Με θλίψη, προβληματισμό και ανησυχία πληροφορηθήκαμε την πρόθεση του τουρκικού κράτους να μετατρέψει το μνημείο-μουσείο της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης σε τζαμί.

Ανεξάρτητα από θρησκευτικές – ή όποιες άλλες, όπως εθνοτικές – πεποιθήσεις και καταβολές, υπενθυμίζουμε και υπογραμμίζουμε ότι η Αγία Σοφία αποτελεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, ενταγμένο στον κατάλογο της UNESCO από το 1985 ως μουσείο, χρήση που έχει από το 1934.

Τα πολιτιστικά μνημεία είναι φορείς υψηλών συμβολισμών και αποτελούν κοινό κτήμα του παγκόσμιου πολιτισμού. Είναι φορείς ανθρωπιστικών και διαχρονικών αξιών που δεν θα έπρεπε να υπόκεινται αλλοιώσεις και καταστροφές ή να γίνονται εργαλεία προπαγάνδας.

Καλούμε τους συναδέλφους μας ιστορικούς της τέχνης και ευρύτερα τους επιστήμονες των ανθρωπιστικών, πολιτισμικών και ιστορικών σπουδών, αλλά και κάθε άνθρωπο που θίγεται, να διαμαρτυρηθούν και να δραστηριοποιηθούν προκειμένου να ακυρωθεί η πρόθεση της τουρκικής κυβέρνησης. Από πλευράς μας θα γνωστοποιήσουμε την αντίθεσή μας σε αυτή την πράξη προς πάσα κατεύθυνση, με την ελπίδα να μην αλλάξει το status του μνημείου και να μην απωλέσει η Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης τον πολυπολιτισμικό και καλλιτεχνικό της χαρακτήρα.

Καλούμε επίσης όλους τους επίσημους φορείς, καθώς και την UNESCO, να προβούν σε αυστηρές κυρώσεις για την επιχειρούμενη ενέργεια του τουρκικού κράτους που θίγει τον ιστορικό και πολιτιστικό χαρακτήρα του μνημείου.

Η Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης ανήκει στον οικουμενικό και πανανθρώπινο πολιτισμό.

Αθήνα, 17 Ιουλίου 2020
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης

 

25 Απριλίου 1871, Πρόγραμμα για τον εορτασμό των πενήντα χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, με δοξολογία στη Μητρόπολη Αθηνών, παρουσία του βασιλικού ζεύγους, υπουργικού συμβουλίου και λοιπών βουλευτών, της Ιεράς Συνόδου, καθώς και αντιπρόσωπων των ξένων δυνάμεων (Συλλογή ΕΕΦ).

Ξένη Δ.Μπαλωτή

 

– «Όχι!Πριν από τη Γαλλική Επανάσταση υπήρξε η Αγγλική του 1688», διαμαρτυρήθηκε η Πρωθυπουργός M.Thatscher όταν πληροφορήθηκε ότι ο Πρόεδρος της Γαλλίας ήθελε να συνδέσει τη Σύνοδο των G7, το 1989, με τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση!

– «Είναι εκπληκτικό που κάποιοι επιθυμούν πρώτοι αυτοί να χρεωθούν την πρακτική των καρατομήσεων», της απάντησε πονηρά χαμογελώντας ο Fr.Mitterrand, χωρίς βεβαίως να την κατονομάσει, απολαμβάνοντας, δίκαια, την επιτυχία της διεθνοποίησης των εορτασμών.

Το 1989 και μόνο για να παραστούν στους εορτασμούς των «200 χρόνων» έφτασαν στη Γαλλία 43 εκατ. επισκέπτες, ενώ έγιναν περισσότερες από 3000 εκδηλώσεις σε 115 χώρες για να τιμηθεί το 1789.

Το εγχείρημα της διεθνοποίησης των «200 χρόνων» δεν ήταν εύκολο, όμως δεν ήταν και το δυσκολότερο καθώς πολλές πτυχές της Γαλλικής Επανάστασης ακόμη και σήμερα, προκαλούν έντονες αντιπαραθέσεις. Γι’αυτό, το 1986 που ξεκίνησε η οργάνωση των εορτασμών, αποφασίστηκε για να μη διχαστεί ο γαλλικός λαός ανάμεσα στις λαμπρές και τις μαύρες σελίδες της Επανάστασης του, πως αυτοί θα εστιάζονταν στην πτώση της Βαστίλλης και την υιοθέτηση της «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του πολίτη», μετατρέποντας ταυτόχρονα τις εκδηλώσεις σε φόρο τιμής προς το τρίπτυχο «Ελευθερία-Ισότης-Αδελφότης» ώστε να συνεχίσει να αποτελεί σημείο αναφοράς των λαών που προσβλέπουν σε ένα καλλίτερο μέλλον.

Με αυτή τη χρυσή τομή, κάθε Γάλλος αισθάνθηκε ότι η υπόθεση των «200 χρόνων» τον αφορά και έτσι βρέθηκαν οι περισσότεροι, επί της αρχής, να συμφωνούν!

Για να διατηρηθεί αυτή η «συμφωνία» διορίστηκε από τον Πρωθυπουργό της Γαλλίας η «Επιτροπή για τους εορτασμούς των 200 χρόνων της Γαλλικής Επανάστασης και της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» (εις το εξής θα αναφέρεται ως «Επιτροπή 1789»), εντός της οποίας λειτουργούσε μία δεύτερη επιτροπή, η Διυπουργική.

Σ’αυτή, την εκ πρώτης όψεως προβληματική σύνθεση της «Επιτροπής 1789», κρύβεται στην πραγματικότητα η επιτυχία των εορτασμών.

Επικεφαλής της «Επιτροπής 1789» ορίστηκε ο ιστορικός και πολιτικός Jean-Noël Jeanneney, αλλά όλα τα μέλη της Διυπουργικής επιτροπής τελούσαν υπό την ευθύνη του Υπουργού Πολιτισμού, του γνωστού Jacques Lang. Βεβαίως, αυτή η άτυπη διαρχία δεν άρεσε σε κανέναν. Όμως πρυτάνευσε το συμφέρον της Γαλλίας και όπως αργότερα είπε ο J-N Jeanneney «ο J.Lang έβαλε το προσωπικό του πολιτικό βάρος στην επιτυχία της Επιτροπής και τα σχέδια μας προχώρησαν γρήγορα σε κυβερνητικό επίπεδο.Η Επιτροπή δεν λειτούργησε με καρτεσιανή οργάνωση, αλλά εν τέλει δεν πήγε και άσχημα».

Το επόμενο μεγάλο ζητούμενο ήταν το περιεχόμενο των εορτασμών. Η Γαλλία θα ομφαλοσκοπούσε ανάμεσα στα «ναι μεν, αλλά..» της Επανάστασης ή θα επέτρεπε στους ανθρώπους του 1989 να γιορτάσουν την «μητέρα των επαναστάσεων» και να προβληματιστούν για τις συνέπειες της; Εδώ, το επίσημο Κράτος αντί να πάρει θέση, επέλεξε να ορίσει μέλη της «Επιτροπής 1789» 46 διακεκριμένους επιστήμονες, ιστορικούς και πρυτάνεις, οι οποίοι αποφάνθηκαν πως: οι εορτασμοί στόχευαν να θυμίσουν στους νέους την ιστορία της Γαλλίας κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, τις βασικές αξίες που ανέδειξε αυτή η ιστορική περίοδος και να συσχετίσουν την κληρονομιά του 1789 με τα μεγάλα διακυβεύματα της σύγχρονης εποχής τους.

Η «Επιτροπή 1789» αποφάσισε επίσης πως: α) δεν θα όριζε επίσημο τελετουργικό των εορτασμών, β) θα αποδεχόταν να της υποβληθούν σχέδια και προτάσεις, από φορείς και ιδιώτες, τα οποία εφόσον κρίνονταν αξιόπιστα για να υλοποιηθούν θα τους παρείχετο το δικαίωμα να φέρουν το Σύμβολο της «Επιτροπής 1789», δηλ. 3 πουλιά που πετούν με τα χρώματα της γαλλικής σημαίας, γ) θα αποκέντρωνε τους εορτασμούς, επιτρέποντας σε κάθε περιφέρεια της Γαλλίας να  γιορτάσει το 1789 ανάλογα με τις τοπικές ιστορικές της προσλαμβάνουσες, δ) θα όριζε δίκτυο ανταποκριτών της σε όλη τη Γαλλία προκειμένου να συμβάλει οργανωτικά και ε) με την έκδοση ενός «Οδηγού της Επανάστασης» θα βοηθούσε την Τοπική Αυτοδιοίκηση στην προώθηση της ενεργής συμμετοχής του κόσμου και του εθελοντισμού.

Η «Επιτροπή 1789», εκ του αποτελέσματος, αποδείχθηκε πως λειτούργησε ως μία άρτια μηχανή. Δεν υπήρχε Διεύθυνση Υπουργείου που να μην δραστηριοποιήθηκε και να μην άφησε πίσω της παραδοτέο έργο, ούτε Διοικητική Περιφέρεια που να υστέρησε σε συμμετοχή. Έγιναν σε περιφερειακό επίπεδο 7500 εκδηλώσεις και συμμετείχαν σε αυτές περίπου 2500 πολιτιστικοί σύλλογοι!

Όσο για το εορταστικό έργο της ίδιας της «Επιτροπής 1789», εκτός από την παρακολούθηση της ολοκλήρωσης των «Μεγάλων Έργων», δηλ. Πυραμίδας του Λούβρου, Αψίδας της Defense, Όπερα Βαστίλλης κά, είχε την ευθύνη της οργάνωσης της στρατιωτικής παρέλασης της 14ης Ιουλίου με κεντρικό θέμα «ο Στρατός του έθνους», τη νυκτερινή καλλιτεχνική παρέλαση, επινόησης του Jean-Paule Goude και την μουσική εκδήλωση στην Place de la Concorde με την Jessye Norman. Εκείνο το βράδυ της 14ης Ιουλίου 1989, 7500 άνθρωποι από όλο τον κόσμο είχαμε συγκεντρωθεί κατά μήκος των Ηλυσίων Πεδίων, ενώ τα τηλεοπτικά δίκτυα αναμετέδιδαν σε 112 χώρες τις εκδηλώσεις.

Σχεδόν ένα χρόνο μετά, η «Επιτροπή 1789» ολοκλήρωσε το έργο της καταθέτοντας στο Γάλλο Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον οικονομικό και διοικητικό απολογισμό της και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους όλο το αρχειακό υλικό που αφορούσε την λειτουργία της και που είναι πλέον προσβάσιμο από κάθε ερευνητή.

Ο αναγνώστης που έχει φτάσει έως εδώ, λογικά διερωτάται εάν υπήρχε και ερευνητικό, ιστορικό έργο που παρήχθηκε τότε. Βεβαιότατα! Μάλιστα, ήταν τόσο παραγωγικό που 31 χρόνια μετά παραμένει ανεξάντλητο. Όμως, αυτή η πτυχή των εκδηλώσεων ανήκε σε μία άλλη Επιτροπή με Πρόεδρο τον M.Vovelle, αποτελούμενη αποκλειστικά από ιστορικούς, ερευνητικά και πανεπιστημιακά ιδρύματα, η συμβολή των οποίων στην ανανέωση της ιστοριογραφία της Γαλλικής Επανάστασης αξίζει να παρουσιαστεί σε ένα άλλο άρθρο, μαζί με τα «όπλα» που έβγαλε από τα θηκάρια της μόλις άρχισε η ανάλυση των ιδιαίτερων πτυχών της δεκαετίας 1789-1799!

Αν θέλουμε να συγκρίνουμε στο σημείο εκκίνησής τους τη γαλλική «Επιτροπή 1789» και την «Ελληνική 2021», θα βρούμε πολλά κοινά στοιχεία. Αν θα καταλήξει η «Επιτροπή 2021» να αποτελεί μοντέλο για κάθε επετειακό εορτασμό, όπως αποτελεί για τη Γαλλία η «Επιτροπή 1789», αυτό είναι ένα ζητούμενο που εξαρτάται από τους  στόχους που έχουμε ορίσει, τον εξής ένα: Να δουλέψουμε μόνο για την ελληνική ιστορία.

 

Η καταστροφή των Ψαρών, Suzanne Elisabeth Eynard (1775-1844), νύφη του μεγάλου Φιλέλληνα και φίλου του Ι. Καποδίστρια, Jean Gabriel Eynard (Συλλογή ΕΕΦ)

 

Γεώργιος Αργυράκος – Ιούνιος 2020

 

Φιλέλληνες και Φιλελληνισμός. Όροι οι οποίοι αν υποβάλλονταν σε μια ολοκληρωμένη των ονομάτων επίσκεψιν θα οδηγούσαν αναγκαστικά σε μια επισκόπηση όλης σχεδόν της ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας από την κλασσική αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Στον Ηρόδοτο (5ος αι. πΧ) βρίσκουμε την πρώτη αναφορά σε φιλέλληνα, τον Αιγύπτιο φαραώ Άμασι Β’ (6ος αι. πΧ). Η ίδια λέξη είχε και τη σημασία του Έλληνα πατριώτη, γι’ αυτό και ο Ξενοφών (στο Αγησίλαος 7.4) χαρακτηρίζει φιλέλληνα τον Σπαρτιάτη στρατηγό Αγησίλαο. Το αντώνυμο ήταν ο μισέλλην, και ο Ξενοφών πρώτος αντιπαραθέτει αυτούς τους δύο
όρους σε μία φράση, αναφερόμενος σε ηγέτες των Αιγυπτίων που άλλοι είναι φιλέλληνες και άλλοι μισέλληνες (Αγησίλαος, 2.31). Πολλά άλλα σημαντικά πρόσωπα της κλασσικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας αναφέρονται ως φιλέλληνες (μεταξύ αυτών και ο Νέρων), αλλά απείρως περισσότερα είναι τα πρόσωπα που έμπρακτα ήταν φίλοι του ελληνισμού ή των Ελλήνων, χωρίς τυπικά να χαρακτηρίζονται φιλέλληνες (υπήρχαν όμως ελληνίζοντες, και αργότερα γραικομάνοι, γραικομανία, ελληνιστές, φιλογενείς κλπ). Καθώς γύρω από τη Μεσόγειο σταδιακά διαμορφώνονταν δύο διακριτές γεωπολιτισμικές ενότητες (ιδίως μετά την εξάπλωση του Ισλάμ), ο φιλελληνισμός εντοπίστηκε κυρίως στον ευρασιατικό χώρο βόρεια της Μεσογείου, μετά τον 11ο αι. περιέλαβε τη Ρωσία, και μετά τον 18ο αι. απλώθηκε και σε ολόκληρη την Αμερικανική ήπειρο.

Η κυρίαρχη ιστοριογραφία τοποθετεί στην Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό την ισχυρή επαναφορά της κλασσικής παιδείας στην Ευρώπη. Αυτή η εποχή συμπίπτει περίπου με τη γέννηση και την ανάπτυξη της βιομηχανίας της τυπογραφίας, η οποία λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής  μιας προϋπάρχουσας τάσης, που ανευρίσκεται τουλάχιστον στη σχολαστική φιλοσοφία και θεολογία του Μεσαίωνα. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο για τα έργα του Αριστοτέλη μαζί με τα σχόλιά τους υπήρχαν ήδη 590 εκδόσεις μέχρι το έτος 1500, όταν η τυπογραφία βρισκόταν ακόμα στη βρεφική της ηλικία. Στην περιοχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, για ιστορικούς και πολιτισμικούς λόγους ο φιλελληνισμός (Ελλήνων το γένος και μη) είχε μια διαφορετική πορεία και μορφή, καθώς τμήματα του πληθυσμού σταδιακά αποκτούσαν εθνική ελληνική συνείδηση μετά τον 13ο αιώνα.[1] Η σύγχρονη ιστοριογραφία έχει αναθεωρήσει τις απόψεις περί «θεοκρατικού Βυζαντίου» εχθρικού προς τον ελληνισμό, και δείχνει ότι η ελληνοφιλία δεν υποχώρησε κατά τη βυζαντινή περίοδο. Για το θέμα μας δεν έχει μεγάλη σημασία ο χαρακτήρας της σχέσης που είχαν οι Βυζαντινοί με την αρχαιότητα, αν δηλαδή ήταν μιμητισμός, ρομαντισμός, συνείδηση συνέχειας, κτλ, κάτι το οποίο αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής αντιπαράθεσης.[2] Σημασία έχει ότι με τον έναν ή άλλο τρόπο διατηρήθηκε η επαφή με την κλασσική και ελληνιστική αρχαιότητα, το οποίο είχε και παράπλευρα αποτελέσματα σε ευρασιατική κλίμακα, κυρίως μέσω των σχέσεων με τους Σλάβους.

Στο παρόν άρθρο υποστηρίζω ότι ο Φιλελληνισμός του 1821 (με «Φ» κεφαλαίο) έγινε εφικτός κυρίως λόγω των εξής παραγόντων: (α) Του κοινού πολιτισμικού υποβάθρου που είχαν Έλληνες και Ευρωπαίοι (περιλαμβανομένων των Ρώσων), (β) της διάδοσης των εντύπων και ειδικά των εφημερίδων, και (γ) της επιμονής των Ελλήνων στον απελευθερωτικόν αγώνα και στις θυσίες.

Είναι περίπου αυτονόητο ότι δεν θα ανθούσε ο στενά νοούμενος Φιλελληνισμός κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, αν δεν υπήρχε ένα υπέδαφος μακρόχρονης ελληνικής καλλιέργειας του Δυτικού/χριστιανικού κόσμου. Οι Χριστιανοί Σέρβοι επαναστάτησαν και αυτοί, και μάλιστα πριν από το 1821,  όπως και άλλες εθνότητες των Βαλκανίων αργότερα, αλλά δεν υπήρξε «φιλοσερβισμός» (εκτός της Ρωσίας) ή «φιλοαλβανισμός» κτλ. πόσο μάλλον στο βαθμό που να συγκρίνεται με τον Φιλελληνισμό. Επίσης, εξ ορισμού δεν θα υπήρχε Φιλελληνισμός, αν οι επαναστάτες δεν δήλωναν και αισθάνονταν οι ίδιοι Έλληνες («Ημείς το ελληνικόν έθνος των χριστιανών…», Διακήρυξη προς τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων, Πάτρα, 26/3/1821) και αν αυτό δεν ήταν προφανές προς τρίτους λόγω της χρήσης της ελληνικής γλώσσας και της συνεχούς κατοίκησης στον ιστορικό ελλαδικό χώρο. Αυτά τα εμφανή στοιχεία εθνικής ταυτότητας, μαζί με την αντοχή των επαναστατών σε ένα μακρόχρονο αιματηρόν αγώνα, έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην εμφάνιση του σύγχρονου φιλελληνικού κινήματος, το οποίο βάρυνε αποφασιστικά στην πολιτική πλάστιγγα υπέρ της ανεξαρτησίας των Ελλήνων.

Από τις διάφορες μορφές του Φιλελληνισμού έχουν προβληθεί περισσότερο η προσέλευση εθελοντών μαχητών, τα λογοτεχνικά και εικαστικά έργα, και οι αποστολές χρημάτων και εφοδίων από φιλελληνικές οργανώσεις, όλα από τη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Εδώ θα αναφερθούμε σε ορισμένες όψεις του Φιλελληνισμού που συνήθως δεν διατυμπανίζονται πολύ πέραν της ακαδημίας, όπως ο σημαντικότατος φιλελληνικός ρόλος της Ρωσίας, και το ενδιαφέρον του παγκόσμιου αντι-δουλοκτητικού κινήματος για τη δουλεία των Ελλήνων.

Η Επανάσταση κηρύχθηκε μόλις έξι χρόνια μετά τη λήξη των Ναπολεόντειων πολέμων (1803-1815), από τους οποίους η Ευρώπη είχε υποστεί τεράστιες ανθρώπινες και υλικές καταστροφές και πολιτικές αναστατώσεις. Τα άμεσα ή έμμεσα θύματα ήταν της τάξης των 3 έως 6 εκατομμυρίων νεκροί, σε μια εποχή που ο πληθυσμός της Ευρώπης ήταν 3 ή 4 φορές μικρότερος από τον σημερινό. Με τη λήξη των πολέμων τέθηκαν οι βάσεις για τη διεθνή συνεννόηση κρατών με σκοπό την ειρήνη και τη σταθερότητα. Το Συνέδριο της Βιέννης (1814-15) και η σύμπηξη της Ιεράς Συμμαχίας ήταν τα θεμέλια αυτής της πολιτικής. Στην Ανατολική Ευρώπη είχε φανεί οριστικά ως Μεγάλη Δύναμη η Ρωσία, και η ανησυχία της Δύσης ήταν ότι η Επανάσταση μπορούσε να κινητοποιήσει έναν ρωσοτουρκικό πόλεμο, που με τη σειρά του θα έφερνε γεωπολιτικές ανακατατάξεις και ίσως έναν νέο μεγάλο ευρωπαϊκό πόλεμο. Λόγω αυτής της κατάστασης, στους πρώτους μήνες της Επανάστασης οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, ήταν από αδιάφορες έως αρνητικές. Οι εν δυνάμει φιλελληνικοί παράγοντες ήταν μειοψηφίες, που σε μερικές χώρες καταστέλλονταν από τη λογοκρισία ανθελληνικών κυβερνήσεων, όπως αυτή του Μέτερνιχ, που ήλεγχε όχι μόνο την Αυστρία αλλά και μεγάλο μέρος του γερμανόφωνου κόσμου, μέρος της Ιταλίας, το Βατικανό, και μέρος των Βαλκανίων.

Παρά τις αρχικές εκτιμήσεις των Ευρωπαίων και τις ελπίδες των Ελλήνων, η Ρωσία δεν βοήθησε στρατιωτικά τους επαναστάτες, γεγονός που καταδίκασε σε αποτυχία το (έτσι κι αλλιώς ελλιπώς προετοιμασμένο) κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία. Αυτή η πολιτική οφείλεται κυρίως στις διεθνείς συνθήκες που προαναφέραμε, στην επιρροή που ασκούσε ο Μέτερνιχ στον τσάρο, και σε εσωτερικά πολιτικά ζητήματα της Ρωσίας. Αντίθετα όμως με την ευρέως διαδεδομένη άποψη, στο παρασκήνιο της διπλωματίας η Ρωσία έδειξε διάθεση για μια διεθνή επέμβαση υπέρ των Ελλήνων. Μετά το πρώτο μούδιασμα, τον Ιούλιο του 1821 πρότεινε στη Γαλλία μια συμμαχία ώστε η Ελλάδα να γίνει γαλλικό προτεκτοράτο, και μια παρόμοια πρόταση έκανε το Σεπτέμβριο και προς τις άλλες Δυνάμεις. Το ρωσικό επιχείρημα ήταν ότι «υπάρχει χώρος για όλους από το Βόσπορο μέχρι το Γιβραλτάρ», δηλαδή μπορούσε να γίνει μια διανομή της Νότιας Ευρώπης. Συνάντησε όμως την άρνηση όλων των λοιπών Δυνάμεων, οι οποίες φοβούνταν η μία την άλλη και όλες μαζί τη Ρωσία. Η τελευταία επανέφερε και πάλι ένα παρόμοιο σχέδιο τον Ιανουάριο του 1824.[3] Πρωταγωνιστής της φιλελληνικής ρωσικής τάσης ήταν (μέχρι την παραίτησή του τον Αύγουστο του 1822), ο Καποδίστριας και ο λιγότερο γνωστός συνεργάτης του Αλέξανδρος Στούρτζας.

Ευτυχώς ο τσάρος δεν ήταν το μόνο κέντρο εξουσίας στη Ρωσία. Σημαντική εξουσία είχαν και η Εκκλησία, ο στρατός και αρκετοί πολιτικοί και ευγενείς, ακόμα και μέλη της βασιλικής οικογένειας, οι οποίοι σχημάτιζαν το λεγόμενο «φιλοπόλεμο κόμμα». Υπήρχε δηλαδή μια εύρωστη φιλελληνική πυραμίδα με ευρεία λαϊκή βάση και κορυφή έως το εσωτερικό του παλατιού. Μελετητές της ρωσικής πολιτικής έναντι της Επανάστασης θεωρούν ότι η Ρωσία ακολούθησε μια διπρόσωπη στάση, τηρώντας μια επίσημη πολιτική και μία ανεπίσημη,[4] ή αλλιώς, ότι η Ρωσία έβλεπε τους μεν άμαχους Έλληνες σαν αδελφούς Ορθόδοξους, τους δε επαναστάτες ως επικίνδυνους.[5] Το τί ακριβώς συνέβαινε στα ανώτατα κλιμάκια της ρωσικής κυβέρνησης και του παλατιού παραμένει σχεδόν άγνωστο, λόγω της δυσκολίας στη μελέτη των ρωσικών αρχείων. Από τις γνωστές πηγές όμως προκύπτουν καθαρά δύο γεγονότα, που έσωσαν την Επανάσταση: Πρώτον, η συνεχής απειλή για εισβολή ρωσικού στρατού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (στο εξής Οθ.Α), και δεύτερον, η στήριξη των Ελλήνων από τη Ρωσική Εκκλησία και το λαό. Σε σύγκριση με τις πολιτικές των άλλων Δυνάμεων, φαίνεται ότι η Ρωσία (επισήμως ως κράτος) ήταν η μόνη που έστω έμμεσα στήριξε την Επανάσταση κατά τα πρώτα χρόνια, όταν οι υπόλοιπες ουσιαστικά στήριζαν την Οθ.Α. Η επίσημη στροφή της Ρωσίας προς την ενεργή στήριξη των Ελλήνων άρχισε να εκδηλώνεται από τις αρχές του 1824, όταν πρότεινε στις άλλες Δυνάμεις μια ημιαυτόνομη Ελλάδα, ανάλογα με τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες. Οι Έλληνες ηγέτες έμαθαν αυτή την πρόταση από την γαλλική εφημερίδα Constitutionnel (31-5-1824, Νέο Ημ.), δεν αποδέχτηκαν την ιδέα της μη πλήρους ανεξαρτησίας, και οι περισσότεροι πρότειναν να τεθούν υπό την βρετανική προστασία. Φοβούνταν ότι η επιρροή της Ρωσίας θα καθιστούσε την Ελλάδα μια απόλυτη μοναρχία υπό διοίκηση Φαναριωτών, έναντι της οποίας προτιμούσαν μια συνταγματική μοναρχία δυτικού τύπου. Αυτό σήμανε και μια υποβάθμιση των σχέσεών τους με τη Ρωσία. Ίσως ήταν το πρώτο επίσημο «ανήκομεν εις την Δύσιν».

Είναι αυτονόητο ότι η φιλελληνική διάθεση των Ρώσων στηριζόταν κυρίως στους δεσμούς της θρησκείας και της ιστορίας, καθώς και στην ύπαρξη ενός κοινού εχθρού. Δευτερευόντως, σε φιλελεύθερους κύκλους όπως οι Δεκεμβριστές, μέτρησε η κοινωνική όψη της Επανάστασης.[6] Μεγάλο σοκ και ενδιαφέρον προκάλεσε στη ρωσική κοινή γνώμη και η εκτέλεση του πατριάρχη Γρηγορίου E’. Σε σχέση με το δυτικό Φιλελληνισμό, ο ρωσικός ήταν περισσότερο «πολυσυλλεκτικός» στις αναφορές του, στηριζόμενος όχι μόνο στην αρχαιότητα, αλλά και στη βυζαντινή, τη μεταβυζαντική και τη σύγχρονη εμπειρία. Στην τελευταία περιλαμβανόταν το ζωντανό ενδιαφέρον και οι σχέσεις με ιερούς τόπους όπως το Άγιον Όρος, η Ιερουσαλήμ και τα ανατολικά πατριαρχεία, χώροι με έντονο ελληνικό χαρακτήρα που λειτουργούσαν ως κέντρα ορθόδοξων διεθνικών επαφών. Οι Ρώσοι γνώριζαν καλύτερα από τους Δυτικούς την ελληνική και ευρύτερη βαλκανική γενεαλογία της αντιτουρκικής επαναστατικότητας, όπου μάλιστα υπήρξαν και φάσεις συνεργασίας όπως στην επανάσταση του 1770 (Ορλωφικά).[7] Πιθανότατα μέσω του Αγίου Όρους έμαθαν για τους Έλληνες Νεομάρτυρες αγίους, ένα ιδιαίτερο φαινόμενο αντι-ισλαμικής αντίστασης, που ήταν σχεδόν άγνωστο στη Ρωσία έως τον 18ο αιώνα.[8] Επίσης πρέπει να γνώριζαν και την αντι-ισλαμική μεσσιανική γραμματεία του Βυζαντίου, η οποία αρχίζει από τον 8ο αιώνα.[9] Σ’ αυτή την αντίσταση (ή μη συνθηκολόγηση) των Ελλήνων, το «φιλοπόλεμο κόμμα» της Ρωσίας έδωσε προεκτάσεις διεθνούς δικαίου: Κρίσιμο σημείο της ιστορίας ήταν η μη συνθηκολόγηση της Κων/πολης το 1453. Ένα από τα επιχειρήματα των Καποδίστρια και Στούρτζα, προκειμένου να κάμψουν τις αμφιβολίες του τσάρου περί της νομιμότητας της επανάστασης, ήταν το ότι «οι Έλληνες ποτέ δεν ορκίστηκαν πίστη στον σουλτάνο … [και] …  επαναστατούν εναντίον ενός παράνομου μονάρχη».[10]

Ατυχώς, η ελληνική ιστοριογραφία του 20ού αιώνα απέφυγε να φωτίσει επαρκώς αυτό το ρόλο της Ρωσίας λόγω διαφόρων πολιτικών σκοπιμοτήτων, που παλαιότερα ήταν η Δυτική επιρροή στην Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, και μετέπειτα η κυριαρχία μιας ιστοριογραφικής σχολής προσκολλημένης στη θεωρία του υποτιθέμενου “big bang” της Γαλλικής Επανάστασης. Για τους ίδιους λόγους ρίχθηκαν στη λήθη και διαχωρίστηκαν από την Επανάσταση του ’21 οι παλαιότερες επαναστάσεις ή εξεγέρσεις. Μέχρι τη δεκαετία του 1990 υπήρξαν σχετικά λίγες μελέτες που αναδείκνυαν τον βαρύνοντα ρόλο της Ρωσίας στην Επανάσταση, όπως αυτές των Γκριγκόρι Αρς,[11] Θεόφιλου Προύση (T. Prous(s)is), και Δημ. Λουλέ[12].[13] Τελευταία όμως υπάρχει ένα αυξημένο ενδιαφέρον για το θέμα, και έχουν γίνει πολλές σύγχρονες δημοσιεύσεις, χάρη και στο άνοιγμα των ρωσικών αρχείων.

Η Ρωσία ουσιαστικά έσωσε την Επανάσταση και πολλούς άμαχους με μερικές κινήσεις που επιγραμματικά ήταν οι εξής:  Από την αρχή της Επανάστασης μετακινήθηκαν ισχυρά ρωσικά στρατεύματα στην αριστερή όχθη του ποταμού Προύθου, που ήταν το σύνορο με τη Βλαχία και τη Μολδαβία (σήμερα στα σύνορα Ρουμανίας – Μολδαβίας). Τον Ιούλιο του 1821 ο Ρώσος πρέσβης στην ΚΠολη επέδωσε στον σουλτάνο το πρώτο μήνυμα έμμεσης στήριξης των Ελλήνων, υπενθυμίζοντας τις προηγούμενες ρωσοτουρκικές συνθήκες. Ήταν ένα τελεσίγραφο, πιθανότατα αποτέλεσμα των ενεργειών των Καποδίστρια και Στούρτζα. Μ’ αυτό η Ρωσία δήλωνε ότι με βάση τις συνθήκες είναι προστάτιδα των Χριστιανών, απαιτούσε την αποχώρηση των Τούρκων από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, και την προστασία των άμαχων Χριστιανών και των περιουσιών τους. Από τότε άρχισε να παίζεται σχεδόν καθημερινά μια διπλωματική παρτίδα στην Κωνσταντινούπολη, την Πετρούπολη και τις πρωτεύουσες της Ευρώπης, με τη Βρετανία και την Αυστρία να μεσολαβούν ώστε να αποφευχθεί μια στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας.[14] Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μετριασθούν τα τουρκικά αντίποινα κατά των Ελλήνων της ΚΠολης και των αμάχων περιοχών. Ο σουλτάνος έλαβε σοβαρά υπόψη όχι μόνο τις ρωσικές απαιτήσεις αλλά και τις συμβουλές των Δυτικών πρέσβεων που τον προειδοποιούσαν ότι δεν αποκλείεται μια ρωσική εισβολή ή κάθοδος στο Αιγαίο. Αυτή η προσδοκία ήταν διάχυτη σε όλο το σώμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, δηλ. το λαό, τους εμπορικούς και τραπεζικούς οίκους, τους διανοούμενους και τους πολιτικούς, και ήταν καθημερινό θέμα των εφημερίδων. Η φημολογούμενη ρωσική επίθεση δεν συνέβη πριν το 1828,  αλλά ήταν διαρκώς στο τραπέζι ως κάτι πολύ πιθανό. Έτσι η Οθ.Α. ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί ισχυρό στρατό στο σύνορο του Προύθου, στη δεξιά όχθη του Δούναβη, και γύρω από την πρωτεύουσα. Ουσιαστικά ο μεγάλος και αξιόμαχος όγκος των τουρκικών δυνάμεων ήταν δεσμευμένος μακριά από την επαναστατημένη νότια Ελλάδα, στην οποία η Οθ.Α. μπόρεσε να διαθέσει μικρές και όχι καλά οργανωμένες δυνάμεις. Αυτό κυριολεκτικά έσωσε την Επανάσταση μέχρι που οι Μεγάλες Δυνάμεις άλλαξαν πολιτική.

Ταυτόχρονα στο εσωτερικό της Ρωσίας, στελέχη της κυβέρνησης και η Εκκλησία οργάνωσαν ένα ευρύ πρόγραμμα ανθρωπιστικής βοήθειας προς τους Έλληνες. Αυτό το πρόγραμμα στηρίχθηκε από όλες τις κοινωνικές ομάδες, και βεβαίως από τη μεγάλη μάζα των Χριστιανών υπηκόων που ήταν αγράμματοι και δεν είχαν επαφές με την κλασσική παιδεία όπως οι Δυτικοί. Ο Θ. Προύσης (1985) χαρακτηρίζει αυτό το κίνημα ως «φιλορθόδοξο». Από τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες από περιοχές της Ρουμανίας, της Κωνσταντινούπολης, κλπ κατέφευγαν σε ρωσικά εδάφη, «διασώζοντας μόνο τη ζωή τους και την τιμή των γυναικών και των παιδιών τους».  Τον Ιούλιο του 1821 ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ ενέκρινε το πρόγραμμα συλλογής βοήθειας για τους Έλληνες που κατέφυγαν στην Οδησσό και τη Βεσσαραβία. Μεγάλη βοήθεια προσέφεραν και οι Έλληνες που ήδη ζούσαν εκεί. Πρωτεργάτης του προγράμματος ήταν ο πρίγκηπας και υπουργός Αλέξανδρος Νικολάγιεβιτς Γκολίτσιν, ο οποίος αναγνώριζε ρητά το ηθικό χρέος της Ρωσίας και της Δυτ. Ευρώπης «να βοηθήσουν τα τέκνα της χώρας που έδωσε τα φώτα στην Ευρώπη και στην οποία η Ρωσία είναι περισσότερο υπόχρεη αφού δανείστηκε από αυτή τα φώτα της πίστης, η οποία στερέωσε τη σωτήρια σημαία του Ευαγγελίου πάνω στα ερείπια του παγανισμού». Εκατομμύρια ρούβλια συγκεντρώθηκαν απ’ όλες τις περιοχές της Ρωσίας, και από όλες τις τάξεις, από το παλάτι μέχρι το λαό. Το σημαντικό είναι ότι αυτή η βοήθεια διήρκεσε καθ’ όλη τη δεκαετία μέχρι την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ελλάδας, ενώ στην Ευρώπη παρατηρήθηκε μια κόπωση του φιλελληνικού κινήματος μετά τα πρώτα 4-5 χρόνια.[15]

Το φύλλο της 19 Φεβρουαρίου 1827 της Γερμανικής εφημερίδας Allgemeine Zeitung, παρουσιάζει ένα πλήρη απολογισμό της οικονομικής βοήθειας που έστειλε στην Ελλάδα κατά τα έτη 1825 και 1826.

Tο φιλελληνικό κίνημα στη Δύση και πιθανότατα και στη Ρωσία[16] τροφοδοτήθηκε, εκτός των άλλων, από τη δημοσιότητα που έλαβε η Επανάσταση μέσω των εφημερίδων και από τον ηρωισμό και τις θυσίες των επαναστατών. Ο τελευταίος παράγων υποτιμάται από τη σύγχρονη ακαδημαϊκή ιστοριογραφία για χάρη πιο «σύγχρονων» κοινωνικο-οικονομικών αναλύσεων, αποστειρωμένων από ήρωες και μάρτυρες. Η πραγματικότητα είναι ότι αν οι επαναστάτες δεν άντεχαν μέχρι και τον χειμώνα του 1822-23, ο Φιλελληνισμός δεν θα είχε αντικείμενο. Ας δούμε γιατί, κάνοντας παράλληλα μια ενδεικτική παρουσίαση ειδήσεων από ευρωπαϊκές εφημερίδες της εποχής, οι οποίες ήταν η κύρια πηγή διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Θα παραπέμψω κυρίως στην γαλλόφωνη Gazette de Lausanne (στο εξής GdL), μια ελβετική φιλελληνική εφημερίδα που συχνά αναδημοσίευε ειδήσεις και από άλλες εφημερίδες.[17] Υπενθυμίζω ότι μέχρι την Επανάσταση δεν εκδίδονταν ελληνικές εφημερίδες στην Ελλάδα, ούτε τουρκικές, και πιθανότατα ούτε σε άλλες γλώσσες.

Οι πρώτες ειδήσεις για το κίνημα του Υψηλάντη στη Βλαχία εμφανίζονται στις εφημερίδες στα τέλη Μαρτίου 1821, και γρήγορα παίρνουν θέση δίπλα στις στήλες για τις πολιτικές επαναστάσεις στη Νάπολη, το Πιεμόντε, την Ισπανία και τη Λατινική Αμερική. Την 1η Μαΐου 1821 (όλες οι ημερ/νίες είναι Νέου Ημ/γίου), το πρωτοσέλιδο της GdL γράφει για τους πρώτους Έλληνες πρόσφυγες που καταφεύγουν στη Ρωσία και στις ξένες πρεσβείες της ΚΠολης για να σωθούν.[18] Δημοσιεύει (όπως και πολλές άλλες εφημερίδες) και μια από τις διακηρύξεις του Αλ. Υψηλάντη, τη γνωστή «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» σε ελεύθερη απόδοση. Το «υπέρ Πίστεως», το οποίο δεν ακουγόταν στις άλλες επαναστάσεις της εποχής, έδωσε στην Ευρώπη να καταλάβει ότι εδώ συνέβαινε κάτι διαφορετικό. Ολόκληρο το σύνθημα είναι υστεροβυζαντινής προέλευσης, καθώς περιέχεται στην τελευταία ομιλία  (δημηγορία) του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, όπως την παραδίδει ο Γεώργιος Φραντζής στο Χρονικό του (1477).[19] Επίσης περιέχεται (όχι ενιαίο) σε αποσπάσματα ομιλιών του ιδίου του αυτοκράτορα που κατέγραψε στα ρωσικά ο χρονικογράφος Νέστορας-Ισκεντέρ, επίσης σύγχρονος της Άλωσης.[20] Περίπου στη γνωστή του μορφή το σύνθημα αποδίδεται στον Μεγάλο Πέτρο, και μετέπειτα χρησιμοποιήθηκε στη Ρωσία με μικρές παραλλαγές μέχρι τουλάχιστον την εποχή της Επανάστασης. Ο Υψηλάντης δεν μπορεί παρά να το γνώρισε υπηρετώντας στο ρωσικό στρατό, τότε τυποποιημένο ως «Για την πίστη, τον τσάρο και την πατρίδα».[21] Η προκήρυξη του Υψηλάντη τελειώνει με αναφορές σε ηρωικά αρχαία πρόσωπα και γεγονότα, πολύ γνωστά στους Ευρωπαίους και ήδη χρησιμοποιούμενα ως σύμβολα πολιτικών ιδεών: Θερμοπύλες, Μιλτιάδης, Λεωνίδας, Αθήνα, αγώνες κατά τυράννων και Περσών κτλ. Αυτά και άλλα κλασσικά ονόματα, επανέρχονταν συχνά στις ειδήσεις, αφού τα πολεμικά γεγονότα πράγματι λάμβαναν χώρα σε περιοχές με κλασσικά τοπωνύμια τα οποία δεν είχαν αλλάξει από την αρχαιότητα. Ειδικά οι Θερμοπύλες, λόγω του υψηλού συμβολισμού, αναφέρονταν συχνά στις εφημερίδες, ακόμα και όταν δεν είχαν άμεση σχέση με τα γεγονότα. Η «έμμονη ιδέα» των Ευρωπαίων με τις Θερμοπύλες είχε ξεκινήσει από το 1737 με το πολύ δημοφιλές επικό ποίημα «Λεωνίδας» του Άγγλου ποιητή και πολιτικού Richard Glover, το οποίο ήταν μια αλληγορία για τα τότε φιλελεύθερα αιτήματα μερίδας των πολιτικών του Λονδίνου.[22]

Μετά από τις πρώτες συγκεχυμένες ειδήσεις όπου η Ελληνική Επανάσταση συσχετιζόταν με αυτές που γίνονταν περίπου ταυτόχρονα στη Νάπολη, στην Ισπανία ή τη Νότια Αμερική, η εικόνα ξεκαθαρίζει. Στο φύλλο της 8 Μαΐου 1821 η GdL κάνει σαφές ότι δεν πρόκειται για μια πολιτική επανάσταση αλλά για τη σύγκρουση εθνών, θρησκειών και πολιτισμών. Αναφέρει ένα βασικό χαρακτηριστικό της Επανάστασης: Οι Έλληνες δεν ζητούν κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις, αλλά ανεξαρτησία και απελευθέρωση από ένα ζυγό. Οι εφημερίδες περιγράφουν ένα πολεμικό σκηνικό διαφορετικό από αυτά των πολιτικών ευρωπαϊκών επαναστάσεων: Οι ιερείς με σταυρούς και εικόνες προπορεύονται των μαχητών. Οι σημαίες φέρουν το σταυρό και εικόνες αγίων, οι πολεμιστές ορκίζονται σε Ευαγγέλια. Ο κορυφαίος ιεράρχης της Πελοποννήσου, ο Πατρών Γερμανός, και άλλοι ιεράρχες, ξεσηκώνουν το λαό και τους πολεμιστές και  συμμετέχουν στις πολιορκίες (GdL 1/6/1821). Μερικές εφημερίδες δημοσιεύουν μια επαναστατική ομιλία του Γερμανού στην Αγία Λαύρα (Constitutionnel Παρισίων, 6/6/21, Times Λονδίνου 11/6/21 κ.ά.)[23]. Αντίστοιχη ιεροποίηση του πολέμου κάνουν και οι Μουσουλμάνοι, με τους δικούς τους ιερείς να ευλογούν τους πολεμιστές, να υψώνουν την πολεμική σημαία του Προφήτη, και να επικαλούνται το Κοράνιο και τη σωτηρία του Ισλάμ (GdL 8/6/1821,  1/1, 26/4 και 24/5/1822). Ζωηρή εντύπωση προκαλούν και τα νέα για την εκτέλεση του Πατριάρχη κατά την ημέρα του Πάσχα, και τη σφαγή πολλών Ελλήνων (και Αρμενίων) στην ΚΠολη, τη Σμύρνη και τις Κυδωνίες (Αϊβαλί) (GdL 29/5, 5/6, 15/6, 31/7/1821 κλπ). Χριστιανοί πετιούνται στη θάλασσα δεμένοι για να πνιγούν, ώστε να μη χυθεί αίμα κατά την εορτή του Ραμαζανίου (π.χ. GdL, 3 και 7/8/1821). Σάκοι γεμάτοι κεφάλια, αυτιά, μύτες και γλώσσες στέλνονται στην Κων/πολη (GdL, 7 και 21/8/21). [24] Ο εθνικο-θρησκευτικός χαρακτήρας της Επανάστασης επιβεβαιώνεται και από τις αναφορές της βρετανικής πρεσβείας της Κωνσταντινούπολης.[25] Αυτές οι ειδήσεις ενεργοποιούν τα θρησκευτικά και πολιτισμικά ανακλαστικά των Ευρωπαίων. Παρά τις δογματικές  διαφορές, Καθολικοί και Προτεστάντες δεν μένουν ασυγκίνητοι, καθώς τα γεγονότα έχουν «ενωτικό» χαρακτήρα, παραπέμποντας στην εποχή των πρώτων μαρτύρων, πολύ προ του Σχίσματος. Στο θέμα αυτό Δυτικοί και Ελληνορθόδοξοι μιλούν την ίδια γλώσσα: Μια ανταπόκριση από την Ελλάδα λέει ότι οι Έλληνες ιερείς θεωρούν μάρτυρες τις γυναίκες που ατιμάστηκαν από τους Τούρκους (GdL 4/1/1822).

Σύντομα εμφανίζονται τα πρώτα δημοσιογραφικά σχόλια και παραινέσεις υπέρ μιας φιλελληνικής πολιτικής των κυβερνήσεων.[26] Στις 8/6/21 η GdL γράφει ότι μια επιχείρηση για την καταστροφή της φοβερής τουρκικής δύναμης θα ήταν συμβατή με τις ευρωπαϊκές πολιτικές περί προστασίας των λαών από κατακτητές. Στις 22 Ιουνίου 1821 γράφει ότι είναι υποχρέωση της χριστιανικής Ευρώπης και θέμα τιμής του χριστιανισμού και της ανθρωπότητας, να βάλει ένα τέλος στις διώξεις των Χριστιανών της Κωνσταντινούπολης. Ανθελληνικές εφημερίδες όπως η Oesterreichische Beobachter (Αυστριακός Παρατηρητής, κυβερνητικό όργανο της Βιέννης) τονίζουν κάποια αρνητικά στοιχεία της Επανάστασης, όπως τη στροφή των Ρουμάνων κατά του Υψηλάντη και την υποτιθέμενη σχέση της Φιλικής Εταιρείας με παρόμοιες μυστικές εταιρείες της Ευρώπης (η  GdL με αντικειμενικότητα αναπαράγει και τέτοιες ειδήσεις, π.χ. την 22/6/21), αλλά αυτά δεν αλλάζουν σημαντικά τη γενικότερη εικόνα και τα συναισθήματα.  Η Oesterreichische Beobachter, όπως και άλλες γερμανόφωνες εφημερίδες, είναι περισσότερο εφημερίδες ειδήσεων και λιγότερο γνώμης, κι έτσι  παρουσιάζουν ταυτόχρονα και μερικές επαναστατικές διακηρύξεις και ομιλίες της Επανάστασης. Για παράδειγμα, η Algemeine Preussische Staat Zeitung στις πρώτες μέρες του Ιουνίου του 1821 δημοσιεύει την επαναστατική προκήρυξη της Μεσσηνιακής Γερουσίας, τις σφαγές στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, την εξέγερση των Ελλήνων του Μοριά με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο και τους ιερείς, την εκτέλεση του Πατριάρχη.[27] Πολλές γερμανικές και ελβετικές εφημερίδες καλούν τους αναγνώστες να προσφέρουν χρηματική και στρατιωτική βοήθεια.[28] Από νωρίς γερμανόφωνοι διανοούμενοι παίρνουν θέση υπέρ της Επανάστασης, το ίδιο και μεγάλο μέρος της γερμανικής κοινής γνώμης. Ο ποιητής Wilhelm Müller με ένα ποίημα απαντά στον Αυστριακό Παρατηρητή εκ μέρους των Ελλήνων. Ατυχώς η λογοκρισία και οι απαγορεύσεις περιόρισαν πολλές δραστηριότητες του γερμανικού φιλελληνικού κινήματος, όπως και την πληροφόρηση που έχουμε γι’ αυτές.[29] Όπου δεν υπάρχει λογοκρισία (κυρίως σε Βρετανία και ΗΠΑ), εκδηλώνεται πιο ελεύθερα το φιλελληνικό συναίσθημα, τρεφόμενο από το υπόστρωμα αιώνων ελληνικής παιδείας, κάτι που ο Percy Shelley συμπύκνωσε σε τέσσερεις λέξεις: “We are all Greeks”. Αλλά και εφημερίδες που αρχικά υπήρξαν ανθελληνικές, όπως οι γαλλικές Gazette de France και Drapeau Blanc, σταδιακά γέρνουν προς την πλευρά των Ελλήνων υπό την επιρροή προσωπικοτήτων όπως ο Σατωβριάνδος,[30] ο οποίος σε επιστολή του προς τον εκδότη εφημερίδας έγραφε το 1826: «Ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί, θέλω να πεθάνω σαν Έλληνας»[31]. Για την ευρωπαϊκή ειδησεογραφία περί την Επανάσταση και την επιρροή της στην κοινή γνώμη, υπάρχει μια σειρά μελετών, με πρωτοπόρες αυτές των Ι. Δημάκη και Αριστείδη Δημόπουλου από τη δεκαετία του 1960.[32]

Είναι γνωστή η απογοήτευση και οι ταλαιπωρίες πολλών Φιλελλήνων από την επαφή τους με την ελληνική πραγματικότητα, ειδικά στα πρώτα τρία χρόνια. Οι περισσότεροι είχαν ενθουσιασμό αλλά όχι εκπαίδευση και σκληραγωγία, ούτε μπορούσαν να κατανοήσουν τους Έλληνες. Οι τελευταίοι επίσης δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τους Ευρωπαίους. Όπως έγραφε και ο Λόρδος Byron, οι περισσότεροι Φιλέλληνες γνώριζαν μόνο τους καλούς τρόπους και την προσκόλληση στα τελετουργικά και τους κανονισμούς που είχαν μάθει στις πατρίδες τους.[33] Δεν είναι σίγουρο αν όλοι οι Φιλέλληνες εφάρμοζαν τα ευρωπαϊκά «σαβουάρ-βίβρ» και αν όλοι έμειναν πράγματι απογοητευμένοι. Από τις αντιπαραθέσεις μεταξύ ορισμένων (μερικές «ξεκαθάρισαν» με μονομαχίες) και τις αφηγήσεις άλλων, μαθαίνουμε, για παράδειγμα, ότι μετά την άλωση της Τριπολιτσάς οι περισσότεροι Φιλέλληνες πλαισιώθηκαν με νεαρές Τουρκάλες, και μάλιστα ότι ένας Ιταλός διατηρούσε χαρέμι από δέκα Τουρκάλες και Ελληνίδες.[34] Άλλοι αναφέρουν με θαυμασμό την αντοχή των Ελλήνων μαχητών σε μακρές πορείες και κακουχίες, και τη λιτότητά τους στο φαγητό και τη διαβίωση. Φιλέλληνες και περιηγητές περισσότερο αντικειμενικοί και μορφωμένοι, διαπιστώνουν ότι οι Έλληνες που συνάντησαν εφαρμόζουν συνήθειες πολιτισμού που αναφέρει και ο Όμηρος, όπως το πλύσιμο των χεριών πριν από μια συνεστίαση, κάτι που δεν το έκαναν απαραίτητα όλοι οι Ευρωπαίοι.[35]

Από τον Ιούνιο του 1821 εμφανίζονται οι πρώτες ειδήσεις για προώθηση ρωσικών δυνάμεων στα σύνορα του Προύθου και στο Αιγαίο (GdL, 5, 19, 22 Ιουν., 6 και 27  Ιουλ., 21 & 28/8/21 κλπ). Στη συνέχεια, οι ειδήσεις για επικείμενη ρωσική εισβολή στα οθωμανικά εδάφη είναι σχεδόν καθημερινές, και μερικές φορές μάλιστα λέγεται ότι η εισβολή άρχισε. Γινόταν επίσης γνωστό ότι και ο αυστριακός στρατός ενισχυόταν στα σύνορα με την Οθ.Α. για να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε κατάσταση. Οι ειδήσεις αυτές, αν και όχι πάντα ακριβείς στις λεπτομέρειές τους, έσπερναν την ανησυχία στους Ευρωπαίους οι οποίοι δεν ήθελαν να ζήσουν ένα νέο πόλεμο. Λογικά θα έφθαναν και στην Υψηλή Πύλη. Ταυτόχρονα γινόταν αντιληπτό ότι η πολιτική της αυστηρής ουδετερότητας (ουσιαστικά η στήριξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) δεν ήταν μονόδρομος, αφού η Ρωσία παρενέβαινε για να εμποδίσει τις σφαγές των Χριστιανών. Στις 29/6/21 η GdL γράφει ότι ο πρέσβης της Ρωσίας επέδωσε στην Πύλη μια νότα σχετικά με την παραβίαση των άρθρων της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1812) λόγω των διωγμών των Χριστιανών και των καταστροφών των εκκλησιών. Στο ίδιο φύλλο δημοσιεύει απόσπασμα από το οδοιπορικό του Σατωβριάνδου (1811) όπου περιγράφεται η εξολόθρευση του Μοριά από τους Αλβανούς μετά τα Ορλωφικά. Στις 11/9/21 συνοψίζει τους περιορισμούς και τις ταπεινώσεις που διαχρονικά επιβάλλει το ισλαμικό δίκαιο στους μη Μουσουλμάνους. Οι ρωσικές απαιτήσεις για σεβασμό των Χριστιανών επαναλαμβάνονται συχνά ως είδηση.

Ειδικά σε χώρες με Κοινοβούλια, όπως η Βρετανία και η Γαλλία, η άποψη της κοινής γνώμης είχε πολιτικό αποτέλεσμα. Βουλευτές της αντιπολίτευσης έφερναν τα θέματα στα Κοινοβούλια και πίεζαν τις κυβερνήσεις να λάβουν θέση (π.χ. ερώτηση του  βουλευτή Wortley στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, GdL 3/7/21). Αλλά και εκτός των κρατικών οργάνων, πόλοι εξουσίας όπως οι Προτεσταντικές Εκκλησίες και οι διανοούμενοι, ενεργοποιούνταν υπέρ της ελληνικής υπόθεσης. Την 1/7/1821 ανακοινώνεται η πρώτη ήπια φιλελληνική κίνηση της Βρετανίας (GdL 10/8/1821): Μέχρι εκείνη τη στιγμή πλοία από τη Βόρεια Αφρική (τύποις υπαγόμενη στην Οθ.Α.) εκτελούσαν επιδρομές εις βάρος του ελληνικού στόλου και σε περίπτωση κινδύνου κατέφευγαν για προστασία αλλά και ανεφοδιασμό σε λιμάνια του Ιονίου που ήταν υπό βρετανική διοίκηση (το ίδιο έκαναν και τουρκικά πλοία). Τα ελληνικά πλοία, ως στερούμενα οποιασδήποτε διεθνούς νομιμότητας, δεν μπορούσαν να πλησιάσουν σε βρετανικά λιμάνια. Η Βρετανία επανενεργοποίησε παλαιότερη συνθήκη του 1800 σύμφωνα με την οποία τα πλοία της Β. Αφρικής πρέπει να τηρούν απόσταση 40 μιλίων από τα Ιόνια Νησιά. Εδώ μέτρησε και ο πατριωτισμός των Επτανησίων, οι οποίοι προβλημάτιζαν τον Βρετανό διοικητή γιατί παρά τις απαγορεύσεις περνούσαν κατά χιλιάδες στην Ελλάδα για να πολεμήσουν ή ασκούσαν άλλες φιλελληνικές δραστηριότητες. Τότε άρχισαν στην Ευρώπη και οι πρώτες σοβαρές συζητήσεις για το «Ανατολικό Ζήτημα», οι οποίες ουσιαστικά τελείωσαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Courier του Λονδίνου, που απηχεί κυβερνητικές θέσεις, την 30/7/21 θέτει θέμα διάλυσης και διαδοχής της Οθ.Α., εκφραζόμενη θετικά υπέρ της ανεξαρτησίας των Ελλήνων (GdL 10/8/21). Ανταποκρίσεις από το Λονδίνο αναφέρουν ότι «η πίεση της κοινής γνώμης απ’ όλη την Αγγλία αρχίζει να δίνει αποτελέσματα» (GdL 4/1/1822).

Η άφιξη Φιλελλήνων πολεμιστών ήταν μόνο μια από τις όψεις του φιλελληνισμού, η πιο ηρωική και μυθιστορηματική αλλά όχι απαραίτητα η πιο αποτελεσματική. Από αυτούς άλλοι ήταν πραγματικά φίλοι της Ελλάδας, και άλλοι ήταν περισσότερο επαγγελματίες στρατιωτικοί, βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων που αναζητούσαν μία νέα καριέρα. Έδειξαν ηρωισμό και πολλοί θυσιάστηκαν, γι’ αυτό και δικαίως τιμώνται. Παρά το ότι ο αριθμός τους ήταν σχετικά μικρός, πολλές φορές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις μάχες. Οφείλουμε πολλά και στα απομνημονεύματα που άφησαν ορισμένοι, και στις ειδήσεις που έστελναν στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ με επιστολές από την Ελλάδα.[36] Συχνές ήταν οι προσκλήσεις μέσω εφημερίδων για οικονομική ενίσχυση του αγώνα των Ελλήνων, στρατολόγηση εθελοντών, και οι σχετικές ειδήσεις. Περιγράφονται συγκεντρώσεις και αναχωρήσεις Φιλελλήνων για την Ελλάδα, όπως η αναχώρηση πλοίου από τη Μασσαλία υπό τις ευλογίες του τοπικού Ορθοδόξου επισκόπου (GdL 17 & 24/8/21), οι προετοιμασίες Γερμανών Φιλελλήνων (GdL, 4 & 11 & 14/9/21, κλπ.), η αναχώρηση Γερμανών και Γάλλων υπό τον στρατηγό Νόρμαν (GdL, 1 & 8/2/1822) κ.ά.

Είναι γνωστό από τη ρωμαϊκή εποχή και τις σταυροφορίες, ότι ο φιλελληνισμός  είχε και την παρενέργεια της απόσπασης ελληνικών και ελληνιστικών έργων τέχνης ή της νομότυπης αγοράς τους από τους εκάστοτε «ιδιοκτήτες». Η τάση αυτή συλλογής Ελληνικών αρχαιοτήτων από την νότιο Ιταλία και τον Ελλαδικό χώρο, συνεχίσθηκε και κατά την αναγέννηση, αλλά και τον 18ο και 19ο αιώνα. Για παράδειγμα το Βατικανό ήταν ο μεγαλύτερος συλλέκτης αρχαιοτήτων, όπου και τις μελέτησε ο ιδρυτής της επιστήμης της αρχαιολογίας Winkelman, ο οποίος έδωσε ώθηση στο ρεύμα του νεοκλασικισμού και στη συνέχεια του ρομαντισμού που γέννησαν τον Φιλελληνισμό του 19ου αιώνα. Και βέβαια, η παρουσία των Ελληνικών μνημείων στο Λονδίνο και στο Παρίσι, διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο για την ταύτιση του κάλλους της αρχαίας Ελληνικής τέχνης και του Ελληνικού πολιτισμού, με το αίτημα της απελευθέρωσης του Ελλάδος. Πέρα όμως από τις αρπαγές, δεν έλειψαν και μερικές σωτήριες παρεμβάσεις. Το 1821, μετά από αίτημα του Βρετανού πρέσβη στην ΚΠολη, λόρδου Στράνγκφορντ, ο Μέγας Βεζύρης (το αντίστοιχο του πρωθυπουργού) δίνει αυστηρή διαταγή στον οθωμανικό στρατό που οδεύει για ανακατάληψη της Αθήνας να σεβαστεί τα αρχαία μνημεία «για τα οποία πάντα είχαν υψηλό ενδιαφέρον οι μορφωμένοι της Ευρώπης».[37] Δεν αποκλείεται αυτό να έσωσε κάποια από τα μνημεία, και αξίζει να μνημονεύεται παράλληλα με όποιες άλλες αναφορές στον Ελγίνο.[38]

Το φύλλο της 27 Ιουλίου 1821 της εφημερίδας Journal des Debats αναφέρεται στο έργο ενός Γάλλου, ο οποίος κατέγραψε με λεπτομέρειες τα πολιτιστικά μνημεία της Αθήνας, εκφράζοντας φόβο για τις ζημίες που μπορούν να υποστούν κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις (Συλλογή ΕΕΦ).

Από τα μέσα του 1821 διαφαινόταν μία αλλαγή στο κλίμα υπέρ των Ελλήνων, τουλάχιστον στο επίπεδο της κοινής γνώμης, των διανοούμενων και ορισμένων πολιτικών κύκλων. Όμως αυτό για να αποκτήσει αντίκρισμα θα έπρεπε οι επαναστάτες να αντέξουν στο πεδίο της μάχης. Αν είχαν καταθέσει τα όπλα με αντάλλαγμα τη συγχώρεση που υπόσχονταν οι Τούρκοι, δεν θα είχε νόημα οποιαδήποτε φιλελληνική κίνηση. Αποφασιστικής σημασίας υπήρξε η κατάληψη της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του 1821, καθώς και η έμπρακτη επίδειξη ότι ο ελληνικός στόλος μπορούσε να αντιμετωπίσει επιτυχώς τον τουρκικό. Εκείνη την εποχή οι εχθροπραξίες γίνονταν κυρίως μεταξύ άνοιξης και φθινοπώρου, ενώ ο χειμώνας ήταν περίοδος ανασύνταξης δυνάμεων. Οι Έλληνες, με βαριές απώλειες μάχιμων και αμάχων ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, τη Βλαχία και τη Μικρά Ασία, κράτησαν με επιτυχία μια ελεύθερη εστία εδάφους στη Νότια Ελλάδα, έως ότου μπήκε ο χειμώνας του 1821-22. Οι ελπίδες των Τούρκων και των αντεπαναστατικών κύκλων της Ευρώπης μετατέθηκαν για την επόμενη άνοιξη.

Το 1822 ξεκίνησε άσχημα για την Επανάσταση, λόγω της εξουδετέρωσης του Αλή Πασά, γεγονός που απαγκίστρωσε οθωμανικές δυνάμεις από την Ήπειρο. Ωστόσο, στα πεδία των μαχών οι αγωνιστές άντεξαν και πάλι. Αποφασιστική ήταν η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη το καλοκαίρι, γεγονός που έδειξε ότι ούτε μέσα στο 1822 θα έσβηνε η Επανάσταση. Είχε προηγηθεί η άτυχη εκστρατεία στην Ήπειρο όπου σκοτώθηκαν τουλάχιστον 60 Φιλέλληνες και πολλοί Επτανήσιοι στη μάχη του Πέτα. Αυτό το στρατιωτικό σώμα που είχε οργανώσει ο Balestre, πολέμησε με ηρωισμό αλλά η μάχη χάθηκε, είτε από προδοσία είτε από στρατηγικά λάθη.

Τεράστια σημασία για το φιλελληνικό κίνημα είχε η μαζική θυσία των Ελλήνων της Χίου το Μάρτιο του 1822. Χιλιάδες Έλληνες σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους και πολλοί άλλοι πουλήθηκαν ως δούλοι, χωρίς να υπάρξει σχεδόν καμία εθελοντική αλλαξοπιστία («τούρκεμα»). Όπως όλες σχεδόν οι εφημερίδες, η GdL στις 21 και 28/5/22 αναφέρει τους εμπρησμούς και τις σφαγές. Γράφει ότι οι νεκροί ξεπερνούν τις 50.000 και ότι οι Τούρκοι της Σμύρνης περνούν με βάρκες στη Χίο για πλιάτσικο. Άλλη είδηση γράφει ότι τα πλοία δυσκολεύονται να πλεύσουν στο λιμάνι λόγω των πτωμάτων που επιπλέουν. Ο Γάλλος πρέσβης με ηρωισμό έσωσε μερικές εκατοντάδες γυναικόπαιδα. Κάποιοι πίστευαν ότι η σφαγή μπορούσε να γίνει αφορμή για επέμβαση της Ρωσίας (GdL 7/6/22). Χιλιάδες γυναικόπαιδα μεταφέρθηκαν και πουλήθηκαν στα παζάρια της Κων/πολης, και πολλοί αυτοκτόνησαν καθ’ οδόν. «Καμία μάχη των τελευταίων πολέμων δεν προκάλεσε τόση αιματοχυσία όσο η απόβαση του Καπετάν-πασά στη Χίο. Ένας πόλεμος που θα σταματούσε αυτή την αιματοχυσία θα ήταν δικαιολογημένος» (GdL 11/6/22). Δημοσιεύονταν ειδήσεις για παρόμοιες φρικαλεότητες και στη Βουλγαρία[39]: «Πάνω από 2.000 κεφάλια μαζί με μύτες και αυτιά στάλθηκαν μέσα σε σάκους στην Κωνσταντινούπολη και περίπου 6.000 γυναίκες πουλήθηκαν μέσω δημοπρασίας σε Εβραίους οι οποίοι πλήρωσαν για κάθε θύμα 4 έως 15 πιάστρα. Τα νέα αγόρια υποβλήθηκαν σε αναγκαστική περιτομή και δόθηκαν σε Τούρκους. Υπάρχει αγανάκτηση για τους Ευρωπαίους πολιτικούς που παρακολουθούν απαθείς τον σφαγιασμό των Ελλήνων χριστιανών» (GdL 25/6/22). Η σφαγή της Χίου έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο από τις εφημερίδες, και αργότερα από τον γνωστό και εμβληματικό πίνακα του Ντελακρουά.  Η μαζική αιχμαλώτιση Ελλήνων και η πώλησή τους ως δούλων γινόταν συστηματικά από τις αρχές έως το τέλος της Επανάστασης, και είχε σημαντικό αντίκτυπο στα αισθήματα των λαών και τις πολιτικές των κυβερνήσεων. Το ότι η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν ασχολήθηκε πολύ με την προηγηθείσα σφαγή των Τούρκων στην Τριπολιτσά, απλά δείχνει ότι τα αισθήματα ήταν σαφώς υπέρ των Ελλήνων, ενώ οι Τούρκοι θεωρούνταν κατακτητές και θύτες εν αδίκω. Μάλιστα συχνά τα κείμενα της εποχής διευκρίνιζαν ότι ενώ τις πράξεις βίας Ελλήνων εναντίον των Τούρκων τις διέπραττε οργισμένος όχλος, οι σφαγές των Τούρκων ήταν οργανωμένες από ένα επίσημο κράτος.

Η δουλεία των Ελλήνων ήταν μείζον γεγονός της Επανάστασης, και ένα από αυτά που ανάγκασαν τους πολιτικούς να λάβουν θέση. Από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική βρισκόταν σε άνοδο το κίνημα υπέρ της κατάργησης της δουλείας, και σταδιακά λαμβάνονταν νομικά μέτρα για την παύση ενός θεσμού τόσο αρχαίου όσο και ο πολιτισμός. Το 1807 η Βρετανία και οι ΗΠΑ απαγόρευσαν το εμπόριο σκλάβων, και το 1833 απαγορεύθηκε γενικά η δουλεία στη Βρετανία.

Εισήγηση στη Γαλλική Βουλή του 1816, του Σατωβριάνδου υπέρ της κατάργησης της δουλείας χριστιανικών πληθυσμών. Η πρόταση αυτή, που υπερψηφίσθηκε, αναφέρεται στα δικαιώματα της ανθρωπότητας και τη διαγραφή της ντροπής αυτής από την Ευρώπη (Συλλογή ΕΕΦ).

Στην εποχή της Ελληνικής Επανάστασης βρετανικά πλοία εκτελούσαν νηοψίες στους ωκεανούς συλλαμβάνοντας πλοία που μετέφεραν σκλάβους, τους οποίους ελευθέρωναν. Ταυτόχρονα ανάγκαζαν τους Αφρικανούς φυλάρχους να σταματήσουν τις πωλήσεις ανθρώπων.[40] Στο αντιδουλοκτητικό κίνημα είχαν πρωτοστατήσει περίπου οι ίδιοι κύκλοι που ήταν ευνοϊκοί και προς την Επανάσταση, δηλαδή Προτεσταντικές Εκκλησίες με τους πιστούς τους, και πολιτικοί όλου του φάσματος από τους φιλελεύθερους μέχρι τους συντηρητικούς. Σε πολλές εφημερίδες υπήρχαν ξεχωριστές στήλες με νέα για το ζήτημα της δουλείας.

Μέσα σ’αυτό το κλίμα, έρχονταν σαν σοκ οι αναφορές ότι Χριστιανοί της Ανατολής πωλούνται σαν ζώα σε παζάρια της Κων/πολης, της Σμύρνης, της Αλεξάνδρειας, κλπ. Μόνο κατά την καταστροφή της Χίου, το οθωμανικό τελωνείο κατέγραψε την εξαγωγή περί των 45.000 δούλων (GdL 13/9/22). Πολλοί αιχμαλωτίσθηκαν ως δούλοι και κατά την κατάληψη του Μεσολογγίου, την εκστρατεία των Αιγυπτίων στην Πελοπόννησο και σε άλλες περιστάσεις. Δούλοι ήταν και Έλληνες ναυτικοί που αναγκαστικά υπηρετούσαν στον οθωμανικό στόλο, μια πτυχή της Επανάστασης που περιμένει κι αυτή να λάβει το μερίδιο ενδιαφέροντος που της πρέπει.

Το φύλλο της 10 Ιουνίου 1826 της Γαλλικής εφημερίδας La Quotidienne, με πλήρη ανταπόκριση από το Μεσολόγγι και αναφορά στην πολιορκία.

Ευθύς από τις πρώτες ειδήσεις για την Επανάσταση, ορισμένοι αρθρογράφοι επισήμαναν ότι όλοι οι Έλληνες είναι ουσιαστικά δούλοι των Τούρκων, και ότι σύμφωνα με τις τότε αρχές Δικαίου η δουλεία είναι μια κατάσταση πολέμου.[41]  Ο οίκτος για τα θύματα της δουλείας τροφοδοτούσε τα φιλελληνικά αισθήματα των λαών και δημιουργούσε πιέσεις στις κυβερνήσεις για να παρέμβουν. Στη Βουλή των Κοινοτήτων της Βρετανίας, η αντιπολίτευση ρωτούσε πιεστικά την κυβέρνηση αν γνωρίζει ότι «οι αγορές της Σμύρνης και της Κων/πολης έχουν γεμίσει από Ελληνίδες που προσφέρονται στις ορέξεις των βάρβαρων μωαμεθανών» (GdL 9 και 30/7/22). Στη Ρωσία επίσης η δουλεία των Ελλήνων προκάλεσε νέο κύμα ανθρωπιστικής κινητοποίησης. Με πρωτοβουλία τριών Ορθοδόξων επισκόπων συγκεντρώθηκαν χρήματα για εξαγορά δούλων, με την εκτίμηση ότι κάθε εξαγορά θα κόστιζε περίπου 5 ρούβλια. Δωρεές, ακόμα και σε εκκλησιαστικά σκεύη, προσφέρθηκαν απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις, όλες τις χριστιανικές εθνότητες και τα δόγματα της Ρωσίας, ακόμα και από μακρινές περιοχές της Σιβηρίας.[42] Το δουλεμπόριο ήταν μια από τις όψεις της γενοκτονίας στην Πελοπόννησο, που αργότερα προκάλεσε την ανθρωπιστική παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στο Ναυαρίνο. Περιέργως, η σύγχρονη ελληνική κοινή γνώμη γνωρίζει ελάχιστα για τη δουλεία των Ελλήνων. Και όμως η δουλεία των Ελλήνων απετέλεσε ένα από τους ακρογωνιαίους λίθους του Φιλελληνικού κινήματος κατά την δεκαετία του 1820 αλλά και πολύ αργότερα. Πολλοί έρανοι φιλελλήνων λάμβαναν χώρα διαρκώς και πολλοί εύποροι Ευρωπαίοι διέθεταν μεγάλα ποσά, για την εξαγορά και απελευθέρωση Ελλήνων σκλάβων, των οποίων μάλιστα οι τιμές ανέβαιναν επειδή υπήρχε μεγάλη ζήτηση. Το θέμα αυτό απεικονίζεται εμφατικά και στην Φιλελληνική τέχνη ακόμη και μετά τα μέσα του 19ου αιώνος.

Αποκόμματα ειδήσεων από τη φιλελληνική δράση διαφόρων «Ελληνικών Επιτροπών» στις ΗΠΑ. Πάνω: ένα δωδεκάχρονο παιδί χαρίζει το ρολόι του στην φιλελληνική επιτροπή του Pittsburgh, με την παράκληση τα έσοδα να δοθούν στους πεινασμένους Έλληνες (Εφημερίδα Freedom’s Journal).

Αφού μπήκε και ο χειμώνας του 1822 προς 1823 χωρίς να ηττηθεί η Επανάσταση, οι συνθήκες ωρίμαζαν για μια αλλαγή πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων. Δεν μπορούσε κανείς να αποκλείσει ότι την επόμενη άνοιξη του 1823 θα συνέβαινε η απειλούμενη επέμβαση της Ρωσίας, η οποία δεν θα έβρισκε μεγάλες αντιρρήσεις από τους λαούς της Ευρώπης, αν δεν προκαλούσε και ζητωκραυγές. Στη Σύνοδο της Βερόνας (τελείωσε τον Δεκέμβριο 1822) όπου συγκεντρώθηκαν οι κορυφαίοι ηγέτες της Ευρώπης, συζητήθηκε πολύ λίγο το ελληνικό ζήτημα, χωρίς να ληφθεί  κάποια ευνοϊκή απόφαση. Όμως στη συνέχεια, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του υπουργού εξωτερικών από τον George Canning, η Βρετανία άλλαξε πολιτική μονομερώς και την άνοιξη του 1823 και αναγνώρισε τους Έλληνες ως εμπολέμους, ενώ έως τότε τους θεωρούσε ως παράνομους αντάρτες εναντίον μιας νόμιμης κυβέρνησης. Η ιδιότητα του εμπόλεμου κερδήθηκε και από τους Έλληνες, αφού πληρούσαν τα τότε κοινώς αποδεκτά κριτήρια: αντοχή επί αρκετό χρόνο, σταθερό έλεγχο ενός υπολογίσιμου εδάφους, λειτουργία μιας μορφής κυβέρνησης.[43]  Αυτό έδωσε κάποια δικαιώματα του διεθνούς δικαίου στους  Έλληνες, όπως το δικαίωμα να κάνουν νηοψίες και ναυτικούς αποκλεισμούς. Ήταν ένα από τα βήματα που θα οδηγούσαν στην αναγνώριση της προσωρινής κυβέρνησης της Ελλάδας. Το επόμενο βήμα ήταν η χορήγηση των περίφημων βρετανικών δανείων (1824, 1825), τα οποία συνήθως χαρακτηρίζονται «ληστρικά», αλλά σύμφωνα με μία πρόσφατη τεχνική ανάλυση ήταν σε ότι αφορά τον σχεδιασμό τους και τους όρους τους, με βάση και τα δεδομένα της εποχής, ιδιαίτερα ευνοϊκά και ουσιαστικά μια πράξη που εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο των φιλελληνικών δράσεων.[44] Μπορεί στην πορεία να έγιναν λάθη και κακοί ή και κακόβουλοι χειρισμοί στην διαχείριση των ποσών, όμως οι αρχικοί όροι ήταν οι βέλτιστοι δυνατοί, και η χορήγηση των δανείων αυτή καθαυτή, αποτέλεσε την πρώτη πράξη επίσημης αναγνώρισης του Ελληνικού κράτους. Αυτό καταγράφηκε έντονα και από τον ευρωπαϊκό τύπο, ο οποίος πλέον παρακολουθούσε την πορεία των επιτοκίων των Ελληνικών ομολόγων στο City, ανάλογα με τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις. Για παράδειγμα, όταν ανακοινώθηκε ότι ο Ναύαρχος Cohrane (ο ναυτικός θρύλος της εποχής), ερχόταν στην Ελλάδα να αναλάβει την διοίκηση του Ελληνικού στόλου, τα επιτόκια έπεσαν κατά 15%.

Η τύχη έπαιξε κι’ αυτή το ρόλο της όταν ο Βρετανός υπουργός εξωτερικών Castlereagh αυτοκτόνησε τον Αύγουστο του 1822 και αντικαταστάθηκε από τονCanning, ο οποίος ήταν φίλος και θαυμαστής του Λόρδου Byron (είχαν θητεύσει μαζί στην Βουλή των Λόρδων), και έβλεπε με συγκρατημένη συμπάθεια τους Έλληνες και την Επανάσταση. Ο ίδιος έκανε και τον πολιτικό υπολογισμό ότι ένα νέο κράτος γεννιέται, το οποίο η Βρετανία θα είχε συμφέρον να θέσει υπό την επιρροή της. Δεν προχώρησε άμεσα σε θεαματικές διπλωματικές πρωτοβουλίες, και το 1825 πρότεινε στην Πύλη τη δημιουργία μιας ημιαυτόνομης ελληνικής επικράτειας. Η πρότασή του όχι μόνο απορρίφθηκε, αλλά ταυτόχρονα άρχισε η εκστρατεία του Ιμπραήμ με την οποία επιχειρήθηκε εποικισμός της Πελοποννήσου με Αιγυπτίους και η μεταφορά όλου του γηγενούς Ελληνικού πληθυσμού στα σκλαβοπάζαρα της Μεσογείου. Αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ανεχθεί ούτε αυτός, ούτε οι Ρώσοι, ούτε άλλοι Ευρωπαίοι. Ο εξάδελφος του Canning, Stratford, πρέσβης στην Κων/πολη, ενημέρωνε τον υπουργό του ότι οι Αιγύπτιοι μεταφέρουν σκλάβους τους Έλληνες στην Αίγυπτο και εξισλαμίζουν τα παιδιά.  Στις Μεγάλες Δυνάμεις άρχισε να συζητείται η ιδέα της στρατιωτικής επέμβασης για ανθρωπιστικούς λόγους, για την οποία η κοινή γνώμη ήταν προετοιμασμένη από τις εφημερίδες, όπως είδαμε. Στα τέλη του 1825 η Ρωσία έδειχνε επίσης έτοιμη να επέμβει μονομερώς, πράγμα που επιτάχυνε τις αποφάσεις και στο Λονδίνο. Τον Απρίλιο του 1826 Ρωσία και Βρετανία πρότειναν πάλι στην Οθ.Α. τη δημιουργία ενός ημιανεξάρτητου ελληνικού κράτους, η δε Ρωσία δήλωνε ότι σε περίπτωση άρνησης μπορούσε να επέμβει μόνη της. Σχεδόν ταυτόχρονα έφθασε στην Ευρώπη η είδηση της πτώσης του Μεσολογγίου (Απρίλιος 1826) και ο θάνατος του διάσημου στην Ευρώπη Λόρδου Byron. Αυτό προκάλεσε νέες εκδηλώσεις Φιλελληνισμού με τη συμμετοχή κορυφαίων λογοτεχνών, ζωγράφων (πάλι ο Delacroix), μουσικών (Rossini) και άλλων προσωπικοτήτων. Εκείνη περίπου την εποχή άρχισε να χρησιμοποιείται μαζικά και η λέξη «Φιλέλληνας», πρώτα στη Γαλλία. Η πίεση προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ήταν τέτοια, ώστε κάμφθηκε και η φιλο-αιγυπτιακή πολιτική ορισμένων κύκλων της Γαλλίας. Και πάλι η τύχη τα έφερε να γίνει ο Canning πρωθυπουργός, αντικαθιστώντας τον σοβαρά ασθενή Λίβερπουλ στα μέσα του 1827. Επιτέλους οι Μεγάλες Δυνάμεις συμφώνησαν στη Σύμβαση του Λονδίνου τον Ιούλιο του 1827, μετά από μακρές συζητήσεις που κράτησαν μερικούς μήνες (εκείνη την εποχή για να μεταφερθεί μια επιστολή από το Λονδίνο στην Πετρούπολη και να έλθει πίσω η απάντηση, μπορεί να χρειαζόταν και ένας μήνας). Η Σύμβαση ήταν η πρώτη παγκοσμίως που διατύπωνε ρητά τη δυνατότητα μιας στρατιωτικής επέμβασης “by sentiments of humanity”.[45] Οι όροι και οι εκτελεστικές οδηγίες που δόθηκαν στους ναυάρχους των τριών Δυνάμεων ήταν ασαφείς (τουλάχιστον οι γραπτές), αλλά φαίνεται ότι ανεπίσημα είχε δοθεί το πράσινο φως να επέμβουν υπέρ των Ελλήνων, ή τουλάχιστον δεν τους είχε απαγορευθεί. Η επέμβαση ήταν βέβαιο ότι θα συνέβαινε, όταν οι Ευρωπαίοι αξιωματικοί και ναυτικοί, μετά από μερικών ετών φιλελληνικό γαλβανισμό, βρέθηκαν στην Πελοπόννησο και είδαν ιδίοις όμμασι τους Έλληνες σε άθλια κατάσταση και στα όρια του αφανισμού. Στα μέσα Οκτωβρίου του 1827, αξιωματικοί που αποβιβάσθηκαν στην Πελοπόννησο για αναγνώριση, ενημέρωναν το ναύαρχο Codrington ότι ο Ιμπραήμ καίει τα χωριά, κόβει τα δένδρα, καταστρέφει τις καλλιέργειες και ότι οι τοπικοί πληθυσμοί κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου ήλθε με την αναγκαιότητα φυσικού φαινομένου.

Gazette de France 10/3/1827. «Ο George Canning έστειλε ένα νέο επίσημο υπόμνημα στον σουλτάνο για την ειρήνευση στην Ελλάδα. Ζήτησε την άμεση παύση των εχθροπραξιών στη ξηρά και τη θάλασσα και διαπραγματεύσεις για μια διπλωματική λύση στο ελληνικό πρόβλημα. Φαίνεται ότι η Αγγλία και η Ρωσία θα έκαναν οτιδήποτε για να σταματήσουν τον πόλεμο». Συλλογή ΕΕΦ.

Τα νέα της ναυμαχίας έγιναν δεκτά από τους λαούς της Ευρώπης και των ΗΠΑ με ενθουσιασμό, αλλά από τις κυβερνήσεις με ανάμικτα αισθήματα, συχνά αρνητικά, λόγω της ανησυχίας για τις εξελίξεις και την ανατροπή τους status quo που είχε διασφαλίσει η ιερά συμμαχία, αλλά και του νέου ρόλου που μπορούσε να διαδραματίσει η Ρωσία στην περιοχή. Οι περισσότερες εφημερίδες ήταν ικανοποιημένες. Η φιλελληνική Morning Chronicle έγραψε ότι η νίκη ήταν δικαίωση της φιλελληνικής πολιτικής που έπρεπε από την αρχή να είχε ακολουθήσει η Βρετανία.[46] Δεν ήταν ακριβώς το τέλος της Επανάστασης, αλλά ήταν η αρχή του τέλους, αφού είχε λυθεί ο γόρδιος δεσμός της στρατιωτικής επέμβασης. Στη συνέχεια η Γαλλία βρήκε την ευκαιρία να δράσει και πάλι σαν Μεγάλη Δύναμη, αναλαμβάνοντας τον κατά ξηράν πόλεμο κατά του Ιμπραήμ. Ενώ οι Δυτικές κυβερνήσεις παρέμεναν αναποφάσιστες για το μέλλον της Ελλάδας, η Ρωσία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Οθ.Α. τον Ιούνιο του 1828 ο οποίος έληξε με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (14/9/1829), όπου η Οθ.Α. αναγκάστηκε να βάλει την πρώτη υπογραφή για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Στις κυρίαρχες εκλαϊκευμένες αφηγήσεις γύρω από την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και την ελληνική ανεξαρτησία, επικρατεί η απλοϊκή εικόνα ενός τριμερούς σχήματος: Ο ελληνισμός ήταν μια ξεχωριστή μικρή οντότητα, η Οθ.Α. ένα μεγάλο και ισχυρό ενιαίο κράτος, και οι χριστιανικές Μεγάλες Δυνάμεις ήταν ένα τρίτο μέρος, το οποίο επενέβη λόγω φιλελληνισμού και γεωπολιτικών συμφερόντων. Αυτή περίπου είναι και η άποψη των Τούρκων ιστορικών, οι οποίοι θεωρούν ότι στο Ναυαρίνο «τους έκλεψαν τη νίκη μέσα από τα χέρια»[47], δηλαδή η Αίγυπτος εμφανίζεται ως μέλος της Οθ.Α. και οι ξένοι παρεμβαίνουν σε μια εσωτερική τους υπόθεση. Νομίζουμε ότι αυτή η ανάλυση δεν αντέχει το τεστ των γεγονότων. Μακρο-ιστορικά είναι περισσότερο χρήσιμο το μοντέλο της σύγκρουσης δύο κόσμων, με τους Έλληνες να είναι αναπόσπαστο μέρος της γεωπολιτισμικής Ευρώπης, και αντίστοιχα η Αίγυπτος, η Β. Αφρική και η Οθ.Α. μέρη μιας μεσανατολικής/ισλαμικής οντότητας. Είναι αλήθεια ότι δεν υπήρξε ποτέ μια ισχυρή ευρωπαϊκή συλλογική ταυτότητα που να πλησιάζει την έννοια ενός «ευρωπαϊκού έθνους», όπου θα περιλαμβάνονταν και οι Έλληνες. Αλλά το ίδιο περίπου ισχύει και για την Οθ.Α., ακόμα κι αν λάβουμε υπόψη μόνο τους μουσουλμάνους υπηκόους της. Υπήρχαν όμως τα ενοποιητικά στοιχεία για μια χαλαρή ενότητα των εθνοτήτων σε κάθε μιας από τις δύο πλευρές, που ήταν κυρίως οι θρησκείες, οι γλωσσικές συγγένειες, τα αλφάβητα, οι ιστορικές αναφορές. Αυτή η εικόνα αποδεικνύεται και δημογραφικά, αλλά θεωρούμε ότι είναι αυτονόητη και σε κάποιο βαθμό διαιωνίζεται μέχρι σήμερα. Οι δύο κόσμοι είχαν συγκρουστεί πολεμικά και στο παρελθόν, με σημαντικότερες πολυεθνικές μάχες αυτές του Κοσσυφοπεδίου, της Βιέννης και της Ναυπάκτου, ενώ στην εποχή της Επανάστασης η σύγκρουση είχε λάβει έντονο οικονομικό χαρακτήρα, καθώς η Οθ.Α. πιεζόταν για συνεχείς οικονομικές και πολιτικές παραχωρήσεις. Η ελληνική Επανάσταση ήταν το σοκ που ώθησε την αυτοκρατορία σε μια σειρά ημι-αποτυχημένων προσπαθειών εκσυγχρονισμού, που συνεχίσθηκαν μέχρι τη διάλυσή της, αφού δεν ήταν δυνατόν να γεφυρωθούν  οι εσωτερικές της διαιρέσεις. Όμως οι ευρωπαϊκές εσωτερικές διαιρέσεις και αντιπαλότητες ήταν ο κύριος παράγων που έδωσε παράταση ζωής στην Οθ.Α. μέχρι τη δεκαετία του 1910.

Στα προαναφερθέντα στοιχεία που συνθέτουν την ενότητα «Ευρώπη», είναι σαφείς και παντού παρούσες οι παρακαταθήκες της κλασσικής και μεσαιωνικής Ελλάδας. Στη Δυτική Ευρώπη της εποχής της Επανάστασης, οι κλασσικές αξίες τροφοδότησαν, εκτός των άλλων, και τα ριζοσπαστικά και φιλελεύθερα πολιτικά κινήματα. Αυτά, φέρονται να έχουν την αφετηρία τους στα συμβατικά ορόσημα της Γαλλικής Επανάστασης ή του Διαφωτισμού, όπου είναι γνωστό ότι συνέβη (πάλι) μια στροφή προς την κλασσική ελληνική φιλοσοφία. Ωστόσο, σύγχρονοι μελετητές του Διαφωτισμού τείνουν να ανατρέψουν την κατεστημένη ιστοριογραφία που παρουσιάζει αυτήν την εποχή ως τομή στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και ως αρχή ενός νέου επιστημολογικού και πολιτικού παραδείγματος. Οι αναθεωρητές αμφισβητούν τον Διαφωτισμό σαν σημείο καμπής και αφετηρία της «νεωτερικότητας», και υποστηρίζουν ότι αυτός ήταν μια περίοδος ομαλής μετάβασης. Πιστεύεται ότι η τότε ενασχόληση με την αρχαιότητα δεν ήταν μια επιλογή που έκαναν κάποιοι διανοούμενοι για ειδικούς λόγους, αλλά ότι ο «ο αρχαίος κόσμος ήταν πανταχού παρών και επέβαλε τον εαυτό του σαν το κύριο φίλτρο μέσα από το οποίο οι μορφωμένοι Ευρωπαίοι δομούσαν και έβλεπαν την πραγματικότητα, όπως έκαναν από την Αναγέννηση. Μάλιστα, η αρχαιότητα αποτελούσε ένα αναπόφευκτο […] υπόβαθρο για τη διανόηση της εποχής».[48] Για τους αναθεωρητές ο «Διαφωτισμός» (συχνά σε εισαγωγικά δικά τους) θεωρείται μια γαλλοκεντρική εκδοχή της ιστορίας, ή και ένας όρος που σταδιακά χάνει το νόημά του.[49] Αλλά και αυτές οι αναλύσεις περί Διαφωτισμού παραμένουν «δυτικο-κεντρικές» αφού περιορίζονται στα της Δυτικής Ευρώπης.

Στον ελληνικό χώρο η συνέχεια με την κλασσική αρχαιότητα ήταν περισσότερο μια ζώσα κοινωνική εμπειρία, κυρίως λόγω των παραδόσεων και της γλώσσας (δημώδους και εκκλησιαστικής) η οποία μάλιστα είχε επεκταθεί «οικουμενικώς» και στα Βαλκάνια.[50] Η επαφή με την κλασσική αρχαιότητα δεν έπαυσε στη διάρκεια της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, αφού «το Βυζάντιο ήταν ο διασφαλιστής της ιστορικής ροής του ελληνικού κόσμου».[51] Αρκεί να αναφέρω ότι το 95% των κλασσικών ελληνικών συγγραμμάτων που γνωρίζουμε και διαβάζουμε σήμερα, προέρχονται από βυζαντινά χειρόγραφα μεταγενέστερα του 9ου αιώνα, τα οποία αναπαράγονταν συνεχώς από ελληνομαθείς Βυζαντινούς γραφείς για ελληνομαθείς αναγνώστες.[52] Ακόμα και όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη ανθούσε πλέον η τυπογραφία, σε τουρκοκρατούμενες περιοχές του ελληνισμού, μοναχοί συνέχιζαν να αντιγράφουν με το χέρι κλασσικά συγγράμματα χάριν σπουδής. O ρωσικός κόσμος έπιασε το νήμα της ελληνικής συνέχειας περίπου από τον 11ον αιώνα, υιοθετώντας το αλφάβητο, την ορθόδοξη θρησκεία και θρησκευτική τέχνη, και αργότερα την κλασσική παιδεία. Από τότε έπαυσαν και οι επιθέσεις των Ρώσων κατά του Βυζαντίου.

Στο φιλελληνικό κίνημα της δεκαετίας του 1820,  διακρίθηκαν μορφές που εκτός από κλασσική μόρφωση είχαν και ενεργό συμμετοχή στα τότε πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της Ευρώπης. Θα ήταν κοινοτυπία να αναφέρω την τριμερή σχέση μεταξύ των φιλελεύθερων κινημάτων, της κλασσικής παιδείας, και του Φιλελληνισμού. Αυτές οι σχέσεις είναι παραπάνω από εμφανείς σε εμβληματικά έργα, όπως στο ποίημα «Ελλάς» του Percy Shelley (απ’ όπου το «είμαστε όλοι Έλληνες») που βασίζεται στους Πέρσες του Αισχύλου και είναι μια αλληγορία για τη σύγχρονη πάλη μεταξύ ελευθερίας και τυραννίας.[53] Υπάρχουν και λιγότερο εμφανείς σχέσεις, που πλέχτηκαν στο παρασκήνιο της δημοσιότητας και διαφαίνονται από κάποιες ενδιαφέρουσες προσωπικές ιστορίες, όπως π.χ. τον φιλικό κύκλο των Byron και P. Shelley με την πρωτοπόρο φεμινίστρια Mary Wollstonecraft, τον αναρχικό φιλόσοφο William Godwin και  τον ουτοπιστή σοσιαλιστή Robert Owen.[54] Ένας άλλος φιλελληνικός κύκλος που παραμένει σχετικά άγνωστος στην Ελλάδα ήταν αυτός των Ιρλανδών και Σκωτσέζων ριζοσπαστών. Ακόμα και ο γνωστότερος εξ αυτών, ο Ιρλανδός Richard Church, συχνά αναφέρεται ως «Άγγλος». Αυτοί  είχαν μια ξεχωριστή σχέση με τους αγωνιζόμενους Έλληνες, επειδή έβλεπαν μια αναλογία με τις πατρίδες τους που ήταν υπό αγγλική διοίκηση.[55] Πολλοί Ιρλανδοί και Σκωτσέζοι συμμετείχαν στη φιλελληνική  Ελληνική Επιτροπή (Greek Committee) του Λονδίνου, όπου κύριο «διαπιστευτήριο» για τη συμμετοχή ήταν ο εθνικισμός και η αντιπολίτευση προς την κυβέρνηση, σε βαθμό ώστε η Επιτροπή να χαρακτηρίζεται από τον ιστορικό David Brewer ως «κίνημα διαμαρτυρίας».[56] Μάλιστα ο Church, και απ’ ότι φαίνεται και άλλοι Βρετανοί των οποίων δεν γνωρίζουμε τα ονόματα, ενίσχυαν χρηματικά τη Φιλική Εταιρεία πολύ πριν το 1821.[57]  Ο Ιρλανδός Φιλέλληνας Sir Edward Lowe, αν και δεν πολέμησε στην Επανάσταση, αγάπησε την Ελλάδα όταν υπηρετούσε στα Ιόνια νησιά, όπου υπήρξε συμπολεμιστής των Church και Κολοκοτρώνη στη Λευκάδα, και εκπαιδευτής ταγμάτων Ελλήνων. Μετέπειτα, ως διοικητής στη νήσο της Αγ. Ελένης (1816-1821) ήταν υπεύθυνος για τη φύλαξη του Ναπολέοντα, αλλά και πρωτοστάτησε στην απελευθέρωση των δούλων που είχαν απομείνει στο νησί. Ο φυλακισμένος Ναπολέων (στον οποίον ήλπισαν οι Έλληνες) τον εκτιμούσε επειδή «ίσως αντάλλαξαν μεταξύ τους κάποιες κανονιές» στον πόλεμο. Ένας αφανής Φιλέλληνας ήταν ο ήρωας της Γαλλικής και της Αμερικανικής Επανάστασης Ζιλμπέρ Λαφαγιέτ. Δεν μπόρεσε να δράσει φανερά γιατί είχε προηγουμένως σχετισθεί με τον καρμποναρισμό, όμως επηρέαζε την Ελληνική Επιτροπή του Παρισιού μέσω των μελών της οικογενείας του που συμμετείχαν, και του στενού φίλου του, στρατηγού Guillaume-Mathieu Dumas.[58]

Παράθεσα μερικές λιγότερο πανηγυριζόμενες όψεις του Φιλελληνισμού του 1821, υποστηρίζοντας την άποψη ότι αυτός ήταν η εκδήλωση μιας θεμελιώδους, αλλά όχι ισχυρής και αρραγούς, ευρωπαϊκής ενότητας και ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος παρέλαβε από την κλασσική αρχαιότητα την αξία της ελευθερίας και τις βάσεις για τις έννοιες του φυσικού νόμου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[59] Μακρύτερα από την Ευρώπη ίσως υπήρξαν και μη ευρωκεντρικές προσλήψεις της Επανάστασης, σε μια εποχή όπου υπήρχε ήδη μια παγκοσμιοποίηση στη διάδοση των ιδεών και των ειδήσεων. Κλείνω με μια ενδιαφέρουσα δι-εθνική (trans-national) περίπτωση, ήτοι τον αντίκτυπο που είχε η Επανάσταση στην πρώτη εφημερίδα των απελεύθερων Αφροαμερικανών, την Freedoms Journal, που κυκλοφορούσε από τον Μάρτιο του 1827 στη Νέα Υόρκη. Η εφημερίδα,  που είχε ως κύριο ενδιαφέρον τον αγώνα κατά της δουλείας, είδε στην Ελληνική Επανάσταση έναν αγώνα σκλάβων εναντίον αφεντικών, και στις ειδήσεις από την Ελλάδα έδινε βαρύτητα ανάλογη με τις ειδήσεις από την Αϊτή, την Αφρική και τις Δυτικές Ινδίες. Μεταξύ άλλων, με μεγάλη ικανοποίηση την 21/12/1827 δημοσίευσε την είδηση για τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Ενδιαφέρον είναι το ότι έβλεπε με συμπάθεια και τους γενιτσάρους, τους οποίους (όχι αβάσιμα) θεωρούσε σκλάβους που σφαγιάσθηκαν από τον «τύραννο» Μαχμούτ Β’ (το 1826), καθώς και τις γυναίκες των χαρεμιών που επίσης τις θεωρούσε σκλάβες. Στα φιλελληνικά ποιήματα “Greek Song” και “To Greece” που δημοσίευσε η εφημερίδα, απηχείται το σύνθημα «ελευθερία ή θάνατος» και περιέχεται η εικόνα των αλυσίδων, το τυπικό σύμβολο σκλαβιάς.[60] Μερικοί στίχοι σε ελεύθερη απόδοση:

Στην Ελλάδα (F.J. 12/10/1827)

Χαίρε, χώρα του Λεωνίδα,  […]

Μη δειλιάζετε, απόγονοι των ηρώων του Μαραθώνα.

Καλύτερα να πέσετε εκεί όπου οι πρόγονοί σας αναπαύονται,

παρά να σέρνετε τις φοβερές οθωμανικές αλυσίδες. […]

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΣΜΑ (F.J. 7 Σεπ. 1827)

Στρατιώτη, σέλωσε το γενναίο άλογο.

Τρέξε, τρέξε στη φωτιά του πολέμου.

Είναι καλύτερα εκεί να ματώσεις και να πεθάνεις,

παρά να σέρνεις την άμαξα του τύραννου. […]

Χτύπα! Χτύπα! Μη θαρρείς ότι πάει χαμένο

το χτύπημα που σπάζει τις αλυσίδες. […]

Εκεί, εκεί που δείχνει ο Καραϊσκάκης!

Εκεί που κυματίζει η ημισέληνος, […]

Το τραγούδι του Γενίτσαρου  (F.J., 4/5/1827)

Για λίγο μόνο, ο τύραννος θα νικήσει,

αλλ’ αυτός και οι πασάδες του, μπροστά μας θα πέσουν.

Η μοίρα που κύλισε τον Σελίμ από το θρόνο μέσα στα αίματα,

θα είναι και δικιά σου, ξιπασμένε Μαχμούτ, τ’ ορκιζόμαστε. […]

Πρόσεχε, σκληρέ Μαχμούτ! Η ώρα σου έφτασε […].

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Barau Denys. “La mobilisation des philhellènes en faveur de la Grèce, 1821-1829”, στο: Cambrézy Luc, Véronique Lassailly-Jacob (eds.) Populations réfugiées: De l’exil au retour [online]. Marseille: IRD Éditions, 2001. Στο https://books.google.gr/ και http://books.openedition.org/irdeditions/6650
  • Brewer David, The Greek War of Independence, Abrams, 2011, κεφ. 14. https://books.google.gr
  • Comerford Patrick, “Sir Richard Church and the Irish Philhellenes in the Greek War of Independence”, στο John Victor Luce et al. (eds.) The Lure of Greece: Irish Involvement in Greek Culture, Literature, History and Politics, εκδ. Hinds, 2007, κεφ. 1. www.hinds.ie/samplePages/52273b8f54149.pdf
  • Craig Calhoun, The Roots of Radicalism: Tradition, The Public Sphere, and Early Nineteenth-Century Social Movements, University of Chicago Press, 2012, https://books.google.gr
  • Crawley C. W., The Question of Greek Independence, Cambridge University Press, 2014, σ. 22, 23, 30, 31. https://books.google.gr
  • Dieli Marta, “The Enlightenment and the Teaching of Ancient Greek Grammar in Greece”, στο  Loughlin F. and Johnston A. (eds.) Antiquity and Enlightenment Culture, Brill, 2020, σ. 173–192. https://brill.com
  • Dimakis Jean, «Το πρόβλημα των ειδήσεων περί της Ελληνικής Επαναστάσεως εις τον Γαλλικόν τύπον», Ελληνικά, 19 (1966), σ. 54-91.
  • Dimakis Jean, La guerre de l’independence Grecque vue par la presse française, …, Paris, 1974.
  • Dimakis Jean, “La presse de Vienne et la question d’orient: 1821-1827”. Balkan Studies, ΙΜΧΑ, 16, (1975), σ. 35-43.
  • Dimopoulos Aristide G., L’opinion publique Francaise et la revolution Grecque, Nancy, 1962
  • Edelstein Dan, συνέντευξη προς τον Alex Shashkevich, “Stanford scholar examines the roots of human rights” για το βιβλίο Edelstein D., “On the Spirit of Rights“ [University of Chicago Press, 2018], 4/1/2019, https://news.stanford.edu/2019/01/04/roots-human-rights/
  • Erdem Güven, “The Image and the Perception of the Turk in Freedom’s Journal”, Journalism History, (2016) 41:4, σ. 191-199, www.academia.edu
  • Gell William, Narrative of a Journey in the Morea, London, 1823. Στο https://books.google.gr.
  • Ghervas Stella, «Le philhellénisme d’inspiration conservatrice en Europe et en Russie», στο Peuples, etats et nations dans le Sud-Est de l’Europe, Bucarest, 2004.  www.academia.edu.
  • Heraclides Alexis and Ada Dialla, Humanitarian Intervention in the Long Nineteenth Century, Manchester University Press, 2015. JSTOR.
  • Jelavich Barbara, Russia’s Balkan Entanglements, 1806-1914, Cambridge University Press, Mar 11, 2004 [1993], σ. 49-76.
  • Kaldellis Anthony, Hellenism in Byzantium. The Transformations of Greek Identity and the Reception of the Classical Tradition. Cambridge University Press. 2008.
  • Klausing, Kyle J., «We Are All Greeks: Sympathy and Proximity in Shelley‘s Hellas», Scholarly Horizons: University of Minnesota, Morris Undergraduate Journal: (2015) Vol. 2: 2, Art. 3. http://digitalcommons.morris.umn.edu
  • Konstantinou Evangelos, “Graecomania and Philhellenism”, στο European History Online (EGO), έκδοση Leibniz Institute of European History (IEG), Mainz 2012-11-23. http://www.ieg-ego.eu/konstantinoue-2012-en
  • Loosemore Jo, Sailing against slavery, 2008, http://www.bbc.co.uk
  • Loughlin F. & Johnston A., Antiquity and Enlightenment Culture, Brill, 2020. https://books.google.gr
  • Loukides George (ή Γ. Λουκίδης), Δύο ομιλίες του Π. Πατρών Γερμανού στην Αγ. Λαύρα το Μάρτιο 1821,  Academia.edu. 2019.
  • Lucien J. Frary, Russian consuls and the Greek war of independence (1821–31), Mediterranean Historical Review, (2013) 28:1, 46-65, www.tandfonline.com/
  • Maioli, Roger. Review of The Specter of Skepticism in the Age of Enlightenment, by Anton M. Matytsin. The Scriblerian and the Kit-Cats, vol. 51 no. 2, (2019), p. 158-160. Project MUSE, doi:10.1353/scb.2019.0065.
  • Malatras Christos, “The making of an ethnic group: the Romaioi in 12th-13th century”, στο Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα), Δ’ Ευρωπ. Συνέδριο Νεοελλ. Σπουδών, Γρανάδα, 9-12 Σεπ. 2010, επιμ. Κων. Α. Δημάδης.
  • Maltézou Chryssa, «Η διαμόρφωση της ελληνικής ταυτότητας στη λατινοκρατούμενη Ελλάδα», Études balkaniques, (1999), 6, σ. 103-119
  • Morris, Ian Macgregor, ‘To Make a New Thermopylae’: Hellenism, Greek Liberation, and the Battle of Thermopylae. Greece & Rome, 2000, vol. 47, 2, pp. 211–230. JSTOR,
  • Nestor-Iskender, The Tale of Constantinople, http://myriobiblion.byzantion.ru/romania-rosia/nestor2.htm. Υπάρχει έκδοση και στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα.
  • Penn Virginia, “Philhellenism in Europe, 1821-1828”. The Slavonic and East European Review, (1938), 16(48), 638–653. www.jstor.org
  • Prousis Theophilus C., «Russian Philorthodox Relief During The Greek War Of Independence», University of North Florida, History Faculty Publications, (1985), 17, σ. 31-62. http://digitalcommons.unf.edu/ahis_facpub/17
  • Prousis, Theophilus C., «British Embassy Reports on the Greek Uprising in 1821-1822: War of Independence or War of Religion?», University of North Florida, History Faculty Publications. (2011). http://digitalcommons.unf.edu/ahis_facpub/21
  • Quack-Μανουσάκη Ρεγγίνα, «Ελληνική Επανάστασις: Η πολιτική του Metternich και η κοινή γνώμη στη Γερμανία». Πελοποννησιακά, Δ’ (1996-97) [1995], σ. 329-338.
  • Swatek-Evenstein Mark, A History of Humanitarian Intervention, Cambridge University Press, 2020, https://books.google.gr
  • Tabaki-Iona Frédérique, “Philhellénisme religieux et mobilisation des Français pendant la révolution grecque de 1821-1827”, Mots. Les langages du politique, 79 / 2005, http://journals.openedition.org/mots/1348.
  • Tachiaos Anthony-Emil N. “The national regeneration of the Greeks as seen by the Russian intelligentsia”, Balkan Studies, (1989) τ. 30, n. 2, p. 291-310. https://ojs.lib.uom.gr/index.php/BalkanStudies/article/view/2211
  • Αποστολίδης Νίκος &  Βελέντζας Κωνσταντίνος, «Ήταν ληστρικά τα δάνεια που λάβαμε από την Αγγλία;», Καθημερινή, 31-3-2020. www.kathimerini.gr/
  • Αργυράκος Γεώργιος & Αργυράκου Κωνσταντίνα-Κορασόν, Η Επανάσταση του ’21 στην Gazette de Lausanne. Ανασκόπηση – Περίληψη των ειδήσεων (Απρίλιος 1821 – Φεβρουάριος 1823). Ελίκρανον, Αθήνα, 2017.
  • Αργυρίου Αστέριος, Les exégeses grecques de lApocalypse a lepoque turque (1453-1821), Εταιρεία Μακεδ. Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 1982. http://thesis.ekt.gr/
  • Αρς Γκριγκόρι (1925-2017), σύντομο βιογραφικό, www.dardanosnet.gr/
  • Ευθυμιάδης Απόστολος, «Προσφορά αίματος και θυσιών της Θράκης 1361 – 1829», 1971. http://ainites.gr/wp-content
  • Ιωαννίδου – Μπιτσιάδου Γεωργία, Η ρωσική διπλωματία στη δεύτερη φάση της Ελληνικής Επαναστάσεως (από τα τέλη του 1825 μέχρι το 1830), Βαλκανικά Σύμμεικτα, (1989), 3, σ. 62. https://ojs.lib.uom.gr
  • Καραθανάσης Αθανάσιος Ε. «Γύρω από το γερμανικό φιλελληνισμό. Μαρτυρίες και δοκουμέντα της περιόδου 1821-23». Βαλκανικά Σύμμεικτα, (1981)  τομ. Α’, 45-60.
  • Κατσιαρδή-Hering Όλγα, «Από τις εξεγέρσεις στις επαναστάσεις των χριστιανών υποτελών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη (περ. 1530-1821). Μια απόπειρα τυπολογίας», Στο: Τα Βαλκάνια, Εκσυγχρονισμός, ταυτότητες, ιδέες, Συλλογή κειμένων προς τιμήν της καθ. Ν.Ντάνοβα, Herakleio 2014, 575-618. www.academia.edu.
  • Κοντογιώργης Γιώργος, τηλεοπτική ιστορική σειρά «’21. Η Αναγέννηση των Ελλήνων», κανάλι MEGA, 18/19 Απρ. 2019, περίπου 6ο λεπτό. www.megatv.com/21/default.asp?catid=43549
  • Κρεμμυδάς Βασίλης, Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, Αθήνα, Gutenberg, 2006.
  • Λούβη-Κίζη Ασπασία, «Η εκπαίδευση στο Βυζάντιο», Αρχαιολογία, (1987), τχ. 25, σ. 26-30. https://www.archaiologia.gr/
  • Λούκος Χρήστος, βιβλιοκρισία του Theophilus C. Prousis (1994) Russian Society and the Greek Revolution. Μνήμων, (1998) 20, σ. 337-340
  • Λουλές Δημ., «Η Ελληνική Επανάσταση και ο βρετανικός τύπος  …», Δωδώνη, 12 (1983), σ. 99-138.
  • Λουλές Δημήτρης, Ο ρόλος της Ρωσίας στη διαμόρφωση του Ελληνικού Κράτους. Αθήνα 1981.
  • Λουλές Δημήτρης, «Ο Βρετανικός τύπος για τη ναυμαχία του Ναβαρίνου», Μνήμων, 7 (1979), σ. 1-11.  https://ejournals.epublishing.ekt.gr/
  • Μαλατράς Χρήστος, «H Ελληνικότητα του Βυζαντίου στη μεταπολεμική ιστοριογραφία», Ιστορικά Θέματα 104, (2011), 25-37.
  • Παπαγεώργιος Σπυρίδων, «Του Μητροπολίτου Άρτης  Ιγνατίου Α’ Αλληλογραφία», Επετηρίς, Φιλολογ. Σύλλ. Παρνασσός, 1917, σ. 207, 208.
  • Παπουλίδης Κωνσταντίνος Κ., Η Ρωσία και η Ελληνική Επανάσταση τού 1821-1822. 1983, https://ojs.lib.uom.gr
  • Σιμόπουλος Κυριάκος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21, Πολιτιστικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2004.
  • Στείρης Γεώργιος, Οι απαρχές της νεοελληνικής ταυτότητας στο ύστερο Βυζάντιο, 2017. http://indeepanalysis.gr.
  • Τσελίκας Αγαμέμνων, προσωπική επικοινωνία (email), 13/4/2020
  • Φραντζής (ή Σφραντζής) Γεώργιος, Χρονικό Majus, Νέα Ελληνική Λογοτεχνία (Α’ Λυκείου) – Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο), ebooks.edu.gr

Εφημερίδες

  • Algemeine Preussische Staat Zeitung, 1821, στο https://digi.bib.uni-mannheim.de/
  • Freedom’s Journal, στο Wisconsin Historical Society, https://www.wisconsinhistory.org/Records/Article/CS4415
  • Galignani’s Messenger, 1821. https://books.google.gr/
  • Gazette de Lausanne, στο https://www.letempsarchives.ch/
  • Gentleman’s Magazine, στο https://catalog.hathitrust.org/Record/006056643.
  • Moskovskiye Vedomosti (Νέα της Μόσχας), Ιούλ. – Δεκ. 1821, στο https://books.google.cz/

 

[1] Πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι ρίζες της ελληνικής εθνικής συνείδησης βρίσκονται στον 13ο αιώνα, λόγω της πολεμικής αντιπαράθεσης με τους Φράγκους. Βλ. π.χ. Maltézou Chryssa, «Η διαμόρφωση της ελληνικής ταυτότητας στη λατινοκρατούμενη Ελλάδα», Études balkaniques, 1999, 6, σ. 103-119, επίσης Kaldellis A. (2008). Άλλοι τοποθετούν αυτή την εξέλιξη στο ύστερο Βυζάντιο, π.χ. Στείρης Γεώργιος, «Οι απαρχές της νεοελληνικής ταυτότητας στο ύστερο Βυζάντιο», 2017.

[2] Για μια σύνοψη των διαφόρων απόψεων μέχρι το 2011 βλ. Μαλατράς Χρήστος Μαλατράς Χρήστος, «H Ελληνικότητα του Βυζαντίου στη μεταπολεμική ιστοριογραφία», Ιστορικά Θέματα, 104, Ιούλ. 2011, 25-37. ● Επισκόπηση της θέσης του ελληνισμού στο Βυζάντιο στο Kaldellis Anthony, Hellenism in Byzantium. The Transformations of Greek Identity and the Reception of the Classical Tradition, 2008. ● Λούβη-Κίζη Ασπασία, «Η εκπαίδευση στο Βυζάντιο», Αρχαιολογία, 1987, 25, σ. 26-30. ● Malatras Chr., “The making of an ethnic group: the Romaioi in 12th-13th century”, 2010.

[3] Crawley C. W., The Question of Greek Independence, 2014, σ. 22, 23, 30, 31.

[4] Παπουλίδης Κωνσταντίνος Κ., Η Ρωσία και η Ελληνική Επανάσταση…, 1983.

[5] Ιωαννίδου – Μπιτσιάδου Γεωργία, «Η ρωσική διπλωματία στη δεύτερη φάση της Ελληνικής Επαναστάσεως …», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 1989, 3, σ. 62. ● Lucien J. Frary, Russian consuls and the Greek war of independence …, Mediterranean Historical Review, (2013), 28:1, 46-65.

[6] Λούκος Χρήστος, βιβλιοκρισία του Theophilus C. Prousis (1994) Russian Society and the Greek Revolution. Μνήμων, (1998) 20, σ. 337-340.

[7] Συνοπτική παράθεση των εξεγέρσεων, αποπειρών εξεγέρσεων ή επαναστάσεων των Χριστιανών των Βαλκανίων από τον 16ο αιώνα έως και το ’21 υπάρχουν στο Όλγα Κατσιαρδή-Hering, «Από τις εξεγέρσεις στις επαναστάσεις των χριστιανών υποτελών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας …», 2014, σ. 587-603.

[8] Tachiaos Anthony-Emil, “The national regeneration of the Greeks as seen by the Russian intelligentsia”, Balkan Studies, v. 30, n. 2, p. 294-296, 1989.  https://ojs.lib.uom.gr/

[9] Αργυρίου Αστέριος, Les exégeses grecques de l’ Apocalypse a l’epoque turque (1453-1821), 1982, σ. 22-25.

[10] Ghervas Stella, «Le philhellénisme d’inspiration conservatrice en Europe et en Russie”, 2004, σ.105, 106.

[11] Αρς Γκριγκόρι (1925-2017), σύντομο βιογραφικό, www.dardanosnet.gr/

[12] Λουλές Δ., Ο ρόλος της Ρωσίας στη διαμόρφωση του Ελληνικού Κράτους. Αθήνα 1981.

[13] Παραπομπές σε σχετικές μελέτες, πολλές σε ρωσική γλώσσα, μέχρι το 1983, υπάρχουν στο Παπουλίδης Κ., Η Ρωσία και η Ελληνική Επανάσταση, 1983.

[14] Jelavich Barbara, Russia’s Balkan Entanglements, 1806-1914, CUP, Mar 11, 2004 [1993] σ. 49-76.

[15] Prousis Theophilus, Russian Philorthodox Relief During The Greek War Of Independence, 1985.

[16] Ο αριθμός των εφημερίδων στη Ρωσία ήταν σαφώς μικρότερος απ’ ότι στη Δ. Ευρώπη και υπόκειντο σε κρατική λογοκρισία. Μη γνωρίζοντας τη ρωσική έχω μόνο αμυδρά εικόνα των σχετικών ειδήσεων. Παρατηρώ ότι η εφημ. Moskovskiye Vedomosti (Νέα της Μόσχας) που υπάρχει ψηφιοποιημένη στο διαδίκτυο, είχε εκτεταμένες ειδήσεις για την Επανάσταση σε κάθε φύλλο της (2 την εβδομάδα) στο 2ο εξάμηνο του 1821.

[17] Από το βιβλίο Αργυράκος Γ. & Αργυράκου Κ.Κ., Η Επανάσταση του ’21 στην Gazette de Lausanne.– … (Απρίλιος 1821 – Φεβρουάριος 1823). Ελίκρανον, Αθήνα, 2017.

[18] Τότε οι ειδήσεις από την Ανατολή έφταναν στη Δυτ. Ευρώπη με καθυστέρηση έως και ένα μήνα. Ταυτόχρονα, το Νέο Ημερολόγιο της Ευρώπης ήταν 12 ημέρες μπροστά από το Παλαιό της Ελλάδας.

[19] Φραντζής (ή Σφραντζής) Γεώργιος, Χρονικό Majus, κεφ. B’. Νέα Ελληνική Λογοτεχνία (Α’ Λυκείου) – Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο), ebooks.edu.g

[20] Nestor-Iskender, The Tale of Constantinople.  http://myriobiblion.byzantion.ru/romania-rosia/nestor2.htm.

[21] Αργυράκος Γ. & Αργυράκου Κ.Κ., 2017, σ. 36, σημ. 7. … Βλ. π.χ.. Κρεμμυδάς Β., Η Ελληνική Επανάσταση του 1821), 2006, σ. 63.

[22] Morris, Ian Macgregor, ‘To Make a New Thermopylae’: Hellenism, Greek Liberation, and the Battle of Thermopylae. Greece & Rome, (2000), vol. 47, 2, pp. 211–230. JSTOR.

[23] Λεπτομερείς πληροφορίες για τις δημοσιεύσεις εφημερίδων περί Γερμανού υπάρχουν στο Loukides George (ή Γ. Λουκίδης),  «Δύο ομιλίες του Π. Πατρών Γερμανού στην Αγ. Λαύρα το Μάρτιο 1821»,  2019, Academia.edu.

[24] Δεν πρόκειται για υπερβολές. Συνηθιζόταν η αποστολή από την περιφέρεια προς την πρωτεύουσα «τεκμηρίων» ότι ο στρατός κάνει τη δουλειά του. Τέτοιες μακάβριες αποστολές επιβεβαιώνονται από πολλές πηγές.

[25] Prousis Th. C., «British Embassy Reports on the Greek Uprising in 1821-1822: War of Independence or War of Religion?» . Univ. N. Florida, History Faculty Publications, 2011.

[26] Για τη χριστιανική διάσταση του Φιλελληνισμού της Γαλλίας βλ. Tabaki-Iona Frédérique, “Philhellénisme religieux et mobilisation des Français pendant la révolution grecque de 1821-1827”, Mots. Les langages du politique , 79, 2005, http://journals.openedition.org/

[27] Algemeine Preussische Staat Zeitung, 7 & 12 Ιουν. 1821. στο https://digi.bib.uni-mannheim.de/

[28] Penn Virginia (1938). “Philhellenism in Europe, 1821-1828”. The Slavonic and East European Review, 16(48), 638–653. www.jstor.org

[29] Quack-Μανουσάκη Ρεγγίνα, «Ελληνική Επανάστασις: Η πολιτική του Metternich και η κοινή γνώμη στη Γερμανία». Πελοποννησιακά, Δ’ (1996-97) [1995], 329-338. ● Καραθανάσης Αθανάσιος Ε. «Γύρω από το γερμανικό φιλελληνισμό». Βαλκανικά Σύμμεικτα, (1981) τομ. Α’, 45-60.

[30] Penn V. (1938), σ. 649.

[31] Konstantinou Evangelos, “Graecomania and Philhellenism”, στο: European History Online (EGO), Mainz 2012-11-23. www.ieg-ego.eu/konstantinoue-2012-en

[32] Μη εξαντλητική βιβλιογραφία: Dimakis Jean (α) La guerre de l’ independence Grecque vue par la presse française, …, Paris, 1974. (β) La presse de Vienne et la question d’orient: 1821-1827. Balkan Studies, ΙΜΧΑ, 16, (1975), σ. 35-43. (γ) Το πρόβλημα των ειδήσεων περί της Ελληνικής Επαναστάσεως εις τον Γαλλικόν τύπον, Ελληνικά, 19 (1966), σ. 54-91.● Dimopoulos Aristide G., L’opinion publique Francaise et la revolution Grecque, Nancy, 1962. ● Λουλές Δημ., «Η Ελληνική Επανάσταση και ο βρετανικός τύπος  …», Δωδώνη, 12 (1983), σ. 99-138.

[33] Penn V. (1938), σ, 645.

[34] Σιμόπουλος Κυριάκος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, , Α’, 399, Αθήνα, 2004.

[35] Gell William, Narrative of a Journey in the Morea, London, 1823, σ. 13, 14. Ο ίδιος σχολιάζει καυστικά και τη συνήθεια των Ευρωπαίων να φτύνουν στο πάτωμα, κάτι που απεχθάνονται Έλληνες και Τούρκοι (σ. 11, 12).

[36] Πολλές παραπομπές σε απομνημονεύματα και άλλα γραπτά Φιλελλήνων υπάρχουν στο 5/τομο έργο του Κυριάκου Σιμόπουλου Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21.  Αρκετά τέτοια απομνημονεύματα διατίθενται στο διαδίκτυο ελεύθερα ψηφιοποιημένα στο https://books.google.gr, στο archive.org κ.ά.

[37] Gentleman’s Magazine, Ιούλιος-Δεκ. 1821, vol. 91, part 2, σ. 366.

[38] Η μόδα της διακόσμησης των μεγαλουπόλεων δια της αρπαγής έργων τέχνης, στη νεώτερη εποχή άρχισε από το Παρίσι του Ναπολέοντα. Το Λονδίνο «σύρθηκε» σ’ αυτή τη μόδα από την ανάγκη να ανταγωνιστεί το Παρίσι σαν παγκόσμιο κέντρο τέχνης.

[39] Μάλλον αναφέρονταν σε διωγμούς και εκτελέσεις που έγιναν στην Φιλιππούπολη το 1822. Βλ. Ευθυμιάδης Απόστολος, 1971, σ. 14.

[40] Loosemore Jo, Sailing against slavery, 2008, www.bbc.co.uk.

[41] Άρθρο της St. James’s Chronicle (Λονδίνο) αναδημοσιευμένο στην Galignani’s Messenger, 11 Απρ. 1821. Η G.M. εκδιδόταν σε αγγλική γλώσσα στο Παρίσι από τον Ιταλό Giovanni Antonio Galignani.

[42] Prousis Theophilus, 1985, σ. 40-49.

[43] Heraclides Alexis and Ada Dialla, Humanitarian Intervention in the Long Nineteenth Century, Manchester University Press, 2015, σ. 106. JSTOR.

[44] Αποστολίδης Νίκος &  Βελέντζας Κωνσταντίνος, «Ήταν ληστρικά τα δάνεια που λάβαμε από την Αγγλία;», Καθημερινή, 31-3-2020. www.kathimerini.gr

[45] Swatek-Evenstein Mark, A History of Humanitarian Intervention, 2020, σ. 58. Books.google.gr

[46] Λουλές Δ., «Ο Βρετανικός τύπος για τη ναυμαχία του Ναβαρίνου», Μνήμων, 7 (1979), σ. 1-11.

[47] Heraclides A. & Ada Dialla, Humanitarian Intervention …, σ. 117.

[48] Loughlin F. & Johnston A., Antiquity and Enlightenment Culture, 2020, σ. 5, 6.

[49] Maioli, Roger. Review of The Specter of Skepticism in the Age of Enlightenment, by Anton M. Matytsin. The Scriblerian and the Kit-Cats, vol. 51 no. 2,(2019), p. 158-160.

[50] Dieli M., “The Enlightenment and the Teaching of Ancient Greek Grammar …”, 2020, σ. 174.

[51] Κοντογιώργης Γιώργος, τηλεοπτική ιστορική σειρά «’21. Η Αναγέννηση των Ελλήνων», κανάλι MEGA, 18/19 Απρ. 2020, περίπου 6ο λεπτό. www.megatv.com/21/default.asp?catid=43549

[52] Τσελίκας Αγαμέμνων, προσωπική επικοινωνία (email), 13 Απρ. 2020.

[53] Klausing, Kyle J. (2015) «‘We Are All Greeks:’ Sympathy and Proximity in Shelley‘s Hellas,» Scholarly Horizons: Univ. of Minnesota, Morris Undergraduate J. vol. 2: 2, art. 3, σ. 16, 17.

[54] Craig Calhoun, The Roots of Radicalism: …, 2012, σ. 272.

[55] Comerford Patrick, “Sir Richard Church and the Irish Philhellenes in the Greek War of Independence”, 2007, κεφ. 1.

[56] Brewer David, The Greek War of Independence, Abrams, 2011, κεφ. 14. Books.google.gr

[57] Προκύπτει από επιστολή του Δημητρίου Σχινά προς τον Μητροπολίτη Άρτης Ιγνάτιο Α’, τον Ιανουάριο του 1816. Παπαγεώργιος Σπυρίδων, «Του Μητροπολίτου Άρτης Ιγνατίου Α’ Αλληλογραφία», Επετηρίς, Φιλολογ. Σύλλ. Παρνασσός, 1917, σ. 207, 208.

[58] Barau Denys. “La mobilisation des philhellènes en faveur de la Grèce, …”, 2001, σ. 48.

[59] Edelstein Dan, συνέντευξη “Stanford scholar examines the roots of human rights”, 4/1/2019, https://news.stanford.edu

[60] Freedom’s Journal, ψηφιοποιημένο, Wisconsin Historical Society. www.wisconsinhistory.org/ ● Erdem Güven, “The Image and the Perception of the Turk in Freedom’s Journal”, Journalism History, (2016), 41:4, σ. 191-199, academia.edu. Το άρθρο επεκτείνεται και σε ιστορικά θέματα μη σχετικά με τον τίτλο, και εμφανώς προωθεί μια ωραιοποιημένη εικόνα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

 

Η ΕΕΦ παρουσιάζει από την συλλογή της, μία ιδιαίτερα σημαντική επιστολή του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη προς τον γιό του Ιωάννη (Γενναίο) Κολοκοτρώνη, η οποία εστάλη τον Ιούλιο του 1826, όταν ο Ιμπραήμ είχε καταλάβει σχεδόν όλη την Πελοπόννησο, και οι Έλληνες είχαν χάσει το ηθικό τους.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Σχέδιο του Γερμανού Φιλέλληνα στρατιωτικού Karl Krazeisen, (1794-1878).

Ιωάννης (Γενναίος) Κολοκοτρώνη. Γιός του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη.

Από την επιστολή αυτή συγκρατούμε δύο σημεία.

Το πρώτο είναι ότι ο Κολοκοτρώνης ζητά από τον γιό του να γράψουν σε όλα τα χωριά, να βγουν οι κάτοικοι από «τις τρύπες τους», και να έρθουν βοηθήσουν, διότι «αυτό που θα τους σώσει είναι τα στήθη τους». Δηλαδή ο αγώνας τους και οι προσπάθειές τους.

Το δεύτερο είναι μία αναφορά που κάνει ο Κολοκοτρώνης στα Φιλελληνικά Κομιτάτα της Ευρώπης. Σημειώνει στην επιστολή του ότι έλαβε στο Άστρος ένα φορτίο με ζωοτροφές που προερχόταν από τα υπό Αγγλική διοίκηση Κύθηρα. Στη συνέχεια ενημερώνει τον γιό του, ότι ο πρόεδρος των Φιλελληνικών κομιτάτων, του είπε «να ζητήσει ότι θέλει και θα το έχει». Όπλα, πολεμοφόδια, τροφές. «Φθάνει μόνο και εμείς να κινούμεθα και να μην κοιμούμεθα».

Το αίτημα αυτό έχει πολλές αναγνώσεις. Πέραν της προφανούς, υπάρχει και μία πολύ σημαντικότερη.

Τρείς μήνες  μετά την πτώση του Μεσολογγίου, και ενώ η φλόγα της Επανάστασης άρχιζε να σβήνει, τα Φιλελληνικά κομιτάτα ήταν παρόντα, και έτοιμα να προσφέρουν πλήρη βοήθεια όλων των ειδών στους Έλληνες. Μάλιστα τα Φιλελληνικά κομιτάτα είχαν στήσει μηχανισμούς για την αποστολή των εφοδίων και του εξοπλισμού και την ασφαλή παράδοσή τους στους Έλληνες.

Όμως οι Έλληνες όφειλαν να κινούνται και να μην κοιμούνται και για έναν άλλο λόγο.

Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι ήταν ζήτημα απόλυτης προτεραιότητας να αποδείξουν οι Έλληνες ότι η Επανάσταση δεν είχε σβήσει, διότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα μπορούσε το αίτημα σύστασης ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους να παραμείνει στην ημερήσια διάταξη των διπλωματικών φόρουμ και διαπραγματεύσεων.

Η δράση, η άσκηση πίεσης προς τις κυβερνήσεις που ασκούσαν οι Φιλέλληνες σε όλη την Ευρώπη, δεν θα είχαν κανένα λόγο ύπαρξης εάν οι Έλληνες είχαν συνθηκολογήσει ή συμβιβαστεί με τους Τούρκους, και οι συγκρούσεις είχαν σταματήσει.

H επιστολή αυτή αποτελεί ένα αποδεικτικό στοιχείο ιστορικής σημασίας, σχετικά με τη προσήλωση και τη σπουδαιότητα του φιλελληνικού κινήματος στην Ευρώπη, κάτι για το οποίο η Ελλάδα θα εκφράζει αιώνια την ευγνωμοσύνη της.

 

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της επιστολής.

 

«Τω Γενναιοτάτω Καπ(ετάν) Ιωάννη Θ. Κολοκοτρώνη.
                                                                   εις στεμνίτζαν

παιδί μου Γιάννη σε εύχομαι πατρικώς.

από το προχθεσινόν μου κοινόν προς τους τρεις σας επληροφορήθης όσα έως τότε διέτρεχον ενταύθα. τώρα δε σε ειδοποιώ ότι σήμερον ελπίζω άφευκτα να πάρη τέλος κάθε ομιλία μας, και ν΄ αναχωρήσωμεν έως αύριον. και τούτο εστάθη αιτία της αργητάς μου, διότι να έλθω επίτηδες κάτι να κάμω, και να φύγω χωρίς να κατορθώσω τίποτε δεν το εκρίναμεν καλόν. από τον κερασιώτην και από άλλα μέρη πληροφορούμαι ότι ο εχθρός άρχισε και μετακομίζει εις  τριπολιτζάν τας τροφάς του ολοένα, και ότι ευρίσκεται τεντωμένος εις του σινάνου τον Κάμπον. το κατά του Μάνεσι στρατόπεδον μετέβη μεταξύ λογγανίκου και Κοτίζας δια να παρατηρή πλησιέστερον τα κινήματα του εχθρού. το προχθεσινόν σας γράμμα έλαβον με τον παρόντα, και ίδα ότι και σεις μετέβητε εις στεμνίτζαν και εκάματε καλά, πλήν πρέπει να συναγροικηθήτε με τον  θείον σου Κολιόπουλον, να μην φύγη από τον ατζίχολον, και να σταθής και του λόγου σου αυτού με τον αδελφόν κυρ΄ Δημητράκην ον και ασπάζομαι, δια να παρατηρήτε συμφώνως τα εχθρικά κινήματα, και γράψατε εις όλα τα χωρία και βιάσατε τους όλους να έλθουν τι εσκόρπισαν εις ταις τρύπαις των. αυταί δεν θα τους γλυτώσουν αλλά τα στήθη των. ο αντιστράτηγος Νοταράς ελπίζω να έφθασεν αυτού, και αν δεν έφθασε αγροικηθήτε με αυτόν να φθάση, καθώς θέλετε αγροικηθήτε και με κάθε άλλον τον οποίον γνωρίζετε πατριώτην. ζωοτροφίαι μου εστάλησαν κατά το παρόν από τζερίγον, ένα φορτίον εις άστρος, και κατόπιν μου στέλνουν και άλλαις όπου τους γράψω. μου γράφει ο πρόεδρος των κομιτάτων της ευρώπης από φιορέντζα ότι να του γράψω να μου στείλει ό,τι θέλω, τροφάς πολεμοφόδια άρματα και ό,τι άλλο, φθάνει μόνον να κινούμεθα και ημείς, και να μην κοιμούμεθα. περί του ερχομού σου παιδί μου οπού μου γράφεις να σου δώσω την άδειαν, στοχάσου το και μόνος σου αν ήναι καλόν εις αυτόν τον βρασμόν, αν μας δίδει καλήν υπόληψιν. εγώ αν δεν με προσκαλούσαν δεν ηρχόμουν ποτέ, δια τούτο στάσου αυτού και αναβαίνοντας και εγώ επάνω αγροικούμεθα πάλιν, και όπως κριθή εύλογον τότε γίνεται εύκολα.  κατά το παρόν δεν συμφέρει καθόλου. κανένα νέον δεν έχομεν να σου φανερώσω, μένω δε

ο πατήρ σου
Θ. κολοκοτρώνης
τη 8 Ιουλίου 1826
Ναύπλιον»

 

 

Ο John Kerry (John Forbes Kerry), γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1943, στο Ντένβερ, Κολοράντο των ΗΠΑ. Ήταν γιος του Richard Kerry, πιλότου του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου και διπλωμάτη, και της Rosemary Forbes Kerry, μέλους της πλούσιας οικογένειας Forbes της Βοστώνης.

Ο John Kerry εκπαιδεύτηκε στη Νέα Αγγλία και την Ελβετία. Μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο του Yale το 1966, στρατολογήθηκε στο Ναυτικό των Η.Π.Α. και υπηρέτησε στον Πόλεμο του Βιετνάμ ως αξιωματικός ενός πλοιαρίου. Μέχρι τη στιγμή που επέστρεψε από το Βιετνάμ το 1969, είχε προαχθεί στον βαθμό του υπολοχαγού και είχε τιμηθεί με ένα ασημένιο αστέρι, ένα χάλκινο αστέρι και τρεις μωβ καρδιές.

Μετά τη στρατιωτική του θητεία το 1970, ασχολήθηκε με τον αντιπολεμικό ακτιβισμό και ήταν συνιδρυτής των βετεράνων του Βιετνάμ της Αμερικής και εκπρόσωπος των βετεράνων του Βιετνάμ κατά του πολέμου (VVAW). Το 1971 κέρδισε την προσοχή της κοινής γνώμης όταν κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας.

Το 1976 αποφοίτησε από το Boston College Law School και έγινε βοηθός εισαγγελέας στην κομητεία Middlesex της Μασαχουσέτης και στη συνέχεια άσκησε ιδιωτικά το δικηγορικό επάγγελμα. Η πολιτική του σταδιοδρομία χαρακτηρίσθηκε από την σχέση του με Ελληνοαμερικανούς.

Το 1982 εξελέγη αντι-κυβερνήτης της Μασαχουσέτης όταν κυβερνήτης ήταν ο Μάικλ Δουκάκης. Το 1984 διαδέχθηκε τον Πολ Τσόνγκας και κέρδισε τις εκλογές για τη Γερουσία των ΗΠΑ. Παρέμεινε μέλος της Γερουσίας των ΗΠΑ μεταξύ 1985 και 2013, και στη συνέχεια, εξελέγη υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος για την προεδρία των ΗΠΑ το 2004. Ήταν επίσης Υπουργός Εξωτερικών (2013-17) στη διοίκηση του Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα.

Καθ ‘όλη τη διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας, είτε ως μέλος της Γερουσίας είτε ως προεδρικός υποψήφιος, και το σημαντικότερο, ως Υπουργός Εξωτερικών, υποστήριξε ενεργά την Ελλάδα τόσο στις περιφερειακές συγκρούσεις της, όσο και κατά τη διάρκεια της πρόσφατης  οικονομικής κρίσης. Υποστήριξε επίσης την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων.

Ο διακεκριμένος αυτός Αμερικανός πολιτικός, είναι άμεσος απόγονος του John Winthrop, του πρώτου κυβερνήτη της Μασαχουσέτης Bay Colony. Ένας από τους γιους του John Winthrop, ήταν ο Thomas Lindall Winthrop, ο οποίος είναι μέσω του δικού του γιου Robert, ο προ-προ-προ-πάππους του John Kerry.

Ο Thomas Lindall Winthrop (1760 – 1841) ήταν πολιτικός της Μασαχουσέτης, ο οποίος υπηρέτησε ως 13ος αντι-κυβερνήτης της Μασαχουσέτης από το 1826 έως το 1833. Επίσης, υπηρέτησε ως εκπρόσωπος της Πολιτείας και γερουσιαστής. Το 1813, εξελέγη Μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών, και μέλος της Αμερικανικής Εταιρείας Αρχαιοτήτων.

Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι ο Thomas Lindall Winthrop ήταν ο πρόεδρος του εμβληματικού Φιλελληνικού Κομιτάτου της Βοστώνης. Με αυτήν την ιδιότητα και αυτόν τον ρόλο, ο Thomas Lindall Winthrop, σε συνεργασία με τον Edward Everett και άλλων αξιωματούχων, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο για την υποστήριξη της Ελλάδας κατά την Ελληνική Επανάσταση. Μεταξύ άλλων, το Φιλελληνικό Κομιτάτο της Βοστώνης έστειλε εθελοντές στην Ελλάδα, οργάνωσε εράνους και αποστολές χρημάτων και πολλών μορφών βοήθεια, κατά τη διάρκεια και μετά την Επανάσταση του 1821.

Thomas Lindall Winthrop, πρόεδρος του Φιλελληνικού Κομιτάτου της Βοστώνης

Η ΕΕΦ θα παρουσιάσει λεπτομερείς πληροφορίες για τον Thomas Lindall Winthrop, τον Edward Everett, τον Daniel Webster και όλες τις άλλες προσωπικότητες στις ΗΠΑ, οι οποίοι υποστήριξαν την Ελληνική Επανάσταση.

Το εκπληκτικό στοιχείο είναι ότι ο απόγονος μιας τόσο αξιοθαύμαστης πολιτικής προσωπικότητας όπως ο Thomas Lindall Winthrop, ακολούθησε μια ευγενή επαγγελματική και πολιτική σταδιοδρομία, σύμφωνα με τις αξίες και τις αρχές των προγόνων του.

Η ΕΕΦ και η Ελλάδα αποτίουν φόρο τιμής στον Thomas Lindall Winthrop και στον απόγονο του John Kerry, που ήταν συνεπείς με τις ευρύτερες αξίες του Ελληνισμού και πολύτιμοι φίλοι της Ελλάδας.

Η ΕΕΦ εργάζεται ενεργά για να εντοπίσει τους απογόνους και άλλων Αμερικανών Φιλελλήνων που υποστήριξαν τον σκοπό της Ελλάδας και της επανάστασης του 1821.

 

 

Κάθε φορά που περνά κανείς από την οδό Φιλελλήνων στον κέντρο της Αθήνας, φέρνει στον νου του τους χιλιάδες αυτούς Φιλέλληνες που κινητοποιήθηκαν στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, αλλά και στην Ελλάδα, ενώ πολλοί θυσίασαν ακόμη και την ζωή τους, κατά τη διάρκεια του αγώνα για την εθνική μας ανεξαρτησία.

Ποια ήταν όμως αυτή η δύναμη που τους ώθησε σε τέτοιες θυσίες;

Ο Ελληνικός πολιτισμός.

Και γιατί ξεχωρίζει ο Ελληνικός πολιτισμός; Γιατί συγκλονίζει τους ανθρώπους;

Την απάντηση την προσφέρει ο Aνδρέας Εμπειρίκος στο εμβληματικό του έργο «Εις την Οδόν των Φιλελλήνων».

Μπορείτε να ακούσετε τον Ανδρέα Εμπειρίκο να απαγγέλει το έργο του εδώ.

Ο Aνδρέας Εμπειρίκος

«Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ’ τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ’ στην καρδιά των Aθηνών, μέσ’ στην καρδιά του θέρους.

Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Aίφνης μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ’ στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.

Ήτο Iούλιος. Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο ― από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί – ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.

Nαι, ήτο Iούλιος· και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Nτάπια του Mεσολογγιού και ο Mαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Mεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Aζτέκων.

Tο θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη – η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι. Kαι όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ’ όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Kάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ’ στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα – οι άνθρωποι και τα κτίσματα – τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.

Tότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:

«Θεέ ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως ! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».»

 

Η Ναυμαχία στο Ναβαρίνο (Συλλογή ΕΕΦ). Ο Φιλελληνισμός οδηγεί στην πρώτη Ευρωπαϊκή πολιτική, βασισμένη στις κοινές αξίες της Ευρώπης.

 

Ξένη Δ. Μπαλωτή

Στην παγκόσμια ιστορία υπάρχει ένα κίνημα που εμφανίστηκε άπαξ, είχε αποδέκτη έναν μόνο λαό και συμμετείχαν σε αυτό πολίτες, τουλάχιστον από όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Αναφερόμαστε στο Κίνημα του Φιλελληνισμού που εκδηλώθηκε πριν από την Ελληνική Επανάσταση με τους Βολταίρο και Βίνκελμαν και κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια της.

Ο Φιλελληνισμός κινητοποίησε πλέον των χιλίων πολιτών από την Ιβηρική Χερσόνησο έως τη Ρωσία και από την Σκανδιναβία έως την Σικελία. Το κίνητρο της συμμετοχής των Φιλελλήνων υπέρ της απελευθέρωσης της Ελλάδας από την Οθωμανική κατοχή, ανεξάρτητα από τον τρόπο που εκδηλώθηκε (παροχής οικονομικής βοήθειας όπως π.χ. από τον Λουδοβίκο Α’ της Βαυαρίας, φυσικής συμμετοχής στον ελληνικό στρατό όπως του Γερμανού Στρατηγού Norman, των Iταλών Tarella και Dania, και άλλων πολλών Γάλλων, Πολωνών, Ελβετών, κλπ. Φιλελλήνων που θυσιάσθηκαν στην Μάχη του Πέττα, ή κινητοποίησης του ευρωπαϊκού πνευματικού κόσμου υπέρ των Ελλήνων όπως π.χ. των Σατωβριάνδου και Λόρδου Βύρωνα), ήταν ενιαίο: πήγαζε από την επιθυμία τους να αναστήσουν τη χώρα που έθεσε τα θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Με άλλα λόγια, να υπερασπιστούν τον κοινό τους ευρωπαϊκό πολιτισμό εκφράζοντας για πρώτη φορά στην ιστορία της ηπείρου μας μία κοινή ευρωπαϊκή συνείδηση. Κατ’αυτόν τον τρόπο, ένα άρθρο με θέμα την επικαιρότητα του επετειακού γεγονότος του ελληνικού 1821 δύο αιώνες μετά, θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μία και μόνη πρόταση: η ελληνική Επανάσταση του 1821 είναι η πρώτη εκδήλωση της κοινής ευρωπαϊκής μας συνείδησης. Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα που άρχισε να υλοποιείται από το 1957 με την Συνθήκη της Ρώμης, την επομένη ενός πολέμου, έχει τις ρίζες του στο 1821 όταν πολλοί ευρωπαίοι πολίτες εκδήλωσαν αρχικά την κοινή πολιτιστική τους ταυτότητα, διεκδίκησαν κοινές κοινωνικές συνθήκες, με τις επαναστάσεις του 1848, που ονομάστηκε «Άνοιξη των λαών» και με τον λόγο του Βίκτωρος Ουγκώ περί «Δημιουργίας των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», το 1849, στόχευσαν στην παγκόσμια ειρήνη στο πλαίσιο διακρατικών σχέσεων όπου το ένα κράτος ήταν η Ευρώπη και το άλλο οι ΗΠΑ. Η πρόταση του Β. Ουγκώ θεωρήθηκε ρομαντική.

Όμως, σχεδόν δύο αιώνες μετά, η ελληνική κρίση του καλοκαιριού του 2015 και ο δρόμος προς το Grexit επανέφεραν στην επιφάνεια το στοιχείο του ρομαντισμού, συστατικό στοιχείο του Φιλελληνισμού, όταν ο τότε Πρόεδρος της Ε.Ε. J-C Junker είπε, εν μέσω τεράστιων οικονομικών και πολιτικών ανταγωνισμών, προς όλα τα Κράτη-μέλη που επιθυμούσαν την αποχώρηση μας από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ότι «χωρίς την Ελλάδα, θα έλειπε το συστατικό στοιχείο της Ευρώπης». Η δήλωση μπορεί να φάνηκε αθώα. Οι συνέπειες της ωστόσο ήταν καθοριστικές γιατί εστίασαν σε αυτό που είναι η Ευρώπη: ένα σύνολο εθνικών κρατών με διακριτή πορεία μέσα στους αιώνες, αλλά με κοινή συνείδηση γύρω από τον ελληνικό πολιτισμό.

Το 2020, ο Φιλελληνισμός με την ιστορική του έννοια ναι μεν δεν υπάρχει, ωστόσο η διεκδίκηση για την επίτευξη ενός κοινού στόχου με κοινά εργαλεία εντός μίας ηπείρου που πρέπει να επιβιώσει με κοινό μέλλον, εκφράζεται, ως ειρωνεία της ιστορίας, με την έννοια της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» ώστε να αντιμετωπιστούν τα πολλαπλά προβλήματα που δημιουργεί η πανδημία του κορωνοϊού, -έννοια που πηγάζει από τη φιλοσοφία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

Αν λοιπόν, ο Φιλελληνισμός του 1821 ανέδειξε την κοινή ευρωπαϊκή μας συνείδηση, τότε 200 χρόνια μετά, ο εορτασμός του προσφέρει στην Ε.Ε. τη λαμπρή ευκαιρία να επιστρέψει στις θεμελιώδεις αξίες του πολιτισμού της και να θερίσει ό,τι έσπειρε.

Του Νίκου Αποστολίδη, τ. καθηγητή του ΕΜΠ, μέλους της Συμβουλευτικής Επιτροπής της ΕΕΦ
και του Κωνσταντίνου Βελέντζα, μέλους της Συμβουλευτικής Επιτροπής της ΕΕΦ

Πρόσφατα μάθαμε ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της Ελλάδος, η απόδοση του 10-ετούς ομολόγου του Ελληνικού δημοσίου, κατέβηκε κάτω από το 1%, πράγμα που ομολογουμένως μπορεί να θεωρηθεί επίτευγμα, ιδίως μετά από τις περιπέτειες της τελευταίας δεκαετίας, όταν έφθασε η απόδοση των δεκαετών ομολόγων το δυσθεώρητο ύψος του 36,5%.

Συνειρμικά, αυτό μας θυμίζει τα περίφημα «δάνεια της Αγγλίας» ή δάνεια της ανεξαρτησίας, τα οποία ήταν τα πρώτα κρατικά δάνεια που συνήφθησαν από την Ελλάδα, πριν καν αυτή αποτελέσει επίσημα αναγνωρισμένο ελεύθερο κράτος.

Σύμφωνα με την βιβλιογραφία του 20ου και 21ου αιώνα, πολλοί ακαδημαϊκοί, δημοσιογραφικοί και πολιτικοί κύκλοι, αναφέρονται στα δάνεια αυτά, χαρακτηρίζοντάς τα «επαχθή», ή και «ληστρικά», και ισχυρίζονται ότι αποτελούσαν παράδειγμα εκμετάλλευσης μιας φτωχής χώρας από ξένους τραπεζίτες, και γενικά της οικονομικής εκμετάλλευσης της Ελλάδος από «τους ξένους».

Συνιστούσαν όμως πράγματι τα δάνεια αυτά που έλαβε η Ελλάδα από το Ηνωμένο Βασίλειο στυγνή εκμετάλλευση της χώρας μας, και ήταν τόσο ανόητοι ή ανίκανοι οι εκπρόσωποι της Ελλάδας που συμφώνησαν αυτά τα δάνεια ;

Ας δούμε πρώτα τα στοιχεία αυτών των δανείων.

Τα δάνεια αυτά ήταν δύο.

Α. Το πρώτο συνήφθη το 1824 και είχε τα εξής δεδομένα :

Ονομαστικό ύψος δανείου 800.000 λίρες Αγγλίας.

Υπεύθυνοι έκδοσης: Loughnan Sons και Ο’Brien

Επιτόκιο 5% – ετήσιο χρεολύσιο 1% (αμφότερα επί του ονομαστικού ποσού του δανείου).

Διάρκεια 36 έτη.

Διάφορες προμήθειες, εγγυήσεις, κλπ.

Το ποσό που εκταμιεύθηκε ήταν 472.000 λίρες ή το 59% του ονομαστικού ποσού.

Το δάνειο διαπραγματεύθηκαν από ελληνικής πλευράς οι Ι. Ορλάνδος και Ανδρ. Λουριώτης.

Β. Το δεύτερο δάνειο συνήφθη το 1825, είχε τα εξής δεδομένα :

Ονομαστικό ύψος δανείου 2.000.000 λίρες Αγγλίας.

Υπεύθυνοι έκδοσης: Αδελφοί Ricardo

Επιτόκιο 5% – ετήσιο χρεολύσιο 1% (αμφότερα επί του ονομαστικού ποσού του δανείου).

Διάρκεια 36 έτη.

Διάφορες προμήθειες, εγγυήσεις, κλπ.

Το ποσό που εκταμιεύθηκε ήταν 1.100.000 λίρες ή το 55,5% του ονομαστικού ποσού.

Το ομόλογο του δεύτερου δανείου, Συλλογή ΕΕΦ.

Η σύμβαση του δευτέρου δανείου προέβλεπε επίσης τη διάθεση μέρους του παραπάνω ποσού για προεξόφληση ομολόγων του πρώτου δανείου, συνολικής ονομαστικής αξίας 250.000 λιρών, με σκοπό τη στήριξη της τιμής τους στη δευτερογενή αγορά.

Και τα δύο δάνεια ήταν ομολογιακά, επίσης δε και στις δύο περιπτώσεις προεισπράχθηκαν τα τοκοχρεολύσια των δύο πρώτων ετών.

Θα προσπαθήσουμε να αναδιατυπώσουμε την περιγραφή των όρων των δανείων αυτών, σύμφωνα με όσα ισχύουν σήμερα με τα ομολογιακά δάνεια του Ελληνικού δημοσίου και με την σύγχρονη ορολογία.

Ξεκινάμε με τα χρεολύσια.

Για την αποπληρωμή του κεφαλαίου, και οι δύο συμβάσεις προέβλεπαν την καταβολή 1% του ονομαστικού κεφαλαίου ετησίως επί 36 έτη (όση ήταν η διάρκεια των συμβάσεων). Φυσικά, το απλό άθροισμα όλων αυτών των χρεολυσίων φθάνει μόλις το 36% του κεφαλαίου, πλην όμως (θεωρητικά) αν το χρεολύσιο αυτό κατετίθετο κάθε χρόνο σε ένα έντοκο λογαριασμό με ένα σχετικά μικρό, άρα και ασφαλές, επιτόκιο (ίσο στην προκειμένη περίπτωση με 5%), η κατάθεση αυτή θα έφθανε στο τέλος των 36 ετών το 100% του κεφαλαίου.

Αυτή η μέθοδος υπολογισμού της τελικής αξίας μίας περιοδικής καταβολής σε ένα λογαριασμό (sinking fund) ενός ποσού X επί Ψ έτη, όπου το ποσό που είναι κατατεθειμένο, ανατοκίζεται κάθε χρόνο με ένα ασφαλές επιτόκιο (safe interest rate), ίσχυε πάντα και φυσικά ισχύει και σήμερα. Η μόνη διαφορά είναι ότι τη σημερινή εποχή το ασφαλές επιτόκιο (κάτι σαν το επιτόκιo της Bundesbank ή των U.S. bonds), είναι περίπου 3% ή και μικρότερο, ενώ τότε το ασφαλές επιτόκιο ήταν, όπως φαίνεται, το 5%.

Αυτό σημαίνει ότι το επίπεδο των επιτοκίων δανεισμού εκείνης της εποχής, τα οποία  κυμαίνονταν βέβαια ανάλογα με το ρίσκο που παρουσίαζε η κάθε επένδυση, ήταν σε γενικές γραμμές σχεδόν διπλάσιο από το επίπεδο των επιτοκίων της σημερινής εποχής.

Εκείνο που ξενίζει τους σημερινούς αναγνώστες είναι το θέμα της περικοπής του κεφαλαίου, που τελικά πήραν στα χέρια τους οι δανειζόμενοι (δηλαδή η επαναστατική κυβέρνηση των Ελλήνων).

Γιατί έγινε αυτή η περικοπή; Γιατί για παράδειγμα στην περίπτωση του πρώτου δανείου, αντί να λάβει η Ελλάδα στο χέρι τις 800.000 λίρες (που ήταν το ονομαστικό ύψος του δανείου αυτού), έλαβε μόνο 472.000 λίρες, δηλαδή το 59%;

Πολλοί νομίζουν ότι η διαφορά των 328.000 λιρών κατακρατήθηκε καταχρηστικά και εκβιαστικά και επομένως τα δάνεια ήταν «ληστρικά».

Μήπως τα δάνεια αυτά ήταν επαχθή, και οι ξεσηκωμένοι Έλληνες έπεσαν θύματα των ξένων Σάϋλοκ (όπως ο Έμπορος της Βενετίας);

Όχι βέβαια. Απλώς έπρεπε οι όροι του δανείου να διαμορφωθούν ανάλογα με το ρίσκο που παρουσίαζε το δάνειο αυτό.

Σήμερα, η διαμόρφωση των όρων ενός δανείου ανάλογα με το ρίσκο που αυτό παρουσιάζει, γίνεται μέσω του επιτοκίου. Όσο μεγαλύτερο το ρίσκο, και όσο μεγαλύτερη η διάρκεια αποπληρωμής, τόσο υψηλότερο το επιτόκιο δανεισμού που συμφωνείται.

Εκείνα τα χρόνια όμως, από ό,τι φαίνεται, ακολουθούσαν μια διαφορετική πρακτική :

Η δανειακή σύμβαση προέβλεπε ένα στάνταρντ επιτόκιο (και ειδικότερα το «ασφαλές» επιτόκιο του 5% ) και η προσαρμογή των όρων δανεισμού, ανάλογα με το ρίσκο, γινόταν με τη μέθοδο της αγοράς των ομολόγων σε τιμή κατώτερη της ονομαστικής. Η πρακτική αυτή χρησιμοποιείται μερικώς και σήμερα.

Με άλλα λόγια γινόταν αυτό ακριβώς που γίνεται και σήμερα στη δευτερογενή αγορά των ομολόγων, και το επιτόκιο που εισέπραττε ο δανειστής ήταν αυτό που σήμερα ονομάζεται «απόδοση» του ομολόγου.

Στην πράξη, το πραγματικό επιτόκιο που πλήρωνε το ελληνικό κράτος για το πρώτο δάνειο δεν ήταν το ονομαστικό 5%, αλλά περίπου 8,47 %, δηλαδή 5/0,59.

Χρειάζεται ακόμη μια μικρή διόρθωση:

Σύμφωνα με τους όρους των δανείων, το ελληνικό κράτος πλήρωνε ετησίως 1% του ονομαστικού ποσού του δανείου για χρεολύσια, ενώ θα έπρεπε να πληρώνει ως χρεολύσιο μόνο 0,59% για να ξεπληρώσει το ποσό που πραγματικά είχε εισπράξει ως δάνειο. Ως διόρθωση γι’αυτή την επί πλέον επιβάρυνση των ετήσιων τοκοχρεολυσίων, που έφθανε το 0,70% επί του πραγματικού κεφαλαίου, μπορούμε να την προσθέσουμε στο επιτόκιο του 8,47% που αναφέραμε παραπάνω, και να προκύψει έτσι τελικά ένα πραγματικό επιτόκιο ίσο με 9,17%, που θα επεβάρυνε τη χώρα μας.

Αυτά για το πρώτο δάνειο.

Στην περίπτωση του δεύτερου δανείου, τα δεδομένα είναι λίγο διαφορετικά και το πραγματικό επιτόκιο, που διαμορφώνεται τελικά, είναι 9,80%.

Συμπερασματικά, και χρησιμοποιώντας την ορολογία που ισχύει σήμερα, διαπιστώνουμε ότι:

– Το πρώτο δάνειο ήταν ένα ομολογιακό δάνειο 36-ετούς διάρκειας, συνολικού ύψους 472.000 λιρών με επιτόκιο ίσο με 9,17%.

Δεν ήταν δηλαδή στην πραγματικότητα ένα δάνειο ύψους 800.000 λιρών (με τη σημερινή ορολογία), όπως πολλοί νομίζουν και συμπεραίνουν στη συνέχεια ότι η (θεωρητική) διαφορά των 328.000 λιρών κατακρατήθηκε καταχρηστικά.

– Το δεύτερο δάνειο ήταν ένα ομολογιακό δάνειο 36-ετούς διάρκειας επίσης, συνολικού ύψους 1.100.000 λιρών με επιτόκιο 9,80%

Δεν ήταν δηλαδή στην πραγματικότητα ένα δάνειο ύψους 2.000.000 λιρών, όπως πιστεύουν οι ίδιοι άνθρωποι, και επομένως και στην περίπτωση αυτή ισχύουν τα ίδια για τη διαφορά των 900.000  λιρών όπως παραπάνω.

Οι όροι αυτών των δανείων, και κυρίως το πραγματικό επιτόκιο τους, όπως υπολογίσθηκε παραπάνω, δεν είναι καθόλου «ληστρικοί». Ειδικά δε αν λάβουμε υπόψιν μας τα ακόλουθα:

(α) τα εχέγγυα που είχαν να παρουσιάσουν οι δανειζόμενοι, και ειδικότερα :

Οι επίδοξοι δανειολήπτες δεν ήταν καν ένα αναγνωρισμένο κράτος, αλλά ήταν απλώς οι εκπρόσωποι ενός επαναστατημένου έθνους οι οποίοι φιλοδοξούσαν να συγκροτηθούν εν καιρώ σε ένα κράτος, και οι οποίοι μετά από κάποιες αρχικές επιτυχίες είχαν μάλιστα αρχίσει να συγκρούονται μεταξύ τους, με τις συγκρούσεις να έχουν λάβει διαστάσεις εμφυλίου πολέμου. Παράλληλα, πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι το επαναστατημένο αυτό έθνος, η Οθωμανική αυτοκρατορία το αποκαλούσε «τρομοκράτες», ενώ η Ιερά Συμμαχία το έβλεπε αρνητικά και ως σοβαρή απειλή για την ειρήνη στην Ευρώπη.

(β) ότι το επίπεδο των επιτοκίων εκείνη την εποχή ήταν διεθνώς ψηλότερο από σήμερα, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι το «ασφαλές επιτόκιο» ήταν στο 5%, ενώ σήμερα είναι περίπου στα μισά αυτής της τιμής, το ίδιο δε προκύπτει και από άλλα στοιχεία. Επομένως το (πραγματικό) επιτόκιο της τάξεως του 9,5%, με το οποίο επιβαρυνόταν η χώρα μας, αντιστοιχεί σε ένα επιτόκιο της τάξεως του 5,5% – 6% με τα σημερινά δεδομένα. Οι όροι αυτοί είναι πολύ ευνοϊκοί, τουλάχιστον σύμφωνα με αυτά που ισχύουν σήμερα, και μάλιστα όταν πρόκειται για 36-ετή ομόλογα.

Η καλύτερη όμως απόδειξη ότι τα δάνεια αυτά όχι μόνο επαχθή δεν ήταν, αλλά το αντίθετο, είναι η εξής : ένας από τους όρους του δεύτερου δανείου ήταν να προεξοφληθούν ομόλογα του πρώτου δανείου συνολικής ονομαστικής αξίας 250.000 λιρών, όπως αναφέραμε παραπάνω.

Αυτό έγινε, και το αντίτιμο της εξαγοράς ήταν σε πρώτη φάση 113.200 λίρες, δηλαδή 45.3 λίρες για κάθε ομόλογο ονομαστικής αξίας 100 λιρών.

Ανεξάρτητα από το εάν η εξαγορά αυτή ήταν σκόπιμη ή όχι, διαπιστώνουμε ότι ένα χρόνο μετά από την έκδοση τους, η τιμή των ομολόγων του πρώτου δανείου στην ελεύθερη (ή δευτερογενή) αγορά είχε πέσει από 59 λίρες στις 45,4 λίρες (είχαν δηλαδή υποτιμηθεί κατά 23%) και αντίστοιχα η «απόδοση» των ομολόγων από 9,5% είχε ανέβει στο 11,9%.

Άρα οι «αγορές» είχαν κρίνει ότι τα ελληνικά ομόλογα ήταν υπερτιμημένα, και ότι η πραγματική τους αξία, η ανταποκρινόμενη στο ρίσκο που παρουσίαζαν τα ομόλογα αυτά, ήταν 45.4 λίρες και όχι 59.

Επομένως οι ζημιωμένοι από το πρώτο δάνειο ήταν οι δανειστές, δηλαδή οι αρχικοί αγοραστές των ομολογιών, και όχι οι δανειζόμενοι. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι πραγματικοί δανειστές μας δεν ήταν οι «κακοί» τραπεζίτες, οι οποίοι είναι λογικό να ήθελαν να βγάλουν κάποια προμήθεια, αλλά οι ομολογιούχοι που κατά μεγάλο μέρος ήταν φιλέλληνες (και μάλιστα οι περισσότεροι απλοί πολίτες), που ήθελαν να βοηθήσουν τους επαναστατημένους Έλληνες και να τιμήσουν την μνήμη και τον αγώνα του Λόρδου Βύρωνος.

Λόρδος Βύρων. Πορτραίτο 19ου αιώνα. Λάδι σε καμβά. Συλλογή ΕΕΦ.

Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι όλα τα δάνεια που έλαβαν χώρες της Λατινικής Αμερικής από Αγγλικές τράπεζες την περίοδο 1822 έως 1825, είχαν αντίστοιχη δομή με τα Ελληνικά δάνεια. Σε γενικές γραμμές, εάν λάβει κανείς υπόψη του όλα τα δεδομένα, τα δάνεια προς την Ελλάδα είχαν καλύτερους όρους. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι όλα τα δάνεια (με εξαίρεση το πρώτο δάνειο που έλαβε το Μεξικό) είχαν αρχικό επιτόκιο 6%, αντί του 5% που είχε η Ελλάδα και μεγάλες προμήθειες.

Για παράδειγμα, για το πρώτο δάνειο αρχικής αξίας £ 3.200.000 που έλαβε το Μεξικό από την τράπεζα B.A. Goldsmith & Co, το 1824 ίσχυαν τα εξής. Η τιμή για την αγορά ενός ομολόγου £100, ήταν £58. Το επιτόκιο ήταν 5%. Από την πώληση εισπράχθηκαν £1.850.000. Από αυτά όμως αφαιρέθηκαν προμήθειες £750,000. Έτσι το Μεξικό έλαβε εν τέλει £1.100.000. Η σύγκριση με τους όρους του Ελληνικού δανείου είναι καθαρή. Να υπενθυμίσουμε ότι μετά την επανάσταση που ξεκίνησε το 1810, το Μεξικό ήταν ήδη από τις 24 Αυγούστου 1821, ανεξάρτητο κράτος.

Το τελικό συμπέρασμα που προκύπτει, είναι ότι τα περίφημα δάνεια της Αγγλίας δεν ήταν καθόλου ληστρικά, και αυτοί που τα διαπραγματεύθηκαν δεν ήταν ούτε προδότες, ούτε ανόητοι. Φαίνεται δε ότι είχαν τη βοήθεια άξιων οικονομικών συμβούλων.

Μπορεί η μετέπειτα διαχείριση των δανεικών να μην ήταν η ενδεδειγμένη, και όπως φαίνεται, συνέβησαν διάφορα παρατράγουδα, όμως τα ίδια τα δάνεια είχαν συναφθεί με πολύ λογικούς όρους, αν λάβουμε υπόψιν όλες τις παραμέτρους.

Το πρόβλημα με τα δάνεια αυτά δεν ήταν οι όροι τους, που κάθε άλλο παρά σκληροί ήταν, αλλά η αδυναμία της χώρας μας πρώτα να τα αξιοποιήσει υπέρ του αγώνα της, και στη συνέχεια να τα εξυπηρετήσει στα χρόνια που ακολούθησαν, έστω και με αυτούς τους αντικειμενικά ευνοϊκούς για αυτήν όρους.

Αξίζει όμως να σημειώσουμε και μερικές άλλες παραμέτρους σχετικές με τα δάνεια. Πέραν της οικονομικής πτυχής, τα δάνεια αποτελούσαν τις ισχυρότερες πολιτικές πράξεις επίσημης αναγνώρισης των Ελλήνων και της προοπτικής τους να συστήσουν στο μέλλον ανεξάρτητο κράτος.

Η σύναψη των δανείων έγινε εφικτή όταν ανέλαβε Υπουργός Εξωτερικών στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο μεγάλος Βρετανός πολιτικός και φιλέλλην, George Canning.

Πορτραίτο του George Canning, του Thomas Lawrence, Συλλογή ΕΕΦ.

Σταυρός του Σωτήρος, το μετάλλιο που απένειμε ο Οθων to 1838, στον γιό του George Canning, Charles John Canning, Συλλογή ΕΕΦ.

Ο Canning άλλαξε δραστικά την πολιτική του προκατόχου του, του Castlereagh. Αναγνώρισε στην Ελλάδα καθεστώς εμπόλεμης χώρας και άναψε το πράσινο φως στο City του Λονδίνου για τη σύναψη των δανείων.

Gazette de France 10/3/1827. «Ο George Canning έστειλε ένα νέο επίσημο υπόμνημα στον σουλτάνο για την ειρήνευση στην Ελλάδα. Ζήτησε την άμεση παύση των εχθροπραξιών στη ξηρά και τη θάλασσα και διαπραγματεύσεις για μια διπλωματική λύση στο ελληνικό πρόβλημα. Φαίνεται ότι η Αγγλία και η Ρωσία θα έκαναν οτιδήποτε για να σταματήσουν τον πόλεμο». Συλλογή ΕΕΦ.

Ακόμη όμως και εάν οι Έλληνες είχαν κάνει την καλύτερη δυνατή χρήση των δανείων, η ιστορία απέδειξε ότι η απελευθέρωση της Ελλάδος χρειάστηκε την Ναυμαχία στο Ναβαρίνο.

Thomas Whitcombe κύκλος, η ναυμαχία στο Ναβαρίνο, 20 Οκτωβρίου 1827, Συλλογή ΕΕΦ.

Στην Ναυμαχία αυτή έλαβαν μέρος 29 από τα καλύτερα πλοία των τριών συμμάχων με το πλέον έμπειρο προσωπικό και διοικητή τον σπουδαίο Βρετανό Ναύαρχο Codrington, που διέλυσαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο των 90 πλοίων.

Ο Ναύαρχος Codrington, Συλλογή ΕΕΦ.

Παρόλα αυτά όμως, για να πεισθεί ο Ιμπραήμ να αποχωρήσει από την Ελλάδα, χρειάσθηκαν άλλοι 10 μήνες και η παρουσία τακτικού στρατού 15.000 ανδρών υπό τον Στρατηγό Maison. Και παράλληλα, σκληρές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ναυάρχου Codrington και των Αιγυπτίων που κατέληξαν σε συμφωνία μόλις τον Ιούλιο του 1828.

Έχει υπολογίσει ποτέ κανείς την αξία της στήριξης αυτής που έλαβε η Ελλάδα από τους συμμάχους της, με πρώτο το Ηνωμένο Βασίλειο; Πόσα δάνεια ακόμη θα έπρεπε να λάβει η Ελλάδα και ποιο φόρο σε αίμα θα έπρεπε να καταβάλει μόνη της για να αποκτήσει την ελευθερία της;

Εάν συνυπολογισθούν όλα αυτά, τότε μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω δάνεια της ανεξαρτησίας ήταν σχεδόν χαριστικά, και ότι η βοήθεια και η υποστήριξη που εν τέλει έλαβε η Ελλάδα ήταν τότε, όπως είναι και σήμερα, πρωτοφανής στα διεθνή χρονικά.

Την βοήθεια αυτή την οφείλουμε στον φιλελληνισμό, στον θαυμασμό του δυτικού κόσμου προς τον Ελληνικό πολιτισμό και την κληρονομιά μας, την οποία ακτινοβολούν διαμέσου των αιώνων τα μάρμαρα της Ακρόπολης των Αθηνών.

Βιβλιογραφία :

  • Ανδρεάδης Ανδρέας, Ιστορία των εθνικών δανείων, Αθήνα 1904

Του Αθ. Χ. Παπανδρόπουλου

Συμφωνώ απολύτως με τον καθηγητή της Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ κ. Τάκη Τζαμαλίκο, ότι η ολοσχερής αποτίναξη από τους Έλληνες προσωκρατικούς της δεισιδαιμονίας και η απώτερή τους αγνόηση των μυθολογικών ερμηνειών του κόσμου και της μυθολογικής σκέψης σκιαγραφεί μια βαθιά πνευματική απελευθέρωση, μέσω της οποίας διαμορφώθηκε, τότε, η ελληνική τάση για ελευθερία. Υπό αυτή την έννοια, κορυφαίο στοιχείο του ελληνισμού και υπόβαθρό του υπήρξε σε μια δεδομένη εποχή η ελευθερία. Η περίοδος των προσωκρατικών, έτσι, συνιστά μιαν απελευθέρωση η οποία λειτούργησε ως ψυχική και πνευματική αφετηρία για την κατοπινή, κορυφαία και ολοκληρωμένη έκφανση του ελληνισμού.

Κύριο δε στοιχείο αυτής της αφετηρίας είναι η διαύγεια, η οποία σε κάποια ιστορική φάση εξαφανίζεται από τον ορίζοντα των Ελλήνων. Μαζί της όμως εξαφανίζεται και ο ελληνισμός. Εξαφανίζεται αυτή η σημαντική ιδιότητα του ανθρώπου να επεμβαίνει αποφασιστικά στον κόσμο διά του ορθού λόγου, ο οποίος παρατίθεται στον μύθο. Είναι γνωστό ότι έως την εμφάνιση του ελληνισμού, ο μύθος εδέσποζε παγκοσμίως – σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Αλλά ο λόγος δεν αντιπαρατάσσεται στον μύθο, πολύ δε περισσότερο: δεν τον καταργεί. Αλλά, για πρώτη φορά, ο λόγος αναδύεται ως κάτι το αυθύπαρκτο· κάτι που διαθέτει δική του εσωτερική δυναμική και δεν στηρίζεται στα δημώδη ή επίσημα μυθολογήματα. Η πρώτη διερώτηση τότε είχε ως αντικείμενο τον κόσμο και το σύνολο των μεταβολών που συντελούνται εντός αυτού· δηλαδή αυτό που καλείται «φύση». Βεβαίως, ερμηνείες για τη φύση έδιδαν όλοι οι πολιτισμοί· αλλά ήταν όλες ερμηνείες μυθολογικής υφής. Κυκλοφορούσαν παντού μυθολογικά ποιήματα για την κοσμογονία, αλλά όλα είχαν τα τυπικά χαρακτηριστικά του μύθου· την έλλειψη εσωτερικής τάξεως, την έλλειψη λογικού ειρμού και λογικής συνέπειας, τη θολότητα και το ημίφως, μέσα στα οποία κινούνται τα αφηγούμενα. Ο μύθος απαιτεί ακροατή – ουδέποτε συζητητή· διότι δεν αντέχει σε οποιασδήποτε μορφής διαλεκτική.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, για πρώτη φορά συντελείται μια παρθενογένεση, η οποία έμελλε να αλλάξει και την πορεία του τότε γνωστού κόσμου. Η πορεία αλλά και η υφή του τελευταίου δεν ερμηνεύεται μυθολογικά, αλλά μέσω της εγκατάστασης μιας σχέσης αιτίου και αποτελέσματος. Πραγματοποιείται έτσι η μεγάλη επανάσταση της δημοκρατίας, με τον Έλληνα να συλλαμβάνει μια λογική αρχή και δι’ αυτής να υποτάσσει τον κόσμο.

Μέσα, λοιπόν, από αυτήν την εξέλιξη της ιστορίας του πνεύματος και του πολιτισμού, η λογική καθαρότητα υποστηρίζει ο καθηγητής Παν. Τζαμαλίκας, διαφορίζει πλέον θεμελιακά την ατμόσφαιρα της εποχής από το δεισιδαιμονικό κλίμα μέσα στο οποίο κινήθηκαν και αναπτύχθηκαν άλλοι πολιτισμοί της εποχής εκείνης.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνευματικό περιβάλλον, η ελευθερία δεν αποτελεί απλώς μια τάση του πνεύματος. Ήταν και τρόπος ύπαρξης που διέφερε αρκετά από τους αντίστοιχους άλλους εκείνης της εποχής. Η διαφορά αυτή δεν προέκυψε από το πλάτος των συμβατικών γνώσεων που διέθεταν οι Έλληνες· ούτε από τον βαθμό δυνατότητας που είχε ο άνθρωπος να επηρεάσει ή να τιθασεύσει τις δυνάμεις της φύσεως. Αυτά τα διέθεταν και άλλοι λαοί εκείνης της περιόδου. Η κύρια ποιοτική διαφορά του ελληνισμού, από τους άλλους τρόπους υπάρξεως, ήταν εκείνη η ιδιάζουσα πνευματική ηρεμία κατά τη θεώρηση του κόσμου· ο αδέσμευτος από κάθε δεισιδαιμονία νους, ο οποίος απλώθηκε με ελευθερία – κάποτε δε και με ελευθεριότητα. Ιδού, λοιπόν, θεμελιώδη στοιχεία της ουσίας του ελληνισμού: Το κλίμα διαύγειας, μέσα το οποίο κινείται· η λογική σκέψη, που εκπτύσσεται ελεύθερα και υπακούει μόνο στους λογικούς περιορισμούς που η ίδια θέτει στον εαυτό της, ως υπαγορευόμενους από την ίδια της τη φύση.

Έτσι η γνώση εντός του ελληνισμού έχει άλλη σημασία, έστω κι αν αυτή η γνώση απαντάται και αλλού – εκτός αυτού. Οι ίδιες γνώσεις που σε άλλους πολιτισμούς ήταν κτήμα ιερέων και εκρατούντο ζηλότυπα μυστικές, στον ελληνισμό ήταν κτήμα των λογοκρατούμενων φυσιοκρατών και ανεπτύσσοντο σε ευρύτερους κύκλους. Αλλά και αυτό τούτο το οικοδόμημα της γνώσης στον ελληνισμό ήταν ριζικά διαφορετικό: Ο ιερέας της Αιγύπτου ήξερε να μετρήσει – και μάλιστα με κάποιαν ακρίβεια· αλλά δεν είχε συλλάβει την έννοια του «μεγέθους». Ο ίδιος είχε κάποιες ημερολογιακές γνώσεις, αλλά δεν ήταν σε θέση να συλλάβει ή να δημιουργήσει την έννοια του «χρόνου». Μετρούσε όγκους, αλλά αγνοούσε την έννοια του «όγκου». Ή του «χώρου», ή της «δυνάμεως», ή του «είναι», ή του «γίγνεσθαι» κ.ο.κ. Παρά το ότι είναι δύσκολο να το συλλάβει κάποιος σήμερα, οι άλλοι πολιτισμοί εκινούντο σε ένα ριζικά διάφορο κλίμα. Οι γνώσεις τους είχαν μια «πρακτικότητα», αλλά δεν είχαν διανοητικές προεκτάσεις· δεν προέκυπταν από κάποια αφηρημένη σύλληψη, από κάποια θεωρία· η απουσία του λόγου καθιστούσε αδύνατη τη δημιουργία ενός θεωρητικού οικοδομήματος και την ανάπτυξη της αφηρημένης σκέψης διά των εννοιών (τις οποίες έννοιες ούτε καν υποψιάζοντο). Και τούτο, διότι ακόμη και η ελάχιστη διεργασία του πνεύματος ήταν αιχμάλωτη της δεισιδαιμονίας. Αντίθετα, οι Έλληνες δεν αρκέστηκαν στο ορατό· αλλά επεζήτησαν τη γνώση και του αόρατου, το οποίο «σημαίνεται» διά του ορατού.

Από την αφετηρία αυτή, θα γράψουν στον 20ό αιώνα οι Φίρκαν Μπεκιτέλ και Έντγκαρ Μαράν, ξεκινά και η ανάπτυξη του δυτικού τρόπου σκέψης και η παραγωγή πλούτου που έμελλε να αλλάξει και τη μοίρα του ανθρώπου.

Ερώτημα: η αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού είχε κάποια σχέση με τον ελληνισμό;

Γιόχαν Γιοάχιμ Βίνκελμαν (1717 – 1768), Γερμανός θεολόγος, Ελληνιστής και επιφανής αρχαιογνώστης. Πατέρας της κλασικής αρχαιολογίας.

Κωνσταντίνος Πολιάς

Η πρώτη πτυχή της φιλελληνικής διάστασης της φιλοσοφίας και της διανόησης στην Ευρώπη κατά το 18ο και 19ο αιώνα έχει να κάνει με τη σχεδόν καθολική αναγνώριση, στην παράδοση του ανθρωπισμού, της αρχαίας Ελλάδας ως πολιτισμικού ιδεώδους θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα της ευρωπαϊκής ή δυτικής νεωτερικότητας. Μια τέτοια πτυχή δεν αποτελεί φιλελληνισμό με τη στενή έννοια της υποστήριξης από αλλοεθνείς της απελευθέρωσης της νεωτερικής Ελλάδας από την τουρκική υποδούλωση, ιδίως κατά την επανάσταση του 1821. Είναι, όμως, ακριβώς αυτή η πτυχή[1], η οποία εδραιώθηκε κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, παράλληλα με την έναρξη της αναγέννησης της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων,  που καλλιέργησε σε μεγάλο βαθμό το έδαφος για τη δικαιολόγηση του φιλελληνισμού με τη στενή έννοια με βάση το επιχείρημα της πολιτισμικής οφειλής της Ευρώπης ή της Δύσης στην αρχαία Ελλάδα. Όπως σημειώνει ο Τέρενς Σπένσερ, ο φιλελληνισμός «προερχόταν από μια κλασική μεροληψία υπέρ των υποτιθέμενων απογόνων των αρχαίων παγανιστών Ελλήνων και ενέπνεε την ιδέα ότι υπήρχε μια επείγουσα ηθική υποχρέωση για την Ευρώπη να αποκαταστήσει την ελευθερία της Ελλάδας ως ένα είδος πληρωμής για τον πολιτισμό που η Ελλάδα έδωσε κάποτε στον κόσμο.»[2]

Εμβληματικό για την αναγνώριση της αρχαίας Ελλάδας ως ιδεώδους της Ευρώπης ή της Δύσης που έλαβε τη μορφή μιας «Γραικομανίας» ή «Ελληνομανίας»[3] είναι το έργο του Γερμανού κλασικιστή, ιστορικού και θεωρητικού της τέχνης Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν, το οποίο άσκησε μεγάλη επίδραση στη φιλοσοφία και διανόηση, για παράδειγμα στους Χέρντερ, Kαντ, Γκαίτε και Σίλερ, αλλά και γενικότερα στη γερμανική ιδεαλιστική και ρομαντική φιλοσοφία και διανόηση. Στο έργο του Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και γλυπτική του 1755, ο Βίνκελμαν υποστηρίζει ότι ο «μοναδικός τρόπος για εμάς να γίνουμε μεγάλοι κι επιπλέον, αν αυτό είναι δυνατό, αμίμητοι, είναι η μίμηση των αρχαίων κι αυτό που είπε κάποιος για τον Όμηρο, ότι μαθαίνει να τον θαυμάζει εκείνος που μαθαίνει να τον κατανοεί, ισχύει επίσης για τα έργα των αρχαίων, ιδιαιτέρως των Ελλήνων.»[4]

Επιπλέον στο έργο του Ιστορία της τέχνης της αρχαιότητας του 1764 o Βίνκελμαν αναφέρει ως λόγο που τα έργα των αρχαίων Ελλήνων έχουν το προβάδισμα από τα έργα άλλων λαών να αποτελέσουν το αξιομίμητο ιδεώδες της τέχνης, την πολιτική ελευθερία που χαρακτήριζε την πολιτική συγκρότηση και διακυβέρνησή τους (με απόγειο την αθηναϊκή δημοκρατία) και διαμόρφωσε τη νοοτροπία των ανθρώπων.[5] Με όμοιο τρόπο δίνει ο Ελβέτιος  το 1758 στο έργο Περί του πνεύματος (De l’ ésprit) απάντηση στο ερώτημα γιατί διαφέρουν οι σύγχρονοι Έλληνες από τους αρχαίους, επισημαίνοντας τη διαφορά στη μορφή ή στο πνεύμα της διακυβέρνησής τους που διαμορφώνει το «πνεύμα των εθνών».[6] 

To έργο του Βίνκελμαν είναι μια βασική πηγή της καλλιέργειας του εδάφους, πάνω στο οποίο ο Βολταίρος συνέγραψε, εκφράζοντας πλέον το φιλελληνισμό με τη στενή έννοια, την Πινδαρική Ωδή επ’ αφορμής του παρόντος πολέμου, με αφορμή την εξέγερση των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων το 1770 στο πλαίσιο του ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1768-1774. Εκεί η Αθηνά Παλλάδα εκφράζει τις ελπίδες του για την έκβασή της:

Θέλω να αναστήσω την Αθήνα,/ Ο Όμηρος να τραγουδήσει τις μάχες σας/

Εκατό φωνές σαν του Δημοσθένη/ Nα αναζωογονήσουν τις καρδιές και τα μπράτσα σας/

Βγείτε έξω, αναγεννηθείτε, αγαπημένες τέχνες,/ Από αυτά τα αξιοθρήνητα ερείπια,/

Που σας κρύβουν κάτω από τα συντρίμμια τους·/ Ξαναπάρτε την αρχαία λάμψη σας.[7]

Όπως επισημαίνει ο Ντέιβιντ Ρέσελ, η ανεξαρτησία της σύγχρονης Ελλάδας δεν αποτελεί εδώ «αυτοσκοπό, αλλά μάλλον πρελούδιο στην αναγέννηση της «Ελλάδας» που αποτελεί ένα καλλιτεχνικό, πνευματικό και/ή πολιτικό ιδεώδες», ενώ σύμφωνα με την Όλγα Αυγουστίνος, η απελευθέρωση δε σήμαινε «τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης Ελλάδας, αλλά τη νίκη του Λόγου και των ανθρώπινων δικαιωμάτων».[8] Αυτό το έδαφος της πολιτιστικής κληρονομιάς της αρχαίας Ελλάδας αποτελεί την ερμηνεία και της εμβληματικής φράσης του Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ «Είμαστε όλοι Έλληνες» στον πρόλογο του λυρικού δράματος Ελλάς, που προβλέπει την επιτυχία της εξέγερσης των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων το 1821 και δημοσιεύτηκε το 1822.[9]

Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ. Ελλάς, ένα λυρικό δράμα. Λονδίνο 1822. Συλλογή ΕΕΦ.

Όπως διευκρινίζει ο Σέλλεϋ: «Οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, η θρησκεία μας, οι τέχνες μας, έχουν τη ρίζα τους στην Ελλάδα.»[10] Η άλλη σημασία της φράσης αυτής που ο Ρέσελ αποδίδει και στο ποίημα του Βολταίρου, είναι ότι η απελευθέρωση των Ελλήνων αποτελεί (λόγω και της πολιτιστικής κληρονομιάς) απελευθέρωση και των ίδιων.[11] Κρίσιμο είναι εδώ το ιδεώδες της πολιτικής ελευθερίας των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και της πραγμάτωσης της απελευθέρωσης των σύγχρονων Ελλήνων σε συνθήκες που βιώνονταν ευρύτερα ως ανελεύθερες και για τους ίδιους στις χώρες τους.

Με την ελληνική εξέγερση του 1770 συνδέεται το μυθιστόρημα Υπερίων ή ο ερημίτης στην Ελλάδα του Χαίλντερλιν που δημοσιεύτηκε το 1797. Ο ήρωας Υπερίων είναι ένας σύγχρονος Έλληνας πατριώτης που επιστρέφει στην Ελλάδα: «Η αγαπημένη γη της πατρίδας μού ξαναδίνει χαρά και πόνο», ξεκινά το μυθιστόρημα[12]. Το δίπολο χαράς και πόνου ακολουθεί το δίπολο της σπινοζικής εσωστρεφούς «φύσης» και του καντιανού εξωστρεφούς «προορισμού του ανθρώπου» (ελευθερία) κατά χαρακτηριστικό για τον πρώιμο ρομαντισμό τρόπο. Έτσι στη συνέχεια, αφού υμνήσει τη φυσική ομορφιά της «ιερής γης»[13], θα αναρωτηθεί: «Αλλά τι να μου κάνει αυτό; Το ουρλιαχτό του τσακαλιού που ανάμεσα σε σωρούς αρχαίες πέτρες αλυχτάει το άγριο νεκρικό του τραγούδι, με βγάζει με τη φοβέρα του απ‘ το όνειρο.» Και συνεχίζει κάνοντας φανερό το ενδιαφέρον του για τη σύγχρονη σκλαβωμένη Ελλάδα: «Μακάριος ο άνδρας που μια ανθισμένη πατρίδα δίνει στην καρδιά του χαρά και δύναμη! Νιώθω σαν να με ρίχνουνε σε βάλτο, σαν να κλείνουν πάνω μου το φέρετρο, όταν μου θυμίζουν τη δική μου πατρίδα και όταν με αποκαλεί κανείς Έλληνα νιώθω πάντα σαν να μου σφίγγουν το λαιμό με τη λαιμαριά του σκύλου.»[14]  Στη συνέχεια ο Υπερίων παίρνει μέρος με ενθουσιασμό στο εν τέλει αποτυχημένο απελευθερωτικό κίνημα των Ελλήνων που παραπέμπει στην εξέγερση του 1770 στο πλαίσιο του ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1768-1774.[15]   O Yπερίων επιστρέφει στην Γερμανία και τη «φύση»[16], αλλά το μυθιστόρημα κλείνει με τη χαρακτηριστική φράση «Προσεχώς περισσότερα»[17], υπονοώντας τον άλλο πόλο του «προορισμού του ανθρώπου» ή της ελευθερίας.

Hyperion oder der Eremit in Griechenland. Δεύτερη έκδοση του 1822. Συλλογή ΕΕΦ. Το 50% των εσόδων από τις πωλήσεις είχε ως προορισμό την ενίσχυση φιλελληνικών οργανώσεων στην Γερμανία.

Μόλις έγινε γνωστό το επαναστατικό κίνημά των Ελλήνων στην Μολδοβλαχία το Φεβρουάριο του 1821 με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο πρώτος που αντέδρασε στην Γερμανία, καλώντας σε υποστήριξη της επανάστασης ήταν ο καντιανός καθηγητής φιλοσοφίας Βίλχελμ Τράουγκοτ Κρουγκ από την Λειψία.

Λιθογραφία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη με αναφορά Ypsilanti αρχηγός των Ελλήνων (Γερμανία, αρχές δεκαετίας 1820). Συλλογή ΕΕΦ.

Πίπα με παράσταση του Αλέξανδρου Υψηλάντη με Ιερολοχίτες (Γερμανία, αρχές δεκαετίας 1820) η παράσταση ανάγλυφη, επιγραφές στις δυο πλευρές: Ypsilanti και Hetäristen, κεραμικό με μεταλλικά στοιχεία. Συλλογή ΕΕΦ.

Τον Απρίλιο εκφώνησε την Κυριακή των Βαΐων, βρίσκοντας ενθουσιώδη αντίδραση από το κοινό[18], λόγο με τίτλο Η αναγέννηση της Ελλάδας. Ένα πρόγραμμα για την εορτή της Ανάστασης, ο οποίος δημοσιεύθηκε στη συνέχεια με αφιέρωση σε τρεις Έλληνες φοιτητές του[19]. Σε συμφωνία με τη σύνδεση μεταξύ αναγέννησης της Ελλάδας και Ανάστασης που δηλώνει και ο πρόλογος με όρους καντιανού «προορισμού» του ανθρώπου (ελευθερίας)[20], ο Κρουγκ ξεκινά το λόγο του από την έννοια της «χριστιανικής πολιτικής»[21]. Συμπληρώνει έτσι το άλλο βασικό στοιχείο της φιλελληνικής (με τη στενή έννοια) επιχειρηματολογίας, πέραν του χρέους για την πολιτισμική κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας[22], δηλαδή, την κοινότητα της χριστιανικής πίστης. ««Η χριστιανική πολιτική» […] έχει εξωτερικά να πολεμήσει με τη μη χριστιανική».[23]  Ο Κρουγκ χρησιμοποιεί ακόμη για πρώτη φορά το επιχείρημα της παράνομης «κυριαρχίας των Τούρκων», καθώς αυτή αποκτήθηκε ενάντια στο διεθνές δίκαιο με επιθετικό πόλεμο, ενώ επιπλέον επικαλείται και το λοκιανό επιχείρημα ότι η τουρκική εξουσία λειτουργεί με όρους αυθαιρεσίας.[24] Από τον Κρουγκ προέρχεται, επίσης, τον Αύγουστο του 1821 το πρώτο κάλεσμα ίδρυσης συλλόγων υποστήριξης των επαναστατημένων Ελλήνων, γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις προκάλεσε την αντίδραση των αρχών.[25] Το κάλεσμα του Κρουγκ βρήκε μεγάλη απήχηση και ιδρύθηκαν αρκετοί σύλλογοι.[26]

Τέσσερις μήνες μετά την επανάσταση ενεργοποιήθηκε στο Μόναχο στην ίδια κατεύθυνση ο καθηγητής φιλολογίας Φρήντριχ Τιρς, δημοσιεύοντας μια σειρά από άρθρα στην Allgemeine Zeitung.[27] Και ο Τιρς χρησιμοποιεί, όπως κι ο Κρουγκ, τα δύο βασικά επιχειρήματα δικαιολόγησης του φιλελληνισμού (με τη στενή έννοια), το χρέος για την πολιτισμική κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας και την κοινότητα της χριστιανικής πίστης.[28] Επιπλέον ο Τιρς προώθησε το τολμηρό σχέδιο της συγκρότησης κι αποστολής στην Ελλάδα μιας ”γερμανικής λεγεώνας” για να ενισχύσει τους επαναστατημένους Έλληνες.[29]

Ο Τιρς είχε δώσει ήδη το 1812 ενώπιον της Ακαδημίας των Επιστημών του Μονάχου διάλεξη για την αναγέννηση της Ελλάδας βασισμένος σ΄ αναφορές από την Ελλάδα.[30] Στο επίκεντρο βρίσκονταν οι προσπάθειες του Ελληνισμού για τη δημιουργία εθνικής ταυτότητας πολιτιστικής και πολιτικής[31] και ιδίως τα εκπαιδευτικά ιδρύματα κι οι αναδυόμενες επιστήμες[32]. Το 1814 έγινε στη Βιέννη μέλος της Φιλόμουσου Εταιρείας και γνώρισε τον Καποδίστρια. Συνάντησε, επίσης, τον μητροπολίτη Ιγνάτιο και τον αρχιμανδρίτη Άνθιμο Γαζή, εκδότη του Ερμής ο Λόγιος, και έμαθε από αυτούς για την Ελλάδα και τα σχέδια για την απελευθέρωση.[33] Ως μέλος της Ακαδημίας φρόντισε να γίνουν δεκτά ως αντεπιστέλλοντα μέλη γνωστοί λόγιοι Έλληνες, όπως ο Κοραής, ο Γαζής κι ο Μουστοξύδης[34], αλλά και για την άμεση στήριξη ελληνικών σχολείων στην οθωμανική επικράτεια[35].  Καθώς η Φιλόμουσος Εταιρεία έστελνε νέους Έλληνες με υποτροφία για σπουδές στην Γερμανία, ο Τιρς υλοποίησε το 1815 με έδρα το σπίτι του την ιδέα ενός ειδικού εκπαιδευτικού ινστιτούτου με το όνομα Αθήναιον [Athenäum] που θα τους προετοίμαζε για τις σπουδές.[36] Από τους μαθητές έμαθε να μιλά τη νέα ελληνική γλώσσα σε άριστο επίπεδο.[37] Η δράση του, τόσο στην πρώτη αυτή φάση, όσο και μετά την επανάσταση του 1821 προκάλεσε την αντίδραση της Αυστρίας που μετά την επανάσταση του 1821 τον έθεσε υπό παρακολούθηση[38]. Ιδίως ως προς το ζήτημα της «γερμανικής λεγεώνας» παρενέβη ο ίδιος ο Μέτερνιχ κι έτσι ο Τιρς αναγκάστηκε να απαρνηθεί την ιδέα αυτή δημόσια.[39]

Αργότερα μετά από διετή παραμονή στην Ελλάδα το 1831-1832, οπότε και διαδραμάτισε διαμεσολαβητικό ρόλο στις εμφύλιες διενέξεις μετά τον θάνατο του Καποδίστρια, ο Τιρς εξέδωσε στην Λειψία δίτομο βιβλίο στα γαλλικά με τίτλο Η Ελλάδα του Καποδίστρια. Η παρούσα κατάσταση της Ελλάδος (1828-1833) και τα μέσα για να επιτευχθεί η ανοικοδόμησή της, όπου μεταξύ άλλων παραινεί τους Έλληνες να ακολουθήσουν γραμμή ουδετερότητας στην εξωτερική πολιτική.[40]

Αξιοσημείωτη είναι η απόφαση του Γκαίτε να συμπεριλάβει 6 δημοτικά ή κλέφτικά τραγούδια σ’ ένα τεύχος του περιοδικού του Über Kunst und Altertum του 1823, πριν, δηλαδή, την έκδοση της περίφημης συλλογής δημοτικών τραγουδιών του Κλωντ Φωριέλ.[41]

FAURIEL (C.). Chants populaires de la Grèce moderne, 1824. Συλλογή ΕΕΦ.

Ακόμη κι αν η πρόθεσή του δεν ήταν να εκφράσει το φιλελληνισμό του με τη στενή έννοια, η κίνησή του να αναδείξει με όλη την αυθεντία του το νεοελληνικό δημοτικό τραγούδι, τον καθιστά, όπως παρατηρεί η Χρυσούλα Καμπά, «βασικό παράγοντα του λογοτεχνικού φιλελληνισμού».[42] Στο επόμενο τεύχος ο Γκαίτε δημοσίευσε το δημοτικό τραγούδι «Χάρος», σημειώνοντας την ιδιαίτερη εντύπωση που του έκανε το ποίημα σ’ όλες τις «ψυχικές δυνάμεις» και «ιδίως στη φαντασία· γιατί δεν υπήρχε κανείς που να μην ήθελε να το δει ως πίνακα ζωγραφικής»[43]:

Το τι ’ναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;/ Μην’ άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;/ Κι ουδ’ άνεμος τα πολεμά κι ουδέ βροχή τα δέρνει·/ Μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμμένους,/ Σέρνει τους νέους απ’ ομπροστά, τους γέροντες κατόπι/ Και τα μικρά παιδόπουλα στη σελλ’ αργαβιασμένα./ Παρακαλούν οι γέροντες κ’ οι νέοι γονατίζουν·/ «Χάρε μ’, για κόνεψε σ’ χωριό, κόνεψε σ’ κρύα βρύση,/ Να πιουν οι γέροντες νερό κ’ οι νέοι να λιθαρίσουν/ Και τα μικρά  παιδόπουλα να μάσουν τα λουλούδια.»/ «Κι ουδε σ’ χωριό κονεύω ‘γω κι ουδέ σε κρύα βρύση/ Έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους/ Γνωρίζονται τ’ ανδρόγυνα, ξεχωρισμόν δεν έχει.»[44]

Ξεχωριστή θέση κατέχει ο φιλελληνισμός του Λόρδου Μπάυρον, την ποίηση του οποίου θαύμαζε ο Γκαίτε[45], καθώς είναι ένας διανοούμενος που συμμετείχε ο ίδιος από τον Ιανουάριο του 1824 στην Ελληνική Επανάσταση στο Μεσολόγγι ως επίτροπος του δανείου του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου[46] (μαζί  με τον συνταγματάρχη Στάνχοπ και τον Λάζαρο Κουντουριώτη), και μάλιστα πλήρωσε τη συμμετοχή αυτή με την ίδια του τη ζωή.

Λιθογραφία 19ου αιώνα με τον Λόρδο Μπάυρον. Συλλογή ΕΕΦ.

Στο Μεσολόγγι ο Μπάυρον συνεργάστηκε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο κι οργάνωσε στρατό Σουλιωτών και πυροβολικό με δικά του έξοδα.[47] Η σύνδεση του Μπάυρον με τον φιλελληνισμό προέρχεται από τις αναφορές της ποίησής του στην αρχαία και σύγχρονη Ελλάδα που είναι εμπνευσμένες από το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα από το 1809 ως το 1811. Το ταξίδι αυτό μνημονεύεται κυρίως στο δεύτερο άσμα του περίφημου έργου του Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ του 1812 που τον έκανε διάσημο και τον καθιέρωσε ως έναν από τους σπουδαιότερους ποιητές της Ευρώπης. Οι αναφορές αυτές χαρακτηρίζονται από το θαυμασμό για την αρχαία Ελλάδα και τα μνημεία της κι από προβληματισμό για την κατάσταση των σύγχρονων υπόδουλων Ελλήνων:

Ωραία Ελλάδα, θλιβερό λείψανο μεγαλείου!

Αθάνατη, κι αν όχι πια, μεγάλη, αν και πεσμένη!

Τα σκορπισμένα σου παιδιά ποιος θα τα οδηγήσει

Και τα μακροχρόνια δεσμά τώρα πια θα τα λύσει;[48]

Στον προβληματισμό αυτό ο Μπάυρον θα παρέμβει καλώντας τους Έλληνες να εξεγερθούν βασισμένοι στις δικές τους δυνάμεις, συνδεόμενος έτσι ως προς την πρόσληψή του από το κοινό σαφώς με το φιλελληνισμό με τη στενή έννοια, παρά τη γενικότερα επιφυλακτική του στάση ως προς τις δυνατότητες απελευθέρωσης[49]:

Σκλάβοι από μάνες και γονιούς, ε μάθετέ το, εκείνοι

Που ελεύθεροι θέλουν να ζουν μόνοι χτυπούν, κι αντρίκια

Κ’ έχουν βοήθεια τα όπλα τους τα τίμια και τα δίκια.[50]

Ο θάνατός του στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου 1824 από πυρετό κι αφαιμάξεις των γιατρών[51] ενίσχυσε σημαντικά το ενδιαφέρον για την ελληνική υπόθεση στη διεθνή κοινή γνώμη και έδωσε σημαντική ώθηση στο φιλελληνικό κίνημα διεθνώς.

Τον Οκτώβριο του 1823 το περιοδικό La Muse française, όργανο του ρομαντισμού υπό τη διεύθυνση του Βίκτωρ Ουγκώ δημοσίευσε ποίημα του ίδιου με φιλελληνικούς στίχους: «[…] παραδομένη στους τυράννους […]/ Η Ελλάδα δείχνει στους χριστιανούς βασιλιάδες το σταυρό της της σκλαβιάς!».[52] Εδώ συνδυάζεται η αγάπη για την ελευθερία με την κοινότητα της χριστιανικής πίστης.[53] Τον επόμενο χρόνο δημοσιεύθηκε εκεί κείμενο του Ουγκώ που εξυμνεί το θάνατο του μεγάλου ρομαντικού ποιητή Μπάυρον στο Μεσολόγγι.[54]

Βίκτωρ Ουγκώ. Λιθογραφία 19ου αιώνα. Συλλογή ΕΕΦ.

Σύμφωνα με τον Ουγκώ, όπως σημειώνει η Ταμπάκη-Ιωνά, ο θάνατός του τιμά το ρομαντισμό που «σ’ αντίθεση με τον κλασικισμό δεν αναφέρεται πια στους θεούς της αρχαιότητας, αλλά θαυμάζει τη μάχη των σύγχρονων Ελλήνων, πρωταγωνιστών των νέων Θερμοπυλών που έχουν γίνει σύμβολα του ηρωισμού.»[55]

Ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στο γαλλικό φιλελληνικό κίνημα είχε ο μεγάλος ρομαντικός συγγραφέας Φρανσουά Ρενέ ντε Σατωμπριάν, αν κι η στήριξη του στην επανάσταση του 1821 ήρθε σχετικά αργά.

Φρανσουά Ρενέ ντε Σατωμπριάν. Λιθογραφία 19ου αιώνα. Συλλογή ΕΕΦ.

Ήδη το 1807 μετά από ταξίδι του στην Ελλάδα δημοσίευσε στο περιοδικό Μercure de France κείμενα που αναφέρονται στην τυραννία της Ελλάδας από τους Τούρκους, ενώ το 1811 δημοσιεύθηκε το περίφημο Οδοιπορικό από το Παρίσι στα Ιεροσόλυμα, όπου με ακόμη πιο έντονο τρόπο «αντιπαραθέτει την ένδοξη γενιά της αρχαιότητας με τους Έλληνες που είδε να υποφέρουν από την τουρκική τυραννία.»[56] Το 1811 εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας[57], ενώ στη συνέχεια ασχολήθηκε με την πολιτική. Mάλιστα το 1816 εισηγείται στην Βουλή πρόταση για την κατάργηση της δουλείας χριστιανικών πληθυσμών που υπερψηφίστηκε κι αναφέρεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και τη διαγραφή της ντροπής στην Ευρώπη.

Φρανσουά Ρενέ ντε Σατωμπριάν. Εισήγηση στην Βουλή (1816). Συλλογή ΕΕΦ.

Όμως, το 1822 έγινε υπουργός εξωτερικών της Γαλλίας.[58] Η δέσμευσή του στην πολιτική της κυβέρνησής του δεν του επέτρεψε να παρέμβει υπέρ της ελληνικής υπόθεσης, αλλά μόλις έφυγε από την κυβέρνηση τον Ιούνιο 1824 και πέρασε στην αντιπολίτευση εντάχθηκε στο γαλλικό φιλελληνικό κίνημα.[59] Το 1825 δημοσίευσε το Yπόμνημα  για την Ελλάδα, όπου υποστηρίζει τη δυνατότητα απελευθέρωσης των Ελλήνων από την προοπτική της εξωτερικής πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων[60], ενώ  χρησιμοποιεί κι αυτός τα δύο προαναφερθέντα βασικά επιχειρήματα για τη δικαιολόγηση του φιλελληνισμού (με τη στενή έννοια)[61].

Φρανσουά Ρενέ ντε Σατωμπριάν. Yπόμνημα για την Ελλάδα (1826). Συλλογή ΕΕΦ.

Όπως είδαμε, πέραν της ευρείας επίδρασης στη φιλοσοφία και τη διανόηση της θέσης για το θεμελιώδη χαρακτήρα του ιδεώδους της αρχαίας Ελλάδας για την αυτοκατανόηση της Ευρώπης ή της Δύσης (φιλελληνισμός με την ευρεία έννοια), αρκετοί εκπρόσωποι της φιλοσοφίας και της διανόησης εξέφρασαν τη στήριξη τους στην Επανάσταση του 1821. Από την Γερμανία οι Κρουγκ και Τιρς, από την Αγγλία οι φίλοι Σέλλεϋ και Μπάυρον, αλλά κι ο φιλόσοφος Τζέρεμυ Μπένθαμ που ανταποκρίθηκε στην πρόταση της Ελληνικής κυβέρνησης το 1823 να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του για τον οργανικό νόμο της Επιδαύρου[62], από την Γαλλία ο Σατωμπριάν και ο Ουγκώ συνέβαλλαν κυρίως με τα γραπτά τους σημαντικά στο φιλελληνικό κίνημα με τη στενή έννοια και στην προσπάθεια για την απελευθέρωση από την τουρκική τυραννία και την αναγέννηση του ελληνικού έθνους, ο Μπάυρον μάλιστα πήρε ο ίδιος μέρος στην Επανάσταση. Τα βασικά επιχειρήματα ήταν το χρέος για την πολιτισμική κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας και η κοινότητα της χριστιανικής πίστης, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξε η αγάπη για την ελευθερία, ιδίως στην περίπτωση της απόφασης του Μπάυρον να συμμετάσχει ο ίδιος στην επανάσταση[63].

 

Υποσημειώσεις

[1][1] Όπως παρατηρεί η Λουκία Δρούλια η «αρχική σημασία του αρχαίου όρου φιλέλλην ήταν φίλος των Ελλήνων, θαυμαστής των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Αυτό ίσχυε και στην Αναγέννηση, όταν π.χ. ο Aldus Manutius απευθυνόταν στους προλόγους του στους “φιλέλληνες”, αυτούς που αγαπούσαν την αρχαία ελληνική λογοτεχνία.» Loukia Droulia,The Revival of the Greek Ideal and Philhellenism. A perambulation”, σε: M. Borowskiej, M. Kalinowskiej, J. Lawskiego (επμλ.), Filhellenizm w Polsce. Rekonesans, Warszawa 2007, 25-38, εδώ: 26.

[2][2] Παρατίθεται σύμφωνα με George Tolias, “The Resilience of Philhellenism, σε: The Historical Review, Section of Neohellenic Research, τόμος XIII (2016), 51-70, εδώ: 55.

[3][3] Evangelos Konstantinou, “Graecomania and Philhellenism”, σε: European History Online (2012), http://ieg-ego.eu/en/threads/models-and-stereotypes/graecomania-and-philhellenism.

[4][4] Johann Joachim Winckelmann, Gedanken über die Nachahmung der griechischen Werke in der Malerey und Bildhauerkunst, Dresden/Leipzig, 1756, 3.

[5][5] Johann Joachim Winckelmann, Geschichte der Kunst des Alterthums, Dresden 1764, 78, 128, 130.

[6][6] David Roessel, In Byron’s Shadow. Modern Greece in the English and American Imagination, Oxford/New York 2002, 23.

[7][7] Παρατίθεται σύμφωνα με Roessel, όπ. π., 14.

[8][8] Roessel, όπ. π., 14-15. Ο Ρέσελ αναφέρεται ακόμη στον Τζέρομ Μάκγκαν, ο οποίος υποστηρίζει ως προς τον Μπάυρον ότι το “Τσάιλντ Χάρολντ (1812) κυριαρχείται από την ιδέα της πολιτισμικής ανανέωσης στην Δύση”, κάτι που αφορά και την Ελλάδα ως «πολιτική οντότητα» με την έννοια του «’αντικειμενικού σύστοιχου’» αυτής της ιδέας (Roessel, όπ. π., 15).

[9][9] Roessel, όπ. π., 15. Ο Ρέσελ τονίζει το γεγονός ότι για τους Έλληνες διανοούμενους η υιοθέτηση του ιδεώδους της αρχαίας Ελλάδας αποτελούσε το μέσο για να πεισθεί η Δύση πως οι Έλληνες ανήκουν στους πολιτισμένους λαούς (Roessel, όπ. π., 16).

[10][10] Percy Bysshe Shelley, Hellas. A lyrical drama, London 1886, Preface, viii-ix.

[11][11] Roessel, οπ. π., 15.

[12][12] Φρήντριχ Χαίλντερλιν, Υπερίων ή ο ερημίτης στην Ελλάδα, μτφρ. Λαυρέντιος Γκέμερευ, Αθήνα 1982, 13.

[13][13] Χαίλντερλιν, όπ. π., 15.

[14][14] Χαίλντερλιν, όπ. π., 13.

[15][15] Χαίλντερλιν, όπ. π., 137ff. και 169-171.

[16][16] Χαίλντερλιν, όπ. π., 226-228.

[17][17] Χαίλντερλιν, όπ. π., 231.

[18][18] Regine Quack-Eustathiades, Der deutsche Philhellenismus während des griechischen Freiheitskampfes 1821-1827, München 1989, 19.

[19][19] Wilhelm Traugott Krug, Griechenlands Wiedergeburt. Ein Programm zum Auferstehungsfeste, Leipzig 1821.

[20][20] Krug, όπ. π.,Vorwort [χωρίς σελιδαρίθμηση].

[21][21] Krug, όπ. π., 11.

[22][22] Δες Quack-Eustathiades, όπ. π., 36-37 για το επιχείρημα του Κρουγκ για το χρέος της πολιτισμικής κληρονομιάς και 31 για τη θέση ότι η εξέγερση δείχνει ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι απόγονοι των αρχαίων.

[23][23] Krug, όπ. π., 11.

[24][24] Krug, όπ. π., 18-20. Πρβλ. Ludwig Spaenle, Der Philhellenismus in Bayern 1821-1832, München 1984, 37 και Quack-Eustathiades, όπ. π., 220-221.

[25][25] Spaenle, όπ. π., 37 και Konstantinou, όπ. π., 27.

[26][26] Κonstantinou, όπ. π., 27.

[27][27] Spaenle, όπ. π., 37. Τάσος Βουρνάς, ”Φρειδερίκος Τιρς” σε: Φρειδερίκος Τιρς, Η Ελλάδα του Καποδίστρια. Η παρούσα κατάσταση της Ελλάδος (1828-1833) και τα μέσα για να επιτευχθεί η ανοικοδόμησή της, μτφρ. Α. Σπήλιου, 7-41, εδώ: 14.

[28][28] Δες Hans-Martin Kirchner, Friedrich Thiersch. Ein liberaler Kulturpolitiker und Philhellene in Bayern, München 1996, 171-172 και Quack-Eustathiades, όπ. π., 41.

[29][29] Spaenle, όπ. π., 37.

[30][30] Spaenle, όπ. π., 46.

[31][31] Spaenle, όπ. π., 46.

[32][32] Κirchner, όπ. π., 170.

[33][33] Kirchner, όπ. π., 170.

[34][34] Kirchner, οπ. π., 170.

[35][35] Spaenle, όπ. π., 46.

[36][36] Spaenle,  όπ. π., 46-47.

[37][37] Kirchner, όπ. π., 171.

[38][38] Βουρνάς, όπ. π., 7.

[39][39] Kirchner, όπ. π., 178-179.

[40][40] Βουρνάς, όπ. π., 37-38.

[41][41] Chryssoula Kambas, ”Das griechische Volkslied Charos in Goethes Version und sein Bild des neuen Griechenland”, σε: Gilbert Heß, Elena Agazzi, Elisabet Décultot (επμλ.), Graecomania. Der europäische Philhellenismus, Berlin/New York 2009, 299-328, εδώ: 301-302.

[42][42] Kambas, όπ. π., 302.

[43][43] Kambas, όπ. π., 304-305.

[44][44] Kambas, όπ. π., 309.

[45][45] Βασίλης Λαζανάς, ”Η ζωή του Byron”, σε: Lord Byron, Το έπος ”Η πολιορκία της Κορίνθου”, Αθήνα 1995, 5-24, εδώ: 17-18.

[46][46] C.M. Woodhouse, The Philhellenes, London/Athens 1977, 119-120, 139. Δημήτρης Κακαμπούρας, Η Βρετανική Πολιτική, ο Μπάυρον και οι Έλληνες του 21, Αθήνα 1993, 81.

[47][47] Roderick Beaton, Βyron’s War, Cambridge 2014, 211ff. και 214-216.

[48][48] 2ο Άσμα, lxxiii. Παρατίθεται σύμφωνα με το Terence Spencer, Ο αγγλικός φιλολογικός φιλελληνισμός: από τον Σαίξπηρ ως τον Μπάυρον, μτφρ. Πάνος Καραγιώργος, Αθήνα 1990, 424-425.

[49][49] Roessel, όπ. π., 17, 50.

[50][50] 2ο Άσμα, lxxvi. Παρατίθεται σύμφωνα με Spencer, όπ. π., 425.

[51][51] Beaton, όπ. π., 259-262.

[52][52] Fridériki Tabaki-Iona, Poesie philhellenique et périodiques de la Restauration, Athènes 1993, 23. Πρόκειται για την ωδή ”À mon père“.

[53][53] Fridériki Tabaki-Iona, ”Philhellénisme religieux et mobilisation des Français pendant la révolution grecque de 1821-1827″, σε: Mots. Les langages du politique (2005), https://journals.openedition.org/mots/1348, 19.

[54][54] Tabaki-Iona, Poesie philhellenique et périodiques de la Restauration, Athènes 1993, 25-26.

[55][55] Tabaki-Iona, όπ. π., 26.

[56][56] Émile Malakis, ”Chateaubriand’s Contribution to French Philhellenism”, σε: Modern Philology, τόμος 26, αριθμός 1 (Αύγουστος 1928), 91-105, εδώ: 93-95.

[57][57] The Editors of Encyclopaedia Britannica, ”François-Auguste-René, vicomte de Chateaubriand», σε: Encyclopædia Britannica, https://www.britannica.com/biography/Francois-Auguste-Rene-vicomte-de-Chateaubriand.

[58][58] Malakis, όπ. π., 96-98.

[59][59] Malakis, όπ. π., 98-99.

[60][60] Μ. le Vicomte de Chateaubriand, Note sur la Grèce, Paris 1825, 9-10.

[61][61] Δηλαδή, το χρέος για την πολιτισμική κληρονομιά των αρχαίων Ελλήνων και την κοινότητα της χριστιανικής πίστης. Chateaubriand, όπ. π., 8.

[62][62] Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Φιλήμων Παιονίδης, ”Εισαγωγή”, σε: Ο Ιερεμίας Μπένθαμ και η Ελληνική Επανάσταση, Αθήνα 2012, 11-45, εδώ: 28ff.

[63][63] William St Clair, That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of independence, Cambridge 2008, https://www.openbookpublishers.com/reader/3#page/1/mode/2up, 151-152.