“Ω θλίψη! Ω θλίψη! Το θαύμα της Ευρώπης,
το καμάρι της Μεγάλης Βρετανίας,
το είδωλο των φίλων του, ο λυτρωτής της Ελλάδας –
o λόρδος Βύρων δεν υπάρχει πια”                                            
(από την αναγγελία θανάτου του Βύρωνα στη μεσολογγίτικη εφημερίδα, Telegrafo Greco)

George Gordon Noel Byron, Lord Byron (Λονδίνο 1788 – Μεσολόγγι 1824). Το όνομά του είναι συνώνυμο του Φιλελληνισμού. Ο θάνατος του στο Μεσολόγγι, στις 19 Απριλίου 1824, προκάλεσε διεθνές σοκ, έκανε “ολόκληρο το σύμπαν να σκοτεινιάσει”, παραφράζοντας τα λόγια συντριβής του δεκαπεντάχρονου, τότε, ποιητή Alfred Tennyson. Η “ηρωική αποτυχία” του θανάτου του, σήμανε, με έναν ειρωνικό τρόπο, τη μεγαλύτερη συνεισφορά του στον Ελληνικό Αγώνα, τον οποίον στήριξε ψυχικά, υλικά, πολιτικά, διπλωματικά και καλλιτεχνικά. Η τραγική απώλεια του “pop star” Βύρωνα, συνήθως αντικείμενο λατρείας, αλλά συχνά και φθόνου στην Μεγάλη Βρετανία, του λατρεμένου “Μιλόρδου” στο Μεσολόγγι, έφερε τον Ελληνικό Αγώνα ξανά στο διεθνές προσκήνιο, αναζωογόνησε το φιλελληνικό ρεύμα και πυροδότησε μία σειρά ενεργειών που οδήγησαν στην ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Με αυτόν τον τρόπο, ο Βύρων έγινε εθνικός ήρωας μιας άλλης χώρας, όχι της δικής του. “Της έδωσα τον χρόνο, την υγεία μου, την περιουσία μου, και τώρα της δίνω τη ζωή μου. Τί μπορούσα να κάνω περισσότερο;”, αναρωτιόταν, διαισθανόμενος το τέλος του.

“Άγγελος ή δαίμονας”, κατά τον Γάλλο Lamartine, ένας άνθρωπος που στο πρόσωπό του συνενώνονταν αντίθετες τάσεις: ρομαντικός επαναστάτης και πολιτικά ρεαλιστής, ιδεαλιστής και τυχοδιώκτης, “θύτης” στον έρωτα και θύμα του ο ίδιος, χωλός εκ γενετής, κι όμως με φυσική κατάσταση αθλητή. Το πλήθος των εκδόσεων και των βιογραφιών για τον Βύρωνα δεν έχουν καταφέρει ως σήμερα να αποκωδικοποιήσουν αυτήν την αινιγματική προσωπικότητα, η οποία εξακολουθεί, μετά θάνατον και σχεδόν μεταφυσικά, να έλκει ετερώνυμα πλήθη γύρω του. Η θρυλική του ζωή τον έκανε πρότυπο των μεγαλύτερων ονομάτων της τέχνης και της διανόησης στην εποχή του, κάθε ψυχή που ένιωθε να ασφυκτιά στο παραδοσιακό κατεστημένο ήθελε να του μοιάσει. O κατά 39 έτη πρεσβύτερoς του, Johann Wolfgang von Goethe (1749-1832), τον θεωρούσε πνευματικό του παιδί. “Τί λόγο να εμπιστευθώ σε αυτόν με την θυελλώδη ψυχή, που ξέρει να αντιμετωπίζει τα πλήγματα της Μοίρας; […] Κι όπως τον εφαντάσθηκα, ας είναι στην πραγματικότητα εκείνος!”: με αυτά τα τρυφερά λόγια τον κατευόδωνε στον “ευγενή αγώνα που έχει αναλάβει”, τη μετάβαση του στην Ελλάδα, μολονότι δεν τον γνώρισε ποτέ από κοντά. Και όταν ο λόρδος ποιητής χάθηκε για αυτόν τον αγώνα, τον έκλαψε όλο το Μεσολόγγι. Από το πιο μικρό παιδί, ως τον πιο σκληροτράχηλο πολεμιστή.

Υπήρξε ο πιο φημισμένος Βρετανός, όχι μόνον του 19ου αιώνα, ίσως όλων των εποχών. Το 1823, ήταν ο πλέον διάσημος άνθρωπος στον κόσμο. Κατά τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, ήταν ο άνθρωπος που έδωσε το όνομά του στον 19ο αιώνα. “Ξύπνησα μια μέρα και ήμουν διάσημος”, λέγεται πως είπε με κάποια νωχέλεια, την επαύριο της κατακόρυφης εκδοτικής επιτυχίας των δύο πρώτων ασμάτων του γνωστότερου έργου του, Childe Harold´s Pilgrimage (1812). Να τον εξέπληττε άραγε αυτό το πεπρωμένο ή είχε ήδη νιώσει τη φωνή του να αντηχεί μέσα του; Ίσως ενδόμυχα να είχε ο ποιητής τη διάθεση να βρίσκεται με έναν τρόπο στο προσκήνιο της δράσης ή της διασημότητας. Άλλωστε από τα νεαρά του χρόνια, έρεπε προς το σκάνδαλο, το αμάρτημα, ή την ανταρσία. Όχι δίχως ψυχικό κόστος, βέβαια. Ήταν αναθρεμμένος καλβινιστής, και όμως προσπαθούσε οργισμένα να “διαπεράσει τον τοίχο του απόλυτου προορισμού”. Μήπως μέσα του εκκρεμούσε η αναμονή της (αυτο)τιμωρίας, για όσα απρεπή τολμούσε; Και έτσι, να έγινε, όπως εμμέσως εξομολογείται σε έναν στίχο του από το ποίημα Epistle to Augusta (1816), “ο προσεκτικός πλοηγός της ίδιας [του] της δυστυχίας”;

Ο βυρωνικός τύπος του ήρωα των ποιημάτων του, ο “υπερευαίσθητος, κυνικός, μονήρης, έντιμος, μελαγχολικός”, με τον οποίον ταυτίστηκε ο ποιητής, είλκυε την καταγωγή του από τις εμπειρίες των νεανικών του χρόνων. Ως παιδί αναλογιζόταν με χαρά τη δόξα των προγόνων του: oι Burons (παλαιότερη γραφή του ονόματος του) κατάγονταν από Νορμανδούς και ήταν σύντροφοι του Γουλιέλμου του Κατακτητή (1027-1087, βασιλέα της Αγγλίας από το 1066). Άμεσος προκάτοχος του Βύρωνα, στον τίτλο του λόρδου, ήταν ο “κακός λόρδος”, αδελφός του παππού του (ο 5ος λόρδος Byron) ο οποίος κληροδότησε στον δεκάχρονο Βύρωνα τον, συνυφασμένο με την κυριότητα του πύργου του Newstead Abbey, τίτλο του. Τίτλος που δεν έφερε μόνον την αύρα των υπηρεσιών προς το βασιλικό στέμμα, αλλά και κάποιων εγκλημάτων. Ο Βύρων, ο οποίος είχε βιώσει την ενοχή και τη μοναξιά του “αποσυνάγωγου”, εξαιτίας της εκ γενετής δυσπλασίας του στο ένα του πόδι, γοητευόταν από τη φιγούρα του προκατόχου του. Η επικριτικότητα της μητέρας του για τη χωλότητά του, και ο κακός γάμος των γονέων του, ήταν επίσης παράγοντες που συνδιαμόρφωσαν το αίσθημα του μη–ανήκειν, και τις τάσεις φυγής του Βύρωνα.

Η μητέρα του, Catherine Gordon of Gight, καταγόταν από παλαιά οικογένεια ευγενών της Σκωτίας, με ξακουστά βίαιη προϊστορία, ενώ ο πατέρας της μάλλον αυτοκτόνησε. Παντρεύτηκε τον Captain John Byron το 1785, τον Mad Jack, όπως τον αποκαλούσαν οι συνάδελφοι του, αξιωματικοί, ο οποίος είχε μοναδικό σκοπό στη ζωή να τη γλεντήσει. Κατασπατάλησε την περιουσία της Catherine, όπως είχε κάνει με την προηγούμενη σύζυγο του, μητέρα της ετεροθαλούς αδελφής του Βύρωνα, της Αugusta- Mary Byron. Η εγκυμονούσα Catherine τον εγκατέλειψε, γέννησε τον υιό της, George Gordon Byron στο Λονδίνο (22 Ιανουαρίου 1788) και εγκαταστάθηκε μαζί του στο Aberdeen. Ο πατέρας ήταν απών, με σύντομες επανεμφανίσεις, και, κατά έναν ειρωνικό τρόπο της ιστορίας, έχασε τη ζωή του σε ηλικία 36 ετών σε ξένη χώρα (τη Γαλλία), όπως συνέβη με τον γιο του, 23 χρόνια αργότερα, στην Ελλάδα.

Ο Βύρων υπερασπιζόταν πάντως τον “κατεργάρη” πατέρα του. Κοινό τους γνώρισμα ήταν η τάση να συνάπτουν επικίνδυνους ή ακατάλληλους δεσμούς. Το “μεγαλύτερο αμάρτημα” του νεαρού Βύρωνα ήταν ο δεσμός του με την ετεροθαλή αδελφή του Αugusta, μυστικό που διαφύλαττε με εχεμύθεια ο μετέπειτα φίλος του, John Cam Hobhouse (1786 – 1869). Πολύ πιθανόν η Augusta να ήταν η μοναδική γυναικεία, οικογενειακή αγκαλιά, στην οποία μπορούσε να καταφύγει με ασφάλεια, δεδομένης της συγκρουσιακής σχέσης με τη μητέρα του. Παρά την εμμονή της μητέρας του να αναφέρεται στους ενδόξους συγγενείς της, το αγόρι μεγάλωνε κάθε άλλο παρά καλοζωισμένο. Να γεννήθηκε άραγε μέσα του εκείνα τα χρόνια η νοσταλγία για κάποιο χαμένο μεγαλείο; Η οποία θα τον έκανε αργότερα να βλέπει με συμπάθεια τους υποδουλωμένους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων;

Κατά τα έτη της φοίτησής του στο Τrinity College του Πανεπιστημίου Cambridge (1805-1807) εξελίχθηκε από ασχημάτιστο, άχρωμο νεαρό, σε ποιητή με ολοένα αυξανόμενη φήμη. Είχε πλέον αδυνατισμένη μορφή, καθώς από τα νεανικά του χρόνια είχε επιδοθεί στη σκοποβολή, την πυγμαχία και την κολύμβηση. Προοδευτικά δημιούργησε έναν κύκλο πιστών φίλων γύρω του. Η φιλία για τον Βύρωνα είχε διαχρονικά προτεραιότητα έναντι του έρωτα, ενώ πίστευε ότι τα αισθήματα του έρωτα και της φιλίας δε μπορούν να συμπίπτουν σε ένα πρόσωπο.  Όταν βίωσε την απώλεια της μητέρας του το 1811, αξιοσημείωτα αναφώνησε ότι “έχασε τη μόνη φίλη που είχε”. Αν και σε κάποιο γράμμα του στην Augusta την αποκαλούσε “ο βασανιστής μου”, ο θάνατός της τον τσάκισε. Στη διάρκεια των νεανικών του χρόνων ανέπτυξε διάφορες ρομαντικής φύσης φιλικές σχέσεις με αγόρια, ενδεχομένως με ερωτικό υπόβαθρο. Ένας από αυτούς ήταν με τον John Edleston στο Cambridge, την απώλεια του οποίου θα θρηνήσει το 1811. Αυτός ο κοινωνικά απροσάρμοστος νέος είχε αποκτήσει από εκείνα τα χρόνια τον αέρα ενός “αριστοκρατικού αντάρτη”, κατά τον Bertrand Russell. Ξόδευε περισσότερα χρήματα από όσα διέθετε, αγαπούσε την καλή ζωή και ένιωθε μία “μυστική σύνδεση” με το Ναπολέοντα Βοναπάρτη, τον εχθρό της χώρας του, τον μόνον άνθρωπο εν ζωή που έφερε τα ίδια αρχικά με τον ίδιο (“N.B.”: o Byron απέκτησε το όνομα Noel, όταν απεβίωσε η πεθερά του, Lady Judith Noel Milbanke το 1822, ενώ στο Μεσολόγγι τον προσφωνούσαν “Λόρδο Νοέλ Μπάυρον”).

Έκαψε τα πρώτα του ποιήματα (“Fugitive Pieces”, τέλη 1806 / αρχές 1807) όταν χαρακτηρίσθηκαν “άσεμνα”, και διένειμε τη δεύτερη συλλογή ποιημάτων του (“Poems on various occasions”) μόνο σε φίλους. Επέλεξε έναν αρκετά “νωχελικό” τίτλο για την τρίτη του συλλογή με ποιήματα που εκφράζουν αληθινό πόνο, τις Ώρες οκνηρίας (“Hours of Idleness“, 1807), επιθυμώντας, μάλλον, με την επιλογή του τίτλου του να προκαταβάλει την επιείκεια της κριτικής. Δεν γλίτωσε ωστόσο από τα βέλη του Francis Jeffrey (1773 – 1850), εκδότη της Επιθεώρησης του Εδιμβούργου (Edinburgh Review), δημοσιογραφικού οργάνου των Whigs στη Σκωτία. Η απογοήτευση τον συντάραξε, του έδωσε όμως την έμπνευση για τη συγγραφή χιλίων σατιρικών στίχων υπό τον τίτλο English Bards and Scotch Reviewers (“Άγγλοι Βάρδοι και Σκωτσέζοι κριτικοί“). Δημοσιεύοντας το ανώνυμα, έγινε “ονομαστός”, όλοι γνώριζαν ποιος ήταν ο συντάκτης, σατιρίζοντας καυστικά τον Jeffrey, αλλά και τον μετέπειτα φίλο και βιογράφο του, Τhomas Moore. Ο Moore παρεξηγήθηκε, θεωρώντας ότι ο Byron τον λοιδόρησε. Η παρεξήγηση ωστόσο λύθηκε με παρέμβαση του τραπεζίτη Samuel Rogers (1763 -1855), που ήταν καταλυτική για τη δημιουργία μίας πολύχρονης φιλίας. Ο Moore προσπάθησε αργότερα να επανορθώσει για την απώλεια των Απομνημονευμάτων του Βύρωνα, τα οποία του είχε εμπιστευθεί ο ποιητής το 1819 ώστε να τα εκδώσει μετά το θάνατό του. Ο στενός κύκλος του Βύρωνα τα κατέστρεψε, με σκοπό να διαφυλάξει τη μνήμη του, και ο Moore συνέταξε μία βιογραφία για τον φίλο του, προκειμένου να αναπληρώσει το κενό από την απώλεια του πρωτοτύπου.

 

Το προσκύνημα του Childe Harold

Δίνεται συχνά περισσότερη έμφαση στον ταραχώδη βίο του Βύρωνα, παραβλέποντας τη σπουδαιότητα του ως ποιητή. Αρκεί να αναλογισθούμε ότι το έργο του, Childe Harold´s Pilgrimage, με το οποίο καθιερώθηκε ως διασημότητα, εξακολουθούσε να είναι το πρώτο best seller στις ΗΠΑ ακόμη και το 1828. Είναι πράγματι θαυμαστό, δεδομένου ότι ο Βύρων ήταν ένας Άγγλος συγγραφέας, και δεν είχε περάσει πολύς καιρός που οι ΗΠΑ είχαν κερδίσει την ανεξαρτησία τους. Το δεύτερο best seller εκείνης της χρονιάς ανήκε στον Αμερικανό Φιλέλληνα Samuel Howe για το έργο του Σκιαγραφίες της Ελληνικής Επανάστασης. Όπως επίσης θαυμαστό είναι το γεγονός ότι ο Βύρων είχε, από τη στιγμή που άγγιξε τη διασημότητα, και μία νέα εκδοτική επιτυχία περίπου ανά έτος. Η λαμπρότητά του ως ποιητή θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτήν του William Shakespeare (1564-1616).

 

Πίνακας Άγγλου ζωγράφου του 19ου αιώνα, με θέμα από το έργο Childe Harold’s Pilgrimage (συλλογή ΕΕΦ)

Επιτραπέζιο ρολόι του 19ου αιώνα από την Γαλλία, με τον Λόρδο Βύρωνα (συλλογή ΕΕΦ).

 

Το ιδιότυπο κίνημα που ονομάσθηκε βυρωνισμός, συνδέθηκε με τα κινήματα του Ρομαντισμού και του Φιλελευθερισμού και αναζωπύρωσε ολόκληρο το ρεύμα του Φιλελληνισμού. Ο λογοτεχνικός βυρωνισμός, με το πρότυπο του βυρωνικού ήρωα, καθόρισε την ευρωπαϊκή σκέψη και δημιουργία. Κορυφαίοι εκπρόσωποι του, μεταξύ άλλων, ο Alexander Pushkin (1799 – 1837) και ο Mikhail Lermontov (1814 – 1841). Καθόρισε όμως και την ελληνική σκέψη και δημιουργία, γνωρίζοντας το απόγειό του στα ελληνικά γράμματα κατά τη δεκαετία του 1860. Όπως δήλωνε ο εθνικός ποιητής της Ελλάδος, Κωστής Παλαμάς (1859 – 1943) για την ελληνική ποίηση, “αυτή επί διάστημα σαράντα και πλέον ετών, είχε βουτηχθεί εις τον Βυρωνισμόν”.

Αν και οι πρώτες απόπειρες του στο Cambridge δήλωναν τη διάθεση του να εκφρασθεί λυρικά, ο ρομαντικός ποιητής Βύρων αναδύθηκε στην Ελλάδα: “Ιf I am a poetthe air of Greece has made me one (“αν είμαι ποιητής … είναι επειδή με έκανε ο αέρας της Ελλάδας”). Η απόφαση για το ταξίδι του στη Μεσόγειο το 1809 αποτέλεσε την απαρχή της ανόδου του ως ποιητή, και τη σταδιακή, ψυχική απομάκρυνση από τη μητέρα-Αγγλία. Συνοδός στο ταξίδι του, ο “Άργος” του, ο πολυτιμότερος φίλος του, Hobhouse. Και οι δύο τους ήταν ριζοσπάστες πολιτικά. Ο Βύρων, μέλος της Βουλής των Λόρδων, που το 1812 δεν δίστασε να υπερασπισθεί δημόσια τους Λουδίτες, παρακινήθηκε στο ταξίδι προς αναζήτηση εξωτικών ηδονών. Ο πιο μετριοπαθής ως ιδιοσυγκρασία, Hobhouse, τον ακολουθούσε έχοντας δικά του ιστορικά, αρχαιολογικά και επιστημονικά ενδιαφέροντα. Ο Hobhouse αργότερα φυλακίσθηκε για τις ιδέες του (1819 – 1820) και εν τέλει απέκτησε μία θέση στη Βουλή των Κοινοτήτων (1820). Η περιήγηση ξεκίνησε στο Plymuth στις 2 Ιουλίου 1809, με προορισμό τη Λισσαβόνα, έπειτα τη Σεβίλλη, τo Kάδιθ, το Γιβραλτάρ, τη Μάλτα και την Πρέβεζα. Οι διαφορετικές φάσεις περιγράφονται μέσω επιστολών του Βύρωνα προς τη μητέρα του. Στη διάρκεια αυτού του Οδοιπορικού, ο Βύρων άρχισε να συλλαμβάνει τον εαυτό του ως Childe Harold, την αρχετυπική βυρωνική φιγούρα, γεννήτορα των μετέπειτα ηρώων του.

Toν Σεπτέμβριο του 1809 έφθασαν στα γαλλοκρατούμενα Ιόνια νησιά. Στις 26 Σεπτεμβρίου εισήλθαν στον Κορινθιακό κόλπο, με κατεύθυνση την Πάτρα, κινήθηκαν προς την Πρέβεζα, αφού αντίκρυσαν το “παράξενο” Μεσολόγγι, την πόλη-σταθμό της ζωής του Βύρωνα. Συνέχισαν προς την Ιθάκη, τη Λευκάδα και αποβιβάσθηκαν στην Πρέβεζα, τρεις μέρες αργότερα. Στις 3 Οκτωβρίου ξεκίνησαν για τα Γιάννενα, με σκοπό να γνωρίσουν τον, κατά διατύπωση του Βύρωνα, Μωαμεθανό Βοναπάρτη, τον Αλή Πασά. Το τι σήμαινε στην πραγματικότητα η κυριαρχία του Αλή στην Ήπειρο, το αντελήφθησαν οι δύο νέοι στην είσοδο της πόλης, αντικρίζοντας ένα ανθρώπινο μπράτσο μαζί με μέρος από τον κορμό του σώματος, κρεμασμένα από ένα δέντρο. Ανήκαν στον αντάρτη ιερέα Ευθύμιο Βλαχάβα. Το θέαμα αυτό τους προκάλεσε αποστροφή. Τον Αλή τον συνάντησαν τελικά στο Τεπελένι και, ως Άγγλοι, έτυχαν θερμής υποδοχής. Ο Βύρων φαίνεται πως ανέπτυξε μικτά συναισθήματα για αυτόν τον άνθρωπο, ένοχο των πιο φρικτών εγκλημάτων. Σύντομα ο Βύρων θα έλθει σε επαφή με τον “σταθερό πονοκέφαλο” του Αλή, τους Σουλιώτες, για τους οποίους θα εκφρασθεί ανεπιφύλακτα θετικά στο δεύτερο Canto του Childe Harold.

Στα Γιάννενα είχε αρχίσει να συνθέτει τις πρώτες στροφές της μεγάλης ποιητικής του μυθιστορίας Childe Harold´s Pilgrimage. Ήταν το δικό του ταξίδι, που εξ αρχής ο Βύρων ονόμασε προσκύνημα. Στο κυριολεκτικό και λογοτεχνικό του προσκύνημα – oδοιπορικό, μελέτησε την εσωτερική του φύση και το τοπίο, τον ψυχισμό άλλων λαών και την ιστορία τους. Στις στροφές του δεύτερου άσματος, που ολοκληρώθηκε στην Αθήνα και στη Σμύρνη, εμπλούτισε την αγγλική λογοτεχνία με τις τοποθεσίες της Πίνδου, του Σουλίου, της Ζίτσας και των Ιωαννίνων.

Tο προσκύνημα συνεχίσθηκε με κατεύθυνση την Αθήνα. Στο δρόμο τους, σταμάτησαν στους Δελφούς, όπου τέλεσαν μία δική τους αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων. Παρατηρώντας, όσο πλησίαζαν την αττική γη, τα ίχνη των Άγγλων ελληνολατρών να πυκνώνουν, οι δύο άνδρες είχαν επίσης προσέξει την λεηλασία και τα ίχνη καταστροφών που είχαν αφήσει συμπατριώτες τους. Τα βέλη του είχαν ήδη στραφεί εναντίον του Έλγιν στο έργο του Άγγλοι βάρδοι και Σκωτσέζοι κριτικοί. Όταν το φθινόπωρο του 1809 έφθασε στην Αθήνα και γνώρισε από κοντά τον πράκτορα του λόρδου Έλγιν, τον Ναπολιτάνο ζωγράφο Giovanni Battista Lusieri (1755-1821), είχε ήδη γίνει μάρτυρας αρκετών επιχειρήσεων διακίνησης μαρμάρων. Η οργή που ένιωσε για “όσους διαπράττουν αυτήν την ποταπή δήωση” οδήγησαν σε μία σκληρή επίθεση εναντίον του Έλγιν, με την Κατάρα της Αθηνάς (“The Curse of Minerva”). To ποίημα, το οποίο συνέθεσε στην Αθήνα το 1811 και εκδόθηκε λίγο αργότερα, οδήγησε στη δημόσια ατίμωση του λόρδου Έλγιν και την απόσυρση του σε μία ήσυχη ζωή.

Παρέμεινε στην Αθήνα για δέκα εβδομάδες και επισκέφθηκε το Σούνιο, τον Μαραθώνα, την Ελευσίνα. Χάρη στην ελληνοκεντρική, κλασική του παιδεία, εκτιμούσε τις αρχαιότητες. Όμως διέφερε από τον συνοδοιπόρο του, Hobshouse, καθώς το ενδιαφέρον του δεν εξαντλούνταν σε μια θεωρητική, ή αποστασιοποιημένη προσέγγιση για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Tο ειλικρινές ενδιαφέρον και η συμπάθεια για τους υπόδουλους Έλληνες εκείνης της εποχής τον ξεχώριζαν από τους περισσότερους ξένους περιηγητές. Ήταν ο άνθρωπος της δράσης, όχι της τέχνης. Πίστευε ότι όπου υπάρχει δράση, η ποίηση περιττεύει. Έμαθε κάποια νεοελληνικά, ώστε να συναναστρέφεται τους σύγχρονούς του Έλληνες, συμμετέχοντας στις κουβέντες τους και επεμβαίνοντας με θράσος. Ένα περιστατικό αναφέρει την οργή του Βύρωνα, όταν σε κάποια συζήτηση σχετικά με τη δολοφονία κάποιου υπόδουλου Έλληνα, κανείς δεν ονομάτιζε τον φονιά ως Τούρκο, παρά ως Λάμια. Αγανακτισμένος, σηκώθηκε φωνάζοντας: “Mόνο Έλληνες καταπίνει αυτή η Λάμια; Δεν θα φάει και κανέναν Τούρκο;”. Έχει ήδη αρχίσει να ταυτίζεται με τις αγωνίες και τους αγώνες των Ελλήνων.

Το ενδιαφέρον του για τα ελληνικά πράγματα προϋπήρχε. Όταν, στο δρόμο για την Αθήνα, συνάντησε τον Ανδρέα Λόντο (1784-1846) στη Βοστίτσα, γνώριζε ήδη ποιος ήταν ο Ρήγας Φεραίος, για τον οποίον του μιλούσε με πάθος ο Λόντος. Ήταν άριστος γνώστης της πνευματικής δράσης λογίων Ελλήνων εντός και εκτός Ελλάδος: του Αδαμάντιου Κοραή (1748-1833), του Παναγιώτη Κοδρικά (1762-1827), του Αθανασίου Ψαλίδα (1767-1829), ο οποίος στρεφόταν με πάθος εναντίον της πολιτισμένης Ευρώπης για τη στάση της απέναντι στους Έλληνες. Αντιδρούσε ο Βύρων με την ευθιξία των συμπατριωτών του, και έδινε κάθε δίκαιο στους Έλληνες να εξεγείρονται, κυριολεκτικά και μεταφορικά:

Mα, για το όνομα της Νεμέσεως! Για ποιό λόγο θα έπρεπε να είναι ευγνώμονες; Πού είναι το ανθρώπινο ον που ευεργέτησε ποτέ έναν Έλληνα ή τους Έλληνες; Οφείλουν να είναι ευγνώμονες στους Τούρκους για τα δεσμά τους, και στους Φράγκους για τις υποσχέσεις, που αθέτησαν, και για τις όλο ψέματα συμβουλές τους; Οφείλουν να ναι ευγνώμονες στον καλλιτέχνη, που κάνει χαρακτικό έργο τα ερείπια τους, και στον αρχαιοδίφη, που τα παίρνει μαζί του μακριά, στον ταξιδιώτη, που ο γενίτσαρός του τους μαστιγώνει, και στον γραφιά, που το ημερολόγιο του τούς βρίζει; Αυτό είναι το άθροισμα των υποχρεώσεών του προς τους ξένους”.
(από σημείωμα που συνέταξε τον Ιανουάριο του 1811 στην Αθήνα).

Ρομαντικός και ρεαλιστής, διέκρινε την παραμέληση των Νεοελλήνων έναντι των αρχαίων, αφού “έχουν εγκαταλειφθεί στην τουρκική τυραννία των αφεντάδων τους, μολονότι δε χρειάζεται παρά μια πολύ μικρή προσπάθεια για να αφαιρεθούν τα δεσμά τους … Οι Έλληνες δεν έχασαν ποτέ την ελπίδα τους”.

Το αυξανόμενο ενδιαφέρον της εποχής για την Ανατολή τον έφερε στη Σμύρνη (Οκτώβριος 1809 – Aπρίλιος 1810) και την Κωνσταντινούπολη (Μάιος 1810), όπου πέρασε δύο μήνες και αντίκρυσε και πάλι αποτρόπαια θεάματα. Πέτυχε, σε αυτό το ταξίδι, τον άθλο που σήμαινε περισσότερα για εκείνον από δόξα “πολιτική, ποιητική ή ρητορική”: κολύμπησε τον Ελλήσποντο από τη Σηστό ως την Άβυδο, επαναλαμβάνοντας δηλαδή το επιχείρημα του μυθικού Λεάνδρου. Πραγματοποίησε και μία αναρρίχηση στις Συμπληγάδες. Αυτή ήταν η μοναδική του επίσκεψη στην Τουρκία. Επέστρεψε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1810. Εκεί εκδήλωσε τον έρωτα του (περισσότερο στη φαντασία του, μάλλον) για τις τρεις κόρες του υποπρόξενου της Αγγλίας στην Αθήνα, Προκόπη Μακρή (1764 – 1799), στην οικία του οποίου φιλοξενήθηκε κατά την πρώτη του διαμονή. Γοητεύθηκε κυρίως από τη νεαρότερη αδελφή, την δωδεκαετή Τερέζα, για την οποία συνέθεσε την Κόρη των Αθηνών (“Maid of Athens”, 1810). Aφότου το ποίημα δημοσιεύθηκε το 1812 στην Αγγλία, η Οικία Μακρή έγινε στόχος περιέργειας των Βρετανών που επισκέπτονταν την Αθήνα.

 

Η επιστροφή στην Αγγλία

Επέστρεψε στην Αγγλία μετά από δύο χρόνια απουσίας, στις 14 Ιουλίου 1811. Στο δρόμο προς το Newstead πληροφορήθηκε τον θάνατο της μητέρας του, είδηση που τον καταρράκωσε. Το 1811 ήταν η χρονιά που ο θάνατος σφράγισε την προσωπική του ζωή, παίρνοντας από κοντά του ακόμη τρεις φίλους του. Τους παλαιούς συμφοιτητές του, Charles Skinner Matthews, John Wingfield και John Edleston, για την απώλεια του οποίου ο Βύρων συνέθεσε μελωδικότατα και πονεμένα ελεγεία. Είναι η χρονιά όμως που αναπλήρωσε το κενό με νέα πρόσωπα και προοπτικές: η φήμη του Λόρδου Βύρωνα απογειώθηκε μόλις 15 ημέρες μετά την πρώτη έκδοση του Childe Harold´s Pilgrimage, η οποία εξαντλήθηκε σε τρεις ημέρες. Στα τέλη του έτους απέκτησε μόνιμη συνεργασία με τον εκδότη των δύο πρώτων Ασμάτων, τον John Murray (1778 – 1843). Έγινε διάσημος και μετατράπηκε πλέον σε πόθο και αντικείμενο λατρείας γυναικών και ανδρών.

Tα φώτα στράφηκαν επάνω του, όχι μόνον για το ποιητικό του έργο, αλλά και για τη δημόσια υπεράσπιση της εξέγερσης των Λουδιτών στη Βουλή των Λόρδων. Με πάθος υπερασπίσθηκε τη θέση, ότι το ανθρώπινο γένος πρέπει να αντισταθεί στην κυριαρχία των μηχανών.

Ο συντηρητικός κόσμος της εποχής έτρεφε επιφυλάξεις για τον ταραξία ποιητή. Όμως οι πόρτες των σαλονιών των Whigs άνοιγαν διάπλατες για να τον υποδεχθούν. Στην κορυφή τους βρίσκονταν δύο σημαντικές γυναίκες, η Lady Elizabeth Holland, και η Lady Elizabeth Milbanke – Melbourne. Με την εξηνταδυάχρονη Melbourne ανέπτυξε έναν στενότατο δεσμό, που θα μπορούσε να ήταν και ερωτικός, ομολογούσε ο Βύρων. Η Melbourne έγινε σε τέτοιο βαθμό η έμπιστη φίλη του, ώστε να μεροληπτεί υπέρ του ακόμη και αφού πληροφορήθηκε για τον δεσμό που ανέπτυξε με τη σύζυγο του γιου της, Lady Caroline Lamb. Σημειώνεται ότι ο σύζυγος της Caroline ήταν ο δύο φορές πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας (1834, 1835-1841), William Lamb. Η Lady Caroline Lamb έμεινε γνωστή για τον χαρακτηρισμό που απέδωσε στον Βύρωνα mad, bad and dangerous to know”.

Τον Ιανουάριο του 1815 ο Βύρων παντρεύθηκε την ανιψιά της Melbourne, Anabella Milbanke, με την οποία απέκτησε την Augusta Ada Byron (10/12/1815). Το προηγούμενο έτος, η Augusta είχε αποκτήσει μία κόρη, την Elizabeth Medora Leigh (15/04/1814). Οι φήμες που κυκλοφορούσαν για την ερωτική ζωή του ποιητή, για την ενδεχόμενη πατρότητα της Medora, ο φθόνος για την επιτυχία του, οι οικονομικές δυσχέρειες, και η ψυχική απομάκρυνση από την Αnabella (η οποία την οδήγησε στην εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης στο Λονδίνο), ήταν όλοι παράγοντες που οδήγησαν τον Βύρωνα στην αυτοεξορία το 1816.

Η δεκαετία 1813 – 1823 απετέλεσε την πιο λαμπρή περίοδο της ποιητικής παραγωγής του Βύρωνος. Ο Childe Harold, η φιγούρα που τον έκανε διάσημο εν μία νυκτί, και με την οποία τον ταύτιζαν, παρά τις δικές του αντιρρήσεις, γέννησε μία σειρά άλλων επινοημένων ηρώων. Ο Βύρων είχε επηρεασθεί από τo “Mal du siècle”. Αναφερόταν στον βαθύ πόνο, τον “μακρύ λαβύρινθο της αμαρτίας”, την πατρίδα του που μοιάζει με κελί ερημίτη. Ο Harold στηρίχθηκε στις προσωπικές εμπειρίες του ποιητή, και παράλληλα είλκυε στοιχεία από προγενέστερους λογοτεχνικούς ήρωες. Για παράδειγμα, τον Άμλετ του Σαίξπηρ ή τον Βέρθερο του Γκαίτε, ενώ ο René, πρωταγωνιστής της ομώνυμης νουβέλας του Σατωβριάνδου, είναι ο “δίδυμος αδελφός του”. Ο κατεξοχήν βυρωνικός ήρωας είναι ένας περήφανος μισάνθρωπος, ευμετάβλητος και κυνικός, ο οποίος περιφρονεί τους κανόνες, είναι ωστόσο ικανός για δυνατή και βαθιά αγάπη. Η αγάπη για τον άνθρωπο και η χαρά για τις ανθρώπινες πράξεις του συναντώνται σε πολλά από τα έργα του λόρδου Βύρωνα.

Από το φθινόπωρο του 1812 ως τον Ιανουάριο του 1816, ο Βύρων δημοσίευσε έξι μεγάλα έμμετρα αφηγήματα, με οριενταλιστικά θέματα:

Ο Γκιαούρης (The Giaour: A Fragment of a Turkish Tale, 1813),
Η νύφη της Αβύδου (The Bride of Abydos: A Turkish Tale, 1813),
Ο Κουρσάρος (The Corsair: A Tale, 1814),
Λάρα (Lara, 1814),
Παρισίνα (Parisina, 1816),
Η πολιορκία της Κορίνθου (The Siege of Corinth, 1816).

Πέραν της λογοτεχνικής τους διάδοσης, οι βυρωνικοί ήρωες αποτυπώθηκαν σε έργα τέχνης κάθε είδους, όπως και η μορφή του ίδιου του Βύρωνα, η οποία συγχωνεύθηκε με αυτή του Childe Harold. Ζωγραφικά έργα τέχνης, περίτεχνα επιτραπέζια ρολόγια ή γαλλικά πορσελάνινα βάζα, τα οποία απεικονίζουν μορφές βυρωνικών ηρώων κυκλοφορούσαν σε όλη την Ευρώπη. Καθώς, σταδιακά, οι ήρωες του Βύρωνα άρχιζαν να ταυτίζονται με εμβληματικές μορφές της Ελληνικής επανάστασης, η απόκτηση τέτοιων έργων, που προέβαλαν το ελληνικό ζήτημα, έγιναν status symbols των φιλελληνικών σαλονιών. Έτσι, ο Γκιαούρης, θέμα που απασχόλησε ζωγραφικά τους Γάλλους A. Scheffer, A.M. Colin, A.C.H. Vernet, E. Delacroix και Τ. Géricault, ταυτίσθηκε με μορφή Έλληνα αγωνιστή. O νικητής, “άπιστος” Γκιαούρ που πατά θριαμβευτικά, επί του σκοτωμένου Χασάν, αλληγορικά μιλούσε για τη νίκη του χριστιανικού κόσμου επί του μουσουλμανικού.

 

Σύνθεση από μπρούντζο του 19ου αιώνα, με θέμα τον Γκιαούρη (συλλογή ΕΕΦ).

Πίνακας του 19ου αιώνα του ζωγράφου Rosine, με θέμα την νίκη του Γκιαούρη επί του Χασάν (συλλογή ΕΕΦ)

 

Οι μορφές από τη Νύφη της Αβύδου ταυτίσθηκαν με Σουλιώτες πρόσφυγες από την Πάργα.

 

Πίνακας του 19ου αιώνα του μεγάλου Γάλλου ζωγράφου Alexandre Marie COLIN (1798-1875), με θέμα από το έργο η Νύφη της Αβύδου (συλλογή ΕΕΦ)

Επιτραπέζιο ρολόι του 19ου αιώνα, από την Γαλλία, με θέμα από την νύφη της Αβύδου, που ταυτίζεται με τους πρόσφυγες από την Πάργα (συλλογή ΕΕΦ).

 

Σκηνές από τον Κουρσάρο έδωσαν έμπνευση για τον αποχαιρετισμό του Έλληνα αγωνιστή. Εικόνες από τον Δον Ζουάν, το αριστουργηματικό τελευταίο έργο του Βύρωνα από το 1818, ταυτίσθηκαν με το θέμα του τραυματισμένου Έλληνα αγωνιστή, όπως και με τον Βύρωνα σε γυναικεία αγκαλιά, αυτήν της Ελλάδας.

 

Πίνακας Άγγλου ζωγράφου του 19ου αιώνα, με θέμα από το έργο Don Juan (συλλογή ΕΕΦ).

Επιτραπέζιο ρολόι του 19ου αιώνα, από την Γαλλία, με θέμα από τον Don Juan, που ταυτίζεται με τον Βύρωνα στα χέρια της Ελλάδας (συλλογή ΕΕΦ).

Ζευγάρι βάζων από πορσελάνη με παραστάσεις από έργα του Λόρδου Βύρωνος (συλλογή ΕΕΦ).

 

Το δεύτερο οδοιπορικό του Βύρωνα: Ελβετία, Ιταλία, Ελλάδα

“They made me an Exile / not a slave of me“
(Μέ έκαναν εξόριστο/ όχι όμως σκλάβο του εαυτού μου)
The Prophecy of Dante, (Η Προφητεία του Δάντη), 1919

Όταν ο Ηοbhouse αποχαιρέτησε στις 25 Απριλίου 1816 τον Βύρωνα στις ακτές της Αγγλίας, κανείς από τους δύο φίλους δεν υποψιαζόταν ότι δεν πρόκειται να ξανασμίξουν στο έδαφος της πατρίδας τους. Ο ρομαντικός ποιητής εγκατέλειπε, αυτοεξόριστος, το “κελί του ερημίτη”, για να τερματίσει ένδοξα τη ζωή του στο έδαφος, όπου “για πρώτη φορά ένιωσε χαρούμενος”, όπως έλεγε. Χωρίς, ασφαλώς, να μπορεί να προβλέψει την πορεία και κατάληξη του δεύτερου οδοιπορικού που ξεκινούσε.

Με συντρόφους τον θαλαμηπόλο του, W. Fletcher και τον εικοσάχρονο γιατρό Dr. John Polidori (1795-1821), κατευθύνθηκε μέσω Οστάνδης στις Βρυξέλλες. Επισκέφθηκε το πεδίο της μάχης του Βατερλώ, το οποίο παραλλήλισε με την πεδιάδα του Μαραθώνα. Aπό τη θέα του ιστορικού σημείου εμπνεύσθηκε δύο στροφές για το τρίτο Άσμα του Childe Harold, το οποίο είχε αρχίσει να γράφει εγκαταλείποντας την πατρίδα του. Κατευθύνθηκε προς την Ελβετία. Στη Λωζάνη εμπνεύσθηκε το ποίημα Ο Δεσμώτης του Σιγιόν (The prisoner of Chillon), από τον πατριώτη της Γενεύης, Francois-de-Bonnivard (1496 – 1570), επιθυμώντας να μιλήσει για το ύψιστο ιδανικό της Ελευθερίας. Τον Ιούνιο του 1816 ήταν ήδη εγκατεστημένος στη Villa Diodati, στις όχθες της λίμνης της Γενεύης. Έτυχε να τον ερωτευθεί μία νέα κοπέλα και να τον ακολουθήσει στην περιοδεία του, δίχως ο Βύρων να ανταποκρίνεται ακριβώς στο συναίσθημά της. Ήταν η Claire Clairmont (1798 – 1879), ετεροθαλής αδελφή της συγγραφέως Mary Shelley, συζύγου του Percy Shelley. Η Claire θα είναι το μοιραίο πρόσωπο που θα φέρει σε επαφή τους δύο Άγγλους ποιητές. Στη Γενεύη σχηματίστηκε μία συντροφιά αυτοεξόριστων, ρομαντικών, διανοουμένων, η οποία λειτούργησε καταλυτικά και είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σημαντικών λογοτεχνικών έργων. Ο Βύρων ενθαρρύνθηκε από τον Shelley στη δημιουργία του Don Juan (το οποίο θα συγγράψει λίγο αργότερα, στην Πίζα). Η Mary Shelley συνέλαβε τον Frankenstein, κάποια βραδιά που διασκέδαζαν με “ιστορίες φαντασμάτων”, ενώ ο Polidori εμπνεύσθηκε, από τη μορφή του Βύρωνα, το ιδρυτικό για τη βαμπιρική λογοτεχνία έργο, The Vampyre.

Οι Shelleys επέστρεψαν απρόθυμα στην Αγγλία, με την Claire να εγκυμονεί το παιδί του Βύρωνα. Ο Βύρων με την σειρά του εγκατέλειψε τη Villa Diodati στις 5 Οκτωβρίου 1816 μαζί με τον Hobhouse. Η περιπλάνηση των δύο ανδρών στις Βερναίες Άλπεις έδωσε την αφορμή για τη σύλληψη του Manfred. A Dramatic Poem, που ο Βύρων ολοκλήρωσε το 1817 στη Βενετία. Η προμηθεϊκή μορφή του Manfred (ο “αντίστροφος Φάουστ”) θεωρήθηκε αυτοβιογραφική. Κεντρικές ιδέες είναι και πάλι η θλίψη και η ενοχή, η βαθιά μοναξιά και ο αμαρτωλός έρωτας του παρελθόντος. Η Astarte του Manfred είναι ένα προσωπείο για την Αugusta. Ο Βύρων περιπλανήθηκε εν συνεχεία στις πόλεις Βενετία (1816 – 1819), Ραβέννα (1819 – 1821), Πίζα (1821 – 1822) και Γένοβα (1822 – 1823), όπου εγκαινίασε τη λαμπρή, ιταλική του περίοδο. Στην φάση αυτή συνέθεσε οκτώ θεατρικά έργα, το τέταρτο και τελευταίο Άσμα του Childe Harold, το ιστορικό – πολιτικό του ποίημα Η Εποχή του Ορειχάλκου (“The Age of Bronze”), σατιρικά έργα, όπως ο Beppo, και τα δεκαέξι Άσματα του Don Juan.

Στη συνέχεια, αφού έσμιξε πάλι με τους Shelleys στη Βενετία, και γνώρισε την κόρη του από την Claire, Allegra, κινήθηκε προς τη Ραβέννα. Στο νέο του προορισμό τον οδήγησε ο έρωτας για τη νεαρή κοντέσα Teresa Guiccioli, θυγατέρα του φλογερού Ιταλού πατριώτη κόμη Ruggero Gamba Ghiselli, μέσω του οποίου μυήθηκε στον καρμποναρισμό. Ο υιός του κόμη, Pietro Gamba, λάτρεψε τον Βύρωνα. Τον συνόδευσε στην Ελλάδα, και αργότερα κατατάχθηκε στο σώμα του Φαβιέρου μετά το 1825. Η Τeresa συνδέθηκε ερωτικά με τον Βύρωνα και πήρε διαζύγιο από τον κατά 37 έτη μεγαλύτερό της, κόμη Alessandro Guiciolli. Η πατρική οικογένεια της Τeresa έβλεπε με συμπάθεια τον Βύρωνα, λόγω των πολιτικών του θέσεων.

To 1820 είναι το έτος που τα φιλελεύθερα πατριωτικά κινήματα στην Ιταλία φουντώνουν. Στην Ιταλία εκείνης της περιόδου διασταυρώνονταν Ιταλοί συνομώτες με νεοέλληνες διαφωτιστές, μέλη της Φιλικής Εταιρείας με Άγγλους ρομαντικούς. Οι φωτισμένοι αριστοκράτες της Ραβέννας είναι Carbonari, και ο Βύρων σύντομα λαμβάνει τη θέση του στο κίνημα, ως επίτιμος αρχηγός του τρίτου κλάδου του, της Turba (“Όχλος”), αποτελούμενη στην πλειοψηφία της από εργάτες. Επέλεξε αυτόν τον κλάδο επιδιώκοντας τη δράση και όχι την καθοδήγηση του κινήματος. Με ενθουσιασμό προσέφερε όπλα, προστασία και εμψύχωση στους Ιταλούς αγωνιστές. Σε κάποια επιστολή του έγραφε: “οι λαοί θα νικήσουν στο τέλος. Δεν θα ζω για να το δω, αλλά το προβλέπω”. Αυτή η διατύπωση δεν ακούγεται σε ευθυγράμμιση με κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία. Κατά τον ιστορικό Roderick Beaton, είναι αμφίβολο ότι ο Βύρων είχε ενστερνισθεί την επαναστατική ιδεολογία των καρμπονάρων. Πιθανά ο ποιητής παρακινείτο σε αυτή τη φάση της ζωής του ακόμη από ρομαντισμό και ενθουσιασμό για τη δράση, χωρίς να έχει αφιερωθεί σε έναν συγκεκριμένο αγώνα ή σκοπό.

Όταν τα φιλελεύθερα κινήματα στην Ιταλία απέτυχαν τελικώς, οι Gamba οδηγήθηκαν στην εξορία. Ο Shelley, που είχε επισκεφθεί τη Ραβέννα ώστε να συναντήσει την Allegra στο μοναστήρι που την είχε στείλει ο πατέρας της, τράβηξε τον Βύρωνα και τους Gamba στην Πίζα. Είναι ο φίλος του, ο Percy Shelley, και η σύζυγός του, Mary, εκείνοι που θα τον απαγκιστρώσουν από την ενασχόληση του με το ιταλικό ζήτημα και θα εξάψουν τα φιλελληνικά του αισθήματα. Οι πρώτες ειδήσεις για τα γεγονότα στην Ελλάδα είχαν αρχίσει να φθάνουν στην Ιταλία ήδη από τον Απρίλιο του 1821. Ο Shelley, δίχως η Επανάσταση να έχει καλά καλά ορθοποδήσει, συνέθεσε, το φθινόπωρο του 1821, το αριστουργηματικό του ποίημα Hellas, όπου προφήτευε τον θρίαμβο του ελληνικού Αγώνα για ανεξαρτησία, συνώνυμο του αγώνα για Ελευθερία και Δικαιοσύνη. Το ποίημα αυτό το αφιέρωνε στον φίλο του, πρίγκιπα Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, με τον οποίον οι Shelleys συνδέθηκαν στενά μέσω του κύκλου της Πίζας.

Οι ζυμώσεις που ελάμβαναν χώρα στην Πίζα ήταν καθοριστικές για την ανάδειξη του φιλελληνισμού των Άγγλων ποιητών. Εδώ δρούσε, μακριά από την αστυνομία του Μetternich, o συνιδρυτής της Φιλομούσου Εταίρειας, Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας, Ιγνάτιος. Ο κληρικός αυτός συσπείρωνε γύρω του έναν κύκλο προσώπων που επεδίωκαν να έχουν ενεργό ρόλο στα ελληνικά πράγματα, μεταξύ άλλων τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά. Στην πόλη κατέφθασαν επίσης το 1822 οι John Eduard Trelawny (1792 – 1881) και Leigh Hunt (1784 – 1859). Κατά μία εκδοχή, οι Shelleys σύστησαν τον Μαυροκορδάτο στον Βύρωνα, ενώ μία άλλη εκδοχή θέλει τους δύο άνδρες να συναντώνται για πρώτη φορά στο Μεσολόγγι. Όπως και να έχει, φαίνεται ότι στην Πίζα έλαβαν χώρα κάποιες ψυχικές και νοητικές διεργασίες για τον Βύρωνα, οι οποίες τον οδήγησαν στην Ελλάδα. Προτού εγκαταλείψει την πόλη αυτή, ο Βύρων θα πληγωθεί από τον άδικο πνιγμό του φίλου του, Percy Shelley, τον οποίον θα αποχαιρετήσει αρχαιοπρεπώς μαζί με τους Trelawny και Hunt στην παραλία του Viareggio. Εν συνεχεία μετακομίζει με την Teresa στη Γένοβα, τον Σεπτέμβριο του 1822, έχοντας στο μεταξύ θρηνήσει και για την απώλεια του Polidori, της Lady Milbanke (μητέρα της Anabella) και της πεντάχρονης κόρης του, Allegra.

 

“I must stand by the Cause“

Για δύο έτη μετά την έναρξη της Ελληνικής επανάστασης του 1821, ο Βύρων παρέμεινε αμέτοχος. Η απόφασή του να αφιερωθεί στον σκοπό (“Τhe Cause”, όπως τον ονομάζει), πρέπει, σύμφωνα με τον R. Beaton, να αντιμετωπισθεί ως “αποκορύφωμα της ποιητικής και ιδεολογικής του ανάπτυξης, που επίμονα επιδίωκε να διαπεράσει το περιοριστικό φράγμα των λέξεων, ώστε να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων, στο πεδίο της αληθινής πολιτικής και δράσης”. Η ιδέα της Ελλάδας άρχιζε να κερδίζει έδαφος μέσα του μετά την απώλεια του Shelley.

Τον Απρίλιο του 1823, είχε φθάσει η ώρα της μετάβασης από τον κόσμο των ιδεών, σε εκείνον της δράσης. Στη Γένοβα τον επισκέφθηκαν δύο απεσταλμένοι από την Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου, που είχε ιδρυθεί μόλις έναν μήνα νωρίτερα: ο Ανδρέας Λουριώτης (διαπραγματευτής των δύο πρώτων εθνικών δανείων στο Λονδίνο), και ο Βρετανός πλοίαρχος Edward Blaquière. Τον προσκαλούσαν να μεταβεί στην Ελλάδα ως διαμεσολαβητής εκ μέρους της Φιλελληνικής Επιτροπής, με κύριο ρόλο αυτόν του διαιτητή στις διενέξεις μεταξύ των Ελλήνων, αλλά και για να κατευθύνει τη βοήθεια που στέλνονταν στην Ελλάδα. Αποδέχθηκε την πρόσκληση, νιώθοντας “την επείγουσα ανάγκη να δοθεί μια νέα κατεύθυνση στην πορεία των ιδεών του”. Και πήγε ένα βήμα παραπέρα. Αποφάσισε μόνος του να πολεμήσει για την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Πρώτος σταθμός του ήταν το Αργοστόλι Κεφαλληνίας (3 Αυγούστου 1823), όπου συναντήθηκε με τον Άγγλο διοικητή, Sir Charles James Napier (1782-1853). Μαζί με τον Pietro Gamba εγκαταστάθηκε ως τα τέλη του έτους στο χωριό Μεταξάτα, όπου σήμερα μία προτομή μπροστά στην κατοικία όπου διέμενε, θυμίζει την παρουσία του εκεί. Ξανασυνάντησε Σουλιώτες, ως πρόσφυγες αυτή τη φορά, τους οποίους περιέθαλψε, και πλήρωσε για την ασφαλή τους μετάβαση στο Μεσολόγγι. Τα νέα για την άφιξη του Λόρδου Βύρωνος στην Ελλάδα είχαν ήδη διαδοθεί μεταξύ των Ελλήνων. Είναι συγκινητικό πως η τελευταία επιστολή του ευγενικού ήρωα, Μάρκου Μπότσαρη, πριν το θάνατό του στο Καρπενήσι, απευθυνόταν στον λόρδο Βύρωνα. Στην επιστολή αυτή, ο εμβληματικός ήρωας εξέφραζε με χαρά την επιθυμία του να τον συναντήσει στο Μεσολόγγι.

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, ο Βύρων είχε μία αρκετά ρεαλιστική εικόνα για τις έριδες μεταξύ των Ελλήνων. Κρατούσε όμως μία διπλωματική απόσταση από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, οι οποίες προσπαθούσαν να τον προσεταιρισθούν. Δίσταζε για το εάν έπρεπε να πάει στο Μεσολόγγι το φθινόπωρο του 1823, πριν λάβει σαφείς οδηγίες από την κυβέρνηση. Προκειμένου να μην προκαλέσει το Εκτελεστικόν, δηλαδή την κυβέρνηση Μαυρομιχάλη – Κολοκοτρώνη, απέρριψε την πρόσκληση του Μαυροκορδάτου να τον συναντήσει στην Ύδρα. Η καθυστέρηση του να μεταβεί στο Μεσολόγγι, δεν οφειλόταν σε αναποφασιστικότητα, αλλά σε πρακτική σοφία και πολιτική οξυδέρκεια, με στόχο να διατηρήσει τις ισορροπίες. Πράγματι, από τη στιγμή που ο λόρδος πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα, μεταμορφώθηκε από ποιητή, σε ρεαλιστή πολιτικό άνδρα. Μία επιστολή του προς τον Μαυροκορδάτο (02/12/1823) δείχνει τη βαθιά του αγωνία για τις τύχες των Ελλήνων:

“Λυπούμαι πάρα πολύ, ακούγοντας, ότι εξακολουθούν ακόμη οι εσωτερικές διχόνοιες στην Ελλάδα, και μάλιστα σε μια στιγμή, που θα μπορούσε να νικήσει παντού, όπως ενίκησε ήδη σε αρκετά μέρη. Η Ελλάς βρίσκεται μπροστά σε τρεις δυνατότητες, Ή να ανακτήσει την ελευθερία, ή να γίνει υποτελής των Ευρωπαίων ηγεμόνων ή να καταντήσει πάλι μια τουρκική επαρχία. Δεν έχει να διαλέξει παρά ένα από αυτά τα τρία. Αλλά νομίζω, ότι ο εμφύλιος πόλεμος είναι ο δρόμος, που οδηγεί στα δυο τελευταία. Αν ζηλεύει την τύχη της Βλαχίας ή της Κριμαίας, μπορεί να την έχει αύριο. Αν την τύχη της Ιταλίας, μπορεί να την έχει μεθαύριο. Αν, όμως, θέλει η Ελλάς να γίνει για πάντα ελεύθερη και ανεξάρτητη, πρέπει να το αποφασίσει τώρα, ή δεν θα έχει πια ευκαιρία.”

Ο ιστορικός George Finley εκτιμά ότι, αν ο Βύρων είχε ζήσει, θα είχε συμβάλλει καθοριστικά στην αποτροπή δύο εμφυλίων πολέμων. Ο σκοπός του στην Ελλάδα ήταν να ενώσει, όχι να διχάσει.

Στο Μεσολόγγι έφθασε στις 5 Ιανουαρίου 1824. Συγκεντρωμένα από την αυγή τα πλήθη πολιτών, στρατιωτικών, γυναίκες με τα παιδιά τους, ανέμεναν με αγωνία την άφιξη του “αγγέλου λυτρωτή” τους. Η ακτινοβολία της προσωπικότητας του Λόρδου Βύρωνος ήταν τεράστια. Η περίφημη ελαιογραφία του L. Lipparini, “O όρκος του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι”(1824) αλλά και αυτή του Θ. Βρυζάκη, με θέμα “Η υποδοχή του λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι” (1861), αποδίδει το κλίμα ενθουσιασμού που επικρατούσε.

 

Πίνακας του 19ου αιώνα, με θέμα το έργο του Ludovico Lipparini (1800-1856) που βρίσκεται σήμερα στο Museo Civico του Treviso (συλλογή ΕΕΦ)

Πιάτο από πορσελάνη του 19ου αιώνα, με θέμα την είσοδο του Λόρδου Βύρωνος στο Μεσολόγγι (συλλογή ΕΕΦ)

 

Εγκαταστάθηκε στην αρχοντική κατοικία της οικογένειας Καψάλη, την οποία τίναξε στον αέρα ο Χρίστος Καψάλης κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου, τον Απρίλιο 1826. Ο Βύρων έδρασε στο Μεσολόγγι κατευναστικά και με μετριοπάθεια σε περιπτώσεις ταραχών μέσα στην πόλη (π.χ. με τους Σουλιώτες). Οι Μεσολογγίτες τον εκτιμούσαν για την αποφασιστικότητα και την ανδρεία του. Ο μεγάλος ποιητής ήταν πράγματι ετοιμοπόλεμος. Μάλιστα θεωρούσε ότι “το ξίφος προηγείται της πένας”, σε αντίθεση με τον συνταγματάρχη Leicester Stanhope (1784 -1862), ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα με όπλα την παιδεία και τον Τύπο (προωθούσε την εγκατάσταση τυπογραφείου, την ελευθεροτυπία, την καθολική εκπαίδευση κλπ.). Προκαλεί εντύπωση και θαυμασμό η αντιστροφή των ιδιοτήτων μεταξύ ενός ποιητή χωρίς πολεμική πείρα και ενός πολύπειρου στρατιωτικού. Ο Βύρων έλαβε αξίωμα αρχιστρατήγου, και ετοίμαζε μία σημαντική στρατιωτική επιχείρηση κατά της Ναυπάκτου, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε. Μάλιστα για το αξίωμα αυτό ο Βύρων αυτοσαρκαζόταν για τη χωλότητά του, και θύμιζε ότι “είχε τουλάχιστον ένα προσόν στρατηγού, ότι δεν ήταν δυνατό να τραπεί σε φυγή”. Περισσότερο από τον τίτλο της αρχιστρατηγίας, βέβαια, ο ίδιος ήθελε να είναι ο συμφιλιωτής των Ελλήνων.

 

Ο Λόρδος Βύρων με στολή Έλληνα επαναστάτη, με όπλα το σπαθί του, αλλά και την κλασσική του παιδεία και το λογοτεχνικό του έργο. Πίνακας του 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ).

Η ζώνη του Λόρδου Βύρωνος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Μεσολόγγι (συλλογή ΕΕΦ).

Η παλάσκα του Λόρδου Βύρωνος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Μεσολόγγι (συλλογή ΕΕΦ).

Το σπαθί του Λόρδου Βύρωνος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Μεσολόγγι (συλλογή ΕΕΦ).

 

Την περίοδο αυτή κατέστη σαφές ότι ο εξωτερικός δανεισμός ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του ελληνικού Αγώνα. Ο δανεισμός θα επέτρεπε τη ναύλωση στόλου σύγχρονων πολεμικών πλοίων, την αγορά πολεμοφοδίων, την αποφυγή του εμφύλιου σπαραγμού και την εν γένει θωράκιση του αγώνα από τις εξωτερικές επιθέσεις. Ο ίδιος ο Βύρων ήταν διατεθειμένος να συμβάλει και χρηματικά στον αγώνα. Για παράδειγμα πλήρωσε προκαταβολικά μέρος του εθνικού δανείου από δικούς του πόρους. Στις 30 Νοεμβρίου 1823 χρηματοδότησε μάλιστα το ταξίδι του Ιωάννη Ορλάνδου (1770 – 1852) και Ανδρέα Λουριώτη (1789 – 1854) στο Λονδίνο για τη διαπραγμάτευση του πρώτου δανείου προς την Ελλάδα. Ήταν αφιλοκερδής, παράλληλα όμως ο ρεαλιστής μέσα του αγωνιούσε μήπως κατηγορηθεί για ιδιοτέλεια. Ανησυχούσε επίσης, μήπως η ξένη βοήθεια γίνει μήλον της έριδος μεταξύ των διαφόρων αρχηγών, και με πραγματισμό έκρινε ότι το πρώτο βήμα προς την ελευθερία, είναι η επιβολή της τάξης. Στήριζε για αυτόν το λόγο τη θέση, ότι έπρεπε να σχηματισθεί μία ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, η οποία θα έφερε την ευθύνη για τη διαχείριση του δανείου. Οραματιζόταν ένα συγκεντρωτικό κράτος με συνταγματική κυβέρνηση, φαινόμενο νεωτερικό στην εποχή του, και την Ελλάδα ως ηγέτιδα δύναμη εντός της Ευρώπης.

Η πολυετής περιπλάνηση του στις χώρες της Ευρώπης τον είχε εξοικειώσει με τις πραγματικές πολιτικές διαθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Ήταν ο άνθρωπος που με την ίδια άνεση κινούνταν σε σαλόνια κυρίων, συνδιαλεγόταν με καλλιτέχνες και πολιτικούς, και απευθυνόταν στον ελληνικό λαό και τους οπλαρχηγούς.  Η θέση του στη Βουλή των Λόρδων του είχε προσφέρει πολύτιμες γνωριμίες, π.χ. με τον George Canning (1770-1827), την πολιτική του οποίου εγκωμίασε στο ποίημά του Η Εποχή του Ορειχάλκου (1823). Ο Βύρων και ο Shelley είχαν ήδη απευθύνει ποιήματα εναντίον του πολιτικού αντιπάλου του Canning, και πανίσχυρου άνδρα της εποχής, Castlereagh (Robert Stewart, Viscount Castlereagh, 1769 – 1822). Η φιλελεύθερη εξωτερική πολιτική του Canning, εμπνευσμένη από το έργο του Λόρδου Βύρωνος, έδωσε αποφασιστικό πλήγμα στην Ιερά Συμμαχία, ενώ ευνόησε τους Νοτιοαμερικανούς και τους Έλληνες. Η Μεγάλη Βρετανία αναγνώρισε τον Μάρτιο του 1823 τη νομιμότητα του ναυτικού αποκλεισμού που είχαν επιβάλει οι Έλληνες. Το γεγονός έχει βαρύνουσα σημασία, ως η πρώτη πράξη αναγνώρισης των Ελλήνων ως εμπολέμων.

Αυτό, βέβαια, δε σήμαινε ότι το πνεύμα του Metternich είχε τελείως εκλείψει στην Ευρώπη. Ο Βύρων είχε επίγνωση της πραγματικότητας, και έκρινε ότι η προσέλκυση της συμπάθειας των πολιτικών ανδρών όλων των αποχρώσεων, δεν μπορούσε να στηριχθεί επάνω σε “καρμποναρικά” αιτήματα. Ο ίδιος δεν έβλεπε μία άμεση σύνδεση της Ελληνικής Επανάστασης με τη Γαλλική ή άλλες επαναστάσεις στην Ευρώπη. Έβλεπε να λαμβάνει χώρα κάτι πολύ μεγαλύτερο στην Ελλάδα. H Διακήρυξη της πρώτης Εθνοσυνελεύσεως στην Επίδαυρο (15/27.01.1822) έκανε λόγο για πόλεμο εθνικό και ιερό, ανάκτηση της ελευθερίας, ιδιοκτησίας και τιμής, αγαθά τα οποία χαίρονται όλοι οι γειτονικοί λαοί της Ευρώπης, πλην των Ελλήνων, που υποφέρουν από την Οθωμανική τυραννία. Ο δε ιστορικός Διονύσιος Ζακυθηνός διέκρινε “μίαν διαρκή κατάστασιν αντιστάσεως“ στο ελληνικό απελευθερωτικό κίνημα, ένας σταθμός του οποίου είναι η επιτυχής απόληξη του Εικοσιένα. Αυτά τα στοιχεία καταδεικνύουν την πολυπλοκότητα και την ιδιομορφία του ελληνικού Αγώνα, την οποία ο Βύρων αντιλαμβανόταν και ήθελε να προασπισθεί. Για τον Βύρωνα, ο αγώνας των Ελλήνων όφειλε πρωτίστως να (αυτο)προβάλλεται ως αγώνας μεταξύ πολιτισμών: του χριστιανισμού που παλεύει να απελευθερωθεί από τον ισλαμισμό. Μόνον έτσι θα αποκτούσε στα μάτια των Ευρωπαίων το απαραίτητο έρεισμα.

Η παρουσία του Βύρωνα στην Ελλάδα απετέλεσε την κινητήρια δύναμη, και την εγγύηση, για τη χορήγηση του πρώτου δανείου από την Μεγάλη Βρετανία, ύψους 800.000 λιρών, τον Φεβρουάριο του 1824. Ο ίδιος ορίσθηκε επίτροπος για τη διαχείριση του, από κοινού με τους Λάζαρο Κουντουριώτη και συνταγματάρχη Stanhope. Κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, εξέφρασε την πεποίθησή του στον Pietro Gamba, ότι, χάρη στην πολιτική του Canning, οι Έλληνες θα στραφούν με φιλική διάθεση προς την Αγγλία. Τον Ιανουάριο του 1825, όταν ο Βύρων έχει ήδη χάσει τη ζωή του στο Μεσολόγγι, ακολούθησε ένα δεύτερο δάνειο προς την Ελλάδα με τη μορφή ομολόγου. Τα χρήματα τα πρόσφεραν απλοί πολίτες, συγκινημένοι από τον θάνατο του, ο οποίος έδωσε νέα πνοή στο φιλελληνικό κίνημα από το 1824 και εξής.

 

“Heaven gives its favourites early death”
«Ο παράδεισος χαρίζει στους αγαπημένους του πρόωρο θάνατο»
(Childe Harold´s Pilgrimage, Canto IV, C II.)

Αν κλαις τη νιότη σου, τότε μη ζήσεις! / Χρέος και θάνατος σωστός εδώ / με σφαίρες τη ζωή σου να σφαλίσεις / στο χώμα αυτό.
Γύρνα με περιέργεια το κεφάλι / μέτρα καλά, να ναι φαρδύς πλατύς ο τάφος σου / κι ύστερα από τη ζάλη / πέσε ν´αναπαυτείς.
“Σήμερα συμπληρώνω τα τριανταέξη μου χρόνια…”
(On this day I complete my thirty – sixth year. Missolonghi, Jan. 22, 1824, μτφ. Νίκου Σπάνια)

Τις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου του 1824, ο Βύρων παραπονείτο συχνά στον Pietro Gamba για την υγεία του. Είχε προηγηθεί μία κρίση επιληψίας τον Φεβρουάριο. Οι αδιάκοπες βροχοπτώσεις, ο κατακλυσμός της πόλης από βαλτόνερα, τον εμπόδιζαν να κάνει τους μεγάλους περιπάτους του, όπως συνήθιζε. Στις 10 Απριλίου εξήλθε έφιππος εν μέσω καταιγίδας, γεγονός που στάθηκε μοιραίο για τον ίδιο. Ίσως ο Βύρων είχε αποφασίσει ότι η Ελλάδα ήταν ο τελευταίος σταθμός της ζωής του. Έλεγε στον Τίτα, τον γονδολιέρη του στη Βενετία που είχε πάρει μαζί στην Ελλάδα: “Δεν θα φύγω ποτέ πλέον από την Ελλάδα. Οι Τούρκοι, οι Έλληνες ή και το κλίμα, δε θα με αφήσουν να φύγω”. Δίχως ίχνος μεμψιμοιρίας, περιέγραφε το προαίσθημα του αναπόφευκτου τέλους στο ποίημα που εμπνεύσθηκε την ημέρα των τελευταίων του γενεθλίων. “On this day I complete my thirty – sixth year. Missolonghi, Jan. 22, 1824”. Ξημερώματα της 19ης Απριλίου 1824, εν μέσω φρικτής κακοκαιρίας, ο καθηλωμένος στο κρεβάτι του Βύρων άνοιξε τα μάτια του για τελευταία φορά, και τα ασφάλισε αμέσως ξανά, για πάντα.

Η γνωστοποίηση του θανάτου του βύθισε το Μεσολόγγι στο πένθος. Με αγγελτήριο κηρύχθηκε γενική πενθηφορία 21 ημερών με αναπομπή δεήσεων από τις εκκλησίες. Τριανταεπτά κανονιοβολισμοί διατάχθηκε να πέσουν με την ανατολή του ηλίου της επομένης, μία κάθε λεπτό, αντιστοιχώντας στα έτη ζωής του. Η καρδιά του έμεινε, για μία νύκτα, στην εκκλησία για λαϊκό προσκύνημα. Οι Μεσολογγίτες ζητούσαν να μείνουν στην πόλη τους ο λάρυγγας και ο πνεύμονας του, εκείνου που “έδωσε τη φωνή του και την ανάσα του για την Ελλάδα”. Τελικά έμεινε ένα δοχείο με τους πνεύμονες του στο Μεσολόγγι. Το σώμα του ταριχεύθηκε και αργότερα μεταφέρθηκε στην Αγγλία. Κατά τη μαρτυρία του ιατρού του, J.M. Millingen, ο ίδιος ο Βύρων είχε αποδεχθεί το θάνατο του, ζητούσε να μη γίνουν τιμητικές τελετές, και ήθελε τα οστά του να παραμείνουν στην Ελλάδα. Τάφηκε στις 10/22 Απριλίου, κοντά στους τάφους του Μάρκου Μπότσαρη και του Φιλέλληνα στρατηγού Normann, σε μία ξύλινη κάσα σκεπασμένη με μαύρο μανδύα, πάνω στην οποία τοποθετήθηκαν ένα κράνος, ένα ξίφος και ένας στέφανος δάφνης. Ο συνδημότης του, Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873) εκφώνησε έναν εξαιρετικό επικήδειο για τον μεγάλο Λόρδο Βύρωνα.

Ο θάνατος του προκάλεσε σοκ σε όλον το δυτικό κόσμο. Oι Times του Λονδίνου ανέφεραν ότι απεβίωσε ο πιο αξιοσημείωτος Άγγλος του καιρού του. Η αγγλική κοινή γνώμη συνταράχθηκε, “σαν να έγινε σεισμός”, κατά την περιγραφή του Hobhouse, o οποίος στις 2 Μαΐου παρέλαβε τα λείψανα του. Ακολούθησε λαϊκό προσκύνημα των λειψάνων (9-11 Μαΐου), με ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις να περιφρουρούν το πλήθος. Η σύγχυση που επικρατούσε ήταν πρωτοφανής, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής. Τα επίσημα πρόσωπα που παρευρέθηκαν ήταν ελάχιστα – κυρίως πρόσωπα από τη φιλελληνική αντιπολίτευση, από το ριζοσπαστικό κόμμα και από τη ριζοσπαστική μερίδα των Whigs. Ο νεκρός μεταφέρθηκε εν συνεχεία στο χωριό Hucknall Torkard του Nottingham, ώστε να ενταφιασθεί στην οικογενειακή κρύπτη των Byron. Αντίστοιχες, ανεξέλεγκτες εκδηλώσεις λατρείας και αγανάκτησης έλαβαν χώρα κατά το δεύτερο λαϊκό προσκύνημα που οργάνωσε εκεί ο Hobhouse.

Οι εκδηλώσεις για τον πρόωρο θάνατό του, ταυτίσθηκαν σχεδόν αυτόματα με τη συμπαράσταση υπέρ των Ελλήνων. Άμεσα αναζωογονήθηκε το φιλελληνικό ρεύμα την επαύριο του θανάτου του, με τους Βρετανούς να αναλαμβάνουν την πρωτοκαθεδρία του κινήματος από το 1824. Έναν χρόνο αργότερα, ο Ελβετός τραπεζίτης Jean-Gabriel Eynard (1775 – 1863), πρωτοστάτησε στην ίδρυση νέων φιλελληνικών κομιτάτων στο Παρίσι και στη Γενεύη, τα οποία στόχευαν πρωτίστως στην αντιμετώπιση του υποσιτισμού στην Ελλάδα. Η Επιτροπή του Παρισιού ασχολήθηκε με την αποστολή στρατιωτικών και την εκπαίδευση ελληνοπαίδων στο Παρίσι. Περισσότερο καθυστερημένα από Βρετανούς συναδέλφους τους, μεταστράφηκαν υπέρ του ελληνικού αγώνα οι Γάλλοι ρομαντικοί François-Auguste-René de Chateaubriand (1768 – 1848), Victor Hugo (1802 – 1855) και Alphonse de Lamartine (1790 – 1869), οι οποίοι εν τω μεταξύ, είχαν αναθεωρήσει τις πολιτικές τους θέσεις υπέρ της μοναρχίας. Οι εξελίξεις αυτές αποτελούσαν αξιοσημείωτες συμπτώσεις, αν αναλογισθεί κανείς την επίδραση που είχε το ρομαντικό κίνημα στη διάδοση του φιλελληνισμού. Στη Νέα Υόρκη, στη Φιλαδέλφεια, στη Βοστώνη, όπου εκδηλωνόταν ήδη ένα σημαντικό φιλελληνικό ρεύμα από τα τέλη του 1823, ο θάνατος και η ειδωλοποίηση του Βύρωνα ξύπνησαν πραγματικό “ελληνικό πυρετό”. Αμερικανοί εθελοντές έφθασαν ως την Ελλάδα για να τη συνδράμουν στον αγώνα της. Πρώτος είχε έρθει ο George Jarvis (1797 – 1828), ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα υπασπιστή του Λόρδου Βύρωνος στο Μεσσολόγγι και εκπαιδευτής των Σουλιωτών. Μετά τον θάνατο του Λόρδου Βύρωνος, ακολουθήσε ο στρατιωτικός Jonathan Peckham Miller (1797 – 1847) και ο γιατρός Samuel Howe (1801 – 1876). Οι τρεις αυτοί φίλοι προσέφεραν πολλά στην Ελλάδα, εμπνευσμένοι από το έργο του Λόρδου Βύρωνος. Μάλιστα, ο γιατρός Samuel Howe επέστρεψε στις ΗΠΑ το 1828 και οργάνωσε περιοδείες και εράνους σε όλες τις Πολιτείες υπέρ των ΗΠΑ. Τα βασικά αντικείμενα που χρησιμοποιούσε για να προσελκύσει το ενδιαφέρον των Αμερικανών, ήταν τα προσωπικά αντικείμενα του Λόρδου Βύρωνος. Ο μεγάλος Φιλέλληνας ποιητής, βοηθούσε ακόμη και νεκρός την υπόθεση της Ελλάδας.

Η βυρωνολατρεία έγινε σχεδόν τρόπος ζωής σε όλον τον δυτικό κόσμο. Επηρέασε τα γράμματα (μεταξύ άλλων, τους Heinrich Heine, Wilhelm Müller, A. Pushkin, M. Lermontov, Oscar Wilde, V. Hugo, A. Dumas), τη μουσική (F. Liszt, G. Rossini, H. Berlioz, G. Verdi, κλπ.), τις καλές τέχνες (E. Delacroix, Colin, Vernet, Gericault, Liparini, Philips, κλπ.), την προσωπογραφία, ακόμη και την ενδυμασία του 19ου αιώνα (το ανοικτό πουκάμισο ονομάσθηκε Byrons collar). Έγινε αντικείμενο λατρείας, όχι μόνον για διανοούμενους και καλλιτέχνες, αλλά και για τους απλούς ανθρώπους. Eνα πρόσωπο που απέκτησε σχεδόν μεταφυσική διάσταση. Συγκινητικές είναι οι ιστορίες που αναφέρουν ότι πλήθος κόσμου ζητούσε να προμηθευθεί λίγο οινόπνευμα ως φυλακτό από το δοχείο στο οποίο είχε τοποθετηθεί η σορός του Βύρωνα κατά το τελευταίο ταξίδι από το Μεσολόγγι στο Λονδίνο. Συγκλονιστική είναι και η μαρτυρία της μικρής Μεσολογγίτισσας που κρατούσε τις παντόφλες του “Μιλόρδου” ως φυλακτό, κατά την έξοδο της από την πολιορκούμενη πόλη.

Όταν στις 10 Απριλίου 1826, οι πολιορκημένοι άμαχοι Μεσολογγίτες πραγματοποίησαν την ηρωική τους Έξοδο από την πόλη, τα φώτα της διεθνούς κοινής γνώμης στράφηκαν πάλι επάνω στην Ελλάδα. Είχαν περάσει σχεδόν δύο χρόνια από το θάνατο του μεγάλου ποιητή. Το ελληνικό ζήτημα διεθνοποιήθηκε, όπως επιθυμούσε ο ίδιος ο Βύρων, με άμεση συνέπεια την εμπλοκή των τριών δυνάμεων (Μ. Βρετανίας, Γαλλίας, Ρωσίας) στο Ναυαρίνο (8/20 Οκτωβρίου 1827), σώζοντας την Ελληνική Επανάσταση. Η σύνδεση του ονόματος του Βύρωνα με το Μεσολόγγι, είχε συμβάλλει καθοριστικά γι’αυτές τις εξελίξεις. Ο δρόμος για την ανεξαρτησία της Ελλάδας ήταν πλέον ανοικτός.

Οι εθνικοί ποιητές της Ελλάδας, Διονύσιος Σολωμός (1798 – 1857) και Ανδρέας Κάλβος (1792 – 1867) συνέθεσαν προς τιμήν του δύο μεγάλες Ωδές. Η Ωδή του Δ. Σολωμού υπό τον τίτλο “Εις τον θάνατον του Λορδ Μπάιρον” (Ζάκυνθος, 1825) αποτελείται από 166 τετράστιχες στροφές και είναι γραμμένη στο ίδιο μέτρο που χρησιμοποίησε για τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας. Τον “Ύμνον εις την Ελευθερία”. Ξεκινά με τη γνωστή στροφή:

“Λευτεριά, για λίγο πάψε/ να χτυπάς με το σπαθί/
Τώρα σίμωσε και κλάψε/ εις του Μπάιρον το κορμί”.

Η Ωδή κλείνει υπενθυμίζοντας την αγωνία του Βύρωνα για εθνική ομοψυχία μεταξύ των Ελλήνων:

“Η Διχόνοια κατατρέχει την Ελλάδα / αν νικηθεί
ΜΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΧΕΙ, / τ´όνομα σας ξαναζεί.”

Ο Κάλβος έγραψε τη Βρετανική Μούσα, αποτελούμενη από 24 τετράστιχα, το 1826. Στη στροφή η´ απευθύνεται στον Βύρωνα με τα εξής λόγια:

“Ω Βύρων ω θεσπέσιον
πνεύμα των Βρετανίδων
τέκνον Μουσών και φίλε
άμοιρε της Ελλάδος
καλλιστεφάνου”.

Ένα επίγραμμα για τον Βύρωνα έγραψε και ο Κωστής Παλαμάς, εκατό χρόνια μετά το θάνατο του, συνοψίζοντας σε έναν στίχο την ουσία της ζωής και του θανάτου του:

κι αν έζησες Διόνυσος, ξεψύχησες Μεσσίας”.

Πέραν της απόδοσης τιμών στον Λόρδο Βύρωνα από τους κορυφαίους εθνικούς ποιητές της Ελλάδος, οι Έλληνες πολίτες έδειξαν την ευγνωμοσύνη τους και με άλλους τρόπους. Στον κήπο Ηρώων Μεσολογγίου έγιναν στις 21 Οκτωβρίου 1881 τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα και μνημείου του Λόρδου Βύρωνος, η ανέγερση του οποίου οφείλεται στις πρωτοβουλίες του Φιλολογικού Συλλόγου «Βύρων». Ο σχεδιασμός τους ανατέθηκε στον Σύρο γλύπτη, Γεώργιο Βιτάλη, ο οποίος βασίσθηκε στο πρότυπο του αγάλματος του Bertel Thorvaldsen. Η χρηματοδότηση στηρίχθηκε σε προσφορές, για τη συλλογή των οποίων διορίσθηκε υπεύθυνος, με βασιλικό διάταγμα, ο ναύαρχος Κανάρης.

 

Το άγαλμα του Λόρδου Βύρωνος στον κήπο των Ηρώων στο Μεσολόγγι.

 

Στην Αθήνα, ανεγέρθη, στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Αμαλίας και Βασιλίσσης Όλγας, ένα από τα ομορφότερα αγάλματα της πρωτεύουσας, το γνωστό και ως άγαλμα του Βύρωνος, το οποίο φέρει την επιγραφή “H Ελλάδα (στέφει) τον Βύρωνα”. Με τη μορφή ημίγυμνης, καθήμενης γυναίκας, η Ελλάδα στεφανώνει τον Βύρωνα με κλαδί φοίνικα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Πίσω από τις δύο μορφές του μαρμάρινου γλυπτικού συμπλέγματος, ένας γονυπετής, σκλαβωμένος Έλληνας, θυμίζει ποιους πραγματικά ευεργέτησε ο Βύρων. Το έργο ολοκληρώθηκε αφού είχε αποβιώσει ο χρηματοδότης του, πρόεδρος του Συλλόγου «Βύρων», Δημήτριος Στεφανόβικ Σκυλίτσης, καθώς και ο πρώτος γλύπτης του, ο Henri Michel Antoine Chapu (1833-1891). Το συνέχισε ο γλύπτης Jean Alexandre Joseph Falquiere (1831-1900) και το ολοκλήρωσε ο Λάζαρος Σώχος (1857 ή 1862 – 1911). Το άγαλμα παραδόθηκε το 1924, με την ευκαιρία του εορτασμού των εκατό χρόνων από το θάνατο του ποιητή. Μία γνωστή αστική περιοχή της Αθήνας έλαβε την ονομασία Βύρωνας.

 

Το άγαλμα του Λόρδου Βύρωνος στην Αθήνα.

 

Για τους σύγχρονους Έλληνες, ο Λόρδος Βύρων αποτελεί ως σήμερα μία μορφή ευγενούς ήρωα, που αγάπησε την Ελλάδα και θυσιάσθηκε για την ελευθερία της. Η ζωή και η προσφορά του μεγάλου αυτού ανδρός, αποτελεί την ενσάρκωση του Φιλελληνισμού αυτού καθαυτού.

Ο Λόρδος Βύρων πέθανε επικηρυγμένος από την Υψηλή Πύλη, ευεργέτης για το Μεσολόγγι και επίτιμος πολίτης του, σωτήρας της Ελλάδος. Αυτοί οι τίτλοι δηλώνουν εύγλωττα και εν συντομία ποιόν σκοπό υπηρέτησε, και με ποιο στρατόπεδο συντάχθηκε ο ποιητής στη ζωή του: αυτό της Ελευθερίας και των αξιών του Ελληνισμού.

 

Αναμνηστικό μετάλλιο του 1824 του A.J. Stothard (συλλογή ΕΕΦ).

 

Η ΕΕΦ, η Ελλάδα και οι Έλληνες θα τιμούν αιώνια τον μεγάλο αυτό άνθρωπο.

 

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  • Beaton Roderick, Βελέντζας Κωνσταντίνος, Παπαθανασίου Φώτης, Λόρδος Βύρων. Η συμβολή του στην ανεξαρτησία της Ελλάδος, Διάλεξη, Ίδρυμα Μποδοσάκη, 11/12/2019.
  • Beaton Roderick, From Ancient to Modern: Byron, Shelley, and the Idea of Greece, panoreon.gr.
  • Βeaton Roderick, Kittmer John, Βλαβιανός Χάρης, Ήταν “μνημονιακός” ο Μπάιρον; H πραγματική συμβολή του άγγλου ποιητή στον Αγώνα του 1821. Διάλεξη, Megaron Plus, 13/04/2016.
  • Brewer, David, H φλόγα της Ελευθερίας 1821-1833, Πατάκης, 2020.
  • Christiansen, Rupert, Romantic Affinities: Portraits from an Age, 1780–1830, 1989, Cardinal.
  • Dakin, Douglas, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005.
  • Droulia, Loukia, The Revival of the Greek Ideal and Philhellenism. A Perambulation, Institute for Neohellenic Research/NHRF, in: Filhellenizm w Polce. Rekonesans, 2007.
  • Κανελλόπουλος, Παναγιώτης, Λόρδος Βύρων, Εκδόσεις Διον. Γιαλλέλης, Αθήνα 1983.
  • Καστρίτη, Νατάσα, Η Ελλάδα του 21 με τη ματιά των Φιλελλήνων. Γαλλική φιλελληνική παραγωγή από τις συλλογές του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, Αθήνα 2006.
  • Κεφαλληναίου, Ευγενία, Οι ανδριάντες του Βύρωνα, ένθετο 7 Ημέρες, εφημερίδα Καθημερινή, 2000.
  • Κεφαλληναίου, Ευγενία, Ο Βυρωνισμός στην Ελλάδα, Νέα Εστία 1451, 1987.
  • Κοτσογιάννης, Θοδωρής, Η Ελληνική Επανάσταση στην ευρωπαϊκή τέχνη. Φιλελληνικά έργα τέχνης από τη Συλλογή της Βουλής. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2019.
  • Κυριάκης, Θωμάς, Η πρόσληψη «εθνικών αξιών» στην περίπτωση του Ιγνατίου Ουγγροβλαχίας, cognoscoteam,30/06/2020.
  • Mac Carthy, Fiona, BΥΡΩΝ. Ο βίος και ο θρύλος, ποταμός, Αθήνα 2005.
  • Mπίρταχας, Στάθης, Το Ημερολόγιο της πολιορκίας του Ναυαρίνου του Giacinto Provana di Collegno (1824-25), Eταιρεία για τον Ελληνισμό και Φιλελληνισμό, 5 Οκτωβρίου 2019.
  • Παπαρρηγόπουλος, Κωνσταντίνος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Η Ελληνική Επανάσταση και η ίδρυση του ελληνικού κράτους (1821-1832), τόμος ΙΒ´, Eκδοτική Αθηνών, 1975.
  • Ραΐζης, Μάριος Βύρων, Η ποίηση του Μπάιρον. Πανόραμα και σχόλιο. Gutenberg, Aθήνα 1994.
  • Raizis, M. Byron, The Greek poets praise „the Britannic Muse“, 1976
  • Stoneman, Richard, Αναζητώντας την κλασική Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2008.
  • Trelawny, John Eduard, Records of Shelley, Byron and the Author, 1878.
  • Τρούσας, Φώντας, Όταν ο Νίκος Σπάνιας μετέφραζε ένα ασύλληπτο ποίημα του Λόρδου Βύρωνα, εφημερίδα Lifo, 11.03.2016.