Η κυβέρνηση της Ουγγαρίας ανήγειρε πρόσφατα ένα μνημείο για τους πεσόντες Ούγγρους φιλέλληνες υπέρ του αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας, στον Δήμο Νικολάου Σκουφά (Πέτα). Παράλληλα, το Κοινοβούλιο της Ουγγαρίας έστειλε την εθνική σημαία της χώρας στο Μουσείο Φιλελληνισμού στην Αθήνα.

Η ιστορία των δύο χωρών έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και πολλές συμπτώσεις.

Πριν αναφερθεί κανείς στον Ουγγρικό Φιλελληνισμό και στη συνεισφορά του στην Ελληνική Επανάσταση, είναι σημαντικό να υπενθυμίσει τις ρίζες του συνθήματος του Αλεξάνδρου Υψηλάντη, με το οποίο ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση.

ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑΣ.

Το σύνθημα αυτό έχει βαθιές ρίζες στην Ουγγρική ιστορία.

Το Ουγγρικό βασίλειο, μετά τις αρχές του 16ου αιώνα, ήταν ουσιαστικά διαιρεμένο και πολιτικά ασταθές. Περιελάμβανε και τη σημερινή Ρουμανία πριν αυτή περάσει στον έλεγχο των Οθωμανών. Το 1514 έλαβε χώρα η εξέγερση του György Dózsa στο χώρο της σημερινής Ουγγαρίας. Ήταν ένας Ούγγρος ευγενής από την Τρανσυλβανία, όπως και πολλοί από τους χαϊντούκους του (οι χαϊντούκοι ήταν οι «Κλέφτες» των Βορείων Βαλκανίων), οι οποίοι ήταν κυρίως γεωργοί και μοναχοί ή ιερωμένοι. Ο βασικός σκοπός τους ήταν η άμυνα κατά των Τούρκων. Παράλληλα η εξέγερση είχε και κοινωνικά στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό  οι αγρότες-χαϊντούκοι πολεμούσαν για πρώτη φορά  με σύνθημα «για την χριστιανική πίστη και για τη χώρα τους».

Το 1552, κατά την κατάληψη της Τιμισοάρα της Ρουμανίας από τους Τούρκους, ο ηγέτης ενός σώματος Ούγγρων, οδήγησε τους μαχητές του σε μία άνιση μάχη χωρίς ελπίδα. Για να ενθαρρύνει τους πολεμιστές του τους ζήτησε να αγωνιστούν για έναν ένδοξο θάνατο υπέρ πίστεως και πατρίδος (pro fide, pro patria). To ιστορικό αυτού του πολέμου γράφηκε από τον σύγχρονο των γεγονότων Ούγγρο Franz von Forgách-Ghymes (1530 – 1577).

Το 1605 έλαβε χώρα η εξέγερση των Ούγγρων χαϊντούκων της Τρανσυλβανίας υπό τον Ούγγρο πρίγκηπα Istvan Bocsksai κατά του Αυτοκράτορα της Ουγγαρίας και της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ροδόλφου Β’ (Rudolf II). Σε επιστολή του ο Bocskai εξηγεί ότι η ανταρσία έγινε για την υπεράσπιση της «αρχαίας ελευθερίας του έθνους και της πίστης» και ότι επιθυμούν την πρόοδο της πατρίδας τους (patria) Τρανσυλβανίας, την οποία θεωρούν «το φώς του έθνους». Το ίδιο εξηγούν και δύο άλλοι Ούγγροι οπλαρχηγοί των χαϊντούκων σε δική τους επιστολή:

«Εξεγερθήκαμε λοιπόν και πήραμε τα όπλα για τη Χριστιανική θρησκεία, και για το όνομα του Ιησού Χριστού, του Σωτήρα μας και για τη γλυκυτάτη μας πατρίδα».

Το 1703-1711 έγινε η εξέγερση του Ούγγρου Francis (Ferenc) Rákóczi II (1676 – 1735) κατά των Αυστριακών. Το σύνθημα ήταν «με τον Θεό για την πατρίδα και την ελευθερία». Η εξέγερση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την προσωρινή ανεξαρτησία της Ουγγαρίας και της Τρανσυλβανίας. Με τον στρατό του Rákóczi πολέμησαν και ένοπλα σώματα από διάφορες εθνότητες των Βορείων Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης.

Μία σειρά από συγκινητικές ιστορικές συμπτώσεις συνδέουν τον εθνικό ήρωα της Ουγγαρίας Rákóczi  με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη:

(α) Ο πρώτος έζησε την παιδική του ηλικία στο κάστρο του Μουγκάτς (σήμερα στη Δυτ. Ουκρανία) και αργότερα πολέμησε γύρω από αυτό. Στο ίδιο κάστρο φυλακίστηκε ο Υψηλάντης και έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

(β) Και οι δύο υιοθέτησαν το ίδιο σύνθημα. ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ.

(γ) Ο Rákóczi αφού ηττήθηκε, έφυγε από την Αυστρουγγαρία. Το 1717 πήγε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τον επόμενο χρόνο Αυστρία και Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέγραψαν τη Συνθήκη του Πασάροβιτς, με βάση την οποία οι Αυστριακοί ζήτησαν από το σουλτάνο να τους παραδώσει τον Rákóczi. Ο σουλτάνος αρνήθηκε. Το ίδιο έγινε αντίστροφα όταν ο Υψηλάντης κατέφυγε στο Αυστριακό έδαφος και με την ίδια συνθήκη οι Τούρκοι ζήτησαν να τους τον παραδώσουν. Το ιστορικό με τον Ούγγρο επαναστάτη ήταν η δικαιολογία για να μην παραδώσει η Αυστρία τον Υψηλάντη στους Τούρκους.

Ο Rákóczi είναι εθνικός ήρωας στην Ουγγαρία και ο μεγάλος Ούγγρος συνθέτης Franz List, συνέθεσε προς τιμήν του το εμβατήριο Rákóczi, που αποτελεί τον ανεπίσημο ύμνο της Ουγγαρίας.

Το Μουσείο Φιλελληνισμού διαθέτει ένα σημαντικό έγγραφο του 1790. Πρόκειται για μία επιστολή που στέλνει ο Γάλλος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, Choiseul-Gouffier, στην Αυστρία. Έχει διασώσει από βέβαιο θάνατο από τις τουρκικές φυλακές, έναν Ούγγρο ευγενή αξιωματικό, τον de Saint Jvani, και αφού αυτός ανάρρωσε, προσπάθησε ο Γάλλος πρέσβης να τον φυγαδεύσει στην Τεργέστη. Υπενθυμίζεται, ότι ο Choiseul-Gouffier είναι ο Φιλέλληνας συγγραφέας του σημαντικού έργου ‘Ταξίδι στην Ελλάδα’ (‘Voyage Pittoresque sur la Grece’) και αργότερα, ο πρόεδρος του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου στο Παρίσι. Ήταν ηπρώτη μυστική οργάνωση για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

 

Choiseul-Gouffier, Marie Gabriel Florence Auguste, Γάλλος πρέσβης και λόγιος της αρχαίας Ελλάδας (1752-1817). Υπογραφή επιστολής. Κωνσταντινούπολη, 5. IV. 1790. 2 σελ. Σε bifolium. Folio. Στο «Monsieur le Comte de Czapari» για τον κ. De Saint Jvani τον οποίο ο Choiseul-Gouffier έσωσε από σίγουρο θάνατο από τα χέρια των Τούρκων ένα χρόνο νωρίτερα. Ο St. Jvani, ένας Ούγγρος ευγενής και αξιωματικός, βοηθούσε τον Choiseul-Gouffier να φροντίζει τους Αυστριακούς κρατουμένους και σχεδιάζει να επανέλθει στους συντρόφους του στη μάχη.

 

Διαπιστώνουμε την κοινή μοίρα και τους αγώνες των δύο λαών για την ελευθερία τους.

Το 1820 επισκέφθηκε την Ελλάδα ο Ούγγρος ευγενής Szechenyi, o οποίος θαύμασε τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, αλλά εξέφρασε και την θλίψη του για τα δεινά των σκλαβωμένων Ελλήνων.

Και φθάνουμε τώρα στην Ελληνική Επανάσταση.

Ο αγώνας των Ελλήνων συγκίνησε τον Ουγγρικό λαό, ο οποίος είχε επαφή με την δράση των Ελλήνων στην Αυστροουγγαρία, από το έργο του Επισκόπου Ιγνάτιου Ουγγροβλαχίας, του Άνθιμου Γαζή, από την Εταιρεία Φιλομούσων στη Βιέννη, τον Ερμή Λόγιο, κλπ.

Από το 1821 και μετά, πολλοί Έλληνες πρόσφυγες βρήκαν καταφύγιο εντός της ουγγρικής επικράτειας, ενώ την άνοιξη του 1824 ο κόμης Laszlo Festetich έβγαλε ενθουσιώδη λόγο στο Oυγγρικό Κοινοβούλιο υπέρ της ελληνικής υπόθεσης.

Το καφενείο Paradicsom στην Πέστη ήταν μαζί με το Πανεπιστήμιο της Πέστης, τα σημεία ζυμώσεων μεταξύ Ελλήνων και Ούγγρων, και τα κέντρα διάδοσης των Ελληνικών θέσεων. Εκεί οργανώθηκε προοδευτικά η Ελληνο-ουγγρική λεγεώνα, με στόχο την αποστολή εθελοντών στην Ελλάδα.

Πολλοί Ούγγροι εθελοντές ήρθαν στην Ελλάδα. Πρώτα έδωσαν το παρόν στη μάχη του Πέτα.

 

Αναπαράσταση της μάχης του Πέτα. Έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, παραγγελία του Στρατηγού Μακρυγιάννη (Συλλογή ΕΕΦ / Μουσείο Φιλελληνισμού).

 

Dobronoki, Emeryk (-1822). Πολωνός Φιλέλληνας ουγγρικής καταγωγής από την πόλη Dłużniewo (πλησίον Płońsk) ή Suwałki. Ήρθε στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 1822. Υπηρέτησε στον β΄ Λόχο του Τάγματος των Φιλελλήνων ως ανθυπολοχαγός και έπεσε ηρωικά στη μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου 1822. Αναφέρεται λανθασμένα και ως «Tabernocky».

Czernianky, von (αγνώστου ονόματος). Ούγγρος Φιλέλληνας. Ιατρός. Έφθασε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1822.

Descheffy, Karl von (-1822). Ούγγρος Φιλέλληνας. Αναφέρεται επίσης και ως «Doeschessy» και «Deschettis». Ανθυπολοχαγός του Αυστριακού Στρατού κατά τους Ναπολεόντειους Πολέμους. Μέσω Λιβόρνου, έφθασε τον Φεβρουάριο του 1822 στο Μεσολόγγι. Υπηρέτησε ως αξιωματικός του Συντάγματος Πεζικού του Τακτικού Στρατού. Έπεσε ηρωικά στη μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου 1822.

Radice ή Radics (αγνώστου ονόματος). Ούγγρος Φιλέλληνας. Έφθασε στην Ελλάδα μέσω Κωνσταντινουπόλεως. Στρατιώτης της Γερμανικής Λεγεώνας από τον Απρίλιο του 1822 . Δεν μαρτυρείται συμμετοχή του στη μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου 1822.

Πολλοί Ούγγροι Φιλέλληνες συμμετείχαν όμως και σε πολλές άλλες φάσεις του αγώνα των Ελλήνων.

Ο Christotulo και ο Georg (αγνώστου ονόματος). Έπεσαν ηρωικά κατά την πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών στις 6 Μαΐου 1827.

Ο Jeremias, Janos. Συμμετείχε στην Επανάσταση. Με το πέρας της Εθνεγερσίας, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα. Συνταξιοδοτήθηκε το 1859 ως κρατικός λειτουργός του ελληνικού κράτους.

Ο Kommaromi, Siegmund έφθασε στο Μεσολόγγι την ίδια περίοδο με τον Λόρδο Βύρωνα.  Ανάμεσα στους Ούγγρους που υπερασπίστηκαν το Μεσολόγγι στην τελευταία πολιορκία ήταν και δύο γυναίκες (μόνο το όνομα της Μαρίας Μπάροτι έχει διασωθεί). Οι γυναίκες αυτές τραυματίστηκαν και αιχμαλωτίστηκαν κατά την Έξοδο. Άλλος ένας Ούγγρος Φιλέλληνας, γνωστός ως Καρλ, σκοτώθηκε κατά την Έξοδο.

Ο Lasso ή Lasky, Christoph ήταν Ούγγρος εθελοντής από τη Βουδαπέστη. Ήρθε στην Ελλάδα το 1826 και κατετάγη στον Τακτικό Στρατό. Πολέμησε στη μάχη του Χαϊδαρίου στις 6 Αυγούστου 1826 και έλαβε μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών. Έπεσε ηρωικά στη μάχη του Αναλάτου στις 24 Απριλίου 1827.

Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε και άλλος ένας Ούγγρος, ο Marc (αγνώστου ονόματος).

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ιστορία ενός Ούγγρου Φιλέλληνα που ήρθε στην Ελλάδα με τον γιό του.

Ο Mangel ή Mankel, Ernst. Ούγγρος Φιλέλληνας από την Πέστη ή κατά άλλες πηγές από την Τρανσυλβανία. Ήρθε στην Ελλάδα το 1822, μαζί με τον γιο του Michael Ernst Mangel. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και τραυματίσθηκε πολλές φορές. Πήρε μέρος στην πρώτη πολιορκία της Ακρόπολης (ως αγγελιοφόρος), στη μάχη των Δερβενακίων, στην πολιορκία του Ναυπλίου (1822), στις πολεμικές επιχειρήσεις της Καρύστου, της Χίου, όπως και στη μάχη του Χαϊδαρίου. Οργάνωσε την πρώτη ελληνική στρατιωτική μπάντα που εμψύχωνε τους Έλληνες και Φιλέλληνες πριν από κάθε μάχη. Υπογραμμίζεται εδώ ότι η στρατιωτική μπάντα αποτελούσε κεντρικό στοιχείο της λειτουργίας του τακτικού στρατού της εποχής. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε ως αρχιμουσικός στον Ελληνικό Στρατό. Μετά την Εθνεγερσία έζησε στην Αθήνα. Εκανε συνολικά 22 παιδιά. Σήμερα ζουν στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της Ευρώπης πολλοί απόγονοί του.

Ο Mangel, Michael Ernst (1800-1887). Ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον πατέρα του Ernst Mangel. Μετά την Επανάσταση υπηρέτησε ως ταγματάρχης στον Ελληνικό Στρατό και έζησε στην Αθήνα, όπου πέθανε τον Ιανουάριο του 1887. Τιμήθηκε με 3 μετάλλια εξαίρετων πράξεων (Αγώνος, Ανδρείας και Σωτήρος). Ο γιος του διετέλεσε το 1881 ειρηνοδίκης Θηβών. Σήμερα ζουν στην Ελλάδα πολλοί απόγονοί του.

Τον αγώνα των Ελλήνων τίμησαν όμως και Ούγγροι καλλιτέχνες.  Ένας από αυτούς είναι ο Adalbert Schaffer. Ένας σημαντικός πίνακάς του βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Φιλελληνισμού στην Αθήνα.

 

Πίνακας του Ούγγρου ζωγράφου Adalbert Schäffer (1815-1871), Έλληνας επαναστάτης μάχεται υπερασπιζόμενος τον πατέρα του, ελαιογραφία σε μουσαμά (συλλογή ΕΕΦ / Μουσείο Φιλελληνισμού)

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το έργο του Ούγγρο γλωσσολόγου JÓZSEF ACZÉL, οι μελέτες του οποίου δείχνουν την μακροχρόνια ιστορική σχέση του Ουγγρικού και του Ελληνικού λαού.

Το 1926 στο βιβλίο του «Szittya-görög eredetünk», έγραφε, μεταξύ άλλων:

1) «Η ουγγρική γλώσσα έχει τρεις χιλιάδες ρίζες λέξεων, που είναι πανομοιότυπες με τις ελληνικές».

2) «Τα αρχαία ελληνικά κείμενα, τα κείμενα του Βυζαντίου και της Σκυθίας είναι πανομοιότυπα».

3) «Ορισμένες από τις λέξεις, όταν είναι γραμμένες, είναι εκπληκτικά παρόμοιες».

Και συνέχιζε:

«Σε ολόκληρον τον κόσμο, εκτός από τις κλασσικές αρχαίες γλώσσες (ελληνικά και το «παιδί» τους, τα λατινικά), μόνο στα ουγγρικά μπορούν να γραφτούν ποιήματα σε κλασσικό εξάμετρο. Αυτό είναι ένα μοναδικό γλωσσικό φαινόμενο!

(…) Σε μερικά από τα ουγγρικά λαϊκά τραγούδια, η μελωδία είναι παλαιά και έρχεται από την εποχή των Σκυθών (εννοείται των Θρακών της περιοχής)».

Η Εταιρεία για τον Ελληνισμό και Φιλελληνισμό, και ολόκληρος ο Ελληνικός λαός, ευχαριστούν τον λαό της Ουγγαρίας για την προσήλωσή του στις αξίες του Ελληνικού πολιτισμού, και την συνεισφορά του κατά την Ελληνική Επανάσταση.

 

Πηγές – Βιβλιογραφία:

  • Άρθρο του Γιώργου Αργυράκου, «Το σύνθημα του Αλεξάνδρου Υψηλάντη»
  • Konstantin Soter Kotsowilis: Die Griechenbegeisterung der Bayern unter König Otto I. München 2007
  • Emanuel Turczynski: Sozial- und Kulturgeschichte Griechenlands im 19. Jahrhundert. Von der Hinwendung zu Europa bis zu den ersten Olympischen Spielen der Neuzeit. Mannheim und Möhnesee 2003