Ο Γερμανός ζωγράφος Peter von Hess (1792-1871), ήταν πολυαγαπημένο πρόσωπο του Λουδοβίκου Α´, και αποτέλεσε κεντρική μορφή μεταξύ των Βαυαρών απεσταλμένων του κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Δικές του δημιουργίες είναι οι πασίγνωστες, “κινηματογραφικές”, απεικονίσεις του με τους ήρωες και τις μάχες του 1821. Αποτύπωσε τα σπουδαιότερα γεγονότα του Αγώνα, παραδίδοντας ένα σημαντικό εικαστικό τεκμήριο στις επόμενες γενιές, και ορίζοντας ένα πρότυπο προς μίμηση τόσο για τους συμπατριώτες του, όσο και για μια σειρά Ελλήνων ζωγράφων, εκπροσώπων της επονομαζόμενης “σχολής του Μονάχου”.

Ο Peter von Hess γεννήθηκε το 1792 στο Düsseldorf και ήταν γιος του χαλκογράφου Carl Ernst Christoph Hess (1755 -1828), στο πλευρό του οποίου έλαβε τα πρώτα καλλιτεχνικά του μαθήματα. Ήδη σε ηλικία 8 ετών δημιουργεί τα δικά του χαρακτικά με μορφές ζώων. To 1806 γίνεται δεκτός στην Ακαδημία Τεχνών του Μονάχου. Στην ουσία πρόκειται για αυτοδίδακτο ζωγράφο, αφού σύντομα διέκοψε τις σπουδές του στο Μόναχο και προτίμησε να εξελιχθεί μόνος του ως καλλιτέχνης, λαμβάνοντάς ως πρότυπό του τους Ολλανδούς και Γερμανούς ζωγράφους. Η επιρροή των Ολλανδών αντικατοπτρίζεται στα ηθογραφικά του θέματα, ειδικά σε όσα αναφέρονται στην ιταλική και ελληνική ζωή. Επίσης επηρεάσθηκε από τον ζωγράφο Wilhelm von Kobell (1766-1855) και στράφηκε στη σύνθεση πολεμικών σκηνών, αντλώντας το υλικό του από τις εμπειρίες του στα πεδία της μάχης, μεταξύ 1813/1815. Είχε υπηρετήσει στρατιωτική θητεία στο στρατιωτικό επιτελείο του στρατάρχη Carl Phillip von Wrede (1767 – 1838), τον οποίον συνόδευσε στη διάρκεια των Γερμανικών Απελευθερωτικών Πολέμων (Βefreiungskriege), καθώς και στο Συνέδριο της Βιέννης (1815).

 

Ο Peter von Hess με στολή αξιωματικού.

 

Τα χρόνια αυτά ο νεαρός Hess εξασκείται ως ζωγράφος πολεμικών σκηνών και δημιουργεί διάφορα σκίτσα, τα οποία εν συνεχεία αποτέλεσαν βάσεις για ελαιογραφίες. Μία ενδεικτική περίπτωση είναι η “Μάχη των Εθνών στη Λειψία, 1813”, που φιλοτέχνησε το 1853 (“Die Völkerschlacht bei Leipzig 1813“).

 

Peter von Hess, Die Völkeranschlacht bei Leipzig 1813, (Μάχη των Εθνών στη Λειψία, 1813), ελαιογραφία, 1853/54

 

Μεταξύ 1816-1817 ταξιδεύει στην Ιταλία και ζωγραφίζει κυρίως τοπία και σκηνές με “ιταλικά θέματα”, απομακρύνεται από την επιρροή του Kobell και ανακαλύπτει ένα πιο προσωπικό, πλαστικό ιδίωμα στην τέχνη του. Τη δεκαετία του 1820 αρχίζει να αποκτά αναγνώριση, ως ζωγράφος της βαυαρικής αυλής. Το 1824 συν-ιδρύει το Münchner Kunstverein (καλλιτεχνικό σύλλογο του Μονάχου), το οποίο εξελίσσεται σε forum της αστικής τέχνης του Μονάχου.  Ο βασιλέας Λουδοβίκος Α´ του αναθέτει την εικονογράφηση της στοάς (Arcaden) του κήπου του στο Μονάχο με σκηνές από τον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων. Έχει ήδη ξεκινήσει να εξοικειώνεται με τα ελληνικά θέματα στη Βαυαρία, πριν φιλοτεχνήσει το 1829 το έργο “Παλικάρια στην Αθήνα” (σήμερα στη Nationalgalerie του Βερολίνου), και στη συνέχεια την λιθογραφία του έργου του Krazeisen με θέμα “Καπετάνιος με τα παλικάρια του σε μάχη”.

 

Λιθογραφία του Peter von Hess, με βάση το έργο του Krazeisen, με θέμα “Καπετάνιος με τα παλικάρια του σε μάχη” (συλλογή ΕΕΦ).

 

Πέραν της φαντασίας του, στηρίζεται σε δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις από την Ελλάδα, προκειμένου να ολοκληρώσει τις συνθέσεις του, όπως οι συνάδελφοί του εικαστικοί (χαράκτες και ζωγράφοι) που δεν είχαν επισκεφθεί ακόμα τη χώρα.

Η δημιουργία και διάδοση, μέσω της παραγωγής λιθογραφιών, φανταστικών αποτυπώσεων των γεγονότων της Επανάστασης, συμπληρώνει τα δημοσιογραφικά κενά και εξοικειώνει το κοινό της  Ευρώπης με την ελληνική πραγματικότητα, έστω και αν παρουσιάζεται ενίοτε σε μια εξιδανικευμένη εκδοχή της.

Κάποιοι από αυτούς τους καλλιτέχνες ανέλαβαν την πρωτοβουλία να μεταβούν στην Ελλάδα με δικά τους έξοδα και, ασφαλώς, με κίνδυνο της ζωής τους, προκειμένου να στηρίξουν τα έργα τους σε προσωπικά βιώματα. Μία σειρά άλλων καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων οι Ferdinand Stademann (1791-1873), Carl Rottmann (1797-1850), Ludwig Lange (1808-1868), ήρθαν στην Ελλάδα μετά από παρότρυνση του Λουδοβίκου Α, απολαμβάνοντας την οικονομική του στήριξη. Ο πολυαγαπημένος του ζωγράφος, Peter von Hess, συγκαταλέγεται στους προστατευόμενους απεσταλμένους του στην Ελλάδα, με την αποστολή να δημιουργήσει έργα “ειδησεογραφικού” χαρακτήρα, τα οποία θα συνέβαλαν, στην παγίωση των δεσμών της Βαυαρίας με το νεόδμητο ελληνικό κράτος, και θα προπαγάνδιζαν το ιερό μάθημα Ιστορίας που προσέφεραν οι Έλληνες αγωνιστές στους Βαυαρούς και Ευρωπαίους συμπατριώτες του. Οι ανωτέρω καλλιτέχνες δημιούργησαν έργα εμπνεόμενοι από το ρομαντικό πνεύμα της εποχής και ακολουθώντας τις αρχές του ακαδημαϊκού ρεαλισμού.

Ο Peter von Hess ταξιδεύει το 1833 μαζί με τον Όθωνα στην Ελλάδα. Εκεί καταγράφει εικαστικά κατά παραγγελία του Λουδοβίκου Α, την πανηγυρική άφιξη του υιού του στην ελαιογραφία  “Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο” (Einzug König Ottos von Griechenland in Nauplia, 1835), που τεκμηριώνει την σύσταση Ευρωπαϊκού Ελληνικού κράτους. Τα λαμπρά χρώματα κυριαρχούν στο τοπίο, ενώ ο πίνακας αποδίδει πιστά τις ενδυμασίες του πλήθους, ώστε να μεταδώσουν τη χαρά του γεγονότος στο θεατή, το βλέμμα του οποίου πολύ έξυπνα οδηγεί ο Hess στον κενό χώρο στο μπροστινό μέρος της σύνθεσής του, ακριβώς εκεί από όπου πρόκειται να περάσει ο Όθων, ο οποίος είναι το κεντρικό πρόσωπο της σύνθεσης. Το έργο αυτό, και η “Υποδοχή του Όθωνος στην Αθήνα” (Empfang König Ottos von Griechenland in Athen, 1839), αποτελούν τα γνωστότερα έργα του και εκτίθενται στη Νέα Πινακοθήκη του Μονάχου.

Την τέχνη του Peter von Hess χαρακτηρίζει η πιστή απόδοση λεπτομερειών, η τάση για ιδεαλιστική παρουσίαση των μορφών (ως εξωτερικής έκφρασης της εσωτερικής ευγένειας των προσώπων, τα οποία καλείται να απεικονίσει), και η περιγραφή ιστορικών γεγονότων. Είναι ένας πολύ δυνατός κολορίστας, ο οποίος θέτει το χρώμα σε προτεραιότητα έναντι της μορφής. Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι παραμελεί την περιγραφή των ανθρωπίνων μορφών, τις οποίες επιμελείται με ιδιαίτερη φροντίδα στην προσπάθεια του να ψυχογραφήσει τους ήρωες του. Οι γραμμές των μορφών του είναι συνήθως έντονες, ιδιαίτερα όταν περιγράφουν γυμνά ανθρώπινα μέλη. Θέλγεται από τη μνημειακότητα, τις μεγάλες φόρμες σε κίνηση και τη δημιουργία αντιθέσεων, οι οποίες υπογραμμίζουν την ένταση όσων δραματικών γεγονότων εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια του θεατή. Η σκηνοθεσία του μοιάζει συχνά κινηματογραφική, εντύπωση που εντείνεται από τις διαγώνιες συνθέσεις του, οι οποίες τονίζουν την κίνηση και τη δράση των ηρώων του.

Το σημαντικότερό του έργο για να τιμήσει τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία, είναι η δημιουργία 39 εικόνων από την Επανάσταση, στις οποίες χάραξε τις μορφές των ηρώων στη μνήμη μας μέχρι σήμερα. Ακόμη και στις περιπτώσεις που ο Hess δε γνώρισε από κοντά τους ήρωες του 1821, φρόντισε να στηριχθεί στις περιγραφές των απλών ανθρώπων, ώστε να τις ανακατασκευάσει όσο πιο πιστά γίνεται. Στα έργα του σεβάσθηκε τις λαϊκές αυτές διηγήσεις, συνδυάζοντάς τες όμως με τις ρομαντικές πεποιθήσεις του. Έτσι για παράδειγμα, απέδωσε τη Μπουμπουλίνα στον γνωστό ως σήμερα σε εμάς ηρωικό – μυθικό της τύπο, να καθοδηγεί τον αγώνα με προτεταμένο χέρι, ή τη μορφή του Ανδρούτσου με τρόπο που αντικατοπτρίζει τη, γνωστή σε όλους εκείνη την εποχή, ανδρεία και αποφασιστικότητά του. Ο πρώτος εικονογράφος του Αγώνα ήταν ο Παναγιώτης Ζωγράφος, ο οποίος σχεδίασε με οδηγίες του Μακρυγιάννη μία σειρά από 25 πίνακες. Το έργο αυτό ακολουθούσε μία ναίφ, μεταβυζαντινή παράδοση, που καθιέρωσε ένα λαϊκό εικαστικό ρυθμό, με επίκεντρο την περιγραφή των γεγονότων. Αντίθετα το έργο του Peter von Hess, είχε ένα επικό και ρομαντικό χαρακτήρα, που προέβαλε και τους Έλληνες αγωνιστές, πράγμα που τον καθιέρωσε ως βασικό εικονογράφο του Αγώνα των Ελλήνων. Σε κάθε περίπτωση,  και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με αρκετά πιστές αποδόσεις της πραγματικών περιστατικών.

Οι πίνακες με την Ελληνική Επανάσταση προορίζονταν να τοποθετηθούν στη βόρεια στοά του Βασιλικού Κήπου (Ηofgarten). Tα ζωγραφισμένα με κιμωλία σχέδια του Hess πάνω σε λευκό χαρτόνι αποτέλεσαν τη βάση για τη μεταφορά αυτών των παραστάσεων στις στοές μεταξύ 1841-1844. Οι πίνακες του καταστράφηκαν δυστυχώς, ωστόσο οι εικόνες του διαδόθηκαν μέσω λιθογραφικών ανατυπώσεων, με αποτέλεσμα πολλοί ζωγράφοι να τις αντιγράψουν.

Ο Hess παραθέτει στις 39 σκηνές του από τον Αγώνα ακολουθώντας τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Μόνη “φανταστική” απεικόνιση αποτελεί η πρώτη σκηνή με τον Ρήγα Φεραίο να “εξάπτει τον Έρωτα των Ελλήνων για την Ελευθερία”. Στις συνθέσεις του έχει συμπεριλάβει έναν εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό αγωνιστών της Επανάστασης, τις γνωστότερες μορφές του Αγώνα (τους Αλέξανδρο και Δημήτριο Υψηλάντη, Παλαιών Πατρών Γερμανό, Αθανάσιο Διάκο, Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, Πέτρο Μαυρομιχάλη, Μπουμπουλίνα, Οδυσσέα Ανδρούτσο, Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, Μάρκο Μπότσαρη, Καραΐσκάκη, Μακρυγιάννη, Γκούρα, κλπ.). Δίπλα τους παραθέτει ένα πλήθος άλλων γεγονότων της Επανάστασης, ενδεχομένως λιγότερο διαδεδομένων στο ευρύ κοινό σήμερα, με τρόπο που προκαλεί την αίσθηση στον θεατή ότι παρακολουθεί μία σκηνή από κινηματογραφική ταινία. Για παράδειγμα “Ο Γεωργάκης και οι δικοί του τινάσσονται στον αέρα στο Σέκκο”, “Ο Κεφάλας υψώνει τη σημαία της Ελευθερίας στα τείχη της Τριπολιτσάς”, “Ο Πανουργιάς κυριεύει τον Ακροκόρινθο”. Διέσωσε λοιπόν και λιγότερο γνωστά στιγμιότυπα ή μορφές του Αγώνα, και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος να τον ευχαριστούμε και να τον τιμούμε για την προσφορά του.

Ανάμεσα στα 39 θέματα, ξεχωρίζουν κάποιες παραστάσεις. Για παράδειγμα, η εικόνα “400 Ιερολοχίτες, πρόδρομοι του Ιερού Αγώνα, πέφτουν στο Δραγατσάνι”. Σε αυτήν την έξοχα σκηνοθετημένη σκηνή, οι εξιδανικευμένες, νεανικές μορφές των Ιερολοχιτών αντιπαραβάλλονται στα τυποποιημένα πρόσωπα των Οθωμανών κατακτητών. Οι ήρωες μαχητές παραπέμπουν περισσότερο σε πρότυπα αρχαίων Ελλήνων ή ευρωπαϊκές φυσιογνωμίες. Εδώ αναγνωρίζεται αφενός η φιλελληνική διάθεση του καλλιτέχνη, αφετέρου ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό πρόγραμμα, το οποίο θέλει να επικυρώσει τους συγγενικούς δεσμούς μεταξύ της Ελλάδας και της Βαυαρίας. Μένοντας πιστός σε αυτό το πρόγραμμα, ο Hess αφιερώνει θεματικά τις τρεις τελευταίες εικόνες της σειράς (αρ. 37-39) στους ελληνο-βαυαρικούς δεσμούς: “O Κωλέττης αναγγέλει στους Έλληνες την εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδος”, “Οι Έλληνες απεσταλμένοι στο Μόναχο προσφέρουν υποταγή στον Όθωνα” και “Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο”. Οι τρεις Έλληνες αντιπρόσωποι (Μιαούλης, Κ. Μπότσαρης, Πλαπούτας) που εικονίζει ο Hess στο δεύτερο έργο της τελευταίας ενότητας, εμφανίζονται και στο έργο του Philipp Foltz, “Ο βασιλέας Όθων της Ελλάδας αποχαιρετά την οικογένειά του” (Νέα Πινακοθήκη Μονάχου).

Τις παραπάνω εικόνες ολοκλήρωσε κατά την επάνοδό του στο Μόναχο. Πραγματοποίησε ένα δεύτερο ταξίδι στην Ελλάδα και ανέλαβε τη διακόσμηση της κεντρικής αίθουσας των ανακτόρων του Όθωνα, (το σημερινό κτήριο της Βουλής), με αντίγραφα αυτών των παραστάσεων. Μια πυρκαγιά στις 24 Δεκεμβρίου 1909 είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή τους. Κάποια αντίγραφα των θεμάτων του υπάρχουν στο Bayerisches Armeemuseum στο Ιngolstadt, καθώς και στην Εθνική Τράπεζα. Τα τελευταία φιλοτεχνήθηκαν το 1900 από τον ζωγράφο Νικόλαο Φερεκύδη, κατ´εντολή του τότε διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, Στέφανου Στρέιτ.

O Hess θεμελίωσε τις βάσεις για την “έντεχνη ιστοριογραφία” στην Ελλάδα. Από τον ίδιο επηρεάσθηκε έντονα ο Έλληνας ζωγράφος Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878) στην επιλογή και επεξεργασία των θεμάτων του. Ο Βρυζάκης μαθήτευσε κοντά του (1841) και εκτιμάται ως ο θεμελιωτής της “σχολής του Μονάχου”. Στο Μόναχο στράφηκαν και οι εξής Έλληνες ζωγράφοι, οι οποίοι εκπροσωπούν επίσης το ρεύμα του ακαδημαϊκού ρεαλισμού: Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904), Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), Νικόλαος Γύζης (1842-1901) και Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1907). Ο Γύζης παρέμεινε στη Γερμανία για να διδάξει στην Ακαδημία του Μονάχου. Η βαυαρική επίδραση οδήγησε επίσης στην ίδρυση του “Σχολείου των Τεχνών” (1836-1837) στην Αθήνα και έτσι άρχισε να συγκροτείται για πρώτη φορά μία καλλιτεχνική, εθνική σχολή στην Ελλάδα.

O Hess μετέβη το 1839 στη Ρωσία, όπου φιλοτέχνησε οκτώ μεγάλους πίνακες με τα πολεμικά γεγονότα του 1812, για λογαριασμό του τσάρου Αλεξάνδρου Β΄. Απεβίωσε στις 4 Απριλίου 1871 στο Μόναχο, όπου και βρίσκεται ο τάφος του.

 

Έλληνας ιερωμένος καταθέτει στεφάνι στον τάφο του Peter von Hess.

 

Εν ζωή τιμήθηκε το 1861 με τον Σταυρό του Ιππότη του Τάγματος της Αξίας του Βαυαρικού Στέμματος. Τιμήθηκε επίσης από το Τάγμα του Αγίου Μιχαήλ (Verdienstorden vom Heiligen Michael, 1838), το Βαυαρικό Μαξιμιλιανό Τάγμα για την Τέχνη και την Επιστήμη (Βayerischer Maximiliansorden für Wissenschaft & Kunst, 1853), αλλά και με ξένα μετάλλια, ως αξιωματικός, για παράδειγμα του Βελγικού Τάγματος του Leopold (Belgischer Leopoldsorden).

Ο Hess υπήρξε πρόσωπο υψηλού κύρους για τον Λουδοβίκο Α, ως στυλοβάτης των σχεδίων του στην Ελλάδα. Ως τέτοιο πρόσωπο τιμάται από τον ζωγράφο Wilhelm von Kaulbach (1805-1874) στη σειρά πινάκων του με θέμα την αναγέννηση των τεχνών στη Βαυαρία, δίπλα στον Γερμανό ζωγράφο Peter von Cornelius (1784-1867) και τον Γερμανό αρχιτέκτονα Joseph Daniel Ohlmüller (1791-1839), οι οποίοι στεγάζονται στη Νέα Πινακοθήκη του Μονάχου.

 

Peter von Hess, έγχρωμη λιθογραφία με το έργο του “Eίσοδος του Όθωνα στο Ναύπλιο την 25η Ιανουαρίου 1833” (συλλογή ΕΕΦ).

Peter von Hess, “Eίσοδος του Όθωνα στην Αθήνα”, λάδι σε καμβά.

Πίνακας αγνώστου ζωγράφου, “η βασιλική οικογένεια της Βαυαρίας θαυμάζει το έργο του Peter von Hess Eίσοδος του Όθωνα στο Ναύπλιο την 25η Ιανουαρίου 1833”, λάδι σε καμβά (συλλογή ΕΕΦ).

Peter von Hess, Βρύση στο Ναύπλιο, λάδι σε καμβά (συλλογή ΕΕΦ).

 

Η ΕΕΦ και οι Έλληνες, θα τιμούν και θα θυμούνται πάντα τον Peter von Hess ως τον Φιλέλληνα ρομαντικό εικονογράφο της μνήμης του Αγώνα μας για Ελευθερία και Ανεξαρτησία.

 

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • peter-von-hess.com
  • pinakothek.de
  • bavariagr.de
  • nationalgallery.gr
  • Bαμβακίδου, Ιφιγένεια, Κυρίδης, Αργύρης, Η νεοελληνική ταυτότητα στις φιλελληνικές οπτικές μαρτυρίες (19ος αιώνα): από την αντιληπτική ομοιότητα προς τις εννοιολογικές ομοιώσεις, στο: Διαπολιτισμικότητα, Παγκοσμιοποίηση και Ταυτότητες, Gutenberg 2008,
  • Fuhrmeister, Christian, Jooss, Birgit, (Hrsg.), Isar/Athen Griechische Künstler in München – Deutsche Künstler in Griechenland, Μόναχο 2008,
  • Παπανικολάου, Μιλτιάδης, Εικόνες από την Ελληνική Επανάσταση. Τα 39 πρωτότυπα σχέδια του ζωγράφου Peter von Hess (1792-1871),
  • Πυρπυρής, Π.,  Μια ανάγνωση της εικονογραφίας του 1821. Συμβολή στον οπτικό γραμματισμό. Αθήνα 2016,
  • Στεφανίδης, Μάνος, Ελληνομουσείον. Επτά Αιώνες Ελληνικής ζωγραφικής. Τόμος β´ Η εποχή της αθωότητας. Μίλητος, 2009.