Ο Thomas Moore (1779-1852), ήταν ο πιο γνωστός ποιητής της Ιρλανδίας κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Ήταν φλογερός καθολικός πατριώτης, και στήριζε πολιτικά την παράταξη των Whigs στην Μεγάλη Βρετανία.

Εκτός από την ποίηση και το συγγραφικό του έργο, ήταν μουσικός και σατιρογράφος σε εφημερίδες. Έγινε γνωστός με το προσωνύμιο “Ανακρέων Moore”, κατά τον διάσημο λυρικό ποιητή της αρχαιότητας.  Ήταν από τα πρώτα μέλη της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, και συνδέθηκε φιλικά με τη Mary Shelley και τον Λόρδο Βύρωνα. Μάλιστα ο Λόρδος Βύρων (1788 – 1824) του είχε παραδώσει τα απομνημονεύματά του για να τα δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του. Ο Moore θεώρησε σωστό να τα κάψει για να μην θιγεί η υστεροφημία του μεγάλου ρομαντικού ποιητή. Αργότερα, με την πολύτιμη βοήθεια της Mary Shelley (1797 – 1851), συνέθεσε μία βιογραφία για τον Λόρδο Βύρωνα, για να αναπληρώσει την απώλεια των απομνημονευμάτων του. Έγινε ευρύτερα γνωστός για τις Ιρλανδικές Μελωδίες (Irish Melodies), οι οποίες μετέφεραν θέματα από την ζωή στην Ιρλανδία. Με το έργο του αυτό βοήθησε στην ανάπτυξη μιας διακριτής, αγγλόφωνης ποιητικής παράδοσης στην πατρίδα του, η οποία ως τότε εκφραζόταν στα γαελικά, και καθιερώθηκε ως “εθνικός βάρδος” της Ιρλανδίας. Ο Moore αποτέλεσε έναν από τους πρωταγωνιστές της Ελευθερίας στην πατρίδα του.

Γεννήθηκε στις 28 Mαίου 1779 στο Δουβλίνο. Ήταν μοναχογιός καθολικών γονέων, οι οποίοι σύμφωνα με το ισχύον σύστημα της εποχής, δεν είχαν δικαίωμα ψήφου, δε δικαιούνταν να κατέχουν σημαντικές θέσεις ή να είναι ένορκοι σε δικαστήρια, να φέρουν όπλα και να φοιτούν σε καλά σχολεία. Η μητέρα του ήταν μία γενναία γυναίκα, η οποία τον παρότρυνε να καλλιεργήσει την καλλιτεχνική του πλευρά και να παλεύει ενάντια στον ζυγό του καθολικισμού. O Moore θεωρούσε τον καθολικισμό ως την εθνική θρησκεία, σημαντική για την εθνική ταυτότητα των Ιρλανδών. Ο ίδιος υπήρξε ωστόσο ένας μάλλον ασυνεπής καθολικός, ήδη από τα χρόνια που σπούδαζε στο κολλέγιο Trinity, ένα χαρωπό πνεύμα που αγαπούσε ό,τι αντιπαθούσαν οι προτεστάντες: τη μουσική, τη θεατρικότητα, το χιούμορ.

Το 1795 ξεκινά σπουδές νομικής στο Trinity College, με συμμαθητές τους Robert Emmett και Εdward Hudson, μέλη των Ηνωμένων Ιρλανδών (The Society of the United Irishmen), μίας ομάδας ορκισμένων αγωνιστών στο Βασίλειο της Ιρλανδίας, η οποία στρεφόταν εναντίον της βρετανικής κυριαρχίας και αποσκοπούσε σε “ίση εκπροσώπηση όλων των λαών σε μία εθνική κυβέρνηση”. Έτσι ο Moore μυήθηκε προοδευτικά στις πολιτικές διεργασίες της εποχής του. Το 1796 αποτυγχάνει η απόπειρα της Α´ Γαλλικής Δημοκρατίας να στηρίξει τους εκτός νόμου Ηνωμένους Ιρλανδούς εισβάλλοντας στην Ιρλανδία. Ο Μoore, παρότι δεν ήταν ορκισμένο μέλος των Ηνωμένων Ιρλανδών, όπως οι Hudson και Emmett, κατηγορήθηκε για υποκίνηση ανταρσίας, καθώς συνέταξε ένα κείμενο με το οποίο εγκαλούσε τους συμμαθητές του να μη στηρίξουν την επικείμενη Πράξη Ένωσης. Στη συνέχεια αθωώθηκε από τις κατηγορίες, και απείχε πλέον από οποιαδήποτε συμμετοχή στην Ιρλανδική Επανάσταση του 1798, ενώ μετρίασε και τους τόνους του ως συγγραφέας, επιλέγοντας το χιούμορ και την παρωδία.

Το 1799 μεταβαίνει στο Λονδίνο, όπου μεταφράζει ποιήματα του Ανακρέοντα. Αφιερώνει τις “Ωδές στον Ανακρέοντα” (1800) στον Πρίγκιπα της Ουαλίας. Αυτήν την εποχή αρχίζει να αναδύεται κοινωνικά, τραγουδώντας για την αριστοκρατία και λογοτεχνικούς κύκλους. Το 1801 αποφασίζει να εκδώσει δικά του ποιήματα, τα οποία καταπιάνονται με “ελαφρά” θέματα. Εν συνεχεία ταξιδεύει στη Virginia της Αμερικής και τη Bermuda (1803), και καταγράφει τις εντυπώσεις του στο έργο  Epistles, Odes, and Other Poems (1806), όπου κατακρίνει τους Αμερικάνους για υπεράσπιση του συστήματος της δουλείας. Όταν ο κριτικός του περιοδικού Edinburgh Review, Francis Jeffrey, αποκάλεσε τον Μοοre “έκφυλο ποιητή”, ο τελευταίος τον προσκάλεσε σε μονομαχία, η οποία ματαιώθηκε. Το περιστατικό θα διακωμωδήσει ο Λόρδος Βύρων, ο οποίος έχει δεχθεί επίσης τα πυρά του Jeffrey, γεγονός που ενοχλεί τον Moore. H παρεξήγηση λύθηκε με παρέμβαση του Samuel Rogers, ο οποίος έφερε τους δύο άνδρες σε επαφή το Νοέμβριο του 1811. Έκτοτε αναπτύχθηκε μια φιλία μεταξύ τους, που άντεξε στο χρόνο.

Το ίδιο έτος ο Moore παντρεύεται την προτεστάντισσα ηθοποιό, Elizabeth «Bessy» Dyke, με την οποία εγκαθίσταται στο Λονδίνο. Θα αποκτήσουν πέντε παιδιά, από τα οποία δεν θα επιζήσει κανένα. Την περίοδο αυτή αρχίζει να δημοσιεύει χιουμοριστικά, πολιτικά σχόλια υπέρ της παράταξης των Whigs. Στα κείμενά του σαρκάζει τους πολιτικούς και την υποκρισία. Καταφεύγει ακόμη και σε προσωπικές επιθέσεις, όπως στην περίπτωση του Ιρλανδού Λόρδου Castlereagh, ο οποίος υπήρξε πολύ σκληρός στις διώξεις εναντίον των Ηνωμένων Ιρλανδών.

Τα γνωστότερα έργα του Moore είναι οι Ιρλανδικές Μελωδίες (1808-1834), οι οποίες τον καθιέρωσαν στη συλλογική μνήμη του λαού του ως εθνικό βάρδο. Ο Λόρδος Βύρων ισχυριζόταν ότι τις γνώριζε από στήθους, και από εκεί άντλησε έμπνευση για το δικό του έργο, τις Εβραϊκές Μελωδίες του (1815). Ο Moore παρακινήθηκε από τους Δουβλινέζους μουσικούς παραγωγούς William and James Power, στη σύλληψη ενός σημαντικού Ιρλανδικού έργου, το οποίο θα φώτιζε τις ψυχές των ανθρώπων πολύ περισσότερο από τον ξύλινο λόγο των πολιτικών. Η φιλοδοξία του ήταν εξαρχής να γίνει ο ίδιος για την πατρίδα του, ότι ήταν ο Robert Burns για τους Σκοτσέζους, δηλαδή ο αντίστοιχος εθνικός ποιητής των Ιρλανδών. Η κύρια πηγή των Ιρλανδικών Μελωδιών ήταν η γενική συλλογή της αρχαίας ιρλανδικής μουσικής του Edward Bunting (1797), την οποία ο Moore γνώριζε μέσω του Hudson. Συνδυάζοντας χαρούμενους και θλιμμένους μουσικούς τόνους εκφράζει μια ποικιλία πατριωτικών, ερωτικών και φιλοσοφικών θεμάτων. Μολονότι στην Αγγλία το έργο ήταν γνωστό ως παρωδία, γνώρισε πλήθος μεταφράσεων στα γερμανικά, γαλλικά, τσέχικα, ουγγρικά, ιταλικά.

Για τις δημιουργίες του αυτές, ο Moore δέχθηκε επιθέσεις από τις στήλες του περιοδικού The Anti-Jacobin Review, που ακολουθούσε την πολιτική γραμμή των Torys, ως “μελαγχολικά χτυπήματα ενός απογοητευμένου επαναστάτη”. Σε εντελώς άλλη κατεύθυνση, ο Ιρλανδός πολιτικός και ηγέτης των Καθολικών, Daniel O´ Connell (1775 -1847), γνωστός και ως The Liberator (“ο Ελευθερωτής”), υιοθέτησε τις Ιρλανδικές Μελωδίες προς όφελος της εκστρατείας του για την κατάργηση της Πράξης Ένωσης μεταξύ Αγγλίας και Ιρλανδίας (αρχές δεκαετίας 1840). Το τραγούδι του Moore, “Where is the slave?” έκανε το πλήθος και τον ίδιο τον O´ Connell να παραληρεί φωνάζοντας “Δεν είμαι σκλάβος!”

Οι αγωνίες και οι αγώνες του ιρλανδικού λαού για ελευθερία και δικαιοσύνη, εμπνευσμένες και από την αμερικανική και γαλλική επανάσταση, έβρισκαν αντίλαλο στον ελληνικό αγώνα για Ανεξαρτησία. Η βρετανική πολιτική απέναντι στην Τουρκία και την Ελλάδα σχετιζόταν άμεσα με ευρύτερα ενδιαφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Αγώνας υπέρ της Ελλάδας, συμβόλιζε από τη σκοπιά ενός Ιρλανδού, έστω και έμμεσα, μία μορφή αντίδρασης εναντίον της βρετανικής κυριαρχίας. Τηρουμένων των αναλογιών, και οι Ιρλανδοί αναζητούσαν μία μορφή ανεξαρτησίας, όπως και οι Έλληνες. Αυτός είναι ο ψυχισμός που παρακινεί τον Thomas Moore σε στράτευση υπέρ του Ελληνικού Αγώνα. Ήταν ένα από τα πρώτα πενήντα μέλη της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου. Μαζί με τον Λόρδο Βύρωνα υποστήριξε τον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα με χρήματα, οπλισμό και προπαγάνδα. Εξετάζοντας το ετερόκλητο πλήθος των ανθρώπων που συσπειρώνονταν γύρω από το ελληνικό ζήτημα εκείνη την εποχή, και χωρίς να ξεχνά τα πολιτικά παιχνίδια στο παρασκήνιο, διαπιστώνονται διαφορετικά κίνητρα. Στο ποίημά του, “The ghost of Miltiades, ο Moore ασκεί κριτική σε όσους εμπλέκονται με μάλλον ιδιοτελείς σκοπούς στην “υπόθεση της ελευθερίας”:

“Of Liberty´s foes the worst are they/
Who turn to a trade her cause divine/
And gamble for gold on Freedom´s shrine“

“Της Ελευθερίας οι χειρότεροι εχθροί είναι εκείνοι/
Οι οποίοι μεταβάλλουν σε εμπόριο τον θεϊκό της σκοπό/
Και στοιχηματίζουν για χρυσάφι στης Ελευθερίας τον βωμό”

Το ποίημα για τον Μιλτιάδη δεν αποτελεί τη μόνη ελληνική αναφορά στο έργο του Moore. To 1826, εμπνευσμένος από τον Βύρωνα, ο Moore συνθέτει τη σειρά ποιημάτων “Evenings in Greece”. Η σκηνή εκτυλίσσεται στο νησί της Ζέας, γενέτειρας του Βακχυλίδη, του Σιμωνίδη και άλλων επιφανών προσώπων. Η Ζέα είναι ένας ιδανικός τόπος, “ο πιο καλλιεργημένος της Ελλάδας”. Όπως αναφέρει ο ίδιος, συνέδεσε μια σειρά τραγουδιών σε ένα νήμα ποιητικής αφήγησης, ώστε να μπορούν να συμμετάσχουν ως αναγνώστες, όσοι παρευρισκόμενοι δε μπορούσαν να τραγουδήσουν. Το εμβληματικό του ποίημα «The sky is bright – To Greece we give our shining blades» έχει μελοποιηθεί από τον Henry Bishop (1786 – 1855). Ένα ακόμη γνωστό φιλελληνικό ποίημα του Moore είναι και Ο θάνατος ενός Έλληνα πολεμιστή  (“The death of a Grecian warrior”).

 

Οι παρτιτούρες της μουσικής του Henry Bishop που μελοποιεί τα ποιήματα του για την Thomas Moore.

 

Ένα ζήτημα, για το οποίο ασκήθηκε σκληρή κριτική στον Moore, ήταν η καταστροφή των απομνημονευμάτων του Λόρδου Βύρωνα, τα οποία του εμπιστεύθηκε ο ίδιος το 1818. Σε αυτά ο συγγραφέας εξιστορούσε τη ζωή, τις ερωτικές του σχέσεις και τις απόψεις που είχε σχηματίσει ως τότε. Όταν ο Βύρων απεβίωσε το 1824, ο Moore, από κοινού με τον εκδότη John Murray (1778 – 1843) – στον οποίον είχε πουλήσει το αντίτυπο, ώστε να το εκδώσει – τον πολιτικό John Cam Hobhouse (1786 – 1869) και κάποιους φίλους του Λόρδου, οι οποίοι ανησυχούσαν για την υπόληψη και την φήμη του, συγκεντρώθηκαν και έκαψαν το μοναδικό αντίτυπο των απομνημονευμάτων του. Η σύγχρονη έρευνα δεν αποδίδει την ευθύνη για αυτήν την πράξη αποκλειστικά στον Moore, ωστόσο.

O Thomas Moore ανέλαβε να αναπληρώσει το κενό, συνθέτοντας ο ίδιος μία βιογραφία για τον Βύρωνα, η οποία θεωρείται ότι είναι το καλύτερο έργο πρόζας του. Αποσιώπησε αρκετές πληροφορίες για την προσωπική του ζωή, κάτι που δε φαίνεται να ικανοποίησε τη Lady Byron, η οποία εξακολουθούσε να βλέπει το έργο του ως πολύ αποκαλυπτικό για τη ζωή του ποιητή. Αντίθετη γνώμη είχε η Mary Shelley, επίσης φίλη του Βύρωνα και πολύτιμη αρωγός του Μoore στη συμπλήρωση βιογραφικών πληροφοριών. Για τη Shelley, η απεικόνιση της προσωπικότητας του Βύρωνα από τον Moore ήταν δίκαιη, εξήρε δε το εύγλωττο λογοτεχνικό του στιλ. Ο κριτικός λογοτεχνίας, Ηoward Μumford Jones (1892 – 1980), θεωρεί το έργο “Letters and Journals of Lord Byron: With Notices of His Life (1830)” ως “μία από τις τέσσερις ή πέντε μεγάλες λογοτεχνικές βιογραφίες στην αγγλική γλώσσα”.

 

Το μνημείο του Thomas Moore στην Ιρλανδία.

 

Ο Μεγάλος Λιμός της Ιρλανδίας (The Great Famine) στα τέλη της δεκαετίας του 1840 οδήγησαν την υγεία του Moore σε μεγάλη εξασθένηση. Το τέλος του Thomas Moore θυμίζει σε αρκετά σημεία εκείνο της Mary Shelley: απεβίωσε στις 25 Φεβρουαρίου 1852. Είχε χάσει όλα του τα παιδιά και είχε θρηνήσει τον θάνατο των περισσότερων συντρόφων και φίλων του.

Η ΕΕΦ και η Ελλάδα τιμούν την μνήμη του Thomas Moore, του μεγάλου βάρδου και υμνητή της ελευθερίας, που με το έργο του παρουσίασε με τον πλέον εμβληματικό τρόπο τον αγώνα των Φιλελλήνων που προσέφεραν στην Ελλάδα τις λαμπερές λεπίδες των σπαθιών τους (to Greece we give our shining blades). Προσέφεραν και αυτοί στην Ελλάδα «την κόψη του σπαθιού την τρομερή» που οδήγησε στην Ελευθερία και την ανεξαρτησία της.

 

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • Μακναμή, Τέρενς, Τομ Μουρ, ο Λόρδος Βύρων και η ελευθερία των εθνών, irlandikoblog.wordpress.com/
  • Roessel, David Ernest, In Byron’s Shadow: Modern Greece in the English & American Imagination, Oxford University Press, 2001
  • poetryfoundation.org
  • internetpoem.com/thomas-moore/evenings-in-greece-poem/
  • wikipedia.en