. Στον 5ο τόμο που εκδόθηκε το 1816, η αφήγηση της μάχης αναφέρει και πάλι ότι οι γενναίοι Ρώσοι πολεμιστές είναι έτοιμοι να πεθάνουν «για την πατρίδα και την πίστη».[54] Η αντικατάσταση της «ρωσικής γης» με την «πατρίδα» δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία, γιατί αυτές οι δύο λέξεις χρησιμοποιούνται εναλλακτικά τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα (βλ. κατωτέρω περί της εφημερίδας «Ρωσικό Δελτίο»).

To 1622 o ιερωμένος Sakovych Kasiian (γεν. π. 1578 στη σημερινή Δυτική Ουκρανία) σε ένα ποίημα που υμνεί τους Κοζάκους ιππότες, γράφει:

Χρυσή ελευθερία – έτσι την ονομάζουν.
Όλοι παλεύουν να την αποκτήσουν. Όμως δεν δίνεται στον καθένα,
παρά μόνο σ΄αυτούς που υπερασπίζονται την πατρίδα και τον Θεό.[55]

Οι αρχηγοί των Κοζάκων θεωρούσαν τον εαυτό τους μέρος του θρησκευτικά προσδιοριζόμενου έθνους των Ορθόδοξων Ρους.[56]

Από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου το σύνθημα ακούγεται όλο και συχνότερα (ή αυξάνουν οι διαθέσιμες πηγές που το αναφέρουν) και υιοθετείται από την επίσημη τσαρική προπαγάνδα. Το 1709 πριν από τη Μάχη της Πολτάβα εναντίον των Σουηδών, ο Μ. Πέτρος καλεί το στρατό του να πολεμήσει για την πατρίδα, την ορθόδοξη πίστη και την Εκκλησία (за Отечество, за Православную нашу веру и Церковь).[57] Το 1711, κατά την αποτυχημένη εκστρατεία του Προύθου, ο Μ. Πέτρος καλεί τους Χριστιανούς των Βαλκανίων, Καθολικούς και Ορθόδοξους, να ενωθούν μαζί του και να πολεμήσουν «για την πίστη και την πατρίδα, για την τιμή και τη δόξα» και να ελευθερωθούν από τους Μουσουλμάνους.[58] Στο κάλεσμα αυτό ανταποκρίθηκε μόνο ο βλαντίκα (πρίγκηπας-επίσκοπος) του Μαυροβουνίου και μερικοί Σέρβοι.

To 1742, κατά την ενθρόνιση της τσαρίνας Ελισάβετ Α’ (κόρης του Μ. Πέτρου), ο αρχιεπίσκοπος Αμβρόσιος του Νόβγκοροντ την καλεί «να μη λυπηθεί ούτε την τελευταία σταγόνα του αίματός της για να υπερασπιστεί την ακεραιότητα της πίστης και της πατρίδας».[59]

Το σύνθημα «Για τη σωτηρία της πίστης και της πατρίδας» (За спасение веры и отечества, (Za spasenye Very i Otechestva)) προβλήθηκε ιδιαίτερα κατά τις τελετές γύρω από τη στέψη της Αικατερίνης Β’ το 1762. Αναγραφόταν πάνω σε διάφορες επιφάνειες, από αψίδες μέχρι νομίσματα και μετάλλια.

 

Ασημένιο μετάλλιο του 1762 για τη στέψη της Μεγάλης Αικατερίνης. Στην πίσω όψη γράφει «За спасение веры и отечества» (Για τη σωτηρία της πίστης και της πατρίδας)

 

To 1769, στη διάρκεια του πολέμου κατά Τούρκων και Πολωνών, καθιερώνεται ειδική Θεία Λειτουργία που θα τελείται κατά την εορτή Αποτομής Κεφαλής του Αγ. Ιωάννου του Βαπτιστού (Παλαιό Ημ. 18 Αυγούστου) στη μνήμη των στρατιωτών που έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος.[60] Κατά την εποχή της Αικατερίνης συλλαμβάνεται και το «Ελληνικό Σχέδιο» για διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανασύσταση της Βυζαντινής, όπου για αυτοκράτωρας προοριζόταν ένας από τους γιούς της Αικατερίνης ονόματι Κωνσταντίνος.

Το 1785, η Μεγάλη Αικατερίνη εξέδωσε χάρτα που αναφέρει τα δικαιώματα των ευγενών της Ρωσίας. Εκεί επαινεί την ετοιμότητά τους να κινηθούν «για την πίστη και την πατρίδα» (за веру и отечество), και τους αγώνες που έδωσαν στο παρελθόν εναντίον των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών «της πίστης, του μονάρχη και της πατρίδας» (веры, монарха и отечества).[61] [62]

Κατά την εποχή της Αικατερίνης ισχυροποιούνται οι επαφές και η συνεργασία των Ελλήνων με τους Ρώσους, με κορυφαίο γεγονός την επανάσταση του 1770 («Ορλωφικά»). Το εν λόγω σύνθημα εμφανίζεται σε ένα αυθεντικό λαϊκό στιχούργημα της εποχής, το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη», που συντέθηκε μεταξύ 1770 και 1786 από τον αγράμματο ριμαδόρο Μπάρμπα Πατζελιό και καταγράφηκε από τον κτηνοτρόφο Παπα-Σκορδύλη, όπου εξιστορείται η εξέγερση των Σφακίων:

(Μιλάει ο Δασκαλογιάννης στον Πασά)

γι’ αυτά κ’ εγώ ‘ποφάσισα την Κρήτη να σηκόσω,
κι΄ απού τα ‘νύχια των Τουρκώ να την ελευτερώσω,
πρώτο για την πατρίδα μου, δεύτερο για την πίστι,
τρίτο για τσ’ άλλους χρισθιανούς ‘που κάθουνται ς την Κρήτη

Παρά την απογοητευτική στάση της Ρωσίας σε εκείνη την επανάσταση, η χώρα αυτή είχε γίνει πλέον η ελπίδα των Ελλήνων για απελευθέρωση, καθώς είχε αναδειχθεί σε μεγάλη αντιτουρκική χριστιανική δύναμη. Για λίγο εμφανίστηκε σαν πιθανή ελπίδα και ο Ναπολέων, αλλά αυτή η προοπτική ήταν εφήμερη, και οι επαφές που είχε το ελληνικό γένος με τη Γαλλία ήταν ισχνές, με εξαίρεση κάποιες ελίτ που ζούσαν κυρίως εκτός Ελλάδος. Ακόμα και στα Ιόνια Νησιά, κατά τη σύντομη γαλλική διοίκηση, μετά από την πρώτη ευφορία εκδηλώθηκε δυσαρέσκεια κατά των Γάλλων.

Το 1807, στη διάρκεια των Ναπολεοντείων Πολέμων, ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ κάλεσε να καταταγούν στο στρατό βετεράνοι αξιωματικοί και στρατιώτες, και να αγωνιστούν «για την πίστη και την πατρίδα». Την ίδια χρονιά για να τιμηθεί η πολιτοφυλακή Zemsky εκδόθηκε μετάλλιο σε χρυσό και ασήμι το οποίο στη μια όψη έφερε το προφίλ του τσάρου και στην άλλη το σύνθημα «Για την πίστη και την πατρίδα». Την ίδια περίπου εποχή, δηλαδή λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση, στη Ρωσία εκδίδονταν και άλλα μετάλλια με παραλλαγές του συνθήματος, όπως «για την πίστη, τον τσάρο και την πατρίδα» ή «για την πίστη και τον τσάρο» (За веру и Царя).[63]

 

Μπρούτζινο στρατιωτικό μετάλλιο του 1807. Πρόσθια όψη: Τσάρος Αλέξανδρος Α’. Πίσω όψη: «За веру и Отечество» (Για την πίστη και την πατρίδα).

 

Η χρήση του συνθήματος δεν περιοριζόταν στο στρατό και την κρατική μηχανή αλλά είχε και ευρύτερη χρήση. Στην εφημερίδα Ρωσικό Δελτίο (Русский Вестник), η οποία διαπνεόταν από ρωσικό εθνικισμό και ταυτόχρονα από αντι-δυτικό αίσθημα, στο πρώτο φύλλο του κρίσιμου για τους Ναπολεοντείους πολέμους έτους 1812 συναντάται το παράγγελμα «πολεμήστε μέχρι θανάτου για την πίστη, τον τσάρο και τη ρωσική γή» (биться досмерти за веру, за царя, за землю русскую). Η εισβολή του Ναπολέοντα στη Ρωσία άρχισε τον Ιούνιο του ίδιου έτους, και η εφημερίδα επαναλάμβανε το σύνθημα με τις γνωστές του παραλλαγές, μαζί με επίμονη ρητορεία κατά των Γάλλων, του Διαφωτισμού και των Δυτικών επιρροών στη Ρωσία. [64]

Όταν ο Ρωσικός Στρατός μαζί με τον Αυστριακό και τον Πρωσσικό κατέλαβε το Παρίσι στις 19 Μαρτίου (Παλ. Ημ.) 1814, σε μια διακήρυξη εγκωμιαζόταν μεταξύ άλλων ο ανώνυμος Ρώσος στρατιώτης-χωρικός που υπερασπίστηκε «την πίστη, την πατρίδα και τον ηγεμόνα» (Веру, Отечество и Государя) έναντι της εισβολής του Ναπολεόντα.[65] Στην περίπτωση αυτή το σύνθημα ενίσχυε και μια νέα εικόνα του ρωσικού καθεστώτος που θέλησε να προβάλλει ο τσάρος Αλέξανδρος A’, η οποία περιγραφόταν με το τρίπτυχο «Ορθοδοξία, Αυτοκρατορία, Εθνικότητα» (Pravoslavie, Samoderžavie, Narodnost). Η προβαλλόμενη ιδέα ήταν ότι ο ρωσικός λαός διαχρονικά είναι αφοσιωμένος στον αυτοκράτορα, κάτι το οποίο αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ρωσικής εθνικής ταυτότητας και εθνικής ιστορίας.[66]

Από τους άλλους εμπόλεμους κατά του Ναπολέοντα, o Πρωσσικός στρατός και ο βασιλιάς της Πρωσσίας Φραγκίσκος Γουλιέλμος Γ’ χρησιμοποίησαν επίσης την παραλλαγή «Με τον Θεό για τον Βασιλιά και την Πατρίδα» (Mit Gott für König und Vaterland).[67] Κυκλοφόρησαν μετάλλια, σταυροί, κράνη, έντυπα κλπ με το σύνθημα, μέχρι και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

Σταυρός της Πρωσίας, 1813, με την επιγραφή “Mit Gott für König und Vaterland” (Με τον Θεό για τον Βασιλιά και την Πατρίδα)

 

Η χρήση συνθημάτων για αγώνα υπέρ θρησκείας και πατρίδας ήταν αρκετά διαδεδομένη στη Ρωσία, και ειδικά στο στρατό, κατά τους Ναπολεοντείους πολέμους. Είναι σίγουρο ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης που υπηρέτησε εκείνη την εποχή στο Ρωσικό Στρατό, όπως και άλλοι Έλληνες που είτε υπηρέτησαν επίσης είτε είχαν άλλες επαφές με τη Ρωσία, γνώριζαν αυτά τα συνθήματα πριν το 1821. Αλλά και στους υπόλοιπους Έλληνες το σύνθημα του Υψηλάντη ήταν ευνόητο λόγω της Ορθόδοξης και αντιτουρκικής παράδοσης. Έτσι επαναλαμβανόταν στη διάρκεια της Επανάστασης, άλλοτε αυτούσιο και άλλοτε περιφραστικά. Ανευρίσκεται σε επαναστατικά έγγραφα ως παράγγελμα ή αγωνιστικός χαιρετισμός από διοικητικά όργανα, και δείχνει να είναι ευρύτερα αποδεκτό:

«Σας παραγγέλομεν το μάχεσθαι υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος και γυναικών και τέκνων» (Μινίστρος των Εσωτερικών προς Χίους, 1/4/1822),

«… σας παραγγέλλομεν το ‘Μάχεσθε υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος’ και σας ευχόμεθα ελληνικήν ανδρείαν …» (3 Μαρτίου «και πρώτω της Ανεξαρτησίας» [1822], Γερουσιαστές της Δυτικής Ελλάδος προς Καπητάνους, προκρίτους και λοιπούς ομογενείς κατοίκους Θεσσαλίας).[68]

Χρησιμοποιείται και από ιδιώτες, όπως:

«Δύω χρόνους σχεδόν αγωνιζόμεθα εις τον ιερόν τούτον αγώνα τον υπέρ πίστεως και πατρίδος», (Π. Ζαφειρόπουλος προς Μινίστρο του Πολέμου, 16/3/1823). [69]

Η αναζήτηση στα ψηφιοποιημένα Αρχεία Εθνικής Παλιγγενεσίας δίνει περί τα 45 αποτελέσματα με μικρές ορθογραφικές και συντακτικές παραλλαγές του συνθήματος, κυρίως «υπέρ (της) πίστεως και (υπέρ της) πατρίδος», ή «διά (την) πίστιν και (την) πατρίδα» ή «υπέρ πατρίδος και πίστεως» κτλ. Ενίοτε συναντάται και ο όρκος «μα τον Θεόν και την πατρίδα» (Φροντιστηριακή Εφορία Σαλαμίνος, προς τους εν Ερμιόνη πληρεξουσίους, 1827). Σε επιστολή πέντε επισκόπων της Πελοποννήσου προς την Εθνική Συνέλευση, αναπτύσσεται η αξία του αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδος το οποίο και «διακελεύεται» προς κάθε Χριστιανό. Η επιστολή αρχίζει ως εξής:

«Αναφέρομεν, ότι η πίστις προς τον Θεόν και η αγάπη εις την πατρίδα, ότι είναι τα τιμιώτατα εις τον άνθρωπον, υπάρχει πασίδηλον. Διά τοι τούτο διακελεύεται έκαστος των χριστιανών, ένεκα τούτων, πίστεως και πατρίδος, αντιπραττόμενος να μάχηται μέχρι θανάτου.» (Ερμιόνη, 21/2/1827).[70]

Λογικά το σύνθημα διαδιδόταν κυρίως προφορικά μεταξύ των επαναστατών, σε μια εποχή όπου η εγχώρια τυπογραφία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και ο οιονεί κρατικός μηχανισμός πολύ ανίσχυρος για να το αναπαράγει. Είναι δεδομένο ότι η Επανάσταση είχε έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα και ότι οι επαναστάτες είχαν στόχο την απελευθέρωση μιας υπαρκτής πατρίδας, κάτι που διατυπώνεται και σε κείμενα όπως ο όρκος των Φιλικών και οι διακηρύξεις των Εθνοσυνελεύσεων. Σε μια ομιλία που εκφωνήθηκε στις 8 ή 20 Μαρτίου 1821 από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στην Αγία Λαύρα, και η οποία δημοσιεύθηκε σε αρκετές ευρωπαϊκές εφημερίδες της εποχής, υπάρχουν οι γνωστοί παραλληλισμοί των υπόδουλων Ελλήνων με τους Ισραηλίτες, της Ελλάδας με την Ιερουσαλήμ, και επίσης ο στίχος:

«έκαστος εξ υμών ας ζωσθή την ρομφαίαν του, διότι είναι προτιμώτερον να αποθάνη τις με τα όπλα ανά χείρας, παρά να καταισχύνη τα ιερά της πίστεώς του και την πατρίδα του».[71]

 

Μετάλλιο του Konraad Lange του 1836 με τον Π. Π. Γερμανό. Το απόφθεγμα «ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ …» και η τελετή ευλογίας των επαναστατών στα Καλάβρυτα την 25 Μαρτίου 1821, συμπυκνώνουν την ιδεολογία του πολέμου για την πίστη και την πατρίδα. Το απόφθεγμα παραπέμπει στο 15ο κεφάλαιο της Εξόδου, ένα από τα πολλά σημεία της Παλαιάς Διαθήκης με πολεμικό μήνυμα.

 

Μεταξύ της ρωσικής και της ελληνικής περίπτωσης υπάρχει μια σημαντική διαφορά: Από την εποχή του Μ. Πέτρου η έννοια της ρωσικής πατρίδας είναι στενά δεμένη με το ρωσικό κράτος και τον τσάρο, ενώ οι Έλληνες δεν είχαν ακόμα δικό τους ελεύθερο εθνικό κράτος ούτε εθνικό ηγεμόνα. Φαίνεται όμως ότι μεταξύ των Ελλήνων υπήρχε η πίστη σε μια κατεχόμενη μυστική πατρίδα, λόγος για τον οποίο άλλωστε οι Τούρκοι αποκαλούνταν «αγαρηνοί», δηλαδή αποβλητέοι ξένοι χωρίς δικαιώματα. Αυτή η πατρίδα, ελληνο-βυζαντινή σε χαρακτήρα, είχε τα βασικά στοιχεία ενός σκαιώδους κράτους, δηλ. ηγέτες (Πατριάρχη, αρχιερείς, διαδόχους αυτοκρατορικών οικογενειών), πρωτεύουσα (Κωνσταντινούπολη), περιφερειακές διοικητικές δομές (κοινότητες, δημογεροντίες, ενορίες, ισνάφια), εθνική-θρησκευτική ενότητα, επίσημη γλώσσα, και τους νόμους «των αειμνήστων Χριστιανών αυτοκρατόρων» όπως αναφέρεται στις πρώτες εθνοσυνελεύσεις. Πέρα από τη λαϊκή βούληση, η μάχη υπέρ πατρίδος είχε και ισχυρή θρησκευτική νομιμοποίηση, μέσω κατάλληλης ερμηνείας των Γραφών και των μεσσιανικών προφητειών που αναπαράγονταν από ανθρώπους της Εκκλησίας. Η Ιερουσαλήμ και οι υπόδουλοι Ισραηλίτες ήταν μια συνηθισμένη αλληγορία για την ελληνική πατρίδα και το έθνος/γένος, που συναντάται και σε επαναστατικές ομιλίες. Σύμφωνα με τον Κολοκοτρώνη, «Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα. […] Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά».[72] Ο Κολοκοτρώνης τονίζει και την ιεραρχία των λέξεων («πρώτα πρώτα είπαμε υπέρ Πίστεως και ύστερα υπέρ Πατρίδος»).

Στην προκήρυξη του Υψηλάντη προς τους Έλληνες με τον τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» περιέχονται ισορροπημένες αναφορές στην πατρίδα, την αρχαία ιστορία, τα πολιτικά δικαιώματα και τα θρησκευτικά δικαιώματα. Γίνεται αναφορά στους καταπατημένους ναούς, το Σταυρό, την πίστη, τους ιερείς και το σέβας προς την ιερά θρησκεία, και επαναλαμβάνεται το πνεύμα του τίτλου («να εκδικήσωμεν την πατρίδα, και την ορθόδοξον ημών πίστιν»). Η καταληκτική παράγραφος της προκήρυξης δείχνει τον αντικειμενικό στόχο, ο οποίος είναι η «ελευθερία εις την κλασικήν γην της Ελλάδος». Είναι σαφές ότι ο Υψηλάντης θεωρεί ως πατρίδα του την Ελλάδα (στην οποία δεν είχε ζήσει), αφού σε άλλη προκήρυξή του προς τους Ρουμάνους αναφέρει:

«Άνδρες Δάκες! Σήμερον αφήνω την ευλογημένην γην της Μολδαϋίας και πατώ εις το έδαφος της αγαπητής σας πατρίδος. […] Άνδρες Δάκες! Πορευόμενος όπου η φωνή της πατρίδος μου με προσκαλεί, …» (Ιάσιο, 3/3/1821).[73]

Αυτή η φράση του Υψηλάντη ίσως βοηθάει να λυθούν και τυχόν απορίες για το ποια γεγονότα μπορούν να θεωρούνται κατά κυριολεξία Ελληνική Επανάσταση και ποια όχι.

 

Πίνακας του Γερμανού ζωγράφου Paul Emil Jacobs. Συμβολίζει τον αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδος μέχρις εσχάτων. Ο Τούρκος έχει πυρπολήσει την εκκλησία και έχει αποσπάσει ιερά άμφια και σκεύη (η θρησκεία). Στο πλαίσιο αρχαίες κολώνες (η πατρίδα). Ο πατέρας νεκρός, ο Τούρκος αρπάζει την μάνα, και ο γιός ετοιμάζεται να κάνει χρήση της τελευταίας σφαίρας.

Πιάτο από πορσελάνη, από την Γαλλία της σειράς Montereau, πρώτο μέρος 19ου αιώνα. Οι Ελληνες λαμβάνουν τις ευλογίες του αρχιεπισκόπου στο Μεσολόγγι για τον αγώνα τυς υπέρ της θρησκείας (ο σταυρός στο χέρι του αρχιεπισκόπου) και της πατρίδας (η σημαία στο χέρι του αγωνιστή)

 

Συμπέρασμα

Το επαναστατικό σύνθημα του ’21 «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» έχει προϊστορία τουλάχιστον μιας χιλιετίας στο Βυζάντιο και τη Δυτική Ευρώπη, όπως τεκμηριώνεται από τις γραπτές πηγές. Οι καταβολές του είναι ακόμα αρχαιότερες, όπως διαφαίνεται από τις λίγες προ-μεσαιωνικές ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές που σώζονται. Οι δύο ιδεολογικοί στυλοβάτες του, δηλαδή η έννοια της πατρίδας (με όποιες αποχρώσεις είχε κατά καιρούς) και η πίστη στην ύπαρξη θείων και ιερών οντοτήτων, είναι επίσης αρχαίοι. Στον ελληνικό χώρο το σύνθημα παύει να ακούγεται μετά την Άλωση, αλλά έχει μια λαμπρή συνέχεια στη Ρωσία, όπως και στη Δυτική Ευρώπη. Το σύνθημα περίπου όπως μας είναι γνωστό από την προκήρυξη του Υψηλάντη και τα έγγραφα της Επανάστασης ήταν πολύ διαδεδομένο στη Ρωσία μετά την εποχή του Μεγάλου Πέτρου. Στην επαναστατημένη Ελλάδα είχε μια ευρεία αποδοχή, που λογικά οφείλεται στην προφορική και κρυφή εθνική κατήχηση που γινόταν στη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

 

Παραπομπές

[1]  Βλ. πλήρες κείμενο και εικόνα του πρωτοτύπου της προκήρυξης στο www.ypsilantio.gr.
[2] Ο Κρεμμυδάς γράφει ότι η λέξη πατρίδα «έρχεται κατ’ευθείαν από τη Γαλλική Επανάσταση», χωρίς να σχολιάζει την λ. πίστις. Κρεμμυδάς Β., 2017, σ. 61, 63. Βλ. περισσότερα στο Γ. Λουκίδης «Η μικρότητα του μαρξιστή ιστορικού  …», 5 Ιουλ. 2017. Αλλού είχε γράψει ότι η λ. πατρίδα ήταν «νέα λέξη» κατά την Επανάσταση (ΤΑ ΝΕΑ, 24/3/2011), και σε άλλο σχετικό άρθρο ισχυρίζεται ότι το υπέρ πίστεως είναι «παραπλανητικό». Κρεμμυδάς Β., «Υποδοχή των ευρωπαϊκών ιδεών …», σ. 1.
[3] Gaida Fedor, «For Faith, Tsar and Fatherland» …, 2013, www.pravoslavie.ru/61882.html
[4] Bowden, Hoplites and Homer, 1993, σ. 45-63, ιδίως 60, 61.
[5] Καραπλή Κατερίνα, «Οι καντάτορες», 1996, σ. 243, υποσημ. 70, 71. Επίσης στο  http://maronas480.blogspot.com/p/blog-page_12.html. ● Οι στίχοι «τεθνάμενον γαρ καλόν …» που εκφράζουν την αξία του θανάτου στη μάχη υπέρ πατρίδος, είναι το πρότυπο του λατινικού “Dulce et decorum est pro patria mori” (Οράτιος), και της γνωστής διασκευής από τον Σπ. Τρικούπη «Τί τιμή στο παλικάρι όταν πρώτo στη φωτιά, / σκοτωθή για την Πατρίδα …». Οι στίχοι «ἀθανάτοισι θεοῖσ’ … ἡγεμ[όνι]» προέρχονται από αποσπάσματα σε πάπυρο που δημοσιεύτηκαν μεταγενέστερα, το 1918. Η Κ. Καραπλή παρατηρεί τις ιδεολογικές αναλογίες των ποιημάτων του Τυρταίου με τις προτροπές των βυζαντινών Τακτικών, και το ότι και τα δύο χρησιμοποιούνταν σαν ψυχική προετοιμασία πριν από τη μάχη. Μαρνάμενον = μαχόμενον.
[6] Αισχύλου, Πέρσαι, 402-405, www.greek-language.gr/
[7] Καθομολογήσεις Ἁρχαίων Ἑλλήνων, http://users.uoa.gr.
[8] Οδύσσεια, δ, 564 ● Βιργίλιος, Αινειάς, 6.660.
[9] Ο Παυσανίας αναφέρει πάνω από 100 ήρωες (πολεμιστές και μη) που λατρεύονταν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Μεταξύ αυτών ο Αίας στη Σαλαμίνα, ο Καίσαρ και ο Αύγουστος στη Σπάρτη, ο Μενέλαος και ο Αχιλλέας στη Θεραπνή Λακωνίας, η Ιφιγένεια στην Αιγείρα Αχαΐας, ο Πρωτεσίλαος κλπ.. Marshal F., “The late antique hero”, 2011 [2008], σ. 172, 173.
[10] Marshal F., “The late antique hero”, 2011 [2008], σ. 172, 173.
[11] Egan Eileen, Peace Be with You ,,,, Wipf & Stock Publishers, 2004  σ. 64. https://books.google.gr/
[12] Στον Όμηρο η πάτρη, εκτός από την πατρίδα, σημαίνει και τον πατέρα (Ιλ. Ν, 354).
[13] Π.χ. κατά τον Κοσμά τον Αιτωλό «… ο Θεός μας έβαλεν τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθᾳ πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας» Κατά τη χριστιανική αντίληψη, η ουράνια πατρίδα είναι ιεραρχικά ανώτερη από την επίγεια, αλλά δεν καταργεί την τελευταία.  π. Μεταλληνός Γ., 26/3/2005.
[14] Στοβαίος III 40, 7, στο Ιωάννου Στοβαίου Ανθολόγιον, Thomas Gaisford, Lipsiae, 1823, τόμ. 2, 40, 7, σ. 231. https://archive.org
[15] Λουκιανός, Πατρίδος εγκώμιον, 1. https://el.wikisource.org
[16] «Μήτηρ δε άλλη μεν άλλου· κοινὴ δε πάντων, πατρίς.» Γρηγόριος ο Θεολόγος (π. 369), Επιστολή 37 προς Σωφρόνιο, Migne J.P., Patrologia Graeca, 1862, τόμ. 37, σ. 77-78.
[17] Π.χ. Κριταί 3,1-2, Ι.Ναυή 8, Δευτ. 7,1-2 κλπ.
[18] Οι περισσότερες σύγχρονες μελέτες γύρω από τη σχέση των πρώτων Χριστιανών με τον πόλεμο ερμηνεύουν τις πηγές αναχρονιστικά, μέσα από ένα σύγχρονο ιδεολογικό-ηθικό bias. Όμως μια μειονότητα σύγχρονων μελετητών κρίνει ότι δεν υπήρχε κάποια σαφής και ενιαία στάση των πρώτων Χριστιανών υπέρ ή κατά του (δίκαιου) πολέμου. Huttunen N., 2020, σ. 138-357, ιδίως σ. 138, 183, 184.
[19] Binkley Olin T., 1961, σ. 93–94.
[20] Οι απόψεις των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας, και κυρίως του Αυγουστίνου, γύρω από τον πόλεμο συνοψίζονται στο Russel Frederick H., The Just War in the Middle Ages, 1975, σ. 1-40.
[21]pro veritate fidei, et salvation patriae, ac defensione Christianorum”. Gaines Post, 1953, σ. 282. O Kantorowicz (1951, σ. 481) το αποδίδει στον Πάπα Νικόλαο Α’ (858-867).
[22] Migne J.P., Ελληνική Πατρολογία, 1863, τόμ. 107, σ. 828.
[23] Ό.π., 107, σ. 949, ιστ’, ιθ’.
[24] Anonymus Byzantinus, Rhetorica militaris, έκδοση 1855, σ. 8, ΙΧ,2. Επισήμως το κείμενο αποδίδεται σε «Ανώνυμο Βυζαντινό», που παλαιότερα πιστευόταν ότι ήταν του 6ου αι. Νεώτερες έρευνες το αποδίδουν στον Συριανό Μάγιστρο που έζησε τον 9ο αιώνα. Ωστόσο, κάποια τμήματα πιθανότατα προέρχονται από παλαιότερα συγγράμματα.
[25] Meursius J. «Βιβλίον Τακτικόν …», 1745, τόμ. 6, στ. 1288.
[26] Κωνσταντινίδης Κ., Τα στρατιωτικά εγχειρίδια των Βυζαντινών …, 2011, σ. 68, 69. Για Θείες Λειτουργίες πριν τη μάχη 69, 70.
[27] Giakoumis Konstantinos, “Byzantine coins in Berat …”, 2018, σ. 66 κ.ε.
[28] Οι πολεμικοί άγιοι (Δημήτριος, Γεώργιος, Προκόπιος, Θεόδωροι κ.ά.) και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ απεικονίζονταν σε πολεμικές σημαίες τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα, όπως προκύπτει από το «Περί των οφφικιαλίων του Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως …» που αποδίδεται στον Γεώργιο Κωδινό (Ψευδοκωδινό). Saxby M.S., 2018, σ. 53.
[29] Bachrach David S., Religion and the Conduct of War, 2003, σ. 156.
[30] Aποδίδεται στα σύγχρονα αγγλικά ως “for their country and race, and for the faith of Jesus Christ”. Frantzen Allen J., 2004, σ. 65.
[31]  Dupont-Ferrier, G. 1940, σ. 93.
[32]  Για την Εκκλησία ως πατρίδα βλ. Russel, 1975, σ. 39. Για περισσότερα παραπέμπει στο Kantorowicz Ε., The Kings Two Bodies, 1985, σ. 232-49.
[33] . Dupont-Ferrier, G. 1940, σ. 92, 93. Από το Μεσαίων χρησιμοποιείται στη Γαλλία και η λέξη pays εναλλακτικά με την patrie.
[34] Varga Β., 2010, σ. 302.
[35] Forgath F., Rerum Hungaricum …, 1788, σ. 49 ● Varga B., 2010, σ. 303.
[36] Varga Β., 2010, σ. 304-306. Ως έθνος αποδίδω το “nation” του αγγλικού κειμένου.
[37] Ribini Joannes, Memorabilia …, 1787,  σ. 330.
[38] Zoltan Bodolai Hungarica : 1983. Κεφ. 16, “The lost century” (χωρίς αριθ. σελίδας)
[39] Οι προκηρύξεις υπάρχουν στο Φωτεινός Ηλίας, Οι άθλοι της εν Βλαχία ελληνικής επαναστάσεως, 1846. Προκηρύξεις προς Δάκες κτλ, σ. 33 κ.ε. Στις προκηρύξεις είναι διακριτές οι πατρίδες των Ελλήνων, των Δακών (Ρουμάνων) και των Μολδαβών.
[40] Arriani Tactica & Mauricii Artis militaris libri dvodecim, έκδοση σχολιασμένη Johannes Schefferus, Ουπσάλα, 1664, Λόγος 7ος, κεφ. Β’, σ. 138. Αδνουμιάζω = αγιάζω.
[41] Migne, Πατρολογία, 1863, τόμ. 107, σ. 844  και σ. 1060 αντίστοιχα.
[42] Φωτόπουλος Αθ., «Βιογραφία του αγωνιστού Αναγνώστη Γιαννοπούλου», [1983], 1986, σ. 330, 331. Η Περιστέρα Καλαβρύτων και τα πέριξ χωριά, γνωστά και ως Κλουκίνες, κατά τον Α. Φραντζή ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης με τους προκρίτους την 24 Μαρτίου 1821.
[43] Φραντζής (ή Σφραντζής) Γεώργιος , Χρονικό Majus, κεφ. B’, 1477, στο Κείμενα Νεοελλ. Λογοτεχνίας (Α’ Γεν. Λυκείου), σ. 66.
[44] Nestor-Iskender, The Tale of Constantinople. Οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν «ξανθά γένη» και άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, όπως τους Φράγκους και τους Λογγοβάρδους (Τακτικόν Ψευδο-Μαυρικίου, αναφέρεται στο Καραπλή Κ., σ. 250).
[45] Λάμπρος Σ.Π., Αργυροπούλεια, 1910, σ. 39, στ. 14-16. Το παλαιότερο σωζόμενο χειρόγραφο της ομιλίας είναι του 15ου αιώνα.
[46] Kharkhordin Oleg, “What Is the State? …”, 2000,  p. 15.
[47] Bartlett Rosamund, “The Meaning of Motherland”, 2006, σ. 4.
[48] Το λεξικό SLOVNIK STAROUKRAINSKOI MOVI XIV-XV ST., T. 2, Kiiv: Naukova Dumka, (1978), σ. 111, 112, (https://archive.org) στο λήμμα Отчизна έχει αρκετές παραπομπές σε σλαβικά κείμενα του 15ου αιώνα με παραδείγματα της χρήσης της λέξης, αλλά το εμπόδιο της γλώσσας δεν μου επιτρέπει να τα διερευνήσω.
[49] Έπη Ομήρου, πρωτότυπο και νεοελληνικές μεταφράσεις, στο http://users.sch.gr/
[50] History of Russian Literature, The Chronicle Story of the Battle of Kulikovo (κεφ. “14th-15th century, 1st half”) www.rusliterature.org/
[51] Crummey Robert O. The Formation of Muscovy…, 2014, κεφ. 7 (σελίδες άνευ αριθ.). Στα έπη της μάχης του Κουλίκοβο χρησιμοποιούνται φραστικά σχήματα που βρίσκονται σε αγιολογικά κείμενα των ετών 1396 έως 1418 του ιερομονάχου Επιφανείου του Σοφού, ο οποίος είχε ασκηθεί στην Ιερουσαλήμ και το Άγιον Όρος.
[52] Ελεύθερη μετάφραση από το αγγλικό που υπάρχει στο Stoyanov Yuri, “Eastern Orthodox Christianity”, στο G. M. Reichberg & H. Syse (eds.), 2014, σ. 192.
[53] Halperin Charles J. “The Concept of the Russian Land …”, 1975, σ. 36.
[54] Karamzin Nikolay, Istoriia gosudarstva Rossiiskogo, τομ. 5, σ. 35. Αναφέρεται στο Parppei Kati M.J., The Battle of Kulikovo Refought…, 2017, σ. 124.
[55] Plokhy S., The Cossacks and Religion …, 2001, σ. 168.
[56] Plokhy S., The Origins of the Slavic Nations, 2006, σ. 193
[57] Kharkhordin, σ. 14 και σημ. 56. Την ίδια εποχή (1710), οι Σουηδοί πολεμούσαν και κατά των Δανών, επικαλούμενοι κι αυτοί τον ίδιο Θεό, τον δικό τους βασιλέα και τη δική τους πατρίδα. (Marklund Α., 2013, σ. 158, 159).
[58] Zdenko Zlatar, The Poetics of Slavdom…, 2007, τ. 2, σ. 686.
[59] Gaida F., “For Faith, Tsar and Fatherland…”
[60] Betsy Perabo, Russian Orthodoxy and the Russo-Japanese War, 2017, σ.  70, 71.
[61] Грамота на права, вольности и преимущества благородного российского дворянства, 21 Απρ. 1785, στο  https://constitution.garant.ru/history/act1600-1918/2400
[62] McBurney Erin, “Art and Power in the Reign of Catherine the Great, 2014, σ. 28, 152, 154, 155.
[63] Kupryushkin Sergey, Наградные медали России … (Απονομή μεταλλίων της Ρωσίας κατά τους Ναπολεοντείους πολέμους του 1807-1814)  ● Gaida F., 2013. ● Frary Lucien J., Russia and the Making of Modern Greek Identity, 2015, σ.20, αναφέρεται στο Αργυράκος Γ. & Αργυράκου Κ.Κ, Η Επανάσταση του ’21 στην Gazette de Lausanne, 2017, σ. 36, υποσημ. 7.
[64] Zamotin Ivan I. «Russian Bulletin by Glinka”, στο «Отечественная война и Русское общество» 1812-1912 (Πατριωτικός Πόλεμος και Ρωσική Κοινωνία: 1812-1912), έκδοση 1912, τόμ. 5, σ. 130-138. (σε ρωσική γλώσσα, με δυνατότητα αυτόματης μετάφρασης στα αγγλικά).
[65] APPA, “Manifesto after the capture of Paris …”, 18-3-2018, http://news.ap-pa.ru/.
[66] Wortman Richard S., 2012, σ. 1099.
[67] Wikipedia (γερμανικά), άρθρο «Mit Gott für König und Vaterland».
[68] Ό.π., τ. 1, σ. 406 και σ. 463 αντίστοιχα.
[69] Αρχεία Ελλ. Παλιγγενεσίας. τ. 1, σ. 434.
[70] Ό.π., τ. 3, σ. 341.
[71] Λουκίδης Γ. Δύο ομιλίες …,  2018, σ. 18. Η ομιλία σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις είναι γνήσια, και αν δεν έχει γραφεί από τον ίδιο το Γερμανό πάντως προέρχεται από Ελληνορθόδοξη πηγή. Μπορεί να εκφωνήθηκε στις 20 Μαρτίου 1821, μια μέρα πριν την εξέγερση των Καλαβρύτων.
[72] Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, Καταγραφή Γ. Τερτσέτη,επιμέλεια Τάσος Βουρνάς, Αθήνα 1983, σ.178. Αναφέρεται στο Κολιόπουλος Ι. κ.ά., Ιστορία …, βιβλίο μαθητή ΣΤ’ Δημοτικού, τ. 2, σ. 29. ● Αναφορές του Κολοκοτρώνη όπως «Η Γαλλική επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε κατὰ την γνώμην μου να ανοίξη τα μάτια του κόσμου …» πρέπει να είναι παρεμβάσεις του Τερτσέτη (ο οποίος κατέγραψε τα απομνημονεύματα), αφού είναι απίθανο ότι η μεγάλη μάζα του λαού (και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης) ήταν σε θέση να γνωρίζει ή να κατανοεί τα της Γαλλ. Επανάστασης. Είναι χαρακτηριστική η ισχνή παρουσία στην Ελλ. Επανάσταση συνθημάτων περί ισότητας, δημοκρατίας και συναφών εννοιών οι οποίες ήταν κεντρικές στη Γαλλική Επανάσταση.
[73] Φωτεινός Ηλίας, 1846, σ. 36.

 

Βιβλιογραφία

  • Anonymus Byzantinus, Rhetorica militaris ή Δημηγορίαι προτρεπτικαί προς ανδρείαν, έκδ. Köchly Hermann, Turici (Ζυρίχη) 1855, https://reader.digitale-sammlungen.de/
  • APPA, “Manifesto after the capture of Paris on March 19, 1814”, http://news.ap-pa.ru/news/ 18-3-2018, και http://nlr.ru/e-res/law_r/search.php
  • Arriani Tactica & Mauricii Artis militaris libri dvodecim, έκδοση σχολιασμένη Johannes Schefferus, Ουπσάλα, 1664. https://books.google.gr/
  • Bartlett Rosamund, “The Meaning of Motherland”, 2006. Στο www.simoncroberts.com
  • Betsy Perabo, Russian Orthodoxy and the Russo-Japanese War, Bloomsbury Publishing, 2017.
  • Binkley Olin T., επισκόπηση του βιβλίου του Roland H. Bainton. Christian Attitudes Toward War and Peace, N. York and Nashville: Abingdon Press, 1960, στο Journal of Church and State, Vol. 3, Issue 1, May 1961, σ. 93–94, doi.org/10.1093/jcs/3.1.93 και https://academic.oup.com
  • Bachrach David S., Religion and the Conduct of War, C. 300-1215, Boydell Press, 2003. https://books.google.gr
  • Bowden, “Hoplites and Homer: Warfare, hero cult, and the ideology of the polis”, στο Rich, D., Rich, J., Shipley, G. (Eds.), War and Society in the Greek World. London: Routledge, 1993, https://doi.org/10.4324/9780203431467, σ. 45-63. https://books.google.gr
  • Crummey Robert O. The Formation of Muscovy 1300–1613, Routledge, 2014. https://books.google.gr
  • Dupont-Ferrier, Gustave. “Le sens des mots Patria, Patrie, dans la France du Moyen Âge …”. Revue Historique, 188/189, no. 1, 1940, pp. 89–104. JSTOR.
  • Egan Eileen, Peace Be with You: Justified Warfare or the Way of Nonviolence, Wipf and Stock Publishers, 18 Αυγ 2004  p. 64. https://books.google.gr/
  • Forgath F., Rerum Hungaricum sui temporis Commentarii, 1788, http//books.google
  • Frantzen Allen J., Bloody Good: Chivalry, Sacrifice, and the Great War, University of Chicago Press, 2004. https://books.google.gr.
  • Gaida Fedor, «For Faith, Tsar and Fatherland»: to the history of the famous military motto.», ρωσικά «ЗА ВЕРУ, ЦАРЯ И ОТЕЧЕСТВО»: К ИСТОРИИ ЗНАМЕНИТОГО ВОИНСКОГО ДЕВИЗА», 31/5/2013, στο http://pravoslavie.ru/61882.html , με δυνατότητα μετάφρασης μηχανής στα αγγλικά.
  • Gaines Post, “Two notes on nationalism in the Middle Ages”, Traditio, vol. 9, 1953, pp. 281–320. www.jstor.org.
  • Gaisford Thomas (εκδ.), Ιωάννου Στοβαίου Ανθολόγιον, Lipsiae, 1823, https://archive.org
  • Giakoumis Konstantinos, “Byzantine coins in Berat …”, στο “The role of money in wartime”, 2nd Conference of the Museum of the Bank of Albania, Tirana, 2018, www.bankofalbania.org/Publications
  • Halperin Charles J. “The Concept of the Russian Land from the Ninth to the Fourteenth Centuries.” Russian History, vol. 2, no. 1, 1975, pp. 29–38. JSTOR.
  • History of Russian Literature. WordPress, 2020, www.rusliterature.org/
  • Huttunen Niko, Early Christians Adapting to the Roman Empire, Brill, 2020, κεφ. 4, “Brothers in Arms: Soldiers in Early Christianity”, σ. 138-357. https://helda.helsinki.fi/
  • Kantorowicz Ernst H, “Pro Patria Mori in Medieval Political Thought”, The American Historical Review, Vol. 56, No. 3 (Apr., 1951), pp. 472-492. JSTOR.
  • Kantorowicz Ernst H., The King’s Two Bodies, Princeton University Press, 1985. https://books.google.gr
  • Kharkhordin Oleg, “What Is the State? The Russian Concept of Gosudarstvo in the European Context”, XVIII World Congress of the International Political Science Association, 2000, https://eusp.org/, και στο www.academia.edu/
  • Kupryushkin Sergey, Наградные медали России периода Наполеоновских войн 1807-1814 гг (Απονομή μεταλλίων της Ρωσίας κατά τους Ναπολεοντείους πολέμους του 1807-1814) http://www.museum.ru/museum/1812/Army/Awards1/index.html
  • Marklund Andreas, ‘The Manly Sacrifice: Martial Manliness and Patriotic Martyrdom in Nordic Propaganda during the Great Northern War’, Gender & History, Vol.25 No.1, 2013, pp. 150–169. www.libraryofsocialscience.com/assets/pdf/Marklund-2–gend12005.pdf
  • Marshal Francisco, “The late antique hero” στο P. Brown & R. Lizzi Testa (eds.) Pagans and Christians in the Roman Empire: The Breaking of a Dialogue, LIT, Zürich 2011 [2008]. https://books.google.gr
  • McBurney Erin, “Art and Power in the Reign of Catherine the Great: The State Portraits”, διδακτορική διατριβή, School of Arts and Sciences, Columbia University, 2014. https://academiccommons.columbia.edu/doi/10.7916/D8CC0XT5
  • Meursius Joannes, «Βιβλίον Τακτικόν … όπερ συνέγραψε Κονσταντίνος Βασιλεύς …», Florentiae, 1745, τόμ. 6, στ. 1288. https://books.google.gr
  • Migne Jacques Paul, Ελληνική Πατρολογία (Patrologiae cursus completus), έκδοση 1862 https://books.google.gr, έκδ. 1863. http://graeca.patristica.net/.
  • Nestor-Iskender, The Tale of Constantinople.  Σε παλαιά ρωσικά, παράγραφοι με ζυγούς αριθμούς, στο http://myriobiblion.byzantion.ru/romania-rosia/nestor1.htm. Σε νέα ρωσική γλώσσα, § C με μονούς αριθ., στο http://myriobiblion.byzantion.ru/romania-rosia/nestor2.htm,  Επίσης στο http://lib.pushkinskijdom.ru/Default.aspx?tabid=5059.
  • Parppei Kati M.J., The Battle of Kulikovo Refought: “The First National Feat”, Brill, 2017, https://books.google.gr
  • Plokhy Serhii, The Cossacks and Religion in Early Modern Ukraine, Oxford Univ. Press, 8 Νοε 2001. https://books.google.gr
  • Plokhy Serhii, The Origins of the Slavic Nations, Cambridge Univ. Press, 2006.
  • Ribini Joannes, Memorabilia Augustanae Confessionis in regno Hungariae a Ferdinando  I, 1787. https://books.google.gr.
  • Russel Frederick H., The Just War in the Middle Ages, Cambridge University Press, 1975. https://books.google.gr
  • Saxby Michael-Stephen, Remilitarising the Byzantine Imperial image: a study of numismatic evidence and other visual media 1042-1453. Ph.D. Thesis, University of Birmingham, 2018.
  • SLOVNIK STAROUKRAINSKOI MOVI XIV-XV ST., T. 2, Kiiv: Naukova Dumka, 1978, https://archive.org/
  • Stoyanov Yuri, “Eastern Orthodox Christianity”, στο Gregory M. Reichberg, Henrik Syse (eds.), Religion, War, and Ethics: A Sourcebook of Textual Traditions, Cambridge University Press, 2014. https://books.google.gr.
  • Varga Benedek, “Political humanism and the corporate theory of state: Nation, Patria And Virtue In Hungarian Political Thought Of The Sixteenth Century”, στο Balazs Trencsenyi & M. Zászkaliczk (eds.), Whose Love of Which Country ? …, Brill, 2010
  • Wikipedia, άρθρο “Mit Gott für König und Vaterland” (γερμ.).
  • Wortman Richard S., “1812 in the Evocations of Imperial Myth”, Revue des études slaves, 83 (4) 2012. doi : https://doi.org/10.3406/slave.2012.8296
  • Zamotin Ivan I. «Russian Bulletin» by Glinka, στο Отечественная война и Русское общество 1812-1912, έκδοση 1912, τ. 5, www.museum.ru/museum/1812/Library/Sitin/book5_07.html
  • Zdenko Zlatar, The Poetics of Slavdom: The Mythopoeic Foundations of Yugoslavia, 2007, τ. 2, https://books.google.gr
  • Zoltan Bodolai, Hungarica: a chronicle of events and personalities from the Hungarian past, 1983. Κεφ. 16, www.hungarianhistory.com/lib/timeless2/Timeless16.pdf

 

Ελληνική βιβλιογραφία

  • Αργυράκος Γεώργιος & Αργυράκου Κωνσταντίνα Κορασόν, Η Επανάσταση του ’21 στην Gazette de Lausanne, Εκδ. «Ελίκρανον», Αθήνα 2017
  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821-1832, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971-2001, ψηφιοποιημένο στο https://paligenesia.parliament.gr.
  • Βαρδίδης Εμμανουήλ «ο Κρής» (εκδ.), Κρητικαί ρίμαι: Tα τραγούδια Δασκαλογιάννη και Αληδάκη, β’ έκδ.,  Χανιά, 1905. http://repository.academyofathens.gr/document/171635.pdf
  • Βικιθήκη, https://el.wikisource.org
  • Έπη Ομήρου, http://users.sch.gr/
  • Καλλιβρετάκης Λεωνίδας «Η Επανάσταση και το τραγούδι του Δασκαλογιάννη», ΤΑ ΝΕΑ, 30 Αυγ. 2000, σ. 16, 17. http://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/8776
  • Καραπλή Κατερίνα, «Οι καντάτορες», Εώα & Εσπέρια, 1996, 2, 229-252, doi.org/10.12681/eoaesperia.34
  • Κολιόπουλος Ιωαννης κ.ά., Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου, βιβλίο μαθητή ΣΤ’ Δημοτικού, 2ος τόμος. http://prosvasimo.iep.edu.gr/Books
  • Κρεμμυδάς Βασίλης, Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, Gutenberg, 2017, https://issuu.com/.
  • Κρεμμυδάς Βασίλης, «Το ιδεολογικό στίγµα του 1821» ΤΑ ΝΕΑ, 24/3/2011, www.tanea.gr/
  • Κρεμμυδάς Βασίλης, «Υποδοχή των ευρωπαϊκών ιδεών από τον ελληνισμό στο τέλος της τουρκοκρατίας»,  Θέσεις – τριμηνιαία επιθεώρηση (χωρίς ημερ/νία), www.theseis.com
  • Κωνσταντινίδης Κωνσταντίνος, Τα στρατιωτικά εγχειρίδια των Βυζαντινών ως πηγή πολιτιστικών στοιχείων και αντιλήψεων, …, Μεταπτυχ. Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή, 2011, http://ikee.lib.auth.gr/record/126532?ln=el
  • Λάμπρος Σπυρίδων Π., Αργυροπούλεια, 1910, https://Books.google.gr
  • Λουκίδης Γεώργιος, «Η μικρότητα του μαρξιστή ιστορικού  μπροστά στο 1821», Αντίβαρο, 5 Ιουλ. 2017. www.antibaro.gr/article/17246.
  • Λουκίδης Γεώργιος Δύο ομιλίες του Παλαιών Πατρών Γερμανού στην Αγία Λαύρα το Μάρτιο 1821, Αθήνα, Ελίκρανον, 2018.
  • Μαυρικίου Τακτικά, βλ. Arriani Tactica …
  • Μεταλληνός Γεώργιος, «Έθνος-Εθνικισμὸς & Ορθόδοξο φρόνημα». Ἱερὰ Μητρόπολις Γερμανίας (26/3/2005), http://users.uoa.gr.
  • Φραντζής (ή Σφραντζής) Γεώργιος, Χρονικό Majus, 1477, στο Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Α’ Γεν. Λυκείου), Α’ τεύχος – Βιβλίο Μαθητή. ebooks.edu.gr
  • Φωτεινός Ηλίας, Οι άθλοι της εν Βλαχία ελληνικής επαναστάσεως το 1821 …, Λειψία, 1846.». https://anemi.lib.uoc.gr.
  • Φωτόπουλος Θ. Αθανάσιος, «Βιογραφία του αγωνιστού Αναγνώστη Γιαννοπούλου», Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών (Καλάβρυτα, 1983), Πελοποννησιακά, Παράρτ. 11, Αθήνα, 1986.

 

Ιστοχώροι.

  • http://constitution.garant.ru/history/act1600-1918/2400/ Грамота на права, вольности и преимущества благородного российского дворянства, 21 Απρ. 1785
  • http://maronas480.blogspot.com/p/blog-page_12.html, Τυρταίος. Πρόσβαση 19-9-2020.
  • www.greek-language.gr, Αισχύλου, Πέρσαι.
  • www.ypsilantio.gr. Προκήρυξη «Μάχου υπέρ πίστεως …»
  • http://users.uoa.gr/~nektar/history/1antiquity/oaths_antiquity.htm

 

Η βασιλική οικογένεια της Βαυαρίας θαυμάζει τον πίνακα του Von Hess, με θέμα την άφιξη του Οθωνος στο Ναύπλιο

 

Δρ. Ελένη Λεοντίδου και Επιστημονική Επιτροπή ΕΕΦ

 

Η διεθνής συγκυρία στην αρχή της Ελληνικής επανάστασης δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή: μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους, οι ηγέτες των ευρωπαϊκών δυνάμεων συναντήθηκαν στη Βιέννη, όπου συναίνεσαν σε μία κοινή γραμμή πολιτικής για τη διατήρηση του εδαφικού και κοινωνικού καθεστώτος των μοναρχιών της Ευρώπης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γαλλική Επανάσταση είχε οδηγήσει σε καθεστώς τρομοκρατίας, ενώ εν τέλει έφερε στην εξουσία τον Ναπολέοντα, ο οποίος προκάλεσε σειρά πολέμων που είχαν μεγάλο κόστος για την Ευρώπη. Εξ΄αιτίας αυτής της εμμονής με τη διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης και της ισορροπίας των δυνάμεων, για την αποφυγή νέων συρράξεων, οι μεγάλες Ευρωπαϊκές δυνάμεις, και ιδιαίτερα οι Πρωσία, Ρωσία και Αυστρία, ιδρυτικά μέλη της «Ιεράς Συμμαχίας», ανέπτυξαν μια εχθρική πολιτική απέναντι σε εθνικά ή φιλελεύθερα κινήματα.

Οι Έλληνες επαναστάτες είχαν όμως σε μεγάλο βαθμό την κοινή γνώμη της Ευρώπης με το μέρος τους. Οι ευρωπαϊκές ελίτ θαύμαζαν τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό και τον αναγνώριζαν ως το υπόβαθρο του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, ενώ έβλεπαν τους Οθωμανούς ως βάρβαρους και απάνθρωπους δυνάστες.

Αυτό ίσχυε και για τις βασιλικές οικογένειες της Ευρώπης, μέλη των οποίων είχαν αναπτύξει φιλελληνικά αισθήματα ήδη πριν την έναρξη της επανάστασης.  Ένα παράδειγμα αποτελεί η Caroline von Braunschweig-Wolfenbüttel (1768 – 1821), η σύζυγος του πρίγκιπα της Ουαλίας και αργότερα βασιλέα της Βρετανίας Γεωργίου Δ΄, η οποία είχε μεγάλη αγάπη για την κλασσική Ελλάδα και τους Έλληνες. Το 1816, κατά τη διάρκεια μίας περιοδείας της στην Ανατολή μάλιστα επισκέφθηκε την Αθήνα όπου ενήργησε ανασκαφές και εκδήλωσε την υποστήριξη της προς την Εταιρεία Φιλομούσων, εταιρεία υπό Βρετανική προστασία που είχε ως στόχο την μόρφωση των νέων, και την καλλιέργεια εθνικής συνειδήσεως.[1]

 

Caroline von Braunschweig-Wolfenbüttel (1768-1821)

 

Τα φιλελληνικά αισθήματα των μελών των βασιλικών οικογενειών  εκδηλώνονταν κυρίως με γενναιόδωρες εισφορές σε διάφορους εράνους που διοργάνωναν τα φιλελληνικά κομιτάτα της Ευρώπης για την οικονομική στήριξη των επαναστατημένων Ελλήνων. Μάλιστα, υπήρχε και περίπτωση μέλους βασιλικής οικογενείας που πρωτοστάτησε στην ίδρυση και χρηματοδότηση φιλελληνικού κομιτάτου. Πρόκειται για την αδελφή του Σουηδού βασιλέα, πριγκίπισσα Sophia Albertina της Σουηδίας, η οποία είχε μεταβάλει τα ανάκτορα σε κέντρο φιλελληνισμού και ίδρυσε, μετά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, γυναικείο κομιτάτο.[2]

 

Sophia Albertina της Σουηδίας (1753 – 1829)

 

Ο διάδοχος του θρόνου της Δανίας, πρίγκιπας Χριστιανός Φρειδερίκος, μετέπειτα Χριστιανός Η΄, ήταν και αυτός υποστηρικτής της Ελληνικής Επανάστασης. Το 1814 ανταποκρίθηκε ανώνυμα σε διοργάνωση εράνου του Δανού ιερέα Hans Bastholm συνεισφέροντας το ποσό των 500 ταλήρων.

 

Christian VIII, Βασιλέας της Δανίας (1786 – 1848)

 

Τον Αύγουστο του 1821 απέστειλε στην Ελλάδα τον C. L. J. Von Wedekind  Υπολοχαγό του Δανικού Στρατού. Αυτός, στις αρχές του 1822, πήγε στο Παρίσι, ούτως ώστε να έρθει σε επαφή με το Φιλελληνικό Κομιτάτο των Παρισίων. Στη συνέχεια γύρισε πίσω στην πατρίδα του αλλά αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα. Για την Φιλελληνική του δράση, ο Χριστιανός Φρειδερίκος τον έκανε υπασπιστή του. Ο Χριστιανός ήταν επίσης συνδρομητής της Δανικής φιλελληνικής εφημερίδας «Graekervennen» (ο Φιλέλλην).[3] Όταν οι Δανοί φιλέλληνες επέστρεψαν στη χώρα τους, ο βασιλέας ανέλαβε να πληρώσει ο ίδιος τα χρέη τους.[4]

 

Charles X (Charles Philippe), Βασιλέας της Γαλλίας (1757 – 1836)

 

Η Γαλλία του βασιλιά Καρόλου Ι’ ήταν ενεργό μέλος της Ιεράς Συμμαχίας αλλά ήταν επίσης πατρίδα ενός μεγάλου αριθμού φιλελλήνων που μετέβησαν στην Ελλάδα για να πολεμήσουν. Το ισχυρό φιλελληνικό ρεύμα που ακολούθησε τις σφαγές της Χίου, και ιδιαίτερα αργότερα την Έξοδο του Μεσολογγίου, ενίσχυσαν περαιτέρω το ρεύμα συμπάθειας προς την ελληνική υπόθεση. Μετά από την νίκη των Ευρωπαϊκών συμμαχικών δυνάμεων στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, ο Κάρολος Ι’ υποστήριξε με χρήματα την Ελληνική Επανάσταση και το 1828 έστειλε στην Ελλάδα στρατιωτική αποστολή 14000 ανδρών με αρχηγό τον στρατηγό Maison με αποστολή να θέσει ένα τέλος στις επιχειρήσεις του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Ο Maison μετέφερε μαζί του αρχαιολόγους και επιστήμονες οι οποίοι χαρτογράφησαν την περιοχή, ετοίμασαν τα πολεοδομικά σχέδια των περισσοτέρων πόλεων, κατέγραψαν τα αρχαία μνημεία της και προσέφεραν τεχνογνωσία στον τοπικό πληθυσμό.[5]

Ακόμη, ο οίκος της Ορλεάνης είχε επίσης ταχθεί υπέρ των Ελλήνων. Ο δούκας της Ορλεάνης, ο οποίος αργότερα έγινε και βασιλέας των Γάλλων, Λουδοβίκος-Φίλιππος προσέφερε σημαντικά χρηματικά ποσά σε φιλελληνικούς εράνους. Σε ένα μόνο έρανο η πριγκίπισσα της Ορλεάνης  προσέφερε 3000 Φράγκα υπέρ των Ελλήνων.[6]

 

Louis Philippe I Βασιλέας των Γάλλων (1773 – 1850)

Louise Marie Thérèse Charlotte Isabelle d’Orléans (1812-1850)

 

Ο Φιλελληνισμός ήταν επίσης ιδιαίτερα διαδεδομένος και στους βασιλικούς οίκους στα Γερμανικά κρατίδια. Για παράδειγμα, ο Γουλιέλμος Α’, δεύτερος βασιλέας της Βυρτεμβέργης (1816-1864) υπήρξε σημαντικός φιλέλληνας[7].

 

William I, Βασιλέας του Württemberg (1781 – 1864)

 

Ο σημαντικότερος φιλέλληνας μονάρχης ήταν όμως ο βασιλέας της Βαυαρίας Λουδοβίκος Α’.

 

Ludwig I, Βασιλέας της Βαυαρίας (1786 – 1868)

 

Ο Eυρωπαίος ηγέτης που πήρε από την αρχή και ανοικτά θέση υπέρ της ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Ο Λουδοβίκος, πατέρας του Όθωνα, του μελλοντικού βασιλέα της Ελλάδος, ήταν φανατικός ελληνιστής, φίλος των τεχνών, και οραματίστηκε την πρωτεύουσα του, το Μόναχο, ως κέντρο νεοκλασικού φιλελληνικού ανθρωπισμού.  Από τη θέση ισχύος στην οποία βρισκόταν διευκόλυνε την δημιουργία του Φιλελληνικού Συλλόγου του Μονάχου, έγραφε προκηρύξεις υπέρ της Ελλάδος και δημοσίευε πύρινα άρθρα υπέρ της Επανάστασης στον τύπο. Έγραψε επίσης 32 φιλελληνικά ποιήματα και δημοσίευσε ποιητικές συλλογές, τα έσοδα των οποίων ετίθεντο στη διάθεση της επαναστατημένης Ελλάδας.[8] Μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου συνεισέφερε 2 εκατομμύρια φράγκα για τους σκοπούς της Επανάστασης.[9]

Ο βασιλέας της Βαυαρίας έστειλε ο ίδιος ένα σώμα φιλελλήνων υπό τη διοίκηση του Karl  Heideck για να πολεμήσουν στην Ελλάδα.[10] Κατά την ίδια περίοδο έστειλε επίσης στην Αθήνα τον διάσημο ζωγράφο τοπίων Carl Rottmann (1797-1850), ο οποίος ζωγράφισε ελληνικά ιστορικά τοπία για να τοποθετηθούν στο Hofgarten του Μονάχου.[11] Οι διάσημοι φιλελληνικοί ζωγραφικοί πίνακες του Peter von Hess (39 σκηνές από την Ελληνική Επανάσταση έγιναν μετά από παραγγελία του.[12]

Σε ορισμένες περιπτώσεις οι αντιλήψεις των πριγκίπων έρχονταν σε αντίθεση με την πολιτική του κράτους. Ενώ δυο από τους πρίγκιπες του βασιλείου των Κάτω Χωρών ήταν φιλέλληνες, στρατηγικά συμφέροντα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία εμποδίζαν την βασιλική οικογένεια από το να υποστηρίξει ανοικτά την Ελληνική υπόθεση. Επίσης ο Ολλανδός βασιλέας δεν ήθελε να ενδυναμώσει τις φωνές που ζητούσαν ανεξαρτησία μέσα στο ίδιο του το βασίλειο, και συγκεκριμένα στο Βέλγιο, το οποίο τελικά κέρδισε την ανεξαρτησία του το 1830.[13] Παρόλα αυτά, το φιλελληνικό κίνημα εξελίχθηκε στις Κάτω Χώρες και προσέφερε πολλά στον αγώνα των Ελλήνων.

Ο πρίγκιπας της Πρωσίας ήταν θετικά διατεθειμένος έναντι στους Έλληνες επαναστάτες, αλλά η πρωσική κυβέρνηση ήταν από τις πιο εχθρικές προς τον αγώνα των Ελλήνων στις αρχές του. Οι φιλελληνικοί έρανοι και η συστράτευση φιλελλήνων μαχητών ήταν απαγορευμένοι στην Πρωσία μέχρι το 1826.[14] Τότε, ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος, ο βασιλέας της Πρωσίας διέταξε την άρση της απαγόρευσης των Εράνων, και μάλιστα φαίνεται ότι προσέφερε ανώνυμα 1.200 χρυσά φρειδερίκια προς για τους Χριστιανούς στην Ελλάδα.[15]

 

Frederick William III, βασιλέας της Πρωσίας (1770 – 1840)

 

Ενώ στη Δυτική Ευρώπη, τα φιλελληνικά αισθήματα των μοναρχών στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό στην αγάπη και τον θαυμασμό για τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, στη Ρωσία έπαιζε μεγάλο ρόλο η κοινή πίστη στην ορθοδοξία. Το θέμα των Ελλήνων είχε προκύψει πολύ νωρίτερα και πολιτικά υπήρξε μέρος του Ανατολικού ζητήματος, καθώς η μεγάλη εξασθένηση  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήδη από τον 18ο αιώνα άνοιγε το δρόμο για τη διαμοίραση των εδαφών της σε σφαίρες επιρροής. Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, η αυτοκράτειρα Αικατερίνη η Μεγάλη είχε απεργαστεί ένα φιλόδοξο σχέδιο για τη δημιουργία μίας ορθόδοξης αυτοκρατορίας: τη διχοτόμηση και διανομή των εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα ακολουθούσε η αποκατάσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας υπό Ρωσική προστασία και κυριαρχία.

Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους όμως, οι πολιτικές ισορροπίες άλλαξαν: η Ρωσική κυβέρνηση είδε στην αρχή αρνητικά την Ελληνική επανάσταση καθώς άνηκε στις δυνάμεις που δεν επιθυμούσαν την αλλαγή του status quo στην Ευρώπη. Έτσι ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ τήρησε ουδέτερη στάση. Εντούτοις, τον Ιούλιο του 1821 ενέκρινε το πρόγραμμα συλλογής βοήθειας για τους Έλληνες που κατέφυγαν στην Οδησσό και τη Βεσσαραβία, στο οποίο συνέδραμε και η σύζυγός του τσαρίνα Ελισάβετ. Τόσο ο τσάρος όσο και η τσαρίνα προσέφεραν σημαντικά ποσά στη Φιλόμουσο Εταιρεία της Βιέννης, που ήταν φιλολογική εταιρεία αντίστοιχη σε δράσεις και ιδεολογία με αυτή των Αθηνών, αλλά υπό Ρωσική επιρροή. Συγκεκριμένα, ο τσάρος προσέφερε 200 Ολλανδικά δουκάτα και η Τσαρίνα 100, ενώ προσέφεραν επίσης και οι περισσότεροι παραδουνάβιοι ηγεμόνες.[16]

Αρκετοί λοιπόν βασιλείς και πρίγκιπες της Ευρώπης υπήρξαν υποστηρικτές και εκφραστές του φιλελληνικού πνεύματος από την αρχή της Ελληνικής Επανάστασης. Στην αρχή τα φιλελληνικά τους αισθήματα δεν αρκούσαν, στις περισσότερες περιπτώσεις, για να διαμορφώσουν την πολιτική των χωρών τους. Εν τούτοις, η συνεισφορά τους ήταν σημαντική, ιδιαίτερα στο βαθμό που ενεθάρρυναν την ανάπτυξη των φιλελληνικών κομιτάτων.

Ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας είναι ο πρώτος βασιλέας που προσέφερε αμέριστη ηθική, οικονομική, ανθρωπιστική, διπλωματική και στρατιωτική στήριξη. Τα έργα τέχνης που παρήγγειλε διέδωσαν την ρομαντική εικονογραφία της επανάστασης που ενέπνευσε και συνεπήρε την Ευρώπη.

Στη συνέχεια, το 1826 δύο μοναρχικά καθεστώτα (της Μεγάλης Βρετανίας και της Ρωσίας), υπέγραψαν το Πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης (που αποσκοπούσε στην στήριξη της Ελλάδος), ενώ ένα χρόνο αργότερα, με την προσθήκη Γαλλικής μοναρχίας, οι τρείς πλέον μεγάλες δυνάμεις της εποχής κατέληξαν στη Συνθήκη του Λονδίνου που άνοιγε τον δρόμο για την απελευθέρωση της Ελλάδος, η οποία ουσιαστικά σφραγίσθηκε με την ναυμαχία στο Ναυαρίνο.

Αλλά και μετά το Ναυαρίνο, τα φιλελληνικά αισθήματα του Γάλλου βασιλέα, οδήγησαν σε ουσιαστική στρατιωτική στήριξη, και την απομάκρυνση των Τούρκων από την Πελοπόννησο.

Η μία μετά την άλλη, σχεδόν όλοι οι βασιλικοί οίκοι ταυτίσθηκαν με το φιλελληνικό κίνημα, και μετατράπηκαν σε σημαντικούς εκφραστές ιδεών που υπερέβαιναν τις σκοπιμότητες και τις πολιτικές ισορροπίες της εποχής και για αυτό κυρίως αξίζει να μνημονεύουμε τη στάση και τα έργα τους.

 

Παραπομπές

[1] Α. Μηλιαράκης, «Η Φιλόμουσος εταιρεία εν Αθήναις και η πριγγιπέσσα της Ουαλλίας (1816)», Εστία
683 (29.1.1889).
[2] William St Clair, That Greece may still be free, p. 271.
[3] Βλ. Αριστέα Παπανικολάου-Κρίστενσεν, Το Φιλελληνικό κίνημα στην Δανία.
[4] St Clair, Greece, p. 112.
[5] Ξένη Μπαλωτή, Μαιζών, ένας μεγάλος φιλέλληνας. Η εκστρατεία του στην Πελοπόννησο (Αθήνα 1993). Νίκος Τζανάκος, Η Γαλλική Εκστρατεία στον Μοριά και ο Στρατάρχης Μαιζών (Πάτρα, 2017).
[6] Στέφανος Παπαδόπουλος, «Το Μεσολόγγι και ο Φιλελληνισμός, ομιλία στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων για τον εορτασμό της 150ετηρίδος της Εθνικής Παλιγγενεσίας (27.11.1971)», Ιωάννινα 1971.
[7] Παύλος Καρολίδης, Ο γερμανικός φιλελληνισμός (Αθήνα, 1917).
[8] Λουδοβίκος Α’ (βασιλιάς της Βαυαρίας), Ποιήματα περί Ελλάδος, μτφρ. Σοφοκλής Καρύδης, (Αθήνα, 1868).
[9] Σεβαστή Κεφαλίδου, «Πώς βλέπουν οι Ευρωπαίοι Φιλέλληνες Περιηγητές και τεχνοκράτες τους υπόδουλους Έλληνες και την ελληνική πραγματικότητα (κοινωνία-πολιτική- παιδεία)», Μεταπτυχιακή εργασία. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (2005), σελ. 36, 82-3. Στέφανος Παπαδόπουλος, «Το Μεσολόγγι και ο Φιλελληνισμός», σ. 15, 32-4.
[10] Gahlen, Gundula: The Deployment of Bavarian Officers to Greece in the 19th Century, (2015), URL: http://www.mwme.eu/essays/index.html. Reinhard Heydenreuter, Die erträumte Nation. Griechenlands Staatswerdung zwischen Philhellenismus und Militärintervention, in: Reinhard Heydenreuter (ed.), Die erträumte Nation. Griechenlands Wiedergeburt im 19. Jahrhundert. Begleitband zur Ausstellung (München 1993), pp. 47-78.
[11] Markella-Elpida Tsichla, «The Semiotics of the Imagery of the Greek War of Independence. From Delacroix to the Frieze in Otto’s Palace, The Current Hellenic Parliament», cf. Kalligas, Μ. (1977) Images of Greek space after the Liberation. Watercolors and drawings by C. Rottmann and L. Lange. (Athens, 1977).
[12] Μιλτιάδης Παπανικολάου, «Εικόνες από την Ελληνική Επανάσταση: τα 39 πρωτότυπα σχέδια του Peter Von Hess»,  ΕΕΣΑΠΘ, ΙΖ’ (1978), σελ.  335-344.
[13] Β. J. Slot, «Σχέσεις μεταξύ Ολλανδίας και Ελλάδος από τον ΙΖ’ αιώνα μέχρι τον Καποδίστρια, «Παρνασσός, τ. 19.2 (1977), σελ. 281-282.
[14] St Clair, Greece, σ. 64.
[15] Παπαδόπουλος, «Το Μεσολόγγι και ο Φιλελληνισμός», σ. 17
[16] Theophilus C. Prousis, «Russian Philorthodox Relief During The Greek War Of Independence», University of North Florida, History Faculty Publications, (1985) http://digitalcommons.unf.edu/ahis_facpub/17, σελ. 41-42.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Λουδοβίκος Α’ (βασιλιάς της Βαυαρίας), ‘’Ποιήματα περί Ελλάδος’’, μτφρ. Σοφοκλής Καρύδης (Αθήνα, 1868).
  • Gahlen, Gundula. The Deployment of Bavarian Officers to Greece in the 19th Century, (2015), URL: http://www.mwme.eu/essays/index.html.
  • Heydenreuter, Reinhard. «Die erträumte Nation. Griechenlands Staatswerdung zwischen Philhellenismus und Militärintervention» in Reinhard Heydenreuter (ed.), Die erträumte Nation. Griechenlands Wiedergeburt im 19. Jahrhundert. Begleitband zur Ausstellung, (München, 1993), σελ. 47-78.
  • Kalligas, Μ. Images of Greek space after the Liberation. Watercolors and drawings by C. Rottmann and L. Lange (Athens, 1977).
  • Prousis Theophilus C., «Russian Philorthodox Relief During The Greek War Of Independence», University of North Florida, History Faculty Publications, σελ. 31-62. (1985) http://digitalcommons.unf.edu/ahis_facpub/17.
  • Slot Β. J., «Σχέσεις μεταξύ Ολλανδίας και Ελλάδος από τον ΙΖ’ αιώνα μέχρι τον Καποδίστρια», Παρνασσός, τ. 19.2 (1977), σελ. 263-284.
  • St Clair, William. That Greece Might Still Be Free: The Philhellenes in the War of Independence (Cambridge, 2008).
  • Tsichla, Markella-Elpida. «The Semiotics of the Imagery of the Greek War of Independence. From Delacroix to the Frieze in Otto’s Palace, The Current Hellenic Parliament». American Research Journal of Humanities & Social Science 3.1, σελ. 36-41 (2020).
  • Καρολίδης, Παύλος Ο γερμανικός φιλελληνισμός (Αθήνα, 1917).
  • Εταιρεία για τον Ελληνισμό και Φιλελληνισμό, «Ελληνίδες και φιλελληνίδες: η συμβολή τους στην Ελληνική Ανεξαρτησία», https://www.eefshp.org/ellinides-kai-filellinides-i-symvoli-toys-stin-elliniki-anexartisia/
  • Κεφαλίδου, Σεβαστή. «Πώς βλέπουν οι Ευρωπαίοι Φιλέλληνες Περιηγητές και τεχνοκράτες τους υπόδουλους Έλληνες και την ελληνική πραγματικότητα (κοινωνία-πολιτική- παιδεία)» Μεταπτυχιακή εργασία. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2005.
  • Μηλιαράκης, Α. «Η Φιλόμουσος Εταιρεία εν Αθήναις και η πριγγιπέσσα της Ουαλλίας (1816)», Εστία 683 (29.1.1889).
  • Μπαλωτή, Ξένη. Μαιζών, ένας μεγάλος φιλέλληνας. Η εκστρατεία του στην Πελοπόννησο (Αθήνα 1993).
  • Παπαδόπουλος, Στέφανος Ι. Το Μεσολόγγι και ο Φιλελληνισμός, Ομιλία στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων για τον εορτασμό της 150ετηρίδος της Εθνικής Παλιγγενεσίας (27.11.1971), (Ιωάννινα, 1971).
  • Παπανικολάου-Κρίστενσεν. Αριστέα. Το Φιλελληνικό κίνημα στην Δανία (Αθήνα, 2010).
  • Παπανικολάου, Μιλτιάδης. «Εικόνες από την Ελληνική Επανάσταση: τα 39 πρωτότυπα σχέδια του Peter Von Hess»,  ΕΕΣΑΠΘ, ΙΖ’ (1978), σελ.  335-344.
  • Τζανάκος, Νίκος. Η Γαλλική Εκστρατεία στον Μοριά και ο Στρατάρχης Μαιζών (Πάτρα, 2017).

 

 

 

Ο μυθικός ήρωας Θησέας μάχεται τον Μινώταυρο. Έργο του Antoine-Louis BARYE (1795-1875) (συλλογή ΕΕΦ).

 

Για να επικρατήσει η Επανάσταση του 1821 έπρεπε να κερδίσει την εμπιστοσύνη και τον θαυμασμό της διεθνούς πολιτικής σκηνής και της κοινής γνώμης. Στην κατεύθυνση αυτή διαδραμάτισε καθοριστικής σημασίας ρόλο μία σειρά από σημαντικές προσωπικότητες από την Ελλάδα.

Πρόκειται ιδιαίτερα για τέσσερεις Έλληνες αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης, των οποίων η ζωή και η δράση είχαν ιδιαίτερα στοιχεία, που επέτρεπαν στην κοινή γνώμη να τους ταυτίσει με ηρωικές μορφές της Ελληνικής μυθολογίας και των Ομηρικών επών.

Υπενθυμίζεται ότι ο δυτικός κόσμος είχε υιοθετήσει προοδευτικά από τα τέλη του 18ου αιώνα μία Ελληνοκεντρική παιδεία. Η παιδεία αυτή είχε περάσει προοδευτικά στο εκπαιδευτικό σύστημα της κάθε κοινωνίας.

Βασικό στοιχείο της παιδείας αυτής, ήταν ο Ομηρικός ήρωας, ο οποίος ενθουσίαζε τότε τους νέους. Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι στις μυθολογίες των Ευρωπαίων, η κεντρική μορφή ήταν συνήθως ο μάγος. Όλοι γνωρίζουμε τον μάγο Μέρλιν στην Αγγλία ή ακόμη και σήμερα τον Χαρυ Πότερ.

 

Video me to trailer της πρόσφατης ταινίας με θέμα τον Μέρλιν https://www.youtube.com/watch?v=er_LjKgkO08

Video me to trailer της πρώτης ταινίας με θέμα τον Harry Potter https://www.youtube.com/watch?v=VyHV0BRtdxo

 

Ο Ομηρικός ήρωας εντάσσεται σε μία διαφορετική κατηγορία. Είναι γενναίος, ανιδιοτελής, αγωνιστής με υψηλά ιδανικά, και παίρνει την τύχη του στα χέρια του. Αγωνίζεται για τις αξίες του και για την κοινότητά του.

Ο ήρωας αυτός συγκλονίζει τους νέους ανθρώπους στην Ευρώπη, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με τον πολιτιστικό πλούτο της αρχαίας Ελλάδας και την κλασσική Αθήνα. Κατά την δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, τις αξίες αυτές προβάλει με το έργο του ο μεγάλος ρομαντικός ποιητής και Φιλέλληνας, Λόρδος Byron.

Έτσι όταν ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση, η κοινή γνώμη αναζητά στην Ελλάδα αυτόν ακριβώς τον τύπο του Ομηρικού ήρωα. Και τον βρίσκει κυρίως στα πρόσωπα δύο ανδρών, και δύο γυναικών.

Οι δύο άνδρες είναι οι ήρωες της Επανάστασης Μάρκος Μπότσαρης και Κωνσταντίνος Κανάρης. Είναι και οι δύο γενναίοι και ανιδιοτελείς. Μάχονται για τα ιδανικά τους χωρίς να αναζητούν προσωπικά οφέλη, ενώ δεν εμπλέκονται σε εμφύλιες συγκρούσεις.

Αντίστοιχα στοιχεία ηρωίδας, βρήκε η κοινή γνώμη στο πρόσωπο δύο Ελληνίδων. Αυτές ήταν η Μπουμπουλίνα και η Μαντώ Μαυρογένους. Η πρώτη ξεχώρισε για την μαχητικότητα και την αγωνιστικότητα της. Η δεύτερη για την παιδεία της, την ανιδιοτέλειά της και την μεγαλοψυχία της. Και οι δύο προσέφεραν τα πάντα στον αγώνα των Ελλήνων.

Οι ιστορίες των τεσσάρων αυτών ηρώων, έγιναν αντικείμενο λογοτεχνικών, θεατρικών και μουσικών έργων, ενώ οι μορφές τους και σκηνές από την ζωή τους, αποτυπώθηκαν στην φιλελληνική τέχνη.

Ο Μάρκος Μπότσαρης και ο ηρωικός θάνατός του, αλλά και η ζωή και η δράση του Κωνσταντίνου Κανάρη, έχουν αποτυπωθεί σε πίνακες, λογοτεχνικά έργα, ποιήματα, έργα τέχνης, μουσικά έργα, κλπ.

 

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη (19ος αιώνας). Βασισμένο σε έργο του Jean-Charles Langlois (1789-1870) (συλλογή ΕΕΦ).

Ο όρκος του Λόρδου Βύρωνα στον τάφο του Μ. Μπότσαρη. Παραλλαγή σε σμίκρυνση του έργου του Ludovico Lipparini (1800-1856) (συλλογή ΕΕΦ).

Επιστολή του Αμερικανού Στρατηγού και γερουσιαστή William Rosecrans (1819-1898), που εξηγεί το 1891 ότι ταυτίσθηκε στη ζωή του με τον Έλληνα ήρωα Μάρκο Μπότσαρη τον οποίο ύμνησε με εμβληματικό ποίημα ο Αμερικανός ποιητής Halleck (συλλογή ΕΕΦ).

Ο Κανάρης και ο Μπότσαρης. Γαλλικά πιάτα από πορσελάνη. Δεύτερο τέταρτο 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ).

Victor Hugo, “Les Orientales”, 1829 (συλλογή ΕΕΦ).

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ποιητική συλλογή Les Orientales”, του Victor Hugo που αναφέρεται αποκλειστικά στην Επανάσταση του 1821 και δημοσιεύεται στο Παρίσι στα πλαίσια της αλληλεγγύης του στο δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό προβάλλοντας το φιλελληνικό πνεύμα στην Ευρώπη. Συμπλέει με τις απόψεις του λόρδου Βύρωνα και δημοσιοποιεί τις επαναστατικές δράσεις των Ελλήνων για ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό, επιλέγοντας να προβάλει γεγονότα που θα συγκινήσουν περισσότερο, όπως η πολιορκία του Μεσολογγίου, τα κατορθώματα του Κανάρη και του Μπότσαρη, κλπ.

«Στην Ελλάδα, εμπρός, ω φίλοι! Εκδίκηση και λευτεριά!».

Ο Victor Hugo αποκαλεί την Ελλάδα μητέρα του δυτικού πολιτισμού:

«(…)Ελλάδα του λόρδου Μπάιρον, Ελλάδα του Ομήρου
Εσύ γλυκιά αδελφή, εσύ δική μας μάνα».

Το παρακάτω απόσπασμα εμφανίζει τον Κανάρη να λέει:

«Αδέλφια μου, αν πίσω γυρίσω ζωντανός, το Μεσολόγγι αν γλιτώσει,
Τάζω καινούργια εκκλησιά του Ιησού Χριστού να κτίσω.
Αν πεθαμένος στου Χάροντα τη μαύρη νύχτα πέσω
Από κείνη που κανείς επιστροφή δεν έχει
Κι αν όλο το αίμα μου χυθεί, αυτό που έχει απομείνει
Σε χώματα ελεύθερα τη στάχτη μου να θάψετε
Στου ήλιου το φως, την ξαστεριά, το μνήμα μου να σκάψετε».

 

Επιτραπέζιο ρολόι με τον Κανάρη στο πυρπολικό του. Δεύτερο τέταρτο 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ).

Ο Κανάρης στο πυρπολικό του. Γαλλική πιατέλα από πορσελάνη. Δεύτερο τέταρτο 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ).

Ο Κανάρης με τον Πιπίνο στο πυρπολικό τους. Σύνθεση σε μπρούντζο. Έργο του Benedetto Civiletti (1846-1899) (συλλογή ΕΕΦ).

Το έργο του Αλεξάνδρου Δουμά, με τίτλο «CANARIS» και την επιγραφή «Canaris dithyrambe par Alexandre Dumas. Au profit des Grecs» (Διθύραμβος. Πωλείται υπέρ των Ελλήνων), Γαλλία 1826. Το αντίτυπο αυτό το στέλνει ο Δουμά με προσωπική ιδιόχειρη αφιέρωση στον Δούκα της Ορλεάνης, βασιλέα της Γαλλίας Λουδοβίκο – Φίλιππο (συλλογή ΕΕΦ).

 

Η Μαντώ Μαυρογένους χαρακτηρίσθηκε “Ελληνίδα Ζαν ντ’Αρκ”, είχε διαρκή επικοινωνία και αλληλογραφία με πολλές φιλελληνίδες, τις οποίες ενημέρωνε τακτικά για την πορεία του αγώνα και τις ανάγκες των Ελλήνων. Στη Γαλλία και σε άλλα μέρη, ολόκληρη η γυναικεία μόδα είχε επηρεασθεί από τις δύο αυτές ηρωίδες. Οι γυναίκες φορούσαν προς τιμή τους ρούχα εμπνευσμένα από την αρχαία ή και την νέα Ελλάδα. Ενώ κτένιζαν ακόμη και τα μαλλιά τους με ένα ελληνοπρεπή τρόπο (bobeline). Ακόμη και λικέρ κυκλοφορούσαν με το όνομά τους.

 

Μπουμπουλίνα – Μαντώ Μαυρογένους. Γαλλικά πιάτα από πορσελάνη. Δεύτερο τέταρτο 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ).

Crême de Bobelina [Λυών, δεκαετία 1820], χαλκόγραφη ετικέτα φιάλης λικέρ. Κάτω από το πλοίο της Μπουμπουλίνας η επιγραφή: “Bobelina faisant jurer à ses enfans de venger la mort de leur Père” [Η Μπουμπουλίνα βάζει τα παιδιά της να ορκιστούν ότι θα πάρουν εκδίκηση για το θάνατο του πατέρα τους]. Δεξιά και αριστερά του τίτλου, η ναυμαχία της Τενέδου και η πολιορκία του Ναυπλίου αντίστοιχα. Κάτω τα στοιχεία της ποτοποιίας: Fab(ri)que de Liqueurs / de Roche Meunier & Mejasson / de Lyon (συλλογή ΕΕΦ).

Η Μπουμπουλίνα. Δοχείο με μορφή γυναικείας κεφαλής, πορσελάνη επιχρωματισμένη. Εργο βασισμένο σε λιθογραφία του Adam Friedel, The Greeks (συλλογή ΕΕΦ).

 

Η δράση ειδικά των τεσσάρων αυτών ηρώων, μονοπωλούσε το ενδιαφέρον του Ευρωπαϊκού τύπου και ενέπνευσε το φιλελληνικό κίνημα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και για όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Αν εξετάσει κανείς τον αριθμό λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, που αφορούν από το 1821 έως και σχεδόν τα τέλη του 19ου αιώνα, τα πρόσωπα αυτά, και την επίπτωση θα καταλάβει σε ποιο βαθμό τους οφείλει η Ελλάδα την ελευθερία της.

Παράλληλα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι όλες οι κοινωνίες, σε όλες τις εποχές, αναζητούν πρότυπα που επιβεβαιώνουν τις κλασσικές αξίες και αρχές.

 

 

Έχει επισημανθεί ότι η ανάπτυξη του φιλελληνικού κινήματος ξεκινά από το τέλος του 18ου αιώνα, όταν η Ευρώπη ανακαλύπτει χάρη στον Winckelman, τον Barthelemy και άλλους λογίους και ιστορικούς της εποχής, την αρχαία Ελλάδα, η οποία περνά προοδευτικά στο εκπαιδευτικό σύστημα του δυτικού κόσμου.

Κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα το κίνημα του φιλελληνισμού εισέρχεται σε μία ώριμη φάση και συγχρονίζεται πλέον με το αίτημα για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

Στην φάση αυτή τρείς είναι οι παράγοντες που διαμορφώνουν τον φιλελληνισμό, και αυτοί είναι:

– η αίσθηση χρέους προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό,

– τα φιλελεύθερα αισθήματα κατά της τυραννίας και

– η κοινή πίστη των χριστιανικών εθνών.

Στο άρθρο αυτό παρουσιάζουμε μέσα από μία σειρά από αντικείμενα της συλλογής της ΕΕΦ, τεκμήρια που προβάλουν την σημασία και συμβολή της κοινής χριστιανικής πίστης στη διαμόρφωση του φιλελληνικού κινήματος. Έχουν επιλεγεί αντικείμενα και έγγραφα από την Γαλλία, την Αγγλία, την Ιταλία και την Γερμανία, με στόχο να γίνει κατανοητό ότι η πρόσληψη αυτή ήταν κυρίαρχη σε όλη την Ευρώπη.

Το πρώτο αντικείμενο, αποτελεί ένα σημαντικό ντοκουμέντο για την γέννηση του φιλελληνισμού πολύ πριν την κήρυξη της Επανάστασης του 1821.

Πρόκειται για μία εισήγηση που υπέβαλε το 1815 ο βουλευτής François de Chateaubriand στην Γαλλική Βουλή (Chambre des Pairs de France). Η εισήγηση αυτή συζητήθηκε στην συνεδρίαση της 9ης Απριλίου 1816 και εγκρίθηκε μετά από ψηφοφορία. Το έγγραφο έχει τυπωθεί το 1816 από τον εκδοτικό οίκο P. Didot.

 

Το ψήφισμα που υπέβαλε το 1815 ο βουλευτής François de Chateaubriand στην Γαλλική Βουλή (συλλογή ΕΕΦ).

 

Στην εισήγηση αυτή, που υποβάλει ο Chateaubriand προς τον Βασιλέα, γίνεται αναφορά στις “βάρβαρες δυνάμεις” (Οθωμανική  αυτοκρατορία) και το καθεστώς δουλείας των χριστιανών. Η εισήγηση περιγράφει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι υπόδουλοι Έλληνες. Το κείμενο αυτό αποτελεί την πρώτη επίσημη πολιτική πρωτοβουλία στην Ευρώπη υπέρ των Ελλήνων, και στηρίζεται στην κοινή χριστιανική πίστη των λαών της Ευρώπης με τους Έλληνες.

Στο κείμενο διαβάζουμε τα εξής: «Πρόκειται για την διεκδίκηση των δικαιωμάτων της ανθρωπότητας και για τη διαγραφή […] της ντροπής της Ευρώπης».

Σύμφωνα με το σχέδιο ψηφίσματος: “ζητείται ταπεινά από την Αυτού Μεγαλειότητα να διατάξει τον Υπουργό Εξωτερικών του να γράψει σε όλες τις βασιλικές αυλές στην Ευρώπη, με σκοπό την έναρξη γενικών διαπραγματεύσεων με τις Βάρβαρες Δυνάμεις, για να ζητήσει από αυτές τις δυνάμεις να σέβονται τις σημαίες των ευρωπαϊκών εθνών και να θέσουν ένα τέλος στη δουλεία των χριστιανών».

Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή από το Σώμα των Ομότιμων και έχει καταγραφεί ως η πρώτη πολιτική παρέμβαση μιας μεγάλης δύναμης στην Ευρώπη υπέρ των Ελλήνων που ήταν εκείνη την εποχή υπό τον έλεγχο των Οθωμανών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το κυρίαρχο στοιχείο για να ενδιαφερθεί ο πολιτικός κόσμος για την Ελλάδα ήταν η κοινή χριστιανική πίστη και τα δεινά των σκλάβων χριστιανών στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Το 1821 ξεσπά η Ελληνική Επανάσταση. Και πάλι τα πρώτα ερεθίσματα που προσελκύουν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης έχουν να κάνουν με την κοινή χριστιανική πίστη και τα δεινά των χριστιανών. Στον τύπο και την τέχνη καταγράφονται οι σφαγές, οι λεηλασίες και τα δεινά που υφίστανται οι χριστιανοί. Ένα από τα πρώτα γεγονότα που σοκάρει την κοινή γνώμη, και εγκαινιάζει ουσιαστικά το φιλελληνικό κίνημα, είναι ο μαρτυρικός απαγχονισμός του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε.

 

Πίνακας του 19ου αιώνα, πιθανώς από την Αγγλία, με θέμα το μαρτύριο του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε (συλλογή ΕΕΦ).

Friedrich Campe (εκδότης, 1825-35), Τουρκικές αγριότητες στη Χίο (στο βάθος φλέγεται χριστιανική εκκλησία, ενώ δεξιά δολοφονείται ιερέας). Χαλκογραφία επιχρωματισμένη στο χέρι (συλλογή ΕΕΦ).

 

Από την αρχή της Επανάστασης, και σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1820, ο Ευρωπαϊκός και ο Αμερικανικός τύπος προβάλει διαρκώς ως κεντρικό θέμα τα δεινά των χριστιανών και παρουσιάζει τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων, ως αγώνα για την απελευθέρωση των χριστιανών από την σκλαβιά των Τούρκων μουσουλμάνων. Εντελώς ενδεικτικά, παρουσιάζουμε άρθρα από τρείς εφημερίδες, από το αρχείο των 1000 και πλέον εφημερίδων της περιόδου αυτής που διαθέτει η ΕΕΦ.

 

Εφημερίδα ALLGEMEINE PREUSSISCHE STAATS ZEITUNG, της 30 Ιουνίου 1821. Μεταξύ άλλων αναφέρει: ”Διαταγή για εκτέλεση χριστιανών κληρικών και καταστροφή εκκλησιών εκτελείται σε πολλές πόλεις. Η θανάτωση του Πατριάρχη στρέφει τους κληρικούς και το λαό της Θεσσαλίας εναντίον του Ομέρ πασά. Στις μάχες χάνει τη ζωή του ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος” (συλλογή ΕΕΦ).

Εφημερίδα Journal des Debats, της 24 Αυγούστου 1821. Αναφέρει τα εξής: “Ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη ζήτησε από τις οθωμανικές αρχές να σταματήσουν τις δολοφονίες αθώων Ελλήνων, τον αφοπλισμό των μουσουλμάνων, να ανοικοδομήσουν τις βανδαλισμένες εκκλησίες και να σεβαστούν τη χριστιανική θρησκεία. Στην τελευταία μάχη στη Μολδαβία, οι περικυκλωμένοι Έλληνες πολέμησαν μέχρι την τελευταία τους ανάσα σε ένα μοναστήρι”. Και εδώ προβάλλεται ως κεντρικό συγκινησιακό στοιχείο, οι διωγμοί των χριστιανών και η αυτοθυσία τους (συλλογή ΕΕΦ).

Εφημερίδα SCHWAEBISCHER MERKUR, της 19 Φεβρουαρίου 1824. Μεταξύ άλλων αναφέρεται στην πολιορκία του Μεσολογγίου όπου 20.000 Τούρκοι δεν μπόρεσαν να νικήσουν 500 Έλληνες, και προβάλλει, μία χαρακτηριζόμενη παράξενη σύμπτωση. “Φανερώθηκε παλιά μεγάλη πηγή μέσα στο Μεσολόγγι με άφθονο φρέσκο νερό όταν η πρώτη σφαίρα των πολιορκητών έπεσε πάνω στην εκκλησία του αρχάγγελου. Γεγονός άξιο προσοχής”. Η περιγραφή υπονοεί σαφώς ότι ο Θεός των χριστιανών έχει πάρει θέση υπέρ του αγώνα των Ελλήνων (συλλογή ΕΕΦ).

 

Από την στιγμή που ξεσπά η Επανάσταση, ένα άλλο σημαντικό θέμα που κάνει την εμφάνισή του είναι η ευλογία που δέχονται οι Έλληνες αγωνιστές από ιερείς και επισκόπους. Οι σκηνές αυτές αποτελούν ένα από τα πλέον δημοφιλή θέματα της φιλελληνικής τέχνης κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Παραθέτουμε δύο δείγματα από την Γαλλία και την Ιταλία, από θέματα που έχουν σημαντική κυκλοφορία στην Ευρώπη.

 

Φιλελληνικό πιάτο από την Γαλλία, από πορσελάνη, των αρχών του 19ου αιώνα, από το εργοστάσιο «P. & H./Choisy», με θέμα την ευλογία των Ελλήνων μαχητών (συλλογή ΕΕΦ).

Λιθογραφία βασισμένη στον πίνακα του Ιταλού ζωγράφου Ludovico Lipparini (1800-1856). “Ο Αρχιεπίσκοπος Γερμανός στηρίζων την σημαίαν του σταυρού επί τα ερείπια των Καλαβρύτων την 25ην Μαρτίου του 1821. Προς την Αυτού Μεγαλειότητα τον Βασιλέα της Ελλάδος Όθωνα Α΄, εις τεκμήριον βαθυτάτου σέβας ο Εκδ. Ιωσήφ Αντωνέλλης Δ. Χ. Α. (Βενετία, Giuseppe Antonelli, π. 1838)”. Το ζωγραφικό πρότυπο καταστράφηκε σε βομβαρδισμό του Μιλάνου στις 14 Φεβρουαρίου 1943 (συλλογή ΕΕΦ).

 

Ένα άλλο σχετικό θέμα που κυριαρχεί στην φιλελληνική τέχνη, έχει να κάνει με τον όρκο του Έλληνα μαχητή. Ο όρκος αυτός λαμβάνει χώρα πάντα μπροστά σε ένα σταυρό. Ο Έλληνας αγωνιστής ορκίζεται, παρουσία της οικογένειάς του ή παρουσία της αρραβωνιαστικιάς του. Οι σκηνές αυτές πάντα θυμίζουν ότι οι Έλληνες μάχονται ως χριστιανοί προκειμένου να απελευθερωθούν από τον μωαμεθανό τούρκο δυνάστη. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα που συγκινούσε την κοινή γνώμη στην Ευρώπη.

 

Ο όρκος στον σταυρό του νεαρού αγωνιστή. Αποδίδεται στον Michel-Philibert Genod (1796-1862). Αρχές 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ).

Ο όρκος στον σταυρό του νεαρού αγωνιστή. Το θέμα αποτυπώνεται στην Γαλλία σε κουτί, πιάτο και σουπιέρα. Αρχές 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ).

 

Το θέμα αυτό της κοινής χριστιανικής πίστης προβάλλεται στην κοινή γνώμη με όλες τις ευκαιρίες σε όλες τις εμβληματικές εκδηλώσεις. Για παράδειγμα, στην μεγάλη καλλιτεχνική έκθεση στο σαλόνι των Παρισίων το 1822, παρουσιάζεται ένας πίνακας του Γάλλου ζωγράφου Charles-Edouard Le Prince, γνωστός ως Crespy-Le Prince (1784-1851). Ο πίνακας έχει ως θέμα «Inspiration d’un prêtre grec pendant l’orage» (Έμπνευση Έλληνα ιερέα κατά τη διάρκεια της καταιγίδας). Ο Έλληνας ιερέας κρατά στο χέρι του τον 103ο ψαλμό του Δαβίδ που αναφέρεται στο μεγαλείο του Θεού. Ο πίνακας αυτός είναι χαρακτηριστικός των μηνυμάτων που ζητούσε να λάβει η κοινή γνώμη για να ταχθεί στο πλευρό των Ελλήνων.

 

Πίνακας του Γάλλου ζωγράφου Charles-Edouard Le Prince, γνωστού ως Crespy-Le Prince (1784-1851). Ο πίνακας έχει ως θέμα «Inspiration d’un prêtre grec pendant l’orage» (Έμπνευση Έλληνα ιερέα κατά τη διάρκεια της καταιγίδας) (συλλογή ΕΕΦ).

 

Ένα άλλο ενδιαφέρον θέμα που προβλήθηκε πολύ κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, και αποτυπώθηκε στην φιλελληνική τέχνη, έχει να κάνει με την ιστορία του Έλληνα Διάκου. Η ιστορία αυτή αποτελεί το αντικείμενο ποιήματος του Γάλλου ποιητή Casimir Delavigne. Η μορφή αποτυπώθηκε σε έργο του Antoine (Tony) Johannot (1803-1852), στο οποίο βασίστηκαν διάφορα αντικείμενα, όπως το επιτραπέζιο ρολόι που ακολουθεί.

 

Επιτραπέζιο ρολό από μπρούντζο των αρχών του 19ου αιώνα, με θέμα τον Έλληνα Διάκο (συλλογή ΕΕΦ).

Victor Hugo, “Les Orientales”, 1829 (συλλογή ΕΕΦ).

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η ποιητική συλλογή Les Orientales”, του Victor Hugo που αναφέρεται αποκλειστικά στην Επανάσταση του 1821 και δημοσιεύεται στο Παρίσι στα πλαίσια της αλληλεγγύης του στο δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό προβάλλοντας το φιλελληνικό πνεύμα στην Ευρώπη. Δημοσιοποιεί τις επαναστατικές δράσεις των Ελλήνων για ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό, και προβάλει θέματα και στοιχεία που θα συγκινήσουν περισσότερο, όπως η αρχαία Ελλάδα, η χριστιανική πίστη, η πολιορκία του Μεσολογγίου, τα κατορθώματα του Κανάρη και του Μπότσαρη, κλπ.

“Στην Ελλάδα, εμπρός, ω φίλοι! Εκδίκηση και λευτεριά!”.

Ο Victor Hugo αποκαλεί την Ελλάδα μητέρα του δυτικού πολιτισμού:

“(…)Ελλάδα του λόρδου Μπάιρον, Ελλάδα του Ομήρου
Εσύ γλυκιά αδελφή, εσύ δική μας μάνα”.

Το παρακάτω απόσπασμα εμφανίζει τον Κανάρη να λέει:

“Αδέλφια μου, αν πίσω γυρίσω ζωντανός, το Μεσολόγγι αν γλιτώσει,
Τάζω καινούργια εκκλησιά του Ιησού Χριστού να κτίσω.
Αν πεθαμένος στου Χάροντα τη μαύρη νύχτα πέσω
Από κείνη που κανείς επιστροφή δεν έχει
Κι αν όλο το αίμα μου χυθεί, αυτό που έχει απομείνει
Σε χώματα ελεύθερα τη στάχτη μου να θάψετε
Στου ήλιου το φως, την ξαστεριά, το μνήμα μου να σκάψετε”.

Τέλος, ο υπέροχος πίνακας που ακολουθεί, του μεγάλου Γερμανού ζωγράφου Paul Emil Jacobs (1802-1866), συμπυκνώνει σε μία εικόνα τα κεντρικά μηνύματα της φιλελληνικής τέχνης. Ο Τούρκος έχει σκοτώσει τον πατέρα, έχει λεηλατήσει και κάψει την εκκλησία από την οποία έχει κλέψει τα ιερά σκεύη και απαγάγει τη μητέρα ως σκλάβα. Ο γιός έχει το όπλο του με μία σφαίρα, και άρα μια ελπίδα να εξουδετερώσει τον δυνάστη του. Η σκηνή έχει ως φόντο αρχαίες κολώνες και τον φλεγόμενο ναό, και παντρεύει το αρχαίο ελληνικό με το χριστιανικό στοιχείο. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα της φιλελληνικής προπαγάνδας κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και σχεδόν για όλο τον 19ο αιώνα.

 

Πίνακας του μεγάλου Γερμανού ζωγράφου Paul Emil Jacobs (1802-1866) (συλλογή ΕΕΦ).

 

Στις περισσότερες εκκλησίες όλων των δογμάτων στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ελάμβαναν χώρα κηρύγματα και έρανοι υπέρ των Ελλήνων. Πολλοί ιερείς ήταν μέλη Φιλελληνικών κομιτάτων με σημαντική δράση, και πολλοί ιεραπόστολοι έφθασαν στην Ελλάδα και στήριξαν τους Έλληνες και την ανάπτυξη της εθνικής παιδείας.

Εντελώς ενδεικτικά, παραθέτουμε μερικά παραδείγματα.

Bastholm, Hans (1774-1856), Δανός ιερέας που συμπαραστάθηκε στους αγωνιζόμενους Έλληνες διοργανώνοντας εράνους, τους οποίους διοργάνωσε, παρά την απαγόρευσή τους, μέσω της εφημερίδας Vestsjællandske Avis.

Holstein, κόμης Frederik Adolph, Δανός Φιλέλλην, υποστήριξε δημόσια τη θέση ότι οι φιλελληνικοί έρανοι δεν θα έπρεπε να είναι παράνομοι, όπως εκείνοι που διοργάνωσε ο ιερέας Hans Bastholm. To 1827 εξέδωσε ένα 24-σέλιδο έντυπο υπό τον τίτλο «Η υπόθεση των Ελλήνων στη Δανία. Μια τολμηρή παρατήρηση», τα έσοδα από την πώληση του οποίου προορίζονταν για την ενίσχυση των Ελλήνων.

Christian VIII ή Christian Frederick (1786-1848), βασιλέας της Δανίας (1839-1848) και βασιλέας της Νορβηγίας το 1814, ανταποκρίθηκε ανώνυμα σε διοργάνωση εράνου του Δανού ιερέα Hans Bastholm συνεισφέροντας το ποσό των 500 ταλήρων και ήταν συνδρομητής της φιλελληνικής εφημερίδας «Graekervennen» (ο Φιλέλλην).

Bendell, Gregory, Αμερικανός Φιλέλλην, πάστορας στην εκκλησία St. Andrew στη Φιλαδέλφεια με φιλελληνική δραστηριότητα.

Beskow B. von, Σουηδός Φιλέλλην, συνέθεσε την καντάτα «Η Σουηδία στα παιδιά της Ελλάδας» που ακούστηκε σε συναυλία που διοργάνωσαν Σουηδοί Φιλέλληνες στην εκκλησία της περιοχής Λάντουγκόρντ (17.06.1826).

Crussel, Σουηδός Φιλέλλην, συνθέτης του «Ύμνου στην απελευθέρωση της Ελλάδας», ο οποίος περιλήφθηκε σε συναυλία στην εκκλησία της περιοχής Λάντουγκόρντ που διοργάνωσαν Σουηδοί Φιλέλληνες (17.06.1826).

Edwards Dwight, Sereno (1786-1850), πάστορας της εκκλησίας Park Street Church στη Βοστώνη, την 1η Απριλίου 1824 απηύθηνε έκκληση με τον τίτλο «The Greek Revolution» υπέρ του Ελληνικού Αγώνα.

Gender, Γερμανός Φιλέλληνας, ιερέας από το Augsburg, διατηρούσε επιστολική επικοινωνία με τον Άγγλο Φιλέλληνα Warren, o οποίος τον ενημέρωνε για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης.

Hildebrandt, Johann Andreas Christoph (1763-1846), βοηθητικός ιερέας στο Halberstadt, ιεροκήρυκας στο Welferlingen και συγγραφέας μυθιστορημάτων. Έγραψε το φιλελληνικό έργο «Die Sklavin in Anatolis Wüste» (Η σκλάβα στην έρημο της Ανατολής, 1822), το οποίο αναφέρεται στις τουρκικές αγριότητες και στην επιθυμία των Ελλήνων για ξεσηκωμό.

Κeun, Bernard (1733-1801), Ολλανδός πάστορας της λουθηρανικής εκκλησίας της Σμύρνης, επηρέασε διανοητικά τον διαφωτιστή Αδαμάντιο Κοραή, του οποίου χρηματοδότησε τις σπουδές, δίδαξε λατινικά και ενθάρρυνε στη μελέτη των αρχαίων κλασικών.

Münter, Friedrich Christian Carl Heinrich (1761-1830), Δανός λουθηρανός επίσκοπος, μέλος της Ιονίου Ακαδημίας, ο οποίος στη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως αλληλογραφούσε με ορθόδοξους ιερείς για να τους δίνει θάρρος.

Parkes Cadman, Dr. S., πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου Εκκλησιών του Χριστού στην Αμερική, σε λόγους του αναφερόταν στην ηθική υποχρέωση της Αμερικής να βοηθήσει τους αγωνιζόμενους Έλληνες.

White, William, επίσκοπος και πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής της Philadelphia.

Στο πνεύμα και στην γραμμή αυτή της κοινής χριστιανικής πίστης, εμφανίζονται οι Φιλέλληνες να προστρέχουν στο πλευρό των Ελλήνων, με σημαία τον σταυρό.

 

Friedrich Campe (εκδότης, 1825-35), θερμή υποδοχή Φιλελλήνων στην Ελλάδα. Χαλκογραφία επιχρωματισμένη στο χέρι (συλλογή ΕΕΦ).

 

Μία ενδελεχής μελέτη των βασικών εκφράσεων της φιλελληνικής τέχνης και κίνησης πριν και κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, επιβεβαιώνει ότι η κοινή χριστιανική πίστη απετέλεσε έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του φιλελληνικού κινήματος και της σημαντικής βοήθειας που έλαβαν οι Έλληνες κατά τη διάρκεια του αγώνα τους.

 

 

 

Πριν ορισθεί η ημερομηνία έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας (3.10.2005), είχαν γίνει πολλές συζητήσεις κατά πόσον η Τουρκία πρέπει ή μπορεί να έχει θέση στην ΕΕ.

Κύριος εκφραστής της άποψης ότι η Τουρκία δεν μπορεί να έχει θέση στην ΕΕ ήταν ο πρ. Πρόεδρος της Γαλλίας  Valery Giscard d’Estaing. Την άποψη του D’Estaing αντέκρουσε με άρθρο του στην έγκυρη γαλλική εφημερίδα Le Monde ο Κώστας Σημίτης. Ήταν την εποχή της τελευταίας πρωθυπουργικής θητείας του Κώστα Σημίτη κατά την οποία εγκαινιάστηκε η κραυγαλέα ελληνική υποστήριξη της «ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας». Η πολιτική αυτή συνεχίστηκε με τις επόμενες κυβερνήσεις για να καταλήξει στην έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με τη συναίνεση της Ελλάδας χωρίς κανένα ουσιαστικό αντάλλαγμα. Έτσι, παραμένει ακόμα το περιβόητο casus belli, δηλαδή η τουρκική απειλή πολέμου στην περίπτωση επέκτασης του θαλασσίου χώρου μας από τα έξι στα δώδεκα μίλια. Ένα δικαίωμα που απορρέει από το δίκιο της θάλασσας και του οποίου δεν τολμήσαμε ακόμα να κάνουμε χρήση.

Ιδού τα καίρια σημεία του άρθρου Σημίτη στην εφημερίδα Le Monde : «Η Τουρκία είναι μία μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη από τον 16ο αιώνα και η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπαιξε ένα ρόλο στη δημιουργία της Ευρώπης που υπάρχει σήμερα (…). Ο Φραγκίσκος Α’ συνήψε συμμαχία με τον Σουλεϊμάν, υπήρχε αυτός ο γαλλοοθωμανικός άξονας εναντίον των Αψβούργων. Ο κ. Giscard d’Estaing ξέχασε επομένως ότι είναι η Γαλλία που εισήγαγε την Τουρκία στην Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία μπορεί να είναι μέλος της ΕΕ». (Το Βήμα 19.1.2003 μετφρ. Θ. Πάγκαλος).

Το ερώτημα που γεννάται είναι με τι τρόπο έπαιξε ρόλο η Οθωμανική Αυτοκρατορία «στη δημιουργία της Ευρώπης που υπάρχει σήμερα», όπως δηλώνει ο Κώστας Σημίτης. Απλούστατα με τον δοκιμασμένο τρόπο της εισβολής, των σφαγών και της υποδούλωσης των λαών.

Ήταν πράγματι παρούσα η Οθωμανική Αυτοκρατορία  στην κεντρική Ευρώπη τον 16ο αιώνα. Είχε εισβάλει με τον Σουλεϊμάν στην Ουγγαρία το 1526, αφού εξολόθρευσε το σύνολο του ουγγρικού πεζικού και ιππικού στη μάχη του ΜΑΧΑΤΣ. Παρέμεινε ως στυγνός κατακτητής στην Ουγγαρία επί 174 χρόνια με αποτέλεσμα η χώρα αυτή να χάσει το 50% του πληθυσμού της. « Εκατομμύρια άνθρωποι αφανίστηκαν από τους λιμούς ή πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Βόρειας Αφρικής», αναφέρει ο διάσημος Ούγγρος Συγγραφέας Στίβεν Βιζίνσευ. Τα γνωρίζει αυτά ο σημερινός Πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτωρ Όρμπρον ο οποίος είναι όλο γλύκες με τον Ερντογάν ; Έχει αντιληφθεί τα νεοοθωμανικά όνειρα του Ερντογάν ;  Γνωρίζει ότι τον φίλο του δεν τον αφήνουν να ησυχάσει τα τρόπαια του Σουλεϊμάν ; Τους Όρμπρον και Ερντογάν συνδέει το γεγονός ότι αμφότεροι έχουν παρόμοιες αυταρχικές τάσεις. «Όμοιος ομοίω αεί πελάζει» έλεγαν οι αρχαίοι μας. Ο όμοιος έρχεται πάντα κοντά στον όμοιό του.

Τρία χρόνια αργότερα (1529) μετά την κατάκτηση της Ουγγαρίας (1525), οι Τούρκοι πολιορκούσαν ανεπιτυχώς τη Βιέννη. Συνεπώς, δεν είναι «η Γαλλία που εισήγαγε την Τουρκία στην Ευρώπη» μέσω Φραγκίσκου Α’ , όπως αναφέρει ο Κώστας Σημίτης. Η Τουρκία ήταν ήδη παρούσα στην Κεντρική Ευρώπη όταν ο Φραγκίσκος Α’ συνήψε πράγματι συμμαχία με τον Σουλεϊμάν. Ευρισκόμενος σε πολυετή πόλεμο με τους Αψβούργους, σε κάποια φάση βρέθηκε τόσο στριμωγμένος που θα συμμαχούσε και με το διάβολο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισέβαλε στην Ευρώπη συνεχίζοντας τη γνωστή κατακτητική της τακτική. Αυτό βέβαια δεν της προσδίδει ευρωπαϊκή ταυτότητα κατά τη λογική Σημίτη. Κατά την ίδια λογική, θα πρέπει να διεκδικήσει ευρωπαϊκότητα και το Τουρκεστάν, από τις στέπες του οποίου ξεκίνησαν οι Ούννοι του Αττίλα τον 4ο αιώνα και κατέκλυσαν την Ευρώπη !

Ο Κώστας Σημίτης, για να στηρίξει την ευρωπαϊκότητα της Τουρκίας δεν δίστασε να συγκρουστεί με έναν δοκιμασμένο φίλο. Είναι πασίγνωστο πόσο στήριξε τη χώρα μας πριν και καθόλη τη διάρκεια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων ο Giscard d’Estaing. Ήταν τότε που ο Κώστας Σημίτης είχε ταχθεί εναντίον της ένταξης, ακολουθώντας τη γνωστή αντιενταξιακή πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Αυτό δείχνει το άρθρο του στο έγκυρο περιοδικό «Πολιτικά θέματα» με τίτλο «Γιατί είμαστε εναντίον» (αριθμός τεύχους 335 – 336, 2.9.1980).

Το ανωτέρω άρθρο του Κώστα Σημίτη στην εφημερίδα Le Monde καταλήγει : «Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία μπορεί να είναι μέλος της ΕΕ». Όμως, οι πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκία με τις διώξεις κατά παντός αντιφρονούντος και με τις νεοοθωμανικές διακηρύξεις της τουρκικής ηγεσίας δείχνουν ότι υπάρχει γεωπολιτική ασυμβατότητα της Τουρκίας προς την Ευρώπη.

 

Άγγελος Ζαχαρόπουλος

Επίτιμος Διευθυντής Ευρωπαϊκής Επιτροπής

πρ. Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Γεωργίας, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ ( ο τελευταίος επιζών).