Ο Camille Alphonse Trézel. Λιθογραφία του 19ου αιώνος

Ο Camille Alphonse Trézel ήταν Γάλλος Στρατηγός που γεννήθηκε στο Παρίσι στις 5 Ιανουαρίου του 1780. Ο πατέρας του ονομάζονταν Pierre Jean Baptiste Antoine Auguste Trézel και η μητέρα του Magdeleine Victoire Payen.

Ο Trézel ήταν γιος εμπόρου. Εγκατέλειψε όμως το εμπόριο για να ξεκινήσει το 1801 μία στρατιωτική καριέρα, και μάλιστα στον ιδιαίτερο κλάδο των μηχανικών γεωγράφων. Το 1803 ήταν ήδη ανθυπολοχαγός. Το 1804 υπηρέτησε στην Ολλανδία και το επόμενο έτος ονομάσθηκε βοηθός μηχανικός γεωγράφος. Το 1806 συμμετείχε στην εκστρατεία στην Πολωνία, και το 1807-1808 έλαβε μέρος με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, στην αποστολή του Στρατηγού και Πρέσβη της Γαλλίας, Gardane, στην Περσία. Επέστρεψε το 1809 στη Γαλλία και ακολούθησε τον Στρατηγό Guilleminot στην Ιλλυρία, ως υπασπιστής του. Το 1810 προήχθη σε Λοχαγό και  έλαβε μέρος στον πόλεμο στην Καταλονία. Το 1811 υπηρέτησε στη Γερμανία. Το 1812 εστάλη στη Ρωσία και πολέμησε σε διάφορες μάχες. Επέστρεψε στη Γαλλία και έγινε Ταγματάρχης το 1813. Μετά την επιτυχή συμμετοχή του στη μάχη στην πόλη Mayence, προήχθη σε Συνταγματάρχη. Ακολούθως, χρίσθηκε επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου του Στρατηγού Vandamme και τραυματίσθηκε στη μάχη στο Fleurus το 1815. Ονομάσθηκε Ταξίαρχος στις 5 Ιουλίου 1815, όμως, το καθεστώς των Βουρβόνων δεν αναγνώρισε τον βαθμό του. Τέλος, το 1820 – 1823 έλαβε μέρος στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, όπου και διακρίθηκε. Στην Ελλάδα, ο Trézel έφτασε το 1828, ως υποδιοικητής του Γενικού Επιτελείου του εκστρατευτικού Σώματος του Στρατηγού Maison στο Μωριά.

Όπως είναι γνωστό, ο Στρατηγός Maison είχε υποβάλει πρόταση στον Κυβερνήτη Καποδίστρια για την οργάνωση του ελληνικού Τακτικού Στρατού, με ευθύνη των Γάλλων αξιωματικών του Σώματός του και με έξοδα της γαλλικής κυβέρνησης. Έτσι, ο Συνταγματάρχης Camille Alphonse Trézel, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, ονομάσθηκε Γενικός Διευθυντής των Ελληνικών Τακτικών Στρατευμάτων. Ο Trézel προήχθη από τον Καποδίστρια σε Στρατηγό και ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα κατόπιν διατάγματος, την 22α Ιουλίου 1829. Την εποχή εκείνη, η συνολική δύναμη του στρατεύματος ανερχόταν σε 2.688 άνδρες.

Σύμφωνα με το σχετικό διάταγμα που δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα, ο Στρατηγός Trézel επιφορτίσθηκε, επίσης, με τα καθήκοντα του Γενικού Επιθεωρητή του Τακτικού Σώματος. Αποστολή του ήταν να επιβλέπει την πρόοδο της οργάνωσης, να προτείνει τις μεταθέσεις, τις προαγωγές, τις ηθικές αμοιβές και τις διαμνημονεύσεις, να αποστέλλει εκθέσεις ή αιτήματα στον Κυβερνήτη, να επεξεργάζεται διαταγές επ’ ονόματι του Κυβερνήτη, να επικοινωνεί και να συνεργάζεται με το Γαλλικό στρατηγείο , να υποβάλλει τις προτεινόμενες τροποποιήσεις στη διοίκηση, κ.ά. Για όλες αυτές τις προσπάθειές του ο Trézel τηρούσε ενήμερη και τη γαλλική κυβέρνηση που χρηματοδοτούσε το στράτευμα.

Ο Trézel, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, κάλεσε στο επιτελείο του επίλεκτους αξιωματικούς, οι οποίοι προέρχονταν από τη στρατιά του Στρατηγού Maison. Ανάμεσά τους ήταν ο Pellion  που ορίσθηκε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ο Saint Martin, που ανέλαβε τη διαχείριση των πολεμοφοδίων και των χρημάτων που αποστέλλονταν από τη Γαλλία για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Στρατού, ο Auguste Guérrin, που ανέλαβε τα καθήκοντα του Στρατιωτικού Υπο-επιμελητή του Ελληνικού Τακτικού Στρατού, και ο Sauquet, που υπηρετούσε ως Στρατιωτικός Επιμελητής.

Ο Στρατηγός Trézel αναδιοργάνωσε το Τακτικό Σώμα το οποίο  πλέον περιελάμβανε τις ακόλουθες μονάδες:

α.   τέσσερα τάγματα Πεζικού, καθένα από τα οποία αποτελείτο από έξι λόχους,
β.   ένα τάγμα Πυροβολικού, αποτελούμενο από τέσσερις Πυροβολαρχίες και μία πεδινή Πυροβολαρχία,
γ.   ένα Σώμα Ιππικού, αποτελούμενο από τέσσερις ίλες (δύο λογχοφόρων και δύο τυφεκιοφόρων),
δ.   ένα Σώμα Τεχνικού (Οχυρωματοποιίας και Αρχιτεκτονικής),
ε.   το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο,
στ. το οπλοστάσιο.

Ο Trézel επέβαλε σε όλους τους στρατιωτικούς τομείς την εφαρμογή των γαλλικών κανονισμών, καθώς και το γαλλικό σύστημα οικονομικής επιμελητείας του Στρατού. Ο Saint Martin δημιούργησε, μάλιστα, και μια σχολή, στην οποία Έλληνες αξιωματικοί μάθαιναν τους γαλλικούς κανονισμούς στρατιωτικής διοικητικής μέριμνας και επιμελητείας. Παράλληλα, ο Trézel ανέθεσε στον Υπολοχαγό Pourchet τη διοίκηση του οπλοστασίου. Επιπλέον, και δεδομένου ότι στον Ελληνικό Στρατό εφαρμοζόταν εξ αρχής η γαλλική ποινική νομοθεσία, συγκροτήθηκε τον Δεκέμβριο του 1828 μόνιμο Στρατοδικείο, το οποίο συνέχισε να εφαρμόζει τον γαλλικό Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα. Όπως ήταν φυσικό, ο Trézel εισήγαγε εξολοκλήρου τους γαλλικούς κανονισμούς και στην εκπαίδευση. Η εκπαίδευση πραγματοποιείτο σε στρατόπεδο στα Μέγαρα, διαρκούσε 40 ημέρες για κάθε στρατιώτη και στηριζόταν κυρίως στις διατάξεις του γαλλικού Κανονισμού Εκστρατείας. Ο ίδιος ο Trézel επέβλεπε τις ασκήσεις των Όπλων και Σωμάτων του Τακτικού Στρατού (Πεζικού, Πυροβολικού και Ιππικού).

Αλλά ακόμη και στο θέμα της στολής του Τακτικού Στρατού, ο Trézel, με άλλη διάταξη, εισήγαγε στολή η οποία ήταν καθ’ όλα όμοια με αυτήν του Γαλλικού Στρατού.

Έτσι, χάρη στις προσπάθειες του Trézel «άπας ο Ελληνικός Τακτικός Στρατός τακτοποιηθείς κατ’ ουδέν διέφερε του Γαλλικού…», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Χρήστος Βυζάντιος. Όπως αναφέρει η Θεμελή-Κατηφόρη, την εποχή εκείνη στα ελληνικά στρατιωτικά Σώματα τα οποία είχαν οργανωθεί κατά τα γαλλικά πρότυπα, υπηρετούσαν πάνω από 150 Γάλλοι αξιωματικοί.

Επιπλέον, τον Οκτώβριο του 1829 επιβλήθηκε, µε προσωπική πρωτοβουλία του Trézel, η υποχρεωτική στρατολόγηση σε όλες τις επαρχίες του ελληνικού κράτους. Μέχρι τότε, η στρατολόγηση διενεργείτο σε εθελοντική βάση. Όμως ο Trézel είχε εντοπίσει την ανάγκη καλλιέργειας κλίµατος εμπιστοσύνης μεταξύ του Τακτικού Στρατού και της κυβέρνησης, και υπογράμμιζε προς όλες τις κατευθύνσεις ότι ως µικρό κράτος η Ελλάδα, μόνο με έναν ισχυρό εθνικό στρατό θα ήταν υπολογίσιμη.

Ύστερα από άλλη πρόταση του Trézel, θεσπίστηκε ακόμη και ο θρησκευτικός όρκος για τους στρατιωτικούς. Ο Trézel τον θεωρούσε ως ένα μέσο για την αποκατάσταση της στρατιωτικής τάξης και της πειθαρχίας. Όπως επισημαίνει ο Π. Σπυρόπουλος, πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο, λόγω της βαθιάς θρησκευτικής προσήλωσης των Ελλήνων, οι στρατιώτες θα απείχαν συνειδητά από κάθε παράβαση και έκτροπα.

Ο Trézel ήταν Γενικός Διευθυντής του Τακτικού Σώματος και Γενικός Επιθεωρητής,  και προήδρευε και της εξεταστικής επιτροπής του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου (Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων στο Ναύπλιο), που είχε μόλις συγκροτηθεί από έναν άλλο Γάλλο αξιωματικό, τον Henri Pauzié Banne. Έτσι, οι εξετάσεις των πρώτων υποψηφίων πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 1829, ενώπιον του και παρουσία του προξενικού πράκτορα της Γαλλίας. Οι πρώτοι απόφοιτοι, στους οποίους φόρεσε τις επωμίδες ο ίδιος ο Καποδίστριας, συνοδεία του Στρατηγού Trézel, ήταν μόλις οκτώ και εντάχθηκαν όλοι στο Πυροβολικό.

Εύελπις 1829 (αρχείο ΓΕΣ)

Αναπαράσταση της πρώτης απονομής βαθμών στους αποφοίτους της Στρατιωτικής Σχολής της Ελλάδος.

Πέραν των ανωτέρω, ο Στρατηγός Trézel είχε ως έργο του να αξιολογεί και τους υποψήφιους νέους στρατιωτικούς οι οποίοι επιθυμούσαν να εισαχθούν στον Τακτικό Στρατό μέσω της υπηρεσίας τους στο Σώμα των Ακολούθων. Το Σώμα αυτό, που ιδρύθηκε με διάταγμα το ίδιο έτος και μήνα, κύριο σκοπό είχε να προσελκύσει τους γιους των οπλαρχηγών, οι οποίοι αρνούνταν να στείλουν τα παιδιά τους στο Πολεμικό Σχολείο. Οι Ακόλουθοι, έφεραν τον βαθμό, τη στολή και λάμβαναν τον μισθό των υπαξιωματικών του Τακτικού Σώματος. Εκπαιδεύονταν στο Τακτικό Σώμα και, αφού αξιολογούνταν από επιτροπή με επικεφαλής τον Trézel, εντάσσονταν στον Στρατό ως Ανθυπολοχαγοί, ακριβώς όπως και οι απόφοιτοι του Πολεμικού Σχολείου. Το Σώμα των Ακολούθων δεν γνώρισε όμως επιτυχία και τελικά με την πάροδο του χρόνου ο θεσμός καταργήθηκε.

Δυστυχώς, οι σημαντικές προσπάθειες που κατέβαλε ο Στρατηγός Trézel για την αναδιοργάνωση του Στρατού σε όλους τους τομείς τερματίσθηκαν το 1830, λόγω της μεταβολής του πολιτικού κλίματος στη Γαλλία και της ενθρόνισης του Λουδοβίκου Φίλιππου. Η νέα γαλλική Κυβέρνηση έπαυσε τη χορήγηση των 100.000 φράγκων ανά μήνα, μέσω της οποίας καλύπτονταν τα έξοδα του Ελληνικού Στρατού, και ανακάλεσε την πλειονότητα των Γάλλων αξιωματικών που υπηρετούσαν στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο Στρατηγός Trézel, σύμφωνα με δημοσίευμα της Γενικής Εφημερίδος, ονομάσθηκε την εποχή αυτή αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Εκστρατευτικού Σώματος του Μωριά και τον Αύγουστο του 1830, κατόπιν εντολής του διοικητού του Σώματος, Schneider, υπέβαλε την παραίτησή από τη Γενική Διεύθυνση του Τακτικού Σώματος. Στην αρχηγία του Τακτικού Σώματος τον αντικατέστησε ο Γάλλος Στρατηγός Gérard.

Ο Camille Alphonse Trézel. Λιθογραφία του 19ου αιώνος.

Ακολούθως, ο Trézel επέστρεψε στη Γαλλία το 1831 και στη συνέχεια, έφυγε για την Αφρική ως επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου του Δούκα De Rovigo. Πολέμησε στην εκστρατεία της Αλγερίας και διακρίθηκε σε όλες τις μάχες στις οποίες συμμετείχε μέχρι το 1835, με εξαίρεση τη μάχη της Μάκτας. Μάλιστα, τραυματίσθηκε σε ορισμένες από αυτές. Επέστρεψε ξανά στη Γαλλία, αλλά το 1836 ανακλήθηκε στην Αλγερία, όπου τραυματίσθηκε αυτήν την φορά σοβαρά, οπότε και αποχώρησε.

Έγινε υποστράτηγος στις 11 Νοεμβρίου 1837 και ακολούθως, ορίσθηκε διευθυντής προσωπικού του Υπουργείου Πολέμου στις 15 Μαΐου 1839. Στις 21 Ιουλίου 1846 εκλέχθηκε στο Γαλλικό Κοινοβούλιο ως Pair de France και στις 9 Μαΐου 1847 έγινε Υπουργός του Πολέμου, καθήκοντα τα οποία διατήρησε μέχρι την 24η Φεβρουαρίου 1848. Με την επανάσταση στη Γαλλία το ίδιο έτος, αποστρατεύθηκε. Τέλος, το 1853 ανεκλήθη στην ενέργεια ως στρατιωτικός διοικητής του Κόμη του Παρισιού, υπηρεσία στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1856. Πέθανε στις 11 Απριλίου 1860.

Στη διάρκεια της καριέρας του, ο Trézel τιμήθηκε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής στις 12 Φεβρουαρίου 1813 και με το παράσημο του ανώτερου αξιωματικού της Λεγεώνας της Τιμής στις 13 Ιανουαρίου 1837. Είχε τιμηθεί επίσης με το παράσημο της Τάξεως του Ηλίου. Στην Ελλάδα τιμήθηκε με το παράσημο του Ανώτερου Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρα. Υπήρξε επίσης συγγραφέας απομνημονευτικών έργων σχετικών με τις πολεμικές αποστολές του. Οι προσπάθειες του στην Ελλάδα είχαν αδιαμφισβήτητα μεγάλο αντίκτυπο στον ελληνικό Τακτικό Στρατό, καθώς εισήγαγαν τη γαλλική εκπαίδευση και κατάρτιση, τον γαλλικό τρόπο σκέψης και το γαλλικό στρατιωτικό πνεύμα που διατηρήθηκε για πολλά χρόνια και επηρέασε τη μετέπειτα ελληνική στρατιωτική παράδοση.

 

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Biographie Universelle, Ancienne et Moderne, Tome 42, Paris, C. Desplaces, χ.η.
  • Correspondance du Comte Capodistrias, Président de la Grèce, Pupliée par E. A. Bétant, Tome 3, Genève-Paris, 1839.
  • Norman Tobias, The International Military Encyclopedia, Volume 1, Academic International Press, 1992.
  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, 1821-1832, τ. 4: Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευση, 1828-1829, [τ. 2 των Εθνοσυνελεύσεων], εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 1973.
  • Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα 1971.
  • Βυζάντιος Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, χ.ε., Αθήνα 1901.
  • Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. φ. 53, 31 Ιουλίου 1829 (Παράρτημα), αρ. φ. 56, 17 Αυγούστου 1829, αρ. φ. 61, 11 Σεπτεμβρίου 1829, αρ. φ. 82, 4 Δεκεμβρίου 1829, αρ. φ. 76, 9 Νοεμβρίου 1829 και αρ. 73, 10 Σεπτεμβρίου 1830.
  • Ελληνική Πολιτεία, αρ. φ. 89, 25 Αυγούστου 1830.
  • Ηλεκτρονική βάση απονεμηθέντων παρασήμων της Λεγεώνας της Τιμής http://wwwcoulture.gouv.fr/documentation/leonore/leonore.htm, Dossier LH/2628/32.
  • Θεμελή-Κατηφόρη Δέσποινα, Το γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα στην περίοδο του Καποδίστρια, 1828-1831, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1985.
  • Ιστορία της οργανώσεως του Ελληνικού Στρατού, 1821-1954, εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα 1955.
  • Καστάνης Ανδρέας, Η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, 1828-1834, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000.
  • Κρεμμυδάς Βασίλης, «Ο Γαλλικός Στρατός στην Πελοπόννησο. Συμβολή στην ιστορία της Καποδιστριακής περιόδου», Πελοποννησιακά, τ. ΙΒ΄ (1976-1977), σσ. 75-102.
  • Λαλούσης Χαράλαμπος, «O Ελληνικός Στρατός την περίοδο του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια (1828-1831)», Στρατιωτική Επιθεώρηση, τ. 2 (2000), σσ. 31-41.
  • Σπυρόπουλος Παναγιώτης., «Η επίδραση της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής στη διαμόρφωση της ελληνικής στρατηγικής σκέψης (1830-1939)», ΓΕΣ/ΔΙΣ, Οι πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας-Γαλλίας (19ος-20ος αι), Αθήνα, ΔΙΣ, σσ. 167-193.

 

Ο Βαρόνος Friedrich Eduard von Rheineck (1796-1854). Πίνακας του Γεωργίου Ροϊλού, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα

 

Ο Βαρόνος Friedrich Eduard von Rheineck (φον Ράϊνεκ) γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1796 στο Πότσνταμ της Πρωσίας. Έλαβε μέρος στους Ναπολεοντείους Πολέμους εναντίον του Ναπολέοντα ως αξιωματικός του Πρωσσικού Ιππικού.

Από την έναρξη της Επανάστασης του 1821, εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων και συμμετείχε με ενθουσιασμό στα φιλελληνικά κομιτάτα που ιδρύθηκαν στην Γερμανία. Σύντομα αποφάσισε να μεταβεί στην Ελλάδα και να πολεμήσει ως εθελοντής.

Το 1822 το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Κόμπλεντς του ανέθεσε να ταξιδεύσει στην Ελλάδα και να μεταφέρει σημαντική οικονομική βοήθεια που είχαν συγκεντρώσει οι φιλέλληνες του Κόμπλεντς για την ενίσχυση της Ελληνικής Επανάστασης. Έφθασε στην Κόρινθο και σύντομα ανέλαβε καθήκοντα υπασπιστή του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου στο Μεσολόγγι. Μάλιστα συμμετείχε ενεργά στην υπεράσπιση του Μεσολογγίου, κατά την πρώτη πολιορκία του 1822[1] , όπου και διακρίθηκε.

Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στην Ελλάδα, ο von Rheineck τιμήθηκε για την ανδρεία του και έλαβε το 1822 τον βαθμό του ταγματάρχη και το 1826 τον βαθμό του συνταγματάρχη του Ελληνικού Στρατού.

Η Ελληνική Διοίκηση του χορήγησε ήδη από τον Ιούνιο του 1823 την Ελληνική υπηκοότητα, όπως και σε άλλους επιφανείς Φιλέλληνες[2].

Το ψήφισμα με το οποίο χορηγείται η Ελληνική υπηκοότητα στον von Rheineck και σε λοιπούς επιφανείς Φιλέλληνες

Ο Βαρόνος von Rheineck συμμετείχε σε σημαντικές πολεμικές επιχειρήσεις σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης. Το 1825 – 1827 υπηρέτησε στο Ναύπλιο[3]. Το 1828 ανέλαβε καθήκοντα στην Αίγινα. Στη συνέχεια, στάλθηκε το ίδιο έτος από τον Ι. Καποδίστρια με στρατό στην Γραμβούσα της Κρήτης ως τις αρχές του 1829. Εκεί διηύθυνε τις επιχειρήσεις των Ελληνικών δυνάμεων μέχρι το 1829 και συνέβαλε στην πάταξη της πειρατείας και στην ασφαλή διαπεραίωση Κρητών στην Πελοπόννησο[4]. Μετά τον θάνατο του Ι. Καποδίστρια, ο von Rheineck, που είχε τότε τον βαθμό του συνταγματάρχη, ανέλαβε τον Απρίλιο του 1832 καθήκοντα διοικητή της Στρατιωτικής Σχολής. Το 1834, η Σχολή έλαβε την τελική της μορφή και ονομάσθηκε Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων[5] . Ο von Rheineck παρέμεινε στην θέση αυτή μέχρι το 1840.

Κατόπιν, υπηρέτησε ως Φρούραρχος και στρατιωτικός διοικητής του Ναυπλίου το 1843[6]. Τον Φεβρουάριο του 1840, εν τω μεταξύ, προήχθη σε ταξίαρχο και διορίσθηκε στο Αναθεωρητικό Στρατοδικείο, στο οποίο ανέλαβε καθήκοντα Προέδρου το 1849.

Απεβίωσε την 26η Οκτωβρίου 1854 στην Αθήνα ως πρόεδρος του Αναθεωρητικού Στρατοδικείου, φέρων τον βαθμό του υποστρατήγου του Ελληνικού Στρατού. Λίγους μήνες προ του θανάτου του, ο παλαιός του συναγωνιστής και υπουργός στρατιωτικών στην κυβέρνηση Μαυροκορδάτου, Δημήτριος Καλλέργης, τον προήγαγε σε επίτιμο στρατηγό[7].

Ο τάφος με το οικόσημο της οικογενείας του, βρίσκεται στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών[8].

Ο Βαρόνος Frederick Edward von Rheineck τιμήθηκε για τη δράση του με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος των Ιπποτών του Σωτήρος και με το Αργυρούν Αριστείο του Αγώνος[9].

Από το γάμο του με την αδερφή του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, Ευφροσύνη Μαυροκορδάτου[10], απέκτησε πέντε παιδιά. Η κόρη του, Βιλελμίνη Rheineck, διορίσθηκε τον Ιανουάριο του 1851 κυρία της Τιμής της βασίλισσας Αμαλίας. Έμεινε στη θέση αυτή τρία χρόνια και κατόπιν έφυγε, για να παντρευθεί τον Αριστείδη Βαλτατζή, τραπεζίτη από την Κωνσταντινούπολη[11]. Επίσης, ο γιός του Αριστείδης Rheineck (1834-1913), έφθασε στον βαθμό του υποναυάρχου του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού.

Ο Αριστείδης Rheineck, συμμετείχε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Τον Ιανουάριο του 1897 ανέλαβε την διοίκηση του νεότευκτου θωρηκτού «Ύδρα» και θωρηκτής μοίρας στην οποία συμμετείχαν και τα πολεμικά πλοία «Μυκάλη» και «Πηνειός». Ο Αριστείδης Rheineck διέσωσε το αρχείο του πλοιάρχου Λεωνίδα Παλάσκα, το οποίο δώρισε στο Υπουργείο Ναυτικών[12].

Ο Βαρόνος von Rheineck ήταν ένας μεγάλος Φιλέλληνας, με σημαντική και πολυεπίπεδη προσφορά, που πολιτογραφήθηκε Έλληνας. Η οικογένειά του συμμετείχε σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες της Ελλάδας. Η ΕΕΦ τιμά τον μεγάλο αυτό Φιλέλληνα.

 

Παραπομπές

[1]  Περιοδικό ‘’Εβδομάς’’, Αθήνα, Έτος Α’(1884), τόμος Α’ αρ. 1. (χωρίς ημερ.) ως και αρ. 27, 2 Σεπτεμβρίου 1884, εκδ. Κορίννη ,Αθήνα, 1884, σελ.45.

[2]https://paligenesia.parliament.gr/page.php?id=654 . https://paligenesia.parliament.gr/page.php?id=5224

[3] Τράιμπερ, Ερρίκος, ‘’Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828’’, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960, σελ. 75.

[4] Περιοδικό ‘’Εβδομάς’’, Αθήνα, Έτος Α’(1884), τόμος Α’ αρ. 1. (χωρίς ημερ.) ως και αρ. 27, 2 Σεπτεμβρίου 1884, εκδ. Κορίννη, Αθήνα, 1884, σελ.46. Επίσης, βλ. https://de.wikipedia.org/wiki/Agriolidis .

[5] Ιστοσελίδα της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

[6] Περιοδικό ‘’Εβδομάς’’, Αθήνα, Έτος Α’(1884), τόμος Α’ αρ. 1. (χωρίς ημερ.) ως και αρ. 27, 2 Σεπτεμβρίου 1884, εκδ. Κορίννη ,Αθήνα, 1884, σελ.46.

[7] Βλ. στο ίδιο.

[8] http://pandektis.ekt.gr/pandektis/handle/10442/163484

[9] Περιοδικό ‘’Εβδομάς’’, Αθήνα, Έτος Α’(1884), τόμος Α’ αρ. 1. (χωρίς ημερ.) ως και αρ. 27, 2 Σεπτεμβρίου 1884, εκδ. Κορίννη ,Αθήνα, 1884, σελ.46.

[10] Klenze, Leo von, ‘’ Aphoristische Bemerkungen gesammelt auf seiner Reise nach Griechenland’’, εκδ. G. Reimer, Βερολίνο, 1838, σελ. 156.

[11] https://archive.org/stream/amaliahvasiliss00alimgoog/amaliahvasiliss00alimgoog_djvu.txt

[12] Βικιπαιδεία. Επίσης, βλ. http://www.ghika.net/

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

 

Στρατιωτικός της Λεγεώνας του Meuse

 

Ο François Robert είναι ένας από τους πιο γνωστούς Γάλλους φιλέλληνες, που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και επέδειξε υποδειγματικό ηρωισμό κατά την πολιορκία της Ακρόπολης υπό τον Κάρολο Φαβιέρο.

Ο François Robert καταγόταν από το Nancy της Γαλλίας. Είχε καταταγεί στον γαλλικό στρατό και συμμετείχε στην Λεγεώνα της Meuse. Στην Ελλάδα έφερε τον βαθμό του Ταγματάρχη στο Τακτικό Σώμα. Ήταν πολύ νέος, και ιδιαίτερα αγαπητός στον αρχηγό του Τακτικού Σώματος, Φαβιέρο, καθώς ήταν συντοπίτης του από το Nancy.  Μάλιστα ο τελευταίος τον θεωρούσε παιδί του.

Ο νεαρός Robert μνημονεύεται συνήθως στην ελληνική ιστορία για τον ηρωικό τραυματισμό του με πολυάριθμες πληγές, μέσα σε μία τάφρο της Ακροπόλεως, και τη γενναιότητά του πριν ξεψυχήσει. Και είναι κρίμα που, ελάχιστα  στοιχεία συναντώνται στα γαλλικά αρχεία για αυτόν τον γενναίο φιλέλληνα ή «τον γενναίο Robert», όπως συχνά τον αποκαλούσαν.

Ο βιογράφος των Φιλελλήνων, Henri Fornèsy, είναι από τους λίγους που αναφέρονται στον François Robert. Στον κατάλογό του για τους Φιλέλληνες, γράφει για αυτόν τα εξής:

«Από το Nancy. Πέθανε στην Αθήνα, εξαιτίας τραυμάτων, στις 28 Δεκεμβρίου του 1827. Πρώην αξιωματικός της Λεγεώνας του Μεύση. Εκπαιδευτής του Πεζικού στην Ελλάδα, διοικούσε στο Χαϊδάρι το Α΄ Τάγμα του Τακτικού Στρατού, το οποίο επέδειξε μεγάλη γενναιότητα, και όντας επικεφαλής τραυματίστηκε, γεγονός που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης, και να αντικατασταθεί από τον Λοχαγό Maillet».

Εκείνος που εντούτοις, μας δίνει τα περισσότερα στοιχεία για αυτόν τον γενναίο πολεμιστή, είναι αδιαμφισβήτητα ο Χρήστος Βυζάντιος, στην Ιστορία του Τακτικού Στρατού. Ο Βυζάντιος λοιπόν αναφέρει και αυτός ότι ο Robert αρχικά ήταν εκπαιδευτής του Τακτικού Στρατού, ασκώντας τους στρατιώτες στα γαλλικά πεζικά γυμνάσια (ελιγμούς) σε συνεργασία με τον επίσης Γάλλο εκπαιδευτή Maillet, ο οποίος δίδασκε τη θεωρεία. Ο Robert ήταν τότε λοχαγός και υπασπιστής του Α’ τάγματος. Ακολούθως, ο Robert ανέλαβε την αρχηγία του Α΄ Τάγματος σε αντικατάσταση του ταγματάρχου Στέφανου που είχε δολοφονηθεί στην Τήνο το 1826.

Στη μάχη στο Χαϊδάρι, γράφει ο Χρήστος Βυζάντιος, ο «ταγματάρχης του Α΄ τάγματος Ροβέρτος, εβάδισε κατά φάλαγγα και φτάσας εις την θέσιν της προφυλακής εσχημάτισε τετράγωνον και επερίμενε τον εχθρόν». Λίγο αργότερα, «ο ταγματάρχης παρευθύς χωρίς να χάσει καιρόν, διέταξε να εκτελεσθώσι τα πυρά δίδων το παράγγελμα τετράγωνον, ετοιμάστε, άρμα, και πριν ακόμη δώση άλλο παράγγελμα, επληγώθη εις την κοιλίαν χωρίς να παρατηρήση τούτο ουδείς των λοχαγών δια να αναλάβη τη διοίκηση του τετραγώνου». Ο ταγματάρχης Robert αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη μάχη, εξαιτίας του τραυματισμού του, όμως το Α’  Τάγμα στη μάχη αυτή αν και έχασε 38 άνδρες του, ανάγκασε τον Κιουταχή να υποχωρήσει, κερδίζοντας μια λαμπρή νίκη.

Στη γενναιότητα, την ένδοξη νίκη και τον τραυματισμό του Robert στη μάχη αυτή αναφέρεται μάλιστα η εφημερίδα ο Φίλος του Νόμου του Ιταλού Joseph Chiappe, τον Αύγουστο του 1826, ονομάζοντας τον Robert «γενναίον Φιλέλληνα ταγματάρχη Κ. Ροβέρτον».

Ο Fornèsy συνεχίζει λέγοντας ότι λίγο αργότερα, ο Robert «ανέλαβε τη διοίκηση του τάγματος πορείας που ανεφοδίασε το φρούριο των Αθηνών, υπό τις διαταγές του Φαβιέρου. Εξαιτίας ενός χτυπήματος από βλήμα πολυβόλου κόπηκαν τα πόδια του, έπεσε μέσα στην τάφρο μεταξύ του φρουρίου και των τουρκικών χαρακωμάτων και η απουσία του δεν έγινε αισθητή παρά μόνο όταν όλοι είχαν μπει στο φρούριο. Οδηγημένοι από τα βογγητά του, τέσσερις από τους συντρόφους του, οι κ.κ. Mollière, Pignaud, Bernard και Cartier, με τη βοήθεια δύο στρατιωτών του Στρατηγού Γριζιώτη, των οποίων τα ονόματα δυστυχώς παραμένουν άγνωστα, αφού τον εντόπισαν, βγήκαν από την Ακρόπολη και έτρεξαν στο σημείο όπου ο άτυχος Robert πάλευε με τους μανιώδεις εχθρούς του, τους οποίους είχε τρέψει σε φυγή. Αφού τον μετέφεραν στο φρούριο, διαπιστώθηκε ότι έφερε στο σώμα του είκοσι τέσσερα τραύματα, που αιμορραγούσαν και προέρχονταν από θραύσματα πυροβόλων, χτυπήματα με ξίφη, γιαταγάνια, κ.τ.λ. Κατάφερε να επιζήσει για τέσσερις ημέρες με αυτά τα τρομερά τραύματα και πέθανε, με την πιο γενναία αυταπάρνηση και έπειτα από φρικτούς πόνους, προκαλώντας τη βαθιά λύπη και τα δάκρυα του γενναίου Φαβιέρου, που τον αγαπούσε σαν παιδί του, καθώς και όλης της φρουράς, που είχε θαυμάσει την αξία του και την ενεργητικότητα του χαρακτήρα του».

Ο Antoine Pignaud ήταν Γάλλος φιλέλληνας που μετά την Επανάσταση έμεινε μόνιμα στην Ελλάδα. Διορίσθηκε Φρούραρχος της Πύλου. Πίνακας από την συλλογή της ΕΕΦ.

Τις ίδιες πληροφορίες για τον Robert αναπαράγει ο Μπάμπης Άννινος στο έργο του «Οι Φιλέλληνες του 1821», το 1925, καθώς επίσης και η Michelle Averoff στο άρθρο της για τους Φιλέλληνες το 1967.

Επ’ αυτών των γεγονότων, ο Χρήστος Βυζάντιος παρέχει μια διαφορετική, πιο γλαφυρή και παραστατική περιγραφή. Γράφει λοιπόν ο ιστοριογράφος του Τακτικού για τον τραγικό θάνατο του Robert τα εξής: «Ο φιλέλλην ούτος, πληγωθείς με σφαιρίδια εις τους πόδας, έπεσε μεταξύ της τάφρου και των Ελληνικών χαρακωμάτων, αφ’ ού δε ο στρατός όλος εισήλθεν εις την Ακρόπολιν, οι εχθροί επιστρέψαντες εις τας θέσεις των, και ευρόντες αυτόν κείμενον κατά γής, ήρχισαν να τον κατακόπτωσι με τα ξίφη των˙ αλλ’ ο δυστυχής ούτος αντεπάλευεν ικανήν ώραν με την σπάθην του, εώς ού στρατιώται τινές του Γριζιώτη, ακούσαντες την κλαγγήν των ξίφων, έδραμον προς εκείνο το μέρος, και καταδιώξαντες τους εχθρούς τον μετέφερον εις την Ακρόπολιν, έχοντα είκοσι έξ πληγάς από ξίφη και δύο από σφαιρίδια. Ο χειρούργος της φρουράς Οθωμανός Κούρδαλης τας εθεράπευσεν όλας εκτός από εκείνων των ποδών του, τους οποίους δεν έκοψε δι’ έλλειψιν των αναγκαίων εργαλείων, ώστε μετά οκτώ ημερών σφοδρούς πόνους απέθανεν˙ ο θάνατός του ελύπησε γενικώς όλους προ πάντων δε τον Φαββιέρον, όστις τον ηγάπα ως υιόν του».

Οι ανωτέρω πληροφορίες του Βυζαντίου και εκείνες του Fornèsy, ταυτίζονται στο μεγαλύτερο μέρος τους, γεγονός που τις καθιστά απόλυτα αξιόπιστες. Πόσο μάλλον όταν ο Χρήστος Βυζάντιος ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Παρόμοιες πληροφορίες δίνει και ο Σπυρίδων Τρικούπης. Το όνομα ενός εκ των στρατιωτών του Γριζιώτη συμπληρώνει ο Σουμερλής, λέγοντας ότι επρόκειτο για τον γενναίο Ιωάννη Κουντουριώτη ο οποίος μετέφερε τον Robert εντός του φρουρίου, καθόσον είχε πέσει σε χέρια δέκα εχθρών που τον κατέκοψαν. Αναφέρεται δε στη βιβλιογραφία ότι του έκοψαν εκτός των άλλων και τα αυτιά, ώστε είχε παραμορφωθεί εντελώς.

Σύγχυση επικρατεί εντούτοις γύρω από την ημερομηνία θανάτου αυτού του σπουδαίου αγωνιστή. Για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, αναφέρει ως ημερομηνία θανάτου του Robert την 6η Δεκεμβρίου 1827, ημερομηνία με την οποία συμφωνεί και ο Ιωάννης Βλαχογιάννης. Αντίστοιχα, ο Thomas Gordon στα απομνημονεύματά του συντάσσεται με τον Fornèsy ως προς την ημερομηνία θανάτου του Robert και αναφέρει ότι πέθανε λίγο μετά τα μέσα Δεκεμβρίου. Αντίθετα, ο Karl Heideck, στα δικά του απομνημονεύματα αναφέρει ως ημερομηνία θανάτου του Robert τον Φεβρουάριο του 1827. Το στοιχείο αυτό είναι μάλλον λανθασμένο γιατί σύμφωνα με έγγραφα που δημοσιεύει η Φιλελληνική Επιτροπή του Παρισιού, και συγκεκριμένα σύμφωνα με επιστολές των ιατρών Bailly και Gosse προς την Επιτροπή, ο Robert τον Ιανουάριο του 1827 είχε ήδη αποβιώσει. Όπως και να έχει, η ηρωική θυσία του παραμένει αξιομνημόνευτη, παρότι σχεδόν άγνωστη.

Ο ηρωικός θάνατός του μεγάλου αυτού Φιλέλληνα έδωσε αφορμή για τη δημιουργία δημοτικού μοιρολογιού της Ρούμελης.

Τέλος, για να θυμίζει στους Έλληνες την προσφορά και τη θυσία του γενναίου Robert, το ελληνικό κράτος έχει τοποθετήσει στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στον προαύλιο χώρο, μια αναμνηστική στήλη. Στην αριστερή πλευρά της στήλης είναι χαραγμένα τα λόγια: «ΤΩ, ΦΑΒΙΕΡΩ, ΠΡΟΜΑΧΩ, ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ Η ΕΛΛΑΣ 1826 – 1926». Στην αριστερή πλευρά της στήλης: «ΕΙΣ ΤΟΝ ΗΡΩΙΚΟΝ ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΝ ΦΡΑΓΚ. ΡΟΒΕΡΤΟΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΤ ΑΥΤΟΥ ΘΑΝΟΝΤΑΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑΣ Η ΕΛΛΑΣ 1826 – 1926».

Αναμνηστική στήλη στην Ηρώδου Αττικού για τους Φιλέλληνες που έπεσαν στην Αθήνα κατά την Επανάσταση του 1821

Η Ελλάδα και οι Έλληνες θα τιμούν αιώνια τον μεγάλο αυτό Φιλέλληνα μαχητή, που πολέμησε με ηρωικό τρόπο και μαρτύρησε για την απελευθέρωση της Αθήνας και της Ακρόπολης που αποτελεί το αιώνιο σύμβολο του δυτικού πολιτισμού.

 

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • [Comité Philhellénique de Paris], Documents relatifs à l’État présent de la Grèce, février-mars 1827, Paris, Firmin Didot, 1827.
  • Barth Wilhelm – Max Kehrig-Korn, Die Philhellenenzeit, von der Mitte des 18 Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias am 9 Oktober 1831, εκδ. Hueber, Μόναχο
  • Fornèsy Henry, Le monument des philhellènes, 1860, χειρόγραφο υπ’ αριθ. 1697, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων, Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.
  • Gordon Thomas, History of the Greek Revolution, 1, London, William Blackwood, Edinburg & T. Cadell, Strand, 1844.
  • Άιδεκ Κάρολος, «Τα των Βαυαρών Φιλελλήνων εν Ελλάδι κατά τα έτη 1826-1829», Αρμονία, τ. 1 (1900) και τ. 2 (1901).
  • Άννινος Μπάμπης, Ιστορικά σημειώματα, εκδ. Εστία, Αθήνα
  • Βλαχογιάννης Ιωάννης, Αθηναϊκόν Αρχείον, Αθήνα, Εκ του Τυπογραφείου Γ.Σ. Βλαστού, 1901.
  • Βυζάντιος Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, χ.ε., Αθήνα 1901.
  • Εφημερίδα ο Φίλος του Νόμου, αρ. φ. 234, 13 Αυγούστου 1826.
  • Παπαρηγόπουλος Κωνσταντίνος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα, Εκ της Τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά, 1853.
  • Σουμερλής Διονύσιος, Ιστορία των Αθηνών, Αίγινα, Εκ της Τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά, 1834.
  • Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Δ΄, Λονδίνο, 1857.

 

Στολή Πρώσσου στρατιωτικού της περιόδου των Ναπολεοντείων πολέμων. Η στολή αυτή απετέλεσε την έμπνευση για τον σχεδιασμό της στολής του Ιερού Λόχου του Αλεξάνδρου Υψηλάντη.

 

Ο Alexander Wilhelm Kolbe (;-1860), ήταν Γερμανός στρατιωτικός και Φιλέλληνας. Γεννήθηκε στο Βερολίνο και υπηρέτησε ως λοχίας του Πρωσσικού Στρατού κατά τους Ναπολεοντείους Πολέμους[1], εναντίον των Γάλλων. Διακρίθηκε για τη γενναιότητά του στη Δρέσδη και στο Βατερλώ[2].

Ήταν από τους πρώτους Φιλέλληνες που έφθασε στην Ελλάδα κατά την Ελληνική Επανάσταση, ως εθελοντής, ήδη από το 1821 και  ενετάγη στη Γερμανική Λεγεώνα[3]. Μετά τη διάλυσή της κατά τη μάχη του Πέτα την 4η Ιουλίου 1822, επέστρεψε για λίγο στην Γερμανία και επανήλθε στην Ελλάδα στα τέλη Οκτωβρίου του 1822. Την περίοδο αυτή έλαβε μέρος στην τελική φάση της πολιορκίας του Ναυπλίου[4].

Στη συνέχεια συμμετείχε διαρκώς σε όλες τις φάσεις του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.

Τον Δεκέμβριο του 1822, πήγε στο Μεσολόγγι ως αντιπρόσωπος των Γερμανών Φιλελλήνων, συνοδεύοντας δωρεές από τα Φιλελληνικά κομιτάτα για την ενίσχυση της Επανάστασης[5]. Εκεί, υπηρέτησε ως καπράρος (από το ιταλικό caporale) α’ τάξεως[6]. Ταυτόχρονα ήταν κομιστής της πρόσκλησης του λόρδου Βύρωνα προς τους εν Ελλάδι Γερμανούς Φιλέλληνες για κατάταξη στο υπό δημιουργία σώμα πυροβολικού[7].

Το 1823, συμμετείχε στην εκστρατεία του Παρνασσού κατά του Δερβίς Πασά, υπό τον Νικηταρά[8].

Στις 11 Ιανουαρίου 1824, αφού είχε μεσολαβήσει δεύτερη επιστροφή του στο Darmstadt της Γερμανίας[9],ο Kolbe ξαναγύρισε στο Μεσολόγγι[10], όπου αρχικά διετέλεσε λοχαγός του επιτελείου στην εκστρατεία κατά του Ομέρ Βρυώνη στην πεδιάδα της Λιγοβίτσας, ενώ την 1η Αυγούστου 1824, διορίσθηκε υποφρούραρχος Μεσολογγίου, μετά την τελευτή του λόρδου Βύρωνος[11]. Μετά την έξοδο του Μεσολογγίου, τον Απρίλιο του 1826, έλαβε μέρος στην Μάχη της Αράχωβας (18-24 Νοεμβρίου 1826)[12]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο αυτό, οργάνωσε μία μονάδα πυροβολικού αξιοποιώντας 6 κανόνια και δύο όλμους που είχαν στείλει στους Έλληνες μαχητές τα Φιλελληνικά κομιτάτα της Γερμανίας.

Ο Kolbe είχε αναλάβει πολλές φορές να συνοδεύσει στην Ελλάδα από την Γερμανία οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, που συγκέντρωναν τα Φιλελληνικά κομιτάτα.

Όταν ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας ο Ι. Καποδίστριας, ο Kolbe διορίσθηκε επιμελητής του στρατού και αρχιεπιμελητής του ναυτικού[13]. Το 1846 για άγνωστο λόγο, ετέθη σε διαθεσιμότητα[14].

Απεβίωσε στον Πόρο το 1860, εκτιμώμενος για την μακρά του συνεισφορά στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων, τις σημαντικές υπηρεσίες που προσέφερε, καθώς και για την ακεραιότητα και ευγένεια του χαρακτήρα του[15].

Για τη δράση του στην Ελλάδα, τιμήθηκε με το Αριστείον του Αγώνος. Για την προηγούμενη υπηρεσία του, τιμήθηκε με το Πρωσσικό Παράσημο του Μελανός Αετού, το οποίο έλαβε για τη γενναιότητά του στη Δρέσδη και το Βατερλώ, όπου τραυματίστηκε σοβαρά, υπηρετώντας υπό τις διαταγές του στρατάρχη Gebhard Leberecht von Bluecher (1742-1819)[16].

Παραπομπές

[1] St Clair, William, ‘’That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 125.

[2]https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81_%CE%9A%CF%8C%CE%BB%CE%BC%CF%80%CE%B5

[3] St Clair, William, ‘’That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 125.

[4] ‘’Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαιδείας, Αθήνα, 1929, δ’ τόμος, σελ.174.

[5] Τράιμπερ, Ερρίκος, ‘’Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828’’, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ .εκδ., Αθήνα, 1960, σελ.56.

[6] https://paligenesia.parliament.gr/page.php?id=4959

[7] Βλ. στο ίδιο.

[8] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81_%CE%9A%CF%8C%CE%BB%CE%BC%CF%80%CE%B5

[9] St Clair, William, ‘’ That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ.161.

[10] Τράιμπερ, Ερρίκος, ‘’Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828’’, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ .εκδ., Αθήνα, 1960, σελ.59.

[11] Περιοδικό ‘’Εβδομάς’’, Αθήνα, Έτος Α’(1884), τόμος Α’ αρ. 1. (χωρίς ημερ.) ως και αρ. 27, 2 Σεπτεμβρίου 1884, εκδ. Κορίννη, Αθήνα, 1884, σελ.59.

[12]  Βλ. στο ίδιο.

[13] ‘’Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαιδείας, Αθήνα, 1929, δ’ τόμος, σελ.174.

[14] Περιοδικό ‘’Εβδομάς’’, Αθήνα, Έτος Α’(1884), τόμος Α’ αρ. 1. (χωρίς ημερ.) ως και αρ. 27, 2 Σεπτεμβρίου 1884, εκδ. Κορίννη ,Αθήνα, 1884, σελ.59.

[15] Βλ. στο ίδιο.

[16] Βλ. στο ίδιο.

Πηγές – Βιβλιογραφία

  • St Clair, William, ‘’That Greece Might Still Be Free.The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81_%CE%9A%CF%8C%CE%BB%CE%BC%CF%80%CE%B5.
  • ‘’Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαιδείας, Αθήνα, 1929, δ’ τόμος.
  • https://paligenesia.parliament.gr/page.php?id=4959
  • Τράιμπερ, Ερρίκος, ‘’Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828’’, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ .εκδ., Αθήνα, 1960.
  • Περιοδικό ‘’Εβδομάς’’, Αθήνα, Έτος Α’(1884), τόμος Α’ αρ. 1. (χωρίς ημερ.) ως και αρ. 27, 2 Σεπτεμβρίου 1884, εκδ. Κορίννη ,Αθήνα, 1884.

 

Ο Στρατάρχης Nicolas-Joseph Maison

 

Ο Nicolas-Joseph Maison γεννήθηκε στην πόλη Epinay-Sur-Seine της Γαλλίας στις 19 Δεκεμβρίου 1771. Ήταν κόμης από το 1813 και μαρκήσιος από το 1818. Ο πατέρας του ονομάζονταν Joseph Maison και η μητέρα του Marie Genevieve Guiard. Η σύζυγός του ονομάζονταν Marie-Madeleine-Françoise Weigold.

Προέρχονταν από πολύ φτωχή οικογένεια και ο πατέρας του, που ήταν παντοπώλης, τον προόριζε για έμπορο. Ο ίδιος όμως, σε ηλικία 21 ετών, κατατάχθηκε ως εθελοντής στον γαλλικό στρατό στις 15 Αυγούστου του 1791, και συμμετείχε στον πόλεμο κατά της Πρωσίας. Το 1792 έγινε λοχαγός. Υπηρέτησε με αυτόν τον βαθμό ως τον Οκτώβριο του 1795, σύμφωνα με το ατομικό του μητρώο,  και έλαβε μέρος σε πολλές εκστρατείες και μάχες όπου πολλές φορές τραυματίστηκε. Στη συνέχεια υπηρέτησε για λίγο στην Ιταλία, έπειτα στον στρατό του Ρήνου, και μετά στην Ολλανδία. Ακολούθως, στο Ανόβερο και τη Γερμανία. Κέρδισε σταδιακά και αργά τους βαθμούς του, φθάνοντας το 1805 στον βαθμό του Ταξιάρχου. Με αυτόν τον βαθμό πολέμησε με τη Μεγάλη Στρατιά στην Πρωσία, στην Ισπανία και στη Γερμανία, κατά τα έτη 1809 μέχρι το 1812, και συμμετείχε στην μεγάλη εκστρατεία κατά της Ρωσίας. Ονομάστηκε Υποστράτηγος επί του πεδίου της μάχης το 1812 από τον Ναπολέοντα και κατά το 1813 μετείχε στην εκστρατεία στη Σαξωνία, όπου τραυματίσθηκε στη μάχη στη Λειψία. Ήταν διοικητής στο Παρίσι κατά τα έτη 1814, 1815 και 1816, και έκανε ό,τι μπορούσε για να διατηρηθεί η τάξη, ενώ ταυτόχρονα από εκείνη την εποχή ανέπτυξε συνταγματικά φρονήματα.

Ο Nicolas-Joseph Maison. Λιθογραφία του 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ).

Κατά τους πολέμους της ναπολεόντειας Γαλλίας που ακολούθησαν, ο Maison  ανέλαβε τέσσερις φορές την υπεράσπιση του Βελγίου με επιτυχία, γεγονός που θεωρήθηκε το μεγαλύτερο στρατιωτικό του κατόρθωμα.

Στη διάρκεια της ζωής του έλαβε μέρος συνολικά σε 50 περίπου μάχες και τραυματίσθηκε πάνω από 30 φορές. Η ανδρεία του Maison αναγνωρίστηκε και από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη ο οποίος με ιδιόχειρη απόφασή του τού απένειμε τιμητικά ένα σπαθί, όπως φαίνεται από γαλλικά αρχεία.

Στις 28 Αυγούστου του 1828, έφτασε στη Μεθώνη επικεφαλής Εκστρατευτικού Σώματος, ύστερα από κοινή απόφαση των τριών Μεγάλων Δυνάμεων και σε εκτέλεση του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 19ης Ιουλίου του 1828, το οποίο προέβλεπε την αποχώρηση του Αιγυπτιακού Στρατού από την Πελοπόννησο. Σκοπός του Σώματος του Maison ήταν η εκκένωση της Πελοποννήσου από τα εχθρικά στρατεύματα του Ιμπραήμ.

Ο Nicolas-Joseph Maison. Λιθογραφία του 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ).

Ενδεικτική της κατάστασης που επικρατούσε είναι επιστολή του Κυβερνήτη της Ἑλλάδος Ι. Καποδίστρια. Το έγγραφο φέρει την υπογραφή του («Ἰω. Α. Καποδίστριας») και απευθύνεται προς το «Πανελλήνιον, πρός τούς καθ’ ὅλην τήν Ἐπικράτειαν Ἐκτάκτους  Ἐπιτρόπους καί πρός τούς Ἀρχηγούς τῶν κατά γῆν καί θάλασσαν δυνάμεων», με το οποίο ανακοινώνει την απόφαση της Γαλλίας να οργανώσει εκστρατεία υπό τον αντιστράτηγο Maison. Αίγινα, 13 Αύγουστου 1828.

Έντυπη επικεφαλίδα («ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ / Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»), προσυπογράφει ὁ Γραμματεύς της Επικρατείας Σπ. Τρικούπης.

«… Ἐπειδή ἡ θέσις τῶν Αὐλῶν τῆς Ἀγγλίας καί τῆς Ῥωσσίας δέν ταῖς ἐπέτρεπε νά χορηγήσωσι το ἀνῆκον εἰς αὐτάς τῆς ἐκστρατείας ταύτης μέρος, ὁ Βασιλεύς τῆς Γαλλίας ἀνεδέχθη τοῦτο μόνος, ὥστε ἀπόκειται εἰς μόνα τά Γαλλικά στρατεύματα να ἀρχίσωσι καί νά προάξωσιν ἑτοίμως τό ἔργον τῆς Εἰρήνης, τήν ὁποίαν ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου ὑπεσχέθη εἰς τήν Ἑλλάδα καί εἰς τήν Εὐρώπην. Ὁ Ἀντιστράτηγος Μαρκέσιος DeMaison, ἐτέθη ἐπί κεφαλῆς τῆς ἐκστρατείας ταύτης, οἱ συγκροτοῦντες την ὁποίαν πολεμισταί θέλουν φθάσει μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἰς τόν τόπον τόν ὁποῖον ἡ παρουσία τοῦ Ἰμπραήμ-Πασᾶ ἀνηλεῶς κατερήμωσε. Θέλουν φθάσει, ὁ τόπος οὗτος θέλει ἀπαλλαγῆ ἀπό τήν μάστιγα ταύτην, καί ἡ γονιμότης του ἐν τάχει θέλει ἀνακουφίσει ἐν μέρει τάς δυστυχίας μας…».

Επιστολή του Κυβερνήτη της Ἑλλάδος Ι. Καποδίστρια προς το «Πανελλήνιον» με το οποίο ανακοινώνει την απόφαση της Γαλλίας να οργανώσει εκστρατεία υπό τον αντιστράτηγο Maison. Αίγινα, 13 Αύγουστου 1828. Έντυπη επικεφαλίδα («ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ / Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»), προσυπογράφει ὁ Γραμματεύς της Επικρατείας Σπ. Τρικούπης (συλλογή ΕΕΦ).

Η στρατιά αποτελείτο από 15.000 άνδρες και διακεκριμένους αξιωματικούς. Εκτός από στρατιωτικούς, στη γαλλική αποστολή συμμετείχαν πολλές σημαντικές προσωπικότητες διαφόρων επιστημονικών κλάδων, στις οποίες η Ελλάδα χρωστά έναν μεγάλο αριθμό σημαντικών μελετών, όπως για παράδειγμα τους πρώτους τοπογραφικούς χάρτες του νέου κράτους, τις πρώτες καταγραφές αρχαιολογικών χώρων, ακόμη και της πανίδας και χλωρίδας.

Bory de Saint-Vincent, Jean-Baptiste και άλλοι. EXPÉDITION SCIENTIFIQUE DE MORÉE. ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ: F.G. LEVRAULT, 1834-1835-1836 (συλλογή ΕΕΦ).

Επιστημονική αποστολή στον Μοριά. Αρχιτεκτονική, γλυπτά, επιγραφές και απόψεις της Πελοποννήσου, των Κυκλάδων και της Αττικής, που εκδόθηκαν από τον (G) A. Blouet. 3 τόμοι. Παρίσι, Didot, 1831-38 (συλλογή ΕΕΦ).

Το τσακάλι της Πελοποννήσου (Canis aureus moreoticus) που περιγράφεται για πρώτη φορά από την αποστολή του Μοριά (Λιθογραφίες του Jean-Gabriel Prêtre, που εκδόθηκαν από τον Bory de Saint-Vincent) (συλλογή ΕΕΦ).

Παράδειγμα λιθογραφίας αφιερωμένης στη βοτανική στο έργο Expédition de Morée από τον Bory de Saint-Vincent (Nepeta argolica Bory & Chaub) (συλλογή ΕΕΦ).

Στην γαλλική αποστολή συμμετείχαν σε διάφορες θέσεις και πολλοί Έλληνες. Ενδεικτικά παραπέμπουμε σε μία συστατική επιστολή της 31 Ιουλίου 1828, του συγγραφέα και διπλωμάτη CHATEAUBRIAND (François-René de), που αφορά τον Έλληνα αξιωματούχο Κωνσταντίνο Σχινά. Η επιστολή τον προτείνει για να συμμετάσχει στην γαλλική αποστολή στην Ελλάδα.

«Je crois (…) avoir l’honneur de vous proposer une chose utile au service du Roi, en vous demandant vos bontés pour le spathar Constantin Schinas, beau-frère du Prince Ypsilanti; il désire être employé dans l’expédition du Gal Maison. Vous connaissez déjà son affaire, et il vous l’expliquera encore mieux que moi (…)».

Ο Κωνσταντίνος Σχινάς ανέλαβε στη συνέχεια στην Ελλάδα καθήκοντα δικαστή, υπουργού δικαιοσύνης και ήταν ο πρώτος πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Κωνσταντίνος Σχινάς. Λιθογραφία του 19ου αιώνα.

Ένα άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, ο Μιχαήλ Σχινάς, έλαβε και αυτός μέρος στην Εκστρατεία του Μωριά, και μάλιστα συμμετείχε στο επιστημονικό σκέλος (τμήμα Αρχαιολογίας) του Γαλλικού εκστρατευτικού σώματος. Ο Μιχαήλ Σχινάς έμενε στο Παρίσι μέχρι το 1827, και είχε συμβάλει στην αποστολή στην Ελλάδα, του γλυπτού «Ελληνοπούλα», του επιτύμβιου αγάλματος που σμίλεψε στη μνήμη του Μάρκου Μπότσαρη ο Γάλλος γλύπτης Pierre-Jean David d’ Angers.

Ο Μιχαήλ Σχινάς. Λιθογραφία του 19ου αιώνα.

Συστατική επιστολή της 31 Ιουλίου 1828, του συγγραφέα και διπλωμάτη CHATEAUBRIAND (François-René de), που αφορά τον Έλληνα αξιωματούχο Κωνσταντίνο Σχινά. Η επιστολή τον προτείνει για να συμμετάσχει στην γαλλική αποστολή στην Ελλάδα (συλλογή ΕΕΦ).

Αν και η εκκένωση της Πελοποννήσου ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 1828, το γαλλικό Σώμα δεν αποχώρησε αμέσως. Επιδίωξη του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια, ήταν η συμμετοχή της στρατιάς του Στρατηγού Maison στην απελευθέρωση της Δυτικής Ελλάδας και της Εύβοιας, επιδίωξη που βρισκόταν σε συμφωνία με τις οδηγίες του Γάλλου Υπουργού Πολέμου προς τον Maison (27 Αυγούστου 1828).

Η παράδοση του κάστρου του Μοριά στην Πάτρα, στον στρατηγό Nicolas Joseph Maison. Πίνακας του Γάλλου ζωγράφου Jean-Charles Langlois.

Παράλληλα, η γαλλική Κυβέρνηση διατύπωσε, μέσω του Στρατηγού Maison, μια πρόταση προς τον Κυβερνήτη της Ελλάδας για την οργάνωση Τακτικού Στρατού από Γάλλους αξιωματικούς. Η Γαλλία θα αναλάμβανε τα έξοδα για τη συντήρηση του Σώματος μέσω πίστωσης μηνιαίων χορηγήσεων και επιπλέον 100 περίπου Γάλλοι Αξιωματικοί θα αποσπόνταν στον Ελληνικό Στρατό, προκειμένου να εκπαιδεύσουν τους Έλληνες αξιωματικούς. Ο διοικητής θα ήταν, επίσης, πρόσωπο που θα υποδείκνυε ο Στρατάρχης. Πράγματι, Γενικός Διευθυντής του Τακτικού Σώματος διορίσθηκε ο Συνταγματάρχης Camille Alphonse Trézel, μετέπειτα υπουργός Πολέμου στη Γαλλία, τον Ιούλιο του 1829. Επιπλέον, ο Maison προσδιόρισε ότι η Γαλλία θα κατέβαλε 100.000 γαλλικά φράγκα κάθε μήνα υπό την προϋπόθεση ότι θα αναλώνονταν αποκλειστικά για τις ανάγκες του ελληνικού στρατεύματος. Η καταβολή των δόσεων αυτών διεκόπη όμως ξαφνικά, τον Ιούλιο του 1830, λόγω της μεταβολής της πολιτικής κατάστασης στη Γαλλία.

Η Γαλλική αποστολή στον Μοριά το 1828. Λάδι σε μουσαμά. Αποδίδεται στον Noel-Dieudonne Finart (1797 – 1852) (συλλογή ΕΕΦ).

Παρόλα αυτά, τον Φεβρουάριο του 1829, η γαλλική Κυβέρνηση απέσπασε τη συγκατάθεση των συμμάχων της για τη διατήρηση στην Πελοπόννησο, μετά το πέρας των στρατιωτικών επιχειρήσεων, τμήματος του εκστρατευτικού Σώματος, αποτελούμενο από 5.000 άνδρες. Οι δυνάμεις της γαλλικής στρατιάς που παρέμειναν αναχώρησαν τέσσερα χρόνια αργότερα. Δυστυχώς, η προσπάθεια του Καποδίστρια να αξιοποιήσει τις γαλλικές ένοπλες δυνάμεις για την απελευθέρωση της Αττικής απέτυχε, καθώς προσέκρουσε στην αντίδραση άλλων μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες δεν ήθελαν να αποδυναμωθεί περαιτέρω η Οθωμανική αυτοκρατορία (η οποία αντιμετώπιζε την επιθετικότητα της Ρωσίας), και επέμειναν για την άμεση αναχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων.

Οι προσωπικές σφραγίδες του Στρατάρχου Nicolas-Joseph Maison. Το οικόσημο αναφέρει “Aperte et Honeste” (συλλογή ΕΕΦ).

Έτσι, αφού ολοκλήρωσε την αποστολή του, ο Στρατηγός Maison εγκατέλειψε το ελληνικό έδαφος στις 22 Μαΐου του 1829, λαμβάνοντας δώρο από τον Καποδίστρια δύο σπαθιά, ένα που άνηκε στον Καραϊσκάκη και ένα βυζαντινό, για εκείνον και τον υπασπιστή του, Durriu, όπως μαρτυρεί δημοσίευμα της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος την ίδια ημέρα. Με το ίδιο πλοίο αναχώρησε από την Ελλάδα και ο Κάρολος Φαβιέρος.

Η αλληλογραφία του Στρατηγού με τον Κυβερνήτη, μετά την αποχώρηση του Maison είναι διαφωτιστική για την εκτίμηση που έχαιρε ο Στρατηγός από τον Καποδίστρια, αλλά και για την ευγνωμοσύνη του Maison προς τον Κυβερνήτη και την αφοσίωσή του στον ευγενή σκοπό της απελευθέρωσης της Ελλάδας.

Η εκστρατεία του Στρατηγού Maison, σε κάθε περίπτωση, διευκόλυνε το έργο του Καποδίστρια και κυρίως προετοίμασε την ελληνική επικράτεια για την επερχόμενη ανεξαρτησία. Όπως γράφει η εφημερίδα Αιών, η αποστολή του Στρατηγού Maison «έθεσε τον τελευταίον της Ελληνικής ανεξαρτησίας λίθον» συντελώντας από κοινού με τη ναυμαχία του Ναβαρίνου σε ευνοϊκές για την Ελλάδα διπλωματικές αποφάσεις εκ μέρους των Τριών Δυνάμεων.

Μετά την εκστρατεία στην Πελοπόννησο, o Maison απεσύρθη και διήγαγε ιδιωτικό βίο στη Γαλλία. Έλαβε μέρος στην αντιπολίτευση στη βουλή των Πατρικίων. Φιλελεύθερος στις απόψεις του υποστήριξε την Ιουλιανή Επανάσταση το 1830. Το ίδιο έτος, υπηρέτησε ως Υπουργός Εξωτερικών της χώρας του. Ακολούθως, υπηρέτησε ως πρέσβης στη Βιέννη και στην Αγία Πετρούπολη (1833). Επιπλέον, στις 30 Απριλίου 1835, σύμφωνα με το ατομικό του μητρώο, χρίσθηκε Υπουργός του Πολέμου και υπηρέτησε σε αυτή τη θέση μέχρι την 6η Σεπτεμβρίου 1836.

Τον βαθμό του Στρατάρχη τον έλαβε επί του βασιλέα Κάρολου Ι΄. Η απελευθέρωση της Ελλάδας, την οποία στη Γαλλία η κοινή γνώμη επιθυμούσε, συνέβαλε ώστε να του αποδοθεί ο βαθμός αυτός, στις 22 Φεβρουαρίου του 1829.

Ο Στρατάρχης Nicolas-Joseph Maison. Λιθογραφία του 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ).

Ο Nicolas-Joseph Maison πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου 1840 στο Παρίσι, σε ηλικία εβδομήντα ενός ετών και ύστερα από ολιγοήμερη και ξαφνική ασθένεια.

Στη διάρκεια της καριέρας του τιμήθηκε με πάρα πολλά παράσημα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουμε το παράσημο του Μεγαλόσταυρου της Λεγεώνας της Τιμής που του απονεμήθηκε στις 23 Ιουλίου 1814, το παράσημο της Τάξης του Αγίου Λουδοβίκου το 1818, της Τάξης του Καρόλου Γ΄ της Ισπανίας το 1835, του Λεοπόλδου του Βελγίου το 1836, κ.α. Στην Ελλάδα τιμήθηκε με το παράσημο του Μεγαλόσταυρου του Σωτήρα στις 26 Νοεμβρίου 1834. Επιπλέον, το όνομά του είναι χαραγμένο στην Αψίδα του Θριάμβου στο Παρίσι, μαζί με τα ονόματα άλλων σπουδαίων στρατηγών της Γαλλίας. Στην Ελλάδα, το όνομά του φέρουν δρόμοι στην Αθήνα, την Πάτρα και την Καλαμάτα, για να θυμίζουν την ευγενική προσφορά του στην απελευθέρωση και αποκατάσταση της Πελοποννήσου και της Ελλάδος.

Η οδός Μαιζώνος στο κέντρο της Αθήνας

Η υπογραφή του Στρατάρχης Nicolas-Joseph Maison.

Αναμνηστικό μετάλλιο της παρουσίας του Στρατηγού Maison και του Εκστρατευτικού Σώματος στην Πελοπόννησο (συλλογή ΕΕΦ).

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Driault Édouard – Michel Lhéritier, Histoire diplomatique de la Grèce, de 1821 à nos jours, Vol. 1, Paris, Presses Universitaires de France, 1925.
  • Gavard Ch., Gallérie des maréchaux de France, Paris, Galléries historiques de Versailles, 1839
  • Pascallet Étienne, Notice historique sur M. le maréchal Marquis Maison – Extrait de la Revue générale biographique et nécrologique, Paris, Breteau – Pichery, 1845.
  • Γενική Εφημερίς της Ελλάδος,
    • αρ. φ. 31, 24 Απριλίου 1829,
    • αρ. φ. 34, 4 Μαΐου 1829 (λόγος ευχαριστήριος προς τον Στρατάρχη),
    • αρ. φ. 38-39, 22 Μαΐου 1829,
    • αρ. φ. 78, 20 Νοεμβρίου 1829.
  • Εφημερίδα Αθηνά, αρ. φ. 907, 8 Απριλίου 1842 έως αρ. φ. 909, 15 Απριλίου 1842.
  • Εφημερίδα Αιών, αρ. φ. 6Μαρτίου 1840.
  • Ηλεκτρονική βάση απονεμηθέντων παρασήμων της Λεγεώνας της Τιμής http://wwwcoulture.gouv.fr/documentation/leonore/leonore.htm, Dossier LΗ1698/41.
  • Θεμελή-Κατηφόρη Δέσποινα, Το γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα στην περίοδο του Καποδίστρια, 1828-1831, Αθήνα, Επικαιρότητα, 1985.
  • Κρεμμυδάς Βασίλης, «Ο Γαλλικός Στρατός στην Πελοπόννησο. Συμβολή στην ιστορία της Καποδιστριακής περιόδου», Πελοποννησιακά, τόμος ΙΒ΄ (1976-1977), σσ. 75-102.
  • Μπαλωτή Ξένη, Μαιζών, ένας μεγάλος Φιλέλληνας – Η εκστρατεία του στην Πελοπόννησο, Αθήνα, Ελληνική Ευρωεκδοτική, 1993.
  • Παπαγεωργίου Στέφανος, Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια – Δομή, οργάνωση και λειτουργία του Στρατού Ξηράς της Καποδιστριακής περιόδου, Αθήνα, Εστία, 1986.

 

Karl Wilhelm Freiherr von Heideck Λιθογραφία του 19ου αιώνα

 

Ο Κάρολος Γουλιέλμος φον Χάυντεκ (Karl Wilhelm Freiherr von Heideck), γνωστός και ως Έιδεκ, Έυδεκ ή Heidegger (συνεπωνυμία με τον περίφημο φιλόσοφο του 20ου αιώνα), συνδέεται με τη μοίρα της θεμελίωσης του νέου ελληνικού κράτους, με τη διττή του ιδιότητα ως στρατιωτικός και ζωγράφος.

Ως έμπειρος στρατιωτικός έλαβε μέρος στην επανάσταση κατά την περίοδο 1826 – 1829, ενώ κατά τα έτη 1833 – 1835 χρημάτισε μέλος της τριμελούς Αντιβασιλείας του Όθωνα. Ως πεπαιδευμένος και χαρισματικός ζωγράφος δημιούργησε εντυπωσιακές πολεμικές συνθέσεις αντλώντας φυσικά έμπνευση από τους επαναστατημένους Έλληνες σε συνδυασμό με το ελληνικό τοπίο. Το έργο του προσέδωσε μία ηρωική διάσταση στον αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους. Σφυρηλατημένος στα πεδία των μαχών των ναπολεόντειων πολέμων, έχαιρε εκτίμησης ως ικανός στρατιωτικός που κατείχε συν τοις άλλοις και σημαντικές διοικητικές ικανότητες. Αυτός ο εκλεκτός συνδυασμός ήταν που οδήγησε τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, να του εμπιστευθεί το απαιτητικό έργο της αναδιοργάνωσης του στρατού. Η δημιουργία της πρώτης στρατιωτικής σχολής, που στη συνέχεια εξελίχθηκε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στον Heideck.

Γεννήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1788 στο Sarralbe (Lothringen, Département Moselle) και ήταν γιος του Ελβετού – Γάλλου αξιωματικού και ερασιτέχνη ζωγράφου Hartmann Heidegger. Έλαβε την πρώτη του εκπαίδευση στη σχολή Καλών Τεχνών της Ζυρίχης, και το 1801 μετοίκησε στο Μόναχο, όπου ξεκίνησε να επισκέπτεται τη στρατιωτική Ακαδημία, δίχως να διακόψει τις σπουδές ζωγραφικής. Το 1805, αφού πολιτογραφήθηκε Βαυαρός, κατατάχθηκε στον βαυαρικό στρατό και έλαβε μέρος ως υπολοχαγός του πυροβολικού στις εκστρατείες του 1805, 1806 και 1809 εναντίον της Αυστρίας, της Πρωσίας και του Τιρόλου. Το 1810 βρέθηκε ως εθελοντής υπολοχαγός του γαλλικού στρατού στην Ισπανία, ενάντια στο Ναπολέοντα, και προβιβάσθηκε σε λοχαγό. Οι πρώτες εμπειρίες στα πεδία της μάχης, τού έδωσαν υλικό για κάποια από τα ζωγραφικά του έργα, τα οποία, ωστόσο, θα φιλοτεχνήσει αργότερα. Ένα από αυτά είναι η Γέφυρα της Κουένκα (Die Brücke von Cuenca, 1825) από την περιοχή της Καστίλλης- Λα Μάντσα, ενώ το έργο Σκηνή από τη Σφαγή στο Χάναου στις 30 Οκτωβρίου 1813 (Szene aus der Schlacht von Hanau am 30 Oktober 1813, 1840) σχετίζεται με τη συμμετοχή του στους λεγόμενους Γερμανικούς Απελευθερωτικούς Πολέμους (Befreiungskriege). Το 1814 συνόδευσε στην Αγγλία, με τον βαθμό του ταγματάρχη, τον τότε ακόμη Πρίγκιπα, Λουδοβίκο της Βαυαρίας (Ludwig I), πατέρα του μετέπειτα βασιλιά Όθωνα της Ελλάδας. Ακόμη, συμμετείχε και στο Συνέδριο της Βιέννης (18 Σεπτεμβρίου 1814 – 9 Iουνίου 1815).

Ο Λουδοβίκος Α´ της Βαυαρίας, στο πλευρό του οποίου θήτευσε επί έτη ο Heideck, διακατεχόταν, ως θερμός ελληνιστής, από ειλικρινή φιλελληνικά αισθήματα, τα οποία εκδήλωνε ανοικτά από τη στιγμή που ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Ενδεικτική της στάσης του είναι η ιστορική αναφορά ότι, πληροφορούμενος τη νίκη του Καραϊσκάκη στη μάχη της Αράχωβας (18-24 Nοεμβρίου 1826), αναφώνησε με ενθουσιασμό: “Ανεστήθη η Ελλάς μου!”.

O Heideck επηρεάσθηκε, ως έμπιστος του Λουδοβίκου, από τα φιλελληνικά του αισθήματα. Ο ίδιος ο Βαυαρός μονάρχης σε επιστολή του προς τον Καποδίστρια (12 Αυγούστου 1826) ανέφερε την επιθυμία του Heideck να έλθει αυτοπροσώπως στην Ελλάδα, και μαζί με αυτόν οι αξιολογότεροι αξιωματικοί του στρατού του, με τη βαυαρική τους στολή και μισθό που θα πλήρωνε η μοναρχία: “Διψώντες μόνον να υπηρετήσωσι το συμφέρον της ανθρωπότητος, άλλο δεν φιλοτιμούνται ειμή να σας χρησιμεύσωσι, συμπαρέχοντες υμίν την δεξιότητα, τας γνώσεις και την ανδρίαν των”, έγραφε και παρακαλούσε τα μέλη της ελληνικής κυβερνήσεως να τους δεχθούν. Η βαυαρική φιλελληνική αποστολή προς την Ελλάδα έλαβε τελικά χώρα το φθινόπωρο του 1826 και συντονίσθηκε από τον επικεφαλής του ευρωπαϊκού φιλελληνικού κινήματος, τον τραπεζίτη της Γενεύης Jean Gabriel Eynard (Εϋνάρδο).

Όταν ο συνταγματάρχης Heideck συναντήθηκε με τους συνολικά δεκατέσσερις αξιωματικούς του τον Δεκέμβριο του 1826 στην Ελλάδα, βρέθηκε στη δίνη των πολεμικών συγκρούσεων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μετά την τραγική Πτώση του Μεσολογγίου τον Απρίλιο του ιδίου έτους. Ο σερασκέρης της Ρούμελης, Μεχμέτ Ρεσίτ Πασάς ή Κιουταχής, είχε κατευθύνει τον στρατό του στην κεντρική Ελλάδα με τελικό στόχο την Αθήνα, συγκεντρώνοντας 10.000 ιππείς, πεζούς και πολυβόλα. Οι πολιορκούμενοι Έλληνες, που ήταν μόλις 1.400, αντλούσαν ηθική δύναμη από το παράδειγμα του «Ελεύθερου Πολιορκημένου» Μεσολογγίου. Όταν η Αθήνα καταλήφθηκε από τα τουρκικά στρατεύματα τον Αύγουστο του ιδίου έτους, οι Αθηναίοι οχυρώθηκαν στην Ακρόπολη με αρχηγό τον φρούραρχό της, Γιάννη Γκούρα, και ανέμεναν βοήθεια από τον Καραϊσκάκη και τον Γάλλο φιλέλληνα στρατηγό Φαβιέρο.

O Heideck είχε καταφθάσει με χρήματα και πολεμοφόδια, και το ξεκάθαρο σχέδιο του ήταν να οργανώσει ένα σώμα τακτικού στρατού από Έλληνες και τους Φιλέλληνες άνδρες του. Ήταν, μάλιστα, πρόθυμος να πολεμήσει υπό τις διαταγές Ελλήνων διοικητών, προκειμένου να Πετύχει η αποστολή του, ενώ αναφέρεται ότι δεν είχε στενά προσωπικές φιλοδοξίες να ικανοποιήσει. Ωστόσο, η προθυμία και ο ενθουσιασμός του να υπηρετήσει έμπρακτα τον φιλελληνικό σκοπό του δε βρήκε αρχικά πρόσφορο έδαφος στα μέλη της ελληνικής κυβέρνησης. Μάλιστα, ο Γάλλος Φιλέλληνας Dr. Βailly τον απέτρεψε με τη σειρά του, εξηγώντας του πόσο δύσκολο ήταν να συνταχθούν οι Έλληνες επαναστάτες σε ένα ξένο σώμα. Ένα ενδεχόμενο ήταν πως όσοι δέχονταν να πολεμήσουν φορώντας στολή τακτικού στρατού, την κρίσιμη στιγμή θα αποσκιρτούσαν για να ενωθούν με τις δυνάμεις των Ελλήνων ατάκτων μαχητών. Aντιλαμβανόμενος αυτές τις αντικειμενικές δυσκολίες, ο Heideck επέλεξε ορθώς να παραμείνει διακριτικά στο πλευρό των Ελλήνων αγωνιστών, ακολουθώντας τις συμβουλές τους.

Yδατογραφία του Georg E. Opitz (1775-1841). Eικονίζεται ο αρχηγός του Bαυαρικού Φιλελληνικού Σώματος Karl Wilhelm von Heideck.

Έτσι, έθεσε εαυτόν στην υπηρεσία του Αγώνα, ακολουθώντας αρχικά την αναδίπλωση των ελληνικών στρατευμάτων στον Πειραιά και το Φάληρο υπό την ηγεσία του Καραϊσκάκη. Η επιτακτική ανάγκη να λυθεί η πολιορκία της Ακρόπολης ( αν έπεφτε, θα υποτασσόταν όλη η Στερεά Ελλάδα), οδήγησε στη λήψη πολεμικών πρωτοβουλιών και από θαλάσσης. Την περίοδο αυτή αφίχθη στην Ελλάδα από την Αμερική η υπερσύγχρονη φρεγάτα Ελλάς, ενώ λίγο νωρίτερα είχε φθάσει το πρώτο ατμοκίνητο πολεμικό πλοίο Καρτερία, που είχε κυβερνήτη τον Άγγλο Φιλέλληνα Frank Abney Hastings,. Τα δύο εμβληματικά πλοία είχαν αγορασθεί με τα πρώτα δάνεια που είχε λάβει η Ελλάδα, και θα χρησίμευαν σε ένα σχέδιο αντιπερισπασμού για τον ανεφοδιασμό των Ελληνικών δυνάμεων στην ξηρά, ώστε να ανακουφισθεί η πολιορκία της Ακρόπολης. Η φρεγάτα Ελλάς θα μπλόκαρε τη βόρεια ακτή της Αττικής και η Καρτερία θα παρείχε υποστήριξη πυροβολικού από τον Πειραιά. Ταυτόχρονα δύο σώματα θα αποβιβάζονταν νότια της Αθήνας για να προχωρήσουν προς στην πόλη. Ο Heideck δέχθηκε να υπηρετήσει υπό τις διαταγές του συντονιστή της επιχείρησης, συνταγματάρχη Gordon. Μία δύναμη ανδρών θα αποβιβαζόταν στην Ελευσίνα και μία άλλη στο Φάληρο. Δυστυχώς το σχέδιο δεν εξελίχθηκε όπως σχεδιαζόταν, αφού οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν αμέσως τις κινήσεις τους. Η αποτυχία του Φαλήρου απογοήτευσε τον Gordon, ο οποίος παραιτήθηκε και πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση να δώσει μια ευκαιρία στον Heideck για να αποκόψει τη γραμμή ανεφοδιασμού των Τούρκων στο βορρά, εξαπολύοντας επίθεση στο φρούριο του Ωρωπού. Πράγματι, στις 26 Φεβρουαρίου ξεκίνησαν υπό την αρχηγία του η φρεγάτα Ελλάς υπό τον Μιαούλη, η Καρτερία υπό τον Hastings, και το βρίκι Νέλσων.

Καρτερία και Ελλάς. Λιθογραφία του Karl Krazeisen (συλλογή ΕΕΦ)

Οι ελληνικές δυνάμεις πραγματοποίησαν απόβαση στον Ωρωπό, υπέστησαν ορισμένες απώλειες, ωστόσο προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές στους Τούρκους και κατόρθωσαν να αποκόψουν για ένα διάστημα τις επικοινωνίες ανεφοδιασμού του Κιουταχή που πολιορκούσε την Ακρόπολη.

Ο Heideck, είχε γνωρίσει τον Ιωάννη Καποδίστρια στο Συνέδριο της Βιέννης, και είχε αποφασίσει να στρατευθεί υπέρ της ελληνικής υπόθεσης. Παράλληλα, ενδεχομένως να τον διακατείχε και μία δίψα για περιπέτειες και δράση. Σε κάθε περίπτωση είχε οραματισθεί , να συνδράμει τους Έλληνες στην επίπονη προσπάθεια τους να οικοδομήσουν το νέο ελληνικό κράτος. Προοπτική που στήριζε θερμά ο Φιλέλλην Λουδοβίκος Α’. Την προσφορά του δέχθηκε με ευγνωμοσύνη ο Καποδίστριας, ο οποίος αναζητούσε εναγωνίως ικανούς συνοδοιπόρους για το όραμά του. Το αξίωμά του, η σχέση του με τα φιλελληνικά κομιτάτα, το γεγονός ότι επρόκειτο για έναν συνομήλικό του άνθρωπο με αντίστοιχες εμπειρίες, πολύγλωσσο και με ουμανιστική παιδεία, δημιούργησαν στον Καποδίστρια αίσθημα αμοιβαίου σεβασμού και εμπιστοσύνης προς τον Heideck, το οποίο εξελίχθηκε βαθμιαία σε μία πολιτική και προσωπική φιλία μεταξύ των δύο ανδρών. Εξέχουσα σημασία έδιναν και οι δύο άνδρες στην ιδέα μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτείας και στην ανάγκη δημιουργίας τακτικού στρατού, ο οποίος θα λειτουργούσε ως κεντρομόλος δύναμη για την ανεξαρτησία του νεότευκτου κράτους.

Το καλοκαίρι του 1827 ο Καποδίστριας διόρισε τον Heideck διοικητή της πρωτεύουσας του (Ναύπλιο). Από αυτή τη θέση ο Heideck προσπάθησε άμεσα να καταπαύσει τις εχθροπραξίες εντός των τειχών της πόλης και διέταξε τις αντιμαχόμενες ομάδες να συγκεντρώνονται σε στρατόπεδα εκτός των πυλών της. Προκειμένου να προστατεύσει το Παλαμήδι από πιθανές ανταρσίες, διέταξε τη μεταφορά του πολεμικού υλικού στην κάτω πόλη, η οποία θα μπορούσε να ελέγχεται καλύτερα χάρη στις ψηλές της οχυρώσεις, και ίδρυσε αποθήκη οπλισμού. Επειδή ο Καποδίστριας τον θεωρούσε άνθρωπο μη χειραγωγούμενο από προσωπικά πάθη, του ανέθεσε τον ρόλο διοικητή του τακτικού στρατού, θέση που προηγουμένως κατείχε ο Φαβιέρος. Οργάνωσε επιμελητήριο για τη τροφοδοσία του στρατού και μερίμνησε για την επισκευή των ερειπωμένων φρουρίων. Με πρωτοβουλία του, αναγέρθηκε το ίδιο έτος το κάστρο Έιδεκ ή Μπούρτζι, με σκοπό την προστασία του λιμανιού του Πόρου και του Νεωρίου.

Κάστρο Μπούρτζι ή Heideck. Λιθογραφία του Karl Krazeisen (συλλογή ΕΕΦ)

Το κάστρο αυτό το αποτύπωσε πολύ πιστά σε ελαιογραφία του το 1837. Σύμφωνα με μαρτυρία του αρχιτέκτονα Leo von Klenze, διατηρούσε στο Ναύπλιο ατελιέ ζωγραφικής, αν και τόνιζε πάντα ότι ο σκοπός της παρουσίας του στην Ελλάδα ήταν η συνδρομή του στην οργάνωση του κράτους και όχι η ζωγραφική.

Ο Καποδίστριας ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένος από αυτές τις υπηρεσίες του Heideck, και απηύθυνε επιστολή προς τον Λουδοβίκο Α´ (26 Φεβρουαρίου 1828), στην οποία ζητούσε ο έμπιστός του συνεργάτης να παραμείνει για ένα ακόμη έτος στην Ελλάδα. Παράλληλα, του ζητούσε να στείλει στην Ελλάδα “αξιωματικούς ομοίους με τόν Κ. Έιδεκ και τόν Κ. Σνίτσλαιν διά τό πυροβολικόν, το ταξιαρχικόν, καί τό πεζικόν”. Την 1η Ιουλίου 1828, ο Καποδίστριας προέβη στην ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων (Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο), στην λειτουργία και οργάνωση της οποίας συνέβαλε, μαζί με τον Γάλλο αξιωματικό Pauzie, και ο Heideck.

Η υγεία του έμπιστού συνεργάτη του Έλληνα Κυβερνήτη ήταν ιδιαίτερα βεβαρημένη. Παρόλα αυτά, ο Καποδίστριας του ανέθεσε στις αρχές του 1829 και την επίβλεψη όλων των ελληνικών φρουρίων. Επίσης ο Heideck ανέλαβε την εξέχουσας σημασίας θέση του ανωτέρου φρούραρχου Αργολίδος και Κορινθίας συνεπικουρούμενος στο έργο του από τον συνταγματάρχη Πίσσα.

Λόγω της κλονισμένης του υγείας υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του στις 23 Αυγούστου 1829, παρά τις εκκλήσεις του Καποδίστρια να παραμείνει περισσότερο στην Ελλάδα.

Σε όλη του την πορεία ως στρατιωτικός κρατούσε σημειώσεις για ό,τι εκτυλισσόταν πολιτικά και πολεμικά και συνέτασσε αναφορές προς τον Λουδοβίκο Α´ προς ενημέρωση του. Ενδιαφερόταν και κατέγραφε επίσης τα ήθη και έθιμα των περιοχών στις οποίες βρέθηκε. Κατέγραψε, τέλος, όλες τις εμπειρίες του από την βαυαρική αποστολή, κατά τα έτη 1826-1829 στην Ελλάδα, οι οποίες εκδόθηκαν στο Μόναχο το 1897 υπό τον τίτλο: “Die bayerische Philhellenen-Fahrt 1826-1829 aus dem Randschriftlichen Rucklass des R. B. Generallieutenants Karl Freiherrn von Heideck” (“H βαυαρική, φιλελληνική αποστολή του 1826-1829 από την παράδοση των περιφερειακών σημειώσεων του αρχιστρατήγου βαρόνου Καρόλου φον Χάιντεκ”). Οι εντυπώσεις του αυτές αναδημοσιεύθηκαν στα ελληνικά στο περιοδικό Αρμονία το 1900. Είχε επίσης παραδώσει στο νεαρό ιστορικό Leopold Ranke διάφορα έγγραφα και σημειώσεις που είχε συλλέξει από την παρουσία του στην Ελλάδα, με σκοπό ίσως να συντάξει μια Ιστορία της ελληνικής Επαναστάσεως. Ο Heideck θεωρούσε ότι είχε συμμετάσχει σε ένα παγκόσμιο ιστορικό επίτευγμα. Αυτή η πεποίθηση ήταν που διαμόρφωνε τη σκέψη του για τα μελλοντικά του σχέδια στην Ελλάδα.

Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την επιστροφή του στο Μόναχο έως ότου επανέλθει στην Ελλάδα, το 1833, ως μέλος της Αντιβασιλείας του Όθωνα, αφιερώθηκε στη ζωγραφική, συμπεριλαμβανομένης και της δύσκολης τέχνης της τοιχογραφίας. Μετά από την ανάμιξη του στα ελληνικά πράγματα ο Λουδοβίκος Α´ τον θεωρούσε όχι απλά έναν αγαπημένο του στρατιωτικό, αλλά μέλος του πιο στενού του κύκλου, και ο δεσμός που αναπτύχθηκε μεταξύ τους ήταν καθοριστικής σημασίας για τις εξελίξεις στην Ελλάδα, κυρίως, στην Βαυαρία και στον Οίκο των Wittelsbach. Ήταν το πρώτο πρόσωπο που ο Λουδοβίκος Α´ επέλεξε ως μέλος της τριμελούς Αντιβασιλείας του Όθωνα, καθώς έβλεπε σε εκείνον έναν ικανό εγγυητή για την εδραίωση της μοναρχίας στην Ελλάδα. Επιπλέον, η καλή σχέση που είχε με τον Όθωνα, θα τον έκαναν έναν καλό μέντορα για τον βασιλιά σε μια ξένη και ιδιαίτερη χώρα. Ο φιλελληνισμός του Heideck και η πίστη στο όραμά του για την Ελλάδα, αλλά και για τον μονάρχη του, τον οδήγησαν ακόμη μια φορά στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος, όπου και παρέμεινε από τον Ιούλιο του 1832 έως τον Ιούνιο του 1835. Ανέλαβε ως αρχιστράτηγος τη διοίκηση των στρατιωτικών και ναυτικών ζητημάτων, πλαισιωμένος από τον ηγέτη του βαυαρικού συνταγματικού κόμματος, κόμη Joseph von Armansberg (Άρμανσμπεργκ) και τον πρώην υπουργό δικαιοσύνης της Βαυαρίας, καθηγητή Ludwig von Maurer (Μάουρερ).

Το συγγραφικό του έργο, το οποίο αναφερόταν αποκλειστικά σε γεγονότα στα οποία έλαβε μέρος ή των οποίων ήταν αυτόπτης μάρτυς, πλαισιώθηκε από το ζωγραφικό του έργο, στο οποίο αποτυπώνει τόπους και πρόσωπα με τα οποία ήλθε σε άμεση επαφή. Μαζί με τον Βαυαρό φιλέλληνα Karl Krazeisen, που συμμετείχε επίσης στον Αγώνα και φιλοτέχνησε τα πορτραίτα των Ελλήνων αγωνιστών, ήταν οι μοναδικοί που απεικόνισαν τα γεγονότα τη χρονική στιγμή που λάμβαναν χώρα, και όχι μετέπειτα από διηγήσεις τρίτων. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελεί η σύνθεσή του Heideck “Μόσχω και Λάμπρος Τζαβέλας”, η οποία αποτυπώνει τον τραυματισμό του Τζαβέλα στη Μάχη της Κιάφας (Ιούλιος 1792), η οποία έλαβε χώρα κατά την προεπαναστατική περίοδο.

Karl von Heideck, Μόσχω και Λάμπρος Τζαβέλας, 1831 (συλλογή ΕΕΦ)

 

Ο ζωγράφος Heideck

Η τακτική του Heideck ως ζωγράφου ήταν να φιλοτεχνεί ακουαρέλες και προκαταρκτικές ζωγραφικές στο χώρο που εκτυλίσσονταν τα γεγονότα, κρατώντας ακριβείς σημειώσεις για την τοποθεσία και τα χρώματα του φυσικού περιβάλλοντος, ώστε να μπορεί αργότερα να τις ολοκληρώσει ως ελαιογραφίες στην πατρίδα του. Δημιούργησε πάνω από σαράντα έργα που αναφέρονται στην Ελλάδα, στα οποία απεικονίζονται σκηνές μαχών, γνωστοί πολεμιστές, αρχαιολογικοί χώροι και τοπιογραφίες. Σκηνές με ανθρώπινους τύπους και ζώα, η αποτύπωση λεπτομερειών της καθημερινής ζωής, λ.χ. των λαμπερών ελληνικών φορεσιών ή των ασχολιών των ντόπιων, αντικατοπτρίζουν το λαογραφικό και εθνογραφικό του ενδιαφέρον. Ξεχωρίζουν οι εξιδανικευμένες, ηρωικές του συνθέσεις, οι οποίες συγκίνησαν το ενδιαφέρον του φιλότεχνου κοινού της εποχής του, μεταξύ των οποίων ήταν ευγενείς, αστοί, αλλά και ο ίδιος ο Βαυαρός βασιλιάς.

Η ζωγραφική του διακρίνεται από ιδιαίτερη απαλότητα στην επιφάνεια, έντονη φωτεινότητα, έμφαση στη χρήση του χρώματος και πολύ καλή προοπτική οργάνωση του χώρου. Χάρη στην πιστή απόδοση της μορφολογίας και των λεπτομερειών στις συνθέσεις του, μπορούμε να ανακτήσουμε ιστορικές πληροφορίες από την εποχή του. Το έργο του λ.χ. “Ανάβαση στην Ακρόπολη” (Αufgang zur Akropolis, 1835) διασώζει την εικόνα των μεσαιωνικών περιτοιχίσεων των Προπυλαίων, οι οποίες κατεδαφίστηκαν το 1835.

Karl von Heideck, Aufgang zur Akropolis (Ανάβαση στην Ακρόπολη), 1835, 74,0 x 88,5 cm

Επίσης, ο πίνακας του με θέμα το Μοναστηράκι, αποδίδει με πιστότητα σκηνές της καθημερινότητας στην Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1830.

Karl von Heideck, Μοναστηράκι (συλλογή ΕΕΦ)

Έκδηλο είναι και το ενδιαφέρον του για τις αρχαιότητες της Ελλάδας και της Ιταλίας σε πολλά από τα έργα του. Η αρχαιότητα δεν πρωταγωνιστεί στις συνθέσεις του, αλλά ως φόντο πλαισιώνει ιστορικά τις φιγούρες αγωνιστών που αποτυπώνει και προσφέρει το ιστορικό έρεισμα στον Απελευθερωτικό τους Αγώνα, όπως λ.χ. στην ελαιογραφία του “Παλληκάρια στο ναό της Κορίνθου” (Palikaren vor dem Tempel von Korinth, 1829).

Karl von Heideck, Palikaren vor dem Tempel von Corinth (Παλληκάρια στο Ναό της Κορίνθου), 1829, 46 x 59,8 cm

Η σύνθεση “Στρατόπεδο Φιλελλήνων κατά τον Απελευθερωτικό Αγώνα” προσφέρει ένα εικαστικό τεκμήριο για τη συνεργασία Ελλήνων και Φιλελλήνων στη διάρκεια της Επανάστασης. Δεν απεικονίζονται σκηνές εχθροπραξιών μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, αλλά οι στιγμές που οι αγωνιστές αναρρώνουν και ανακάμπτουν στο στρατόπεδο τους, δίνοντας έμφαση σε εθνογραφικού ενδιαφέροντος λεπτομέρειες, λ.χ. τις ενδυμασίες ή τις ασχολίες τους.

Karl von Heideck, Philhellenenlager während des Unabhängigkeitskrieges (Στρατόπεδο Φιλελλήνων κατά τον Απελευθερωτικό Αγώνα), 1835, ελαιογραφία, 65x 84 cm

Το έργο αυτό αποτέλεσε το πρότυπο για τη σύνθεση του ζωγράφου Θεόδωρου Βρυζάκη “Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη”(1855). Ο Bρυζάκης, ένας από τους πρώτους Έλληνες που φοίτησε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, αποτύπωσε σε αυτό το έργο τους Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές που είχαν στρατοπεδεύσει στο Φάληρο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ακρόπολης. Στηριζόμενος στα πορτραίτα του Krazeisen αποτύπωσε τις μορφές των Καραϊσκάκη, Τζαβέλα, Μακρυγιάννη, Νοταρά, Gordon, Hastings και του Karl von Heideck, στον οποίον αποδίδει με αυτόν τον τρόπο φόρο τιμής.

Θεόδωρος Βρυζάκης, «Το εν Πειραιεί ευρισκόμενο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη το έτος 1827» , 1855, 145 x 178 cm

Η Ελλάδα είπε το δικό της ευχαριστώ στον Φιλέλληνα Heideck για την προσφορά του κατά τα έτη 1826-1829 απονέμοντας του ελληνικά πολιτικά δικαιώματα. Μετά την οριστική επιστροφή του στην πατρίδα του, τιμήθηκε με τον τίτλο του Βαρόνου (Freiherr), του Αντιστρατήγου, και διετέλεσε σύμβουλος στο Υπουργείο πολέμου. Έφυγε από τη ζωή στις 21 Φεβρουαρίου 1861.

Ο τάφος του Karl von Heideck

Πηγές – Βιβλιογραφία:

  • Berthold Seewald, Karl Wilhelm Von Heideck: Ein Bayerischer General Im Befreiten Griechenland (1826-1835) (Beiträge Zur Militärgeschichte), Walter de Gruyter 1994
  • Vereinigung der deutsch-griechischen Gesellschaften (Hg.), Hellenika. Jahrbuch für griechische Kultur und deutsch-griechische Beziehungen. Neue Folge 9. LIT Verlag, Münster 2014
  • William St Clair, That Greece might still be free. The Philhellenes in the War of Independence, Open Book Publishers 2008
  • deutsche-biographie.de
  • Ιωάννης Καποδίστριας, Επιστολαί Ι.Α. Καποδίστρια, Κυβερνήτου της Ελλάδος, διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί, γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρις 26 Σεπτεμβρίου 1831, Τόμοι 1-2, Τύποις Κ. Ράλλη, 1841
  • Κωνσταντίνος Παπρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ, Η Ελληνική Επανάσταση (1821- 1832)
  • Douglas Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας, 1770-1923, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005
  • Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάσταση, εκδόσεις Μέλισσα 1974
  • Μιλτιάδης Παπανικολάου, Γερμανοί ζωγράφοι εικονογραφούν το 1821, 7 Ημέρες, εφημερίδα Καθημερινή
  • nationalgallery.gr
  • pinakothek.de

 

Ο Ναύαρχος Henri de Rigny, πίνακας του Guillaume-François-Gabriel Lépaulle

 

O Marie Henri Daniel Gaulthier de Rigny, γνωστότερος στην ελληνική ιστορία ως Ναύαρχος de Rigny, γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1782 στην πόλη Toul της περιοχής Meurthe της Γαλλίας. Ο πατέρας του, σύμφωνα με γαλλική βιογραφία, ονομαζόταν «Jean François Gautier de Rigni», ήταν στρατιωτικός και Ιππότης του Βασιλικού και Στρατιωτικού Τάγματος του Αγίου Λουδοβίκου. Ο Henry de Rigny τον έχασε στα δέκα του χρόνια. Η μητέρα του ονομαζόταν Perpétue Louis. Η οικογένειά του ήταν συντηρητικών φρονημάτων και βασιλόφρων, πράγμα που την ανάγκασε μετά τη Γαλλική Επανάσταση να εγκαταλείψει τη Γαλλία, αφήνοντας τον νεαρό de Rigny στη θεία του μαζί με τα υπόλοιπα αδέλφια του.

Ο de Rigny, αφού τελείωσε τις σπουδές του στη ναυτική ακαδημία του Brest, εισήχθη στο γαλλικό ναυτικό ως δόκιμος στη φρεγάτα «Embuscade» το 1798. Στη συνέχεια, εξελίχθηκε σε Υπαξιωματικό και τοποθετήθηκε στη φρεγάτα «La Bravoure» και ακολούθως στην «Le Muiron». Συμμετείχε σε πολλές επιχειρήσεις εναντίον του Αγγλικού στόλου και σε αποστολές στις γαλλικές Antilles. Το 1803 ήταν πλέον Ανθυποπλοίαρχος, και χρίσθηκε κυβερνήτης μιας κορβέτας. Το 1806 και το 1807 υπηρέτησε στη ναυτική φρουρά, η οποία είχε τεθεί υπό την αιγίδα του στρατού ξηράς. Πολέμησε στις εκστρατείες στην Πρωσία, στην Πολωνία, στις μάχες της Iena και του Pultusk, καθώς και στις πολιορκίες του Stralsund και του Graudentz, όπου τραυματίσθηκε.

Ο Henri de Rigny έλαβε μέρος και στην εκστρατεία στην Ισπανία το 1808, και συμμετείχε σε μάχες στη Rio-Secco και στη Sommo-Sierra, όπου τραυματίσθηκε και πάλι. Πολέμησε επίσης στο Wagram το 1809, με τον βαθμό του Υποπλοιάρχου. Το 1811 προήχθη σε Αντιπλοίαρχο, και το 1816 σε πλοίαρχο. Τον Μάιο του 1822 κλήθηκε να διοικήσει τις ναυτικές δυνάμεις της Γαλλίας στην Ανατολή. Την εποχή αυτή εκτέλεσε πολλές αποστολές κατά της πειρατείας Ελλήνων και Τούρκων στη Μεσόγειο και κατάφερε να διασφαλίσει ασφαλή ναυσιπλοΐα. Το κουράγιο του και τα προσόντα του, εκτιμήθηκαν και  προήθχη στον βαθμό του Υποναυάρχου το 1825.

Στο διάστημα της ναυτικής παρουσίας του στην Ανατολή παρακολουθούσε από κοντά τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, και τα φιλελληνικά του συναισθήματα τον οδήγησαν πολλές φορές να ασκεί τον ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων.

Στη μάχη των Μύλων για παράδειγμα, σύμφωνα με τα Πρακτικά της ελληνικής Γερουσίας και τον Ρήγα Παλαμήδη, ο Υψηλάντης έλαβε από τον de Rigny (που ήταν παρών στον κόλπο των Μύλων), συμβουλές και τρόφιμα που τον βοήθησαν να επιτύχει στον στόχο του. Μάλιστα ο Ναύαρχος de Rigny υποδέχθηκε στο πλοίο του και περιέθαλψε τον τραυματισμένο Στρατηγό Μακρυγιάννη. Επιπλέον, μετά την αποτυχημένη εκστρατεία της Καρύστου το 1826 και την πυρπόληση χωριών της περιοχής από τους Τούρκους, ο de Rigny διέσωσε έναν μεγάλο αριθμό Ελλήνων που προσπαθούσαν να διαφύγουν.

Λιθογραφία του 19ου αιώνα. Παρουσιάζει τον Γάλλο Ναύαρχο de Rigny (συλλογή ΕΕΦ)

Κορυφαία περίπτωση, αποτελεί η παρέμβασή του για την απελευθέρωση Ελλήνων και Φιλελλήνων αιχμαλώτων μετά την αποτυχημένη μάχη του Χαϊδαρίου, αλλά και για την ασφαλή απομάκρυνση και συνθηκολόγηση της Φρουράς της Αθήνας που πολιορκείτο στην Ακρόπολη, χωρίς ελπίδα σωτηρίας, τον Ιούνιο του 1827. Η αλληλογραφία της Φρουράς με τον Ναύαρχο, που έχει δημοσιευθεί στη Γενική Εφημερίδα του Αυγούστου 1827, μαρτυρεί τις άοκνες προσπάθειές του για να εγγυηθεί την ασφάλεια των εξερχομένων του φρουρίου, πολεμιστών και του αμάχου πληθυσμού. Το Τακτικό Σώμα, μάλιστα, όπως γράφει ο Χρήστος Βυζάντιος, επιβιβάσθηκε στο δίκροτο του Ναυάρχου de Rigny, που είχε όλο το προηγούμενο διάστημα αναλάβει τη διαμεσολάβηση με τον Κιουταχή. Εκεί το Τακτικό Σώμα «έλαβε μεγάλη περιποίηση» μετά από την ταλαιπωρία που είχε υποστεί, ενώ οι υπόλοιποι πολεμιστές της φρουράς επιβιβάστηκαν σε άλλα γαλλικά πλοία.

Ο de Rigny επίσης ανέλαβε πολλές φορές πρωτοβουλίες για τη διανομή βοήθειας σε τρόφιμα προς ανακούφιση του στρατού, αλλά και του φτωχού ελληνικού πληθυσμού. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την αλληλογραφία του Καποδίστρια με τους τρεις Ναυάρχους των συμμαχικών δυνάμεων.

Η μεγάλη στιγμή στην καριέρα του Ναυάρχου de Rigny, ήταν η συμμετοχή του τον Οκτώβριο του 1827 στην Ναυμαχία στο Ναβαρίνο. Ο de Rigny ήταν κυβερνήτης της ναυαρχίδας του γαλλικού στόλου (της φρεγάτας «La Sirène»). Ο Γαλλικός στόλος συνεργάσθηκε με αγγλικές και ρωσικές δυνάμεις. Οι Τρεις Δυνάμεις κλήθηκαν να επιβάλουν στους εμπόλεμους Έλληνες και Τουρκοαιγυπτίους τις αποφάσεις της Συνθήκης του Λονδίνου του Ιουνίου 1827 (Συνθήκη Ειρηνεύσεως της Ελλάδος), η οποία ζητούσε να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και να ξεκινήσουν συνομιλίες για ειρήνευση, ενώ παράλληλα επέτρεπε την ίδρυση ελληνικού κράτους υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου. Η συνθήκη περιείχε ένα πολύ σημαντικό άρθρο, σύμφωνα με το οποίο η χώρα που δεν θα δεχόταν τους όρους θα εξαναγκαζόταν με τη βία από τις Μεγάλες Δυνάμεις να συνθηκολογήσει. Όπως ήταν αναμενόμενο, η ελληνική πλευρά δέχθηκε με προθυμία την πρόταση των τριών συμμάχων, ενώ η Τουρκία δεν δέχθηκε τη Συνθήκη.

Λιθογραφία του 19ου αιώνα. Παρουσιάζει τον Γάλλο Ναύαρχο de Rigny (συλλογή ΕΕΦ)

Ο Ιμπραήμ είχε άλλα σχέδια, και συνέχιζε με αμείωτη ένταση τις πολεμικές επιχειρήσεις του στην Πελοπόννησο, στην στεριά και την θάλασσα, και την σταδιακή μεταφορά του ελληνικού πληθυσμού στην Αφρική. Να σημειώσουμε εδώ, ότι οι σύμμαχοι είχαν ζητήσει από τον Ελληνικό στόλο, που διοικούσε ο Cochrane, να αποσυρθεί στο Αιγαίο. Είχε μείνει όμως ο Hastings στον Κορινθιακό, ο οποίος μετά τη μάχη της Αγκάλης (Ιτέα), εξουδετέρωσε τον τουρκικό στόλο, με αποτέλεσμα να υποχρεώσει τον Ιμπραήμ να οργανώσει επιχειρήσεις στην περιοχή. Με την στάση του αυτή, έδωσε στον συμμαχικό στόλο το πρόσχημα που χρειαζόταν και να επιτύχει μία οριστική λύση.

Ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος ήταν σημαντικός και σε αριθμό πλοίων και σε δύναμη πυρός. Όμως τα πληρώματά του υστερούσαν σε ικανότητες, και δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τον συμμαχικό στόλο σε ανοικτή θάλασσα. Έτσι ο Ιμπραήμ επέλεξε να στήσει μία παγίδα στον συμμαχικό στόλο στο Ναβαρίνο, όπου θα μπορούσε να συγκεντρώσει την ισχύ των κανονιών των πλοίων του και αυτήν των κανονιών των οχυρών, και να έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας.

Οι στόλοι των τριών δυνάμεων εισήλθαν στον κόλπο του Ναβαρίνου και αγκυροβόλησαν, με στόχο να εφαρμόσουν την Συνθήκη. Δηλαδή είτε να πείσουν τον Ιμπραήμ να αποχωρήσει (πράγμα αδύνατον), είτε να καταστρέψουν τον στόλο του, και άρα την δυνατότητά του να ανεφοδιάζεται.

Ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος είχε προλάβει να προσορμιστεί στη λιμνοθάλασσα και είχε σχηματίσει ένα ημικύκλιο. Παρά τις προειδοποιήσεις του Άγγλου και του Γάλλου Ναυάρχου, ο Ιμπραήμ δεν συμμορφώθηκε και άνοιξε πυρ κατά αγγλικής λέμβου. Ακολούθησε η ναυμαχία, στις 8/20 Οκτωβρίου 1827, στην οποία ο στόλος του Ιμπραήμ καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς από τον στόλο των τριών δυνάμεων. Ο Τουρκικός στόλος αποτελείτο από 89 σκάφη και 41 μεταγωγικά, ενώ τα πλοία των συμμάχων δεν ξεπερνούσαν τα 30. Ο απολογισμός της ναυμαχίας δημοσιεύθηκε στη εφημερίδα «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος», την 19η Οκτωβρίου 1827.

Η ναυμαχία στο Ναβαρίνο, πίνακας Γάλλου ζωγράφου. Φέρει υπογραφή και ημερομηνία «Huet 1828» (συλλογή ΕΕΦ).

Η ευρωπαϊκή και αμερικανική κοινή γνώμη δέχθηκε με ενθουσιασμό το αποτέλεσμα της ναυμαχίας, καθώς θεωρήθηκε ως νίκη ενός λαού που επί έξι χρόνια έχυνε το αίμα του για την ελευθερία του, χωρίς την πλήρη υποστήριξη που θα όφειλε να του παρέχει ο πολιτισμένος κόσμος. Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου, έσωσε την Ελληνική Επανάσταση από την κατάρρευση και αποτέλεσε ένα αποφασιστικό βήμα για να εξασφαλισθεί λίγο αργότερα η ελληνική ανεξαρτησία.

Ο ρόλος των γαλλικών δυνάμεων και του Ναυάρχου de Rigny, ήταν καθοριστικός. Αξίζει να υπογραμμισθεί, ότι η νίκη αυτή ήταν σημαντική και για την Γαλλία, η οποία είχε πολύ καιρό να σημειώσει επιτυχία σε ναυμαχία. Ο Ναύαρχος de Rigny, είχε κατορθώσει να οργανώσει τον Γαλλικό στόλο και να τον καταστήσει εκ νέου αξιόμαχο και ισότιμο με αυτόν των άλλων μεγάλων δυνάμεων.

Αξίζει τέλος να υπενθυμισθεί, ότι η Ναυμαχία του Ναβαρίνου, ήταν η τελευταία σημαντική ναυμαχία στην ιστορία που διεξήχθη εξ ολοκλήρου με ιστιοφόρα σκάφη.

Η λαμπρή αυτή νίκη είχε ως αποτέλεσμα να τιμηθεί ο de Rigny στη Γαλλία με τον βαθμό του Αντιναυάρχου, τον τίτλο του κόμη και το λειτούργημα του ναυτικού διοικητού της Toulon.

Μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, ο Ιμπραήμ βρέθηκε σε δυσχερέστατη θέση: τον Αύγουστο 1828 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ του ηγεμόνα της Αιγύπτου Μωχάμεντ Άλη και του Ναυάρχου Κόδριγκτον. Η συμφωνία προέβλεπε να εγκαταλείψει ο τουρκο-αιγυπτιακός στρατός την Πελοπόννησο και να επιστρέψει στην Αίγυπτο. Ο Ιμπραήμ αρνείτο συστηματικά να τηρήσει τη συμφωνία, με αποτέλεσμα οι Γάλλοι να δημιουργήσουν την περίφημη εκστρατευτική αποστολή στον Μοριά (Expédition de Morée) με 15.000 στρατιώτες, για την εκκαθάριση του τόπου από τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα. Με σύντομες πολεμικές επιχειρήσεις των γαλλικών στρατευμάτων, υποστηριζόμενες ναυτικά από τον στόλο του de Rigny, καταλήφθηκαν κατά σειρά το κάστρο του Ναβαρίνου (6 Οκτωβρίου 1828), της Μεθώνης (7 Οκτωβρίου 1828), της Κορώνης (9 Οκτωβρίου 1828) και βεβαίως το κάστρο του Μοριά κοντά στο Ρίο της Πάτρας (30 Οκτωβρίου 1828). Σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις, που θεμελίωσαν την ελευθερία της Ελλάδας, ο ρόλος του de Rigny ήταν καθοριστικός.

Συνάντηση του Στρατάρχη Maison με τον Ιμπραήμ Πασά στο Ναβαρίνο τον Σεπτέμβριο του 1828. Πίνακας του Jean-Charles Langlois

Ο Γάλλος Ναύαρχος de Rigny είχε έρθει ο ίδιος σε προσωπική συμφωνία με τον Ιμπραήμ για τη διαδικασία αποχώρησης και επιβίβασης των τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων, όπως φαίνεται από διακανονισμό μεταξύ τους που δημοσιεύεται στην εφημερίδα L’Abeille Grecque, με ημερομηνία 7 Σεπτεμβρίου 1828. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα, είχε απαγορεύσει ρητά την αποχώρηση Ελληνικού πληθυσμού μαζί με τους Τουρκοαιγυπτίους, χωρίς να δέχεται καμία εξαίρεση και για κανένα λόγο.

Η ΕΕΦ έχει στη συλλογή της σημαντική ιδιόχειρη επιστολή που στέλνει ο Ναύαρχος de Rigny προς την Madame de Rigny στο Παρίσι με ημερομηνία “Την 14η (Οκτωβρίου 1828) εν Ναυαρίνω”. Δυστυχώς η ανάγνωση και μετάφραση της επιστολής δεν έχει γίνει δυνατή μέχρι τώρα, λόγω του εξαιρετικά δυσανάγνωστου γραφικού χαρακτήρα του συγγραφέα. Ωστόσο από λέξεις και τμήματα φράσεων, που μπορέσαμε να εντοπίσουμε και να μεταφράσουμε, μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι στις τρεις πυκνογραμμένες σελίδες της επιστολής, ο Δεριγνύ αναφέρεται σε προσωπικά ζητήματα αλλά κυρίως στην πορεία των επιχειρήσεων εκκαθάρισης: “… μόλις είδα την έξοδο (των στρατευμάτων του Ιμπραήμ) προς την Αίγυπτο, μία πλήρης εγκατάλειψη …”.

Η επιστολή μεταφέρθηκε με γαλλικό πολεμικό πλοίο στη Μασσαλία, όπου και απολυμάνθηκε, και στη συνέχεια με ταχυδρομική άμαξα στο Παρίσι όπου έφθασε τη 16η Νοεμβρίου 1828.

Ιδιόχειρη επιστολή που στέλνει ο Ναύαρχος de Rigny προς την Madame de Rigny στο Παρίσι με ημερομηνία “Την 14η (Οκτωβρίου 1828) εν Ναυαρίνω” (συλλογή ΕΕΦ).

Λίγο καιρό αργότερα, ο de Rigny επέστρεψε στη Γαλλία, συνοδεύοντας τα γαλλικά στρατεύματα του Στρατάρχη Maison.

Το 1829, ο Ναύαρχος de Rigny ζήτησε να ονομασθεί Υπουργός των Ναυτικών, αλλά τελικά αρνήθηκε να αναλάβει τα καθήκοντά του, και μετά από αίτημά του, χρίσθηκε εκ νέου διοικητής των γαλλικών ναυτικών δυνάμεων της Ανατολής, θέση που κράτησε μέχρι το 1830, όταν λόγοι υγείας τον υποχρέωσαν να επιστρέψει και πάλι στην Τoulon.

Το 1830, και μετά την Ιουλιανή Επανάσταση, διορίσθηκε Υπουργός των Ναυτικών για ένα μικρό διάστημα, και έπειτα εκ νέου τον Μάρτιο του 1831. Το ίδιο έτος εκλέχθηκε βουλευτής, και παρέμεινε υπουργός. Κατά την θητεία του αγωνίσθηκε για τη διευθέτηση ζητημάτων που σχετίζονταν με τις προαγωγές των αξιωματικών, αλλά και την προστασία των γαλλικών συμφερόντων στις αποικίες της χώρας, μέσω νομοθετημάτων. Στις 4 Απριλίου 1834 χρίσθηκε Υπουργός Εξωτερικών, μέχρι τις 10 Νοεμβρίου. Στη συνέχεια πέρασε πάλι στο Υπουργείο Ναυτικών και παρέμεινε υπουργός μέχρι τις 4 Μαρτίου 1835. Έπειτα, παραιτήθηκε, αλλά διατήρησε τον τίτλο του Γενικού Γραμματέα των Ναυτικών.

Τον Ιούνιο του 1834 είχε εκλεγεί εκ νέου βουλευτής, ενώ τον Αύγουστο του 1835 υπηρέτησε σε γαλλική αποστολή στην Νάπολη. Με την επιστροφή του στη Γαλλία τον Οκτώβριο, ασθένησε.  Πέθανε στις 6 Νοεμβρίου 1835 στο Παρίσι, σε ηλικία 53 ετών. Έναν χρόνο περίπου πριν πεθάνει παντρεύτηκε την Adèle Narcisse Defontaine με την οποία απέκτησε μία κόρη που γεννήθηκε μετά τον θάνατό του.

Στον επικήδειο λόγο προς τιμήν του, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le journal des débats, υπογραμμίζονται τα φιλανθρωπικά αισθήματα του de Rigny και το ακούραστο έργο του για την καταπολέμηση της πειρατείας στο Αιγαίο, για την προστασία των ελληνικών πληθυσμών, των ξεριζωμένων από τον τόπο τους, των αιχμαλώτων, των κυνηγημένων από Τούρκους και Αιγυπτίους και κυρίως των πεινασμένων για τους οποίους ο de Rigny μεριμνούσε με χρήματα και ρουχισμό που λάμβανε από τη Γαλλία. Ιδιαίτερα η συμβολή του στην ανταλλαγή και διάσωση Ελλήνων αιχμαλώτων από τον Ιμπραήμ, αποτυπώνεται γλαφυρά και στον γαλλόφωνο Τύπο της Ελλάδας.

Στη διάρκεια της καριέρας του τιμήθηκε με το παράσημο του Μεγαλόσταυρου του Τάγματος της Λεγεώνας της Τιμής, στις 12 Αυγούστου 1832, στη Γαλλία, με το ρωσικό παράσημο του Τάγματος του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι και το αγγλικό παράσημο του Τάγματος του Λουτρού, του διοικητού του Τάγματος των Αγίων Μωρίς και Λαζάρου, της Σαβοΐας. Στην Ελλάδα τιμήθηκε με το παράσημο του Μεγαλόσταυρου του Τάγματος του Σωτήρα.

Το όνομά του φέρουν πολλοί δρόμοι της Αττικής και άλλων πόλεων της Ελλάδας.

Η οδός ΔΕΡΙΓΝΥ (de Rigny) στο κέντρο της Αθήνας.

Παράλληλα, το βουνό Rigny στην Γροιλανδία, φέρει και αυτό το όνομα του μεγάλου Γάλλου Ναυάρχου.

Ακόμη το όνομά του έχει δοθεί σε δρόμους σε πολλές πόλεις στη Γαλλία (Παρίσι, Nancy, Toul, Saint-Amand-Longpré, Arc-lès-Gray).

Μνημείο στην Πύλο, αφιερωμένο στους γενναίους Ναυάρχους και πρωτεργάτες της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου, αναγράφει  το όνομά του.

Μνημείο στην Πύλο αφιερωμένο στον Γάλλο ναύαρχο de Rigny και στους άλλους δύο ναυάρχους (Codrington και Hayden)

Ο Γάλλος Ναύαρχος, κόμης Henri de Rigny. Αναμνηστικό μετάλλιο του 1835. Η πίσω όψη παρουσιάζει την Νίκη (συλλογή ΕΕΦ).

Ο de Rigny βοήθησε σημαντικά τον αγώνα των Ελλήνων κατά το μεγαλύτερό του μέρος, και με πολλές ευκαιρίες. Ως αρχηγός του γαλλικού στόλου στη Nαυμαχία του Ναβαρίνου το όνομά του μένει ανεξίτηλο να θυμίζει την καίρια σαφώς συμβολή του στην απελευθέρωση και ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Η Ελλάδα και  οι Έλληνες τιμούν τον μεγάλο Ναύαρχο.

Επιτραπέζιο ρολόι του 19ου αιώνα, Γαλλικής κατασκευής. Παρουσιάζει τον Γάλλο Ναύαρχο de Rigny (συλλογή ΕΕΦ)

Λιθογραφία του 19ου αιώνα. Παρουσιάζει τον Γάλλο Ναύαρχο de Rigny (συλλογή ΕΕΦ)

 

ΠΗΓΕΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Correspondance du comte J. Capodistrias, président de la Grèce, Tome 2, Genève, Paris, 1832.
  • Driault Édouard – Michel Lhéritier, Histoire diplomatique de la Grèce, de 1821 à nos jours, τ. 1, Paris, Presses Universitaires de France, 1925.
  • Ασπρέας Γεώργιος, Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος (1821-1912), Αθήνα, Χρήσιμα βιβλία, 1930.
  • Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, Αθήνα, ΟΕΔΒ, 1971.
  • Βυζάντιος Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, Αθήνα, χ.ε., 1901.
  • Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, τεύχη των ετών 1827 και 1828.
  • Εφημερίδα Journal des Débats, 12 Νοεμβρίου
  • Εφημερίδα L’Abeille Grecque, αρ. φ. 91, 17/29 Σεπτεμβρίου 1828, αρ. φ. 99, 16/28 Οκτωβρίου 1828, αρ. φ. 100, 20 Οκτωβρίου/1 Νοεμβρίου 1828.
  • Ηλεκτρονική βάση απονεμηθέντων παρασήμων της Λεγεώνας της Τιμής http://www2.coulture.gouv.fr/documentation/leonore/leonore.htm, Dossier LΗ2330/67.
  • Πρακτικά των συνεδριάσεων της Γερουσίας, Περίοδος Ε΄, 1858, συνεδρίαση 31/1/1857, Εν Αθήναις, Εκ του Δημοσίου Τυπογραφείου, 1858.

 

 

 

Ο Διονύσιος Βούρβαχης (Constantin Denis Bourbaki), σύμφωνα με τα γαλλικά αρχεία, γεννήθηκε στην Κεφαλονιά την 1η Αυγούστου του 1787 και στη συνέχεια πολιτογραφήθηκε Γάλλος στις 9 Νοεμβρίου 1818. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται συνήθως ως φιλέλληνας ελληνικής καταγωγής.

Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος-Σωτήριος Βούρβαχης, ήταν ναυτικός και έμπορος, εγκατεστημένος στη Μασσαλία. Σύμφωνα με την Averoff Michelle και το άρθρο της για τους Φιλέλληνες, είχε γεννηθεί στα Σφακιά της Κρήτης και το πραγματικό του επίθετο ήταν «Σκορδιλής». Το όνομα «Βούρβαχης» του είχε  δοθεί από τους Τούρκους, και σήμαινε «αυτός που κτυπά πρώτος» ή «αυτός που είναι επικεφαλής», δεδομένου ότι η οικογένειά του ήταν οικογένεια αγωνιστών του νησιού. Μετά το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου η οικογένεια μετανάστευσε στην Κεφαλονιά. Στη Μασσαλία, ο πατέρας Βούρβαχης διατηρούσε σχέσεις με τον Ιωσήφ Βοναπάρτη, γεγονός που συντέλεσε ώστε να επιλεγεί για μια επικίνδυνη αποστολή. Όταν τον Δεκέμβριο του 1798 ο Ναπολέων βρισκόταν στην Αίγυπτο, παρέστη ανάγκη να ειδοποιηθεί για να επιστρέψει γρήγορα στη Γαλλία όπου οι πολιτικοί του αντίπαλοι είχαν δημιουργήσει αναταραχές. Ο Κωνσταντίνος-Σωτήριος κατάφερε με το πλοίο του να ειδοποιήσει έγκαιρα τον αυτοκράτορα χωρίς να γίνει αντιληπτός, ούτε από τους Τούρκους, ούτε από τους Άγγλους που είχαν επιβάλει αποκλεισμό. Από τότε, η οικογένεια Βούρβαχη συνδέθηκε στενότερα με την οικογένεια Βοναπάρτη που ανέλαβαν να προστατεύουν τους γιους του Κωνσταντίνου-Σωτήριου, τον Ιωσήφ και τον Διονύσιο. Οι τελευταίοι μετοίκησαν στη Γαλλία μετά τον θάνατο του πατέρα τους.

Ο Διονύσιος Βούρβαχης σπούδασε στη στρατιωτική σχολή του Fontainebleau απ’ όπου απεφοίτησε το 1804 και εντάχθηκε στο γαλλικό πεζικό. Πολέμησε στην Ισπανία, την Ιταλία και τη Γερμανία και διορίσθηκε υπασπιστής του Ιωσήφ Βοναπάρτη, όταν αυτός έγινε μονάρχης της Ισπανίας. Σύμφωνα με πληροφορίες από το ατομικό του μητρώο που παραθέτει ο Μπάμπης Άννινος, ο οποίος ήταν γιος μιας εκ των τριών αδελφών του Διονυσίου που διαβιούσαν στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, ο Βούρβαχης στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του στον γαλλικό στρατό, είχε τραυματιστεί τέσσερις φορές σοβαρά, και τρεις φορές είχε λάβει εύφημο μνεία για τις υπηρεσίες του. Ο Στέφανος Παπαδόπουλος στη μονογραφία του για τον Διονύσιο Βούρβαχη στο περιοδικό Παρνασσός, αναφέρει ότι μετά την πρώτη εξορία του Ναπολέοντα στη νήσο Έλβα, ο Βούρβαχης παραιτήθηκε από τον γαλλικό στρατό, αλλά επανήλθε λίγο αργότερα. Επιπλέον, τόσο αυτός όσο και η Averoff, σημειώνουν ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Διονύσιος Βούρβαχης ήταν εκείνος που με πολλούς κινδύνους έφθασε στο νησί Έλβα προκειμένου να ειδοποιήσει τον Ναπολέοντα ότι οι αντίπαλοί του σκόπευαν να τον εξορίσουν σε πιο μακρινό τόπο. Έτσι η μοίρα το έφερε να αναλάβει παρόμοια αποστολή με αυτήν που είχε αναλάβει ο πατέρας του.

Μετά την επάνοδο του Ναπολέοντα, ο Βούρβαχης υπηρέτησε ως διοικητής του 31ου ελαφρού συντάγματος του γαλλικού πεζικού. Σύμφωνα με τον βιογράφο των φιλελλήνων Henri Fornèsy, είχε φτάσει μέχρι τον βαθμό του συνταγματάρχου, όταν τέθηκε σε κατάσταση διαθεσιμότητας από το καθεστώς των Βουρβόνων. Στη συνέχεια υπέβαλε την παραίτησή του στον γαλλικό στρατό η οποία έγινε δεκτή μόλις το 1820.

Ο Βούρβαχης ήταν φιλελεύθερος στο φρόνημα, και έπειτα από πολλές περιπέτειες, περιπλανήσεις και μονομαχίες αναγκάσθηκε στη συνέχεια να αυτοεξορισθεί στην Ισπανία, πατρίδα της συζύγου του Charlotte de Rica, όπου είχαν καταφύγει και άλλοι βοναπαρτιστές. Αργότερα επέστρεψε στη Γαλλία και αποτραβήχθηκε στη μικρή πόλη Pau.

Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση ο Βούρβαχης βρισκόταν στο Παρίσι. Συγκινημένος από τον Αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας του, προσπάθησε αρχικά να τη βοηθήσει μέσα από την ενεργή δράση του στο πλαίσιο της Φιλελληνικής Επιτροπής του Παρισιού. Ο ενθουσιασμός όμως που τον κυρίευσε μετά την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου και η αγάπη του για την Ελλάδα τον ώθησαν να λάβει μέρος στον ένοπλο αγώνα για την απελευθέρωσή της. Μαζί του αναχώρησαν για την Ελλάδα και άλλοι Γάλλοι αξιωματικοί. Με την άδεια της Γαλλικής κυβέρνησης, ο Βούρβαχης έφθασε στην Ελλάδα περί τα τέλη Νοεμβρίου 1826, ή λίγο νωρίτερα κατά άλλους μελετητές. Δεν ήρθε ως απλός πολεμιστής, αλλά και ως απεσταλμένος του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Παρισιού. Μαζί του είχε χρήματα, ενώ συνοδευόταν και από άλλους Φιλέλληνες εθελοντές. Παράλληλα, το έργο του ενίσχυε οικονομικά και η Επιτροπή της Κέρκυρας, στην οποία συμμετείχε ο αδελφός του Καποδίστρια. Η Επιτροπή επιτελούσε σημαντικό έργο, και μάλιστα εξαγόραζε συστηματικά σε πολλά μέρη της Μεσογείου Έλληνες σκλάβους από το Μεσολόγγι και αλλού, και τους απέδιδε ελεύθερους στην Ελλάδα.

Όταν έφθασε στο Ναύπλιο, ο Βούρβαχης πήρε άδεια από τη Διοικητική Επιτροπή για να συγκροτήσει δικό του Σώμα αποτελούμενο από «μέγαν αριθμόν Ελλήνων και Φιλελλήνων», σύμφωνα με τον Fornèsy. Οι άνδρες αυτοί ήταν κυρίως Επτανήσιοι και Γάλλοι φιλέλληνες. Ανάμεσά τους συγκαταλεγόταν ο Ανδρέας Μεταξάς, γαμπρός του Βούρβαχη. Το Σώμα του έφθασε να αριθμεί σύντομα περί τους 800 άνδρες και είχε αποστολή, κατά τον Gravière, να εκστρατεύσει στη Δυτική Ελλάδα ή να ενισχύσει τον Καραϊσκάκη για την απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδας. Ο Βούρβαχης ήταν αφοσιωμένος στον Καραϊσκάκη και στον σκοπό αυτό. Ο βασικός στόχος των Ελλήνων και Φιλελλήνων την εποχή αυτή, ήταν να διατηρήσουν  απελευθερωμένες εστίες στην Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα, έτσι ώστε το θέμα της Ελληνικής Επανάστασης και της προοπτικής ίδρυσης ελεύθερου Ελληνικού κράτους, να βρίσκεται διαρκώς στην ημερήσια διάταξη των διπλωματικών κέντρων διεθνώς. Η Γαλλία στήριζε την στρατηγική αυτή, και θεωρούσε ότι μια επιτυχημένη έκβαση θα ενίσχυε παράλληλα και το γόητρό της.

Δυστυχώς, ο Βούρβαχης δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει το σχέδιό του, κυρίως γιατί η Διοικητική Επιτροπή δεν τροφοδοτούσε το Σώμα, και ο ίδιος αναγκαζόταν να αγοράζει μόνος του τρόφιμα για να συντηρεί τους άνδρες του. Οι συνθήκες δεν ήταν καλές και έτσι, πολλοί άνδρες του άρχισαν να λιποτακτούν. Πέραν τούτου, πολλοί, ανάμεσά τους κι ο Μακρυγιάννης, εναντιώθηκαν στον Βούρβαχη καθώς αντιπαθούσαν τον γαμπρό του, τον Μεταξά, και τον Κολοκοτρώνη, που θεωρούνταν ρωσόφιλοι. Παράλληλα, τον Βούρβαχη ενοχλούσαν ιδιαίτερα οι εμφύλιες συγκρούσεις και τα αντιμαχόμενα συμφέροντα.

Ο Βούρβαχης αναχώρησε προς την Στερεά Ελλάδα με στόχο να συναντηθεί και να συντονισθεί με τον Καραϊσκάκη, και να επιχειρεί πλέον από κοινού μαζί του. Για να το πετύχει αυτό, αγνόησε πολλές φορές τις διαταγές της Διοίκησης. Μετά από μία τέταρτη επιστολή, αποφάσισε να αλλάξει πορεία και να κατευθυνθεί προς την Αθήνα. Η εκτίμηση και η αγάπη που έτρεφε για τον Καραϊσκάκη προκύπτει από μία επιστολή του προς αυτόν κατά την επίμαχη περίοδο, στην οποία αναφέρει: «Αρχηγέ! … είμαι πάντοτε εις τας οδηγίας σας, και έτοιμος να τρέξω όπου με κρίνετε άξιον δια το καλόν της πατρίδος. Ο αδελφός σας Βούρβαχης».

Η υπογραφή του Βούρβαχη από επιστολή του

Σε κάθε περίπτωση, όλοι, από όλες τις πλευρές συμφωνούσαν ότι ο Βούρβαχης ήταν άνθρωπος έντιμος, ανιδιοτελής και αγνός πατριώτης που διψούσε να δει την Ελλάδα ελεύθερη. Εν τέλει, η Διοικητική Επιτροπή, ματαίωσε τις επιδιώξεις του, και τον διέταξε να μεταβεί στην Ελευσίνα προς ενίσχυση της πολιορκίας των Αθηνών.

Έτσι στο τέλος του 1826, έφθασε στην Ελευσίνα. Εκεί συνάντησε τον Βάσο Μαυροβουνιώτη, και σε λίγες ημέρες ήρθε και ο Παναγιώτης Νοταράς. Από την Ελευσίνα, ο Βούρβαχης και οι δύο οπλαρχηγοί, με ενωμένες τις δυνάμεις τους κινήθηκαν προς το Μενίδι όπου στις 22 Ιανουαρίου συγκρούσθηκαν με επιτυχία με Τουρκικές δυνάμεις.

Στις 25 Ιανουαρίου, ο Βούρβαχης με τον Μαυροβουνιώτη και τον Νοταρά, και με 3500 άνδρες, κατευθύνθηκαν προς το Καματερό. Στο σημείο αυτό, δέχθηκαν δύο ημέρες μετά επίθεση από 2600 τούρκους. Στη μάχη που ακολούθησε στο Καματερό, σημειώθηκε διαφωνία μεταξύ των τριών αρχηγών των Σωμάτων που επιχειρούσαν, ως προς την τακτική της μάχης. Ο Βούρβαχης, προέκρινε την κατά μέτωπον επίθεση, στρατοπέδευσε με το Σώμα του στην πεδιάδα ως ένα είδος εμπροσθοφυλακής, ενώ ο κύριος όγκος του στρατεύματος παρέμεινε στα υψώματα, λίγο μακρύτερα από αυτόν. Οι δυνάμεις των Ελλήνων και Φιλελλήνων ήταν ισοδύναμες με αυτές των Τούρκων, το σχέδιο ήταν σωστό και θα είχε επιτύχει εάν επικρατούσε πειθαρχία. Όμως οι άτακτες δυνάμεις των Ελλήνων φοβούνταν το Τουρκικό ιππικό. Επίσης, η έλλειψη πειθαρχίας των Ελλήνων ατάκτων, οδήγησε για άλλη μία φορά σε τραγικά αποτελέσματα. Χωρίς πειθαρχία ήταν αδύνατο να εφαρμοσθεί σχέδιο μάχης. Το πρόβλημα αυτό κόστισε πολύ στις Ελληνικές δυνάμεις, σε πολλές μάχες. Και δύο μήνες αργότερα, το ίδιο πρόβλημα προκάλεσε άλλη μία οδυνηρή ήττα στον Ανάλατο και τον θάνατο του μεγάλου αγωνιστή, Στρατηγού Καραϊσκάκη.

Όταν άρχισε η επίθεση των δυνάμεων των Τούρκων και εμφανίσθηκε το ιππικό, οι άτακτοί Έλληνες μαχητές εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και προωθήθηκαν προς τα γύρω υψώματα. Έτσι εγκατέλειψαν το Σώμα του Βούρβαχη στο έλεος των Τούρκων.

Η μάχη ήταν σφοδρή, αλλά το Σώμα των Ελλήνων και Φιλελλήνων του Βούρβαχη είχε περικυκλωθεί, και ο αγώνας είχε καταστεί πλέον άνισος. Οι τριακόσιοι άνδρες του Βούρβαχη, αφού πολέμησαν γενναία, σφαγιάσθηκαν όλοι. Ελάχιστοι Φιλέλληνες έπεσαν ζωντανοί στα χέρια των Τούρκων. Δύο Γάλλοι, ένας Γερμανός και ο τραυματισμένος Βούρβαχης. Λέγεται μάλιστα ότι ειδικά γι’ αυτόν ανταγωνίσθηκαν σκληρά μεταξύ τους Τούρκοι ιππείς, ποιος θα τον ακινητοποιήσει για να λάβει ως λάφυρο έναν πολύτιμο λίθο που κοσμούσε το γιαταγάνι του.

Ο Ναύαρχος Δεριγνύ που βρισκόταν στην περιοχή, ζήτησε από τον Κιουταχή να σεβαστεί τους αιχμαλώτους και να δεχθεί να τους ανταλλάξει με αιχμαλώτους Τούρκους. Ο Κιουταχής αρνήθηκε, διέταξε να κόψουν τα κεφάλια όλων των Φιλελλήνων και τα έστειλε στον Σουλτάνο μαζί με τις στολές τους, την περικεφαλαία του Βούρβαχη, ένα βλήμα 68 λιτρών που έριξε στο Τουρκικό στρατόπεδο το ατμοκίνητο πλοίο «Καρτερία» που επιχειρούσε στην περιοχή και υποστήριζε τις Ελληνικές δυνάμεις και ψωμί ζυμωμένο από αμερικανικό αλεύρι που διένειμε η φρεγάτα «Ελλάς» στους Έλληνες.

Ο Κιουταχής ήθελε να δείξει με αυτόν τον τρόπο, ότι νίκησε έναν στρατό που ενίσχυαν, τροφοδοτούσαν και διοικούσαν ξένοι, και να χλευάσει τους Φιλέλληνες και τον Φιλελληνισμό. Η βάρβαρη και ανόητη αυτή πράξη, εξόργισε τους Γάλλους αξιωματούχους, αλλά και την κοινή γνώμη διεθνώς.

Το τραγικό τέλος του Βούρβαχη και ο ηρωικός θάνατός του στις 27 Ιανουαρίου / 8 Φεβρουαρίου 1827, σε ηλικία μόλις 40 ετών, εξόργισαν τον Ναύαρχο Δεριγνύ, και όπως αυτός υπογράμμισε στους Τούρκους, αναζωπύρωσε το φιλελληνικό ρεύμα σε όλη την Ευρώπη.

Έτσι, ο μεγάλος αυτός Έλληνας υπηρέτησε έντιμα και γενναία και τη Γαλλία (εκεί τον αποκαλούσαν «Καπετάν Γραικό») και την Ελλάδα, και με τον ηρωικό του θάνατο τίμησε και τις δύο του πατρίδες και τις κοινές τους αξίες.

Στη Γαλλία, ο γιος του, Κάρολος-Σωτήριος Βούρβαχης, συνέχισε το ένδοξο όνομα της οικογένειας, καθώς διέπρεψε αργότερα ως ένας από τους γενναιότερους στρατηγούς του Ναπολέοντα Γ΄.

Ο Διονύσιος Βούρβαχης είχε τιμηθεί στη Γαλλία με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής, στις 27 Δεκεμβρίου 1814. Σήμερα, δύο δρόμοι στην Κεφαλονιά και στο Καματερό, φέρουν το όνομά του, ενώ ο δήμος της περιοχής ενίοτε διοργανώνει και αγώνες προς τιμήν του («Βουρβάχεια»). Πεθαίνοντας, ο Διονύσιος Βούρβαχης πρόφερε το όνομα της Ακρόπολης για την οποία θυσίασε τα πάντα, ακόμη και τη ζωή του. Γι’ αυτό και ένας δρόμος στην Αθήνα που οδηγεί προς την Ακρόπολη έχει λάβει το όνομά του για να μας θυμίζει τον μεγάλο αυτόν ήρωα. Ο ηρωικός θάνατός του θα μένει πάντα ανεξίτηλος στην ιστορία για την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Η οδός Βούρβαχη στη γωνία με την Λεωφόρο Συγγρού

 

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Alevras Constantin, Les volontaires hellènes en France pendant la guerre franco-allemande en 1870, Paris, R. Debresse, 1947.
  • Averoff Michelle, «Les Philhellènes », Bulletin de l’Association Guillaume Budé, no 3, Octobre 1967, σσ. 312-332.
  • Barth Wilhelm – Max Kehrig-Korn, Die Philhellenenzeit, von der Mitte des 18 Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias am 9 Oktober 1831, εκδ. Hueber, Μόναχο
  • Jurien de la Gravière, La station du Levant, tome 2, Paris, Plon, 1876.
  • Άιδεκ Κάρολος, «Τα των Βαυαρών Φιλελλήνων εν Ελλάδι κατά τα έτη 1826-1829», Αρμονία, τ. 1 (1900) και τ. 2 (1901).
  • Άννινος Μπάμπης, Ιστορικά σημειώματα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1925.
  • Βυζάντιος Χρήστος, Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833, χ.ε., Αθήνα 1901.
  • Ηλεκτρονική βάση απονεμηθέντων παρασήμων της Λεγεώνας της Τιμής http://wwwcoulture.gouv.fr/documentation/leonore/leonore.htm, Dossier LΗ321/81.
  • Παπαδόπουλος Στέφανος, «Διονύσιος Βούρβαχης (Denys Bourbaki) ένας Γάλλος φιλέλληνας του 1821 ελληνικής καταγωγής», Παρνασσός, τόμος Ε΄, 1963, σσ. 340-356.
  • Παρεντής Ευάγγελος, Ιστορία Κεφαλονιάς-Κέρκυρας-Ζακύνθου-Ιθάκης-Παξών, Αθήνα, 1978.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Κείμενο-Εισαγωγή-Σημειώσεις Γιάννη Βλαχογιάννη, έκδοση Β΄, Αθήνα, 1947, τόμος 1.
  • Φορνέζι Ερρίκος, Το μνημείον των Φιλελλήνων, εκδ. Χ. Κοσμαδάκης & σία, Αθήνα 1968 [Απομνημονεύματα αγωνιστών του ΄21, τ. 20].
  • https://www.bourbakipanorama.ch/vermittlung/bourbaki-blog/artikel/ein-echter-bourbaki/ [πρόσβαση Ιούνιος 2020].

 

Στολή Αντισυνταγματάρχη του Ελληνικού Πυροβολικού σαν αυτή που φορούσε ο Pauzié στην Ελλάδα (αρχείο ΓΕΣ)

 

Ο Jean Henri Pierre Auguste Pauzié-Banne, όπως είναι το πλήρες όνομά του, ήταν αξιωματικός του Πυροβολικού στη Γαλλία. Απόφοιτος της Πολυτεχνικής Σχολής του Παρισιού, διετέλεσε διοικητής του Σώματος Πυροβολικού στην Ελλάδα, και, κυρίως, ιδρυτής και πρώτος διοικητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο.

Ο Pauzié-Banne γεννήθηκε στο Montpellier της περιφέρειας Hérault στην Γαλλία, στις 2 Ιουνίου του 1792. Ο πατέρας του ονομαζόταν François και η μητέρα του Diane Elisabeth Colondre. Στην επετηρίδα των μαθητών του Πολυτεχνικού Σχολείου αναφέρεται, εντούτοις, ως ορφανός και ως διεύθυνση κατοικίας έχει δηλωθεί η διεύθυνση του πεθερού του στο Παρίσι (81 rue du Faubourg du Roule, Paris, Seine). Το ατομικό του δελτίο εξετάσεων στη Σχολή αυτή υποδηλώνει ότι ο Pauzié εισήλθε στο Πολυτεχνείο 83ος, στις 22 Οκτωβρίου 1810, με αριθμό μητρώου 2334, ενώ εξήλθε 32ος στη σειρά των αξιωματικών του Πυροβολικού Ξηράς, τον Ιανουάριο του 1812, με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού.

Επιπλέον, μια μικρή φυσική περιγραφή του, που δίνει το ίδιο δελτίο, μαρτυρά τη μορφή του και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του: είχε μαλλιά και φρύδια ξανθά, μέτωπο καλυμμένο, μύτη μακριά, μάτια μπλε, στόμα μέτριο, πηγούνι στρογγυλό, πρόσωπο γεμάτο και ύψος 1 μ. 69 εκ.

Ο Pauzié, αφού ολοκλήρωσε τη φοίτηση του στη Πολυτεχνική Σχολή, συνέχισε τις σπουδές του στη Στρατιωτική Σχολή του Metz, και το 1813-1814 υπηρέτησε στη Στρατιά του Μεγάλου Ναπολέοντα. Συμμετείχε σε διάφορες μάχες και τραυματίσθηκε σε δύο από αυτές.

Την εποχή που ο Κυβερνήτης Καποδίστριας ζήτησε στρατιωτικούς συμβούλους από τον Γάλλο υπουργό άμυνας, υπηρετούσε στο Υπουργείο Πολέμου και με απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης, του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του στρατιωτικού συμβούλου του Καποδίστρια. Έφθασε στην Ελλάδα στα τέλη του 1827 και ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα στις 28 Ιανουαρίου 1828. Στον Ελληνικό στρατό έφθασε μέχρι τον βαθμό του Συνταγματάρχου.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας επιθυμούσε τη σύσταση ενός ανεξάρτητου Σώματος Πυροβολικού («Τάγματος Πυροβολιστών»). Έτσι ανέθεσε περί το τέλος Ιουνίου 1828, στον λοχαγό τότε Pauzié, τη μελέτη για τη συγκρότηση και τη λειτουργία μιας Σχολής Πυροβολικού. Παράλληλα, ζήτησε να του υποβάλει σχέδιο οργάνωσης και κοστολόγιο της απαιτούμενης για τη Σχολή δαπάνης. Ο Pauzié υπέβαλε πλήρη μελέτη για τη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση των αξιωματικών του Πυροβολικού. Η μελέτη εκείνη προέβλεπε ότι ο αριθμός των μαθητών θα κυμαινόταν από είκοσι έως είκοσι πέντε, και καθόριζε τη διάρκεια φοίτησης στα δύο χρόνια.

Αρχικά, συστάθηκε το Τάγμα Πυροβολιστών με διάταγμα που εκδόθηκε στις 17 Αυγούστου 1828, και δύο ημέρες αργότερα, η διοίκηση του τάγματος ανατέθηκε στον Συνταγματάρχη Πυροβολικού, κόμη, Νικόλαο Πιέρρη. Δύο μήνες μετά, ανέλαβε τη διοίκηση του τάγματος ο Pauzié, για λίγο όμως διάστημα, οπότε ανέλαβε και πάλι ο Πιέρρης. Ο τελευταίος είχε υποβάλει τον Οκτώβριο του 1828 στον Κυβερνήτη νέο «Σχέδιο Διατάγματος δια το Σχολείον του Τάγματος των Πυροβολιστών». Το σχέδιο αυτό εφαρμόσθηκε τελικά στη Σχολή από την 15η Νοεμβρίου 1828 μέχρι τις 12 Ιανουαρίου 1829, οπότε ένα μέρος της Σχολής συγχωνεύθηκε με τον «Λόχο των Ευελπίδων». Η Σχολή συνέχισε να λειτουργεί μέχρι τον Μάιο του 1829 ως σχολείο εφαρμογής με το όνομα «Σχολείον του Τάγματος των Πυροβολιστών» (École de Bataillon d’Artillerie), και παρείχε τεχνική και τακτική εκπαίδευση στους αξιωματικούς του Πυροβολικού, υπό τη διοίκηση του Πιέρρη. Ο «Λόχος των Ευελπίδων» είχε συσταθεί τον Ιούλιο του 1828 με στόχο την εκπαίδευση των αξιωματικών αλλά, παρά τις υψηλές προσδοκίες, δεν κατάφερε να ανταποκριθεί επάξια στο στόχο του με αποτέλεσμα ο Κυβερνήτης να διατάξει τη διάλυσή του και την αναδιοργάνωσή του σε νέες βάσεις.

Πέραν τούτων, στις 2 Δεκεμβρίου του 1828, ο Pauzié, σε συνεννόηση με τον Γάλλο πρόξενο στην Ελλάδα Antoine Juchereau de Saint-Denys, υπέβαλε πρόταση στον Κυβερνήτη για τη δημιουργία ενός στρατιωτικού πολυτεχνικού σχολείου στο Ναύπλιο. Ο Κυβερνήτης, παρότι θεώρησε τολμηρό το εγχείρημα, έδωσε τη συγκατάθεσή του και ονόμασε τον Pauzié «Έφορον», δηλαδή Επιθεωρητή του «Λόχου των Ευελπίδων» και της Σχολής Πυροβολικού επιφορτισμένο με τη συγκρότηση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου. Πράγματι, στις 28 Δεκεμβρίου του 1828, ο Pauzié υπέβαλε λεπτομερές σχέδιο νόμου, με τίτλο «Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο», σχέδιο που εγκρίθηκε από τον Κυβερνήτη με το υπ’ αριθ. 8683 διάταγμα της 12ης Ιανουαρίου 1829. Στη συνέχεια του διατάγματος αυτού, ο «Λόχος των Ευελπίδων», και εν μέρει η Σχολή Πυροβολικού, έπαυαν την λειτουργία τους και οι σπουδαστές τους απορροφούνταν από το ανωτέρω Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Διοικητής του Πολεμικού Σχολείου ονομάστηκε ο Pauzié, προαγόμενος από Λοχαγό σε Αντισυνταγματάρχη, με το αιτιολογικό, όπως αναφέρεται στη Γενική Εφημερίδα, ότι έπρεπε να φέρει βαθμό ανάλογο με τα καθήκοντά του.

Ακολούθως, ο Καποδίστριας ζήτησε από τον Pauzié να βρει κατάλληλο κατάλυμα για την εγκατάσταση του Σχολείου στο Ναύπλιο.

Το κτίριο της πρώτης Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο

Εύελπις της πρώτης Σχολής Ευελπίδων (αρχείο ΓΕΣ)

Μόλις λύθηκε το πρόβλημα της στέγασης, απομακρύνθηκαν οι ακατάλληλοι μαθητές και οι κενές θέσεις συμπληρώθηκαν από νέους που προέρχονταν από το ορφανοτροφείο της Αίγινας το οποίο φιλοξενούσε ορφανά των αγωνιστών της Επανάστασης. Το Σχολείο είχε σαν πρότυπο την Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού που επηρέασε πολλές άλλες ευρωπαϊκές σχολές στις αρχές του 19ου αιώνα και ο διοικητής της Pauzié ήταν υπόλογος στη Γραμματεία των Στρατιωτικών του κράτους.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Pauzié μεταρρύθμισε το Σχολείο από τη βάση του και αύξησε τη διάρκεια των σπουδών. Η εκπαίδευση των μαθημάτων, την οποία είχε προτείνει ο ίδιος, ήταν εγγεγραμμένη στο καταστατικό του Σχολείου και προέβλεπε τη λειτουργία τριών εκπαιδευτικών τάξεων.

Το πρόγραμμα σπουδών είχε βασισθεί στο αντίστοιχο πρόγραμμα της Γαλλικής Πολυτεχνικής Σχολής, αλλά υλοποιείτο σε κατώτερο επίπεδο και ήταν προσαρμοσμένο στις Ελληνικές ανάγκες. Ο Pauzié, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει το Πολεμικό Σχολείο, είχε πολλά εμπόδια να αντιμετωπίσει. Ένα από αυτά ήταν η έλλειψη ελληνικών στρατιωτικών εγχειριδίων. Η πλειονότητα των βιβλίων ήταν στη γαλλική γλώσσα και χρειάζονταν να μεταφραστούν, παρότι η γαλλική γλώσσα κατείχε κυρίαρχη θέση στην εκπαίδευση των Ευελπίδων.

Οι εξετάσεις των πρώτων υποψηφίων πραγματοποιήθηκαν ενώπιον επιτροπής στην οποία προήδρευε ο Στρατηγός Trézel, αρχηγός του Ελληνικού Τακτικού Στρατού, τον Οκτώβριο του 1829 παρουσία και του Γάλλου Πρόξενου. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων και ο συγχαρητήριος λόγος του διοικητού της Σχολής, δημοσιεύθηκαν στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, στις 23 Νοεμβρίου 1829. Τον Ιούλιο του 1831, οι πρώτοι μαθητές που είχαν αποφοιτήσει ήταν έτοιμοι να ενταχθούν στις τάξεις του στρατού με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού. Έλαβαν τις επωμίδες των Ευέλπιδων υπαξιωματικών από τον ίδιο τον Κυβερνήτη. Οι πρώτοι απόφοιτοι ήταν μόλις οκτώ και εντάχθηκαν όλοι στο Πυροβολικό.

Τον Οκτώβριο του 1830, θεσμοθετήθηκε επιπλέον, η δημιουργία ενός «Συμβουλίου εκπαίδευσης και πειθαρχίας» το οποίο απαρτιζόταν από επτά μέλη και είχε επικεφαλής τον διοικητή της Σχολής, κατά τα πρότυπα του «Συμβουλίου Τελειοποίησης» της Πολυτεχνικής Σχολής του Παρισιού. Τον Αύγουστο του 1831, μετά την αποχώρηση του Pauzié, καθορίσθηκε ότι η ηλικία των υποψηφίων θα κυμαινόταν από 15 έως 20 ετών. Γενικά, από τις 12 Ιανουαρίου 1829 και μέχρι το 1834, ο συνολικός αριθμός των υποψηφίων ανήλθε σε 86 άτομα.

Εύελπις με τη μικρή στολή, 1829 (αρχείο ΓΕΣ)

Εύελπις με τη μεγάλη στολή, 1833 (αρχείο ΓΕΣ)

Σε αντικατάσταση του Πιέρρη, τον Μάρτιο του 1829, ο Pauzié ανέλαβε και πάλι τη διοίκηση του Τάγματος Πυροβολικού, παράλληλα με τη διοίκηση του Πολεμικού Σχολείου. Τα καθήκοντά αυτά τα διατήρησε μέχρι την αναχώρησή του από την Ελλάδα. Ο Pauzié αναδιοργάνωσε το συγκεκριμένο τάγμα που συμπεριέλαβε τελικά πέντε πυροβολαρχίες. Στις 4 Δεκεμβρίου 1829 το Σώμα γιόρτασε για πρώτη φορά, υπό την εποπτεία του Pauzié που είχε προαχθεί σε Συνταγματάρχη, τη μνήμη της Αγίας Βαρβάρας προστάτιδας του Πυροβολικού.

Από τη θέση αυτή, ο Pauzié αναδιοργάνωσε και τη Σχολή του Τάγματος Πυροβολικού που επαναλειτούργησε από τον Μάιο του 1830 μέχρι και τον Ιούνιο του 1831, με εμπλουτισμένο και αναθεωρημένο πρόγραμμα εκπαίδευσης και πρακτικής εξάσκησης.

Σύμφωνα με την έρευνα του Ανδρέα Καστάνη, ο Pauzié, δυστυχώς τον Δεκέμβριο του 1830 ήρθε σε διαμάχη με τον νέο αρχηγό του Τακτικού Στρατού Gerard, που είχε εν τω μεταξύ αντικαταστήσει τον Trézel, για υπηρεσιακούς λόγους. Το γεγονός αυτό οδήγησε τον Pauzié να υποβάλει την παραίτηση του στις 31 Ιουλίου. Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας την έκανε δεκτή στις 12 Αυγούστου 1831. Ακολούθως, ο Pauzié αναχώρησε για τη Γαλλία στις 9 Δεκεμβρίου 1831.

Όταν έφθασε στη Γαλλία, προήχθη καθυστερημένα στον βαθμό του Ταγματάρχη στις 31 Δεκεμβρίου του 1835. Οι βαθμοί που είχε αποκτήσει στην Ελλάδα δεν ίσχυαν στη Γαλλία. Οι επίσημες επετηρίδες του γαλλικού Στρατού Ξηράς τον εμφανίζουν ενεργό μέχρι και το 1847. Το 1840 τον συναντάμε στην Αλγερία και το 1847 τον συναντάμε ως Επιθεωρητή του πυριτιδοποιείου στην πόλη Esquerdes. Επιπλέον, οι ελάχιστες Γαλλικές αναφορές επιβεβαιώνουν την ελληνική βιβλιογραφία, σύμφωνα με την οποία πέθανε ως Ταγματάρχης, στις 9 Φεβρουαρίου 1848.

Ο Pauzié τιμήθηκε με το μετάλλιο του Αγίου Ιωάννη, το παράσημο του Αγίου Λουδοβίκου και το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής στις 21 Μαρτίου του 1831, από το Γαλλικό κράτος. Στην Ελλάδα τιμήθηκε με το χρυσό παράσημο του Σωτήρα στις 20 Μαΐου/1η Ιουνίου 1833.

Η  λειτουργεία και εκπαίδευση της Σχολής Ευελπίδων επηρεάσθηκε από τον Γάλλο Φιλέλληνα Pauzié, η οποία χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα πολλά από τα παραγγέλματα που είχε επιλέξει ο ιδρυτής της.

Το κτίριο της πρώτης Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο όπως είναι σήμερα

 

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Fourcy A. Histoire de l’École Polytechnique, Paris, chez l’auteur, 1828.
  • N. P. Hachette, Correspondance sur l’École Polytechnique à l’usage des élèves de cette école, janvier 1809-janvier 1813, Tome second, Paris, V. Courcier, 1814.
  • Marielle C. P., Répertoire de l’École Impériale Polytechnique, Paris, Mallet-Bachelier, 1855.
  • Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Τόμος Δ΄, Εν Άργει Εθνική Συνέλευση 1828-1829, Αθήνα, 1973.
  • ΓΑΚ Κερκύρας, Αρχείο Ιωάννη Καποδίστρια, Φάκελοι αρ. 70 και 214.
  • Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Αίγινα, αρ. 10, Έτος Δ΄, 2 Φεβρουαρίου 1829.
  • Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Αίγινα, αρ. 79, Έτος Δ΄, 23 Νοεμβρίου
  • ΓΕΣ, Ιστορία Ελληνικού Πυροβολικού, Αθήνα, ΤΥΕΣ, 1997.
  • Ηλεκτρονική βάση απονεμηθέντων παρασήμων της Λεγεώνας της Τιμής http://wwwculture.gouv.fr/documentation/leonore/leonore.htm, Dossier LΗ/2073/34.
  • Καστάνης Ανδρέας, Η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, 1828-1834, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000
  • Λαλούσης Χαράλαμπος, «O Ελληνικός Στρατός την περίοδο του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια (1828-1831)», Στρατιωτική Επιθεώρηση, τ. 2 2000, σσ. 31-41.
  • Παπαγεωργίου Στέφανος, Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια – Δομή, οργάνωση και λειτουργία του Στρατού Ξηράς της Καποδιστριακής περιόδου, εκδ. Εστία, Αθήνα 1986.
  • Φωτόπουλος Χρήστος, «Το Σχολείον της Πυροβολικής, Νοέμβριος 1828-Μάιος 1829» Στρατιωτική Επιθεώρηση, τ. 1. 2015, σσ. 18-37.
  • Φωτόπουλος Χρήστος, Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, 1828-1998 – Αφιέρωμα για τα 170 χρόνια από την ίδρυσή της, τ. Α΄, εκδ. 7ο ΕΓ/ΓΕΣ, Αθήνα 1998. διοικητής του Σώματος Πυροβολικού και, κυρίως, ιδρυτής και πρώτος διοικητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων

 

Wilhelm Müller (Γουλιέλμος Müller ή Müllerος ή Έλληνας Müller)

 

Ohne die Freiheit, was wärest du Hellas?
Ohne dich, Hellas, was wäre die Welt?
Χωρίς Ελευθερία, τί θα ήσουν Ελλάς;
Xωρίς εσένα, Ελλάς, τί θα ήταν ο κόσμος;
(„Hellas und die Welt“, Wilhelm Müller: Gedichte. Berlin 1906, S. 224-225.)

 

Ο Γερμανικός Ρομαντισμός, που απετέλεσε έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού, προσέφερε έναν από τους σημαντικότερους λυρικούς ποιητές, που εξελίχθηκε σε βάρδο του 1821, φλογερό Φιλέλληνα και την ψυχή του Φιλελληνικού κινήματος στην Γερμανία: τον Wilhelm Müller ή “Müller των Ελλήνων”. Τι κι αν δεν πρόλαβε να δει την αγαπημένη του Ελλάδα ελεύθερη, φεύγοντας από τη ζωή σε ηλικία μόλις 33 ετών και δίχως να επισκεφθεί ποτέ την “Αρκαδία” του. Τα τραγούδια του για τους Έλληνες (“Lieder der Griechen“) πρόλαβαν όσο ζούσε, να ξεσηκώσουν κύματα ενθουσιασμού στη νεολαία της εποχής του που εκείνη την περίοδο αναζητούσε τη δική της αντίσταση στις διώξεις και την απολυταρχία του Μέτερνιχ. Στην περίπτωση του ελληνικού ξεσηκωμού αναγνώριζαν το  πρότυπο του δίκαιου αγώνα για ελευθερία. Και στο πρόσωπο του ποιητή Müller είδαν τον σημαντικότερο εκπρόσωπο του γερμανικού φιλελληνισμού.

Ο Johann Ludwig Wilhelm Müller γεννήθηκε στο Dessau της Γερμανίας στις 07/10/1794, όπου και πέθανε στις 30/09/1827. Έζησε σε μια εποχή πολιτικών, αλλά και κοινωνικών και πολιτιστικών ανακατατάξεων, στις οποίες ο ίδιος συμμετείχε ενεργά ως καλλιτέχνης και ως πολίτης. Προερχόταν από φτωχή οικογένεια. Η πρόωρη απώλεια της μητέρας του άφησε περιθώριο στον ευφυέστατο Müller να αναπτυχθεί ανεξάρτητα από τις νουθεσίες ενός σφιχτού οικογενειακού πλαισίου και να αφοσιωθεί στις έμφυτες κλίσεις του, π.χ. στην ταχύτατη εκμάθηση ξένων γλωσσών. Με σκοπό να ξεφύγει από τη δεινή οικονομική κατάσταση της οικογενείας, ενθαρρύνθηκε από νωρίς να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο. Πράγματι, το 1812, σε ηλικία 18 ετών εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, όπου θα σπουδάσει φιλολογία, ιστορία και αγγλικά. Αφοσιώνεται στις ιστορικές και φιλολογικές του μελέτες, και γνωρίζει τον μέντορά του, τον κλασικιστή καθηγητή φιλολογίας Φρειδερίκο Αύγουστο Βολφ (Friederich August Wolf), ο οποίος αργότερα τον παρότρυνε σε σημαντικές αποφάσεις για την ζωή και καλλιτεχνική εξέλιξή του. Πάντως ο ενθουσιασμός του για την Ελλάδα ξεκινά από αυτά τα χρόνια, που καθοδήγησαν το ενδιαφέρον του στα κλασικά πολιτιστικά αγαθά και πρότυπα, τη ζωντανή λογοτεχνική παράδοση και τη σύγχρονη γερμανική και διεθνή λογοτεχνία.

Η έναρξη των σπουδών του συμπίπτει χρονικά με μια περίοδο, κατά την οποία η πολιτική δεσπόζει στην ατμόσφαιρα του πανεπιστημίου μετά τη συντριβή του Ναπολέοντα στη Ρωσία. Ούτε λόγος για αφοσίωση στα θεωρητικά του ενδιαφέροντα, αφού η νεολαία του Βερολίνου, από κοινού με κάποιους καθηγητές, δε χάνουν ευκαιρία να εκδηλώνουν ανοικτά τα αντι-ναπολεοντικά τους αισθήματα. Διέξοδο στον πατριωτικό του ενθουσιασμό θα βρει ο δεκαεννιάχρονος Müller όταν ο Πρώσος βασιλιάς Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ΄ αναγγέλλει τη δημιουργία ενός εθελοντικού μαχητικού σώματος ενάντια στο Ναπολέοντα (10/02/1813), στο οποίο θα καταταγεί δυο εβδομάδες αργότερα. Η απογοήτευση για την έκβαση των «Γερμανικών Απελευθερωτικών Πολέμων» (Befreiungskriege, 1813-1815) και για τις αποφάσεις του συνακόλουθου Συνεδρίου της Βιέννης, που οδήγησαν σε μια κατάσταση οξυμένης ανελευθερίας, μετέτρεψε τον ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία σε γεγονός στο οποίο αποτυπώθηκε η επιθυμία του Müller και των συγχρόνων του για ελευθερία. Κάποια μοτίβα της λεγόμενης γερμανικής ποίησης των Απελευθερωτικών Πολέμων θα αναβιώσουν λίγο αργότερα στη φιλελληνική ποίηση.

Όσο διαρκούν οι Απελευθερωτικοί Πόλεμοι, ο Müller διοχετεύει στην ποίηση τη ζωηρή πατριωτική του έξαρση. Το 1815 επιστρέφει στις σπουδές του. Ως μέλος του συνδέσμου Γερμανών ποιητών, που είναι ξεκάθαρα διαμορφωμένοι από την ιδεολογία του γερμανικού εθνισμού, συμμετέχει στην έκδοση της ποιητικής συλλογής “Bundesblühen“ (1816) και εκδίδει τη μελέτη “Blumenlese aus den Minnesingern” (1816), διατυπώνει κάποιες ερμηνείες σχετικά με την αποκατάσταση του άσματος των Νibelungen και μεταφράζει τον Δρα. Φάουστ (“The Tragical History of the Life and Death of Doctor Faustus”) του Christopher Marlowe στα γερμανικά (1817).

Στο μεταξύ η σχέση του Müller με τον μέντορά του, Wolf, περνούσε κάποια κρίση. Ο Müller, που φαίνεται να αντιμετώπιζε κάποια εσωτερική διαμάχη σχετικά με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, είχε αρχίσει να θεωρεί τον αγαπημένο του καθηγητή ως “αντιγερμανό αμοραλιστή” εξαιτίας του ενθουσιασμού του τελευταίου για την ειδωλολατρική αρχαιότητα και την αισθησιακή χαρά της. O Wolf από την άλλη παρακολουθούσε τον αγαπημένο του φοιτητή να απομονώνεται και να βυθίζεται, μετά την εμπειρία του στους πολέμους, όλο και περισσότερο στην πατριδολατρία του. Θέλοντας να τον απαγκιστρώσει από ό,τι ο ίδιος θεωρούσε ως γερμανομανία του, πρότεινε κάτι το οποίο θα ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση στο εξής του “Έλληνα Müller”: όταν ο Πρώσος βαρόνος Albert von Sack που είχε από καιρό προγραμματίσει ένα ταξίδι στην Ελλάδα και την Ανατολή στράφηκε στην Ακαδημία προς αναζήτηση συνοδού, ο Wolf πρότεινε τον Müller, αλλά και τον Arnold Böckh, o οποίος ασχολούνταν με τη συλλογή επιγραφών αρχαίων ελληνικών μνημείων. Ήλπιζε ότι αυτό το ταξίδι θα διεύρυνε τους ορίζοντές του μαθητή του περισσότερο, και δεν είχε άδικο. Ο Müller, αν και παρέδιδε τη διατριβή του, δέχτηκε να συνοδεύσει τον βαρόνο.

Το ταξίδι ξεκίνησε στις 20 Αυγούστου 1817, με τη Βιέννη ως πρώτο ενδιάμεσο σταθμό στο δρόμο για την Κωνσταντινούπολη. Στη Βιέννη ζούσε ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων διανοουμένων και για αυτόν το λόγο θα παρέμεναν εκεί για μεγαλύτερο διάστημα. Η εκτίμηση της οποίας έχαιρε ο Βαρόνος von Sack, άνοιγε πόρτες στον φιλομαθή Müller, ο οποίος σχεδίαζε το υπόλοιπο ταξίδι. Ταυτόχρονα τον παρότρυναν να αποκτήσει γνώσεις της νέας ελληνικής γλώσσας και στη Βιέννη το έδαφος ήταν πρόσφορο. Η συναναστροφή με τόσους πολλούς εξόριστους Έλληνες της Βιέννης και μέλη της Φιλικής Εταιρείας, τον έφερε σε εντατική άμεση γνωριμία με τις πολιτικές και ιδεολογικές τους ζυμώσεις και προσδοκίες. Και αυτό που του μετέδωσαν με βεβαιότητα ήταν ο αγωνιστικός τους πόθος για απελευθέρωση από την τουρκική κυριαρχία. Η ζωντανή ταύτισή του με τον ελληνικό αγώνα, που καλλιεργήθηκε εδώ, θα αποκρυσταλλωθεί λίγο αργότερα στα ελληνικά του τραγούδια.

Λόγω της πανδημίας πανώλης που είχε ξεσπάσει στην Κωνσταντινούπολη, το ταξίδι συνεχίστηκε στις 06/11/1817 προς την Ιταλία: αφού διέσχισαν την Τριέστη, Βενετία, Φερράρα, και Μπολόνια, έφτασαν στη Φλωρεντία, και από εκεί κατέβηκαν στη Ρώμη. Η γοητεία που του ασκεί η Ρώμη, και η ύπαρξη μιας πολυπληθούς γερμανικής “παροικίας”, τον οδήγησαν στην απόφαση να παραμείνει εκεί ακόμη και όταν οι συνταξιδιώτες του αποχωρούν. Συντάσσει το “ιταλικό” του βιβλίο, “Rom, Römer und Römerinnen” με το οποίο απέκτησε γρήγορη αναγνώριση. Το βιβλίο, που δεν προβάλλει κάποιο αρχαιογνωστικό ή αισθητικό ενδιαφέρον, επικεντρώνεται στις εθνικές ιδιαιτερότητες της πολιτιστικής ζωής, στο πνεύμα της εθνικο/ρομαντικής ιδεολογίας προσέγγισης της λαογραφίας. Εδώ αφέθηκε στη σαγήνη των εθίμων, παραδόσεων, χορών, εορτών, της γλώσσας και των λαϊκών τραγουδιών. Η εμπειρία αυτή του προσέφερε σημαντικά ερεθίσματα στην αναζήτηση της σύγχρονης τέχνης. Εμπειρία που συν τοις άλλοις λειτούργησε ως υπόστρωμα για την “κριτική” διασταύρωση του κλασικού ιδεώδους με το “νότιο” τρόπο ζωής, η οποία θα είναι καθοριστικής σημασίας για την δημιουργία και την ανάδυση της εικόνας του Müller για την Ελλάδα. Είναι ενδιαφέρον επίσης εδώ ότι ανέπτυξε μια πολιτική νοοτροπία, υπό το πρίσμα της οποίας ο δεσποτισμός και δογματισμός της Εκκλησίας υποβλήθηκαν σε σκληρή κριτική. Αξιοσημείωτη είναι η συνδιαλλαγή του πολιτικού του φιλελευθερισμού με τον εθνικό ρομαντισμό.

Επιστρέφοντας στο Dessau θα βιοπορισθεί διδάσκοντας ελληνικά και λατινικά. Εκτός από ποιητής, είναι φιλόλογος και ιστορικός λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος, καταπιάνεται με την κριτική, μετάφραση και επιμέλεια κειμένων. Από το 1821 και έπειτα αφιερώνεται σε μια πολύπλευρη εκδοτική, λογοτεχνική και μεταφραστική ενασχόληση με την Ελλάδα (αποδεικνύοντας ότι ο Φιλελληνισμός του δεν περιορίσθηκε μόνο στην ποίηση). Στα “Τραγούδια των Ελλήνων” (“Lieder der Griechen”) βρήκε τον τρόπο να ανοιχθεί σε έναν “πολιτικό λυρισμό”, λαμβάνοντας ως πρότυπά του, έξω από τον γερμανικό χώρο, τον Λόρδο Βύρωνα και τον Beranger (Βερανζέρο), επιθυμώντας να εκφράσει έναν αντίστοιχο μαχητικό φιλελευθερισμό. Ξεκινά να τα συντάσσει από την αρχή ακόμη της επανάστασης, όταν όλα είναι εξαιρετικά αβέβαια για την πορεία της, και δεν παύει να ενημερώνεται συνεχώς για τις εξελίξεις της. Η αστυνομία του Μέτερνιχ παρακολουθεί τα πάντα προκειμένου να προστατεύσει τον Αυστροουγγρικό θρόνο. Αυτό δεν θα τον αποτρέψει καθόλου από την έκδοση της πρώτης φιλελληνικής συλλογής ασμάτων (“Lieder der Griechen”). Και όχι μόνο αυτό, θα συνεχίσει να μάχεται συγγραφικά υπέρ της Ελλάδος, ακόμη και μετά την απαγόρευση των ποιημάτων του, ακόμη και αφού πολλοί φιλέλληνες θα επιστρέψουν απογοητευμένοι στις πατρίδες τους μετά τη μάχη του Πέτα (04/07/1822).

Τα έργα Lieder der Griechen και Neue Lieder der Griechen του Wilhelm Müller. Πρώτη έκδοση 1821, 1823 (Συλλογή ΕΕΦ)

Στο πρώτο τεύχος των ασμάτων του ο ποιητής ξεσπαθώνει με λυρισμό υπέρ του δίκαιου αγώνα των Ελλήνων. Μεταξύ των δέκα ποιημάτων του βρίσκουμε το λογοκριμένο από την Αστυνομία του Μέτερνιχ “Η ελπίδα της Ελλάδας” (“Griechenlands Hoffnung“). Σε αυτό διατυπώνει τη θέση του ότι η Ελλάδα οφείλει να αγωνισθεί μόνη της, κατακεραυνώνοντας, με σκανδαλώδη για την εποχή τρόπο, τη στάση της Ευρώπης που “ακόμη και τα μαξιλάρια του Τούρκου σουλτάνου θρόνο τα ονομάζει”:

“Ησυχία και Ειρήνη θέλει η Ευρώπη, γιατί τους τα χάλασες;/ Γιατί σε μαγεύει σκόπιμα με την αυταπάτη της ελευθερίας; / Μην ελπίζεις στη βοήθεια κανενός Κυρίου, όταν αυτή στρέφεται ενάντια στη χαρά ενός άλλου Κυρίου/ η Ευρώπη ακόμη και τα μαξιλάρια του σουλτάνου θρόνο τα ονομάζει.”

(“Ruh‘ und Friede will Europa- Warum hast du sie gestört/ Warum mit dem Wahn der Freiheit eigenmächtig dich betört?/ Hoff auf keines Herren Hülfe gegen eines Herren Frohn/ Auch des Türkenkaisers Polsters nennt Europa einen Thron“).

Η ανενδοίαστη υποστήριξή του στους εξεγερμένους Έλληνες πρέπει να αναγνωσθεί ως κατεξοχήν έκφραση αναζήτησης της ελευθερίας: είναι σαφές ότι ακόμη και όταν ο θυμός του στρέφεται πρωτίστως απέναντι στην τουρκική κυριαρχία, δηλώνεται παράλληλα η οργή του για την πολιτική κατάσταση σε άλλα μέρη της Ευρώπης και της Γερμανίας. Ο ελληνικός αγώνας βρίσκεται στην κορυφή του οράματος του Müller για απελευθέρωση. Στο ποίημα του με τίτλο “Οι Έλληνες προς τον Αυστριακόν Παρατηρητήν” (“Die Griechen an den Österreichischen Beobachter“), που είναι η εφημερίδα του Μέτερνιχ, βρίσκουμε ξανά σαρκαστικές επιθέσεις απέναντι στον αντιδραστικό ρόλο της ανθελληνικής Ιερής Συμμαχίας.

Συμπληρωματικά εκδίδει το 1822 δεύτερο τεύχος με άλλο οκτώ ποιήματα, ένα εκ των οποίων είναι αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Υψηλάντη (“Alexander Ypsilanti aus Munkacs”), στο οποίο τον παρομοιάζει με τον Λεωνίδα και τους Σπαρτιάτες, καταδεικνύοντας έτσι την ιστορική συνέχεια των Ελλήνων και εξυμνώντας το ελληνικό έθνος διαμέσου των αιώνων. Αλλά και το ποίημα του “Ο μικρός Υδραίος” (“Der kleine Hydriot”) έγινε ευρύτατα αγαπητό στη Γερμανία, όπου είναι ακόμη γνωστό.

Το 1823 εξέδωσε τρία τεύχη με “Νέα Τραγούδια των Ελλήνων” (“Neue Lieder der Griechen“), όπου αναφέρεται και πάλι στην ανοχή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων έναντι των Τούρκων και κάνει έκκληση για βοήθεια προς την Ελλάδα. Το πρώτο τεύχος περιέχει επτά άσματα, το δεύτερο οκτώ και το τρίτο επτά. Ορισμένοι τίτλοι που καθρεφτίζουν το πνεύμα στο οποίο κινείται, είναι: “Θερμοπύλες”, “Μπότσαρης”, “Ύδρα”, “Μπουμπουλίνα”, “Η Σουλιώτισσα”, “To νίψιμο των χειρών του Πόντιου Πιλάτου”, “Η μολυσμένη ελευθερία”.

Το έργο Neue Lieder der Griechen του Wilhelm Müller. Πρώτη έκδοση 1823 (Συλλογή ΕΕΦ)

Έναν χρόνο αργότερα εκδίδει τα “Νεότατα Τραγούδια των Ελλήνων” (“Neueste Lieder der Griechen”), μια συλλογή επτά ποιημάτων, μεταξύ των οποίων: “Κωνσταντίνος Κανάρης”, “Μάρκος Μπότσαρης”, “Οι τελευταίοι Έλληνες” και το έξοχο “Η Ελλάς και ο Κόσμος”, όπου ο ποιητής διατυπώνει τη θέση ότι χωρίς την Ελλάδα δεν μπορεί να υπάρξει η έννοια της Ελευθερίας, που νοηματοδοτεί και τον υπόλοιπο κόσμο. Και για αυτόν τον λόγο οφείλουν όλοι οι λαοί να συμμετάσχουν στον δίκαιο αγώνα της:

“Ελάτε λαοί από όλες τις ζώνες/ ελάτε και βοηθήστε να την απελευθερώσουμε/ αυτήν που όλους εσάς απελευθέρωσε!”

(“Kommt, ihr Völker aller Zonen/ Kommt und helfet frei sie machen/Die euch alle frei gemacht!”).

Σε μια δύσκολη χρονικά στιγμή για την Επανάσταση, ο Müller μένει πιστός συμπαραστάτης της.

Όπως επίσης είναι θαυμαστό το γεγονός ότι γράφει ξανά ένα ποίημα για τον Μπότσαρη, δύο χρόνια μετά τη Μάχη στο Πέτα, που είχε ως αποτέλεσμα πολλοί Φιλέλληνες να επιστρέψουν απογοητευμένοι στις πατρίδες τους. Ο ποιητής Müller θέλει να εμψυχώσει τον αγώνα των Ελλήνων και Φιλελλήνων που συνεχίζεται και να υπενθυμίσει ότι το φρόνημά τους πρέπει να αναμετράται πάντα με αυτό των συναγωνιστών τους:

“Άνοιξε τις υψηλές σου πύλες, Μεσολόγγι, Πόλη των Tιμών / εκεί που κείνται τα κορμιά των Ηρώων, που μας διδάσκουν να πεθαίνουμε με χαρά! […] Toυ Μάρκου Μπότσαρη σου φέρνουμε το ευγενές σώμα,/ του Μάρκου Μπότσαρη! Ποιός θα τολμούσε να παραπονεθεί σε τέτοιους ήρωες;”

(“Öffne deine hohen Thore, Missolunghi, Stadt der Ehren / Wo der Helden Leichen ruhen, die uns fröhlich sterben lehren! […] Mark Bozzari’s edlen Leib bringen wir zu dir getragen,/Mark Bozzari’s! Wer darf’s wagen, solchen Helden zu beklagen?”)

Ο Müller έγραψε και ένα σημαντικό ποίημα για τον Λόρδο Βύρωνα, καθώς και τέσσερα άλλα για το Μεσολόγγι. Αυτά εκδόθηκαν το 1825.

Το έργο Lieder der Griechen του Wilhelm Müller. Δεύτερη έκδοση του 1825, η οποία περιλαμβάνει ποίημα αφιερωμένο στον Λόρδο Βύρωνα (Συλλογή ΕΕΦ)

Δημοσίευσε επίσης ένα έργο σχετικό με τον Ελληνικό Βίο. Ο θάνατος του δεν τον άφησε να ολοκληρώσει ένα έργο για το Νεότερο Ελληνικό Βίο. Κάποια από τα έργα του όμως εκδόθηκαν το 1829 υπό τον τίτλο Egeria.

Ποιήματα του έχουν μελοποιηθεί από τον Schubert (οι περίφημες συλλογές  τραγουδιών Winterreise και Die Schöne Müllerin) και τον Brahms. Από τα έργα του Müller στην Ελλάδα, περισσότερο γνωστό είναι το τραγούδι “Η φλαμουριά” από το ποίημα του με τίτλο “Lindenbaum”, και λιγότερο τα ποιήματα για το 1821. Επίσης το 2000 έγινε αφιέρωμα στον Β. Μύλλερ από την Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων με συναυλία του Αυστριακού τενόρου Wolfgang Holzmair και έκδοση τιμητικού τόμου με μεταφράσεις φιλελληνικών ποιημάτων του Müller από τον Αλέξανδρο Ίσαρη.

Προς τιμήν του σπουδαίου Φιλέλληνα ποιητή Wilhelm Müller, η Ελλάδα «ευγνωμονούσα» προσέφερε πεντελικό μάρμαρο στη γενέτειρά του, Dessau, για να φιλοτεχνηθεί προτομή και εντοιχισμός αναμνηστικής πλάκας στην οικία του. Η επιγραφή του μνημείου είναι γραμμένη στα ελληνικά: «Τω της ελληνικής ελευθερίας αοιδώ τον λίθον εκ των Αττικών και Λακωνικών λατομείων, η Ελλάς ευγνωμονούσα». Στις τέσσερις πλευρές του βάθρου απεικονίζονται ως γυναικείες μορφές η Ποίηση, η Επιστήμη, η Γερμανία και η Ελλάδα που σπάει τις αλυσίδες της κρατώντας ξίφος. Η αποκάλυψη του αγάλματος έλαβε χώρα στις 30 Σεπτεμβρίου 1891.

Το μνημείο του Wilhelm Müller στο κεντρικό πάρκο του Dessau

Ο τάφος του Wilhelm Müller

Το δικό μας αντίδωρο στη μνήμη του μεγάλου Φιλέλληνα ποιητή ίσως παρατηρήσει ο προσεκτικός περιπατητής, όταν βρεθεί στους δρόμους του Μεταξουργείου. Ένας δρόμος που τέμνεται με την οδό Κεραμεικού μετονομάσθηκε το 1884 σε “οδό Μυλλέρου”, μετά από πρόταση του θεμελιωτή της ελληνικής λαογραφίας, Νικολάου Πολίτη, στον δήμαρχο Αθηνών Δημήτρη Σούτσο. Μια μικρή προσφορά για έναν μεγάλο ποιητή που απετέλεσε την ψυχή του Φιλελληνισμού στην Γερμανία.

Πινακίδα της οδούς Μυλλέρου, στην γωνία Μυλλέρου και Κερμεικού

 

ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Marco Hillemann / Tobias Roth, Wilhelm Müller und der Philhellenismus, Frank & Timme GmbH- Verlag für wissenschaftliche Literatur, 2015
  • zeno.org
  • wilhelm-mueller-gesellschaft.de
  • Ανδρέας Ν. Μακρίδης, Ο Βίλχελμ Müller και ο “Ιός της Ελευθερίας”, Λόγιος Ερμής.
  • Χριστίνα Στρατηγοπούλου, Ο Βαυαρικός Φιλελληνισμός μέσα από τον Βίλχελμ Müller (1794-1827), 24 grammata.