O Jonathan Peckham Miller είναι ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς Φιλέλληνες που έδρασαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Miller ήρθε στην Ελλάδα απεσταλμένος των φιλελληνικών κομιτάτων των ΗΠΑ. Πολέμησε σε πολλά μέτωπα από το 1824 έως το 1826, έλαβε βαθμό συνταγματάρχη, ενώ στο τέλος συμμετείχε από το 1827 έως το 1828 ως εκπρόσωπος των φιλελληνικών κομιτάτων, στη διαχείριση της μεγάλης Αμερικανικής βοήθειας στην Ελλάδα, επιτελώντας σημαντικό ανθρωπιστικό έργο. Πριν αναχωρήσει οριστικά για τις ΗΠΑ, υιοθέτησε ένα ορφανό ελληνόπουλο. Το παιδί αυτό, ο Λουκάς Μιλτιάδης Miller, διέπρεψε στην Αμερική και εκλέχθηκε μέλος του Κογκρέσου των ΗΠΑ.

Ο Jonathan Peckham Miller τήρησε στην Ελλάδα και ένα πλήρες ημερολόγιο, ειδικά για τη δεύτερη περίοδο της παρουσίας του σε αυτήν, το οποίο εκδόθηκε σε βιβλίο. Σε αυτό καταγράφονται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα στοιχεία για το  είδος της βοήθειας που έλαβε η Ελλάδα από τις ΗΠΑ, τον τρόπο της διανομής, τους αποδέκτες της, τις ανάγκες των Ελλήνων, κλπ. Παράλληλα, το βιβλίο κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, και απετέλεσε βασικό εργαλείο ενημέρωσης του κοινού για την κατάσταση στην οποία ήταν οι Έλληνες και την ενθάρρυνση της συνέχισης των εράνων και την επέκταση της βοήθειας και σε άλλους τομείς, όπως αυτόν της παιδείας, της ίδρυσης σχολείων και της εκπαίδευσης του πληθυσμού.

Ο Miller γεννήθηκε το 1797 στο Randolph του Vermont των ΗΠΑ, και πέθανε το 1847 στο Montpelier του Vermont. Καταγόταν από αγροτική οικογένεια. Κατατάχθηκε νέος στον Αμερικανικό στρατό, και συμμετείχε ως εκπαιδευόμενος στρατιώτης στον πόλεμο κατά της Αγγλίας το 1812. Στη συνέχεια έλαβε βαθμό ανθυπασπιστή αξιωματικού, και το 1817, αποφάσισε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο του Burlington. Μετά από δύο χρόνια μία πυρκαγιά κατέστρεψε την σχολή του και όλα του τα υπάρχοντα. Παράλληλα, την περίοδο αυτή είχε αρχίσει να εμπνέεται από το έργο του Λόρδου Βύρωνος, και στη συνέχεια από τον απελευθερωτικό αγώνα των  Ελλήνων, και μετατράπηκε σε φλογερό φιλέλληνα, όπως χιλιάδες νέοι σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική. Έτσι αποφασίζει να έρθει σε επαφή με το Φιλελληνικό κομιτάτο της Βοστώνης και να ζητήσει τη βοήθειά του για να καταταγεί εθελοντής στον ελληνικό στρατό. Το κομιτάτο είδε στον Miller «Έναν άνθρωπο με σιδερένια υγεία, μ’ ένα καλλιεργημένο πνεύμα και με απόλυτη γνώση της πολεμικής τακτικής», όπως αναφέρει και η εφημερίδα Boston Telegraph στις 9 Σεπτεμβρίου 1824, και τον στήριξε, καλύπτοντας του τα έξοδα για το ταξίδι του και διασφαλίζοντάς του ένα μικρό μηνιαίο ποσό για τη διαβίωσή του στην Ελλάδα.

Έτσι φεύγει από την Αμερική τον Αύγουστο του 1824, και φθάνει στην Ελλάδα μέσω Μάλτας. Στην Μάλτα παρέμεινε για δύο μήνες. Εκεί, όπως αναφέρει ο Χρήστος Λάζος, γνώρισε τον αιδεσιμότατο Samuel Wilson (Άγγλο ιερωμένο) και τον αμερικανικής καταγωγής αιδεσιμότατο Daniel Temple. Ο Daniel Temple πήγε στη Μάλτα τον Φεβρουάριο του 1822, και είχε φέρει μαζί του με μία ελληνική τυπογραφική μηχανή που του είχε προσφέρει ένας Αμερικανός από που βρισκόταν στο Παρίσι, ο S. Wilder, ο τότε επικεφαλής του αμερικανικού τύπου στην Αγγλική Αποστολή. Με την μηχανή αυτή ο Daniel Temple τύπωσε πολλά φυλλάδια με θρησκευτικό και προπαγανδιστικό περιεχόμενο υπέρ των Ελλήνων, στα ελληνικά. Όταν ο Miller αναχώρησε από την Μάλτα για την Ελλάδα, πήρε μαζί του χιλιάδες τυπωμένα φυλλάδια για να τα διακινήσει στην Ελλάδα. Μάλιστα διατυπώνει σε επιστολή του την χαρά που του προκάλεσε το γεγονός ότι τα φυλλάδια αυτά γινόντουσαν ανάρπαστα μεταξύ των Ελλήνων, οι οποίοι τα διάβαζαν με μεγάλο ενδιαφέρον.

Στη συνέχεια από την Μάλτα έφθασε στην  Ζάκυνθο, και στις 26 Νοεμβρίου 1824 του ιδίου έτους, αποβιβάζεται στο Μεσολόγγι, και παρουσιάζεται στον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, στον οποίο παρέδωσε τις συστατικές επιστολές που είχε λάβει από το φιλελληνικό Κομιτάτο της Βοστώνης. Εκεί έχει την τύχη να συναντήσει τον συμπατριώτη του George Jarvis, με τον οποίο αναπτύσσει αμέσως μία στενή φιλία. Από τα ημερολόγια και την αλληλογραφία τους προκύπτει ο σεβασμός και ο θαυμασμός που έτρεφε ο ένας για τον άλλο. Μάλιστα ο Jarvis παραδίδει μαθήματα Ελληνικών στον Miller και τον βοηθά να εγκλιματισθεί στην ελληνική πραγματικότητα. Ο Miller είδε στον Jarvis «έναν άνθρωπο με αρχές και γενναίο σαν λιοντάρι».

Ο Miller ήταν ένας αγνός και ανιδιοτελής φιλέλληνας. Δεν ζήτησε ποτέ χρήματα από την Ελληνική διοίκηση. Μάλιστα δυσφορούσε όταν έβλεπε άλλους να ζητούν χρήματα και μισθούς, ενώ όλοι ήξεραν ότι δεν υπήρχαν πόροι.

Κατά την παρουσία του στην Ελλάδα, γράφει συχνά επιστολές στις ΗΠΑ στις οποίες προβάλει τον αγώνα των Ελλήνων, τις στερήσεις τους και τις ανάγκες τους. Μέσα σε όλα ζητά από τα κομιτάτα να ενημερώσουν τους Αμερικανούς εθελοντές που ήθελαν να έρθουν στην Ελλάδα, ότι έπρεπε να έχουν μαζί τους χρήματα (τουλάχιστον 200 δολάρια τον χρόνο) και πλήρη οπλισμό. Οι επιστολές του γίνονται περιζήτητες και δημοσιεύονται συνέχεια στον Αμερικανικό τύπο.

Ο Miller έμαθε γρήγορα Ελληνικά, φόρεσε Ελληνική φορεσιά (μάλιστα ξύριζε το κεφάλι του όπως οι Σουλιώτες) και αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους Έλληνες. Ξεκίνησε με βαθμό λοχαγού και μέσα σε δύο χρόνια έφθασε στον βαθμό του συνταγματάρχη. Το 1824 ήταν παρών στη Συνέλευση της Δυτικής Ελλάδας στο Αιτωλικό.

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης (1793 – 1877) ήταν σημαντική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και μετέπειτα ναύαρχος, πολιτικός, και πέντε φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας. Σκίτσο του Αμερικανού Φιλέλληνα P. Miller από το Vermont των ΗΠΑ.

Ο άλλος μεγάλος Αμερικανός φιλέλληνας ο στρατιωτικός γιατρός Samuel Howe αναφέρεται στο ημερολόγιό του στην εμφάνιση του φίλου του όταν επέστρεψε από το Συνέδριο στο Αιτωλικό. «Τον λοχαγό Miller τον γνωρίζετε. Εξακολουθεί να είναι ο ίδιος γενναιόψυχος ανήρ. Είναι αυστηρού, ακεραίου χαρακτήρος και είναι ψυχή τε και σώματι αφοσιωμένος εις την υπόθεσιν της ελευθερίας. Θα γελάσετε αν τον ιδείτε. Έχει ξυρίσει την κεφαλήν του, φορεί την ελληνικήν φλοκάταν, με τα πιστόλια δε εις το σελάχι, το γιαταγάνι και το καριοφύλι επ’ ώμων αποτελεί περιεργοτάτην φυσιογνωμίαν. Υπηρετεί ως λοχαγός, μέλλει δε μεγάλως να εξυπηρετήσει τον αγώνα».

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από μία χαρακτηριστική επιστολή του Miller, στην οποία περιγράφει και τις δικές του εντυπώσεις από την Ελλάδα.

«Μεσολόγγι, 5 Ιανουάριου 1823

Αγαπητέ φίλε. Διέσχισα τον ωκεανό και βρίσκομαι στην Ελλάδα, τη χώρα που είναι τόσο περίφημη για την κλασική της ιστορία, τη γενναιότητα των πολεμιστών της και την αγάπη που έχουν για την ελευθερία.

Μολονότι ήμουν αποφασισμένος πριν ακόμα ξεκινήσω για δω και ήμουν έτοιμος για όλα, δεν μπορώ να μην πω ότι, σ’ ένα ορισμένο σημείο, απογοητεύτηκα.

Περίμενα να βρω τουλάχιστον συντάγματα σχηματισμένα, χωρίς να είμαι υποχρεωμένος να βρίσκω μόνος μου το ψωμί μου. Αλλά δεν είναι τέτοια η περίπτωση. Σχετικά με την τακτική, οι Έλληνες μοιάζουν πολύ με τους δικούς μας Ινδιάνους. Ο κάθε καπετάνιος βρίσκει όσους άνδρες μπορεί να συνηγορήσει με λίγα λεφτά και τους οδηγεί κατά του εχθρού. Όταν τελειώνει η μάχη οι καπετάνιοι παρουσιάζουν τους διάφορους λογαριασμούς τους στην κυβέρνηση και παίρνουν υποσχέσεις πληρωμής. Αυτή η κατάσταση, μολονότι διαψεύδει λίγο τις ελπίδες μου, δεν είναι εναντίον των Ελλήνων. Δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση ότι, ακόμα και στην Αμερική, τα στρατεύματα θα μπορούσαν να πληρωθούν και να ντυθούν αν δεν υπήρχαν χρήματα για να πληρωθούν και να ντυθούν. Η αλήθεια είναι αυτή: υπάρχουν ελάχιστα χρήματα στην Ελλάδα. Το Αγγλικό δάνειο και όσα έστειλε η Αμερική είναι οι μόνοι χρηματικοί πόροι στους οποίους μπορεί να βασίζεται η Κυβέρνηση για να δραστηριοποιήσει τις ενέργειές της. Κατά συνέπεια είναι πολύ σωστό να ξοδεύουν όσο λιγότερα μπορούν. Όπως του το ζήτησα, ο Συν/ρχης Jarvis έδωσε μια γενική αναφορά της κατάστασης, όπως ήταν και όπως είναι, στην Ελλάδα. Φαίνεται να έχει πολύ μεγάλη επιρροή στα ελληνικά πράγματα. Πιστεύω πως είναι πολύ εντάξει άνθρωπος και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που βρέθηκα μαζί του. Δυσαρεστήθηκα τόσο πολύ με τη στάση των Φράγκων πού ενοχλούν συνεχώς την κυβέρνηση ζητώντας χρήματα ώστε δεν παρουσίασα, καμία αίτηση σ’ αυτήν αλλά έδειξα μόνο τα συστατικά μου γράμματα στον κυβερνήτη Μαυροκορδάτο.

Είμαι σίγουρος πως η ομορφιά, η ταπεινοφροσύνη, η απλότητα και η αρετή των γυναικών δεν έχουν προηγούμενο σε κανένα μέρος του κόσμου. Τα βουνά τώρα είναι σκεπασμένα από χιόνι. Αλλά οι κοιλάδες και οι πεδιάδες είναι πράσινες από χόρτο. Οι Έλληνες δεν έχουν κάρα ή αμάξια. Όπως και οι Τούρκοι κουβαλάνε όλα τα φορτία τους με άλογα, γαϊδούρια και μουλάρια. Οι πεδιάδες της Δυτικής Ελλάδας που είδα είναι γόνιμες. Το κρασί καλής ποιότητας. Κάνει μόνο δεκαέξι σεντς το γαλόνι. Αν η χώρα πετύχει την ελευθερία της, πράγμα για το οποίο δεν έχω καμιά αμφιβολία, θα μπορέσουν ν’ ανοιχτούν πολύ ωφέλιμες εμπορικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αμερική.

Ελπίζω αγαπητέ Κύριε πως, αν οι Τούρκοι δεν επέμβουν, θα έχω την ευχαρίστηση να λάβω γράμμα σας το συντομότερο. Μην ξεχνάτε πως είμαι παλιός στρατιώτης και συνεπώς έχω κάποιο δικαίωμα ν’ απαιτώ αυτή τη χάρη.

Μαθαίνω αρκετά γρήγορα τη γλώσσα της χώρας. Οι Έλληνες μιλάνε πολύ για τον κ. Ουέμπστερ (Σημείωση ΕΕΦ: Αναφέρεται στον Αμερικανό Γερουσιαστή Daniel Webster, είχε απευθύνει φλογερό λόγο υπέρ των Ελλήνων στο Κογκρέσο των ΗΠΑ).

Σας παρακαλώ, αγαπητέ Κύριε, να δώσετε τους χαιρετισμούς μου στους φίλους μου στην Αμερική και πιστέψτε πως δια τελώ πιστά υμέτερος J. P. Miller»

Σε άλλη επιστολή του προς το Φιλελληνικό κομιτάτο της Βοστώνης αναφέρει ότι σχεδίαζαν με τον Jarvis μία επιχείρηση για την απελευθέρωση της Ναυπάκτου.

Στη συνέχεια ο Miller γνώρισε τον άλλο μεγάλο Φιλέλληνα, τον Samuel Howe. Από τα γραπτά και των δύο προκύπτει ότι έγιναν στενοί φίλοι. Μάλιστα οι τρείς αυτοί φλογεροί Φιλέλληνες απετέλεσαν μία εμβληματική τριάδα με παρουσία σε όλες σχεδόν τις πολεμικές επιχειρήσεις των Ελλήνων στην ξηρά και στην θάλασσα.

Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Samuel Howe, ο Miller αψηφά κινδύνους, κακουχίες, στερήσεις, και είναι αφοσιωμένος στην Ελληνική Επανάσταση, και μάλιστα προσφέρει τις υπηρεσίες του με ταπεινότητα, χωρίς να διεκδικεί τιμές, με υπομονή και πίστη. Τόσο ο Μίλλερ, όρο και ο Jarvis και ο Samuel Howe, υπερασπιζόντουσαν τους Έλληνες με κάθε ευκαιρία, ακόμη και όταν αυτοί δεχόντουσαν κατηγορίες.

Για παράδειγμα, ο Miller αναφέρεται σε γραπτά του για τις εντυπώσεις από το Συνέδριο της Δυτικής Ελλάδας στο Αιτωλικό με τα ακόλουθα λόγια: «Ήμουν εκεί και είδα εκατό Έλληνες να συζητούν για δέκα μέρες τα προβλήματά τους χωρίς το παραμικρό βίαιο ξέσπασμα. Πού αλλού θα μπορούσε να συναντήσει κανείς δυο χιλιάδες στρατιώτες που να μην είναι κανείς μεθυσμένος; Δεν έχω δει ούτε έναν μεθυσμένο στον τόπο αυτόν … Η ομορφιά, η σεμνότητα, η απλότητα και η ευπρέπεια των γυναικών εδώ δεν πιστεύω να υπάρχει σε κανένα άλλο μέρος της γης».

Σκίτσο του Jonathan Peckham Miller με αντίγραφο της υπογραφής του.

Ο Μίλλερ βρισκόταν στο Μεσολόγγι κατά την διάρκεια της τελευταίας πολιορκίας του από δέκα χιλιάδες Τούρκους. Χειριζόταν ένα τηλεβόλο με μεγάλη επιτυχία μάλιστα, αφού σύμφωνα με τον Samuel Howe «την πρώτη του ομοβροντία την έκανε επιτυχώς: τέσσερις νεκροί αντίπαλοι ήταν το τίμημα». Ο Miller αναφέρθηκε στα γραπτά του στην ηρωική αντίσταση των Ελλήνων στο Μεσολόγγι. Επί δεκαπέντε μέρες αντιστεκόταν και ο ίδιος, και στο τέλος κατάφερε να διαφύγει τον κλοιό των πολιορκητών και τελικά φαίνεται πως απέδρασε λίγες μόλις ημέρες πριν την Έξοδο. Με το θέμα αυτό θα ασχοληθούμε παρακάτω.

Σε άλλη επιστολή της 14 Ιανουαρίου 1825, αποσπάσματα της οποίας ακολουθούν, ο Miller παρουσιάζει στο Φιλελληνικό Κομιτάτο της Βοστώνης την κατάσταση και τις εντυπώσεις του από την παραμονή του στην Ελλάδα:

«Μεσολόγγι, 14 Ιανουαρίου 1825

… οι Έλληνες θα ελευθερωθούν. Οι λόγοι για τους οποίους το πιστεύω είναι οι παρακάτω: Παρόλη τη δυστυχία που υπάρχει (και είμαι σίγουρος πως μεγαλύτερη δεν υπήρξε ποτέ σ’ άλλη χώρα) κυριαρχεί γενικά η ιδέα πως όχι μόνο οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες και τα παιδιά, θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να υποδουλωθούν ξανά στους Τούρκους. Αν ο εχθρός βρισκόταν μακριά, δεν θα έπαιρνα στα σοβαρά τέτοιες δηλώσεις, αλλά επειδή βρίσκεται μόνο σε απόσταση είκοσι μιλίων, δείχνουν καθαρά την απόφαση των Ελλήνων. …

… η τάξη και η νομιμότητα με την οποία πραγματοποιήθηκε το Συνέδριο των διαφόρων επαρχιών της Δυτικής Ελλάδας στο Ανατολικό, στις 16 Δεκεμβρίου 1824. Ήμουνα παρών στο Συνέδριο. Το αποτελούσαν οι σημαντικότεροι κάτοικοι και προεστοί των διαφόρων περιοχών και συνεδρίαζε δέκα μέρες, στη διάρκεια των οποίων όλες οι υποθέσεις της Δυτικής Ελλάδας διευθετήθηκαν φιλικά μολονότι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες που υπερασπίζονταν τη χώρα τους τελευταίους έξι μήνες δεν είχαν πάρει ούτε μισθούς, ούτε ρούχα, ούτε συσσίτιο. Υπήρχαν δύο χιλιάδες στρατιώτες στην πόλη, που είχαν φτάσει με τους αρχηγούς τους. Ωστόσο, δεν έγιναν ούτε τσακωμοί, ούτε φασαρίες, ενώ η Γερουσία, με την τάξη και την ευρυθμία της, θα ήταν αντάξια οποιοσδήποτε χώρας. Όταν βλέπω εκατό άνδρες – τους Περισσότερους οπλισμένους – να συζητάν ψύχραιμα για τις υποθέσεις της πατρίδας τους δέκα μέρες, χωρίς να διαφωνούν, ενώ θα είχαν κάθε λόγο να παραπονιούνται, συμπεραίνω αμέσως πως είναι ικανοί να καταφέρουν πολλά. Ο Μαυροκορδάτος είναι αναμφισβήτητα ο πρώτος Έλληνας και για το ταλέντο του και για την επιρροή του. Υπερασπίστηκε την επαρχία του ολόκληρο τον περσινό χρόνο χωρίς έναν παρά και όμως οι αξιωματικοί του του είναι πιστοί, μολονότι τους ταΐζει μόνο ελπίδες.

… Ελπίζω πως με την ευλογία του Θεού θα μπορέσω να βοηθήσω τους Έλληνες. Αυτή η ελπίδα με παρηγορεί μέσα στην τόση γενική δυστυχία που με περιβάλλει. …

… Χαιρετίστε εκ μέρους μου τους φίλους της Ελλάδας στην Αμερική. Πείτε τους πως καθημερινά βλέπω τέτοια δυστυχία, που δεν περιγράφεται. Γυναίκες και παιδιά δραπετεύουν απ’ τα χέρια των Τούρκων, χωρίς ένα ρούχο να σκεπαστούν ή ένα κομμάτι ψωμί να φάνε. Αν υπήρχε κάποια χώρα που να χρειαζόταν τη φιλανθρωπία του Χριστιανικού κόσμου, αυτή πρέπει να είναι η Ελλάδα.».

Όπως αναφέραμε παραπάνω, οι επιστολές αυτές, εκτός από ιστορικές πηγές, υπηρέτησαν έναν άλλο σημαντικό στόχο. Αυτόν της ενημέρωσης και της επιρροής της Αμερικανικής κοινής γνώμης, και της καλλιέργειας του Φιλελληνικού ρεύματος στις ΗΠΑ. Ήταν μάλιστα ο καταλύτης για την συλλογή πόρων και τη διενέργεια εράνων υπέρ των Ελλήνων.

Αξίζει όμως να αναφέρουμε και μία άλλη πτυχή της δράσης του Miller στην Ελλάδα. Τον Μάρτιο του 1825 έφθασε ο αιδεσιμότατος Samuel Wilson, και ο Miller τον συνόδευσε στην περιοδεία του στην Ελλάδα. Κατά την περιοδεία αυτή, ο Miller είχε την ευκαιρία να διανείμει τα φυλλάδια που είχαν τυπωθεί στην Μάλτα, και είναι χαρακτηριστικό ότι διαπίστωσε τη δίψα που είχαν οι Έλληνες για μόρφωση. Γράφει γι’ αυτό σχετικά ο Miller: «…οι Έλληνες σε ειρήνη ή σε πόλεμο διψούν για τη μάθηση κι εκστασιάζονται στη θέα κάποιου φυλλαδίου ή μιας Βίβλου και είναι ικανοί να δώσουν σωστή μάχη για την απόκτηση μιας τέτοιας φυλλάδας που τόσο χαρακτηριστικά την αποκαλούν Φτερό. Πολλές φορές στο στρατόπεδο μου έτυχε να δω στρατιώτες μαζεμένους γύρω από ένα συνάδελφό τους να τον ακούν αμίλητοι να διαβάζει κάποιο κείμενο». Έχει όμως ενδιαφέρον και ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τους Έλληνες: «Οι χωρικοί είναι σεμνοί και τίμιοι, οι έμποροι ψεύτες, πονηροί, ραδιούργοι, οι στρατιώτες γενναίοι, καρτερικοί, απόλυτα δοσμένοι στην ιδέα της ελευθερίας… οι Ελληνίδες σεμνές, ηθικές, ωραίες. … ‘Εζησα σαν ένας Έλληνας με τους Έλληνες, είμαι έτοιμος να υποφέρω για την ιδέα της θρησκείας και της ελευθερίας. Μπορείτε να με πείτε σταυροφόρο ή ό,τι άλλο σας κάνει κέφι, μα εγώ δεν ζω παρά για να δω την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

Ο Miller ακολούθησε τον Jarvis σε μία σειρά επιχειρήσεων στην Στερεά Ελλάδα και μετά στην Πελοπόννησο, και στο τέλος κατέληξε στο Ναύπλιο. Εκεί όπως αναφέραμε συνάντησε τον Samuel Howe. Εν τω μεταξύ ο Ιμπραήμ Πασάς είχε καταλάβει την Τριπολιτσά και είχε ξεκινήσει μία εκστρατεία για να καταλάβει το Άργος και το Ναύπλιο. Ο Miller εντάσσεται μαζί με άλλους φιλέλληνες στις δυνάμεις του Δημητρίου Υψηλάντη και μεταβαίνουν στους Μύλους για να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ.

Οι ελληνικές δυνάμεις λαμβάνουν θέσεις μάχης. Η μονάδα του Miller, στην οποία συμμετέχουν πολλοί φιλέλληνες, οχυρώνεται στο τοίχο ενός αγροκτήματος. Εκεί τους συναντούν πολυάριθμές ομάδες Τουρκο-Αιγυπτίων στις 13 Ιουνίου 1825, και ξεκινά μία από τις σημαντικές μάχες του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα. Η μάχη των Μύλων, στην οποία διακρίθηκαν δύο μεγάλοι Έλληνες  αγωνιστές. Ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Ιωάννης Μακρυγιάννης. Ο Miller και οι φιλέλληνες, παρά το ότι περικυκλώθηκαν, κράτησαν τις θέσεις τους και πολέμησαν γενναία, ακόμη και σώμα με σώμα. Και ενώ η κατάστασή τους ήταν δεινή, επενέβη ο Στρατηγός Μακρυγιάννης με τους λίγους άνδρες τους, οι οποίοι κτύπησαν από μία πλευρά με ταχύτητα, δύναμη και κραυγές το εχθρό. Οι Τούρκοι κυριεύθηκαν από πανικό και άρχισαν να υποχωρούν. Η μάχη των Μύλων ολοκληρώθηκε με νίκη των ελληνικών δυνάμεων και υποχώρηση του στρατού του Ιμπραήμ στην Τριπολιτσά. Όπως πιστοποιούν πολλές πηγές (Howe, Gordon, Humphrey), ο Miller πολέμησε με υποδειγματική ανδρεία.

Λίγο αργότερα, το καλοκαίρι του 1825, ο Miller αρρώστησε βαριά από ελονοσία. Ευτυχώς ο Samuel Howe ήταν στο πλευρό του και τον θεράπευσε. Επειδή όμως ο οργανισμός του είχε ασθενήσει πολύ, τον πήρε μαζί του στο πλοίο στο οποίο υπηρετούσε ως στρατιωτικός ιατρός, επικεφαλής ιατρός του στόλου. Στον στόλο αυτό είχε ανατεθεί μία αποστολή στη Γραμβούσα της Κρήτης, που την εποχή εκείνη είχε επαναστατήσει και καταληφθεί από Κρήτες επαναστάτες με αρχηγό το Δημήτριο Καλλέργη. Κατά την εκστρατεία αυτή ο Miller ασχολήθηκε ως μαθητευόμενος βοηθός του Samuel επί δύο μήνες με την περιποίηση και  θεραπεία τραυματιών.

Μετά από την εκστρατεία αυτή, ο Miller έγραψε στις 5 Οκτωβρίου 1825 σε συγγενή του στις ΗΠΑ μία επιστολή, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: «…θέλω να βοηθώ στην ανεξαρτητοποίηση και την αναγέννηση αυτής της χώρας… Αν κι έχω περάσει εδώ ώρες και στιγμές αληθινά σκληρές, ωστόσο ευλογώ τον Ύψιστο, που έβαλε μέσα στην καρδιά μου την επιθυμία να έρθω στην Ελλάδα κι είμαι έτοιμος και πρόθυμος, αν αυτή είναι η θέλησή του, να πεθάνω για Χάρη της».

Όπως αναφέραμε παραπάνω, ο Miller έλαβε μέρος και σε άλλη μία σημαντική στιγμή του αγώνα των Ελλήνων, στο Μεσολόγγι. Συμμετείχε στις επιχειρήσεις για την υπεράσπιση της πόλης και αγωνίσθηκε γενναία μέχρι το τέλος. Από ό,τι φαίνεται κατάφερε να φύγει από το Μεσολόγγι λίγο πριν την τελική έξοδο. Τα στοιχεία που προκύπτουν από διάφορες πηγές συνηγορούν στο ότι έφυγε ξαφνικά από την πόλη και απροετοίμαστα, και ότι είχε ιδιαίτερα σαφή και πλήρη εικόνα όσων έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της Εξόδου.

Πράγματι σε επιστολή του της 3 Μαΐου 1826 στον Edward Everett, τον μεγάλο Αμερικανό Φιλέλληνα και πρόεδρο του Φιλελληνικού κομιτάτου της Βοστώνης, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια όσα διαμείφθηκαν κατά τη διάρκεια της Εξόδου.

«… Μετ’ανεκφράστου συγκινήσεως, επιχειρώ διά της παρούσης να κάμω την εξιστόρησιν της πτώσεως του Μεσολογγίου, και της σπαρακτικής καταστάσεως της δύσμοιρου Ελλάδος. Το Μεσολόγγιον έπεσεν εις χείρας των Τούρκων, προ οκτώ ημερών, μετά ηρωικήν υπεράσπισιν ένδεκα μηνών και ημίσεως. ‘Οταγ λάβωμεν υπ’όψιν τα μέσα της υπερασπίσεως και τον κατακλύζοντα χείμαρρον των εχθρών οι οποίοι περιέζωσαν την πάλιν κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, δεν δύναται να υπάρξη αμφιβολία ότι ομοίαν αντοχήν δεν έχει να δει η ιστορία ούτε εις τους παλαιούς ούτε εις τους νεωτέρους χρόνους.  Αι λεπτομέρειαι της πτώσεως της αρκούν να φέρουν δάκρυα και εις τους πλέον αναίσθητους και πεπωρωμένους και θα εξεγείρουν εις δράσιν τον Χριστιανικόν Κόσμον, εάν πράγματι δύναται να λεχθή ότι υπάρχει τοιοϋτος. Συγγνώμην, αγαπητέ κύριε, η αγωνία εις ην ευρίσκεται ο νους μου υπαγορεύουν την εκφράσιν αυτήν διότι, τις ποτέ ήθελε πιστεύει, ότι, εν τοιούτω αιώνι, υπαρχόντων Χριστιανών, οι άπιστοι θα είχον την ελευθερίαν να κατακρεουργήσουν ένα ολόκληρον πληθυσμόν. Το Μεσολόγγιον είχε πλέον των οκτώ χιλιάδων κατοίκων, κατά την εποχήν της παραδόσεως, ή μάλλον της καταστροφής. Μόνον τρισχίλιοι εξ αυτών ήσαν ικανοί να φέρουν όπλα οι επίλοιποι ήσαν γυναίκες και παιδία. Είχομεν περιέλθει εις την εσχάτην απελπισίαν ελλείψει τροφίμων, έχοντες ήδη μεταχειρισθή προς τροφήν όλους τους ημιόνους και τους ίππους, οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί, οπόταν η κατήφεια των κατοίκων έδωσε τόπον εις την χαράν διά της αφίξεως του Ελληνικού στόλου. Αλλά φευ! Ο ανδρείος Μιαούλης εύρε την Τουρκικήν δύναμιν πολύ μεγάλην διά την μικρά του ναυτικήν μοίραν μετά τρεις απόπειρας του να διασπάση τον Τουρκικόν στόλον, υποστάς ικανός απώλειας, υπεχώρησεν. Οι κάτοικοι του Μεσολογγίου αφέθησαν εις την τελεύταγαν απόγνωσιν. Εγνώριζαν την σκληράν τύχην εκείνων οι οποίοι συνελήφθησαν εις Αιτωλικόν, και οποία τερατουργήματα διέπραττον οι Άραβες, εάν η πόλις παρεδίδετο. Έλαβον την φρικώδη, αλλά ηρωικήν απόφασιν να ανατινάξουν εις τον αέρα τας συζύγους, τας θυγατέρας και τους υιούς των. Την ονομάζω ηρωικήν, διότι αι ίδιοι αί γυναίκες το εζήτησαν και δεν υπήρχε τρόπος του να εμποδισθώσιν οι Άραβες από του να διαπράξουν κακοηθείας επί των γυναικών και των παίδων, εάν ποτέ τους είχαν εις την διάθεσίν των. Συνήχθησαν λοιπόν όλοι εις το παλαιόν Τουρκικόν Σαράι. Οι σύζυγοι και οι αδελφοί, αφού ουνεσσώρευσαν την πυρίτιδα, ησπάσθησαν αυτάς διά τελευταίαν φοράν, κατόπιν δε δίδοντες εις αυτάς τα σπίρτα, τας άφησαν να βάλουν πυρ εις την πυρίτιδα. Οι άνδρες μετά τούτο προητοιμάσθηκαν να περάσουν το Τουρκικόν στρατόπεδον με το ξίφος ανά χείρας. Και από τρεις χιλιάδες, μόνον χίλιοι λέγεται ότι διεσώθησαν.

Οποία ανεκλάλητος θλίψις επικρατεί εδώ. Γυναίκες κτυπώσαι τα στήθη τωγ, και ερωτώσαι κάθε Φράγκον τον οποίον απαντούν «αν όλος ο Χριστιανικός κόσμος τους εγκατέλειψε». Πρέπει να τελειώσω την βιαστικήν αυτήν κακογραφίαν διότι η καρδία μου εκχειλίζει εις τόσον βαθμόν ώστε αδυνατώ να γράψω περισσότερα. Έχασα όλον μου τον Ευρωπαϊκόν ιματισμόν εν Μεσολογγίω. Αλλ’ αυτό δεν είναι τίποτε. Εάν έχω την ευτυχίαν να διαφύγω, θα μεταβώ εις Σμύρνην.

Τας προσρήσεις μου εις την κυρίαν Έβερετ, χαίρω ότι δεν είναι αυτής ή τύχη των περικαλλών, αλλά δύσμοιρων θυγατέρων της Ελλάδος.».

Άλλη πρωτογενής πηγή είναι το ημερολόγιο που κρατούσε ο Μίλλερ μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, την περίοδο που διαχειριζόταν την διανομή της βοήθειας που έφθανε στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ. Στις 28 Μαΐου 1827 αναφέρεται σε αυτό στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έφυγε από την Ελλάδα ένα χρόνο πριν και γράφει συγκεκριμένα ότι δεν είχε “χρήματα, ρούχα και διαβατήριο, είχα απωλέσει τα δύο τελευταία στην πτώση του Μεσολογγίου, στου οποίου την υπεράσπιση είχα λάβει μέρος”.

Πολλοί ιστορικοί έχουν ασχοληθεί με το θέμα και έχουν εκφράσει απόψεις για το εάν συμμετείχε ο Miller στην Έξοδο ή όχι. Ακόμη όμως και όσοι παίρνουν θέση ότι δεν ήταν στην Έξοδο (Χρήστος Λάζος, Θάνος Βαγενάς, Ευρυδίκη Δημητρακοπούλου), δεν ισχυρίζονται ότι δεν ήταν στο Μεσολόγγι και ότι δεν υπερασπίσθηκε την πόλη κατά την τελευταία και μοιραία πολιορκία. Το πιο πιθανό είναι ότι αυτός συμμετείχε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας μέχρι τις τελευταίες ημέρες και ότι του δόθηκε μία απρόσμενη ευκαιρία να αποχωρήσει ξαφνικά και απροσδόκητα λίγο πριν την Έξοδο. Πιθανώς μάλιστα να ήταν κοντά στο Μεσολόγγι όταν έλαβε χώρα η Έξοδος, και να βρέθηκε με όσους επέζησαν αμέσως μετά.

Το βασικό επιχείρημα όσων ισχυρίζονται ότι δεν ήταν στο Μεσολόγγι, είναι ότι μπορεί να είχε αφήσει εκεί τα ευρωπαϊκά του ρούχα πριν φύγει στην Κρήτη. Αυτό δύσκολα γίνεται πιστευτό όμως, διότι ακόμη και εάν ήταν έτσι, δεν θα είχε αφήσει εκεί ποτέ το διαβατήριό του, το οποίο του ήταν απαραίτητο ακόμη και στην Ελλάδα.

Εν τέλει ο Miller κατάφερε να φθάσει στην Σμύρνη, και από εκεί ταξίδευσε για την Αμερική στην οποία έφθασε τον Νοέμβριο του 1826. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στις ΗΠΑ, συνεργάσθηκε με τα Φιλελληνικά Κομιτάτα, συνέγραψε και  δημοσίευσε πολλά άρθρα, με στόχο και πάλι να συγκινήσει την κοινή γνώμη και  να στηρίξει τους εράνους υπέρ των Ελλήνων.

Ο Miller επανήλθε στην Ελλάδα λίγο αργότερα, τον Μάρτιο 1827, απεσταλμένος του του Φιλελληνικού Κομιτάτου της Νέας Υόρκης, με μία νέα και διαφορετική αυτήν την φορά αποστολή, που είχε έναν ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Τη διανομή της Αμερικανικής βοήθειας που εστάλη στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος.

Πορτραίτο του Jonathan Peckham Miller.

Οι ΗΠΑ απέστειλαν συνολικά 8 πλοία με βοήθεια προς τους Έλληνες. Το πρώτο ήταν το «Six brothers» που ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη στις 13 Μαρτίου 1827, και το τελευταίο το «Suffolκ» που  ξεκίνησε από τη Βοστώνη στις 13 Σεπτεμβρίου 1828.

Το τέλος 1828, όταν η διανομή της ανθρωπιστικής βοήθειας ολοκληρώθηκε και αφού διαπίστωσε ότι η Ελλάδα είχε πλέον συστήσει ελεύθερο κράτος, θεώρησε ότι η αποστολή του είχε πλέον ολοκληρωθεί, και αποφάσισε να επιστρέψει οριστικά στις ΗΠΑ. Το ταξίδι αυτό συνδέεται με ένα ιδιαίτερα συγκινητικό περιστατικό. Λίγο πριν φύγει ο Miller συναντά τρία ορφανά Ελληνόπουλα, δύο αγόρια και ένα κορίτσι. Η κατάσταση των παιδιών αυτών που δεν τους είχε απομείνει πλέον κανένας συγγενής, συγκινούν τον Miller, και έναν άλλο Αμερικανό Φιλέλληνα τον ιατρό John Denison Russ (επισυνάπτεται βιογραφία του στο τέλος). Και οι δύο τους αποφασίζουν να υιοθετήσουν τα παιδιά αυτά. Ο Miller υιοθετεί τον νεότερο από αυτούς, τον Λουκά Μιλτιάδη και ο Russ το αγόρι και το κορίτσι. Για τα δύο αυτά παιδιά δεν έχουν προκύψει ακόμη στοιχεία από την έρευνα για την πορεία τους.

Πίνακας του Λουκά Μιλτιάδη Miller, θετού γιού του Jonathan Peckham Miller.

Μνημείο για τον Λουκά Μιλτιάδη Miller.

Ο καθηγητής Ιάκωβος Μιχαηλίδης, έχει πραγματοποιήσει πρόσφατα μία ενδελεχή μελέτη για όλα τα παιδιά που υιοθετήθηκαν την περίοδο αυτή από Αμερικανούς στις ΗΠΑ.

Ενώ δεν είναι γνωστό τι απέγιναν τα δύο παιδιά που υιοθέτησε ο Russ, ο μικρός Λουκάς Μιλτιάδης (πλέον Miller), εξελίχθηκε σε επιτυχημένο επιχειρηματία στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα δημοφιλή στην Πολιτεία του Wisconsin, και εξελέγη μέλος του Κογκρέσου των ΗΠΑ. Ήταν ο πρώτος Ελληνοαμερικανός πολιτικός στις ΗΠΑ.

Ο Jonathan Peckham Miller είχε στη συνέχεια στις ΗΠΑ μία ιδιαίτερα λαμπρή σταδιοδρομία, και παρέμεινε σαν προσωπικότητα συνεπής στην ιδεολογία του και με τα αγνά αισθήματα που έτρεφε ως Φιλέλληνας. Μόλις επέστρεψε στις ΗΠΑ, γράφθηκε στη Νομική Σχολή. Το 1831 έγινε δεκτός στον δικηγορικό σύλλογο του Berlin στο Vermont.

1840 World Anti-Slavery Convention, Benjamin Robert Haydon, 1841, National Portrait Gallery, London. Στον πίνακα απεικονίζεται και ο Miller.

Ο Miller ασχολήθηκε στη συνέχεια και με την πολιτική. Ήταν ασυμβίβαστος υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων των γυναικών και της κατάργησης της  δουλείας. Για τον σκοπό αυτό κατέθεσε μάλιστα πολλές προτάσεις ψηφισμάτων στην Βουλή της Πολιτείας του. Το 1840 έλαβε μέρος στην Διεθνή διάσκεψη για την κατάργηση της δουλείας στο Λονδίνο. Χάρη στη δράση του, το Vermont ήταν η πρώτη Πολιτεία των ΗΠΑ που κατήργησε την δουλεία.

Jonathan Peckham Miller highway στο Randolph, Vermont των ΗΠΑ. Τιμητικές πινακίδες στην γενέτειρά του στις ΗΠΑ αναφέρονται στην προσωπικότητά του και στον ρόλο που διαδραμάτισε στην Ελλάδα, προσδίδοντας του τον τίτλο τιμής Αγωνιστής της Ελευθερίας.

Ο τάφος του Jonathan Peckham Miller στο Montpelier, Vermont, στις ΗΠΑ.

Ο Jonathan Peckham Miller είχε αγοράσει στην Ελλάδα ένα από τα σπαθιά του Λόρδου Βύρωνος, το οποίο είχε χαθεί. Η κόρη του, Keith Miller, ταξίδευσε στην Ελλάδα το 1853 και τελικά κατάφερε να εντοπίσει το σπαθί και να επιστρέψει μαζί του στις ΗΠΑ. Το σπαθί αυτό βρίσκεται σήμερα στο Vermont Historical Society.

Ένα από τα σπαθιά του Λόρδου Βύρωνος, που είχε φέρει ο Jonathan Peckham Miller από την Ελλάδα. Το σπαθί βρίσκεται σήμερα στο Vermont Historical Society στις ΗΠΑ.

Η Ελλάδα, ο Ελληνισμός, ο Φιλελληνισμός, αλλά και όλη η ανθρωπότητα οφείλουν πολλά στον μεγάλο αυτόν αγωνιστή της Ελευθερίας τον Jonathan Peckham Miller.

 

(*) Βιογραφικό σημείωμα του Αμερικανού φιλέλληνα, ιατρού John Denison Russ (1801-1881). Αμερικανός γιατρός και φιλάνθρωπος, γεννημένος στο Chebacco (Essex), Μασαχουσέτη, τον Σεπτέμβριο του 1801. Πέθανε στο Pompton, New Jersey, 1 Μαρτίου 1881. Αποφοίτησε από το Yale το 1823, σπούδασε ιατρική στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Λονδίνο και την Ευρώπη. Το 1826 άρχισε να ασκεί την ιατρική στην Νέα Υόρκη, μεταξύ 1827 και 1830, μετέβη στην Ελλάδα όπου βοηθούσε τους Έλληνες πατριώτες, και με την επιστροφή του ξεκίνησε την πρώτη προσπάθεια εκπαίδευσης των τυφλών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Προσκλήθηκε να οργανώσει το Ίδρυμα για τους Τυφλούς στη Βοστώνη, αλλά προτίμησε να συνεχίσει την εργασία του ως ανεξάρτητος ιατρός. Το 1832 έγινε επιθεωρητής Οργανισμού Υγείας στην Νέας Υόρκης, μια θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1858. Οι εφευρέσεις και οι βελτιώσεις του για τη βοήθεια των τυφλών χρησιμοποιήθηκαν ευρέως. Τελευταία ενεργοποιήθηκε στην προσπάθεια να βελτιώσει την πειθαρχία στις φυλακές και να προωθήσει την ευημερία και αποκατάσταση των κρατουμένων μετά την έκτιση της ποινής τους.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Άννινος Μπάμπης, Οι φιλέλληνες του 1821, Αθήναι, 1967.
  • Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. ΣΤ’, «Η εσωτερική κρίση 1822-1825», Θεσσαλονίκη,
  • Βήτας Αχ., Ο Αμερικανικός Φιλελληνισμός στην Ελληνική Επανάσταση, Αθήνα, 1960.
  • Booras Harris, Hellenic Independence and America’s Contribution to the Cause, Rutland, 1934.
  • Dakin D., British and American Philhellenes during the War of Greek Independence, 1821-1833, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Thessaloniki, 1955.
  • Θ. Βαγενάς και Ε. Δημητρακοπούλου, Αμερικανοί Φιλέλληνες, Αθήνα, 1949.
  • Samuel Gridley Howe, Historical Sketch of the Greek Revolution, M.D. New York, 1828.
  • Samuel Gridley Howe, Letters and Journals, Boston and London, 1906.
  • Jarvis George, Letters from Greece, Γεννάδειος, Ind. 756.
  • Jarvis George, His Journal and Related Documents, 1965. Edited with introduction, prologues, sequel and notes by George Georgiades Arnakis Eurydice Demetracopoulou, Americans in the Greek Revolution, Institute for Balkan Studies, Thessaloniki, 1965.
  • Σ. Θ. Λάσκαρις, Ο Φιλελληνισμός εν Αμερική κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν, 1926.
  • William Miller, «The Journals of Finlay and Jarvis», The English Historical Review, Vol. 41, n° 164, October, 1926.
  • Daniel Webster’s Speech, The Greek Revolution, Boston, 1824.
  • Zimmerman Carl R., Philhellenism in the American Press during the Greek Revolution, Neo-Hellenica, t. II, 1975.
  • Address of the Philhellenic Committee «For the Relief of the Greeks» to their fellow citizens, Boston 1823.
  • Michelle Arnosky Sherburne (2013). Abolition and the Underground Railroad in Vermont. The History Press. p. 93.
  • Jonathan P. Miller, in Appletons Encyclopedia.
  • Journal of the General Assembly of Vermont. Montpelier, Vermont, October 18, 1830, pg. 3, 5.
  • Delegate list, World Anti-Slavery Convention, Retrieved 3 August 2015.
  • Blackwell, Marilyn S. “‘Women were among our primeval abolitionists: Women and Organized Antislavery in Vermont, 1834–1848”. Vermont Historical Society.
  • The National Herald, article 7 September 2007, “Byron’s sword and the saga of Lucas Miltiades Miller”.
  • Jonathan Peckam Miller, The Conditions of Greece in 1827 and 1828, Harpers, New York,1828.
  • Mark Bushnell, article of 19 May 2019 “Then Again: Seeking adventure in soldiering, Randolph man found a cause”, VTDIGGER (www.vtdigger.org, contact@vtdigger.org).

 

 

Ο Pierre-Antoine Lebrun (Πιερ-Αντουάν Λεμπρέν) γεννήθηκε στο Παρίσι στις 29 Νοεμβρίου 1785 και πέθανε στην γενέτειρά του στις 27 Μάϊου 1873. Ήταν ένας σημαντικός ποιητής και συγγραφέας του 19ου αιώνα της σχολής του ρομαντισμού.

Σπούδασε στο στρατιωτικό κολέγιο του Saint-Cyr. Ξεκίνησε την καριέρα του με την συγγραφή έργων που εξυμνούσαν την πρώτη αυτοκρατορία. Μάλιστα το πρώτο του έργο «Ωδή  στην μεγάλη στρατιά» (Ode à la grande armée – 1805), τράβηξε την προσοχή του Μεγάλου Ναπολέοντος που του προσέφερε μία μηνιαία αμοιβή από το δημόσιο. Στη συνέχεια συνέγραψε διάφορα έργα: Ulysse (1814), Marie Stuart (1820), Le Cid d’Andalousie (1825). Μάλιστα το έργο του Marie Stuart (το οποίο εμπνεύσθηκε από την γοητεία και επιρροή που ασκούσαν σε αυτόν τα έργα του Φρήντριχ Σίλλερ) χαρακτηρίσθηκε ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα του Ρομαντισμού. Το 1822 δημοσίευσε ένα έργο για τον θάνατο του Ναπολέοντα, που του κόστισε την αμοιβή που ελάμβανε. Ήταν φίλος πολλών προσωπικοτήτων από τον χώρο της διανόησης όπως τον Honore de Balzac, τον Victor Hugo, τον Sainte-Beuve, κλπ.

Ο Lebrun ταξίδευσε στην Ελλάδα πριν από την Ελληνική Επανάσταση, το 1820 με το πλοίο «Θεμιστοκλής». Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του άκουσε για πρώτη φορά τον Θούριο του Ρήγα Φεραίου. Με κυβερνήτη τον Τομπάζη, το πλοίο αυτό κήρυξε το 1821 την Επανάσταση στα περισσότερα ελληνικά νησιά. Στο πλοίο αυτό υπηρέτησαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και πολλοί φιλέλληνες, όπως ο Αμερικανός George Jarvis.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα, καταγράφει τις εντυπώσεις του και τις εμπειρίες του. Με το υλικό αυτό ετοιμάζει ένα από σημαντικότερα του έργα, το οποίο εκδίδεται το 1828 στο Παρίσι. Πρόκειται για ένα μεγάλο ποίημα με τίτλο Le voyage de Grèce (Το ταξίδι της Ελλάδας).

Στον πρόλογο του έργου του περιγράφει τρεις κατηγορίες Ελλήνων που γνώρισε στην προεπαναστατική Ελλάδα: τους ορεσίβιους που μέχρι ενός σημείου είχαν διατηρήσει την ανεξαρτησία τους, τους θαλασσινούς που σκέφτονταν να την επανακτήσουν, και τους κατοίκους των κάμπων και των πόλεων που έμοιαζαν να μη μπορούν πλέον να την ονειρευθούν, γιατί είχαν εξοικειωθεί απόλυτα με την ιδέα της σκλαβιάς.

Ο Lebrun παρουσιάζει στον πρόλογό του, που συνέταξε στο τέλος της Επανάστασης, όσα βίωσε και είδε, ενώ αναφέρεται με λεπτομέρειες και στη Ναυμαχία στο Ναβαρίνο.

Για όλη την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης ο Lebrun υπήρξε υποστηρικτής των δικαίων της Ελλάδας.

Pierre-Antoine Lebrun, Le Voyage de Grèce, Paris & Leipzig: Ponthieu etc Cie., 1828 (Συλλογή ΕΕΦ).

Ο Lebrun, χάρη στο έργο του Le Voyage de Grèce εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1828, και το 1831 ορίσθηκε διευθυντής της Imprimerie Royale στην Γαλλία, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1848. Από το 1839 έως το 1848 ήταν μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας και το 1853 εξελέγη γερουσιαστής.

Χειρόγραφη επιστολή του Pierre-Antoine Lebrun (Συλλογή ΕΕΦ).

Η Γαλλία τον τίμησε το 1836 με το παράσημο του Ιππότη της Λεγεώνος της Τιμής, το 1839 με τίτλο ευγενείας, και το 1861 με το παράσημο του Grand Officier της Λεγεώνος της Τιμής. Το 1844 τιμήθηκε και από την Ακαδημία Επιστημών της Βαυαρίας.

 

PierreAntoine Lebrun, Le Voyage de Grèce, «Το ταξίδι της Ελλάδας»

Η Λητώ Σεϊζάνη έχει μεταφράσει χαρακτηριστικά τμήματα του έργου του Pierre-Antoine Lebrun, «Το ταξίδι της Ελλάδας», και αναφέρεται στον γεμάτο συναίσθημα ποιητή:

«Με την ηρωική Ελλάδα, με την Ελλάδα της Ευρώπης, ανέμιξα συχνά αυτήν που θα μπορούσα ν’ αποκαλέσω δική μου, αυτήν που αποτελείται από τόπους που είδα, από ανθρώπους που γνώρισα, από χαρές που δοκίμασα».

Και η Λητώ Σεϊζάνη αναφέρει: «Όσο για το ποίημα αυτό καθ’ εαυτό; Από τους στίχους του παρελαύνουν όλοι οι ήρωες της Επαναστάσεως, αναρίθμητοι όσοι και οι τόποι των μαχών. Οι στίχοι του Lebrun έχουν ιδιαίτερη σημασία, επαναλαμβάνω, καθώς γράφτηκαν την εποχή που συνέβαιναν τα μεγάλα γεγονότα, αποτελούν ουσιαστικά μια ζωντανή αποτύπωσή τους την ίδια στιγμή, σε λογοτεχνική μορφή.

Εκστασιασμένος ο Lebrun βλέπει για πρώτη φορά την Ελλάδα αληθινή μπροστά του και δεν μπορεί να κρύψει τον ενθουσιασμό του:

«Η Σπάρτη ήταν εκεί, κρυμμένη. Κι εγώ, ψηλά από το κατάρτι
Προς εκείνην, προς τα βουνά της φέρνοντας τα μάτια μου γοργά
Έριχνα βλέμματα προσηλωμένα, τεταμένα, διψασμένα
Την έψαχνα παντού, χαμηλόφωνα έλεγα τ’όνομά της
Γελούσα, έκλαιγα. Η ελευθερία, η δόξα
Ο Λεωνίδας, η Ελένη, κι ο μύθος κι η ιστορία
Η Ελλάδα με τις τέχνες της, με τους σοφούς, τους ήρωές της
Όλη μπροστά μου ανέβαινε στον ορίζοντα των κυμάτων.
Κι έβλεπα την Ελλάδα και δεν τολμούσα να το πιστέψω!
Κι όσο πιο πολύ την ένοιωθα να πλησιάζει…
Σε μια τέτοια στιγμή άλλος θα έχανε τη μνήμη του!
Ω καρδιά μου, πώς χτυπάς στη θύμηση αυτή και μόνο!
Καθώς ετοιμάζεται να πατήσει το πόδι του στη στεριά, σκέφτεται:
Είμαι Έλληνας κι εγώ όπως κι αυτοί
Ναι, είναι η πατρίδα μου
Ναι, σαν κι εκείνους επιστρέφω στην αγαπημένη ακτή,
Ξέρω όλους τους δρόμους, γνωρίζω όλα τα ονόματα.»
(μετάφραση Λητώ Σεϊζάνη)

 

Και όπως τονίζει η Λητώ Σεϊζάνη (litoseizani.com) «Διακόσια χρόνια μετά, οι στίχοι του φαντάζουν σαν να γράφτηκαν σήμερα. Τέτοιες είναι οι δυνάμεις της αληθινής αγάπης, της καρδιάς που πάλλεται στη θέα ενός ανθρώπου ή ενός τόπου. Και τέτοια είναι η αγάπη που μπορεί να γεννήσει η Ελλάδα σε δικούς της και σε ξένους».

 

Ακολουθεί άλλο ένα απόσπασμα από «το ταξίδι της Ελλάδας» (μετάφραση: Λητώ Σεϊζάνη)».

«Νά’τοι οι ήρωες
Νά’τοι οι ήρωες, νά’τοι οι άξιοι γιοί!
Μπότσαρη! Πίστεψαν οι τριακόσιοι πως τον αρχηγό τους ξαναβρήκαν
Γέρο Κολοκοτρώνη, ωραίε Μαυρομιχάλη,
Με το αετίσιο μάτι Οδυσσέα, και με πέταγμα εξίσου γρήγορο
Τζαβέλλα, Νικήτα, Μήτσο, ράτσα ατρόμητη
Έρχεστε σεις γι’αυτό βλέπω τους Οθωμανούς νά’χουν χλομιάσει
Στο Αρχιπέλαγος είδα να τρέπεται τεράστιος στόλος σε φυγή
Νά’ναι άραγε, ω Κανάρη, τα μπουρλότα σου που προχωρούν

Θρίαμβος! Βιαστείτε κατορθώματα ηρωικά
Βιαστείτε ευτυχισμένοι καιροί να σας υμνήσει η φωνή μου
Κάντε να λάμψει η ώρα που, επιτέλους, η Ελλάδα ελεύθερη
Με τον ήλιο της, χαρούμενο, να μοιράζεται την ευθυμία
Στον ίσκιο του σταυρού θα πάει στεφανωμένη να καθίσει.

Λαοί, σώστε έναν λαό που δεν του πρέπει η σκλαβιά
Που με κινδύνους τρομερούς το θάρρος του τα βάζει.
Μόνον θα τον αφήσετε ενάντια σε τόσους δημίους;
Χωρίς, αλλοίμονο, ομοψυχία, αφού δεν έχει ηγέτη
Δεν έχει όπλα, ούτε θησαυρούς. Μην έχει οπλοστάσιο;
Έχει μολύβι, σίδερο, έχει μουσκέτα, έχει μπαρούτι;
Μήπως έχει ψωμί; Ο αγώνας του ίσως να είναι και δικός σας.»

 

O Pierre-Antoine Lebrun αναφέρει και ένα «ανάθεμα» κοντά στην Πάτρα, έναν τόπο μ’έναν σωρό από πέτρες. Γράφει:

«Εκεί κάθε Έλλην που περνά, από αδυναμία εξοργισμένος,
Ρίχνει και από μια, και υπόσχεται να εκδικηθεί έναν Τούρκο
Κάθε πέτρα είναι μια ευχή, κάθε πέτρα μια κατάρα
Κι αντιπροσωπεύει ένα ξίφος, και σχεδιάζει έναν θάνατο.
Το ανάθεμα μεγαλώνει, και η πεδιάδα γεμίζει».

 

Αύγουστος Μαξιμιλιανός Myhrberg (λιθογραφία, δεκαετία 1850)

 

Ο Αύγουστος Μαξιμιλιανός Myhrberg ήταν ένας από τους δύο φιλέλληνες που γεννήθηκαν στη Φινλανδία. Γεννήθηκε το 1797 στο Raahe, μια πόλη στη δυτική ακτή της Φινλανδίας. Τα επίσημα έγγραφα αναφέρονται συχνά σε αυτόν ως Σουηδό, αλλά ο θρύλος της ζωής του, ειδικά σε σχέση με τον φιλελληνισμό, συνδέθηκε με την εθνική αφύπνιση της Φινλανδίας, ιδιαίτερα κατά το τελευταίο μέρος του δέκατου ένατου αιώνα.

Αφού φοίτησε στο τοπικό δημοτικό σχολείο της Φινλανδίας, ο Myhrberg στάλθηκε στην Ουψάλα της Σουηδίας, πρώτα σε οικοτροφείο και στη συνέχεια, τον Ιούνιο του 1815, για να εγγραφεί στο πανεπιστήμιο. Μαθαίνουμε, χάρη στη μητέρα του Χριστίνα, ότι αγαπούσε την ιστορία και ότι γνώριζε την αρχαία ελληνική μυθολογία. Το 1820 άφησε πίσω του τις ακαδημαϊκές σπουδές του για να ολοκληρώσει μια γενική στρατιωτική θητεία στη Σουηδία, προκειμένου να εκπληρώσει την επιθυμία του να γίνει στρατιώτης.

Έφυγε από τη Σουηδία το 1823 για να ξεκινήσει μια καριέρα ως μαχητής της ελευθερίας που διήρκεσε περισσότερο από μια δεκαετία. Το όνειρό του να γίνει μαχητής της ελευθερίας θα μπορούσε να αντηχεί τον θαυμασμό του Myhrberg για τον Ναπολέοντα και ίσως πυροδοτήθηκε από τις ειδήσεις για τις επαναστάσεις στη Νότια Αμερική, την Ισπανία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Τα κίνητρα πίσω από την απόφαση του Myhrberg να ενταχθεί στον Ελληνικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, ήταν ένας συνδυασμός ιδεαλισμού και νεανικής επιθυμίας για περιπέτεια, αν και είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν οι πραγματικοί λόγοι από την μεταγενέστερη βιογραφική αφήγηση που συχνά ήταν επιρρεπής στην εξιδανίκευση των ιστορικών λόγων για χάριν άλλων ιδεών, συνδεδεμένων με τις περιστάσεις. Ωστόσο, είναι δυνατόν να ακολουθήσουμε το μονοπάτι του στρατιώτη Myhrberg και την πορεία του προς την Ελλάδα, μέσω της Ισπανίας και της Γαλλίας, υπό το φως του αρχειακού υλικού και να μελετήσουμε τη φιλελληνική του σταδιοδρομία στην Ελλάδα από το 1825 έως το 1831 (αν και το ιστορικό αρχείο δεν συμφωνεί πάντα με αυτά που λέγονται στον ηρωποιημένο «μύθο» για τη ζωή του μαχητή της ελευθερίας).

Ο Myhrberg προσλήφθηκε στη Μασσαλία στο ιππικό του Γάλλου συνταγματάρχη και Φιλέλληνα Charles Fabvier ως στρατιώτης και ξεκίνησε τη φιλελληνική του δράση στην Ελλάδα το 1825 στο ιππικό του συνταγματάρχη Regnault de St. Jean d’Angely. Τα επόμενα έξι χρόνια που πέρασε ο Myhrberg στην Ελλάδα, ανέβηκε στην ιεραρχία, υπηρέτησε ως υπασπιστής του Fabvier, του στρατηγού Thomas Gordon, του συνταγματάρχη Karl Wilhelm von Heideck και κατέληξε να κατέχει την θέση του Διοικητή του φρουρίου στο Παλαμήδι, στο Ναύπλιο για ενάμισι χρόνο (1829-31).

Συμμετείχε στις ακόλουθες μάχες και εκστρατείες:

– στην Εύβοια (1826),

– στο Χαϊδάρι (1826 και 1827) για να ανακουφίσει την πολιορκημένη Αθήνα, όπου και τραυματίστηκε,

– στο Cape Colias (για το οποίο άφησε έναν απολογισμό από πρώτο χέρι, στα αρχεία BSA Finlay στην Αθήνα),

– στην χερσαία επιχείρηση του Φαλήρου (1827), και

– στην εκστρατεία στην Χίο (1827-28).

Επιπλέον, σύμφωνα με τον θρύλο που έχει καλλιεργηθεί για την ζωή του, ο Myhrberg λέγεται ότι ήταν παρών στο Μεσολόγγι, όπου φρουρούσε την μπροστινή πόρτα του Λόρδου Βύρωνος, όταν αυτός πέθανε τον Απρίλιο του 1824 και στην Ακρόπολη της Αθήνας κατά την πολιορκία της το 1826-27. Τα δύο αυτά επεισόδια αποτελούν μέρος της θρυλικής βιογραφίας του Myhrberg. Οι βιβλιογραφικές αυτές λεπτομέρειες είναι ιστορικά αδύνατες, όμως είναι ιστοριογραφικά σημαντικές. Το 1829 ο Κυβερνήτης Καποδίστριας διόρισε τον Myhrberg διοικητή του φρουρίου στο Παλαμήδι του Ναυπλίου.

Επιστολή διορισμού του Myhrberg στη θέση του Διοικητή του Παλαμηδίου υπογεγραμμένη εξ ονόματος του Κυβερνήτη Καποδίστρια από τον στρατηγό Πίζα (Εθνικά Αρχεία της Σουηδίας: Maximilian Myhrberg).

Το 1831, ο Myhrberg αποχώρησε από την Ελλάδα και σχεδίαζε να προσφερθεί εθελοντικά ως μαχητής της ελευθερίας στην εξέγερση της Πολωνίας εναντίον της Ρωσίας. Το αν συμμετείχε στον πολωνικό αγώνα είναι αβέβαιο, αν και έχουμε πολλές ιστορίες ηρωοποίησης για τις πράξεις του στην Πολωνία και τη Γαλλία, όπου ο Myhrberg φαίνεται να έχει περάσει ένα σημαντικό μέρος από τη δεκαετία του 1830 μετά τη φιλελληνική του σταδιοδρομία. Το 1834 ο Myhrberg παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλέα Όθωνα με τον Σταυρό του Σωτήρος (Ιστορικά Αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα 42.113 με ημερομηνία Αθήνα 15/27 Μαρτίου 1835). Ο Βασιλέας της Σουηδίας τον όρισε Ταγματάρχη, και το 1842 και του έδωσε τον τίτλο του Ιππότη (Knight of the Order of the Swords). Από το καλοκαίρι του 1843, ο Myhrberg πέρασε σχεδόν πέντε χρόνια ως γραμματέας του τοπικού Συμβουλίου στο νησί του Αγίου Βαρθολομαίου στις Δυτικές Ινδίες, ένα νησί που αποτελούσε σουηδική αποικία και ελεύθερο λιμάνι μέχρι το 1878. Ο Myhrberg πέθανε στη Στοκχόλμη στις 31 Μαρτίου 1867 και το σουηδικό κράτος του προσέφερε μία επίσημη ταφή, με πλήρεις στρατιωτικές τιμές στο νεκροταφείο της Εκκλησίας Johannes στην κεντρική Στοκχόλμη.

Ένας πλούτος διαφόρων τύπων πρωτογενών πηγών μας παρέχει γνώσεις σχετικά με τον Φιλέλληνα Myhrberg. Αρχειακό υλικό με πολλές επιστολές αλληλογραφίας, συμπεριλαμβανομένων πολλών συστατικών επιστολών από τους ανωτέρους του, βρίσκονται κατατεθειμένα σε αρχεία στη Σουηδία, τη Φινλανδία, την Ελλάδα και τη Γαλλία. Παρέχουν κυρίως ιστορικά στοιχεία για τον Myhrberg, ανεξάρτητα από το ότι το διατηρημένο υλικό που γράφτηκε από τον ίδιο τον Myhrberg είναι λιγοστό. Άφησε τέσσερεις διαφορετικές μαρτυρίες για τη ζωή του, αλλά ακόμη και εντός και μεταξύ των μαρτυριών αυτών, υπάρχουν αντικρουόμενες και μη συμβατές πληροφορίες, ιδιαίτερα σε σύγκριση με την επίσημη ελληνική μαρτυρία.

Αυτή πιθανότατα του παρασχέθηκε λίγο πριν φύγει από τη χώρα το 1831 ή του την έστειλαν αργότερα μαζί με, για παράδειγμα, το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος, και τα σχετικά πιστοποιητικά (Σουηδικά Εθνικά Αρχεία, Στοκχόλμη: Maximilian Myhrberg).

Ελληνική μαρτυρία για τη φιλελληνική σταδιοδρομία του Myhrberg στην Ελλάδα
(Σουηδικά Εθνικά Αρχεία: Maximilian Myhrberg)

Ένας μεγάλος αριθμός άρθρων από εφημερίδες από τον φινλανδικό και σουηδικό τύπο από τη δεκαετία του 1820 έως σήμερα, αφηγείται κυρίως τα κατορθώματα του θρυλικού Myhrberg. Τα περισσότερα από αυτά γράφτηκαν αμέσως μετά το θάνατό του και ως εκ τούτου συμβάλλουν στην καλλιέργεια του προσωπικού αφηγήματος. Υπάρχει μια σειρά σχετικά πρώιμων αναφορών στον σημαντικό αυτό Φιλέλληνα, από ανθρώπους που τον γνώριζαν από πρώτο χέρι. Μέχρι το τελευταίο μέρος του 19ου αιώνα, οι πρώτες ξεχωριστές βιογραφίες για τη ζωή του Myhrberg γράφτηκαν στη Φινλανδία και τη Σουηδία. Εκτός από αυτές, υπάρχουν ιστορίες περιπέτειας (ιδιαίτερα «για αγόρια»), κάποια επική ποίηση και ακόμη και ένα πρόσφατο μυθιστόρημα.

Εξώφυλλο των «ιστοριών περιπέτειας για αγόρια», Arvid Lydecken Murad Bey «Raahen poika». Suomalaisen vapaustaistelijan seikkailuja Kreikassa (1935) (Murad Bey «Το αγόρι από το Raahe». Περιπέτειες του Φινλανδού Φιλέλληνα Μαχητή στην Ελλάδα)

Μεταξύ των συγγραφέων των διαφορετικών κειμένων σχετικά με τον Myhrberg, έχουμε μια σειρά από τα πλέον εξέχοντα πρόσωπα στην ιστορία της Φινλανδίας. Για παράδειγμα, ο εθνικός φιλόσοφος J.V. Snellman, ο ποιητής Johan Ludwig Runeberg, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Zacharias Topelius (ο οποίος έγραψε τη γνωστή ιστορία «Ένα αγόρι από το Raahe»), και ο ποιητής και πολιτιστική φιγούρα Fredrik Cygnaeus.

Η ηρωική φήμη του Myhrberg αναπτύχθηκε μέσω των λιγότερο τυπικών πρακτικών της κοινωνικής, πολιτιστικής και πολιτικής ζωής, της αφήγησης ιστοριών, διαδόσεων, των ειδήσεων και της κυκλοφορίας λογοτεχνίας σχετικά με τις περιπέτειες του στις εφημερίδες. Οι ηρωιοποιημένες βιογραφίες του Myhrberg εμφανίζονται σε πιο κωδικοποιημένη μορφή στις νεκρολογίες του, στην κρατική κηδεία που έλαβε χώρα και αργότερα σε ομιλίες που δόθηκαν προς τιμήν του.

Τέλος, η ζωή του Myhrberg, περισσότερο ή λιγότερο θρυλική και μυθική, χρησιμοποιήθηκε συνεχώς για την διαφώτιση του κοινού, όπου οι δράσεις του και η εξιδανικευμένη persona του, υιοθετήθηκαν ως πρότυπο για έναν ηθικά σωστό, ανιδιοτελή και ευγενή τρόπο ζωής, ιδίως στη διαδικασία οικοδόμησης ενός εθνικού μύθου. Με αυτόν τον τρόπο ο μύθος της ζωής του, ειδικά σε σχέση με τον φιλελληνισμό, συνδέθηκε με την εθνική αφύπνιση της Φινλανδίας, ιδιαίτερα κατά το τελευταίο μέρος του 19ου αιώνα. Ο Myhrberg έγινε, πράγματι, μια από τις πιο θρυλικές προσωπικότητες της πρώιμης σύγχρονης φινλανδικής ιστορίας.

Η επίσημη δημόσια κηδεία του Myhrberg στις 6 Απριλίου 1867, Στοκχόλμη, εξώφυλλο του Ny Illustrerad Tidning, 20 Απριλίου 1867.

Ο τάφος του Myhrberg στο νεκροταφείο της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη στη Στοκχόλμη.

 

Petra Pakkanen

 

Προσθήκη της ΕΕΦ:

Η ΕΕΦ έχει στο αρχείο της μια πολύ σημαντική συστατική επιστολή, που έδωσε ο Φιλέλληνας στρατηγός Charles Nicolas Fabvier, στον Αύγουστο Μαξιμιλιανό Myhrberg. Με την επιστολή του, ο στρατηγός Fabvier τον αναφέρει ως “intrépide et un homme de premier rang” (“άφοβο και άνδρα πρώτης τάξης”). Δηλώνει επίσης: “Le soussigné déclare que Mr. Myrberg, suédois, a servi sous mes ordres en Grèce avec [.] une bravoure et un désintéressement digne des plus grandes éloges, qu’ayant voulu dès son arrivée en 1824 donner le noble et utile exemple de s’enrôler comme simple Cavalier il acquit tous les grades jusqu’à celui de Capitaine par son seul mérite, enfin que tous les étrangers qui ont servi sous mes Ordres en Grèce, nul mieux que Mr. Myrberg n’a mérité l’estime et l’amitié des habitantes et des Soldats [.]”. (Μετάφραση στα Ελληνικά: “Ο υπογεγραμμένος δηλώνει ότι ο κ. Myrberg, Σουηδός, υπηρέτησε υπό τις διαταγές μου στην Ελλάδα με [.] Γενναίος και ανιδιοτελής που αξίζει τους υψηλότερους επαίνους, που ήθελε από την άφιξή του το 1824 να δώσει το ευγενές και χρήσιμο παράδειγμα να εγγραφεί ως απλός Ιππέας, απέκτησε όλους τους βαθμούς μέχρι του Λοχαγού, μόνο με την αξία του, και τέλος από όλους τους ξένους που υπηρέτησαν υπό τις διαταγές μου στην Ελλάδα, κανείς εκτός από τον κ. Myrberg δεν άξιζαν περισσότερο την εκτίμηση και τη φιλία των κατοίκων και των στρατιωτών [.] “.)

Χειρόγραφη επιστολή του Στρατηγού Fabvier, που βεβαιώνει το έργο και τη συνεισφορά του μεγάλου Φιλανδού Φιλέλληνα Αυγούστου Μαξιμιλιανού Myhrberg (1797-1867), Συλλογή ΕΕΦ. Ο Fabvier τον αναφέρει ως γενναίο, ανιδιοτελή άντρα που υπηρέτησε στο ιππικό του Τακτικού Σώματος με τον βαθμό του Λοχαγού.

Η ΕΕΦ και ο Ελληνικός λαός, αποτίουν φόρο τιμής σε αυτόν τον μεγάλο Φιλέλληνα, ο οποίος συνέβαλε σημαντικά στην απελευθέρωση της Ελλάδας και στα παγκόσμια ιδανικά που πρεσβεύει ο Ελληνισμός.

 

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Bruun, Patrick 1963. ‘August Maximilian Myhrberg. Legend och verklighet’, Skrifter utgivna av svenska litteratursällskapet i Finland 399 (Historiska och litteraturhistoriska studier 38), Helsingfors: SLS, 145–221.
  • Bruun, Patrick 1966. ‘Myhrberg i Grekland’, Skrifter utgivna av svenska litteratursällskapet i Finland 413 (Historiska och litteraturhistoriska studier 41), Helsingfors 1966: SLS, 133–173.
  • Cederberg, Eino 1928. August Maksimilian Myrberg. Suomalaisen vapaustaistelijan elämäntarina, Helsinki: Kirja.
  • Cygnaeus, Fredrik 1867. ‘Om A.M. Myhrberg’, Huvudstadsbladet no. 89, 16 April 1867.
  • Jägerskiöld, S. 1987–89. s.v. ‘Myhrberg, August Maximilian’ in Svensk biografiskt lexikon under redaktion av G. Nilzén, vol. 26, Stockholm: Bonnier.
  • Krohn, Julius 1875 (1887). En finsk krigarens lefnadsöden. Maximilian August Myhrbergs biografi, Stockholm: Carl Suneson.
  • Lydecken, Arvid 1935. Murad Bey “Raahen poika”. Suomalaisen vapaustaistelijan seikkailuja Kreikassa (Poikien seikkailukirjasto 61), Helsinki: Otava.
  • Pakkanen, Petra 2006. August Myhrberg and North-European Philhellenism. Building the Myth of a Hero (Papers and Monographs of the Finnish Institute at Athens 10), Helsinki: Finnish Institute at Athens.
  • Pakkanen, Petra 2008. ‘Role of philhellenism and image of Greece in nineteenth-century nation-building of Finland’, in Konstantinou, E. (ed.), Das Bild Griechenlands im Spiegel der Völker bis 18 Jahrhunderts (Philhellenistische Studien 14), Frankfurt am Main, Berlin & al.: Peter Lang, 61–88.
  • Topelius, Zacharias 1876, ‘Öfverste Fabviers Adjutant’, Sånger 2 (nya blad), Stockholm: Bonnier, 105–111.

 

 

Παρότι ο Γάλλος αυτός αξιωματικός είχε μακρόχρονη παρουσία στην Ελλάδα, είναι λίγα τα πράγματα που γνωρίζουμε για αυτόν.

Ο Chardon de la Barre, Louis, σύμφωνα με τον βιογράφο των Φιλελλήνων,  Henri Fornèsy, γεννήθηκε στην πόλη Amiens της Γαλλίας. Πέθανε στο Bourganeuf από αρρώστια, στις 30 Ιανουαρίου του 1858. Καταγόταν, εκ πλαγίου συγγένειας, από τον ιππότη de la Barre, γνωστό από μία δικαστική πλάνη. Ο ιππότης de la Barre έγινε αντικείμενο μίας απίστευτα άδικης καταδίκης που διέπραξε η δικαστική εξουσία κατά τον 19ο αιώνα στη Γαλλία. Η καταδίκη αυτή χαρακτηρίσθηκε όνειδος για την Γαλλική δικαιοσύνη, ενώ η υπεράσπιση της υπόληψής του και το άκαρπο αίτημα αποκατάστασης της μνήμης του υπήρξε μια από τις πλέον ένδοξες πράξεις του Βολτέρου.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο Chardon de la Barre, προτού έρθει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, είχε λάβει μέρος σε είκοσι επτά εκστρατείες κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Αυτοκρατορίας και έφερε στο σώμα του εννέα τραύματα, δύο εκ των οποίων ήταν πολύ σοβαρά και οφείλονταν σε πυροβολισμούς.

Η γαλλική εφημερίδα Le Constitutionnel, αναφέρεται με ενθουσιασμό στην αναχώρηση από τη Μασσαλία της ελληνικής γαλέτας η Σπαρτιάτισσα, στις 27 Μαΐου 1826, με επιβάτες είκοσι-επτά αξιωματικούς και υπαξιωματικούς Φιλέλληνες, μεταξύ αυτών και του Chardon de la Barre. Στο λιμάνι, την ώρα της αποχώρησης, αντηχούσαν παντού ζητωκραυγές «ζήτω η ανεξαρτησία και η ελευθερία της Ελλάδας»!

Μόλις αφίχθη στην Ελλάδα, το 1826, είχε την τιμή να αναλάβει επίσημα μία εμβληματική σημαία, που είχε σταλεί από την Γαλλία. Την σημαία αυτή είχαν κεντήσει κυρίες στο Παρίσι. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι ένα μεγάλο μέρος από τις σημαίες που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές, είχαν σχεδιασθεί και ραφτεί από Γαλλίδες κυρίες, στο πλαίσιο των δράσεων υπέρ των Ελλήνων.

Τη σημαία αυτή, την κράτησε με ανδρεία ο Chardon de la Barre, για πρώτη φορά, στη Μάχη του Χαϊδαρίου, στις 19 και 20 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς (1826), στον Λόχο των Φιλελλήνων. Ο Fornèsy αναφέρει ότι ο Chardon de la Barre έκανε μια ζωηρή και γραφική περιγραφή της μάχης αυτής ή οποία δυστυχώς δεν γνωρίζουμε αν δημοσιεύτηκε και πού βρίσκεται.

Ο Chardon de la Barre ήταν ίλαρχος-υπασπιστής στο Ιππικό την εποχή του Κυβερνήτη Καποδίστρια. Κατά τη διακυβέρνηση του βασιλέως Όθωνος ορίσθηκε, εισηγητής του 2ου Πολεμικού Συμβουλίου (Στρατοδικείου), στο οποίο διακρίθηκε για την αξία του, την αναλλοίωτη σταθερότητά του και την αδιάφθορη δικαιοσύνη του, για τις οποίες, πολλές φορές, έπρεπε να παλέψει απέναντι σε ξένες απαιτήσεις.

Έμεινε γνωστός στην Ελλάδα για την υπηρεσία του αυτή, πολλά περιστατικά της οποίας απασχολούσαν ενίοτε τον ελληνικό Τύπο. Ανάμεσά τους τις δίγλωσσες γαλλικές εφημερίδες ο Σωτήρ και η Εποχή στο Ναύπλιο.

Σύμφωνα με τις επίσημες εφημερίδες της διοίκησης, και μετά την αναδιοργάνωση του Στρατού από την Αντιβασιλεία, το 1834, ο Chardon de la Barre μετατέθηκε από το 2ο Πολεμικό Συμβούλιο, στο 5ο Τάγμα Πεζικού της γραμμής, με τον βαθμό του λοχαγού. Το 1836 μετατέθηκε από το 5ο Τάγμα Πεζικού στο 4ο. Το 1839, όταν το 4ο Τάγμα ανασχηματίστηκε φαίνεται ότι συνέχισε την υπηρεσία του στο νέο σχήμα, αλλά παράλληλα απασχολήθηκε εκ νέου και στα Πολεμικά Συμβούλια, ως λοχαγός-Εισηγητής.

Ως άτομο, έχαιρε της εκτίμησης όλων των ανωτέρων του, ήταν αγαπητός και σεβαστός σε όλους τους παλαιούς συναδέλφους του. Μάλιστα οι Έλληνες συνάδελφοί του είχαν ελληνοποιήσει το όνομά του και τον αποκαλούσαν «Σαρδώνα», όπως τον αναφέρει ο ιστοριογράφος του Τακτικού Στρατού, Χρήστος Βυζάντιος.

Ο  Άννινος αναφέρει ότι ο Chardon de la Barre είχε την παρηγοριά να πεθάνει στην ταπεινή πατρίδα του, φέροντας τον βαθμό και τη σύνταξη του Στρατηγού εν αποστρατεία του Ελληνικού Στρατού. Η αναφορά αυτή μάλλον λανθασμένη ή παρανόηση, και οφείλεται στη μετάφραση της λέξης του χειρογράφου του Fornèsy «commandant» ως «διοικητής», μετάφρασης που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εβδομάς το 1884. Η λέξη αυτή σημαίνει και «ταγματάρχης», και λαμβάνοντας υπόψη ότι το 1839 ήταν λοχαγός, θεωρούμε τον βαθμό αυτό κοντύτερα στην αλήθεια. Πράγματι, η εφημερίδα Ήλιος, λίγες μέρες πριν ο Chardon de la Barre πεθάνει, στο φύλλο της 10ης Ιανουαρίου 1858, αναφερόμενη στους φιλέλληνες που διαβιούσαν εκείνη τη στιγμή στην Ελλάδα, τον αναφέρει ως «Ταγματάρχη εις σύνταξιν εις άδειαν εν Γαλλία». Από το δημοσίευμα αυτό φαίνεται ότι ο Chardon de la Barre συγκαταλέγονταν ανάμεσα στους Φιλέλληνες που ζούσαν μόνιμα πια στην Ελλάδα, και ότι απλά, πηγαινοέρχονταν μεταξύ της Ελλάδας και της Γαλλίας, όπως έπρατταν εξάλλου και οι περισσότεροι Γάλλοι Φιλέλληνες. Πράγματι, και πρωτύτερα, το 1827 φαίνεται ότι επιστρέφει στη Γαλλία για κάποιο διάστημα, σύμφωνα με τα γενικά αρχεία του Παρισιού.

Ο Chardon de la Barre τιμήθηκε με τον Σταυρό των Ιπποτών της Λεγεώνας της Τιμής, τον οποίο είχε λάβει κατά την περίοδο των Εκατό Ημερών, τον Σταυρό του Αξιωματικού του Σωτήρος και το Αριστείο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Το παράσημο αυτό, που φορούσε με περισσή περηφάνια, ο ίδιος το αποκαλούσε «στραταρχική του ράβδο» για την υπηρεσία του στην Ελλάδα.

Αργυρούν Αριστείο του Αγώνα, «τοις ηρωικής της πατρίδος προμάχοις», το ελάμβαναν επί Βασιλείας Οθωνος, όσοι Έλληνες ή Φιλέλληνες είχαν συμμετάσχει με βαθμό αξιωματικού, στις πολεμικές επιχειρήσεις της Ελληνικής Επανάστασης. Το μετάλλιο αυτό αποτελούσε ύψιστη τιμή (συλλογή ΕΕΦ).

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Archives France, Affaires politiques (police politique). Objets généraux (1815-1838), F/7/6678-F/7/6784.
  • Averoff Michelle, «Les Philhellènes», Bulletin de l’Association Guillaume Budé, αρ. °3, Οκτωβρίου 1967, σελ. 312-332.
  • Άννινος Μπάμπης, Ιστορικά σημειώματα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1925.
  • Γενική Εφημερίς, αρ. 19, 7 Ιουνίου 1834.
  • Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων, χειρόγραφο 1.697: Henri Fornèsy, «Le monument des philhellènes», 1860.
  • Εφημερίδα Le Constitutionnel, αρ. φ. 131, Παρίσι, 3 Ιουνίου 1826.
  • Εφημερίδα Εβδομάς, έτος Α΄ (1884), τ. Α΄, τεύχ. 1 (χ.ημ.) έως και τεύχ. 27 (2 Σεπτεμβρίου).
  • Εφημερίδα Ήλιος, αρ. φ. 148, 10 Ιανουαρίου 1858.
  • Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδας, αρ. 26, 10 Ιουνίου 1836 και αρ. 4, 27 Φεβρουαρίου 1839.
  • Χρήστος Βυζάντιος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, χ.ε., Αθήνα 1901

 

 

Ο Συνταγματάρχης Olivier Voutier αποτελεί έναν ακόμη γνωστό Γάλλο Φιλέλληνα στρατιωτικό που συμμετείχε στον Αγώνα, προέβαλε τις θέσεις των Ελλήνων σε όλη την Ευρώπη με το συγγραφικό του έργο, και συνέβαλε στην επέκταση του φιλελληνικού ρεύματος διεθνώς.

Γεννήθηκε στην πόλη Thouars, στα περίχωρα του Poitou της Γαλλίας, στις 30 Μαΐου 1796. Ανέπτυξε πολιτική δράση και συνδέθηκε με την οικογένεια του αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄. Παράλληλα, υπήρξε και συγγραφέας με λογοτεχνικό έργο.

Κατετάγη στο γαλλικό Πολεμικό Ναυτικό σε ηλικία μόλις 15 ετών, έπειτα από παρότρυνση του πατέρα του. Εκεί έλαβε πολυεπιστημονική μόρφωση και μυήθηκε, εκτός των άλλων, στις πλαστικές τέχνες και το σχέδιο, γεγονός που τον ώθησε να αναπτύξει, επιπλέον, την ιδιότητα του ερασιτέχνη αρχαιολόγου.

Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, ο «κ. Voutier», όπως τον αποκαλούσαν οι συμπολεμιστές του, είχε μόλις χάσει ένα πολύ αγαπητό του πρόσωπο, γεγονός που τον είχε συνθλίψει ψυχολογικά. Απογοητευμένος, έψαχνε για έναν ευγενή σκοπό, και έφυγε για να πολεμήσει στην Ελλάδα. Ο ίδιος κατέτασσε τον εαυτό του στους πρώτους ξένους αξιωματικούς που ήρθαν για να συμμετάσχουν στον Αγώνα. Αναχώρησε από τη Μασσαλία την 1η Αυγούστου του 1821, με πλοίο που είχε ναυλωθεί από τον Βρετανό Φιλέλληνα Συνταγματάρχη Thomas Gordon από τη Σκοτία και μετέφερε όπλα και πολεμοφόδια. Έναν μήνα μετά, κατέπλευσε στην Ύδρα. Εκεί, συνέδραμε τους Έλληνες στην προσπάθειά τους να στήσουν δύο πυροβολαρχίες στην είσοδο του λιμανιού, καθώς ο ίδιος ήταν αξιωματικός εξειδικευμένος στο Πυροβολικό.

Λιθογραφία, αρχές 19ου αιώνα. Γάλλος αξιωματικός εκπαιδεύει Έλληνες στην χρήση κανονιών (Συλλογή ΕΕΦ).

Στη συνέχεια, μετέβη στο Άστρος και έπειτα έφτασε στο στρατόπεδο του Υψηλάντη. Εκεί, του προκάλεσε εντύπωση η ένδεια των στρατιωτών, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν οπλισμένοι με χαλασμένα τυφέκια. Ο Voutier ανέλαβε «τη διεύθυνση των εργασιών» του Πυροβολικού κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Έστησε μια πυροβολαρχία κοντά στο μικρό φρούριο της πόλης και ενίσχυσε την πολιορκία. Στα Απομνημονεύματά του παραθέτει την πληροφορία ότι διέθετε «πέντε πυροβόλα, από τα οποία δύο των δεκαοκτώ λίτρων, και δύο όλμους». Αναφέρει μάλιστα ότι στους Έλληνες «άρεσε τόσο πολύ να βλέπουν να πέφτουν οβίδες» ώστε γέμιζαν με αυτές τα πυροβόλα και στόχευαν απερίσκεπτα. Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, αναχώρησε για την Πάτρα και στη συνέχεια πραγματοποίησε στρατιωτική περιοδεία στις Κυκλάδες. Έπειτα, επέστρεψε στο Άργος και συμμετείχε στην πολιορκία του Ναυπλίου, ενώ στα τέλη Δεκεμβρίου 1821 αναχώρησε μαζί με τον Υψηλάντη για την πολιορκία του Ακροκόρινθου. Εκεί μετέφερε «δύο πολυβόλα των δώδεκα λίτρων», τα οποία είχε φέρει από την Ύδρα. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο Τάγμα των Φιλελλήνων και έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα το 1822. Το 1823 επέστρεψε στη Γαλλία, όπου εξέδωσε τα Απομνημονεύματά του.

Απομνημονεύματα του Συνταγματάρχη Olivier Voutier, Παρίσι, πρώτη έκδοση, 1823, Συλλογή ΕΕΦ.

Το 1824 ξαναγύρισε στην Ελλάδα για να ξαναφύγει σύντομα και να επιστρέψει το 1826. Τον Νοέμβριο του 1826, συμμετείχε με τον Γάλλο Φιλέλληνα Raybaud, σε μια αποτυχημένη αποστολή στην Αταλάντη υπό την καθοδήγηση του Ιωάννη Κωλέττη. Οι σχέσεις του με τον συγκεκριμένο Γάλλο αξιωματικό, ήταν ανταγωνιστικές και κακές. Έφθασε μάλιστα το ίδιο έτος, να μονομαχήσει μαζί του, και πληγώθηκαν και οι δύο. Ο Voutier έφυγε οριστικά από την Ελλάδα το 1827.

Ο Γάλλος αξιωματικός αυτός πίστευε ότι οι Έλληνες άξιζαν την συμπόνια των Ευρωπαίων, ακόμη και εάν πολλές φορές η στάση τους ήταν απογοητευτική. Κατανοούσε πλήρως τα ελαττώματά τους, όπως ο ίδιος παραδέχεται, και τα δικαιολογούσε. Στα Απομνημονεύματά του, ο Γάλλος αξιωματικός Olivier Voutier περιγράφει την ιστορική διαδρομή των Ελλήνων και τους γενεσιουργούς παράγοντες για τη σύσταση των ομάδων των Κλεφτών, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται βαθύτατα θρησκευόμενος. Αντιλαμβάνεται πλήρως τις διαφορές ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους, τα δεινά που υπέστη το ελληνικό έθνος και τα αίτια που οδήγησαν στην Επανάσταση. Παράλληλα, προβάλλει την ιδέα ότι η ισχυρή και καρτερική πίστη ήταν το μέσον εκείνο που βοήθησε τον ελληνικό λαό να διατηρήσει τις αρετές του και να επιβιώσει ύστερα από τόσες βαναυσότητες. Κατ’ ανάλογο τρόπο, κατανοεί τις ωμότητες του πολέμου, καθώς αντιλαμβάνεται ότι επρόκειτο για φρικτές αντεκδικήσεις που διαπράττονταν εκατέρωθεν. Εντούτοις, όπως πολλοί άλλοι Φιλέλληνες, κατακρίνει «την αρπακτικότητα των αρχηγών» και την τάση τους για λαφυραγωγία ως τακτικές, που δεν επέτρεπαν να εισρέουν τα λάφυρα από τις επιτυχημένες μάχες και πολιορκίες, στο δημόσιο Ταμείο προκειμένου να βοηθήσουν την Διοίκηση να στηρίξει τον Αγώνα ασκώντας μία κεντρική πολιτική.

Με ακόμη πιο ειλικρινές πνεύμα, περιγράφει την αγνή και σχεδόν αφελή αντίδραση του πληθυσμού στο πέρασμα των Φιλελλήνων από τα χωριά. Ο ελληνικός πληθυσμός ενθουσιασμένος, έτρεχε ομαδικά μπροστά από τους Φιλέλληνες, οι γυναίκες τους έβλεπαν ως αγγέλους που ήρθαν από τον ουρανό για να τις σώσουν και οι άνδρες τους χαιρετούσαν με πυροβολισμούς από τα τουφέκια τους. Στις περιγραφές του αυτές, ενίοτε προκαλούσε την επίκριση των Γάλλων συμπατριωτών του, οι οποίοι τον κατηγορούσαν ότι στα Απομνημονεύματά του υπερέβαλλε ως προς τον ρόλο του ή ακόμη και ότι επινόησε ορισμένα από τα γεγονότα που περιγράφει.

Ο Voutier είναι επίσης ο συγγραφέας ενός ακόμη έργου που σχετίζεται με την Ελλάδα και, μάλιστα, είχε εκδοθεί «υπέρ της Ελλάδας», δηλαδή προκειμένου τα έσοδα από την έκδοσή του να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων. Πρόκειται για μία συλλογή, η οποία περιλαμβάνει επιστολές προς τη Φιλελληνίδα κυρία Récamier, στης οποίας το λογοτεχνικό σαλόνι σύχναζε ο ίδιος στη Γαλλία, έγγραφα σχετικά με το αξίωμά του στον Στρατό και αποδεικτικά των υπηρεσιών του (προκειμένου να διαψεύσει τις αμφιβολίες που, όπως προαναφέρθηκε «θέλησαν κάποιοι να δημιουργήσουν, κατηγορώντας τον για ανειλικρίνεια στις διηγήσεις του»). Η συγκεκριμένη συλλογή περιέχει, επίσης, μεταφράσεις ελληνικών παραδοσιακών τραγουδιών στρατιωτικού περιεχομένου. Ωστόσο, το πλέον σημαντικό μέρος του έργου αποτελεί η «Μελέτη σχετικά με τα Τακτικά στρατεύματα της Ελλάδας». Σε αυτήν, ο Voutier υποστηρίζει την άποψη ότι το είδος του πολέμου που είχαν υιοθετήσει οι Έλληνες (δηλαδή ο ανταρτοπόλεμος, ο οποίος βασίζεται στη γνώση των μέσων και των συνηθειών του αντιπάλου), «δεν απαιτεί άλλου είδους στρατιώτες παρά τα Παλικάρια». Υποστηρίζει επίσης, ότι «η λευτεριά των Ελλήνων εξαρτάται περισσότερο από τον πόλεμο στη θάλασσα παρά από τον πόλεμο στην ηπειρωτική χώρα». Η μελέτη του Voutier είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι ακόμα και Φιλέλληνες αξιωματικοί αναγνώριζαν την ιδέα ότι οι Κλέφτες και οι Αρματολοί ήταν οι καλύτερα προσαρμοσμένοι πολεμιστές στη μορφολογία του ελληνικού εδάφους και αποτελούσαν τους ιδανικούς αγωνιστές εναντίον ενός εχθρού με συντριπτική αριθμητική υπεροχή.

Μετά την ανάδειξη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου σε πρόεδρο του Εκτελεστικού το 1822, ο Voutier προήχθη στον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη. Μαζί με τους Maxime Raybaud και François Graillard, ορίστηκε υπασπιστής του Μαυροκορδάτου, επικεφαλής ενός μικρού Σώματος Πυροβολικού, που είχε στην κατοχή του δύο κανόνια. Κατά τη διοίκηση του Τακτικού Στρατού από τον Παναγιώτη Ρόδιο το 1824, ο Voutier προήχθη σε Συνταγματάρχη. Διορίστηκε διοικητής του Σώματος Πυροβολικού που αποτελείτο από 100 άτομα, τα οποία είχαν επιφορτιστεί με τη διαχείριση και τη χρήση των κανονιών του φρουρίου του Ναυπλίου. Ο Voutier έχαιρε ιδιαίτερα της εκτίμησης της ελληνικής κυβέρνησης και τιμήθηκε με το παράσημο των Ιπποτών του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος του Σωτήρος.

Πριν έρθει στην Ελλάδα το 1821, ο Voutier ενεπλάκη άμεσα στην ανακάλυψη του αγάλματος της Αφροδίτης της Μήλου, τον Απρίλιο του 1820, και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο για να καταλήξει το άγαλμα στο Μουσείο του Λούβρου.

Τον Απρίλιο του 1820, ο Voutier ήταν 23 ετών, και μέλος του πληρώματος του εκπαιδευτικού σκάφους του πολεμικού ναυτικού της Γαλλίας “Estafette”. Όταν το σκάφος στάθμευσε στην Μήλο, ο Voutier ζήτησε από έναν κάτοικο της Μήλου ονόματι Κεντρωτά, να τον βοηθήσει να σκάψουν το έδαφος σε έναν ναό, με στόχο να βρουν αρχαία αντικείμενα. Από τύχη όταν νύκτωσε, εντόπισαν το άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου.  Στη συνέχεια ο Κεντρωτάς και οι δημογέροντες της Μήλου αποφάσισαν να πουλήσουν το άγαλμα. Ο Voutier και ένας άλλος Γάλλος αξιωματικός με κλασσική παιδεία ο Dumont d’Urville, έγραψαν στον πρέσβη της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη  Marquis de Riviere, και τον έπεισαν να αγοράσει η Γαλλία το άγαλμα, αγορά η οποία τελικά έλαβε χώρα στις 22 Μαΐου 1820. Μάλιστα εν τω μεταξύ είχε αντιδράσει και η Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία τιμώρησε τους κατοίκους που δεν το παρέδωσαν σε αυτήν, και η Γαλλία πλήρωσε τον Σεπτέμβριο 1820 συμπληρωματική αποζημίωση για να καλύψει και τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στην Μήλο. Η ιστορική έρευνα (Δ. Χαλκουτσάκης, κλπ.), που βασίζεται σε μαρτυρίες των εμπλεκόμενων ατόμων και σε έξι επιστολές Γάλλων αξιωματικών και υπαλλήλων, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στον γαλλικό Τύπο το 1874, επιβεβαιώνει ότι ο Voutier παρέμεινε στην Γαλλία περισσότερο γνωστός για την σημαντική ανακάλυψη αυτή (που προσέφερε στο Λούβρο ένα από τα σημαντικότερα εκθέματά του), και λιγότερο για τη συμμετοχή του στον Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας.

Η πράξη αυτή της αγοράς και απόσπασης του σημαντικού αυτού αρχαιολογικού μνημείου από τον τόπο του, αξιολογείται αρνητικά με τα σημερινά δεδομένα. Το άγαλμα αυτό το δώρισε εν τέλει ο Βασιλέας της Γαλλίας Λουδοβίκος ΧVΙΙΙ στο Λούβρο, και απετέλεσε (και αποτελεί μέχρι και σήμερα) ένα από τα σημαντικότερα εκθέματά του, το οποίο προέβαλε στην κοινή γνώμη της Γαλλίας το κάλλος του κλασσικού πολιτισμού. Μάλιστα το άγαλμα αυτό ήταν ένα ακόμη στοιχείο που συνέβαλε καταλυτικά στην επέκταση του φιλελληνικού κινήματος στην Γαλλία και την Ευρώπη, και την καλλιέργεια της ιδέας ότι η Ελλάδα άξιζε να απελευθερωθεί και ότι αυτό ήταν καθήκον της Ευρώπης. Αυτό έσπρωξε χιλιάδες νέους, να αναλάβουν πολιτική, κοινωνική ή και στρατιωτική δράση στο πλευρό των Ελλήνων.

Ο Olivier Voutier ήταν ένας από αυτούς και ήταν ιδιαίτερα υπερήφανος για την ανάμειξή του στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Μάλιστα ζήτησε να αναγραφεί στην επιτύμβια στήλη του η δράση του στην Ελλάδα, γιατί ήθελε πρωτίστως να τον θυμόμαστε ως «ήρωα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας». Πέθανε στις 19 Απριλίου του 1877 στις Hyères της Προβηγκίας, της Γαλλίας.

Προς τιμήν του, ένας δρόμος στην Αθήνα, στου Φιλοπάππου, φέρει το όνομά του: «Οδός Βουτιέ».

Ο Τάφος του Olivier Voutier στις Hyères της Προβηγκίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΗΓΕΣ 

  • Lemaire Jean, «Autour d’Olivier Voutier», ανακοίνωση σε συνέδριο της Société Hyéroise d’Histoire et d’Archéologie (16 Νοεμβρίου 2010), διαθέσιμη στην ιστοσελίδα http://www.as-lashha.com/medias/files/2010-11-16-cf-jl-voutier.pdf όπου και ένα πορτρέτο του Voutier, καθώς και φωτογραφία του τάφου του και αλλά και του δισέγγονου του Voutier κατά την επίσκεψή του στη Μήλο το
  • Persat Maurice, Mémoires du commandant Persat, 1806 à 1844, εκδ. Plon-Nourrit et Cie, Παρίσι
  • Voutier Olivier, Lettres sur la Grèce – Notes et chants populaires, extraits du portefeuille du colonel Voutier, εκδ. Firmin Didot père et fils – Ponthieu – Bossange frères – Delaunay, Παρίσι
  • Voutier Olivier, Mémoires du colonel Voutier sur la guerre actuelle des grecs, εκδ. Bossange frères, Παρίσι
  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Απόφαση υπ’ αριθμόν 102 του Προέδρου του Εκτελεστικού με ημερομηνία 10Μαΐου 1822.
  • Ζούβας Παναγής, Η οργάνωσις Τακτικού Στρατού κατά τα πρώτα έτη της Επαναστάσεως του 1821, χ.ε., Αθήνα 1969.
  • Ιστορία της οργανώσεως του Ελληνικού Στρατού, 1821-1954, εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα 1955.
  • Ιστορία του Ελληνικού Στρατού, 1821-1997, εκδ. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αθήνα 1997.
  • Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, χ.ε., Αθήνα 1901.
  • Φορνέζι Ερρίκος, Το μνημείον των Φιλελλήνων, εκδ. Χ. Κοσμαδάκης & σία, Αθήνα 1968 [Απομνημονεύματα αγωνιστών του ΄21, τ. 20].
  • Χαλκουτσάκης Μ. Γιάννης, Η ιστορία της Αφροδίτης της Μήλου, χ.ε., Αθήνα 1988.

 

 

Με ένα ξύλινο άλογο, έναν Δούρειο Ίππο ύψους 6 μέτρων και βάρους 3 τόνων που εθελοντές κατασκεύασαν στη γενέτειρα του Έκτωρα Μπερλιόζ, ξεκίνησε το Φεστιβάλ Μπερλιόζ στη γενέτειρά του Λα Κοτ Σεν Αντρέ, κοντά στη Γκρενόμπλ, αφιερωμένο στα 160 χρόνια από τον θάνατό του, στις 8 Μαρτίου του 1869, σε ηλικία 66 ετών.

Ο Δούρειος Ίππος ως σύμβολο του αγαπημένου έργου του συνθέτη, εμπνευσμένου από τον Βιργίλιο, « Οι Τρώες ».

Ο Μπερλιόζ, (Héctor Berlioz), γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 1803, δέκα χρόνια πριν από τον Βάγκνερ και τον Βέρντι. Γονείς του ήταν ο τότε 27χρονος γιατρός Louis Berlioz από το La Côte Saint André της επαρχίας Isère, που πέθανε το 1848, χωρίς ποτέ να ακούσει τη μουσική του, και η Marie-Antoinette-Josephine, κόρη του Nicolas Marmion, δικηγόρου από το Meylan. Ο Έκτωρ ήταν το πρώτο από τα έξι τους παιδιά.

Ο πατέρας του ήταν ο πρώτος του δάσκαλος και το 1815, όταν ήταν 12 ετών του παρέδωσε μαθήματα μουσικής. Σπάνια περίπτωση για μεγάλο συνθέτη, ο Μπερλιόζ δεν διδάχτηκε πιάνο, αλλά φλάουτο και κιθάρα.

Εξ αιτίας της επιμονής του πατέρα του γράφτηκε το 1821 στην ιατρική Σχολή στο Παρίσι. Μετά από δύο άγονα χρόνια, έπεισε τον πατέρα του να τον βοηθήσει να γραφτεί στο Conservatoire και να σπουδάσει σύνθεση και αντίστιξη.

Ήδη στα 1825 θα παρουσιάσει στην εκκλησία Saint-Roch στο Παρίσι το έργο του « Μεγάλη Επίσημη Λειτουργία » (Grande Messe Solennelle), με 150 μουσικούς και χορωδούς, διευθύνοντας ο ίδιος. Για την συναυλία αυτή επιχείρησε να δανειστεί χρήματα από τον Σατωβριάνδο, τον οποίο θαύμαζε μαζί με τον στενό φίλο των νεανικών του χρόνων, Humbert Ferrand. Η αξία του έργου του κέρδισε κάποια αναγνώριση, αλλά και έναν εχθρό αντίστοιχο του Σαλιέρι: τον διευθυντή του Ωδείου του Παρισιού Λ. Κερουμπίνι (συνθέτη της « Μήδειας »).

Βαθύτατα φιλελεύθερος, αλλά και πνευματικά φιλέλληνας, γνώστης όπως κάθε μορφωμένος Γάλλος, τότε και τώρα, της Ελληνικής κλασικής Ιστορίας και Λογοτεχνίας, συντάσσεται από την αρχή με τον Ελληνικό αγώνα. Η λογοτεχνία γενικά παίζει μεγάλο ρόλο στην ζωή και την μουσική του δημιουργία. Λατρεύει δύο μεγάλους Βρετανούς: Τον Σαίξπηρ και τον Λόρδο Βύρωνα, αλλά και έναν Γερμανό, τον Γκαίτε. Θα παντρευτεί άλλωστε σε πρώτο γάμο μια διάσημη Σαιξπηρική ηθοποιό, την Χάριετ Σμίθσον.

Το αγαπημένο του έργο του Βύρωνος, δεν ήταν άλλο από το Childe Harold’s Pilgrimage, ίσως το κρισιμότερο έργο για την ανάπτυξη του Φιλελληνικού κινήματος. Ο τραγικός θάνατος του Βύρωνος στο Μεσολόγγι, 19 Απριλίου του 1824 και η τρομερή επίδραση που είχε στον ψυχισμό του ο περίφημος πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά « Η Σφαγή της Χίου » που εκτέθηκε δημόσια στο Salon τον Αύγουστο του ίδιου έτους, τον συγκλονίζουν.

Ο στενός φίλος του μιας ζωής, δικηγόρος Humbert Ferrand (1805-1868), μοιράζεται τις ιδέες του και γράφει, το 1825, το ποίημα «Η Ελληνική Επανάσταση» (Scène Héroïque: La Révolution Grècque) που ο Μπερλιόζ μελοποιεί για δύο Βαθύφωνους, Χορωδία και Ορχήστρα. Η μουσική είναι στο ύφος του Σποντίνι, του αυτοκρατορικού συνθέτη της Vestale, όπως ο ίδιος ο νεαρός Μπερλιόζ τόνισε με υπερηφάνεια.

Το κείμενο του ποιήματος έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, κυρίως γιατί αναδεικνύει τον τρόπο που ένας φιλελεύθερος ποιητής βλέπει την Ελληνική Επανάσταση, δηλαδή υπό την Ελληνοχριστιανική ματιά που την έβλεπαν και οι ήρωες της.

Τα αυθεντικά και άμεσα τέκνα του διαφωτισμού, που ήταν ο Φερράν και ο Μπερλιόζ, έρχονται έτσι σε αντίθεση με μεταγενέστερες επινοητικές ιδεοληψίες.

Στην αρχή του έργου, ένας Έλληνας Ήρωας επικαλείται την αφύπνιση των τέκνων της Σπάρτης που ο Λεωνίδας καλεί από τον τάφο του να ξεσηκωθούν για την ελευθερία τους! Κατόπιν ένας παπάς επικαλείται τον Μέγα Κωνσταντίνο κι έπειτα και οι δύο μαζί, στο όνομα του τελευταίου καλούν τους Έλληνες (Hellènes στο κείμενο) σε ξεσηκωμό.

Ευγένιος Ντελακρουά: Η σφαγή της Χίου, 1824

Ο Μπερλιόζ δυσκολεύτηκε πολύ να παρουσιάσει το έργο γιατί ο Rodolphe Kreutzer, ο γνωστός μεγάλος βιολιστής που ήταν τότε Διευθυντής της Όπερας των Παρισίων, ως γνήσιος εκφραστής του κατεστημένου, ούτε που ήθελε να ακούσει για την παρουσίαση ενός άσημου, τότε, συνθέτη. Μάταια ο διάσημος συνθέτης Le Sieur, ακόμη και ο περίφημος Κόμης de La Rochefoucauld παρενέβησαν στον αμείλικτο Kreutzer. Τελικά, ο Μπερλιόζ, το ανέβασε μόνος του στις 26 Μαΐου του 1828.

Ο Μπερλιόζ δυσκολεύτηκε πολύ να αναγνωριστεί στην χώρα του, την Γαλλία. Παρά την επιτυχία του να αποσπάσει, στην τρίτη προσπάθεια του, το περίφημο Prix de Rome το 1830, αλλά και κάποια αναγνώριση που έφερε η Φανταστική Συμφωνία την ίδια χρονιά (η οποία του κέρδισε έναν πιστό φίλο, τον πλέον γενναιόδωρο συνθέτη προς τους ομοτέχνους του σε όλη την Ιστορία της Μουσικής, τον Φραντς Λιστ), έπρεπε να γράφει μουσική κριτική για να ζήσει. Ένας άλλος ομότεχνος, ο Παγκανίνι θα του παραγγείλει ένα κονσέρτο για βιόλα, έναντι 20.000 φράγκων. Ο Μπερλιόζ αντλεί και πάλι από τον Λόρδο Βύρωνα και γράφει το περίφημο έργο του « Ο Χάρολντ στην Ιταλία », το οποίο ο Παγκανίνι δεν θα εκτελέσει ποτέ, άγνωστο γιατί.

Humbert Ferrand (1805-1868)

Τον Δεκέμβριο του 1837, παρουσίασε το δικό του Ρέκβιεμ, στο μνημόσυνο του Στρατηγού Νταμρεμόν που σκοτώθηκε στην Αλγερία, με 200 μουσικούς και 200 χορωδούς, στον Saint-Louis des Invalides.

Μετά τις επανειλημμένες αποτυχίες του « Μπενβενούτο Τσελλίνι » και της αριστουργηματικής « Καταδίκης του Φάουστ », σε μετάφραση του Γκαίτε από τον Ζεράρ ντε Νερβάλ, θα αναγκαστεί να αναζητήσει αναγνώριση στην Γερμανία, καλεσμένος του Λιστ στην Βαϊμάρη, ο οποίος μάλιστα οργάνωσε « εβδομάδες Μπερλιόζ » το 1852 και 1853. Διηύθυνε έργα του σε δέκα πόλεις της Γερμανίας, σε Πράγα, Βουδαπέστη, Μόσχα, Αγία Πετρούπολη, Ρίγα και 4 φορές στο Λονδίνο, με το οποίο ανέπτυξε ιδιαίτερη σχέση λόγω Σαίξπηρ και Λόρδου Βύρωνος.

Από Απρίλιο σε Απρίλιο το 1856-68 θα γράψει το κορυφαίο έργο του « Οι Τρώες » (Les Troyens), σε δικό του λιμπρέτο από τον Βιργίλιο. Ένα έργο σε πέντε πράξεις διάρκειας πάνω από τεσσάρων ωρών. Η Όπερα του Παρισιού ενώ δέχτηκε στην αρχή, τελικά δεν την ανέβασε! Ο Μπερλιόζ θλιμμένος αναγκάστηκε να παρουσιάσει μόνο τις τρεις τελευταίες πράξεις στο μικρότερο Théâtre Lyrique με τίτλο « Les Troyens à Carthage », τον Νοέμβριο του 1863. Το έργο ολόκληρο θα παιχτεί για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του στην Καρλσρούη, στα Γερμανικά, υπό την διεύθυνση του περίφημου Felix Mottl, το 1890!

Στο Παρίσι, θα παιχτεί ολόκληρο για πρώτη φορά μόλις το 2003, στο Théâtre du Châtelet υπό την διεύθυνση του John Eliot Gardiner. Η μοίρα θέλησε ένας Έλληνας, ο Γιάννης Κόκκος, να αναλάβει την σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια! Ο ίδιος θα δηλώσει σε σχέση με την αυτοκτονία των Τρωάδων στην δεύτερη πράξη του έργου: « Σε αυτή την αυτοκτονία είδα την επιρροή από την ελληνική ιστορία του 1821, η οποία είχε πάρα πολύ επηρεάσει τους Ευρωπαίους καλλιτέχνες. Στην ομαδική αυτοκτονία ο Μπερλιόζ δίνει έναν απόηχο από το Μεσολόγγι ή το Ζάλογγο ».

Με συγκίνηση θυμάμαι την πρώτη παράσταση στην Όπερα της Βαστίλης, υπό τον Myung- Whun Chung με κάποιες μικρές περικοπές, στα εγκαίνια του θεάτρου το 1990.

Μετά τους Τρώες θα γράψει το χορωδιακό έργο Le Temple Universel, όπου προφητεύει ότι « Η Ευρώπη μια μέρα θα έχει μια μόνο σημαία » (1861) και την Όπερα « Βεατρίκη και Βενέδικτος », βασισμένη στο Σαιξπηρικό « Πολύ κακό για το τίποτε » (1862).

Θα ακολουθήσουν δύο μεγάλα χτυπήματα στην ζωή του, ο θάνατος της δεύτερης συζύγου του Μαρίας Ρέτσιο, από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 48 ετών, το 1862, και ο θάνατος του γιού του Λουδοβίκου, καπετάνιου σε εμπορικό πλοίο, από κίτρινο πυρετό, στην Αβάνα, το 1867. Ο Μπερλιόζ, πεθαίνει στις 8 Μαρτίου του 1869, στο σπίτι του στο Παρίσι, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Το έργο του μεγάλου αυτού συνθέτη και Φιλέλληνα, θα βρει την αναγνώριση του 90 χρόνια μετά τον θάνατο του. Το Λονδίνο που τόσο αγάπησε, θα είναι η πόλη των μεγάλων παραστάσεων των έργων του. Αρχίζοντας με το ανέβασμα των « Τρώων » στο Κόβεντ Γκάρντεν το 1957, υπό την διεύθυνση του Rafael Kubelik και σκηνοθεσία του Sir John Gielgud. Ο μεγάλος υποστηρικτής του Sir Colin Davis θα ανεβάσει και ηχογραφήσει σχεδόν τα άπαντα του Μπερλιόζ, ακολουθούμενος από τους John Nelson και John Eliot Gardiner.

Ιδού πως παρουσιάζει η Ίσμα Τουλάτου στο ΒΗΜΑ την παράσταση της « Καταδίκης του Φάουστ » σε σκηνοθεσία Μωρίς Μπεζάρ, από την Όπερα του Παρισιού στην Επίδαυρο το 1965:

« Οι παραστάσεις της «Καταδίκης του Φάουστ» του Μπερλιόζ που έδωσε η Όπερα του Παρισιού στις 31 Ιουλίου και την 1η Αυγούστου 1965 στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου σε σκηνοθεσία-χορογραφία Μορίς Μπεζάρ υπερέβησαν το εγχώριο ενδιαφέρον. Λογικό: Επρόκειτο για την πρώτη εμφάνιση του διάσημου συγκροτήματος στο εξωτερικό στην πλήρη του σύνθεση αφού η προηγούμενη «εξόρμησή» του στην Ιαπωνία αφορούσε μόνο τους πρωταγωνιστές του. Αυτή τη φορά, όμως, θα ταξίδευε ολόκληρο το δυναμικό, από τους καλλιτέχνες ως τους τεχνικούς, πράγμα το οποίο δημιούργησε αίσθηση και προσμονή…Τέσσερα σιδηροδρομικά οχήματα με τα σκηνικά της όπερας του Μπερλιόζ «Η καταδίκη του Φάουστ» έφθασαν ήδη στην Αθήνα εν όψει της εμφάνισης της Όπερας των Παρισίων στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στο πλαίσιο των καλλιτεχνικών εκδηλώσεων του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού» γράφει το «Βήμα» στις 21 Ιουλίου 1965 χαρακτηρίζοντας το επικείμενο ανέβασμα ως το «μεγαλύτερο θεατρικό εγχείρημα με τη συμμετοχή του διάσημου συγκροτήματος». Για την παρουσίαση του έργου, διαβάζουμε σε άλλο σημείο του ρεπορτάζ, «θα συνεργασθούν 314 τεχνικοί και καλλιτέχνες της Όπερας των Παρισίων και 164 κομπάρσοι και διοικητικοί υπάλληλοι. Για τη μεταφορά των Γάλλων τραγουδιστών, χορευτών και τεχνικών διετέθησαν 4 αεροσκάφη, θα δημιουργηθεί δε αερογέφυρα την νύκτα της 25ης προς την 26ην Ιουλίου μεταξύ της γαλλικής πόλεως Οράνζ – όπου εμφανίζεται το κλιμάκιο – και του Ελληνικού».

Η « Ελληνική Επανάσταση » παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής το 2011 από την Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων, υπό τον Ελευθέριο Καλκάνη και το 2019 από τον Βύρωνα Φιδετζή, στο θέατρο ΟΛΥΜΠΙΑ με την Φιλαρμόνια. Ο Λουκάς Καρυτινός με την Καμεράτα έχουν ετοιμάσει το έργο για το Μέγαρο Μουσικής.

Ο μεγάλος συνθέτης και Φιλέλληνας Έκτωρ Μπερλιόζ αποτελεί πλέον σταθερό μέρος του διεθνούς ρεπερτορίου, αλλά για εμάς το έργο του έχει ακόμη πιο μεγάλη σημασία, αφού διαπνέεται ολόκληρο από την αγάπη για την ομορφιά και την ελευθερία, για τα υψηλά ανθρώπινα ιδανικά που αποτελούν την παρακαταθήκη του Ελληνισμού.

Μπορείτε να παρακολουθήσετε το έργο του Μπερλιόζ η « Ελληνική Επανάσταση » εδώ.

Ακολουθεί το πρωτότυπο κείμενο στα γαλλικά.

 

Scène héroïque (La révolution grecque)

I. Récit et Air

Héros Grec: Lève-toi, fils de Sparte! allons!… N’entends-tu pas
Du tombeau de Léonidas
Une voix accuser ta vengeance endormie?
Trop longtemps de tes fers tu bénis l’infamie,
Et sur l’autel impur d’un Moloch effronté
On te vit, le front ceint de mépris et de honte,
Préparer, souriant comme aux jours d’Amathonte,
L’holocauste sanglant de notre liberté.
Ô mère des héros, terre chérie,
Dont la splendeur s’éteint sous l’opprobre et le deuil!
Ce sang qui crie en vain, ce sang de la patrie,
Nourrit de vils tyrans l’indolence et l’orgueil!
Ô mère des héros, terre chérie.

II. Choeur Prêtre Grec:

Mais la voix du Dieu des armées
A répandu l’effroi dans leurs rangs odieux.
Hellènes! rassemblez vos tribus alarmées;
L’astre de Constantin a brillé dans les cieux:
A ses clartés victorieuses, marchez en foule à l’immortalité!
Prêtre Grec et Héros Grec: Hellènes! rassemblez vos tribus alarmées;
L’astre de Constantin a brillé dans les cieux.
Prêtre Grec: A ses clartés victorieuses,
Héros! marchez en foule à l’immortalité!
Et demain de nos monts les cimes glorieuses
Verront naître l’aurore avec la liberté.
Héros Grec et Choeur: A ses clartés victorieuses,
Héros / Guerriers, marchons en foule à l’immortalité, etc.
Prêtre Grec et Choeur: Oui, la voix du Dieu des armées, etc.

III. Prière

Femmes: Astre terrible et saint, guide les pas du brave!
Que les rayons vaincus du croissant qui te brave
S’éteignent devant toi!
Héros, Prêtre, Choeur: Astre terrible et saint, etc.
Femmes: Que les fils de Sion, riches de jours prospères,
De la liberté sainte et du Dieu de leurs pères
Sans crainte bénisse la loi!
Choeur: Que les fils de Sion, etc.

IV. Final

Héros, Prêtre, Choeur: Des sommets de l’Olympe aux rives de l’Alphée
Mille échos en grondant roulent le cri de mort:
Partons /Partez !… le monde entier prépare le trophée
Que nous promet un si beau sort.
Quel bruit sur ces bords expire?…
Tyrtée éveille sa lyre,
Et la Grèce, en ce jour, oppose à ses bourreaux
Tout ce que son beau ciel éclaire de héros.
Ils s’avancent… et la victoire Rayonne sur leurs fronts poudreux;
La terre, belle encor de son antique gloire,
Retentit sous leurs pas nombreux.
Partons / Partez!… Des sommets, etc.
Aux armes!… le ciel résonne…
Harpes d’or, marquez nos pas!
Peuples!… guerriers!… l’airain tonne.
Nos fers ont soif de combats! Aux armes!

 

ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

 

 

Ο Ερρίκος Τράϊμπερ (Heinrich Treiber) γεννήθηκε το 1796 στο Meiningen της Γερμανίας και είχε αριστοκρατική καταγωγή. Γιός αυλικού φαρμακοποιού, σπούδασε ιατρική στα πανεπιστήμια της Ιένης, του Μονάχου και του Wuertzburg, και ειδικεύθηκε στη χειρουργική στο πανεπιστήμιο του Παρισιού.

Ο νεαρός Τράϊμπερ ενθουσιάσθηκε από τον αγώνα των Ελλλήνων, και αποφάσισε να μεταβεί στην Ελλάδα ως εθελοντής. Στις 31 Δεκεμβρίου 1821 ξεκίνησε από το Λιβόρνο της Ιταλίας μαζί με άλλους 36 φιλέλληνες, με το πλοίο του Ζακυνθινού Βιτάλη «Πήγασος» που ταξίδευε με ρωσική σημαία. Ύστερα από εικοσαήμερο ταξίδι, έφθασαν στο Μεσολόγγι, για να μετάσχουν στην Ελληνική Επανάσταση.

Από την ημέρα εκείνη, ο Τράϊμπερ αρχίζει να σημειώνει στο προσωπικό του ημερολόγιο όλα όσα του συνέβησαν τα επόμενα έξι και πλέον χρόνια, δηλαδή έως τις 23 Απριλίου 1828, την ημέρα που ανέλαβε τη διεύθυνση του στρατιωτικού νοσοκομείου που ήταν εγκαταστημένο στην Ακροναυπλία. Είναι οι προσωπικές του εντυπώσεις και κρίσεις, που αποκαλύπτουν μερικά παρασκήνια του Αγώνα και το ρόλο που έπαιξαν οι Φιλέλληνες σ’αυτόν. Παράλληλα, το ημερολόγιο του Τράϊμπερ αποτελεί μία σημαντική ιστορική πηγή για την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης.

Στις 13 Ιανουαρίου 1822 αποβιβάζεται στο Μεσολόγγι, και από εκεί φθάνει στην Κόρινθο, όπου αναλαμβάνει τη θέση ιατρού στο Τακτικό Σώμα (1ον Ελληνικόν βαρέον πεζικόν Σύνταγμα).

Με το Τακτικό Σώμα έλαβε μέρος στις εξής μάχες και επιχειρήσεις:

– Στο Κομπότι και στο Πέτα (4 Ιουλίου 1822). Στις μάχες αυτές, παράλληλα με το Τακτικό Σώμα, συμμετείχαν και ο Μάρκος Μπότσαρης με το σώμα του, το τάγμα των φιλελλήνων με διοικητή τον Γερμανό Στρατηγό Νόρμαν και τον Ιταλό Συνταγματάρχη Ταρέλα και το τάγμα των Επτανησίων. Η μάχη είχε άσχημη κατάληξη και η πλειοψηφία των Φιλελλήνων σφαγιάσθηκαν από τους Τούρκους. Ο Τράϊμπερ μόλις κατόρθωσε να σωθεί. Έχασε όμως όλα τα προσωπικά του αντικείμενα και ακόμη και τα χειρουργικά του εργαλεία, που ήταν την εποχή αυτή δυσεύρετα στην Ελλάδα.

– Επιχειρήσεις στα όρη των Σαλώνων (1-15 Σεπτεμβρίου 1822), Χάνι της Γραβιάς, κλπ.

– Με διαταγή του Δημητρίου Υψηλάντη, το Τακτικό Σώμα αναλαμβάνει τη φύλαξη των Μεγάλων Δερβενίων (Κακιά Σκάλα).

– Στην πολιορκία του Ναυπλίου (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1822). Η πολιορκία τελούσε υπό την άμεση διοίκηση του Νικηταρά και τη γενική αρχηγεία του Κολοκοτρώνη.

Μεσολαβούν οι εμφύλιες διαμάχες, ο Τράϊμπερ όμως παραμένει στην Ελλάδα και συντηρείται εξασκώντας το ιατρικό επάγγελμα στο Ναύπλιο, Κρανίδι και αλλού.

– Τον Φεβρουάριο του 1824 ο Τράϊμπερ κατατάσσεται στο στρατιωτικό σώμα που οργάνωσε ο Λόρδος Βύρων στο Μεσολόγγι, ως στρατιωτικός γιατρός στο τάγμα των «πυροβολητών».

Στις 18 Απριλίου αρρωσταίνει ο Λόρδος Βύρων. Ο Τράϊμπερ μετέχει σε συνεχή ιατρικά συμβούλια. Στις 19 Απριλίου ο λόρδος Βύρων πεθαίνει. Με τον προσωπικό γιατρό του Λόρδου Βύρωνα Φόρτι αναλαμβάνουν νεκροψία και ταριχεύουν το σώμα.

– Τον Οκτώβριο του 1824 ανασυγκροτήθηκε το Τακτικό Σώμα από τον Ρόδιο και στη συνέχεια από τον Φαβιέρο, και ο Τράϊμπερ αναλαμβάνει πάλι καθήκοντα ιατρού σ’αυτό. Στη συνέχεια ιδρύει νοσοκομείο στο Ναύπλιο.

– Τον Ιούνιο 1825 επιτίθεται στο Ναύπλιο ο Ιμπραήμ πασάς με στρατό 6.000 ανδρών, αλλά αποκρούεται. Υπάρχουν πολλοί τραυματίες, τους οποίους περιθάλπει ο Τράϊμπερ.

– Τον Σεπτέμβριο 1825, το Τακτικό Σώμα με το νέο διοικητή του Φαβιέρο κάνει απόπειρα κατάληψης της Τριπολιτσάς χωρίς επιτυχία. Στην επιχείρηση μετέχει και ο Τράϊμπερ.

– Τον Οκτώβριο, το Τακτικό Σώμα αναχωρεί για την Αθήνα, όπου ο Τράϊμπερ ιδρύει νοσοκομείο.

– Τον Φεβρουάριο του 1826 ο Φαβιέρος με το Τακτικό Σώμα, στο οποίο μετέχει και ο Τράϊμπερ, ξεκινάει εκστρατεία στην Εύβοια. Πρώτα στη Χαλκίδα και στη συνέχεια στην Κάρυστο. Οι τραυματίες είναι πολλοί και ο Τράϊμπερ τους περιποιείται και πάλι.

– Τον Ιούνιο, ο Τράϊμπερ υποβάλλει την παραίτηση του από το Τακτικό Σώμα και αναλαμβάνει τη θέση ιατρού στο στρατόπεδο Δερβενίων που τελεί υπό τη διοίκηση του Καραϊσκάκη.

– Τον Αύγουστο, ο Τράϊμπερ αναχωρεί με το σώμα του Καραϊσκάκη για την περιοχή Αθηνών. Γίνονται μάχες στο Χαϊδάρι. Ο Τράϊμπερ εγκαθιστά νοσοκομείο στην Κούλουρη.

– Στις 6 Νοεμβρίου 1826 μετέχει με το σώμα του Καραϊσκάκη στη μάχη της Δόμβραινας.

– Το Φεβρουάριο του 1827 ο Τράϊμπερ λαμβάνει μέρος σε απόβαση στην Καστέλλα υπό τον συνταγματάρχη Gordon, μαζί με τα σώματα του Μακρυγιάννη, του Ι. Νοταρά και το Τακτικό Σώμα, για να λυθεί η πολιορκία της Ακροπόλεως από τον Κιουταχή.

Στη μάχη του Αναλάτου «έπεσαν 1.200 Έλληνες και όλοι οι Φιλέλληνες», όπως αναφέρει ο Τράϊμπερ στο ημερολόγιό του. Αυτός έχει εγκαταστήσει νοσοκομείο στα Αμπελάκια της Σαλαμίνας, για την νοσηλεία μαχητών, και προσφέρει περίθαλψη στους τραυματίες, που μεταφέρονται εκεί από το πεδίο της μάχης.

– Στις 24 Απριλίου 1827, φέρνουν στα Αμπελάκια τη σορό του Καραϊσκάκη, που είχε σκοτωθεί την προηγουμένη μέρα στο Φάληρο. Ο Τράϊμπερ συνοδεύει τη σορό του στην Κούλουρη, όπου γίνεται η κηδεία.

– Τον Ιούνιο 1827, ο Τράϊμπερ αναλαμβάνει τη θέση ιατρού στο ατμόπλοιο Καρτερία μετά από πρόσκληση του πλοιάρχου Άστιγγα.

– Τους επόμενους 8 μήνες, ο Τράϊμπερ μετέχει σε όλες τις επιχειρήσεις του Καρτερία. Το Καρτερία οργώνει όλες τις θάλασσες. Από τον Κορινθιακό, στο Ιόνιο, στη θάλασσα των Κυθήρων, στο Αιγαίο και φθάνει μέχρι τις ακτές της Αφρικής.

Μαζί με τον υπόλοιπο στόλο, περιπολεί τις θάλασσες αυτές και επιβάλλει ναυτικό αποκλεισμό των περιοχών που διεξάγονται οι εχθροπραξίες.

– Στις 29 Σεπτεμβρίου 1827 το Καρτερία μαζί με το βρίκι “Σωτήρ” και 5 άλλα μικρότερα πλοία, ναυμαχεί με τουρκικό στολίσκο στον κόλπο των Σαλώνων και πυρπολούν 9 τουρκικά πλοία, μεταξύ αυτών και την τουρκική ναυαρχίδα, ενώ αιχμαλωτίζουν ένα ακόμη (ναυμαχία της Αγκάλης).

– Στις 4 Μαρτίου 1828, ο Άστιγξ υποβάλλει την παραίτηση του από τη διακυβέρνηση της Καρτερίας και δύο μέρες αργότερα αποχωρεί και ο Τράϊμπερ. Ο Αστιγξ επανήλθε στην θέση του και έλαβε μέρος σε μία τελευταία επιχείρηση στο Μεσολόγγι, όπου τραυματίσθηκε στον αριστερό ώμο. Δυστυχώς ο Τράϊμπερ δεν ήταν εκεί να τον θεραπεύσει και άργησε να βρεθεί άλλος γιατρός, και ο άλλος αυτός μεγάλος φιλέλληνας υπέκυψε στα τραύματά του.

Στα τέλη Απριλίου 1828, ο Τράϊμπερ αναλαμβάνει διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου της Ακροναυπλίας (Ιτς Καλέ).

Όταν έλαβε χώρα η δολοφονία του Καποδίστρια, ο Τράϊμπερ διενήργησε ο ίδιος τη νεκροψία και υπέγραψε τη σχετική ιατροδικαστική έκθεση. Είχε μάλιστα το θλιβερό προνόμιο να ταριχεύσει τον νεκρό Καποδίστρια.

Είναι βέβαιο ότι ο μεγάλος αυτός φιλέλληνας έσωσε χιλιάδες Έλληνες τραυματίες και αρρώστους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του 1821, σε ένα χώρο (αυτόν της Ελλάδας) που κάθε έννοια νοσηλείας και νοσοκομειακής περίθαλψης ήταν ανύπαρκτη.

Προκειμένου να εξηγήσουμε σε τι συνίσταντο οι υγειονομικές υπηρεσίες κατά την επαναστατική περίοδο, θα χρησιμοποιήσουμε ένα απόσπασμα από το έργο του Χρηστου Βυζάντιου η «Ιστορία του Τακτικού Στρατού», που περιγράφει τη μάχη της Καρύστου (1826), στην όποια τραυματίστηκε και ο ίδιος. Μοναδικός γιατρός εκεί ήταν ο Τράϊμπερ. «0ι πληγωμένοι, γράφει ό Βυζάντιος, επορεύοντο όπως εδύναντο. Άλλοι μεν συρόμενοι, άλλοι δέ βοηθούμενοι υπό των τυχόντων, προσήρχοντο προς τον εκεί χειρουργόν. Το δε θέαμα της πρώτης βοήθειας παρά του άρχιχειρουργού Τράϊμπερ ήτο φρικώδες. Περίπου διακόσιοι πληγωμένοι, κείμενοι εκτάδην εντός περιβόλου λεμονεώνος, εξέβαλλον γοεράς φωνάς, ιδίως οι πληγωμένοι εκ σφαίρας πυροβόλων. Εκεί φύλλον θύρας έκειτο επί πετρών, χρησιμεύον ως τράπεζα επί της οποίας κατέκλινον τους τραυματίας. Ό δε ειρημένος άρχιχειρουργός, έχων ανεστραμένας τας χειρίδας του ιματίου του και κρατών μάχαιραν ανά χείρας, όλως καθημαγμένος έτεμνε ανηλεώς τα προσβληθέντα μέλη του πληγωμέντος και είτα επέδενε ταύτα. Καθ’ήν ώραν έτέθην και αυτός εγώ επί της ειρημένης τραπέζης είδον τον πάντα λόγου άξιον φιλέλληνα τούτον χειρουργόν, απηυδημένον εκ του κόπου και της πείνης, κρατούντα δε με τας αιμοσταγείς χείρας του ολίγον άζυμον άρτον καί τρώγοντα».

Δεν ήταν όμως μόνο ή παροχή της πρώτης βοήθειας στους τραυματίες που απασχολούσε τον Τράϊμπερ, αλλά, όπως αναφέρει και ο Επαμ. Στασινόπουλος, και η κατόπιν περίθαλψή των, που γινόταν συνήθως στα φιλόξενα σπίτια χωρικών. Αλλά τα σπίτια εδέχοντο μόνο τους ελαφρότερα τραυματισμένους, γιατί υπήρχε η δεισιδαιμονία ότι όσοι πέθαιναν από τις πληγές τού πολέμου εβρυκολάκιαζαν κατόπιν. Χρειαζόταν πολλές φορές η βεβαίωση του γιατρού και των δημογερόντων ότι δεν πρόκειται να πεθάνει ό τραυματίας για να τον δεχθούν στο σπίτι.

Το 1831 νυμφεύθηκε τη Σάντα Οριγώνη, κόρη του κορσικανού Δομένικου Οριγώνη, και της Αθηναίας Φραντζέσκας Αγαπίου. Ο Οριγώνης ήταν τέως αξιωματικός του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, που είχε καταφύγει στην Ελλάδα από το 1814.

Tο 1835 ο Τράϊμπερ μετακόμισε οικογενειακώς στην Αθήνα, όπου του ανατέθηκε η οργάνωση και αναμόρφωση της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Στρατού, της οποίας υπήρξε ο πρώτος Αρχηγός.

Διώροφος νεοκλασική οικία με αέτωμα στην επίστεψη. Πρόκειται για την οικία του Γερμανού ιατρού Ερρίκου Τράϊμπερ Πλατεία Ασωμάτων (Μπίρης, σελίδα 93)

O Τράϊμπερ Μετείχε στο σχεδιασμό (από τον αρχιτέκτονα Βάϊλερ) του A’ Στρατιωτικού Νοσοκομείου (στου Μακρυγιάννη), και επίσης στο σχεδιασμό του Δημοτικού Νοσοκομείου της Αθήνας. Ήταν ο ιδρυτής της Στρατιωτικής Φαρμακαποθήκης.

Σε πρώτο πλάνο το διώροφο αρχοντικό με το αέτωμα στην στέψη ήταν στην οδό Κριεζώτου και Ζαλοκώστα. Στο κέντρο της φωτογραφίας δεσπόζουν τα Παλαιά Ανάκτορα, σημερινή Βουλή των Ελλήνων. Αριστερά: Η Βασιλική Στρατιωτική Φαρμακαποθήκη Οδός Ακαδημίας 1 και Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας (τότε οδός Αμπελοκήπων και αργότερα οδός Κηφισιάς) Αρχιτέκτων: Hans Christian Hansen [1803 – 1883] – Ανέγερση: 1836 -1840 (Φωτογράφος: Henri Beck, 1804 – 1883).

Υπήρξε από τους πρώτους δασκάλους του “Πρακτικού Σχολείου Χειρουργίας, Φαρμακοποιϊας και Μαιευτικής” και το 1837 διορίσθηκε “επίτιμος” καθηγητής του νεοσύστατου Πανεπιστημίου Αθηνών για τη διδασκαλία της χειρουργικής.

Ο Τράϊμπερ διορίσθηκε επίσης μέλος του Ιατροσυνεδρίου που τότε χάραζε την υγειονομική πολιτική του κράτους, και διετέλεσε και πρόεδρος του.

Το 1842 διορίσθηκε ιατρός του βασιλέως Όθωνος.

Ερρίκος Τράϊμπερ, προσωπογραφία από την Ιστορία της Ιατρικής Σχολής. Εκατονταετηρίς 1837-1937. Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ιατρική επιστήμη στην Ελλάδα, οφείλει στον μεγάλο Φιλέλληνα και επιστήμονα την εισαγωγή της αναισθησιολογίας, που αναβάθμισε τις θεραπευτικές πρακτικές και κατάργησε τον πόνο κατά την θεραπεία.

Στις 16 Οκτωβρίου 1846, ο Αμερικανός W. Morton χορήγησε αναισθησία με αιθέρα σε ασθενή στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης. Λίγους μήνες αργότερα, στις 10 Απριλίου 1847, χορηγούνται οι πρώτες αναισθησίες με αιθέρα στην Ελλάδα από τον Ερρίκο Τράϊμπερ (πρώτο καθηγητή χειρουργικής στην Ελλάδα), Αρχίατρο, και τον Νικόλαο Πετσάλη, Επίατρο, στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών και ο Τύπος της εποχής τους αποθεώνει. Επίσης, ο Ερρίκος Τραϊμπερ χορήγησε την πρώτη μαιευτική αναισθησία στην Ελλάδα, στο Δημόσιο Μαιευτήριο της Αθήνας, χορηγώντας αναισθησία με αιθέρα σε επίτοκο για εμβρυουλκία με μαιευτήρα τον Νικόλαο Κωστή, τον πρώτο καθηγητή Μαιευτικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Όταν το 1854 κτύπησε την Αθήνα η μεγάλη επιδημία χολέρας, και οι δρόμοι ήταν έρημοι κατοίκων, ο μεγάλος Φιλέλλην ήταν ο μόνος που διέσχιζε πολλές φορές την ημέρα τους δρόμους έφιππος για να δίνει το παρόν στο νοσοκομείο ή όπου αλλού τον καλούσε το καθήκον, έως ότου προσβλήθηκε και ό ίδιος από την ασθένεια αυτή.

Ο Τράϊμπερ εξακολούθησε επί πολλά χρόνια να υπηρετεί στο Στρατό, προαχθείς μέχρι του βαθμού του Ανωτέρου Γενικού Αρχιάτρου, και αποστρατεύθηκε το 1864.

Του απονεμήθηκαν διάφορα παράσημα και μετάλλια. Μεταξύ αυτών ο Ελληνικός Χρυσούς Σταυρός (1834), ο Ταξιάρχης (1849), και ο Ανώτερος Ταξιάρχης (1876) του Τάγματος του Σωτήρος.

Μετάλλιο του Τάγματος του Σωτήρος, επί Βασιλείας Οθωνος.

Ακόμη ο Τράϊμπερ έλαβε τον Ταξιάρχη του Αγίου Στανισλάου της Ρωσίας (1859), τον Ταξιάρχη του Αγίου Μιχαήλ από τον βασιλέα της Βαυαρίας (1858), το χρυσό παράσημο του Δούκα του Οδελμβούργου, και το σιδηρούν Αριστείον του Συντάγματος της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Το παράσημο όμως για το οποίο ήταν περισσότερο υπερήφανος ήταν το αργυρούν Αριστείο του Αγώνα.

Αργυρούν Αριστείο του Αγώνα, «τοις ηρωικής της πατρίδος προμάχοις», το ελάμβαναν επί Βασιλείας Οθωνος, όσοι Έλληνες ή Φιλέλληνες είχαν συμμετάσχει με βαθμό αξιωματικού, στις πολεμικές επιχειρήσεις της Ελληνικής Επανάστασης. Το μετάλλιο αυτό αποτελούσε ύψιστη τιμή.

Εκτός από το ημερολόγιό του, ο Τράϊμπερ άφησε και δύο καταλόγους, τον έναν με 59 ονόματα άλλων Φιλελλήνων που γνώρισε στην Ελλάδα και έναν ακόμα, με 102 ονόματα Φιλελλήνων που έπεσαν μαχόμενοι ή πέθαναν για άλλους λόγους στην Ελλάδα.

Από το γάμο του με τη Σάντα Οριγώνη, ο Τράϊμπερ απέκτησε 6 παιδιά.

Η μεγαλύτερη κόρη του, Ρόζα παντρεύθηκε τον Πέτρο Κιάππε, γιό ενός άλλου Φιλέλληνα και αγωνιστή της επανάστασης του 21, του Ιωσήφ Κιάππε.

Απεβίωσε στην Αθήνα το 1882 σε ηλικία 86 ετών.

Αποτελεί μεγάλη τιμή για την ΕΕΦ να έχει στην Συμβουλευτική της Επιτροπή δύο απογόνους του μεγάλου αυτού Φιλλέληνα, στον οποία τόσα πολλά οφείλει η Ελλάδα.

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • Αποστολίδης Χρήστος Ν. “ΕΡΡΙΚΟΣ ΤΡΑΙΜΠΕΡ ΦΙΛΕΛΛΗΝ Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828”, Αθήνα 1960.
  • Barth Wilhelm – Kehrig-Korn Max, Die Philhellenenzeit, Muenchen, 1960.
  • Χρήστος Βυζάντιος (αξιωματικός του Πεζικού της Γραμμής), Ιστορία του Τακτικού Στρατού της Ελλάδος (1821 – 1832), Αθήνα, τυπογραφείο Ράλλη, 1837.
  • Μαρκέτος Σπ. – Σταυρόπουλος Αριστ. Ο φιλελληνισμός της εθνεγερσίας εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 25 Μαρτίου 1988.
  • Μοσχωνάς Αντώνιος. Δύο φιλέλληνες στρατιωτικοί ιατροί, Ερρίκος Τράϊμπερ και Αντώνιος Λίνδερμάγιερ. Περιοδικό Παρνασσός. τομ. ΚΘ’, αρ. 3, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1987.
  • Στασινόπουλος Επαμ. Αι αναμνήσεις του φιλέλληνος ιατρού Ερρίκου Τράϊμπερ εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 4 Ιανουαρίου 1961.
  • Γ. Δρουγολίνος, επιμ. (13 Μαΐου 1882). Έσπερος, Τομ. 2, Έτος Β’, τεύχ. 25. Λειψία.
  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών (1939). Αριστοτέλης Κούζης, επιμ. Εκατονταετηρίς 1837 – 1937, Τόμος Γ’, Ιστορία της Ιατρικής Σχολής. Αθήναι: Τύπος «Πυρσού» Α.Ε. Ανακτήθηκε στις 25 Μαΐου 2010.
  • Η αναισθησία τον 19ο αιώνα στην Ελλάδα, Αρμένη Κωνσταντίνα, Κορρέ Μαρία, Θεολογής Θωμάς, Παπαδόπουλος Γεώργιος, Αναισθησιολογική Κλινική Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ΙΑΤΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 2011, Τόμος 8, Τεύχος 1.
  • Εφημερίδα ΑΙΩΝ, Αθήνα 1882, Λόγος επιτάφιος, εκφωνηθείς εν τω Α’ Νεκροταφείω Αθηνών τη 14 Απριλίου 1882, εις τον Φιλέλληνα Ερρίκον Τραϊμπερ, υπό του αρχιάτρου Περικλέους Σούτσου.

 

 

 

Ο Συνταγματάρχης Auguste Hilarion Touret (Ιλαρίων Τουρέ) ήταν μία από τις ευγενέστερες μορφές φιλέλληνα.

Ο Hilarion Touret γεννήθηκε στην πόλη Sarguémines της Γαλλίας το 1797. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1811 κατετάγη στον γαλλικό στρατό της Πρώτης Αυτοκρατορίας, ως εθελοντής στο 2ο Σύνταγμα των Ουσάρων. Έκτοτε διήνυσε όλη τη στρατιωτική ιεραρχία για να καταλήξει στις 9 Ιανουαρίου 1822 με τον βαθμό του Υπολοχαγού. Υπηρέτησε υπό τις διαταγές του Συνταγματάρχη Pellion, ο οποίος υπήρξε αργότερα επικεφαλής του ελληνικού τακτικού Ιππικού, και συμμετείχε στις εκστρατείες της Πρωσίας και της Σαξονίας το 1813, της Γαλλίας το 1814 και του Βελγίου το 1815.

Κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων του Μ. Ναπολέοντος, έσωσε τον Στρατηγό του Ιππικού, Nansouty, και τρεις αξιωματικούς της ακολουθίας του. Το ανδραγάθημα αυτό του χάρισε το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής. Ακολούθως, στη μάχη στο Arcis-sur-Aube, ο Touret πληγώθηκε στο δεξί του χέρι. Το 1823 συμμετείχε στην εκστρατεία στην Ισπανία, ως υπασπιστής του Στρατηγού Bruny. Για την εκστρατεία αυτή τιμήθηκε με το παράσημο του Τάγματος του Αγ. Φερδινάνδου.

Αφού επέστρεψε στην πατρίδα του, ενθουσιασμένος από τον Αγώνα της Ελλάδας για την ελευθερία της, υπέβαλε την παραίτησή του στον γαλλικό στρατό, στις 8 Νοεμβρίου 1825, και προετοίμασε το ταξίδι του στην Ελλάδα. Έφθασε στον προορισμό του στις 9 Σεπτεμβρίου 1826.

Στον ελληνικό Τακτικό Στρατό έλαβε τον βαθμό του Ταγματάρχη στις 9 Οκτωβρίου 1826 και τέθηκε υπό τις διαταγές του Ιωάννη Κωλέττη. Συμμετείχε στην εκστρατεία που ο τελευταίος οργάνωσε στην Αταλάντη, στις 18 Νοεμβρίου 1826, επικεφαλής 50 ανδρών. Τον Φεβρουάριο του 1827 τέθηκε υπό τις διαταγές του Κάρολου Φαβιέρου, και πήρε μέρος στην εκστρατεία του Φαλήρου.  Με τον Φαβιέρο  ανέπτυξε στενή σχέση αμοιβαίας εκτίμησης. Μάλιστα, όταν πέθανε ο Φαβιέρος, ο Touret εκφώνησε τον επικήδειο λόγο, στο Ναύπλιο, τον Σεπτέμβριο του 1855.

Μετά την αιματηρή σφαγή στους Τρείς Πύργους της Αττικής, ο Touret συγκέντρωσε  ό,τι απέμεινε από το Τακτικό Σώμα, και επέστρεψε με τους επιζώντες στο στρατόπεδο της Τακτικούπολης, που ήταν στα Μέθανα. Στις 11 Αυγούστου 1827 τέθηκε επικεφαλής του δεύτερου λόχου του Ιππικού. Πήρε μέρος στην εκστρατεία στη Χίο και διακρίθηκε κατά τη μάχη της 11ης Ιανουαρίου 1828, στην Τουρλωτή. Η πολύ καλή συμπεριφορά του ιδίου αλλά και των άλλων ιππέων συναδέλφων του έγινε αφορμή για να λάβει εξαιρετικά κολακευτικούς επαίνους από τον αρχηγό του στρατεύματος Φαβιέρο, τους οποίους του παρέδωσε γραπτώς σε αυτόγραφο σημείωμα, στις 24 Ιανουαρίου του 1828.

Στη συνέχεια, o Touret συνεργάστηκε για την αναδιοργάνωση του Ιππικού στο Άργος υπό τη διοίκηση του Carl Wilhelm Freiherr von Heideck που αντικατέστησε τον Φαβιέρο, όταν εκείνος έφυγε για τη Γαλλία. Ο Καποδίστριας, αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες του Touret τον τίμησε με τον βαθμό του Ιλάρχου, μετά από πρόταση του Αρχηγού του Τακτικού Σώματος της Ελλάδας, Στρατηγού Trézel.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, ο Touret έλαβε άδεια και διαβιούσε μετά των Στρατηγών Gerard και Pellion, στη Μεθώνη στο Στρατηγείο της Γαλλικής Στρατιάς του Μοριά. Από το 1832 και μέχρι το 1845, κατοίκησε στο Ναύπλιο, όπου υπήρξε η ψυχή της Καθολικής κοινότητας της πόλης.

Το 1832 ανέλαβε να αναδιοργανώσει το Ελληνικό Ιππικό ύστερα από σχετική εντολή της ελληνικής κυβέρνησης. Παρά τις ελλείψεις των μέσων, κατάφερε να συγκροτήσει τον Ιανουάριο του 1833 ένα σώμα 150 ιππέων, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν πεζοί λόγω έλλειψης ίππων. Σύντομα οργανώθηκε ένα Σύνταγμα Ιππικού έξι ιλών. Στις 5 Απριλίου 1836 ο Touret ανέλαβε τη διοίκηση της Φρουράς του Ναυπλίου. Λίγο αργότερα, στις 25 Ιανουαρίου 1841, έλαβε τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη.

Ο Touret ανέλαβε από νωρίς πρωτοβουλίες προκειμένου το Ελληνικό κράτος να τιμήσει τους Φιλέλληνες. Έτσι, με παρέμβασή του, για παράδειγμα, έδωσε ο δήμος της Αθήνας το όνομα του Φαβιέρου σε έναν δρόμο της πρωτεύουσας. Μάλιστα ο Touret συνέλαβε την ιδέα ανέγερσης ενός μνημείου αφιερωμένου στη μνήμη των Φιλελλήνων που πέθαναν για την Ελλάδα. Το εγχείρημα αυτό το υποστήριξαν και το τίμησαν με αυτόγραφες επιστολές τους οι γνωστότεροι ευρωπαίοι ηγεμόνες, αλλά και η Ελληνική Συνέλευση. Το μνημείο, γνωστό ως «αψίδα Τουρέ», κατασκευάστηκε από ξύλο με έξοδα του Touret το 1841, και κοσμεί την εσωτερική πλευρά της εισόδου της καθολικής εκκλησίας του Ναυπλίου. Έχει σχήμα πρόσοψης αρχαίου ελληνικού ναού και στους κίονές του έχουν αναγραφεί τα ονόματα 276 Φιλελλήνων και ο τόπος του θανάτου τους, ενώ στο αέτωμα υπάρχει ο θυρεός και το στέμμα του Όθωνα εντός του σταυρού των Φιλελλήνων αγωνιστών.

Ο καθολικός ναός της Μεταμόρφωσης στο Ναύπλιο και η αψίδα στην μνήμη των Φιλελλήνων, του Touret στην είσοδο του

Το 1845, ο Touret εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, όπου ανέλαβε τα καθήκοντα του υπασπιστή του βασιλιά Όθωνα. Στη διάρκεια της παραμονής του εκεί, προήχθη στον βαθμό του Συνταγματάρχη, και υπηρέτησε διαδοχικά ως αυλάρχης του βασιλιά, διευθυντής του Στρατιωτικού Νοσοκομείου και Επιμελητής της Διοίκησης του Στρατού. Την 1η Νοεμβρίου 1854, ορίστηκε Φρούραρχος των Αθηνών. Ο Touret ήταν ακούραστος, αγωνιζόταν σκληρά για τη Φρουρά, και τη διασφάλιση της ηρεμίας και της ασφάλειας της πόλης. Το ίδιο έτος, ανέλαβε τη συγκρότηση και τη διοίκηση ενός λόχου πυροσβεστών που παρείχαν σημαντικές υπηρεσίες στην πόλη. Ο Touret οργάνωσε το πρώτο Σώμα της Πυροσβεστικής των Αθηνών. Τον σχεδιασμό του τον βάσισε στα γαλλικά πρότυπα. Μάλιστα το ορειχάλκινο κράνος που φέρουν μέχρι και σήμερα οι Έλληνες πυροσβέστες προέρχεται από αυτό που σχεδιάσθηκε από την αρχή από τον Touret. Λίγα χρόνια νωρίτερα, συνέβαλε στην κατασκευή του δρόμου που οδηγούσε προς την Ακρόπολη, γεγονός που τον έκανε επίτιμο μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας των Αθηνών.

Το 1830 παντρεύθηκε στο Άργος με την ιταλικής καταγωγής, Maria-Teresa Pelloni. Στον γάμο του ήταν παρών ο Στρατηγός Gerard και οι μάρτυρες του γάμου, Συνταγματάρχες Pellion και Pauzié.

Ο Συνταγματάρχης Touret ήταν στρατιωτικός με πολλές ικανότητες, πράγμα  που αντικατόπτριζε το όμορφο παρουσιαστικό του και η στρατιωτική περιβολή του. Ο Μπάμπης Άννινος τον σκιαγραφεί και αναφέρεται στην προσωπικότητά του, όπως την αντιλήφθηκαν ο Gustave Flaubert (ο οποίος τον επισκέφτηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα) και ο Edmond About, οι οποίοι αναγνώρισαν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του. Γεμάτος ταπεινότητα, προσηλωμένος στην πατρίδα και τους θεσμούς της, έχαιρε της γενικής εκτίμησης και αφοσίωσης.

Ο Touret είχε τιμηθεί με τον Σταυρό των Ιπποτών της Λεγεώνας της Τιμής από τη Γαλλία, και με ισπανικό παράσημο. Στη συνέχεια έλαβε το αργυρό παράσημο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, που αποτελούσε τον μεγαλύτερο τίτλο τιμής για Έλληνες και Φιλέλληνες, και απόδειξη συμμετοχής τους σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Ο βασιλιάς Όθων τον τίμησε με τον Χρυσό Σταυρό των Ιπποτών του Τάγματος του Σωτήρος στις 20 Μαρτίου 1838 και τον Χρυσό Σταυρό του Διοικητού του ίδιου Τάγματος στις 20 Μαρτίου 1857. Την ημέρα αυτή αναχώρησε από την Ελλάδα για τη Γαλλία για να ακολουθήσει θεραπεία σε Γαλλικό νοσοκομείο.

Ο Touret παρέμεινε πιστός στην Ελλάδα, και έλεγε στους Γάλλους ιατρούς οι οποίοι τον συμβούλευαν να παρατείνει τη διαμονή του στη Γαλλία μέχρι να αποκατασταθεί η υγεία του: «Αν πρέπει να πεθάνω, θέλω να αφήσω την τελευταία μου πνοή στην Ελλάδα». Και πράγματι η ευχή του πραγματοποιήθηκε στις 16/28 Αυγούστου 1857, έφθασε με πλοίο στο λιμάνι του Πειραιά. Τη στιγμή μάλιστα που έριχνε άγκυρα το ατμόπλοιο που τον έφερνε πίσω στην Ελλάδα από τη Γαλλία, ο Touret ξεψύχησε δίπλα στη σύζυγό του, αντικρίζοντας τη Σαλαμίνα και το Φάληρο όπου είχε πολεμήσει και την αγαπημένη του δεύτερη πατρίδα. Κατά την τελευταία του διαμονή στη Γαλλία, είχε την τιμή να γίνει δεκτός από το  γαλλικό βασιλικό ζεύγος, ως επιστέγασμα της αναγνώρισης που έχαιρε και στη Γαλλία.

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων, χειρόγραφο697: Henri Fornèsy, «Le monument des philhellènes», 1860.
  • Εβδομάς, έτος Α΄ (1884), τ. Α΄, τεύχ. 1 (χ.ημ.) έως και τεύχ. 27 (2 Σεπτεμβρίου).
  • Άννινος Μπάμπης, Ιστορικά σημειώματα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1925.
  • Ρούσσος-Μηλιδώνης Ν. Μάρκος, «Auguste Hilarion Touret, 1797-1858», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τ. 7 (Ναύπλιο 2009), σσ. 233-235.
  • Ρούσσος-Μηλιδώνης Ν. Μάρκος, «Το μνημείο των Φιλελλήνων στο Ναύπλιο», Σύγχρονα Βήματα, τ. 68 (1988/1991), σσ. 224-254.
  • Pellion Jean Pierre, La Grèce et les Capodistrias pendant l’occupation française de 1828 à 1834, εκδ. Librairie Militaire, Παρίσι 1855.
  • Εφημερίδα Αιών, Αθήνα, 5 Σεπτεμβρίου 1857.
  • Εφημερίδα Αθηνά, Αθήνα, 9 Ιουλίου 1841.
  • Άννινος Μπάμπης, «Ο Συνταγματάρχης Τουρέ», Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος, έτος 1923, Αθήνα, Ι. Ν. Σιδέρης, σελ. 296-304.

Μελετώντας την ιστορία των Ελλήνων και Φιλελλήνων που έδρασαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς ανάμεσα στους μεγάλους αγωνιστές, Έλληνες και Φιλέλληνες, μία ηρωική μορφή που να αγάπησε την Ελλάδα, να ταυτίσθηκε με τα δίκαια της και να έδρασε για τόσο μεγάλο διάστημα και σε τόσο πολλά μέτωπα και πεδία μαχών, όσο αυτήν του George Jarvis.

Ο George Jarvis (1797-1828), γεννήθηκε στην Αλτόνα της Δανίας. Σήμερα η Αλτόνα είναι ένα προάστιο του Αμβούργου της Γερμανίας. Όμως από το 1640 έως το 1864, ήταν μέρος του βασιλείου της Δανίας. Πατέρας του Jarvis ήταν ο Benjamin Jarvis, Αμερικανός έμπορος από την Νέα Υόρκη, ο οποίος ανέλαβε στην πορεία καθήκοντα Προξένου των ΗΠΑ στην Αλτόνα της Δανίας. Μητέρα του η Γερμανίδα Maria Carolina Dede.

Ο Jarvis είχε λάβει κλασσική παιδεία, ήταν λάτρης του Ελληνικού πολιτισμού, και όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση μεταβλήθηκε σε ενθουσιώδη οπαδό της. Επηρεάσθηκε από το Γερμανικό φιλελληνικό ρεύμα, και είχε έντονη δράση ως φοιτητής, στο Πανεπιστημίου στο οποίο σπούδαζε στην Χαϊδελβέργη. To 1821 ήταν ήδη ένας μορφωμένος νέος ο οποίος μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά.

Τον Νοέμβριο του 1821 αποφασίζει να μεταβεί στην Ελλάδα. Μετά από ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι, πέρασε από την Φραγκφούρτη, την Ζυρίχη, το Στρασβούργο, την Λυών και κατέληξε στην Μασσαλία λίγο μετά την αναχώρηση του πλοίου που μετέφερε στην Ελλάδα τον Γερμανό Στρατηγό Κάρολο Νόρμαν και το τάγμα του των Φιλελλήνων. Λίγο αργότερα βρήκε ένα άλλο πλοίο (το Σουηδικό «Trondjem») που είχε προορισμό την Ελλάδα, και έφθασε στην Ύδρα στις 3 Απριλίου 1822. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ίδιο πλοίο μετέφερε στην Ελλάδα, έναν άλλο από τους ιδιαίτερα γενναίους και εμβληματικούς Φιλέλληνες, τον αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού του Ηνωμένου Βασιλείου, τον Frank Abney Hastings. Ο Jarvis ήταν ο πρώτος Φιλέλληνας Αμερικανός που ήρθε στην Ελλάδα από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, παρουσιάσθηκε στην κυβέρνηση στην Κόρινθο, και κατατάχθηκε στο Ελληνικό ναυτικό, υπό τον Γιακουμάκη Τομπάζη και τον Αντώνη Ραφαήλ, καπετάνιο της κορβέτας «Θεμιστοκλής». Επίσης ανέπτυξε στενή φιλία με τον Υδραίο Δημήτριο Βούλγαρη (μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας) και τον Έλληνα έμπορο και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Εμμανουήλ Ξένο. Ο Ξένος είχε αγοράσει ένα σπίτι στο Ναύπλιο που είχε μετατρέψει σε σημείο συνάντησης Ελλήνων και Φιλελλήνων. Η πρώτη αποστολή του Jarvis ήταν να οργανώσει την μαχητική ικανότητα των πλοίων. Μία από τις πρώτες επιχειρήσεις στις οποίες συμμετείχε με τον “Θεμιστοκλή”, ήταν να μεταβεί στην Χίο την περίοδο των σφαγών και της καταστροφής του νησιού από τους τούρκους, για την αναζήτηση και σωτηρία φυγάδων από το νησί.

Ο Jarvis γράφει στο ημερολόγιό του: «Στις 9 Μαΐου 1822 (ν.η.) βγήκαμε πάλι στην ξηρά. Μια φρικτή όψη, τα στάχυα σε άριστη κατάσταση, η γη καλά καλλιεργημένη, τα άλογα, τα κατσίκια και τα πρόβατα έβοσκαν, αλλά καμιά ζωντανή ψυχή. Τέσσερις φορές βρήκαμε ένα σωρό από σκοτωμένους άνδρες και γυναίκες. Πόσο σπαρμένη ήταν η ακτή, οι χαράδρες και οι κοιλάδες και πόσο ωραία η θέα! Όμως εδώ ένα πτώμα που πετάχτηκε πάνω από τούς βράχους δεμένο χειροπόδαρα και φοβερά ακρωτηριασμένο, εκεί ένα άλλο χωρίς κεφάλι, σχεδόν ακόμη ζεστό, παραπέρα καμιά δωδεκαριά πτώματα που άρχισαν να σαπίζουν και στην άλλη πλευρά ακόμη μεγαλύτερος αριθμός από ολόγυμνα κορμιά, που μόλις είχαν χάσει την πνοή τους. Μία ακτή σπαρμένη κεφάλια!»

Με το Ελληνικό ναυτικό έλαβε μέρος σε 13 ναυμαχίες και πολεμικές επιχειρήσεις.

Μάλιστα όπως αναφέρει στο ημερολόγιό του «ως αξιωματικός του Ελληνικού Ναυτικού, ήμουνα δύο χρόνια μαζί τους, στις διάφορες επιχειρήσεις στη Χίο, Μυτιλήνη, στις ακτές της Μικράς Ασίας, Συρίας, Κρήτης, Κύπρου, στο Αρχιπέλαγος και στην Πελοπόννησο. Έκαμα δεκατρείς διάφορες εκστρατείες μαζί τους, κατά τις οποίες εκάψαμε αρκετά πλοία της γραμμής, καθώς και μικρότερα, καταλάβαμε άλλα. Κυριέψαμε και υπερασπιστήκαμε φρούρια και δώσαμε κάθε δυνατή βοήθεια στους πρόσφυγες Χριστιανούς. Οι νεότεροι Έλληνες σε πολλές λεπτομέρειες ομοιάζουν με τους προγόνους τους. Οι ίδιοι άνθρωποι οι οποίοι πολεμούν σαν ναυτικοί, όταν επιστρέψουν, κατατάσσονται σαν άνδρες της ξηράς. Έτσι ήμουνα παρών στην πολιορκία της Αθήνας, του Ναυπλίου, την υπεράσπιση του Μεσολογγίου και στη μάχη με τον Χουρσίτ-Πασά, στο Μοριά.».

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι το ημερολόγιο και οι επιστολές του George Jarvis, αποτελούν σημαντική ιστορική πηγή. Ο Jarvis ήταν αγνός και ειλικρινής και το ημερολόγιο και οι επιστολές του αναφέρουν πραγματικά περιστατικά και αληθινές πληροφορίες. Για παράδειγμα, σε μία περίπτωση διαπιστώνουμε ότι ενώ περιγράφει συγκεκριμένα περιστατικά, δεν αναφέρει καν ότι είχε τραυματισθεί πολύ σοβαρά. Από την πρώτη στιγμή στην Ελλάδα, ο Jarvis ακολούθησε τα Ελληνικά έθιμα. Φορούσε Ελληνική στολή με φουστανέλα και έμαθε γρήγορα Ελληνικά. Μάλιστα έκανε μαθήματα Ελληνικών σε άλλους φιλέλληνες.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στην Ελλάδα, ανέλαβε δράση στην θάλασσα και στην στεριά, και έδωσε το παρόν σε όλες σχεδόν τις μεγάλες μάχες και ιστορικές στιγμές του αγώνα. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές από αυτές.

Το καλοκαίρι του 1822 συμμετείχε σε πολλές συγκρούσεις Ελλήνων με Τούρκους στην περιοχή του Άργους. Τον Σεπτέμβριο του 1822 υπηρετεί στο Υδραίικο ναυτικό που ναυμαχεί με τον Τουρκικό στόλο στην περιοχή των Σπετσών. Τον Δεκέμβριο του 1822, βρίσκεται στο Μεσολόγγι και συμμετέχει σε μάχες. Το 1824 επιστρέφει στο Μεσολόγγι και υπηρετεί ως επιτελάρχης (adjutant general) του Lord Byron, όπου αναλαμβάνει την ευθύνη να εκπαιδεύσει το Σώμα Σουλιωτών. Μετά τον θάνατο του Byron, ο Gamba ανέθεσε στον Jarvis τη διοίκηση του πυροβολικού και την διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του Byron και των υποχρεώσεών του. Ο Jarvis ανταποκρίθηκε στα καθήκοντα αυτά με μεγάλη  υπευθυνότητα. Κατέβαλε τις αμοιβές των στρατιωτών του Byron, και διένειμε τα περιουσιακά του στοιχεία με ευθύνη στους σωστούς αποδέκτες.

Προσωπικά αντικείμενα του Λόρδου Βύρωνος που πέρασαν από τον George Jarvis στον Samuel Howe, Συλλογή ΕΕΦ

Σημειώνουμε εδώ ότι ο Jarvis είχε υιοθετήσει την ορθή θέση ότι όλοι οι Έλληνες όφειλαν να στηρίζουν την νόμιμη κυβέρνηση, και ότι η πειθαρχία όλων στις πολιτικές της διοίκησης ήταν απαραίτητη για την επιτυχία του αγώνα. Απέφευγε να παίρνει θέση σε εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των Ελλήνων που τον έθλιβαν πολύ, και ήταν αφοσιωμένος στον νόμιμο κυβερνήτη, που ήταν ο Μαυροκορδάτος, και στις επιλογές του. Ακόμη και όταν αυτός συγκρούσθηκε με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι ο Jarvis δεν έλαβε ποτέ για τον εαυτό του μισθό ή χρηματική αμοιβή από το ελληνικό δημόσιο. Ήταν υποδειγματικά ανιδιοτελής και αφοσιωμένος στην Ελλάδα και στους Έλληνες όσο λίγοι την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Εμψύχωνε τους στρατιώτες και ήταν πάντα πρώτος στις μάχες, στις οποίες τραυματίσθηκε μάλιστα πολλές φορές.

Στο Μεσολόγγι, ο Jarvis συμμετείχε μαζί με τον μηχανικό Κοκκίνη στα έργα οχύρωσης της πόλης (και του Αιτωλικού) και έλαβε μέρος στην δεύτερη πολιορκία της. Το φθινόπωρο του 1824, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Ήπειρο, παραμένει οχυρωμένος με 50 άνδρες στην προωθημένη γραμμή στον Κραβασαρά – Μακρυνόρος, με τον χιλίαρχο Καραγιάννη. Στις 26 Οκτωβρίου 1824, υπογράφει με άλλους 8 Έλληνες οπλαρχηγούς επιστολή, στην οποία υπόσχονται να μην εγκαταλείψουν την θέση τους. Η δήλωση αυτή δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά’ που εξέδιδε στο Μεσολόγγι ο άλλος μεγάλος Φιλέλληνας, ο Ελβετός Mayer.

Αργότερα προσέφερε τις υπηρεσίες του και στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ως πολιτικός σύμβουλος.

Χαρακτηριστικό της γενναιότητάς του είναι ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στη φάση μία μάχης στην Τρίπολη. Μετά από έφοδο των Τούρκων ο Jarvis τραυματίσθηκε στον μηρό. Μη μπορώντας να τρέξει, εγκαταλείφθηκε από τους άλλους αγωνιστές και περικυκλώθηκε από έφιππους Τούρκους οι οποίοι επιχειρούσαν με μανία να τον σκοτώσουν. Αυτός όμως, αρνούμενος να υποκύψει γύριζε γύρω γύρω και σημάδευε με το τουφέκι του όποιον πλησίαζε απειλώντας να τον πυροβολήσει. Η γενναιότητά του και ο ηρωισμός του ενεθάρρυνε τους συμπολεμιστές του, οι οποίοι μετά από λίγο επέστρεψαν και τον έσωσαν.

Ο Jarvis είχε λάβει πλέον τον βαθμό του Υποστρατήγου, και είχε σχηματίσει μία ομάδα 45 μαχητών (είναι γνωστά όλα τα ονόματα), τους οποίους είχε εκπαιδεύσει και συντηρούσε ο ίδιος με δικά του έξοδα. Με το σώμα αυτό βρισκόταν πάντα στην πρώτη γραμμή και αναλάμβανε τις πιο δύσκολες αποστολές. Το ίδιο έκανε και όταν εισέβαλε ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Στη μάχη του Νεοκάστρου, όταν υποχώρησαν οι Ελληνικές δυνάμεις, ο Jarvis και οι αγωνιστές του, μετά από μία σκληρή μάχη αιχμαλωτίσθηκαν. Ο Ιμπραήμ ασχολήθηκε προσωπικά με τον Jarvis τον οποίο επιχείρησε να πείσει (μιλώντας μαζί του για μία ώρα στην Γαλλική γλώσσα), να μεταπηδήσει στο στρατόπεδό του, προσφέροντάς του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό ως αμοιβή και διπλό μισθό στους μαχητές του. Όλοι αρνήθηκαν και μάλιστα ο Jarvis βασανίσθηκε και του αφαιρέθηκαν όλα τα προσωπικά είδη. Λίγες ημέρες αργότερα 1000 Έλληνες, και μέσα σε αυτούς ο Jarvis και το σώμα του, ελευθερώθηκαν σε συμφωνία ανταλλαγής αιχμαλώτων ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα. Ο Jarvis έφθασε άρρωστος, τραυματισμένος και σε άθλια κατάσταση στο σπίτι του συμπατριώτη του, φιλέλληνα στρατιωτικού γιατρού, Samuel Howe, o οποίος τον περιέθαλψε. Ο Jarvis είχε αποκομίσει πολλά τραύματα από τη συμμετοχή του αγώνα των Ελλήνων. Είχε όμως απίστευτες αντοχές και ξεπερνούσε τραύματα, στερήσεις και κακουχίες. Έτσι ήταν σύντομα πάλι έτοιμος να αναλάβει δράση για την Ελλάδα.

Στη μάχη του Φαλήρου πολέμησε με τον Γ. Καραϊσκάκη και τον Νικηταρά. Στις 25 Οκτωβρίου 1826, ο Καραϊσκάκης ξεκίνησε την εκστρατεία του στην Αττική. Στη συνοδεία του βρίσκονταν μερικοί φιλέλληνες, μεταξύ των οποίων ήταν ο George Jarvis και ο Γερμανός γιατρός Heinrich Treiber. Ο Jarvis πολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη, στην Αττική, στην Αράχωβα και ήταν δίπλα του μέχρι τον θάνατό του, μαζί με τον Treiber.

O Νικόλαος Κασομούλης, αναφέρεται στα Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833) – Τόμος Β΄, στον Jarvis με τα ακόλουθα σχόλια: «Γεώργιος Ζέρβας (Jarvis) Αμερικανός, προσκολλημένος, ζώντος του Καραϊσκάκη, εις αυτόν, τίμιος νέος και με γνώσεις, ενθουσιασμένος να ευρίσκεται με τούτο το σώμα. Απέθανεν εις Αργος. Αδιάφορος από τας αντιζηλίας μας. Εχαίρετο όλων την αγάπη.».

Στους Έλληνες που τον περιέβαλαν με αγάπη, ήταν γνωστός ως ο «Καπετάν Γιώργης ο Αμερικάνος» ή «Ζέρβης» ή «Ζέρβας».

Από το 1827 και μετά, ο Jarvis ανέλαβε, σε συνεργασία με τον, άλλο Αμερικανό φιλέλληνα, Jonathan Peckam Miller, την οργάνωση της διανομής της βοήθειας σε τρόφιμα, ρουχισμό και φάρμακα, που έστελναν τα Φιλελληνικά κομιτάτα των ΗΠΑ στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος.

Ο Jarvis πέθανε στο Άργος στις 11 Αυγούστου του 1828 σε ηλικία 31 χρονών και ενταφιάστηκε στο προαύλιο του Αγίου Ιωάννη.

Ο ναός του Αγίου Ιωάννου στο Άργος

Τα αιτία του θανάτου του δεν είναι σαφή. Άλλες πηγές αναφέρουν ως αιτία τον τέτανο, άλλες τον τύφο. Αυτή είναι η πιθανότερη εκδοχή, σύμφωνα με έγγραφο της Επαρχιακής Δημογεροντίας του Άργους με ημερομηνία 18 Δεκεμβρίου 1828 προς τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας, στο οποίο αναφέρεται, «[…]η ασθένειά του, ήτον, καθ’ ας πληροφορίας ελάβομεν παρά των ιατρών, τύφος». Η Γενική Εφημερίς του κράτους έγραψε ότι πέθανε από ασθένεια και ότι κηδεύθηκε με τιμές αντιστράτηγου.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ένας μεγάλος και σεμνός ήρωας προσέφερε τη ζωή του στην Ελλάδα και τον αγώνα της ανεξαρτησίας. Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Jarvis, οι συγγενείς του ζήτησαν να διαθέσουν την περιουσία που είχε αφήσει στην Ελλάδα. Έθεσαν ως προϋπόθεση να τακτοποιηθούν προηγουμένως ενδεχόμενες οικονομικές εκκρεμότητες που μπορεί να είχε αφήσει ο Jarvis.  Έτσι, δημοσίευσαν ανακοίνωση στις εφημερίδες, με την οποία καλούσαν όποιον είχε κάποια απαίτηση να παρουσιάσει τα στοιχεία και τις αποδείξεις που διέθετε στον «διορισμένο διαιτητή δια λογαριασμόν του μακαρίτου».

Η στάση αυτή μοναδικής ευπρέπειας, τιμιότητας και ήθους, δείχνει την ποιότητα του οικογενειακού περιβάλλοντος που είχε διαμορφώσει τον χαρακτήρα αυτού του μεγάλου ανδρός, του ήρωα που θυσίασε την περιουσία του, την καριέρα του και την ζωή του στον αγώνα για την Ανεξαρτησία της Ελλάδας.

 

«Θυμηθείτε με! Φίλοι μου,

Ποιος μένει εδώ για την Ελευθερία,

Στις ελληνικές θάλασσες, στις ελληνικές πεδιάδες,

Να σπάσει τις πιο άδοξες αλυσίδες,

Και ζητά ανθρωπιά».

George Jarvis

 

“Remember me! My friends,

Who here from freedom’s cause remains,

In Grecian seas, in Grecian plains,

To break the most inglorious chains,

And seeks humanity.”

George Jarvis        

 

ΒιβλιογραφίαΠηγές

  • Αλεξανδρής Κωνσταντίνος, Η συμβολή του Ελληνικού Ναυτικού εις τον υπέρ Ανεξαρτησίας ιερόν Αγώνα, Παρνασσός, τ. 15, 1921.
  • Άννινος Μπάμπης, Οι φιλέλληνες του 1821, Αθήναι, 1967.
  • Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. ΣΤ’, «Η εσωτερική κρίση 1822-1825», Θεσσαλονίκη,
  • Βήτας Αχ., Ο Αμερικανικός Φιλελληνισμός στην Ελληνική Επανάσταση, Αθήνα, 1960.
  • Booras Harris, Hellenic Independence and America’s Contribution to the Cause, Rutland, 1934.
  • Dakin D., British and American Philhellenes during the War of Greek Independence, 1821-1833, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Thessaloniki, 1955.
  • Θ. Βαγενάς και Ε. Δημητρακοπούλου, Αμερικανοί Φιλέλληνες, Αθήνα, 1949.
  • Δρακάκης Ανδρ., «Η πειρατεία εις τας Κυκλάδας κατά την Επανάστασιν του 1821», Μνημοσύνη, τ. Ε’ 1974-1975.
  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Τρεις Φιλέλληνες στην Αργολίδα. Νέα και ανέκδοτα στοιχεία για τους Τζώρτζ Τζάρβις, Πέτρο Μπελλίνο και Μπονιφάτσιο Μποναφίν», Σελ. 155-160, Ανάτυπον από τα Ναυπλιακά Ανάλεκτα, Τόμος ΙΙΙ, 1998, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.
  • Τωμαδάκης Ν.Β., Περί των αιτίων του Φιλελληνισμού, Αθήνα, τ. 59, 1955.
  • Zimmerman Carl R., Philhellenism in the American Press during the Greek Revolution, Neo-Hellenica, t. II, 1975.
  • Jarvis George, Letters from Greece, Γεννάδειος, Ind. 756.
  • George Jarvis, His Journal and Related Documents, 1965. Edited with introduction, prologues, sequel and notes by George Georgiades Arnakis Eurydice Demetracopoulou, Americans in the Greek Revolution, I. 314pp, 8 plates, card covers, Institute for Balkan Studies, Thessaloniki, 1965.
  • William Miller, «The Journals of Finlay and Jarvis», The English Historical Review, Vol. 41, n° 164, October, 1926.
  • Samuel Gridley Howe, Historical Sketch of the Greek Revolution, M.D. New York, 1828.
  • Samuel Gridley Howe, Letters and Journals, Boston and London, 1906.

Πορτραίτο του Φαβιέρου που εικονογράφησε ο Γερμανός φιλέλληνας Karl Krazeisen, Συλλογή ΕΕΦ

O Συνταγματάρχης Κάρολος – Νικόλαος Φαβιέρος (Charles – Nicolas Fabvier) παραμένει αναμφισβήτητα ο πιο σημαντικός ανάμεσα στους Γάλλους Φιλέλληνες που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση.

Γεννήθηκε το 1782 στην πόλη Pont-à-Mousson της Γαλλίας. Προερχόταν από οικογένεια νομικών με ευγενή καταγωγή και είχε αποκτήσει τον τίτλο του βαρόνου. Ο πατέρας του ονομαζόταν Jean-Charles και η μητέρα του Anne-Christine Richard. Αποφοίτησε από την Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού το 1804 ως αξιωματικός του Πυροβολικού και συμμετείχε στους ναπολεόντειους πολέμους. Το 1806-1807 πολέμησε στη Δαλματία μαζί με τον Στρατάρχη Marmont. Ακολούθως, στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το 1808 στην Περσία, προκειμένου να οργανώσει τον Περσικό στρατό. Το 1811 πολέμησε στον στρατό του Ναπολέοντος μαζί με τις μονάδες των Πολωνών και τον αξιωματικό Poniatovski. Την περίοδο αυτή τραυματίστηκε.

Το ίδιο έτος επέστρεψε στη Γαλλία, εντάχθηκε εκ νέου στον Γαλλικό στρατό με τον βαθμό του λοχαγού, και χρίσθηκε υπασπιστής του Στρατάρχη Marmont, στο πλευρό του οποίου συμμετείχε στην εκστρατεία στην Ισπανία. Το 1812 πολέμησε με τη Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα στη Ρωσία, όπου τραυματίστηκε και πάλι. Στη συνέχεια, έλαβε μέρος στην εκστρατεία του 1813, πάλι στο πλευρό του Marmont, όπου διακρίθηκε για τη γενναιότητα του και προήχθη στον βαθμό του Συνταγματάρχη σε ηλικία μόλις 31 ετών. Το 1814, ο Ναπολέων τον τίμησε με το μετάλλιο του Ταξιάρχη της Λεγεώνας της Τιμής. Ήταν μάλιστα ο νεότερος που έλαβε ποτέ το μετάλλιο αυτό. Παράλληλα, ο Ναπολέων του ανέθεσε να υπογράψει την παράδοση της πόλης του Παρισιού στους αντιπάλους του της Ιεράς Συμμαχίας.

Έκτοτε, παρέμεινε στη Γαλλία. Από το 1817 μέχρι και το 1823, συμμετείχε σταδιακά και ενεργά σε συνωμοσίες εναντίον του καθεστώτος των Βουρβόνων, για τις οποίες τιμωρήθηκε. Το 1818 τέθηκε εκτός υπηρεσίας, όπως οι περισσότεροι αξιωματικοί του ναπολεόντειου στρατού. Το 1820 συμμετείχε σε μια ακόμη αποτυχημένη εξέγερση κατά των Βουρβόνων, γεγονός που επέφερε την καταδίκη του. Το ίδιο  επαναλήφθηκε και το 1822. Το έτος αυτό συνδέθηκε με την μυστική οργάνωση των καρμπονάρων, μέλη της οποίας υπήρξαν και επιφανείς Έλληνες που διέμεναν στην Ιταλία. Ακολούθως, μετέβη στην Ισπανία και έλαβε μέρος στην επανάσταση κατά του μοναρχικού καθεστώτος. Κυνηγημένος από τη γαλλική αστυνομία, βρήκε καταφύγιο στην Αγγλία, και από εκεί ταξίδευσε στην Ελλάδα.

Λιθογραφία με πορτραίτο του Φαβιέρου, Συλλογή ΕΕΦ

Ο Φαβιέρος ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στα τέλη του 1823 με το ψευδώνυμο «Borel». Ο βιογράφος του, Debidour, αναφέρει ότι από εκείνη τη στιγμή ο Φαβιέρος άρχισε να μαθαίνει την ελληνική γλώσσα την οποία είχε διδαχθεί στην αρχαία της μορφή στην παιδική του ηλικία. Αποβιβάσθηκε στο Ναβαρίνο με στόχο να εξετάσει τις συνθήκες και να επιχειρήσει να δημιουργήσει «μια γεωργική και βιομηχανική αποικία» για τους εξόριστους συντρόφους του. Δηλαδή, τους βοναπαρτιστές Γάλλους και Ιταλούς που είχαν σε πρώτη φάση καταφύγει κυρίως στην Ισπανία και την Αγγλία.

Στην Ελλάδα συνεργάσθηκε με τις Ελληνικές δυνάμεις, και μάλιστα συμμετείχε στην μάχη για την κατάληψη του φρουρίου της Κορώνης, η οποία απέτυχε. Στη συνέχεια ταξίδευσε σε όλη την χώρα, μυστικά, για να καταλήξει τελικά στο Ναύπλιο, το 1825.

Η Ελληνική Κυβέρνηση ενέκρινε τα σχέδιό του για την οργάνωση αποικίας, και του παραχώρησε μια έκταση 3.000 με 4.000 εκταρίων (30.000 – 40.000 στρέμματα), για τη δημιουργία της. Μάλιστα συμφωνήθηκε ένα τίμημα και ορίσθηκε ότι η πρώτη δόση έπρεπε να καταβληθεί την 1η Ιανουαρίου 1826. Παράλληλα, ο Φαβιέρος ανέλαβε να καταρτίσει ένα πρόγραμμα, σκοπός του οποίου ήταν να μυήσει τους Έλληνες στις σύγχρονες τεχνικές της γεωργίας και της βιομηχανίας. Ο στόχος ήταν να μπορέσει η Ελλάδα να παράγει προϊόντα τα οποία μέχρι τότε εισήγαγε από το εξωτερικό. Επιπλέον, ο Φαβιέρος ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει ολοκληρωμένη στρατιωτική βοήθεια, να συμβάλει στην κατασκευή οπλοστασίων και οχυρωματικών έργων, να προσφέρει εκπαίδευση στρατιωτικής τακτικής και να εγκαθιδρύσει μια στρατιωτική ακαδημία.

Η κρισιμότητα της κατάστασης, οι διαρκείς συγκρούσεις στην Ελλάδα, και στη συνέχεια η άφιξη του τουρκο-αιγυπτιακών στρατευμάτων, δεν επέτρεψαν την υλοποίηση του πρώτου σχεδίου. Προχώρησε όμως η οργάνωση του στρατού. Ο Φαβιέρος μετέβη και πάλι στην Ευρώπη προκειμένου να συνεννοηθεί με τα Φιλελληνικά Κομιτάτα, να συγκεντρώσει χρήματα από τους Γάλλους υποστηρικτές της Ελληνικής Επανάστασης, να στρατολογήσει εθελοντές και να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες για τη μετάβασή τους στην Ελλάδα. Την περίοδο αυτή, η γαλλική μυστική αστυνομία τον παρακολουθούσε στενά. Χάρη στις προτροπές του Φαβιέρου, ένα πλήθος από στρατιωτικούς της Γαλλικής Επανάστασης, κυρίως βοναπαρτιστές, κατέφθασαν στην Ελλάδα κατά τα έτη 1824 και 1825. Οι Φιλέλληνες αυτοί ξεχώριζαν από τους προηγούμενους συναδέλφους τους, από το γεγονός ότι σχεδόν όλοι ήταν αξιωματικοί μιας ορισμένης ηλικίας με μεγάλη στρατιωτική πείρα στα θέατρα της μάχης και όχι ρομαντικοί σπουδαστές.

Το 1825 ο Φαβιέρος μετέβη εκ νέου στην Αγγλία για λίγο καιρό για να ολοκληρώσει τις επαφές του, και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα την εποχή που ο Ιμπραήμ είχε ήδη φθάσει στην Πελοπόννησο. Η Ελληνική Κυβέρνηση είδε στο πρόσωπο του Φαβιέρου το άτομο εκείνο που ήταν κατάλληλο και έμπειρο προκειμένου να οργανώσει ένα Τακτικό Στρατό ανάλογο με αυτόν του Ιμπραήμ. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Φαβιέρος ανέλαβε τη διοίκηση, καθώς και την εκπαίδευση του τακτικού στρατεύματος (την οποία είχε μέχρι τότε ο Συνταγματάρχης Παναγιώτης Ρόδιος), στο Ναύπλιο, στις 30 Ιουλίου 1825. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι πριν τον Ρόδιο, την ευθύνη είχε ο άλλος μεγάλος Γάλλος φιλέλλην, Joseph Baleste .

Στη συνέχεια, και χάρη στη στρατολόγηση ενός μεγάλου αριθμού εθελοντών από την Ελλάδα, άλλα και την άφιξη αρκετών νέων Ελλήνων και Φιλελλήνων που κατέφθαναν από την Ευρώπη, σχηματίσθηκαν δύο τάγματα. Καθένα εκ των οποίων αποτελείτο από τέσσερεις λόχους. Στο Τακτικό αυτό Σώμα εντάχθηκε επίσης ένα μικρό τμήμα Ιππικού κι ένα τμήμα Πυροβολικού. Επίσης οργανώθηκε και μία μικρή μουσική μπάντα. Παράλληλα, από τον Σεπτέμβριο του 1825, άρχισε να λειτουργεί στο Ναύπλιο ένα οπλοστάσιο, το οποίο ήταν επιφορτισμένο με την επισκευή των παλαιών τυφεκίων και πυροβόλων, αλλά και με την κατασκευή οπλισμού και οβίδων προς χρήση του Πυροβολικού. Επιπλέον, παραγγελθήκαν στολές και οπλισμός από το εξωτερικό.

Τιμητικό χάλκινο μετάλλιο του 1828, του καλλιτέχνη David d’Anger, με κεφαλή του Φαβιέρου, Συλλογή ΕΕΦ

Χειρόγραφη επιστολή του Φαβιέρου που πιστοποιεί το έργο και τη συμβολή του Φινλανδού φιλέλληνα Myhrberg, August Maximilian (1797-1867), Συλλογή ΕΕΦ. Ο Φαβιέρος τον αναφέρει ως γενναίο άνδρα, ανιδιοτελή, που υπηρέτησε στο ιππικό του Τακτικού Σώματος με τον βαθμό του Λοχαγού.

Στις 5 Οκτωβρίου 1825, ο Φαβιέρος και το Τακτικό Σώμα του, με εξαίρεση ένα τάγμα το οποίο έμεινε στο Ναύπλιο ως τάγμα φρουράς, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Άμα τη αφίξει του, ο Φαβιέρος κυκλοφόρησε προκήρυξη προς τους κατοίκους της πόλης στην οποία υπογράμμιζε την αξία του Τακτικού Σώματος και τους παρακινούσε να καταταγούν στον στρατό. Σύντομα, η δύναμη του στρατεύματος ανήλθε στους 4.000 άνδρες, γεγονός που οδήγησε τον Φαβιέρο στην αύξηση της δύναμης των υφιστάμενων ταγμάτων και στη συγκρότηση νέων. Χάρη στη διοίκηση του Φαβιέρου, το Τακτικό Σώμα ασκείτο συστηματικά από φιλέλληνες αξιωματικούς, ακολουθώντας το γαλλικό πρότυπο ασκήσεων και κατάφερε να καταστεί αξιόμαχο μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Οι αξιωματικοί προάγονταν ύστερα από εισήγηση του Φαβιέρου, κατ’ αρχαιότητα ή κατ’ επιλογή γι’αυτούς που θα διακρίνονταν στην υπηρεσία τους. Η ιεραρχία των βαθμών ήταν η γαλλική. Ο Φαβιέρος επιθεωρούσε  όλο το Σώμα και σύμφωνα με τον Χρήστο Βυζάντιο, μεριμνούσε για τα πάντα.

Λιθογραφία με τον Φαβιέρο και αναφορά στον αγώνα του υπέρ των Ελλήνων, Συλλογή ΕΕΦ

Τον Σεπτέμβριο του 1825, ο Φαβιέρος με τον Τακτικό Στρατό πήρε μέρος στις πολιορκία της Τριπολιτσάς (την οποία είχε καταλάβει ο Ιμπραήμ). Κατά τα τέλη του Οκτωβρίου, ο Τακτικός Στρατός έλαβε μέρος σε εκστρατεία στις Σπέτσες. Το επόμενο έτος εξαντλήθηκαν οι οικονομικοί πόροι, και το Τακτικό Σώμα αντιμετώπισε προβλήματα στην συντήρησή του. Την περίοδο αυτή το Σώμα συμμετείχε σε μία εκστρατεία στην Κάρυστο, η οποία τελικά απέτυχε. Η έλλειψη πόρων, οι απώλειες λόγω των στρατιωτικών επιχειρήσεων, των ασθενειών και της λιποταξίας, οδήγησαν σε μείωση της δύναμης του Σώματος. Έτσι ο Φαβιέρος προχώρησε στην αναδιοργάνωσή του, στις 20 Ιουλίου 1826. Ακολούθως, το Σώμα έλαβε μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή της Αττικής υπό την ανώτατη διοίκηση του Καραϊσκάκη. Ενδεικτική της συνεργασίας αυτήν την περίοδο, είναι μία επιστολή που απευθύνει στον τελευταίο ο Φαβιέρος στις 12 Οκτωβρίου 1826 και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα.

Στη μάχη στο Χαϊδάρι, το Τακτικό Σώμα πολέμησε γενναία. Μετά από αυτό, το Σώμα εγκαταστάθηκε στα Μέθανα, όπου ο Φαβιέρος οργάνωσε μόνιμες εγκαταστάσεις για τη διαμονή και την εκπαίδευση των στρατιωτών τις οποίες ονόμασε «Τακτικούπολη».

Το Οχυρό Τακτικούπολη, έχει κτισθεί από τον Φαβιέρο το 1826 στον λόφο του στενού των Μεθάνων, στη στενή λωρίδα γης που συνδέει τα Μέθανα με την Πελοπόννησο. Το Οχυρό κτίσθηκε στα ερείπια αρχαίας οχύρωσης του 5ου αιώνα π.Χ. του Αθηναίου στρατηγού Νικία.

Η βασική, και πιο ηρωική πράξη του Τακτικού Σώματος, ήταν τον Δεκέμβριο του 1826, η ενίσχυση της φρουράς της Ακροπόλεως την οποία απειλούσε και πολιορκούσε τότε ο Ρεσχίδ Πασάς. Ο Συνταγματάρχης Φαβιέρος, επικεφαλής 650 ανδρών, τη νύκτα της 13ης Δεκεμβρίου, κατάφερε να σπάσει τον αποκλεισμό και να ενισχύσει τη φρουρά της Ακρόπολης με άνδρες και πολεμοφόδια. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης αυτής, κινδύνευσε η ζωή του, καθώς προσβλήθηκε από τύφο. Αυτή η τολμηρή πράξη, η οποία παρέτεινε για τέσσερις μήνες την άμυνα της Ακρόπολης, είχε πολύτιμη αξία για την επιτυχή έκβαση της Επανάστασης, καθώς η αντίσταση στην Ακρόπολη διευκόλυνε τις εξελίξεις στο διπλωματικό πεδίο που κατέληξαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, ναυμαχία εξαιρετικά σημαντική για την ιστορία του Ελληνικού έθνους.

Εφημερίδα της ALLGEMEINE ZEITUNG αριθμός 70, 11 Μαρτίου 1827, Συλλογή ΕΕΦ. «Η Ακρόπολη πολιορκείται απ’ τον Ρεσχίδ Πασά. Ο Φαβιέρος αμύνεται. Ο Δεριγνύ στέλνει στην Αίγινα αγγλικό πολεμικό πλοίο να παραλάβει, αν χρειασθεί, το Φαβιέρο».

Εφημερίδα της ALLGEMEINE ZEITUNG μαζί με BEILAGE, No 71, 12 Μαρτίου 1827. «Πολιορκία της Ακρόπολης από τους Τούρκους. Ο υπερασπιστής της Φαβιέρος σε δεινή θέση. Έχει χάσει πολλούς υπερασπιστές φιλέλληνες και τον επικεφαλής του τάγματος, τον Ρόμπερτ. Ο Βούρβαχης συγκεντρώνει στρατό για να τον βοηθήσει».

Παρά τις προσπάθειες της Κυβέρνησης, η κατάσταση του Τακτικού Σώματος το 1827 δεν βελτιώθηκε καθόλου. Η δύναμή του μειωνόταν συνεχώς, εξαιτίας της έλλειψης πόρων και μέσων, και κυρίως λόγω του ασταθούς πολιτικού κλίματος που επικρατούσε στην Ελλάδα. Ο Φαβιέρος, προκειμένου να αποφύγει την ολοκληρωτική διάλυση του στρατού, δέχθηκε πρόταση των Προεστών της Χίου να οργανώσει μία εκστρατεία για την απελευθέρωση του νησιού. Η άφιξη του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, βρήκε επομένως το Τακτικό Σώμα να πολεμά στη Χίο. Δυστυχώς, η εκστρατεία αυτή απέτυχε και το Τακτικό Σώμα επέστρεψε στα Μέθανα. Οι λόγοι της αποτυχίας, όπως και στην περίπτωση της Καρύστου, είναι πολλοί. Κυρίως η κακή συνεργασία μεταξύ του Τακτικού Σώματος και των ατάκτων, και η έλλειψη συντονισμού. Ακόμη, στην περίπτωση της Χίου διεκόπη και η τροφοδοσία (ο Μιαούλης ήταν απασχολημένος με την καταπολέμηση της πειρατείας και δεν ήταν σε θέση να τους συνδράμει από θαλάσσης). Παράλληλα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, ήταν δύσκολο να ενταχθεί η Χίος στις διεκδικήσεις των Ελλήνων για τα σύνορα του μελλοντικού Ελληνικού κράτους. Ο Φαβιέρος κατηγορήθηκε ότι ανέλαβε μια άσκοπη πολεμική επιχείρηση, και μάλιστα παράνομη, και οδηγήθηκε σε δίκη.

Η αποτυχία αυτή ήταν η πρώτη αφορμή για να τεθούν σε δοκιμασία οι σχέσεις ανάμεσα στον Φαβιέρο και τον νέο Κυβερνήτη, παρότι στην αρχή αυτές φαίνονταν αρκετά φιλικές. Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας είχε διαφορετικές απόψεις για τον χαρακτήρα του στρατού, ενώ φαίνεται ότι τον ενοχλούσαν οι φιλελεύθερες πεποιθήσεις του Φαβιέρου. Η κατάσταση αυτή ενόχλησε τον Φαβιέρο, ο οποίος υπέβαλε την παραίτησή του στις 22 Μαΐου 1828. Η διαφωνία αυτή οξύνθηκε όταν ο Φαβιέρος επέστρεψε αργότερα στην Ελλάδα με το Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα του Μοριά, και ζήτησε να του ανατεθεί εκ νέου η αρχηγία του Τακτικού Στρατού. Ο Καποδίστριας απέρριψε τις προτάσεις του και ο Φαβιέρος, απογοητευμένος, εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα για τη Γαλλία στις αρχές του 1829, παίρνοντας μαζί του και τον Έλληνα υπηρέτη του, έναν δεκανέα ονόματι Θηραμένη.

Ιδιαίτερα σημαντική επιστολή που απευθύνει ο μεγάλος Γάλλος ευγενής, αξιωματικός και πολιτικός Μαρκήσιος Marie-Joseph de LAFAYETTE (1757-1834), ήρωας της Αμερικανικής Επανάστασης, φιλελεύθερος και φιλέλληνας.
Την επιστολή την απευθύνει προς την Madame Moliere [σύζυγο αξιωματικού του επιτελείου του Φαβιέρου] από το Παρίσι, στις 27 Μαΐου 1828. Αναφέρεται στην αποτυχία της επιχείρησης στην Χίο.

Στη Γαλλία, το 1830, ο Φαβιέρος συμμετείχε στην Ιουλιανή Επανάσταση και κατόπιν, έγινε φρούραρχος στο Παρίσι. Το 1831, παντρεύτηκε την Ισπανίδα Maria de las Nieves-Catherine Martinez de Harvas, με την οποία απέκτησε έναν υιό, τον Louis-Eugène, το ίδιο έτος. Το 1839 έγινε Γενικός Επιθεωρητής του Γαλλικού στρατού, το 1845 μέλος της γαλλικής εθνοσυνέλευσης και το 1849 βουλευτής της Meurthe. Τέθηκε σε αποστρατεία το 1848, και ορίσθηκε πρέσβυς στην Κωνσταντινούπολη και εν συνεχεία στη Δανία. Το 1851 αποσύρθηκε οριστικά από τον δημόσιο βίο. Πέθανε το 1855 στο Παρίσι, έχοντας αποκομίσει έντεκα πληγές στο κορμί του από τη συμμετοχή του σε μάχες κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Στην Ελλάδα, η Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τον ανακήρυξε Έλληνα πολίτη και ο βασιλέας Όθων τον τίμησε με τον Μεγάλο Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος. Την ημέρα του θανάτου του, 15 Σεπτεμβρίου 1855, επιβλήθηκε πένθος τριών ημερών στον Ελληνικό Στρατό και η Ακρόπολη φωταγωγήθηκε ανάλογα. Επιπλέον, το Ελληνικό κράτος έθεσε σε κυκλοφορία αναμνηστικά μετάλλια και γραμματόσημα εξ αφορμής της εκατονταετηρίδας από την ηρωική μάχη στην Ακρόπολη.

Αναμνηστικό μετάλλιο για τα 100 χρόνια από την ηρωική μάχη στην Ακρόπολη, Συλλογή ΕΕΦ

Για την πλειονότητα των Ελλήνων ιστορικών, ο Συνταγματάρχης Φαβιέρος παραμένει μια σύνθετη και πολύπλοκη προσωπικότητα. Παρά τις αντιφατικές απόψεις τους, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ήταν άνδρας μεγάλης πολεμικής πείρας, θαρραλέος και γενναίος αξιωματικός, που διέθετε οργανωτικό ταλέντο. Αγνοούσε όμως εν μέρει τη μέθοδο και τις τεχνικές πολέμου των οπλαρχηγών, οι οποίοι αρνούνταν να ενταχθούν στον Τακτικό Στρατό και απέφευγαν τη συνεργασία και τον συντονισμό μαζί του. Πράγμα που δημιουργούσε μία σοβαρή δυσλειτουργία.

Ο Φαβιέρος πάντως αναγνώριζε την γενναιότητα των Ελλήνων οπλαρχηγών, ενώ από την άλλη, πολλοί οπλαρχηγοί κατανοούσαν το πρόβλημα αυτό. Είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη: «Καθίσαμεν καμπόσο εἰς τὴ Νύδρα. Μὄδωσαν ἕνα καλὸ ἀποδειχτικὸν κι᾿ ἄλλο διὰ τὰ χρήματά μου, πῆρα κι᾿ ἀπ᾿ οὕλους τοὺς στρατιῶτες ὁποῦ τἄλαβαν ἐξ ἰδίων μου καὶ σηκώθηκα καὶ πῆγα εἰς τὴν Διοίκηση καὶ τῆς εἶπα ὅτι θὰ διαλύσω τὸ σῶμα μου καὶ θὰ μπῶ εἰς τὸ ταχτικὸν ἁπλὸς στρατιώτης (μ᾿ εἶχαν κάμη καὶ στρατηγόν). Τοὺς εἶπα: ‘’Ἡ πατρὶς χωρὶς ταχτικὸν δὲν πάγει ὀμπρὸς καὶ θὰ μπῶ ῾σ αὐτό’’. Πάσκισαν, δὲν μπόρεσαν νὰ μὲ βαστήξουν. Πέταξα τὸν βαθμό μου καὶ διάλυσα τὸ σῶμα μου· πῆρα καμπόσους ἀξιωματικούς μου νὰ πάγω εἰς τὴν Ἀθήνα, ὁποὖναι ὁ Φαβγές (Φαβιέρος), νὰ γυμναστῶ ὡς ἁπλὸς στρατιώτης».

Ο μεγάλος Γάλλος φιλέλληνας ήταν ένας ειλικρινής και ανιδιοτελής φίλος της Ελλάδας, εμπνευσμένος από τις αξίες του Ελληνικού πολιτισμού, υπόδειγμα ηγέτη, που ασκούσε τα καθήκοντά του με δικαιοσύνη, ευσυνειδησία και γενναιοφροσύνη. Είχε ισχυρό χαρακτήρα, πείσμα και επιμονή. Λάμβανε πάντα μέριμνα για τους στρατιώτες του, καθώς τους αγαπούσε πολύ, όπως καταμαρτυρεί τόσο ο Χρήστος Βυζάντιος, όσο και ο Henri Fornèsy. Την ίδια εκτίμηση εκφράζει και ο Victor Hugo όταν περιγράφει τον Φαβιέρο μέσα στη Γαλλική εθνοσυνέλευση στο έργο του Choses Vues. Όπως αναφέρει ο Hugo, οι στρατιώτες του τον έβλεπαν όχι σαν αρχηγό, άλλα σαν θεό. Μάλιστα του αφιερώνει κι ένα ποίημα στη συλλογή του Orientales. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Φαβιέρος φόρεσε από την πρώτη στιγμή φουστανέλα και μαντήλι τυλιγμένο στο κεφάλι, παρόμοιο εκείνων που φορούσαν οι Έλληνες στρατηγοί Νικηταράς και Μακρυγιάννης. Ο Φαβιέρος γενικά είχε προσαρμοσθεί τόσο πολύ στη ζωή των Ελλήνων αγωνιστών, ώστε όταν τον έβλεπαν άγνωστοι δεν μπορούσαν πιστέψουν ότι δεν ήταν Έλληνας.

Η βαθιά αγάπη του Φαβιέρου για τους στρατιώτες του φαίνεται και από το γεγονός ότι τους αποκαλούσε «παιδιά του» και κατ’ επέκταση, οι στρατιώτες του τον αποκαλούσαν «πατέρα». Αυτό καταγράφεται σε πολλές επιστολές που έχουν σωθεί και απευθύνονται στον Φαβιέρο το 1840. Άλλες επιστολές του, διάσπαρτες στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, μαρτυρούν τη μέριμνά του για τον φτωχό ελληνικό πληθυσμό και την ασφάλεια των κατοίκων των διάφορων ελληνικών πόλεων. Ακόμη και μετά την αναχώρησή του και μέχρι τον θάνατό του δεν έπαψε, να αγαπά την Ελλάδα και να την υπερασπίζεται σε κάθε ευκαιρία.

Σε ανάμνηση της μάχης στην Αττική κατά την πολιορκίας της Ακροπόλεως, τοποθετήθηκε στο προαύλιο του Ωδείου Ηρώδου του Αττικού, μια στήλη η οποία τιμά τη δράση του Φαβιέρου και του υπαρχηγού του ταγματάρχη Ροβέρτο, που φονεύθηκε κατά την είσοδο στην Ακρόπολη. Η στήλη έχει χαραγμένες στις δύο πλευρές της τις εξής αναφορές:

«ΤΩ, ΦΑΒΙΕΡΩ, ΠΡΟΜΑΧΩ, ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ Η ΕΛΛΑΣ 1826 – 1926»

«ΕΙΣ ΤΟΝ ΗΡΩΙΚΟΝ ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΝ ΦΡΑΓΚ. ΡΟΒΕΡΤΟΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΤ ΑΥΤΟΥ ΘΑΝΟΝΤΑΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑΣ Η ΕΛΛΑΣ 1826 – 1926».

Τιμητικό χάλκινο μετάλλιο του 1829, επί Καποδίστρια, του καλλιτέχνη Stempel von Peuvrier, με κεφαλή του Φαβιέρου και την επιγραφή ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, Συλλογή ΕΕΦ

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Debidour Antonin, Le général Fabvier, sa vie militaire et politique, εκδ. Plon-Nourrit et Cie, Παρίσι
  • Le Spectateur Militaire, Recueil de science, d’art et d’histoire militaires, 27e volume, XXVII, quatorzième année, Παρίσι, Noirot, 15 avril 1839, σελ. 552-556.
  • Œuvres Complètes de Victor Hugo, Choses Vues I, A la Chambre des Pairs, 1846-1848, Παρίσι, Imprimerie Nationale, 1913.
  • Pellion Jean Pierre, La Grèce et les Capodistrias pendant l’occupation française de 1828 à 1834, Librairie Militaire, Παρίσι
  • St-Clair William, That Greece might still be free – The Philhellenes in the War of Independence, τ. 1, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο-Νέα Υόρκη
  • Victor Hugo, Orientales, “Enthousiasme” 1827.
  • Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας, «Φαβιέρος Κάρολος (1782-1855)» διαθέσιμο στην ιστοσελίδα http://argolikivivliothiki.gr,
  • Βυζάντιος Σ. Χρήστος, Ιστορία του Τακτικού Στρατού της Ελλάδος από της πρώτης συστάσεώς του κατά το 1821 μέχρι των 1832, εκδ. Κ. Ράλλης, Αθήνα 1837.
  • Βυζάντιος Σ. Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, εκδ. Κ. Αντωνιάδης, Αθήνα 1874.
  • Βυζάντιος Σ. Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, χ.ε., Αθήνα 1901.
  • ΓΑΚ, Συλλογή Βλαχογιάννη, κατηγορία Ε, κυτίο 5, αρ. 885, Αρχείο Καραϊσκάκη (Γράμμα εκ της Ακροπόλεως).
  • Εκατονταετηρίς Φαβιέρου 1826-1926, Εν Αθήναις, Τυπογραφείον «Εστία», 1927.
  • Θεμελή-Κατηφόρη Δέσποινα, Το γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα στην περίοδο του Καποδίστρια, 1828-1831, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1985.
  • Ιστορία της οργανώσεως του Ελληνικού Στρατού, 1821-1954, εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα 1955.
  • Ιστορία του Ελληνικού Στρατού, 1821-1997, εκδ. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αθήνα 1997.
  • Καρατζάς Γεώργιος, «Ο Φιλέλλην Φαβιέρος και ο Τακτικός Στρατός επί Επαναστάσεως», περιοδικό Εστία, τ. 7, τεύχ. 159 (14 Ιανουαρίου 1879), σσ. 17-22.
  • Κρεμμυδάς Βασίλης, «Ο Γαλλικός Στρατός στην Πελοπόννησο. Συμβολή στην ιστορία της Καποδιστριακής περιόδου», Πελοποννησιακά, τ. ΙΒ΄ (1976-1977), σσ. 75-102.
  • Λουκάτος Σπυρίδων, «Ιω. Καποδίστριας και Καρ. Φαβιέρος», Μνημοσύνη, Τόμος Β’, Αθήνα, 1968-1969, σσ. 217-277.
  • Μονόφυλλα του Αγώνος, 1821-1827 – Προκηρύξεις, θεσπίσματα, διατάγματα, τ. 1, πρόλογος: Ιωάννης Α. Μελετόπουλος, εισαγωγικό κείμενο: Ιωάννης Κ. Μαζαράκης Αινιάν, εκδ. ΙΕΕΕ, Αθήνα 1973.
  • Σπηλιάδης Νικόλαος, Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την νέαν ελληνικήν ιστορίαν (1821-1843), τ. 1-2, εκδ. Παναγιώτου Φ. Χριστοπούλου, Αθήνα 1972.
  • Φορνέζι Ερρίκος, Το μνημείον των Φιλελλήνων, εκδ. Χ. Κοσμαδάκης & σία, Αθήνα 1968 [Απομνημονεύματα αγωνιστών του ΄21, τ. 20].