Étienne-Marin Bailly, λιθογραφία 19ου αιώνος, συλλογή ΕΕΦ

O Étienne-Marin Bailly, είναι ένας σημαντικός Γάλλος Φιλέλληνας ιατρός που συνέδραμε καθοριστικά με το έργο του τον Αγώνα των Ελλήνων.

Γεννήθηκε το 1795 στο Blois, σπούδασε ιατρική και υπήρξε προσωπικός ιατρός, φίλος και συνεργάτης του Γάλλου φιλοσόφου Saint-Simon. Παράλληλα, ήταν συγγραφέας διαφόρων μελετών φιλοσοφικού και ιατρικού περιεχομένου.

Έφθασε στο Ναύπλιο τον Σεπτέμβριο του 1825 προκειμένου να παράσχει τις ιατρικές γνώσεις του στους επαναστατημένους Έλληνες. Συγκεκριμένα, ο Bailly, στάλθηκε από τη Γαλλία, με σκοπό να «διευθύνει τον φαρμακευτικό κλάδο και να εγκαθιδρύσει υπηρεσίες υγείας» με τη βοήθεια του ανιψιού του, επίσης ιατρού, Félix Blondeau. Το σχέδιο αυτό χρηματοδοτούσε ο δούκας της Ορλεάνης. Κατά την άφιξή του στην Ελλάδα, απογοητεύθηκε από την πρωτόγονη εικόνα της ιατρικής σε μια χώρα παραδομένη στο έλεος των επιδημιών. Επιχείρησε άμεσα την οργάνωση ενός γενικού υγειονομικού συστήματος, με απόφαση της προσωρινής Κυβέρνησης, η οποία όρισε με διάταγμα να παρακρατείται ποσοστό 0,5% από όλους τους μισθούς προκειμένου να καλυφθούν τα απαιτούμενα έξοδα για την ίδρυση των απαραίτητων νοσοκομείων. Μαζί με τον Γερμανό Αρχίατρο, Ερρίκο Τράιμπερ, αλλά και τους Γάλλους ιατρούς Dumont και Bernardi, ο Bailly οργάνωσε αρχικά στρατιωτικό χειρουργείο στην Κούλουρη της Σαλαμίνας το οποίο προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στον Αγώνα.

Επιπλέον, σε εκτέλεση της παραγράφου (δ΄) του νόμου ΜΘ΄ «Περί Νοσοκομείων» της 5ης Οκτωβρίου 1825, ανατέθηκε στον Bailly η σύνταξη του σχετικού διατάγματος. Εκείνος υπέβαλε στο Εκτελεστικό Σώμα το σχέδιο του Γενικού Οργανισμού για την ίδρυση των υγειονομικών καταστημάτων. Το σχέδιο αυτό, με τίτλο Γενική υπουργία της εις την Ελλάδα υγείας, ρύθμιζε τη λειτουργία των νοσοκομείων και προέβλεπε τις γενικές διατάξεις σχετικά με τη δημόσια υγεία. Όριζε ότι κανένα άτομο δεν μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμα του ιατρού, του χειρούργου ή του φαρμακοποιού χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού πτυχίου, το οποίο χορηγείτο από ειδική επιτροπή. Επιπλέον, προέβλεπε την ίδρυση τεσσάρων υγειονομικών καταστημάτων (στο Ναύπλιο, στην Αθήνα, στο Μεσολόγγι και στα Χανιά) και ρύθμιζε τους όρους λειτουργίας τους. Ένα ιδιαίτερο μέρος του διατάγματος ήταν αφιερωμένο στην περίθαλψη των τραυματιών του Αγώνα και επέβαλε τον ορισμό ενός Αρχιάτρου και ενός χειρούργου δίπλα σε κάθε στρατιωτικό διοικητή.

Παράλληλα, με τη βοήθεια χρημάτων που χορηγήθηκαν από το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Παρισιού, ο Bailly επιχείρησε την ίδρυση και κεντρικού φαρμακείου. Ωστόσο, η έλλειψη πόρων και άλλες δυσκολίες εμπόδισαν την πραγματοποίηση του μεγαλόπνοου σχεδίου του. Τελικά, οργανώθηκε μόνο ένα νοσοκομείο στο Ναύπλιο, ενώ εκείνος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα προκειμένου να οργανώσει εκεί ένα νέο υγειονομικό κατάστημα.

Η συμβολή του Bailly, όμως, δεν περιορίστηκε στην οργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών. Με πρακτικό τρόπο και συνεπικουρούμενος από τον ανιψιό του Félix Blondeau, κατάφερε να βοηθήσει στην περίθαλψη περισσότερων από 30.000 τραυματιών και ασθενών, διαφόρων εθνικοτήτων. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται Έλληνες, Φιλέλληνες και Γάλλοι αξιωματικοί του εκστρατευτικού Σώματος του Maison. Επιπλέον, προσπάθησε να εκπαιδεύσει τους Έλληνες ιατρούς, καταπολέμησε τις πρακτικές των τσαρλατάνων που εκμεταλλεύονταν τον πληθυσμό και εναντιώθηκε στις προκαταλήψεις που κυριαρχούσαν και έβλαπταν τη δημόσια υγεία.

Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Καποδίστρια, συνέχισε τη δράση του ως μέλος της Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυπλίου, σώζοντας τον πληθυσμό της πόλης από την πανώλη. Χάρη στο έργο του, εκτιμάται ότι περίπου το ένα τέταρτο του συνολικού πληθυσμού σώθηκε από τον θάνατο, εξού και ο χαρακτηρισμός «Bailly, ο θεός».

Μια άλλη πτυχή των φιλελληνικών υπηρεσιών του Bailly αποτελεί η δράση του στους κόλπους της επιτροπής που ήταν επιφορτισμένη με τη διαχείριση των προμηθειών που έφθαναν στην Ελλάδα από τα κομιτάτα του εξωτερικού κατά τις αρχές του 1827. Η επιτροπή αυτή, που ιδρύθηκε με εντολή της Κυβέρνησης, αποτελείτο από τον Bailly, ως εκπρόσωπο του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Παρισιού, τον Ιταλό Pertini και τον στρατιωτικό, Βαυαρό υπήκοο Heideck. Ο Bailly διέθεσε μέρος των προμηθειών στον επαπειλούμενο πληθυσμό, καλλιεργώντας την ιδέα ότι η Γαλλία θα βοηθούσε συστηματικά την Ελλάδα. Με τη δράση του και την πολιτική του, στήριζε τα φιλο-ορλεανικά σχέδια του Γάλλου Στρατηγού Roche και το πολιτικό κόμμα του Ιωάννη Κωλέττη. Στην προσπάθειά του αυτή βρέθηκε γρήγορα αντιμέτωπος με τον Heideck για τον τρόπο διαχείρισης των προμηθειών και τον πολιτικό του ρόλο, καθώς επίσης και με τον Φαβιέρο του οποίου τις οργανωτικές στρατιωτικές ενέργειες εξάλλου δεν ενέκρινε. Παράλληλα, δήλωνε ανοικτά την αφοσίωσή του προς τον Ιωάννη Κωλέττη, επικεφαλής του γαλλικού κόμματος.

Étienne-Marin Bailly, λιθογραφία 19ου αιώνος από το έργο του Krazeisen Karl (1794 – 1878), συλλογή ΕΕΦ

Αναμφισβήτητα το έργο του Bailly ήταν σημαντικό. Σύμφωνα με απολογισμό που πραγματοποίησε ο ίδιος, χάρη στις προσπάθειές του 6.000 στρατιώτες έλαβαν μερίδες φαγητού, εξοπλισμό και πολεμοφόδια, ενώ διατέθηκαν 500.000 φράγκα για την ενίσχυση των φρουρίων, τη συντήρηση του Ναυτικού και του Στρατού Ξηράς.

Για το σύνολο των υπηρεσιών του, με ψήφισμα της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας του χορηγήθηκε η ελληνική ιθαγένεια (5 Μαΐου 1827), ενώ οι οπλαρχηγοί της Ρούμελης τον ευχαρίστησαν και εκείνοι με τη σειρά τους.

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, αναχώρησε με τον ανιψιό του στα τέλη του 1829. Πήγε πρώτα στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στην Γαλλία. Πέθανε το 1837. Λίγο πριν πεθάνει, είχε τιμηθεί και από τον βασιλέα Όθωνα με το παράσημο του Ιππότου του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος του Σωτήρος.

 

 

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Barau Denys, «La mobilisation des philhellènes en faveur de la Grèce, 1821-1829», Populations réfugiées. De l’exil au retour, επιμ. Luc Cambrézy – Véronique Lassailly-Jacob, εκδ. IRD, Paris 2001, [Colloques et Séminaires], σσ. 37-76.
  • Barth Wilhelm – Max Kehrig-Korn, Die Philhellenenzeit, von der Mitte des 18 Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias am 9 Oktober 1831, εκδ. Hueber, Μόναχο 1960.
  • Άιδεκ Κάρολος, «Τα των Βαυαρών Φιλελλήνων εν Ελλάδι κατά τα έτη 1826-1829», Αρμονία, τ. 1 (1900).
  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, 1821-1823, τ. 7: Πρακτικά του Βουλευτικού της Γ΄ Βουλευτικής περιόδου (1824-1826) – Πρακτικά του Βουλευτικού Σώματος, [τ. 4 του Βουλευτικού Σώματος], εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα
  • Αρχειακή Συλλογή ΚΕΙΝΕ (Ακαδημία Αθηνών), «Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη», Φ. 148, έγγραφο 0006, επιστολή του Bailly από τη Μεθώνη προς τον Κωλέττη, «έκτακτο επίτροπο των Ανατολικών Σποράδων».
  • Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων, χειρόγραφο 1.697: Henri Fornèsy, «Le monument des philhellènes», 1860.
  • Προβατά Δέσποινα, ÉtienneMarin Bailly (1796-1837) – Ένας σαινσιμονιστής στην επαναστατημένη Ελλάδα, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα 2008.
  • Τράιμπερ Ερρίκος, Αναμνήσεις από την Ελλάδα, 1822-1828 – Ανέκδοτο χρονικό του Αγώνος, χ.ε., Αθήνα 1960.

Ο Giuseppe Chiappe, κατάγεται από την πόλη Albenga της Σαρδηνίας. Σπούδασε νομικά στην Ιταλία και τη Γαλλία και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στο Λιβόρνο μέχρι το 1820.

Στην Ιταλία υπήρξε, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, μέλος της μυστικής επαναστατικής οργάνωσης των Carbonari. Όταν το κίνημα τους απέτυχε, προκειμένου να αποφύγει διώξεις το 1819, ο Giuseppe Chiappe ταξίδευσε με τη γυναίκα του Chiara και το μικρό γιό του στα Επτάνησα. Από εκεί πέρασε στην Ύδρα τον Μάιο του 1820.

Εκεί, ανέλαβε να διδάσκει την Ιταλική και Γαλλική γλώσσα, και στη συνέχεια διορίσθηκε εκπαιδευτής στη «Ναυτική Σχολή της Ύδρας».

Όταν το νησί κήρυξε την επανάσταση τον Απρίλιο του 1821, ο Giuseppe Chiappe ζήτησε να συμμετάσχει στα ναυτικές επιχειρήσεις. Τοποθετήθηκε στο πλοίο «Αγαμέμνων» με πλοίαρχο τον Αναστάσιο Τσαμαδό, όπου ανέλαβε χρέη γραμματέα και την ευθύνη του ημερολογίου του πλοίου.

Με τον «Αγαμέμνονα» έλαβε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις, που καταγράφηκαν στο ημερολόγιο του πλοίου το οποίο έχει ιδιαίτερη ιστορική αξία. Μεταξύ αυτών, συμπεριλαμβάνεται επιχείρηση στον Παγασητικό, με σκοπό την πολιορκία του κάστρου, στις 5 Μάιου 1821, και  επιχειρήσεις υποστήριξης του ξεσηκωμού 24 χωριών του Βόλου.

Επίσης, συμμετείχε στην σημαντική ναυμαχία της  Ερεσσού της Λέσβου, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Παπανικολής πυρπόλησε την τουρκική ναυαρχίδα.

Τέλος, τον Ιούνιο του 1821, έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις εκδίωξης των Τούρκων και διάσωσης των Χριστιανών κατοίκων της πόλεως των Κυδωνιών στην Μ. Ασία, που είχαν πυρπολήσει και λεηλατήσει οι Τούρκοι.

Όταν ο στόλος επέστρεψε στην Ύδρα, ο Chiappe διορίσθηκε Α’ γραμματέας της Αστυνομίας και γραμματέας του Λάζαρου Κουντουριώτη.

Το 1824 ο Giuseppe Chiappe ανέλαβε να εκδώσει, με έδρα την Ύδρα, την εφημερίδα Ο Φίλος του Νόμου, τη μακροβιότερη εφημερίδα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, η οποία κυκλοφόρησε μέχρι και το 1827.

O Φίλος του Νόμου τυπωνόταν στο πιεστήριο που είχε δωρίσει στην Ελλάδα, μετά από παράκληση του Κοραή, ο Γάλλος φιλέλληνας εκδότης, Firmin Didot.

Η ΕΕΦ διαθέτει στο αρχείο της αυτόγραφη επιστολή με την υπογραφή του Giuseppe Chiappe («Ἰωσήφ Ν. Κιάππε») προς το Βουλευτικό Σώμα, γραμμένη στην Ύδρα, στις 16 Φεβρουαρίου 1824.

Η επιστολή αναφέρει τα εξής:

«… Μέλλων νά ἐκδώσω ἐντεῦθεν δίς τήν ἑβδομάδα πολιτικήν ἐφημερίδα ἐπιγραφομένην ὁ Φίλος τοῦ Νόμου, ἀνεφέρθην ἱκετικῶς πρός τήν Σεβαστήν Διοίκησιν ἵνα διορισθῶ ἐφημεριδογράφος αὐτῆς, καί κατά τό 44. ἄρθρον τοῦ νόμου τῆς Ἐπιδαύρου νά μοί δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς εἰσόδου εἰς τάς τακτικάς καί ἐκτάκτους Συνελεύσεις τοῦ Σεβαστοῦ Ὑμῶν Σώματος, ἐξαιρουμένων τῶν μυστικῶν. Νῦν δέ ἱκετεύω τό Σεβαστόν Σῶμα αὐτό, ἵνα, εἰς ἀπουσίαν μου, παραχωρήσῃ τήν εἴσοδον ταύτην, εἰς τόν παρ’ ἐμοῦ διορισθέντα Ἐπίτροπον Κύριον Νικόλαον Εὐαγγελληνοῦ…».

Αντίγραφο της εφημερίδας Ο Φίλος του Νόμου

Πράγματι, η εφημερίδα Ο Φίλος του Νόμου ήταν, την περίοδο 1824 – 1825, το επίσημο όργανο της Προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης του ελεύθερου ελλαδικού χώρου.

Σε αναγνώριση του έργου του, οι προεστοί της Ύδρας ενέκριναν ψήφισμα που εκχωρούσε στον Giuseppe Chiappe την ιδιότητα του πολίτη της Ύδρας.

Σημαντική ήταν όμως και η συνεισφορά στον Αγώνα της συζύγου του Giuseppe, Chiara Chiappe. Η Chiappe συνεργάστηκε με 31 σημαντικές Ελληνίδες από όλη την Ελλάδα, υπό την καθοδήγηση της σπουδαίας Ελληνίδας λόγιας Ευανθίας Καΐρη, αδελφής του σημαντικού λογίου και αγωνιστή του 1821, Θεόφιλου Καΐρη, για τη σύνταξη, τον Ιούλιο του 1825, μία σημαντικής ανοικτής επιστολής Ελληνίδων γυναικών προς τις φιλελληνίδες της Ευρώπης και της Αμερικής. Η  επιστολή αυτή μεταφράστηκε στα γαλλικά και ιταλικά, τυπώθηκε στο τυπογραφείο του Giuseppe Chiappe και στάλθηκε μαζικά σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής.

Το 1827 ο Giuseppe Chiappe σταμάτησε την έκδοση του Φίλου του Νόμου, και εξέδωσε μία εφημερίδα στη γαλλική γλώσσα με τίτλο Abeille Grecque (Ελληνική Μέλισσα), η οποία κυκλοφορούσε στην Ελλάδα και το εξωτερικό μέχρι το 1829.

Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, ο Giuseppe Chiappe διορίσθηκε το 1830 στο δικαστικό σώμα. Υπηρέτησε αρχικά ως γραμματέας του δικαστηρίου δυτικών Σποράδων και στη συνέχεια ως δικαστής στο Πρωτοδικείο Πύλου. Το 1835 τοποθετήθηκε στο Εμποροδικείο Σύρου και το 1841 στην Πάτρα.

Ο γιός του Giuseppe Chiappe, Πέτρος, ακολούθησε και αυτός σταδιοδρομία στην Ελληνική δικαιοσύνη και τιμήθηκε με τον βαθμό του Αρεοπαγίτη. Η οικογένεια Chiappe συνδέθηκε με την σημαντική οικογένεια του Γερμανού φιλέλληνα ιατρού Erik Treiber (Ερρίκου Τράϊμπερ), όταν ο Πέτρος Chiappe νυμφεύθηκε την Ρόζα Τράϊμπερ, κόρη του Ερρίκου.

Ο Giuseppe Chiappe απεβίωσε την 1η Ιουλίου 1848 στην Αθήνα. Η Ελλάδα τον τίμησε για τις πολύτιμες υπηρεσίες του στην απελευθέρωση της χώρας, με το «μετάλλιο του Αγώνος» των αγωνιστών της Επανάστασης και τον Σταυρό του Σωτήρος.

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Barth Wilhelm – Kehrig-Korn Max, Die Philhellenenzeit, Muenchen, 1960.
  • Αποστολίδης Χρ., Ερρίκος Τράϊμπερ Φιλέλλην – Αναμνήσεις από την Επανάσταση του 1821, Αθήνα, 1961.
  • Καρταπάνης Γρ., «Πολεμικά πλοία στον Παγασητικό», Εφημερίδα Ταχυδρόμος, Βόλος, 24.3.2019.
  • Κοντομήτρος Γ., Η ιστορική οικογένεια Αποστολίδη του Βόλου. ΚΑ’ τόμος Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών, Βόλος, 2019.
  • Κουμαριανού Αικατερίνη, «Έντυπες εφημερίδες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΒ, 1975, σελ.585.
  • Κουμαριανού Αικατερίνη, Ο τύπος στον αγώνα (1821-1827), Αθήνα, 1971.
  • Μιχαλόπουλος Φάνης, «Ο φιλέλλην Ιωσήφ Κιάππε», Εφημερίδα Καθημερινή, 9.4.1939.
  • Πάτρας Ν., Ιστορικά ημερολόγια των ναυμαχιών του 1821 – εκ των ημερολογίων του ναυμάχου Αναστασίου Τσαμαδού, Αθήνα, 1886.

Ανάμεσα στους Γάλλους φιλέλληνες που υπηρέτησαν στην Ελληνική Επανάσταση, ο Συνταγματάρχης Joseph Baleste κατέχει εξέχουσα θέση, καθώς θεωρείται ο πρώτος εκπαιδευτής και διοικητής των Ελλήνων στρατιωτικών. Γεννήθηκε το 1790 στα Χανιά της Κρήτης, αλλά πολιτογραφήθηκε Γάλλος και πέθανε το 1822, μαχόμενος ηρωικά για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

Παρά τον σημαντικό ρόλο του στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων, παραμένει σχεδόν άγνωστος, και στα ιστορικά κείμενα αναφέρεται με πολλούς και διαφορετικούς τόπους γέννησης και ονόματα. Εντούτοις, η ιστορική έρευνα σε αρχειακές πηγές αποδεικνύει ότι ο Baleste προερχόταν από οικογένεια εμπόρων της Μασσαλίας, καταγεγραμμένη στο Εμπορικό Επιμελητήριο της πόλης. Η γέννησή του στα Χανιά και η γαλλική του υπηκοότητα επιβεβαιώνεται από τον βιογράφο των Φιλελλήνων, Henry Fornèsy και υποστηρίζεται από τον μοναδικό Έλληνα ιστοριογράφο του Baleste, τον Π. Κουμάντο. Επιπλέον, από τα αρχεία του Γαλλικού Προξενείου στα Χανιά αποδεικνύεται ότι η οικογένεια Baleste συγκαταλέγεται ανάμεσα στις οικογένειες Γάλλων της Μασσαλίας που είχαν μετοικήσει εκεί για εμπορικούς λόγους, ήδη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, και είχαν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα, καθώς άνδρες μέλη της νυμφεύονταν συνήθως Ελληνίδες γυναίκες.

Ανάμεσα τους βρίσκουμε τον πατέρα του Joseph Baleste, έμπορο Jean-François Baleste. Το όνομά του επιβεβαιώνεται τόσο από τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, όσο και από έγγραφο που δημοσιεύεται στα Κρητικά Ιστορικά Έγγραφα του Νικόλαου Τωμαδάκη και Ανθούλας Παπαδάκη. Ο Jean- François είχε νυμφευθεί την Κατερίνα Βενολοπούλου, η οποία απεβίωσε στα Χανιά την 8η Απριλίου 1797, ημέρα που γεννήθηκε η κόρη της και αδελφή του Joseph, Marie-Thérèse, σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη γάμου της τελευταίας που εντοπίστηκε στο ληξιαρχείο της Μασσαλίας.

Στην απαρχή της στρατιωτικής του καριέρας, ο Baleste υπηρέτησε ως εθελοντής στο Α΄ Σύνταγμα Πεζικού της Γραμμής στη στρατιά του Μεγάλου Ναπολέοντα, το 1808, και τον Σεπτέμβριο του 1814. Το ίδιο έτος έφυγε για την Κρήτη, ενώ είχε ήδη τον βαθμό του λοχαγού του Γαλλικού στρατού. Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση ο Baleste βρισκόταν τυχαία στην Τεργέστη και ακολούθησε τον Δημήτριο Υψηλάντη πλημμυρισμένος από ενθουσιασμό για την απελευθέρωση της Ελλάδος. Πράγματι, ο νεαρός Baleste, τον οποίο ο Σπηλιάδης ονομάζει «ο Έλλην Βαλέστας», μιλούσε εξαιρετικά την ελληνική γλώσσα και οι Κρήτες τον θεωρούσαν συμπατριώτη τους. Είχε καλούς τρόπους, πολλά προσόντα, ευγενικό πρόσωπο, αλλά και επιβλητικό παράστημα, όπως μαρτυρά πορτρέτο του που φιλοτέχνησε ο Adam de Friedel και εξέδωσε το 1830 και επιπλέον ήταν μορφωμένος, γενναίος και αφιλοκερδής.

Joseph Baleste, πορτρέτο του Adam Friedel. Συλλογή ΕΕΦ

Ο Υψηλάντης ξεκίνησε, αμέσως μετά την άφιξή του από την Τεργέστη στα Βέρβενα τον Ιούλιο του 1821, τη στρατολόγηση και την οργάνωση τακτικού στρατού, αναθέτοντας τα χρέη του εκπαιδευτή, αλλά και τη διοίκηση στον Baleste, τον οποίο ο ίδιος προήγαγε στον βαθμό του Συνταγματάρχη. Σύντομα, η δύναμη του στρατεύματος ανήλθε στους 500 άνδρες που διαιρέθηκαν σε τρεις λόχους και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στην Καλαμάτα. Ο Baleste τους εκπαίδευε κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα με σκοπό να αποτελέσουν τον πυρήνα του Ελληνικού Στρατού που φιλοδοξούσε να δημιουργήσει ο Υψηλάντης. Το εγχείρημα θα είχε στεφθεί με επιτυχία και αυτό θα είχε συμβάλει καθοριστικά στο μέλλον του Αγώνα, αν οι τοπικοί προύχοντες δεν στερούσαν τα μέσα που ήταν απαραίτητα για τη συντήρηση του στρατού και κυρίως τα τρόφιμα. Ακόμη χειρότερα, οι οπλαρχηγοί αντίπαλοι του Υψηλάντη είχαν εναντιωθεί στη σύσταση τακτικού στρατού και παρουσίαζαν το επάγγελμα του τακτικού στρατιώτη αντιπαθές. Η σφοδρή εναντίωση των ατάκτων αρματολών σε κάθε έννοια οργάνωσης και στρατιωτικής πειθαρχίας εμπόδισε την Ελληνική κυβέρνηση να επιτύχει έγκαιρα τη σύσταση τακτικού στρατού. Πράγμα που άφησε την Ελλάδα στην κρισιμότερη φάση της Επανάστασης εκτεθειμένη στις δυνάμεις του Ιμπραήμ.

Εάν είχε επιτραπεί στον έμπειρο φιλέλληνα Baleste να ολοκληρώσει το έργο του και να συστήσει τακτικό στρατό στην αρχή της Επανάστασης, η εξέλιξη του αγώνα θα ήταν εντελώς διαφορετική.

Σε κάθε περίπτωση, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Baleste ήταν ένας γενναίος αξιωματικός, του οποίου το θάρρος καταμαρτυρείται από έναν μεγάλο αριθμό συναδέλφων του. Ακόμη και ο «ιδιότροπος» Maurice Persat εκθειάζει τον Γάλλο αξιωματικό γράφοντας ότι «ήταν, αναντίρρητα, ο πιο γενναίος από όλους τους Φιλέλληνες και ο πιο γενναιόδωρος. Είχε ξεχωριστές αρετές. Αποδοκίμαζε υπέρτατα τους κόλακες, και δεν συμπαθούσε αυτούς που έτρεχαν γύρω από τη διοίκηση, τους οποίους αποκαλούσε παράσιτα του στρατού. Ο Baleste διέθετε μια ταπεινότητα της οποίας η ανάμνηση έκανε να κοκκινίζουν από ντροπή οι Φιλέλληνες […]».

Τον Αύγουστο του 1821, ο Baleste, επικεφαλής του Τακτικού Στρατού, εμπόδισε  την αποβίβαση του τουρκικού στόλου στην Καλαμάτα και στη συνέχεια συμμετείχε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Κατά τα έκτροπα που σημειώθηκαν στην άλωση, κατάφερε μαζί με άλλους Φιλέλληνες να διασώσει τμήμα του άμαχου τούρκικου πληθυσμού.

Εν τω μεταξύ, οι στρατιώτες του υπέφεραν από πείνα και άρχισαν να λιποτακτούν καθημερινά, ενώ οι εκκλήσεις του Baleste προς την Κυβέρνηση δεν είχαν αποτέλεσμα. Ακόμη χειρότερα, κατά τη διάρκεια της αποτυχημένης πολιορκίας του Ναυπλίου (στις 4 Δεκεμβρίου 1821), ένας μεγάλος αριθμός των στρατιωτών και Φιλελλήνων σκοτώθηκαν. Τέλος, κατά την πολιορκία της Ακροκορίνθου (στις 14 Ιανουαρίου 1822), το Σώμα, εγκαταλελειμμένο από τον αρχηγό του Υψηλάντη ο οποίος ήταν βαριά άρρωστος και αποκαμωμένος από τις στερήσεις, διαλύθηκε. Ο Baleste, αδυνατώντας να διορθώσει την κατάσταση, αφού προσκλήθηκε από τους Κρήτες της Πελοποννήσου να πάει να πολεμήσει στην Κρήτη, πήρε περίπου τα δύο τρίτα του Σώματος και έφυγε για τα Χανιά. Ο Κριτοβουλίδης αναφέρει ότι οι Κρητικοί τον δέχτηκαν με χαρά, καθώς τον θεωρούσαν «αξιωματικό έμπειρο στις πολεμικές επιχειρήσεις», απαραίτητο για τον Κρητικό Αγώνα.

Ο Baleste έφτασε στις 20 Μαρτίου 1822 στην Κρήτη και αφού συναντήθηκε με τον Γενικό Έπαρχο του νησιού, Μιχαήλ Κομνηνό Αφεντούλιεφ, μετέβη στο Ρέθυμνο. Εκεί κατά τη διάρκεια σύγκρουσης με τους Τούρκους στην περιοχή του Πλατανιά, κατάφερε να τους τρέψει σε φυγή. Έχοντας πρότερη πολεμική πείρα από την κατάληψη των φρουρίων της Πελοποννήσου, προνόησε ότι χωρίς φρούριο δεν θα ήταν δυνατόν να στερεωθεί η επανάσταση στην Κρήτη. Για τον λόγο αυτό συνέλαβε το σχέδιο της κατάληψης του φρουρίου, υποστηριζόμενος και από πολλούς ντόπιους Κρήτες. Είχε την πεποίθηση ότι με τον στρατό των τριών χιλιάδων τον οποίον είχε συναθροίσει, ήταν ικανός να καταλάβει το Ρέθυμνο. Oμως, σύμφωνα με τον Pouqueville, ήταν αδύναμος, καθώς είχε μόλις αναρρώσει από πυρετούς και θα του ήταν δύσκολο να ηγηθεί αυτής της προσπάθειας.

Την ημέρα της μάχης, διαφωνίες μεταξύ των τοπικών οπλαρχηγών δεν επέτρεψαν την πλήρη εφαρμογή του πολεμικού του σχεδίου, με αποτέλεσμα οι στρατιώτες του να αναγκαστούν να οπισθοχωρήσουν. Σκοτώθηκαν περίπου ογδόντα και αιχμαλωτίστηκαν πολλοί, μεταξύ αυτών και ο Κόκκινος, Χίος, υπασπιστής του, ο οποίος φαίνεται ότι τον συνόδευε από την Τεργέστη. Ο ίδιος ο Baleste, αποκαμωμένος, κουβαλήθηκε από έναν πολεμιστή που τον έκρυψε σ’έναν πυκνό θάμνο. Δυστυχώς, οι Τούρκοι τον βρήκαν κατά την επιστροφή τους και τον σκότωσαν.

Ο Σπηλιάδης περιγράφει με πολύ γλαφυρό τρόπο τον τραγικό θάνατό του. Οι Τούρκοι, αφού του έκοψαν το κεφάλι και το δεξί του χέρι με το οποίο κρατούσε το σπαθί, τα πέρασαν σε ένα παλούκι το οποίο περιέφεραν περιχαρείς στο στρατόπεδο εν μέσω ζητωκραυγών και πυροβολισμών. Ιταλικό ενημερωτικό σύγγραμμα του 1844 σημειώνει ότι επ’ ευκαιρία όλος ο τουρκικός στόλος επιδόθηκε σε πανηγυρισμούς. Στη συνέχεια τα κομμένα μέλη στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, δώρο στον πασά Καρά Αλή, και βρισκόντουσαν κρεμασμένα στην τουρκική ναυαρχίδα, μαζί με εκατοντάδες άλλα κεφάλια Ελλήνων αγωνιστών. Οταν ο Κωνσταντίνος Κανάρης και ο Γεώργιος Πιπίνος ανατίναξαν την τουρκική ναυαρχίδα λίγους μήνες αργότερα, έπαιρναν εκδίκηση για τη σφαγή της Χίου και για τον μεγάλο φιλέλληνα Baleste.

Ο θάνατος του Baleste συγκλόνισε τόσο πολύ τους στρατιώτες και τους φιλέλληνες αξιωματικούς, ώστε τραγουδήθηκε σε γαλλικό μοιρολόι.

Δυστυχώς, ο τρόπος με τον οποίο φέρθηκαν στον Baleste πολλοί Έλληνες οπλαρχηγοί, προκειμένου να ακυρώσουν τη σύσταση τακτικού στρατού, στέρησε την Ελλάδα από τις πολύτιμες υπηρεσίες πολλών φιλελλήνων τους οποίους οδήγησε στην απογοήτευση και ακόμη και την επιστροφή στις πατρίδες τους.

Έτσι, στις 14 Απριλίου 1822, χάθηκε ο «πολυωφελής και πλήρης ευγενικών αισθημάτων» κατά τον Τρικούπη, Baleste. Ο μεγάλος φιλέλληνας μπορεί κατά τον Raybaud, να διεκδικήσει την τιμή ότι «πρώτος» πάτησε το έδαφος της Ελλάδας με τη γενναία σκέψη να χύσει το αίμα του γι’ αυτήν.

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Archives Nationales (France), Affaires Étrangères. Correspondance reçue du consulat de La Canée (1676-1759), (AE/Β/Ι/340-ΑΕ/Β/Ι/358), Έγγραφα υπ’ αριθ. 1867, 1870, 1881, 1899, 1909, 1914, 1949, 2012, 2034 και 2053 του προξενείου της Γαλλίας στα Χανιά.
  • Bruyère-Ostells Walter, La Grande Armée de la liberté, Paris, Tallandier, 2013, σσ. 532-536.
  • Constantinidès G. Constantin, Affaires Étrangères. Correspondance reçue du consulat de La Canée (1676-1759), Inventaire analytique (AE/Β/Ι/340-ΑΕ/Β/Ι/358), Paris, Archives Nationales (France), 1952.
  • Dourneau Edme-Martial, « Baleste ou Le soldat de la liberté », Myriologies ou Chants funèbres et élégiaques d’un Épirote, Paris, chez les marchands de Nouveautés, 1827, σσ. 155-160.
  • Fornèsy Henry, Le monument des philhellènes, 1860, χειρόγραφο υπ’ αριθ. 1697, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων, Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος
  • Friedel Adam de, The Greeks, Twenty-four Portraits of the principal Leaders and Personages who have made themselves most conspicuous in the Greek Revolution, from the Commencement of the Struggle, London, 1830, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.
  • Gordon Thomas, History of the Greek Revolution, Vol. 1, London, William Blackwood, Edinburg & T. Cadell, Strand, 1844, σσ. 493-497.
  • Museo scientifico, letterario ed artistico, ovvero scelta raccolta di utili e svariate nozioni in fatto di scienze, lettere ed arti belle, Anno sesto, Torino, Stabilimento tipografico di Alessandro Fontana, 1844, σ. 179.
  • Persat Maurice, Mémoires du Commandant Persat, 1806 à 1844, Paris, Plon-Nourrit & Co, 1910, σ. 85 και σημείωση υπ’ αριθμ. (2), ίδια σ.
  • Pouqueville François Charles Hugues Laurent, Histoire de la régénération de la Grèce, Tome III, Paris, Firmin Didot père et fils, 1824, σσ. 511-512.
  • Raybaud Maxime, Mémoires sur la Grèce, Tome I, Paris, Tournachon-Molin libraire, 1824, σημείωση σ. 423 και σημείωση σσ. 424-425.
  • Rodriquez Moises Enrique, Under the flags of freedom, Hamilton books, 2009, σ. 321.
  • Teissier Octave, Inventaire des archives historiques de la Chambre de commerce de Marseille, Chambre de commerce de Marseille, Marseille, Typographie et lithographie Barlatier-Feissat père et fils, 1878, σ. 192.
  • Vayakakos V. Dikaios, «Des Philhellènes Corses en Grèce pendant la guerre de l’indépendance (1821-1828)», Μνημοσύνη, Τόμος 4, 1973, σσ. 182-197.
  • Voutier Olivier, Lettres sur la Grèce, notes et chants populaires, extraits du portefeuille du colonel Voutier, Paris, Firmin Didot et autres, 1826, XIII-XIV.
  • Voutier Olivier, Mémoires du Colonel Voutier, sur la guerre actuelle des grecs, Paris, Bossange frères libraires, 1823, σ. 82. και σημείωση σσ. 190-192.
  • Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας Μέχρι της εγκαταστάσεως της Βασιλείας, Τόμος 2, Εν Αθήναις, Τύποις Διονυσίου Κορομηλά, 1862, Επανέκδοση από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1972, σσ. 44, 291 και 712.
  • Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, Αθήνα, ΟΕΔΒ, 1971, σσ. 155-159.
  • Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Τόμος Ε’, Θεσσαλονίκη, 1961, σσ. 39-47 και 620-770.
  • Βυζάντιος Σ. Χρήστος, Ιστορία του Τακτικού Στρατού της Ελλάδος από της πρώτης συστάσεώς του κατά το 1821 μέχρι των 1832, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κ. Ράλλη, 1837, σσ. 4-5 και 9.
  • Βυζάντιος Σ. Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Κ. Αντωνιάδου, 1874, (2η έκδ), σ. 21
  • Διαμαντής Κωνσταντίνος, Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832), Μέρος Πρώτον, Αθήναι, 1966, σ. 46.
  • Κουμάντος Χρ. Παναγής, Στα βήματα του Ιωσήφ Βαλέστ, Καλαμάτα, Ιδιωτική έκδοση, 2013.
  • Κρήτη, 14-4-1822, Ο θάνατος του Βαλέστ, ανάρτηση άρθρου 14/04/2015, στην ιστοσελίδα: www.wordpress.com [πρόσβαση 27 Ιουν. 2018].
  • Κριτοβουλίδης Κυριάκος-Καλλίνικος, Απομνημονεύματα του περί αυτονομίας της Ελλάδος πολέμου των Κρητών, Εν Αθήναις, Εκ του τυπογραφείου Αθηνάς, 1859, σ. 5 και 89-94.
  • Ληξιαρχική πράξη γάμου υπ’ αριθ. 201 E 3146, 19 Ιουνίου 1822, Ληξιαρχικά αρχεία της επαρχίας Bouches-du-Rhône, κοινότητα Μασσαλίας.
  • Μάγερ Κώστας, Το ημερολόγιο της Επαναστάσεως του 1821, Αθήνα, 1961, σ. 21.
  • Μνημεία Κρητικών επαναστάσεων, (1821-1830), επιμέλεια Ε. Γ. Πρωτοψάλτη, Αθήνα, 1978, Τόμος 1, σ. 256
  • Σπηλιάδης Νικολάος, Απομνημονεύματα, Τόμος Α’, Αθήναι, εκδ. Παναγιώτου-Φ. Χριστοπούλου, 1972, σσ. 169-170, 214-215, 288-289.
  • Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοση Γ΄, Τόμος Β΄, Αθήνα, 1888, σσ. 169-170, κ.α.
  • Τωμαδάκης Νικόλαος –Παπαδάκη Ανθούλα, Κρητικά ιστορικά έγγραφα 1821-1824, Τόμος 1, Αθήνα, 1974, σσ. 113-114.
  • Φωτιάδης Δημήτρης, Η Επανάσταση του Εικοσιένα, Τόμος δεύτερος, Αθήνα, Εκδοτικός οίκος Ν. Βότση, 1977.
  • FRIEDEL Adam de, The Greeks (Balestra), London, 1830. Συλλογή Γενναδείου Βιβλιοθήκης

 

 

 

Πορτραίτο του Maxime Raybaud, 19ος αιώνας, λάδι σε καμβά (συλλογή Vincent Touze)

 

Ο Jean-François Maxime Raybaud, Γάλλος στρατιωτικός, διπλωμάτης και συγγραφέας, γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου 1795 στην πόλη La Colle στην επαρχία του Var και πέθανε τον Ιανουάριο του 1894.  Απόφοιτος της Σχολής του Saint Cyr, ήταν υπολοχαγός του Πυροβολικού και συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πρώτους Φιλέλληνες που έλαβαν μέρος στον Αγώνα.

Αναχώρησε από τη Μασσαλία στις 18 Ιουλίου του 1821, με πλοιάριο από την Ύδρα, που είχε ναυλώσει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και έφτασε στο Μεσολόγγι στις 2 Αυγούστου για να ενταχθεί στο Σώμα του Thomas Gordon. Τον Σεπτέμβριο του 1821, συμμετείχε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Χάρτης της πολιορκίας της Τρίπολης, από το βιβλίο του Raybaud

Έπειτα, συνέχισε τη στρατιωτική του διαδρομή υπό την προστασία του Μαυροκορδάτου τον οποίο υπηρέτησε ως υπασπιστής. Στα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας αναφέρεται ότι αρχικά ήταν πεντακοσίαρχος στην Πελοπόννησο και στη συνέχεια ονομάστηκε λοχαγός, κατόπιν εισήγησης του Μαυροκορδάτου. Έλαβε μέρος στην εκστρατεία στο Πέτα. Λόγω ενός τυχαίου γεγονότος, δεν έλαβε μέρος στην –καταστροφική για το Σώμα των Φιλελλήνων– Μάχη του Πέτα και γλίτωσε τον θάνατο. Οι 25 άνδρες που επέζησαν συναθροίστηκαν από εκείνον και οδηγήθηκαν στο Κρυονέρι.

Σχέδιο μάχης Πέτα (Ζωγράφος)

Μετά το θλιβερό αυτό γεγονός, στα τέλη του 1822, πήρε την απόφαση να επιστρέψει στη Γαλλία. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 1825 επέστρεψε στην Ελλάδα συνοδεύοντας τους πρώτους εθελοντές και πολεμοφόδια για τον Αγώνα, που αποστέλλονταν από τη Φιλελληνική Επιτροπή του Παρισιού. Ο ίδιος θεωρούσε ότι η Ελλάδα είχε κυρίως χρεία Ορεινού Πυροβολικού. Αργότερα, στάλθηκε εκ νέου στη Γαλλία με εντολή της προσωρινής Κυβέρνησης προκειμένου να στρατολογήσει μισθοφόρους, αλλά η αποστολή του στέφθηκε με περιορισμένη επιτυχία, εξαιτίας της έλλειψης οικονομικών μέσων.

Τον Αύγουστο του 1826, σύμφωνα με τις σημειώσεις του Henri Fornèsy, έλαβε μέρος στη Μάχη του Χαϊδαρίου, κατά την οποία τραυματίστηκε από εκπυρσοκρότηση της καραμπίνας του. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, συμμετείχε με τον Olivier Voutier σε μια αποτυχημένη αποστολή στην Αταλάντη υπό την καθοδήγηση του Ιωάννη Κωλέττη και φαίνεται ότι ήρθε σε διαμάχη για προσωπικούς λόγους με τον συγκεκριμένο αξιωματικό, με αποτέλεσμα να μονομαχήσουν και να τραυματιστούν.

Το 1828, ακολούθησε, ύστερα από αίτησή του, το γαλλικό εκστρατευτικό Σώμα της Πελοποννήσου, υπό τον Στρατάρχη Maison, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του επίσημου τυπογράφου του Σώματος. O Jacques Mangeart αναφέρει ότι, το έτος εκείνο, ο Raybaud ερχόταν για πέμπτη φορά στην Ελλάδα. Επιβεβαιώνει, επιπλέον, την πληροφορία ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του παλαιότερα στο Ναύπλιο είχε προσβληθεί από τύφο, αλλά είχε θεραπευθεί χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες του συμπατριώτη του, ιατρού Bailly. Με την τυπογραφική μηχανή που είχε φέρει μαζί του από τη Γαλλία και την οποία εγκατέστησε τελικά στην Πάτρα, εξέδωσε τη γαλλόφωνη Le Courrier dOrient, εφημερίδα εβδομαδιαία, πολιτική, εμπορική και λογοτεχνική, μια από τις πρώτες της Πάτρας. Η εφημερίδα αυτή κυκλοφόρησε μέχρι το τέλος του 1829 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την εφημερίδα Le Courier de la Grèce.

Στο δίτομο έργο του Αναμνήσεις από την Ελλάδα (Mémoires sur la Grèce), του οποίου Έλληνες και ξένοι ιστορικοί αναγνωρίζουν την αντικειμενικότητα, περιγράφει, εκτός από την προσωπική του δράση, την επιρροή που ασκούσε ο Δημήτριος Υψηλάντης στο στράτευμα, την πλεονεξία των οπλαρχηγών, τη διαμάχη ανάμεσα στους Τακτικούς και τους Ατάκτους, την καταστροφή και την Άλωση της Τριπολιτσάς, τις δυσκολίες και τις στερήσεις που έπλητταν όλους αδιακρίτως τους πολεμιστές, και τη συγκρότηση και την πολυεθνική σύνθεση του Τάγματος των Φιλελλήνων.

Το δίτομο έργο του Raybaud, Memoires sur la Grece

Παράλληλα, είναι σημαντικό ότι δημοσιεύει έναν κατάλογο των Φιλελλήνων που έπεσαν μαχόμενοι ηρωικά στο Πέτα, αλλά και ότι εμπλουτίζει το έργο του με τοπογραφικά σχέδια τα πεδία των μαχών. Τα απομνημονεύματά του έγιναν δεκτά με ανυπομονησία από το γαλλικό κοινό, όπως φαίνεται από δημοσιεύματα της εφημερίδας Le Globe, τον Φεβρουάριο του 1825.

Το 1831, ο Maxime Raybaud ορίστηκε «επίτροπος» της Γαλλίας στην Άρτα. Αργότερα, αναφέρεται  ότι υπηρέτησε στη Γαλλική εθνική στρατιωτική σχολή και στη συνέχεια στην Κύπρο και ακολούθως στην Αϊτή ως Πρόξενος και ως Γενικός Πρόξενος αντίστοιχα. Επιπλέον, υπήρξε δημοσιογράφος, καθώς αρθρογραφούσε στις εφημερίδες la Presse και le Journal des Débats με το ψευδώνυμο Gustave d’Alaux.

Το ελληνικό κράτος τον τίμησε με το παράσημο του Ταξιάρχου του Τάγματος του Σωτήρος το 1836 και το γαλλικό με το παράσημο του Διοικητή της Λεγεώνας της Τιμής το 1852.

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ     

  • Académie des Sciences d’Outre-Mer, Hommes et destins, dictionnaire biographique d’Outre-Mer, tome 5, Expansion coloniale, 1984.
  • Archives France: «départ pour la Grèce de Maxime Raybaud, présumé chargé de sommes considérables confiées par le Comité grec», φάκελοι: F/7/6678-F/7/6784, Υποφάκελος 35β, στη γενική συλλογή: Affaires politiques (police politique). Objets généraux (1815-1838) των Αρχείων της Γαλλίας.
  • Boppe Auguste, «Le consulat général de Morée et ses dépendances (Athènes, Coron, Modon, Napoli de Romanie, Patras, Arta.)», στο: Revue des Études Grecques, tome 20, fascicule 87,1907. σελ. 18-37.
  • Fornèsy Henri, «Le monument des philhellènes», 1860, Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων, χειρόγραφο697.
  • Jacques Mangeart, Souvenirs de la Morée, recueillis pendant le séjour des Français dans le Péloponnèse, Paris, Igonette Libraire-éditeur, σελ. 3, 107, 150, 236, 408.
  • Raybaud Maxime, Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance, accompagnés de plans topographiques, avec une introduction historique par Alph. Rabbe, Paris, Tournachon-Molin, Libraire, 1824, τόμος 1 & 2.
  • St-Clair William, That Greece might still be free – The Philhellenes in the War of Independence, τόμος 1, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1972, σελ. 282-283.
  • Απόφαση υπ’ αριθμόν 102 του Προέδρου του Εκτελεστικού με ημερομηνία 10Μαΐου 1822, η οποία μνημονεύεται από τον Ζούβα Παναγή, Η οργάνωσις Τακτικού Στρατού κατά τα πρώτα έτη της Επαναστάσεως του 1821, χ.ε., Αθήνα 1969, σελ. 70 και 108.
  • Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τόμος 1 σελ. 183: εισήγηση του Μαυροκορδάτου, αρ. 1424 προς το βουλευτικό, 15 Μαΐου 1822.
  • Βυζάντιος Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833 [εκδ. 1901], σελ. 203.
  • Δημακόπουλος Δ. Γεώργιος, «Αι εφημερίδες Courrier dOrientLe Courrier de la Grèce», Δελτίον της ΙΕΕΕ, τόμος 21 (1978), σελ. 469-497.
  • Εφημερίδα Le Globe, Παρίσι, αρ. 65, 5 Φεβρουαρίου 1825, όπου αναγγελία του έργου του Raybaud και αρ. 96, 19 Απριλίου 1825, όπου κριτική παρουσίαση αυτού.
  • Ηλεκτρονική βάση απονεμηθέντων παρασήμων της Λεγεώνας της Τιμής http://wwwcoulture.gouv.fr/documentation/leonore/leonore.htm, Dossier LH/2273/6.
  • Θεμελή-Κατηφόρη Δέσποινα, Το γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα στην περίοδο του Καποδίστρια, 1828-1831, σελ. 85.
  • Σπηλιάδης Νικόλαος, Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την νέαν ελληνικήν ιστορίαν (1821-1843), τόμος 2, εκδ. Παναγιώτου Φ. Χριστοπούλου, Αθήνα 1972, σελ. 289 και 479.

Charles Ogle  (1851–1878) – Άγγλος δημοσιογράφος και μεγάλος φιλέλλην

Είναι γνωστές οι διώξεις, φυλακίσεις και δολοφονίες που υφίστανται εκατοντάδες δημοσιογράφοι στην Τουρκία. Με αυτήν την αφορμή η ΕΕΦ τιμά την μνήμη ενός μεγάλου Άγγλου φιλέλληνα, δημοσιογράφου των Times, που δολοφονήθηκε από τους Τούρκους στην Μακρινίτσα κατά τη διάρκεια της επανάστασης στο Πήλιο το 1878. Ήταν ο πρώτος καταγεγραμμένος θάνατος δημοσιογράφου – πολεμικού ανταποκριτή στην Ελλάδα.

Ο Charles Chaloner Ogle  (Κάρολος Ογλ), γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1851. Γόνος εύπορης οικογένειας, σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και μαθήτευσε στον διάσημο αρχιτέκτονα Φρέντερικ Ουΐλιαμ Ρόπερ. Παράλληλα με την βασική του εργασία, ανέπτυξε σημαντική συγγραφική / δημοσιογραφική δραστηριότητα σε συνεργασία με το περιοδικό «Builder» και στη συνέχεια με τους Times. To 1876 ζητά να μεταβεί στα Βαλκάνια και σύντομα ορίζεται επίσημος ανταποκριτής της έγκριτης Βρετανικής εφημερίδας. Ξεκινά με μία σημαντική αποστολή στη Σερβία, όπου κάλυψε τον σερβο-τουρκικό πόλεμο, και στη συνέχεια μεταβαίνει στην Ελλάδα.

Αντίγραφο της εφημερίδας Times του Λονδίνου του 1788

Ο Charles Ogle είχε ήδη εξελιχθεί σε διάσημο και έγκυρο δημοσιογράφο της εποχής του. Παράλληλα, δεν δίσταζε να προβάλει τα φιλελληνικά του αισθήματα και την αγάπη του για την Ελλάδα. Στην Αθήνα συνεργάσθηκε με τον διάσημο αρχιτέκτονα Τσίλερ, ενώ παρέδιδε αφιλοκερδώς και μαθήματα Αγγλικής γλώσσας. Είχε διακριθεί για τον φιλελληνισμό του και τιμήθηκε από τον βασιλέα Γεώργιο Α΄ με το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος.

Με την ιδιότητα του επισήμου ανταποκριτή των Times, έγραφε και για ελληνικά θέματα, κυρίως για την Κρήτη και τη Θεσσαλία που διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους, και ήταν γνωστός για το έντονο φιλελληνικό ύφος των κειμένων του που είχαν μεγάλη επιρροή στην Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

Από το 1876 είχαν αρχίσει στο Πήλιο προετοιμασίες για απελευθερωτικό αγώνα. Στις 15 Ιανουαρίου 1878 κηρύχθηκε επανάσταση από Έλληνες οι οποίοι συνέστησαν την Προσωρινή Κυβέρνηση του Πηλίου και αποφάσισαν να αγωνισθούν για την ανεξαρτησία της Θεσσαλίας και την ένωσή της με την Ελλάδα.

Στην περιοχή έσπευσε αμέσως μεγάλη δύναμη τακτικού τουρκικού στρατού υπό τον Ρετζέπ Πασά και ορδές ατάκτων Τούρκων του Αμούς Μπέη. Ακολούθησαν διάφορες μάχες και τρομερές σφαγές από τους Τούρκους.

Ο Charles Ogle ήταν την περίοδο αυτή μόλις 25 ετών. Έφθασε αμέσως στο Πήλιο για να παρακολουθήσει τις μάχες ως δημοσιογράφος και εκπρόσωπος των Times.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1878 έλαβε χώρα η πρώτη μεγάλη μάχη στην Μακρινίτσα, που διήρκησε 3 ημέρες. Οι Έλληνες ηττήθηκαν και Τούρκοι προέβησαν σε βιαιότητες με πολλά θύματα από τον άμαχο πληθυσμό, ακόμη και παιδιά. Στις 10 Φεβρουαρίου 1878, λίγες μέρες μετά την μάχη της Μακρινίτσας, δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους οι πρόκριτοι του χωριού Βουργαρινή. Τα πτώματά τους κάηκαν και διαμελίστηκαν για να μείνει κρυφό το έγκλημα. Μετά από έρευνα, ο Charles Ogle εντόπισε ίχνη από τα πτώματα, και δημοσιοποίησε την τρομερή αυτή σφαγή με άρθρο του στους Times.

Η Μακρινίτσα στο Πήλιο

Στη συνέχεια, ο Charles Ogle μετέβη στην Μακρινίτσα όπου βοήθησε με κάθε τρόπο τον πληθυσμό. Μάλιστα ανέθεσε σε 30 εργάτες να κατασκευάσουν με δικές του δαπάνες χαρακώματα για την ενίσχυση των θέσεων των Ελλήνων, και έμεινε εκεί μέχρι τις 17 Μαρτίου 1878, όπου βρήκε φρικτό θάνατο κατά τη διάρκεια της δεύτερης μάχης της Μακρινίτσας.

Μετά το τέλος της μάχης πολλοί Ευρωπαίοι πρόξενοι επισκέφθηκαν το Πήλιο, για να ερευνήσουν την κατάσταση και να σταματήσουν τις σφαγές. Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο Charles Ogle είχε δολοφονηθεί από Τούρκους στρατιώτες. Αρχικά οι Τούρκοι έκρυψαν το πτώμα του, αλλά εντοπίσθηκε το διαβατήριό του στα χέρια ενός Τούρκου στρατιώτη, ενώ ένας άλλος Τούρκος στρατιώτης πουλούσε τα ρούχα του Charles Ogle.

Τελικά το πτώμα του ευγενούς Άγγλου δημοσιογράφου και μεγάλου φιλέλληνα, βρέθηκε ακέφαλο. Οι γιατροί ενός αγγλικού και ενός ιταλικού πλοίου έκαναν αυτοψία και τοποθέτησαν το πτώμα σε μολυβένια θήκη για να μεταφερθεί στην Αθήνα με ατμόπλοιο για ταφή. Οι Ευρωπαίοι πρόξενοι από τις ανακρίσεις που έκαναν στο Πήλιο διαπίστωσαν, όπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής, ότι ο Charles Ogle δολοφονήθηκε μετά τη λήξη της μάχης. Μια γυναίκα και ένα παιδί που είδαν τη σκηνή του φόνου, κατέθεσαν ότι οι δολοφόνοι Τούρκοι στρατιώτες, όταν απέκοψαν την κεφαλή του Άγγλου ανταποκριτή, την κάρφωσαν σε μια λόγχη και την περιέφεραν κραυγάζοντας.

Η σορός του μεταφέρθηκε στον Πειραιά από το Βόλο με το αγγλικό πολεμικό πλοίο “Wizard”. Γυναίκες από τον Βόλο είχαν κεντήσει ταινία που μπήκε στο φέρετρο και έγραφε σε αρχαία Ελληνικά:

«Ου σκεπάζεται αρετή σου, ουδ’ επίβουλος σφαγή σου, Ογλ φιλελεύθερε».

Τα νέα έφθασαν στην Αθήνα και συγκλόνισαν τους πολίτες. Ο θάνατος του Charles Ogle προκάλεσε πρωτοφανή συγκίνηση. Οι έμποροι της Αθήνας ετοίμασαν στεφάνι με ταινία που ανέφερε τα εξής:

«Έκπρεπέ εν Βρετανοίς Κάρολον πολυδάκρυτον Ογλ Στίφεα κυκλώπων έκτανον ουχί οσίως Πηλίου εν κλιτύσιν κηρός μεμαώτα μελαίνης γης εξαρπάζειν Θεσσαλίης τέκεα».

Η κηδεία του Charles Ogle έλαβε χώρα στις 29 Μαρτίου 1878 στον ναό του Αγίου Διονυσίου, όπου  χοροστάτησε ο καθολικός αρχιεπίσκοπος. Παρέστησαν πολλοί επίσημοι και πλήθος κόσμου.

Το αγγελτήριο της κηδείας του Charles Ogle

Στο νεκροταφείο τον επικήδειο εκφώνησαν ο Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός Τιμολέων Φιλήμων και ο Γάλλος πρεσβευτής στην Αθήνα. Ο Charles Ogle κηδεύτηκε δίπλα από τον τάφο του ναυάρχου Κανάρη.

Η οικογένεια του Charles Ogle έστειλε τηλεγράφημά στον Ελληνα πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, και ευχαρίστησε την ελληνική κυβέρνηση, και τον Χαρίλαο Τρικούπη, βουλευτή τότε, που οργάνωσαν την ταφή του γιού της.

Το όνομα του μεγάλου Άγγλου φιλέλληνα έχει δοθεί σε δρόμο στον Βόλο.

Στην Μακρινίτσα έχει αναγερθεί μνημείο με κενοτάφιο στη μνήμη του μεγάλου φιλέλληνα

Η Μακρινίτσα στο Πήλιο

Η θυσία του Charles Ogle και των εκατοντάδων Ελλήνων στο Πήλιο, δεν πήγε χαμένη. Λίγα χρόνια αργότερα, η συνδιάσκεψη του Βερολίνου (Μάρτιος 1881) παραχώρησε στην Ελλάδα την Θεσσαλία και την Ήπειρο. Στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», ο Παπαρρηγόπουλος επιβεβαιώνει ότι αυτό επετεύχθη, χάριν των προσπαθειών της Αγγλίας, και ειδικότερα του φιλέλληνα Πρωθυπουργού William Ewart Gladstone (1809 –1898) (Γλάδστωνα).

William Ewart Gladstone, 1809 –1898, πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, φιλέλληνας και ευεργέτης της Ελλάδας

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που είπε ο Γλάδστων μετά την επέκταση των Ελληνικών συνόρων στην Θεσσαλία και την Άρτα: «Ποτέ άλλοτε στην ζωή μου δεν αισθάνθηκα μεγαλύτερη χαρά, από αυτήν που ένοιωσα όταν έγινε η αναίμακτη ένωση της Θεσσαλίας με την Μητέρα Ελλάδα».

Τα λόγια αυτά είναι γραμμένα με χρυσά γράμματα στον Ανδριάντα του Φιλέλληνα Γλάδστων που τοποθετήθηκε μπροστά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης, προς τον μεγάλο φιλέλληνα.

Η ΕΕΦ αποτίνει φόρο τιμής στον Clement Hugh Gilbert Harris (8 Ιουλίου 1871 – 23 Απριλίου 1897), ο οποίος πολέμησε ως ήρωας και πέθανε για την ανεξαρτησία της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Ο Clement Harris ήταν ένας πλούσιος και χαρισματικός  Αγγλoς πιανίστας και συνθέτης.

Γεννήθηκε στο Λονδίνο (Wimbledon) και σπούδασε εσωτερικός στο Harrow. Στη συνέχεια σπούδασε μουσική στη Γερμανία (Φρανκφούρτη), όπου ήταν μαθητής της Clara Schumann (συζύγου του συνθέτη Robert Schumann). Ήταν φίλος του Oscar Wilde και του Siegfried Wagner (γιού του διάσημου συνθέτη Richard Wagner και εγγονού του πιανίστα / συνθέτη Franz Liszt), ο οποίος αποφάσισε να επιλέξει καριέρα μουσικού και συνθέτη χάρη στην ενθάρρυνση του Harris.

Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Ασία, ο Harris σχεδίασε το «Paradise Lost», βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Milton, το σημαντικότερο συμφωνικό του ποίημα. Το έργο ολοκληρώθηκε το 1895 και εκτελέστηκε εκείνη την χρονιά στο Bad Homburg της Γερμανίας, παρουσία του Πρίγκηπα της Ουαλίας, του βασιλιά του Βελγίου, και διάφορων μεγάλων Δουκών και Δουκισσών. Η Αγγλική πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε το 1905 στο Birmingham Town Hall, οκτώ χρόνια μετά το θάνατο του Harris.

Ο Clement Harris ήταν ένας ενθουσιώδης θαυμαστής του ελληνικού πολιτισμού. Ταξίδεψε στην Ελλάδα και έμαθε Ελληνικά το 1896 στην Κέρκυρα. Στη συνέχεια, στο ξέσπασμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, οργάνωσε ένα σώμα μισθοφόρων για να αγωνιστεί για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Μετέβη στην ηπειρωτική Ελλάδα με τον εισαγγελέα της Κέρκυρας, Κυργύσιο, σε πλοίο γεμάτο πυρομαχικά που προοριζόταν για το μέτωπο στην Ήπειρο. Το πλοίο αγκυροβόλησε περίπου δύο χιλιόμετρα από τα κατεχόμενα από την Τουρκία σύνορα και ο Χάρης πήγε στην Άρτα, όπου φώναξε υπερήφανος κατά την είσοδό του στρατόπεδο των Ελλήνων: «Άγγλος Φιλλέλλην!», υπό τις ζητωκραυγές του πλήθους.

Στις 5 Απριλίου 1897, ο Harris έγραφε: «Φυσικά, ενεργώ από ελεύθερη επιλογή. Κανένας δεν με έπεισε να θέσω τη ζωή μου στην υπηρεσία των Ελλήνων · μάλλον οι καλοπροαίρετοι φίλοι με εμπόδισαν μέχρι τώρα να κάνω την προσφορά μου […] Το βήμα που κάνω μπορεί να φαίνεται σαν μια πράξη τρέλας σε πολλούς. Για μένα που έχω εξετάσει διεξοδικά το ζήτημα, αυτό είναι το λιγότερο που μπορεί να κάνει ένας έντιμος άνθρωπος για μια χώρα που αποζητά την ελευθερία της στο όνομα του σταυρού και η οποία προσβάλλεται και παρεμποδίζεται από κάθε μία από τις λεγόμενες πολιτισμένες δυνάμεις».

Ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης έγινε φίλος του Clement Harris.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στην Ελλάδα, έγραψε στη μητέρα του, Elizabeth Rachel Harris: «Αγαπητή μητέρα, είμαι τώρα εντελώς στο στοιχείο μου, μακριά από όλες τις άχρηστες υποχρεώσεις της σύγχρονης κοινωνίας, και το απολαμβάνω στο έπακρο».

Σε μία από τις επιστολές του προς την ετεροθαλή αδελφή του Siegfried Wagner, την Daniela Thode, έγραψε στις 9 Απριλίου 1897 τα εξής: «Ποιος ξέρει αν θα συναντηθούμε ξανά … Δεν θέλω να ανταλλάξω τη θέση μου με τίποτα στον κόσμο, αν και γνωρίζω καλά τους τοπικούς κινδύνους, ελπίζω μόνο ότι οι Έλληνες θα κερδίσουν τον πόλεμο, το οποίο φαίνεται τώρα αναπόφευκτο και αν δεν επιστρέψω, τουλάχιστον θα ξέρετε ότι έδωσα τη ζωή μου για την ελευθερία ενός λαού για τον οποίο έχω μάθει να εκφράζω τον θαυμασμό μου, και ότι εγώ, όπως τα παιδιά που με την πάροδο του χρόνου γίνονται ευγενείς και σπουδαίοι άντρες και άξιοι κληρονόμοι των ιστορικών προγόνων τους, θα τιμήσω τη χώρα «.

Σκοτώθηκε στις 23 Απριλίου 1897 σε ηλικία 25 ετών.

Η μονάδα του Harris προσεγγίσθηκε από τουρκικά στρατεύματα, τα οποία παρουσιάσθηκαν ως Έλληνες Ηπειρώτες, χαιρετώντας τους στρατιώτες και τους συντρόφους του Harris. Οι Τούρκοι μπήκαν στο στρατόπεδο, προσέγγισαν τη μονάδα του Harris και άνοιξαν πυρ εναντίον τους, ξεκινώντας τη μάχη στα Πέντε Πηγάδια στην Ήπειρο. Ο Harris οργάνωσε την υπεράσπιση της μονάδας και πολέμησε ως ήρωας. Αν και τραυματίστηκε νωρίς την ημέρα εκείνη, ο Harris αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη θέση του, ακόμη και όταν πολλοί από τους συναδέλφους του άρχισαν να υποχωρούν από τις θέσεις τους. Έμεινε εκεί και πέθανε πολεμώντας, προσφέροντας ένα παράδειγμα ηρωισμού.

O Harris ετάφη στο νεκροταφείο της Αγγλικανικής Εκκλησίας του Αγίου Παύλου στην Αθήνα. Μια πλάκα στην εκκλησία μνημονεύει τον Clemens Harris.

Μια από τις τελευταίες φωτογραφίες του Clement Harris πριν από το θάνατό του.

Η οικογένεια του Harris έμαθε για όλα αυτά πολύ αργότερα. Οι London Times ανέφεραν στις 22 Μαΐου 1897: «Οι συγγενείς του κ. Clement Harris, που τραυματίσθηκαν σε μάχη με τα Ελληνικά στρατεύματα στην Ήπειρο, έλαβαν αυθεντικά νέα για το θάνατό του στις 23 Απριλίου στην Pente Pigadia».

Η ΕΕΦ έχει στη συλλογή της μια επιστολή που έστειλε ο αδελφός του Harris από την Αθήνα, για να ενημερώσει τους φίλους του στην Αγγλία για το θάνατο του και την τοποθέτηση αναμνηστικής πλάκας στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου στην Αθήνα.

Harris (Walter B.) χειρόγραφη επιστολή προς τον «Αγαπητέ κ. Bowen», 3pp., folio, Αθήνα, 28 Δεκεμβρίου 1900, «Σας γράφω για να σας ενημερώσω για μια τελετή που έλαβε χώρα εδώ σήμερα και η οποία δεν μπορώ παρά να αισθάνομαι ότι θα ενδιέφερε την κοινότητα του Harrow. Αφορούσε την έγερση πλάκας στην Αγγλική εκκλησία που έχει αναγερθεί στη μνήμη του αδελφού μου Clement, ο οποίος … σκοτώθηκε στα Πέντε Πηγάδια στις 23 Απριλίου 1897, αγωνιζόμενος για τα δίκαια της Ελλάδας».

Ο θάνατος του Harris τιμήθηκε από τον Γερμανό ποιητή Stefan George στο ποίημα «Πέντε Πηγάδια» στη συλλογή του Der siebente Ring (Ο έβδομος δακτύλιος). Ο Stefan George (1868-1933), ήταν ένας επιφανής Γερμανός ποιητής, εκδότης και μεταφραστής.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Clement Harris συνέθεσε αξιοσημείωτα κομμάτια για πιάνο, όπως το Il Penseroso e L’Allegro (από το έργο του Milton), ειδύλλια για βιολί, πιάνο και κλαρινέτο, για  τσέλο και πιάνο και τραγούδια.

Η Ελλάδα τίμησε τη μνήμη του Clement Harris με πολλούς τρόπους. Δεκαετίες μετά το θάνατό του δημοσιεύθηκαν ακόμη και καρτ ποστάλ με το πορτρέτο του. Το συμφωνικό ποίημα του Harris «Paradise Lost» εκτελέσθηκε επανειλημμένα στην Ελλάδα. Πρώτη φορά το 1937 στο αρχαίο Ωδείο της Αθήνας. Το 1999 εκτελέσθηκε στο Μέγαρο Μουσικής στην Αθήνα με την Ορχήστρα Χρωμάτων υπό τον Μίλτο Λογιάδη.

Μπορείτε να ακούσετε μια εκτέλεση του Paradise Lost εδώ.

Τα ημερολόγια του Harris εκδόθηκαν στη Γερμανική γλώσσα από τον μελετητή του Stefan George, Claus Bock.

Παραθέτουμε από το ημερολόγιό του Harris το ακόλουθο απόσπασμα:

“Die meisten freien Nachmittage verbrachte ich in der Bibliothek. Ein anderer Lieblingsaufenthalt war der Kirchhof. Ich mag mich besinnen, wie ich einmal auf dem-selben Stein, auf dem schon Byron gesessen und geträumt hatte, Tränen der Schwermut vergoss und wie dabei im Herzen die Sehnsucht erwachte, auch mein Name möge meinem Vaterland dereinst Ruhm und Ehre erwerben.“

(Eλεύθερη μετάφραση: «Τα περισσότερα από τα ελεύθερα απογεύματα μου τα πέρασα στη βιβλιοθήκη. Μια άλλη αγαπημένη παραμονή μου ήταν το νεκροταφείο, θυμάμαι ότι κάποτε έριξα δάκρυα μελαγχολίας στην ίδια πέτρα στην οποία είχε καθίσει ο Λόρδος Βύρων και ονειρευόταν, και πόσο αυτό ξύπνησε στην καρδιά μου την επιθυμία να μπορέσει το όνομά μου κάποια μέρα να αποκτήσει φήμη και δόξα για τη χώρα μου.»)

Το 1922-23 ο Siegfried Wagner συνέθεσε το συμφωνικό ποίημα Glück (Χαρά) ως μνημείο του Harris.

Μπορείτε να ακούσετε μια εκτέλεση του Glück εδώ.

Siegfried Wagner: Glück (αφιερωμένο στη μνήμη του Clement Harris)

Ο Paul Emil Jacobs (20 Αυγούστου 1802 – 6 Ιανουαρίου 1866), ήταν ένας κορυφαίος οριενταλιστής καλλιτέχνης στη Γερμανία, γνωστός για τα οριενταλιστικά του θέματα, τα πορτρέτα και τα γυμνά, καθώς και τα θέματα της κλασσικής μυθολογίας.

Ο Paul Emil Jacobs ήταν ο γιος του φιλόλογου Frederick Jacobs. Έλαβε την καλλιτεχνική του κατάρτιση στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου και έγινε γνωστός για την ζωγραφική του Ερμή και του Άργου (από την Κλασική Μυθολογία). Το 1824 πήγε στη Ρώμη, όπου του προσέλκυσε την προσοχή των κριτικών με τον πίνακα «Η ανάληψη του Λάζαρου». Το 1836 υλοποίησε μια σειρά από ιστορικά έργα ζωγραφικής στο Welfenschloss στο Ανόβερο.

Ο Jacobs ήταν γνωστός για την αριστοτεχνία του στα γυμνά, που εκφράζεται ιδιαίτερα στην εκπροσώπηση οριενταλιστικών θεμάτων σχετικών με την «Αγορά σκλάβων» (σκλαβοπάζαρο) ή στον ύπνο και το ξύπνημα γυμνών αγοριών.

Χαριτωμένες απεικονίσεις του θηλυκού σώματος περιλαμβάνουν την «Ομορφιά κοπέλας σε χαρέμι στην τουαλέτα της». Η εικόνα του Scheherezade από τις Αραβικές νύκτες είναι γνωστή για τα φωτεινά εφέ του. Ο Αλή Πασά απεικονίστηκε από τον Jacobs σε μια στιγμή χαλαρής οικειότητας με την Κυρά Βασιλική.

Όπως πολλοί Ευρωπαίοι της γενιάς του, ο Jacobs ήταν ένα Φιλέλλην που υποστήριξε τον αγώνα των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία τους, που έλαβε χώρα όταν ήταν στα πρώτα στάδια της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας. Αυτό εκδηλώθηκε με διάφορα έργα ζωγραφικής που δείχνουν εμβληματικές εικόνες «Ελλήνων Αγωνιστών της Ελευθερίας», αξιόλογες και δυνατές σκηνές από τον αγώνα των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία τους και σκηνές που δείχνουν Έλληνες σκλάβους.

Ο Jacobs ήταν επίσης ζωγράφος πορτρέτων. Τα λιθογραφημένα πορτρέτα του περιλαμβάνουν τον Goethe, τον Karl Gottlieb Bretschneider και τον Döring.

Το 1844, ο Jacobs δημιούργησε το μνημειώδες έργο «Γολγοθάς», για την εκκλησία του Αγίου Αυγουστίνου στη γενέτειρά του Γκότα. Το έργο απομακρύνθηκε από τον Άγιο Αυγουστίνο το 1939, και από το 1998 βρίσκεται στην εκκλησία του Hohenleuben.

Ο Jacobs παντρεύτηκε την Louise Jahn και ο εγγονός του Emil Jacobs (1868-1940) ήταν βιβλιοθηκάριος και επικεφαλής της βιβλιοθήκης στο Πανεπιστήμιο του Freiburg.

Το καλλιτεχνικό του έργο που είχε φιλελληνική έμπνευση, είχε ισχυρό αντίκτυπο στην Ευρώπη και ενέπνευσε πολλές γενιές Ελλήνων και Φιλελλήνων σε όλο τον κόσμο.

Η ΕΕΦ διαθέτει 4 εμβληματικά έργα του Paul Emil Jacobs στη συλλογή της και θα προετοιμάσει τους επόμενους μήνες μια εκδήλωση στην Αθήνα για να τιμήσει αυτόν τον σπουδαίο ζωγράφο και τη συμβολή του στον Ελληνισμό και το φιλελληνισμό.

 

Το μνημείο του Paul Emil Jacobs στην Gotha

 

Πίνακες του Paul Emil Jacobs στη συλλογή της ΕΕΦ