We are all Greeks

H διαχρονικά γνωστή φράση – σύνθημα, που παρακινούσε την βρετανική και ευρωπαϊκή κοινή γνώμη του 1821, σε στράτευση υπέρ του Ελληνικού Αγώνα, προέρχεται από έναν λεπτεπίλεπτο, στοχαστικό και παραγνωρισμένο, στην εποχή του, ποιητή, τον Άγγλο Πέρσι Σέλλευ.

Αντισυμβατικός από τα εφηβικά του χρόνια, μαχητικός πολέμιος του κατεστημένου, ακόμη και της Εκκλησίας και της μεγαλοιδιοκτησίας, περιθωριοποιήθηκε και κυνηγήθηκε εξαιτίας της αγάπης του για την Αλήθεια και την Ελευθερία. Με το έργο του ο Shelley υπήρξε ο οιστρηλατημένος προφήτης της Ελληνικής Επανάστασης.

Στο εμβληματικό έργο του, Hellas, το οποίο συνέθεσε το φθινόπωρο του 1821, αναγγέλλει με βεβαιότητα την έλευση μίας νέας εποχής στην Ευρώπη και την απαρχή ενός αγώνα “που αγγέλλει να παράγει νέες γενιές προκειμένου να ολοκληρώσει εκείνο το πεπρωμένο, που οι τύραννοι προβλέπουν και τρέμουν”. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός του, φύσει ειρηνιστή Shelley, διασταυρώθηκε με τον θαυμασμό του για την κλασική Αθήνα, ως πρωτοπόρο ενός φιλελεύθερου πολιτικού συντάγματος. Ο Shelley αναγνώρισε στο πρόσωπο του σύγχρονου Έλληνα τον φυσικό διάδοχο του αρχαίου. Η αγάπη του αγκάλιασε τον ελληνικό πολιτισμό στη διαχρονικότητά του, αναγνωρίζοντας τον ως δημοκρατικό. Ο πρόωρος και τραγικός του θάνατος από πνιγμό δεν του επέτρεψε να υλοποιήσει το όνειρό του και να επισκεφθεί την Ελλάδα, ούτε να γίνει μάρτυρας της έκβασης του ελληνικού αγώνα για ανεξαρτησία.

Πρόλαβε, ωστόσο, όσο ζούσε, να μεταλαμπαδεύσει τον ενθουσιασμό του και την πίστη του στην Επανάσταση στον στενό του φίλο, Λόρδο Βύρωνα, ο οποίος θα κατέβει στην Ελλάδα το 1823. Οι τρεις κοντινοί του φίλοι, Λόρδος Βύρων, Eduard John Trelawny και Leigh Hunt, θα αποχαιρετήσουν τον Φιλέλληνα επαναστάτη Shelley, όπως άρμοζε. Με μια αρχαιοπρεπή, τελετουργική καύση της σορού του στην παραλία, προσφέροντάς του σπονδές, με τις αστυνομικές αρχές να παραφυλούν το πλήθος που εμβρόντητο παρακολουθούσε μίαν αλλόκοτη τελετή.

O Percy Bysshe Shelley (1792 – 1822), γεννήθηκε στο Field Place, κοντά στο Horsham, στο δυτικό Sussex της Αγγλίας, και ήταν ο μεγαλύτερος γιος της οκταμελούς οικογένειας του Sir Timothy Shelley, βουλευτή των Whigs κατά τα έτη 1790 – 1792 και 1806 – 1812. Υπήρξε γόνος αριστοκρατικής οικογενείας και από νωρίς εξέφρασε ριζοσπαστικές ιδέες, στρεφόμενος εναντίον κάθε παραδοσιακού θεσμού. Ενδεχομένως η διαμόρφωση της στάσης ζωής του υπέρ των αδύναμων ή ανυπεράσπιστων να έχει την προέλευσή της στις αρνητικές του εμπειρίες στο Κολλέγιο Eton (από το 1804 και εξής), όπου η ευαίσθητη, καλοσυνάτη φύση του τον έκαναν πόλο έλξης για πειράγματα ή και βασανιστήρια από τους μεγαλύτερους ηλικιακά μαθητές. Κάτι που ωστόσο ο ίδιος δεν ανταπέδιδε στους νεότερούς του.

Στις 10 Απριλίου 1810 εγγράφεται στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, βρίσκει καταφύγιο στην πολύωρη, καθημερινή μελέτη, και εκδίδει το πρώτο του, γοτθικό, μυθιστόρημα με τίτλο Zastrozzi (1810). Στο έργο του αυτό, εκθέτει για πρώτη φορά την αθεϊστική κοσμοθεωρία του. Από κοινού με τον συμφοιτητή και φίλο του, Thomas Jefferson Hogg (1792 – 1862), εκδίδουν ένα φυλλάδιο με ποιήματα που τιτλοφορείται Posthumous Fragments of Margaret Nicholson (1810), στο οποίο ο Shelley εκφράζει τις πρώτες πολιτικές του απόψεις για τον πόλεμο, την κυβέρνηση και την κοινωνία. Έναν χρόνο αργότερα, ο ίδιος και ο Hogg αποβάλλονται από το πανεπιστήμιο, αφότου έχουν κυκλοφορήσει ανώνυμα μία μπροσούρα με τον τίτλο The necessity of Atheism (“Η αναγκαιότητα της Αθεΐας”). Με αυτήν του την κίνηση ο Shelley επέσυρε την προσοχή των πανεπιστημιακών αρχών, οι οποίες ζητούσαν απαντήσεις σχετικά με την πατρότητά του κειμένου. Η άρνηση του Shelley να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, οδήγησε στην αποπομπή του από το πανεπιστήμιο, δίνοντας ήδη το στίγμα της υπερήφανης πορείας του που θα ακολουθήσει ως το θάνατο.

Η πορεία του αυτή δεν φαίνεται να αποτελεί απόρροια κάποιας επιφανειακής, μετεφηβικής επαναστατικότητας. Η απροθυμία του να συμμορφώνεται κοινωνικά, ανακατασκευάζοντας ή λογοκρίνοντας γραπτά του, θα αποθαρρύνει αργότερα στη ζωή του πολλούς εκδότες και περιοδικά από την έκδοση του έργου του, ώστε να μην κατηγορηθούν για βλασφημία ή υποκίνηση ανταρσίας.

Το γνήσια αντικομφορμιστικό πνεύμα του Shelley, φωτίζουν καλύτερα ορισμένες πληροφορίες για την προσωπική του ζωή. Είναι γνωστή λ.χ. η ερωτική του ελευθεριότητα, η οποία ίσως χαρακτήριζε και άλλα πρόσωπα του κύκλου του (Byron, Trelawny). Δεν έπαυε ωστόσο να είναι σκανδαλώδης για τα ήθη της εποχής.

Τέσσερις μήνες μετά την αποπομπή του από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, απογοητευμένος από το αποτυχημένο ειδύλλιο με την ξαδέρφη του, Harriet Grove, γνωρίζει και νυμφεύεται στα κρυφά τη δεκαεξάχρονη Harriet Westbrook, με την οποία αποκτά έναν γιο και μια κόρη. Το ζευγάρι συγκατοικεί με τη μεγαλύτερη αδερφή της Harriet, και ο Shelley προσκαλεί σε συγκατοίκηση τον καλό του φίλο, Hogg, από τον οποίο ζητά να αποχωρήσει όταν αναπτύσσει αισθήματα για τη Harriet. Ο δεσμός του με τη Hariett φαίνεται να μην του εξάπτει το διανοητικό του ενδιαφέρον και σταδιακά αναζητά έμπνευση εκτός γάμου. Αναπτύσσει έναν πλατωνικό έρωτα με τη δασκάλα Elizabeth Hitchener, μούσα της ουτοπικής του αλληγορίας Queen Mab (1813), ενώ το 1814 θα γνωρίσει τη δεύτερη σύζυγό του, Mary Wollstonecraft Godwin, μετέπειτα Shelley.

Η Μary Shelley (1797 – 1851), μετέπειτα συγγραφέας του Frankenstein or The Modern Prometheus (1818), είναι κόρη του αναρχικού φιλοσόφου και πνευματικού του καθοδηγητή, William Godwin (1756 –1836) και της πρώιμης φεμινίστριας, Mary Wollstonecraft, η οποία πέθανε μερικές ημέρες μετά τον τοκετό της κόρης της. Ο Shelley καταφεύγει με τη Mary και τη θετή αδελφή της, Claire, στην Ελβετία και τη Γαλλία για έξι μήνες, ενώ παραμένει παντρεμένος με την Harriet, η οποία κυοφορεί το τρίτο τους παιδί. H Claire γνωρίζει τον Λόρδο Βύρωνα στη Γενεύη και μένει έγκυος στην κόρη τους, Allegra.

Οι κινήσεις αυτές μοιάζουν συναρπαστικές για ένα νεαρό και ανήσυχο πνεύμα, αποφέρουν όμως μεγάλο ψυχικό κόστος. Επιστρέφοντας στην Αγγλία, ο Shelley θα βρεθεί αντιμέτωπος με την οργή του Godwin. Όσο το ζευγάρι βρισκόταν, με προτροπή της Claire, στη Γενεύη, η Harriet αυτοκτονεί, γεγονός που συγκλονίζει τον Shelley. Ακόμη δύο απώλειες ακολουθούν: τα δύο παιδιά που αποκτά με τη Mary πεθαίνουν (William 1816 – 1819, Clara Everina 1817 – 1818). Εν τέλει μόνο το τρίτο του παιδί, ο Percy Florence Shelley (1819 – 1889) θα επιζήσει.

Χάρη στην παρέμβαση της Claire, o Shelley έρχεται το 1818 σε επαφή με τον Byron στη Γενεύη, όπου νοικιάζουν διπλανά σπίτια στις όχθες της λίμνης. Αλληλεπιδρούν δημιουργικά και περνούν καθημερινά χρόνο μαζί. Ο Shelley ολοκληρώνει τα έργα Mont Blanc (1816) και Hymn to Intellectual Beauty (1817), και ενθαρρύνει τον Βύρωνα στη σύνθεση του Don Juan (1819). Ακολουθούν και άλλες γόνιμες για το ανήσυχο πνεύμα του γνωριμίες, αυτή τη φορά στην Αγγλία, όπου παραμένει ως τον Μάρτιο του 1818, με τους ποιητές Leigh Hunt (1784 – 1859) και John Keats (1795 – 1821). Το ζευγάρι και η Claire εγκαταλείπουν την Αγγλία στις 11 Μαρτίου 1818 και ξεκινούν ένα οδοιπορικό στην Ιταλία, με σκοπό μια συνάντηση με τον Byron, ο οποίος στο μεταξύ βρίσκεται στη Βενετία. Κατοικούν σε διάφορες πόλεις, μεταξύ των οποίων η Φλωρεντία, η Ρώμη, τέλος η Πίζα, από όπου ο Shelley μεταβαίνει συχνά στο Λιβόρνο και τη Λούκκα. Συνταραγμένος από τα γεγονότα της αιματοβαμμένης συγκέντρωσης στο Πίτερλου, Μάντσεστερ (Peterloo Massacre, 16/08/1819), ολοκληρώνει στην Ιταλία τα πιο γνωστά του πολιτικά ποιήματα: The Masque of Anarchy και Men of England.

 

Ο κύκλος της Πίζας

Η Πίζα αποτελεί τον σημαίνοντα σταθμό για την ανάδειξη του Φιλέλληνα Shelley. Το ζεύγος των Shelley ήλθε σε επαφή με τον επονομαζόμενο «κύκλο της Πίζας», μία ομάδα ανθρώπων συσπειρωμένη γύρω από τον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας, Ιγνάτιο, η οποία επιδίωκε να έχει ενεργό ρόλο στα ελληνικά πράγματα. Ο Ιγνάτιος είχε καταφύγει πρώτα στην Τοσκάνη, έπειτα στην Πίζα, αναζητώντας καταφύγιο από την αυστριακή αστυνομία, καθώς είχε πρωτοστατήσει στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρείας, από κοινού με τον Καποδίστρια στη Βιέννη (1814). Γύρω του συσπειρώθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο ηγεμόνας της Βλαχίας, Ιωάννης Καρατζάς με τον υιό του, Κωνσταντίνο, και ο καρμπονάρος Βικέντιος Γκαλλίνα. Ο Shelley ανέπτυξε στενή σχέση και συνεργασία με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο οποίος φιλοξενείτο στην οικία του. Εκεί επεξεργάστηκαν μία πολιτική αντίθετη με αυτήν του Υψηλάντη. Ο Shelley πληροφορείτο τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα από τον “τουρμπανοφόρο” (όπως αποκαλούσε τον Μαυροκορδάτο), φίλο του, που επηρέαζε την δική του πολιτική σκέψη. Οι δύο άνδρες είχαν γνωρισθεί στα τέλη του 1820. Μια σειρά γραμμάτων μεταξύ της Mary και του Μαυροκορδάτου μαρτυρεί την ιδιαίτερη σχέση τους. Έτσι, όταν οι Shelley πληροφορήθηκαν ότι ο Υψηλάντης διέβη τον Προύθο ποταμό, απηύθυναν δύο επιστολές σε εφημερίδες της Αγγλίας, το πιθανότερο καθ’ υπαγόρευση του νέου τους Έλληνα φίλου. Με αυτόν τον τρόπο τοποθετούνταν δημοσίως υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης στην πατρίδα τους, προωθώντας τους σχεδιασμούς του Μαυροκορδάτου και των Ελλήνων.

 

Το αριστουργηματικό ποίημα HELLAS

Μολονότι σημαντική, δεν ήταν η γνωριμία με τον Μαυροκορδάτο εκείνη που καθόρισε τη στράτευση του Shelley υπέρ των Ελλήνων. Όπως φαίνεται και σε προηγούμενα έργα του, ο Percy Shelley ήταν ένας εραστής της Επανάστασης. Υπήρξε ένας ρομαντικός, ανιδιοτελής υπέρμαχος των δικαίων του ανθρώπου ως τα μύχια της ψυχής του. Η περίπτωσή του “ιδεαλιστή” Shelley αντιπαραβάλλεται συχνά με εκείνη του “ρεαλιστή” Λόρδου Βύρωνα, ο οποίος, αν και γνωστότερος ως Φιλέλληνας από τον Shelley, δεν κινείτο μόνο βάσει αμιγώς ιδεαλιστικών κινήτρων. Οι ζυμώσεις που έλαβαν χώρα εδώ, μεταξύ Shelley, κύκλου της Πίζας και Bύρωνα, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία του αριστουργηματικού ποιήματος Hellas από τον Shelley. Παράλληλα, ο Shelley μεταλαμπάδευσε τον ενθουσιασμό των Shelley για την ελληνική υπόθεση στον Bύρωνα, ο οποίος ως τότε ήταν απορροφημένος με το ιταλικό επαναστατικό κίνημα των καρμπονάρων.

Βασισμένος σε ειδησεογραφικές μαρτυρίες, και πληροφορίες που αποκτούσε μέσω του Μαυροκορδάτου, o Shelley συνέθεσε το φθινόπωρο του 1821 ταχύτατα και “αυτοσχεδιαστικά”, όπως έλεγε, ένα ποίημα 1100 στίχων υπό τον τίτλο Hellas. Το σχέδιό του ήταν να εκδοθεί το ποίημα άμεσα και να προκαλέσει ένα κίνημα συμπαθείας προς την ελληνική υπόθεση. Στο εμβληματικό του έργο, σημείο αναφοράς για τον φιλολογικό φιλελληνισμό, εξαίρει τις αρετές της ελληνικής υπόθεσης, επαναλαμβάνοντας θέσεις που εξέφρασαν και άλλοι συνάδελφοι του, περικλείοντάς τις όμως σε μία ισχυρότερη φόρμα. Το έργο εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 1822, με την ελπίδα ο αντίκτυπος που θα είχε στο αναγνωστικό του κοινό να οδηγήσει στην αποστολή όπλων και χρημάτων στην Ελλάδα, υπέρ του αγώνα των Ελλήνων. To ποίημα Hellas, είναι αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

 

Shelley, Percy Bysshe, Hellas, a lyrical drama. Λονδίνο, Ch. & J. Ollier, 1822. Πρώτη έκδοση (συλλογή ΕΕΦ)

 

Το βασικό πρότυπο για το λυρικό ποίημά του, είναι η τραγωδία Πέρσες του Αισχύλου, τόσο ως προς τη φόρμα, όσο και ως προς το νοηματικό περιεχόμενο. Αξιοσημείωτα διαφέρει η χρονική τοποθέτηση του γράφοντος σε σχέση με τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Ο Αισχύλος συνθέτει τους Πέρσες επτά χρόνια μετά τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, άρα δημιουργεί ένα επιμύθιο για γεγονότα συντελεσμένα. Αναπλάθει με την αρωγή της φαντασίας του, δηλαδή περιγράφει, μία τετελεσμένη πραγματικότητα. Αντίθετα, ο Shelley συνθέτει το ποίημά του αυτό μόλις το φθινόπωρο του 1821, ενώ η κατάσταση είναι πολύ ρευστή στην Ελλάδα, και λειτουργεί έτσι ως Προμηθέας για τα γεγονότα της Επανάστασης. Στηρίζεται στη φαντασία του για να οραματισθεί την αυριανή ημέρα, εκφράζοντας προσωπικές του προσδοκίες σε σχέση με την έκβασή της. Μεταφέρει μία εξιδανικευμένη εικόνα της Ελλάδας και της Επανάστασης, εμπνεόμενος περισσότερο από τη Μάχη της Σαλαμίνας και το κλασικό παρελθόν, παρά από σύγχρονά του γεγονότα, όπως τα πληροφορείται από τον κύκλο του. Όπως δηλώνει στον πρόλογό του, θεωρεί τον σύγχρονο  Έλληνα απόγονο αυτών των ένδοξων όντων που η φαντασία σχεδόν αρνείται να θεωρηθεί ότι ανήκει στο είδος μας, και κληρονομεί μεγάλο μέρος της ευαισθησίας τους, της ταχύτητας της σύλληψης ιδεών, του ενθουσιασμού και του θάρρους τους”.

Το δράμα του Shelley ακολουθεί το σχήμα των Περσών του Αισχύλου. Στη θέση του Ξέρξη βρίσκεται ο σουλτάνος Μαχμούτ (εννοεί τον Μαχμούτ Β´, στη διάρκεια της βασιλείας του οποίου ξέσπασε η ελληνική επανάσταση), και στη θέση του Χορού, ο Χορός των Ελληνίδων σκλάβων. Ο Μαχμούτ δέχεται δυσάρεστα νέα από το πολεμικό μέτωπο, τα οποία προαναγγέλλουν την πτώση της κυριαρχίας του, ενώ ο Χορός σχολιάζει. Το κεντρικό ζήτημα που αναδύεται εδώ, είναι η διαφορετική αντίληψη της Ελευθερίας. Η ελευθερία καθορίζεται για τον Μαχμούτ από τη θέση του ως σουλτάνου μιας αυτοκρατορίας και σχετίζεται με όρους δύναμης, πολεμικής επιβολής και συντήρησης της ισχύος. Από την άλλη πλευρά, οι υποδουλωμένοι Έλληνες αναφέρονται σε ένα είδος ανώτερης ελευθερίας, άχρονης και οικουμενικής, η οποία θα αναγεννηθεί όσες φορές χρειαστεί, έως ότου εγκατασταθεί δια παντός στον κόσμο. Η προσεκτική ανάλυση του ποιήματος δείχνει ότι ακόμη και ο ίδιος ο Μαχμούτ είναι σκλαβωμένος από την τυραννία, και αναζητά το είδος Ελευθερίας, το οποίο επικαλούνται οι υποδουλωμένοι του υπήκοοι. Μία σειρά αντιθέσεων εμφανίζονται επίσης εδώ, όπως η πραγματικότητα σε αντιπαραβολή με το όραμα, ή η σύγκρουση του παρόντος συστήματος με τις κεντρόφυγες δυνάμεις που απειλούν την επιβίωσή του. Η φόρμα του λυρικού του ποιήματος είναι μία σύνθεση δραματικού διαλόγου και ποίησης.

Στο Hellas ο Shelley ευαγγελίζεται, την έλευση μίας νέας τάξης πραγμάτων, όπως δηλώνει στο τελευταίο δίστιχο του λυρικού του ποιήματος: “The world is weary of the past, / O might it die or rest at last!”  (“O κόσμος είναι κουρασμένος από το παρελθόν/ Ω, θα μπορούσε να πεθάνει ή να ξεκουραστεί επιτέλους!“, στ. 1100-01). Το λυρικό του ποίημα απηχεί το ίδιο πνεύμα με τη Μάσκα της Αναρχίας (“Τhe Masque of Anarchy”, 1819).  Σε ένα απόσπασμα από τον πρόλογο του Hellas, το οποίο λογόκρινε ο αρχικός εκδότης και εκδόθηκε για πρώτη φορά μετά το θάνατό του, με παρρησία ανακοινώνει:

“This is the age of the war of the oppressed against the oppressors.… [A] new race has arisen throughout Europe, nursed in the abhorrence of the opinions which are its chains, and she will continue to produce fresh generations to accomplish that destiny which tyrants foresee and dread”.

“Αυτή είναι η εποχή της διαπάλης μεταξύ καταπιεστών και καταπιεζόμενων…ένας νέος αγώνας έχει αναδυθεί στην Ευρώπη, που έχει τραφεί με την αποτροπή εκείνων των ιδεών που τον αλυσοδένουν, και θα συνεχίσει να παράγει νέες γενιές προκειμένου να ολοκληρώσει εκείνο το πεπρωμένο, που οι τύραννοι προβλέπουν και τρέμουν”.

 

We are all Greeks

Στην ελληνική υπόθεση βρίσκει ένα πρότυπο για τον οικουμενικό αγώνα για Δικαιοσύνη και Ελευθερία. Ακόμη και με σημερινά δεδομένα, εντυπωσιάζει το θάρρος με το οποίο κατακεραυνώνει στον εμβληματικό πρόλογο του Hellas την “απάθεια των διοικούντων τον πολιτισμένο κόσμο” απέναντι στους “απογόνους εκείνου του έθνους, στο οποίο οφείλουν τον πολιτισμό του, το οποίο αναδύθηκε από τις στάχτες του”. Κατηγορηματικά δηλώνει ότι “Είμαστε όλοι Έλληνες”, προτάσσει δηλαδή την ελληνική ταυτότητα ως οικουμενικό πρότυπο ζωής. Απηχώντας τον ρομαντικό ιδεαλισμό των Γερμανών κλασικιστών, συνεχίζει εντοπίζοντας τις απαρχές του δυτικού πολιτισμού στην κλασική αρχαιότητα: “οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, η θρησκεία και η τέχνη μας έχουν τη ρίζα τους στην Ελλάδα…αν δεν ήταν η Ελλάδα ίσως ήμασταν ακόμη βάρβαροι και ειδωλολάτρες…η ανθρώπινη μορφή και το ανθρώπινο μυαλό άγγιξαν την τελειότητα στην Ελλάδα […]”. Ο ίδιος δεν ταξίδευσε ποτέ στην Ελλάδα, ωστόσο θεωρεί τον σύγχρονο  Έλληνα “απόγονο αυτών των ένδοξων όντων […]”, των αρχαίων Ελλήνων.

Ο Shelley επιδεικνύει στον πρόλογό του σπουδαίο θάρρος, καθώς δε διστάζει με σκληρή γλώσσα να ονοματίσει την πραγματικότητα. Η υπερήφανη στάση που τήρησε στη διάρκεια της, δυστυχώς σύντομης, ζωής του αντικατοπτρίζεται και στην κριτική που ευθέως απευθύνει στην πατρίδα του, Αγγλία, για την πολιτική της:

 “The English permit their own oppressors to act according to their natural sympathy with the Turkish tyrant, and to brand upon their name the indelible blot of an alliance with the enemies of domestic happiness, of Christianity and civilisation. (…)The wise and generous policy of England would have consisted in establishing the independence of Greece, and in maintaining it both against Russia and the Turk; but when was the oppressor generous or just?”

“Οι Άγγλοι επιτρέπουν στους δικούς τους καταπιεστές να ενεργούν σύμφωνα με τη φυσική τους συμπάθεια προς τον Τούρκο τυράννο και να φέρουν στο όνομά τους την ανεξίτηλη κηλίδα συμμαχίας με τους εχθρούς της εγχώριας ευτυχίας, του xριστιανισμού και του πολιτισμού. (…) Η σοφή και γενναιόδωρη πολιτική της Αγγλίας θα συνίστατο στην εδραίωση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας και στη διατήρησή της τόσο έναντι της Ρωσίας όσο και του Τούρκου – αλλά πότε ήταν ο καταπιεστής γενναιόδωρος ή δίκαιος;”

Εδώ αναγνωρίζεται, πλάι στον ιδεαλισμό του Shelley, η ευθυκρισία, ο ρεαλισμός του, και η παρρησία με την οποία εκφράζει την πολιτική του τοποθέτηση. Οι περιορισμοί της σκληρής πραγματικότητας δεν αποθαρρύνουν το πνεύμα του. Κάποιοι στίχοι του τελευταίου χορικού του Hellas παιανίζουν την αναγέννηση της Ελλάδας, η οποία ταυτόχρονα σημαίνει την αναγέννηση του ανθρώπινου είδους:

The world’s great age begins anew/ The golden years return […] |Η μεγάλη εποχή του κόσμου ξεκινά εκ νέου/ τα χρυσά χρόνια επιστρέφουν […]
A brighter Hellas rears its mountains/ From waves serener far […] |Μια πιο φωτεινή Ελλάδα εκτρέφει τα βουνά της/ πιο ήρεμη και από τα κύματα […]
Another Athens shall arise/ And to remoter time […] | Μια άλλη Αθήνα θα αναδυθεί/ και σε απομακρυσμένο χρόνο
The world is weary of the past/ Oh, might it die or rest at last!| O κόσμος είναι κουρασμένος από το παρελθόν/ Ω, θα μπορούσε να πεθάνει ή να ξεκουραστεί επιτέλους!

Ακόμη και από μία σύγχρονη σκοπιά, το έργο εντυπωσιάζει ακόμη με την κατηγορηματική πίστη του ποιητή στον αγώνα. Και όμως πρόκειται για ένα από τα λιγότερο γνωστά ποιήματα του Percy Shelley.

 

Το τέλος και η παρακαταθήκη του Percy Shelley

Έναν μήνα πριν κλείσει τα τριακοστά του γενέθλια, ο Shelley πνίγηκε εν μέσω ξαφνικής θυέλλης στον κόλπο La Spezia, επιστρέφοντας από το Λιβόρνο με το σκάφος του, Don Juan. Είχε μεταβεί στο Λιβόρνο ώστε να υποδεχθεί τον συνάδελφό του Leigh Hunt. Το σκάφος δεν ανατράπηκε, αλλά βυθίσθηκε. Κάποιοι αποδίδουν τον πνιγμό του σε εσκεμμένο σχέδιο που είχε στόχο τη ζωή του, και όχι σε ατύχημα. Είναι γεγονός ότι ο Shelley είχε αντιμετωπίσει μία απόπειρα δολοφονίας του κατά τα έτη 1812 – 1813 στο Tremadog, κοντά στο Porthmadog, στη νοτιοδυτική Ουαλία, η οποία είχε ενδεχομένως πολιτικό κίνητρο. Μία άλλη ερμηνεία, αναφέρει ότι πραγματικός στόχος της επίθεσης ήταν ο Λόρδος Βύρων, ο οποίος νόμιζαν ότι επέβαινε στο σκάφος Don Juan, που έφερε το όνομα του ποιήματός του. Ο φίλος του, Eduard John Trelawny (1792 – 1881), ο οποίος απέσπασε την καρδιά του νεκρού φίλου του για να την παραδώσει στη χήρα του, αναφέρεται στον θάνατο του Shelley, στο βιβλίο του με τίτλο Recollections of the last days of Shelley and Byron (1858).

 

Η Κηδεία του Σέλλεϋ από τον Louis Édouard Fournier (1889); Στην Εικόνα από τα δεξιά προς τα αριστερά είναι, Trelawny, Hunt and Byron.

 

Η σορός του Shelley αποτεφρώθηκε κοντά στην παραλία του Viareggio. Ο πίνακας του Louis Édouard Fournier, The Funeral of Shelley ή The Cremation of Shelley (Η κηδεία του Shelley ή Η αποτέφρωση του Shelley) απεικονίζει το αρχαιοπρεπές τελετουργικό της αποτέφρωσης του ποιητή στην παραλία, παρουσία των στενών του φίλων, Λόρδου Βύρωνα, Leigh Hunt, Edward John Trelawny και της συζύγου του, Mary Shelley. Η παράσταση κρίνεται ως ιστορικά ανακριβής, καθώς οι γυναίκες δεν παρευρίσκονταν σε κηδείες κατά τους προ-βικτοριανούς χρόνους. Επίσης την ημέρα της τελετής, ο Hunt παρέμεινε, συντετριμμένος, σε μία άμαξα, ενώ ο Βύρων, δεν άντεξε το θέαμα και κολύμπησε ως το σκάφος του, Bolivar. Αρκετά πικρόχολα, η εφημερίδα των Tories The Courier σχολίαζε την επομένη του θανάτου του: «Ο Shelley, ποιητής κάποιας άπιστης ποίησης πνίγηκε. Τώρα ξέρει αν υπάρχει Θεός». Οι στάχτες του Shelley μεταφέρθηκαν στο Προτεσταντικό Νεκροταφείο στη Ρώμη, και βρίσκονται κοντά σε μια αρχαία πυραμίδα στα τείχη της πόλης. Ο τάφος του φέρει τη λατινική επιγραφή, “Cor Cordium” (η καρδιά των καρδιών), ώστε να υπενθυμίζει την αγάπη του για τους ανθρώπους. Προς τιμήν του έχει εγκατασταθεί μία αναμνηστική πλάκα στο Αββαείο του Westminster, δίπλα σε εκείνη του φίλου του, Λόρδου Βύρωνα.

Μολονότι ήταν παραγνωρισμένος όσο ζούσε, η ακτινοβολία της σκέψης και στάσης ζωής του Percy Shelley εκτάθηκε σε ευρεία πλάτη και μήκη της γης μετά το θάνατό του. Oι ιδέες του για την πολιτική δράση και την μη βίαιη αντίσταση βρήκαν απήχηση στους Mahatma Gandhi, Henry David Thoreau, Leo Tolstoy, Martin Luther King Jr. Ο πολιτικός του ριζοσπαστισμός τον έκανε για δεκαετίες αγαπητό σχεδόν αποκλειστικά σε κύκλους σοσιαλιστών, μελών του Εργατικού κόμματος (Labour party) και σε ορισμένους βασικούς εκπροσώπους της βικτωριανής ποίησης. Επηρέασε σημαίνουσες προσωπικότητες από τον χώρο των τεχνών και της διανόησης, λ.χ. τους Oscar Wilde, Bertrand Russel, George Bernard Shaw. Τόσο ο Percy Shelley, όσο και η σύζυγός του, Mary, επηρέασαν καθοριστικά τon φιλελληνικό προσανατολισμό του Λόρδου Βύρωνα, ο οποίος μετά τον θάνατο του Shelley, αποφασίζει θα κατέβει στην Ελλάδα (1823), και να προσφέρει την ίδια τη ζωή του στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

 

Edward Onslow Ford’s sculpture in the Shelley Memorial at University College, Oxford

 

Η «αιώνια, ιδανική, οικουμενική Ελλάδα» του Shelley ενέπνευσε τους  Έλληνες ποιητές Κωστή Παλαμά (1859 – 1943) και  Άγγελο Σικελιανό (1884 – 1951).

Το όνομα του μεγάλου ποιητή φέρει ιστορικός δρόμος στην καρδιά της Αθήνας, στην Πλάκα, ο οποίος τέμνεται με την οδό Βύρωνος. Από το σημείο αυτό τομής των δύο δρόμων, μπορεί να διακρίνει κανείς ανεμπόδιστα την Ακρόπολη. Το σύμβολο της ελληνικής δημοκρατίας.

 

Το σημείο στο οποίο τέμνονται η οδός Βύρωνος με την οδό Σέλλευ στην Πλάκα, στην Αθήνα.

 

Η Ελλάδα και η ΕΕΦ τιμούν τον μεγάλο ποιητή και Φιλέλληνα, και το έργο του Hellas θα αποτελεί πάντα ελπίδα και φάρο για τους Έλληνες και τον δυτικό πολιτισμό.

 

Πηγές και βιβλιογραφία

  • William St Clair, That Greece might still be free. The Philhellenes in the War of Independence, Open Book Publishers 2008
  • Roderick Beaton, From Ancient to Modern: Byron, Shelley, and the Idea of Greece Roderick Beaton, The Athens Dialogues. 2010 ; Vol. 1.
  • Roderick Beaton,Ο Shelley και ο Byron για την εθνική ταυτότητα των επαναστατηµένων Ελλήνων του 1821, Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα) : Δ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010 : πρακτικά
  • Av Mariann Cesilie Løkse, In Defence of Hellas: An analysis of Shelley´s Hellas and Its Reception, Universitetet in Tromsø, 1994
  • Γεώργιος Αργυράκος, Ο Φιλελληνισμός ως ευρωπαϊκό «κεκτημένο» και ο ρόλος των εφημερίδων κατά την Επανάσταση του 1821, Εταιρεία για τον Ελληνισμό και τον Φιλελληνισμό, Ιούνιος 2020
  • Θωμάς Κυριάκης, Η πρόσληψη «εθνικών αξιών» στην περίπτωση του Ιγνατίου Ουγγροβλαχίας, 30/06/2020, cognoscoteam
  • Αναγνώστης Λασκαράτος, Τρεις άθεοι «φιλέλληνες»: Βύρωνας, Σέλλεϋ, Τρελώνη. Έρωτες, ποίηση, τυχοδιωκτισμός και Επανάσταση, Λόγος 11.09.2010 & 18.09.2010

 

 

 

Ο αρχαιολάτρης αρχιτέκτονας και ζωγράφος Leo von Klenze (1784 -1864), γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου ως τρίτο παιδί μίας εννεαμελούς οικογένειας στο Boklah, κοντά στο χωρίο Schladen am Harz της Κάτω Σαξονίας. Σε ηλικία 16 ετών ξεκινά σπουδές vομικής στο Βερολίνο, τις οποίες διακόπτει και μεταστρέφεται στην αρχιτεκτονική, πιθανά επηρεασμένος από τη γνωριμία του με τον αρχιτέκτονα W. Gilly. Ως σπουδαστής αρχιτεκτονικής γνωρίζει τον ιστορικό τέχνης και κλασικό αρχαιολόγο, Aloys Hirt (1759 – 1837), o οποίος ήταν καθηγητής αρχαιολογίας στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, καθώς και συνιδρυτής των μουσείων του Βερολίνου και της Bauakademie. Ο Hirt ήταν αυτός που εμφύσησε στο νεαρό Klenze την αγάπη του για την αρχαιότητα. Μόλις αποφοίτησε από τη Bauakademie, ο Klenze έλαβε τον τίτλο του επόπτη αρχιτεκτονικών έργων (Kondukteur).

Η πρώτη του επαφή με την αρχαιότητα λαμβάνει χώρα, όπως και για τους περισσότερους Γερμανούς Φιλέλληνες, στην Ιταλία, την οποία επισκέπτεται κατά τη διετία 1806 – 1807: συγκεκριμένα επισκέφθηκε τις πόλεις Ρώμη, Νεάπολη και Βενετία. Στη συνέχεια, θα επισκεφθεί την Ιταλία άλλες δύο φορές, συνοδευόμενος από τον προστάτη του, Βαυαρό βασιλέα Ludwig I (Λουδοβίκος Α’, 1786 – 1868). Στο Paestum ανακαλύπτει τους δωρικούς ναούς της Μεγάλης Ελλάδας, όπως ο προπάτορας του, Winckelmann, σχεδόν 40 χρόνια νωρίτερα. Επισκέπτεται τις αρχαίες αποικίες στον Ακράγαντα, Σελινούντα, Σεγέστα και, ως χαρισματικός ζωγράφος, αποτυπώνει τις εντυπώσεις του σε ελαιογραφίες, σε μια προσπάθεια να μελετήσει και κατανοήσει καλύτερα τους νόμους της αναλογίας των δωρικών ναών. Ο δωρικός ρυθμός είναι για τον Klenze ο ιδανικός και θα αποτελέσει διαχρονικό αντικείμενο της μελέτης του.

«δεν υπήρξε και δεν υπάρχει παρά μια αρχιτεκτονική και δεν θα υπάρξει άλλη αρχιτεκτονική παρά μια, δηλαδή εκείνη, που βρήκε την τελειοποίησή της στη μεγάλη ώρα της ελληνικής ιστορίας και παιδείας».

Μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές του, εργάσθηκε ως Αρχιτέκτων της Αυλής του βασιλέα Ιερώνυμου Βοναπάρτη, αδελφού του Ναπολέοντα, στην πόλη Kassel. Την περίοδο αυτή, υλοποιούνται κάποια από τα κτίσματά τα οποία είχε σχεδιάσει ο Klenze.  Η αίθουσα χορού (Ballhaus) στο κάστρο Wilhelmshöhe (Schlosspark 1), προορισμένη να λειτουργεί ως θέατρο της αυλής του Βοναπάρτη, είναι δικό του δημιούργημα, ενώ η έπαυλη (Pavillon), είναι το πρώτο κτήριο του μετέπειτα διάσημου αρχιτέκτονα.

Την παρουσία του στην πόλη θυμίζει σήμερα η οδός Klenzestrasse. Στην ίδια πόλη γνωρίζει τη μελλοντική του σύζυγο, την τραγουδίστρια, Felicitas Blangini, την οποία παντρεύεται στις 28 Αυγούστου 1813. Το ζευγάρι θα αποκτήσει δυο γιους και τρεις κόρες.

Η πτώση του Ναπολέοντα στα τέλη Οκτωβρίου του ιδίου έτους οδηγεί το ζευγάρι στο Μόναχο. Συνοδεύονται από τον αδελφό της συζύγου του, Felix Blangini, ο οποίος έχει καλές διασυνδέσεις με τον βασιλέα Μαξιμιλιανό τον Α´ και τη βαυαρική αυλή. Η απόπειρα του Klenze να συνδεθεί επαγγελματικά με τον πρίγκιπα Λουδοβίκο αποτυγχάνει και τότε ο Klenze μετακομίζει στο Παρίσι. Αργότερα επέτυχε να συναντήσει τον Βαυαρό βασιλέα, και τελικώς να υλοποιήσει τις φιλοδοξίες του.

Το 1815 είναι μοιραίο για τον Klenze. Η επιμονή του, η χαρισματική προσωπικότητα και το διπλωματικό ταλέντο του, φαίνεται να έχουν πείσει τον Λουδοβίκο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τον καθιερώσουν σε έμπιστό του αρχιτέκτονα. Μάλιστα ο Klenze επισκίασε σημαντικές προσωπικότητες από τον κοντινό κύκλο του μονάρχη. Μεταξύ αυτών, τoν βασιλικό καλλιτεχνικό σύμβουλο και ζωγράφο, Martin von Wagner (1777 – 1858), τον αρχαιολόγο και αρχιτέκτονα, Carl Haller von Hallerstein (1774 – 1817), και τον, επίσης αρχιτέκτονα, Friedrich von Gärtner (1791 – 1841). Ο συνεπαρμένος από την κλασική αρχαιότητα, Λουδοβίκος Α’, είχε ξεκινήσει, από την εποχή ακόμη που ήταν πρίγκιπας, να διευρύνει τη συλλογή του Οίκου του. Έτσι αναθέτει στον Klenze ρόλο εμπειρογνώμονα για ζητήματα τέχνης και τον επιφορτίζει με την αποστολή της αναζήτησης έργων από δημοπρασίες και διάφορες ιδιωτικές συλλογές. Γνωρίζοντας δε, ότι είναι αδύνατον να συναγωνιστεί τα μουσεία της Ρώμης, του Παρισιού και του Λονδίνου, στοχεύει αποκλειστικά στην απόκτηση αντικειμένων εξαιρετικής ποιότητας, παραμερίζοντας την ποσότητα.

 

Ο δημιουργός της Αθήνας του Isar

Οι φιλότεχνες προσπάθειες του Λουδοβίκου δεν έχουν ως αποκλειστικό στόχο την ικανοποίηση των προσωπικών του ενδιαφερόντων. Πάνω από όλα επιθυμεί να εδραιώσει την κυριαρχία του μέσω μνημειακών κτηρίων και συλλογών τέχνης, κατά τα πρότυπα των μοναρχών του 19ου αιώνα, και να δεσμεύσει κοντά του τις μορφωμένες και πλούσιες ελίτ της εποχής. Στόχος του είναι να καταστήσει το Μόναχο πρωτεύουσα ευρωπαϊκής εμβέλειας, και για αυτόν το λόγο αναθέτει στον Klenze τις εργασίες για τον πολεοδομικό του σχεδιασμό. Η απόδοσή του θα αναγνωρισθεί, και σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, θα προβιβασθεί σε θέση βασιλικού συμβούλου για την αρχιτεκτονική.

Ο Klenze θα γίνει για την πόλη του Μονάχου, ό,τι ο συνάδελφος του, Karl Friedrich Schinkel (1781 – 1841), για την πόλη του Βερολίνου. Είναι ο αρχιτέκτων και οραματιστής της “Αθήνας του Ίζαρ” – όπως ακόμη σήμερα ονομάζεται το Μόναχο. Το όνομα αυτό το έχει λάβει από τον ποταμό που το διατρέχει, σε αντιστοιχία ή αντιπαραβολή με την “Spree – Αthen”, την Αθήνα του Σπρέε, δηλαδή το Βερολίνο. Αν και στην εποχή του θεωρείτο πιο συντηρητικός στις αρχιτεκτονικές του προτάσεις από τον “ποιητικό” Schinkel, και χωρίς το ένστικτό του τελευταίου για καινοτομίες, φαίνεται να υπήρξε πολύ πρακτικότερος στις λύσεις που προσέφερε.

Το “νέο”, κλασικιστικό, Μόναχο, ξυπνούσε, χάρη στις παρεμβάσεις του Klenze, από την “αχρωμία” που το διέκρινε. Απέκτησε το περίγραμμά του με την ολοκλήρωση της Γλυπτοθήκης στο Μόναχο (Glyptothek) και την έκθεση των συλλογών της, με την ίδρυση του βασιλικού κτηρίου (Königsbau) και της παλαιάς Πινακοθήκης (Αlte Pinakothek), αλλά και με τον σχεδιασμό και τη δόμηση της Ludwigstraße, απέκτησε και τη φήμη της ωραιότερης πόλης της Γερμανίας. Tα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα της Königsplatz και η Αίθουσα της Δόξας (Ruhmeshalle), σχετίζονται άμεσα με την κλασική ελληνική αρχιτεκτονική. Η ανανέωση της πόλης, κατ´ εντολή του Λουδοβίκου Α’, ελάμβανε χώρα παράλληλα με την αναγέννηση της Ελλάδας, μετά την απελευθέρωσή της από τον τουρκικό ζυγό.

Η παράλληλη “αναγέννηση” Αθήνας και Μονάχου σχετίζεται με τον ίδιο μονάρχη και τους ίδιους αρχιτέκτονες, τον Klenze και τον μεγάλο του ανταγωνιστή, Gärtner, οι οποίοι δημιούργησαν με το έργο τους έναν ιδιαίτερο δεσμό μεταξύ των δύο πρωτευουσών. Στην πράξη ο Klenze, μαζί με τον Schinkel,  είναι ο σπουδαιότερος προπαγανδιστής μίας εικόνας της αρχαίας Αθήνας σε μία πόλη του γερμανικού βορρά, όπως την συνέλαβε με τη φαντασία του και την τεκμηρίωσε με τις επιτόπιες και θεωρητικές έρευνές του.

Για τη διάσημη Γλυπτοθήκη του Μονάχου, την οποία υλοποίησε μεταξύ των ετών 1816 και 1830, ο Klenze οραματίστηκε ένα κλασικιστικό “συνολικό έργο τέχνης” (Gesamtkunstwerk), μένοντας λιγότερο προσκολλημένος σε μία πιστή απόδοση των πρωτοτύπων. Γι´αυτό, ενώ η πρόσοψη της με τους ιωνικούς κίονες βασίζεται σε αυτές των αρχαίων ελληνικών ναών, οι εσωτερικοί χώροι, με τις θολωτές τους οροφές, θυμίζουν ιαματικά λουτρά. Εκτός από τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του κτηρίου, ανέλαβε επίσης τη διαμόρφωση των εσωτερικών αιθουσών, καθώς και την επιλογή των εκθεμάτων. Απέναντι από τη Γλυπτοθήκη στην Königsplatz στεγάστηκε η συλλογή ελληνικής αγγειοπλαστικής, στο τότε “Μουσείο Αρχαίας Μικροτεχνίας” (“Museum Antiker Kleinkunst“). Σήμερα, οι συλλογές αρχαίας ελληνικής, ετρουσκικής και ρωμαϊκής μικροτεχνίας στο Μόναχο ονομάζονται “„Staatliche Antikensammlungen“, κρατική αρχαιολογική συλλογή. Το κτήριο της συλλογής με την κορινθιακή πρόσοψη τo έκτισε ο Georg Friedrich Ziebland (1800 – 1873) μεταξύ των ετών 1838 – 1848. Το σύνολο ολοκληρώθηκε με την ανέγερση των Προπυλαίων στη δυτική άκρη της πλατείας, προς τιμήν του αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία. Τα Προπύλαια δημιουργήθηκαν μεταξύ 1840 και 1860, με πρότυπο την κλασική πύλη της Ακρόπολης των Αθηνών από τον 5ο αιώνα π.Χ., ακολουθώντας τον δωρικό ρυθμό εξωτερικά και τον ιωνικό εσωτερικά.

 

Τα Προπύλαια στο Μόναχο (για πλήρη στοιχεία δείτε εδώ).

 

Ο Ρώσος αυτοκράτορας Νικόλαος Α’, ανέθεσε στον Klenze το 1838 να σχεδιάσει ένα κτήριο για το Νέο Ερμιτάζ, το δημόσιο Μουσείο που θα στέγαζε την συλλογή αρχαιοτήτων, έργων τέχνης, νομισμάτων, βιβλίων, κλπ. των Ρωμανώφ.

Τα κτίσματα που αναφέρονται παραπάνω στην Königsplatz παρέχουν τον ιστορικό πυρήνα της πόλης του Μονάχου, ο οποίος επεκτάθηκε με την κατασκευή των Alte και Neue Pinakothek (παλαιάς και νέας Πινακοθήκης).

Ως αρχιτέκτων του βασιλιά Λουδοβίκου Α’, ο Klenze υλοποίησε και τα εξής έργα.

Το παλάτι Leuchtenberg, στην κεντρική οδό Ludwigstraße (1817 – 1821), το Odeon (αίθουσα συναυλιών στο Μόναχο) και το Παλάτι Biederstein στο Schwabing του Μονάχου (1826 – 1828), την Μονόπτερο  στον «Αγγλικό κήπο» της πόλης (1832 – 1837). Ξεχωρίζει η εντυπωσιακή Βαλχάλα (Wallhala), και το Πάνθεον στο Regensburg της Βαυαρίας (1830 – 1842). Στη Wallhala ο Klenze συνδύασε την κεντροευρωπαϊκή και την σκανδιναβική μυθολογία σε ένα οικοδόμημα που είχε ως πρότυπο τον Παρθενώνα. Εκτός των παραπάνω έργων, στον Klenze ανατέθηκε ο σχεδιασμός του εικονοστασίου στην Salvatorkirche του Μονάχου, όταν, με απόφαση του Λουδοβίκου Α’ ο ναός παραχωρήθηκε στην ελληνική κοινότητα της πόλης και μετατράπηκε από καθολικό σε ορθόδοξο.

 

O Leo von Klenze στην Ελλάδα

Σε μία ώριμη φάση της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, όπου είχε αποδείξει τις αρχιτεκτονικές του δεξιότητες στη σύλληψη και εκτέλεση εμβληματικών έργων στο Μόναχο και τη Βαυαρία, ο Klenze αναλαμβάνει μία ιδιαίτερη και βαρύνουσας σημασίας εντολή από τον Λουδοβίκο. Μεταξύ Ιουλίου και Νοεμβρίου του έτους 1834, καλείται να μεταβεί στην Ελλάδα με πολιτική, και ταυτόχρονα καλλιτεχνική, αποστολή. Η πολιτική του αποστολή ήταν η ανάκληση των αντιβασιλέων Georg Ludwig Von Maurer (1790-1872) και Karl von Abel (1788 – 1859), μεταξύ των οποίων υπήρχαν έντονες τριβές. Η καλλιτεχνική του αποστολή ήταν η εποπτεία και διευθέτηση ζητημάτων που σχετίζονταν με το πολεοδομικό σχέδιο της νέας πρωτεύουσας, που είχαν καταθέσει οι αρχιτέκτονες Eduard Schaubert (1804 – 1860) και Σταμάτης Κλεάνθης (1802 – 1862).

Τον Ιούλιο του 1834 επισκέπτεται την Κέρκυρα και σχεδιάζει τον δωρικό ναό στο Καρδάκι. Στην Κόρινθο εντυπωσιάζεται από το ναό του Απόλλωνα. Επισκέπτεται το Ναύπλιο, την Επίδαυρο, συνεχίζει την περιπλάνησή του στον Πόρο και την Αίγινα. Στον ναό της Αφαίας παρατηρεί τα ίχνη χρώματος σε μέλη του που έχουν ανασκαφεί ήδη το 1811. Το ζήτημα της πολυχρωμίας των αρχαίων ναών τον απασχολούσε. Έτσι, στην ιδεατή αποτύπωση της αρχαίας Αθήνας, η πολυχρωμία κάνει την εμφάνισή της στα κτήρια της πόλης (Ideale Ansicht der Stadt Athen in antiker Zeit, 1862). Η ιδέα αυτή ωστόσο δεν ήταν δημοφιλής ούτε κυρίαρχη στην εποχή που έζησε. Είναι ο πρώτος κλασικιστής αρχιτέκτων που πρότεινε πολύχρωμα σχέδια. Εντυπωσιασμένος από τους δωρικούς ναούς, οι οποίοι αποτελούν γι’αυτόν την ιδανική, αρχετυπική μορφή της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής, εξυμνεί τη διανοητική και αισθητική καθαρότητα των Ελλήνων, οι οποίες δεν αφήνουν τίποτα μυστικό στον δέκτη τους. Μάλιστα σημειώνει τα εξής:

«Ολόκληρος ο ελληνικός ναός, ακόμη και το παραμικρότερο μέλος του, δεν έχει τίποτα το κρυφό, αινιγματικό… έχουμε στη διάθεσή μας ολόκληρο το αρχιτεκτονικό αλφάβητο…αν γράψουμε με αυτό θα είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε νέα και εξαιρετικά έργα».

 

Εξειδανικευμένη άποψη της Ακροπόλεως και του Αρείου Πάγου της Αθήνας, 1846, λάδι σε καμβά, 102,8 x 147,7 cm.

Leo von Klenze: Ιδανική θέα στην πόλη της Αθήνας στην αρχαιότητα, 1862. Λάδι σε καμβά, 104,5 x 131,5 cm.

 

Μεταξύ 14 Αυγούστου και 15 Σεπτεμβρίου, βρίσκεται στην Αθήνα, η οποία δεν είναι ακόμη πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους. Ο βασιλέας Όθων (1815 – 1867) του αναθέτει τον επανασχεδιασμό της πόλης με βάση κλασσικά πρότυπα, αλλά και την επιλογή της τοποθεσίας των ανακτόρων. Με αφορμή το δεύτερο ζήτημα, ο Klenze έρχεται σε αντίθεση με τον σχεδόν συνομήλικό του συνάδελφο, Schinkel, ο οποίος οραματίζεται τη δημιουργία ανακτόρων επάνω στον βράχο της Ακρόπολης. Την ιδέα κρίνει ο Klenze ευτυχώς ως ανεδαφική, μεταξύ άλλων λόγω κλιματικών και γεωλογικών συνθηκών, και την απορρίπτει. Απορρίπτει και τις προτάσεις των μαθητών του Schinkel, Κλεάνθη και Schaubert, να γίνει η Ομόνοια το κέντρο της πόλης με τα ανάκτορα εκεί.

Οραματίζεται μια βασιλική κατοικία στον ωραίο Λόφο των Νυμφών, με θέα προς τη θάλασσα και ασφαλή απόσταση από το πλήθος της πόλης. Το σχέδιο κρίνεται ως πολυδάπανο και δεν υλοποιείται. Τριβές αναπτύσσονται μεταξύ του ιδίου και των Κλεάνθη και Schaubert, τόσο για το ζήτημα των ανακτόρων, όσο και για άλλες παρεμβάσεις στην εικόνα της πόλης. O Klenze επιθυμεί να της δώσει αέρα ιταλικής μεγαλούπολης. Θεωρεί ότι η βαριά αρχιτεκτονική της κεντρικής Ευρώπης δεν ικανοποιεί το ελληνικό πνεύμα, περισσότερο το βλάπτει. Βλέπει ότι στον χαρακτήρα μιας μεσογειακής πόλης ταιριάζει η συνεχής δόμηση, αλλάζει την πυκνότητα και το σύστημά της και διαφωνεί με τη θέση των Schaubert / Kλεάνθη για αποκλειστικά μονώροφη και διώροφη δόμηση στην πόλη. Οι τριβές που δημιουργούνται με τους συναδέλφους του, οι οποίοι είναι απρόθυμοι να τροποποιήσουν τα σχέδια τους, οδηγούν στην απομάκρυνσή τους από το δημόσιο, το Νοέμβριο του 1834.

Ο Klenze είναι ίσως λιγότερο γνωστός στους Έλληνες ή γίνεται αντικείμενο αυστηρής κριτικής, εξαιτίας της αντίθεσής του με το δίδυμο Schaubert / Kλεάνθη. Κατηγορείται ότι μίκρυνε το πλάτος δρόμων, περιόρισε την έκταση του σχεδίου πόλης, μείωσε την έκταση δημόσιων χώρων, κ.λ.π.

Ένας άλλος λόγος για τον οποίον του ασκήθηκε κριτική, είναι ότι επειδή ήταν προσανατολισμένος στο κλασικιστικό ιδεώδες, φαίνεται να παρέβλεψε την αξία της βυζαντινής παράδοσης και της ορθόδοξης ναοδομίας. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν δίστασε να προτείνει την κατεδάφιση ναών, όταν στέκονταν εμπόδιο στους πολεοδομικούς του σχεδιασμούς. Η διατήρηση της Καπνικαρέας επί της οδού Ερμού απετέλεσε εξαίρεση. Πιθανά ο Klenze να μην έδωσε τη δέουσα προσοχή σε βυζαντινά μνημεία, για λόγους όχι αποκλειστικά χωροταξικούς, αλλά ιδεολογικοπολιτικούς. Για τον ίδιο, Γερμανοί και Έλληνες είχαν κοινή ιστορική προέλευση ως Ινδογερμανοί / Ινδοευρωπαίοι, τους διέκρινε το σωματικό κάλλος και η τάση για εξέλιξη του Αληθινού / Μεγάλου / Ωραίου («Entwicklung des Wahren – Großen – Schönen»). Αυτές τις τάσεις δεν  διέκρινε σε άλλους λαούς, για τους οποίους πίστευε ότι εξαιτίας μιας θρησκευτικής καθήλωσης, δε στάθηκαν ικανοί να φθάσουν σε έναν υψηλότερο ανθρωποκεντρισμό / ανθρωπομορφισμό στην τέχνη τους. Λαμβάνοντας υπόψιν το θεωρητικό υπόβαθρο της σκέψης του, ίσως κατανοούμε καλύτερα και κάποιες από τις πολεοδομικές του προτάσεις.

Το διάστημα που πέρασε στην Ελλάδα, ήρθε κοντά με τον λαό της και ανέπτυξε ειλικρινή αισθήματα αγάπης και φιλίας για τους Έλληνες. Έφθασε μάλιστα στο σημείο να ασκήσει ανοικτή κριτική κατά της Βαυαροκρατίας. Στην πόλη των Αθηνών υπάρχουν αρκετά εμφανή ίχνη της παρουσίας του. Από τις προτάσεις του, διατηρήθηκε εκείνη των κτηρίων της Ακαδημίας, του Πανεπιστημίου και της Βιβλιοθήκης (της “αθηναϊκής τριλογίας του νεοκλασικισμού”). Τα τρία αυτά εμβληματικά κτήρια τελικά κατασκευάσθηκαν, σε μετωπική παράθεση, και όχι σε σχήμα Π, όπως εκείνος επιθυμούσε. Ο ναός του Αγίου Διονυσίου των Καθολικών επί της Πανεπιστημίου έχει αναγερθεί σε δικά του σχέδια, με ορισμένες παρεμβάσεις στο αρχικό του σχέδιο (π.χ. χωρίς το σχεδιασμένο από τον ίδιο καμπαναριό). Δυστυχώς, δεν κατάφερε να δει να πραγματοποιείται ένα μουσείο για την Ακρόπολη, όπως το ονειρευόταν, αλλά και ένα “Παντεχνείον”, ένα μουσείο που συγχρόνως θα λειτουργούσε ως σχολή Καλών Τεχνών, όπως το είχε προτείνει.

 

O Leo von Klenze ως αρχαιολόγος

Δεν είναι ευρέως γνωστή η μέγιστη συμβολή του Leo von Klenze για την προστασία των αρχαιοτήτων στην Ελλάδα. Χάρη στον ίδιο οφείλεται ο νόμος «περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων και της χρήσεως αυτών» που θεσπίστηκε στο Ναύπλιο, τον Μάιο του 1834, ο οποίος κάλυπτε και τις χριστιανικές αρχαιότητες. Σε δική του πρωτοβουλία οφείλεται ακόμη και η απόφαση ότι οι αρχαιολογικοί χώροι θα πρέπει να φυλάσσονται. Επίσης, ο ίδιος άρχισε την καταγραφή των αρχαιοτήτων στη χώρα, και πρότεινε να εκκινήσει το αναστηλωτικό έργο στην Ακρόπολη.

Με διάταγμα του βασιλέα Όθωνα ο λόφος της Ακρόπολης εκκαθαρίζεται από την παρουσία στρατού. Χάρη στις παρεμβάσεις του Klenze και του Ludwig Ross (1806 – 1859), διαβεβαιώνεται ότι η Ακρόπολη δε θα χρησιμοποιηθεί ξανά ως στρατιωτικό φρούριο. Κατά τον Κlenze, “αυτός ο λόφος έπρεπε όσο το δυνατόν συντομότερο να απελευθερωθεί από τα άσχημα και ερειπωμένα κτήρια των βαρβαρικών χρόνων” (“Dieser Berg sollte, […], sobald als möglich von den ruinierten und schlechten Bauwerken der barbarischen Zeit befreit werden”). Παρουσία του Klenze, ξεκινούν επισήμως στις 10 Σεπτεμβρίου 1834, οι εργασίες καθαρισμού και αποκατάστασης της Ακρόπολης σε εορταστική ατμόσφαιρα και με τη συμμετοχή του λαού. Οι εργασίες αυτές συνεχίσθηκαν για πολλές δεκαετίες.

Ο Klenze αναχώρησε από την Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 1834. Διέσχισε την Τίρυνθα και τις Μυκήνες, θαύμασε από κοντά την Πύλη των Λεόντων, την Τεγέα, τη Μαντίνεια, τη Μεγαλόπολη και τη Λυκοσούρα. Έφθασε και στην Ολυμπία. Μάλιστα φιλοτέχνησε ελαιογραφίες από τα αρχαιολογικά τοπία που επισκέφθηκε στην Ελλάδα (Καρδάκι Κέρκυρας, Ναός Αφαίας στην Αίγινα, πλατεία Αγ. Γεωργίου στο Ναύπλιο, Αέρηδες στην Πλάκα, κ.α.), ενώ κάποια από αυτά τα ολοκλήρωσε στο Μόναχο (π.χ. Ideale Ansicht der Stadt Athen in antiker Zeit, 1862, Η Ακρόπολις των Αθηνών και ο Άρειος Πάγος, 1846). Με την κυκλοφορία των έργων του σε λιθογραφίες, συνέβαλε με έναν ακόμη τρόπο στη διάδοση της εικόνας της Ελλάδας  στην Ευρώπη, όπως είχαν ήδη κάνει και άλλοι φιλέλληνες συνάδελφοι του, όπως ο Ferdinand Stademann, ο Karl Freiherr von Heideck, ο Carl Rottmann, ο Ludwig Lange, ο Peter von Hess και ο Joseph Petzl.

Μετά το πέρας της αποστολής του στην Ελλάδα, ο Klenze δεν θέλησε να επανέλθει ως μόνιμος σύμβουλος του Όθωνα, όπως του είχε προτείνει ο Λουδοβίκος Α’. Προσπάθησε ωστόσο να συνεχίσει την επιτήρηση των εργασιών στην Ακρόπολη από το Μόναχο. Πέθανε σχεδόν λησμονημένος στο Μόναχο το 1864. Αντίθετα με τον συνάδελφό του, Schinkel, ο οποίος αν και έφυγε νωρίς, το 1841, θρηνήθηκε από μια ολόκληρη σειρά μαθητών και θαυμαστών του, ο Klenze έφυγε πλήρης ημερών, χωρίς να καταγράφονται όμως αντίστοιχες εκδηλώσεις λατρείας.

Όσο ζούσε τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο του βασιλικού ινστιτούτου Βρετανών αρχιτεκτόνων (1852) και, έναν χρόνο αργότερα, από το Βαυαρικό Μαξιμιλιανό Τάγμα για τις τέχνες και τις επιστήμες (1853). Το 1863 ανακηρύχθηκε επίτιμος πολίτης του Μονάχου για το σύνολο της προσφοράς του. Του αποδόθηκαν τιμές και μετά τον θάνατο του. Το όνομά του φέρουν οδοί (Klenzestraße) στις γερμανικές πόλεις Μόναχο, Kassel, Werries, Tutzing και Regensburg. Επίσης το όνομά του φέρει το Γυμνάσιο Klenze στο Μόναχο, η κρατική επαγγελματική σχολή στο Ingolstadt (Staatliche Berufsschule II Ingolstadt) και το πάρκο της πόλης (Klenzepark). Από το 1996 και εξής, το Υπουργείο Εσωτερικών της Βαυαρίας απονέμει το μετάλλιο “Leo von Klenze” για εξαιρετικά επιτεύγματα στην αρχιτεκτονική, την οικιστική και αστική ανάπτυξη.

 

Ο τάφος του Klenze στο Μόναχο

 

Η Ελλάδα και η ΕΕΦ τιμούν τον μεγάλο αρχιτέκτονα που διέδωσε στην Ευρώπη την κλασική γραμμή στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, εμπνευσμένος από την αρχαία Ελλάδα, και που έθεσε τις βάσεις για τον πολεοδομικό σχεδιασμό της νέας Αθήνας.

 

Πηγές και βιβλιογραφία

  • antike-am-koenigsplatz.mwn.de.
  • Bernhard Schulz, Leo von Klenze: Der Baumeister eines griechischen Bayern, Der Tagesspiegel, 24.02.2001.
  • Frese, Peter, Ein griechischer Traum. Leo von Klenze. Der Archäologe, München, Staatliche Antikensammlung und Glyptothek 1985, München 1985 (κατάλογος έκθεσης).
  • Fuhrmeister, Christian, Jooss, Birgit (Hg.), Isar/Athen. Griechische Künstler in München- Deutsche Künstler in Griechenland. München 2008 (κατάλογος έκθεσης).
  • Θερμού, Mαρία,  Λέο φον Κλέντσε, ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Νοεμβρίου 2008.
  • Καγιαδάκη, Μαρία, Οι ζωγραφοι Γεωργιος και Φιλιππος Μαργαριτης. Τα πρωτα καλλιτεχνικα εργαστηρια στην Αθηνα του 19ου αιωνα. Διδακτορικη διατριβη, Αριστοτελειο Πανεπιστημιο Θεσσαλονικης, 2008.
  • Μουστάκα, Αλίκη, Ένα ελληνικό όνειρο: Λέο φον Kλέντσε, ο Αρχαιολόγος, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχος 20, Αύγουστος 1986.
  • Μπαδήμα-Φουντουλάκη, Μαρία, Σταμάτης Κλεάνθης: 1802-1862: αρχιτέκτων, επιχειρηματίας, οραματιστής, Δήμοι Αθηναίων και Βελβεντού, 2011.
  • Παπαγεωργίου-Βενετάς, Αλέξανδρος, Ένα όραμα του κλασικισμού. Καπόν, Αθήνα 2001.

 

 

Ξεχωριστή θέση στην ιστορία του Γερμανικού Φιλελληνικού ρεύματος που εκδηλώθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, κατέχουν αδιαμφισβήτητα οι γενναίοι εκείνοι λόγιοι και πανεπιστημιακοί, οι οποίοι εξαρχής δήλωσαν ανοικτά τη συμπαράσταση τους στον Ελληνικό Αγώνα. Ένας πολύ σημαντικός πρόμαχος των δικαίων των επαναστατημένων Ελλήνων, ήταν ο Γερμανός καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Albertus-Universität  του Königsberg, Wilhelm Traugott Krug (1770 – 1842). Όταν κυκλοφόρησαν και στη Γερμανία οι ειδήσεις για το ξέσπασμα της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία υπό τον Υψηλάντη, τον Φεβρουάριο του 1821, η πρώτη δημόσια τοποθέτηση υπέρ των Ελλήνων, προήλθε από τον Krug.

O Krug γεννήθηκε στις 22 Ιουνίου 1770 στην περιοχή Radis του γερμανικού κρατιδίου Sachsen – Anhalt. Οι γονείς του δεν εμπιστεύονταν τη φτωχή εκπαίδευση που προσέφερε το σχολείο του χωριού, και αποφάσισαν να του παρέχουν εκπαίδευση ιδιωτικά, με δασκάλους στο σπίτι. Σε ηλικία δώδεκα ετών ξεκίνησε να επισκέπτεται το σχολείο του μοναστηρίου Pforta, από το οποίο αποφοίτησε το 1788 ως ένας από τους κορυφαίους μαθητές του. Κατόπιν σπούδασε Φιλοσοφία και Θεολογία στις πόλεις Wittenberg, Jena και Göttingen. Από το 1801 εργάσθηκε ως καθηγητής φιλοσοφίας στo Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης επί του Όντερ (Brandenburgische Universität Frankfurt). Από το 1805 και μετά, διαδέχθηκε τον σπουδαίο Γερμανό φιλόσοφο, Immanuel Kant (1724 – 1804), στο Πανεπιστήμιο του Königsberg (Albertus – Universität). Ο καθηγητής Krug ήταν ιδιαίτερα αγαπητός, χάρη στην ικανότητα του να εστιάζει στην πρακτική πλευρά των ζητημάτων που ανέλυε, σε κατανοητή γλώσσα, και όχι απλά να θεωρητικολογεί.

O φιλελεύθερος πολιτικά, Krug, είχε λάβει μέρος στην τελευταία φάση των ναπολεόντειων πολέμων (1813 – 1815), ως αρχηγός ενός σώματος ιππέων από την Σαξονία. Ως τότε η Σαξονία θεωρείτο μία μεσίας τάξης δύναμη, η οποία όμως μετά την ήττα της στα πεδία των μαχών, απώλεσε και το κύρος της στο Συνέδριο της Βιέννης (1815). Αυτές οι εξελίξεις θα είχαν σίγουρα αντίκτυπο στον φιλόπατρι Γερμανό καθηγητή. Ήδη το 1808, ο Krug είχε οραματισθεί και συνιδρύσει την πρωσική μυστική εταιρεία Tugendbund (“Σύνδεσμος για την άσκηση της Αρετής”, 1808), η οποία απέβλεπε στην τόνωση του εθνικού φρονήματος των Γερμανών μετά την ήττα από τον Ναπολέοντα.

Πολλοί Φιλέλληνες, βετεράνοι των ναπολεοντείων πολέμων, είδαν στον ελληνικό Αγώνα μία συνέχεια των αγώνων τους στα πεδία των μαχών. Οι Ευρωπαίοι πολίτες που διαπνέονταν από ένα φιλελέυθερο πολιτικά πνεύμα, έβλεπαν στην ελληνική περίπτωση την ενσάρκωση του Αγώνα για Δικαιοσύνη και Ελευθερία. Δεν προκαλεί απορία λοιπόν, ότι ο Krug εξελίχθηκε σε έναν φλογερό πρόμαχο υπέρ των ελληνικών θέσεων, πρωτοπόρο του γερμανικού Φιλελληνισμού. O Krug δεν ήταν ούτε ριζοσπάστης πολιτικά, ούτε στρατευμένος πολέμιος της Ιεράς Συμμαχίας. Οι σκέψεις του για την περίπτωση των Ελλήνων επηρεάζονταν από τις ρομαντικές πεποιθήσεις του και τη χριστιανική του πίστη.  Κατανοούσε ότι στους Έλληνες έπρεπε να επιστραφεί η αρχαία πατρίδα τους, την οποία θα κατοικούσαν στο εξής ως ένας διαφωτισμένος, χριστιανικός λαός.

Η προκήρυξη του “Η αναγέννηση της Ελλάδας” (Griechenlands Wiedergeburt) κυκλοφόρησε το Πάσχα του 1821 και στη συνέχεια κυκλοφόρησε πέραν των γερμανικών συνόρων. Εδώ ο καθηγητής έκανε έκκληση για στήριξη του ελληνικού αγώνα, τονίζοντας ότι “η κυριαρχία των Τούρκων δε μπορεί να θεωρηθεί με κανέναν τρόπο νόμιμη, είναι απλά παράνομη … τίποτα δε μπορεί να θεμελιώσει νομικά την επικράτηση ενός λαού έναντι ενός άλλου”. Παρόμοιες θέσεις εξέφρασε και ο καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στη Βαυαρία, Ειρηναίος Θείρσιος (Friedrich Thiersch, 1784 – 1860), ο οποίος στη προκήρυξη του “Η σωτηρία της Ελλάδας, η υπόθεση της υπόχρεης Ευρώπης”, προέβαλε το επιχείρημα χρέους του δυτικού κόσμου απέναντι στην Ελλάδα, στην οποία όφειλε την καταγωγή και πρόοδό της.

 

Το φυλλάδιο του Krug «Τελευταία λόγια για το ελληνικό ζήτημα», Altenburg & Leipzig, Brockhaus, 1822 (συλλογή ΕΕΦ).

 

Τον Αύγουστο του 1821, επηρεασμένος από τους Έλληνες φοιτητές του στη Λειψία, ο Krug απηύθηνε δημόσια έκκληση για τη δημιουργία Φιλελληνικών Επιτροπών. Οι Επιτροπές είχαν ως στόχο τους τη διενέργεια εράνων υπέρ της οικονομικής στήριξης Φιλελλήνων εθελοντών που θα μετέβαιναν στην Ελλάδα. Οι κινήσεις αυτές κινητοποίησαν τα αντιδραστικά ανακλαστικά της καχύποπτης πρωσικής κυβέρνησης. Σε αντίθεση με τις πόλεις στο Νότο της Γερμανίας, όπου τα φιλελληνικά κομιτάτα γνώρισαν διάδοση (Stuttgart, Heidelberg, Tübingen, Darmstadt, Freiburg), η ίδρυσή τους στην Πρωσία επετράπη μόλις το 1826. Με αφορμή την εορτή του Αγίου Μιχαήλ τον Σεπτέμβριο του 1821, ο Krug απευθύνθηκε εκ νέου στον γερμανικό λαό με τα «Τελευταία λόγια για το ελληνικό ζήτημα», επιχειρηματολογώντας υπέρ της στήριξης της Ελληνικής Επανάστασης. Το ίδιο θα πράξει έναν χρόνο αργότερα με την έκδοση μίας ακόμη φιλελληνικής προκήρυξης. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήλθε αντιμέτωπος με τη λογοκρισία και τις αντιδράσεις της πρωσικής κυβέρνησης, οι ιδέες του γνώρισαν μεγάλη απήχηση στη Γερμανία.

Η συγγραφική δραστηριότητα Γερμανών πανεπιστημιακών υπέρ της Ελλάδος λειτούργησε ως καταλύτης για τη διαμόρφωση του φιλελληνικού κινήματος. Αξίζει να αναφερθεί και η στενή σχέση που ανέπτυξε ο Krug με τον εκδότη Friedrich Arnold Brockhaus (1772 – 1823), η οποία επηρέασε τον Brockhaus στην έκδοση έργων τα οποία επεσήμαναν τη σπουδαιότητα της κλασικής αρχαιότητας.

Από το 1834 και μετά, ο Krug αποτραβήχθηκε σε μία ήσυχη ζωή, και αφιερώθηκε στα φιλοσοφικά, θεολογικά και εκδοτικά του ενδιαφέροντα. To ζήτημα της αυτοδιάθεσης των λαών φαίνεται να τον απασχολούσε και στα χρόνια μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Μάλιστα παρέδωσε μία αίτηση στο κοινοβούλιο της Σαξονίας, εκ μέρους της Ισραηλινής Κοινότητας της Δρέσδης, η οποία διεκδικούσε τη χειραφέτηση των Εβραίων στο βασίλειο της Σαξονίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι πολέμιοι της χειραφέτησης αντιτάχθηκαν σθεναρά στις προτάσεις του.

 

Ο τάφος του Krug στην Λειψία της Γερμανίας.

 

Η ΕΕΦ τιμά τον Φιλέλληνα Wilhelm Traugott Krug για την πολύτιμη προσφορά του στην ανάπτυξη του Φιλελληνισμού και στον Ελληνικό Αγώνα για Ανεξαρτησία.

 

Πηγές και βιβλιογραφία

  • deutsche-biographie.de
  • wikipedia.de
  • Konstantinou, Εvangelos, Griechenlandbegeisterung und Philhellenismus, Europäische Geschichte Online, 22-10-2012
  • Papoulia, Basilike, Die griechische Wiedergeburt in der Sicht der politischen Romantik, στο: Hänsel, Bernhard, Die Entwicklung Griechenlands & die deutsch-griechischen Bezierhungen im 19. & 20. Jahrhundert, Verlag Otto Sagner, München 1990, σ. 65 -78.
  • Τράκα, Θεολογία, H Ελλάδα και ο Ελληνικός Αγώνας για την Ανεξαρτησία μέσα από τη γερμανόφωνη πεζογραφία της δεκαετίας του 20 κατά τον 19ο αιώνα. Διδακτορική Διατριβή. Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα, 2012.

 

Ο ναύαρχος Lord Cochrane, πορτραίτο του James Ramsay, περίπου 1830.

 

Ο Thomas Cochrane, 10ος κόμης του Dundonald (1775-1860), ήταν Βρετανός ναύαρχος, μυθικός θαλασσόλυκος, ένας από τους πλέον εμβληματικούς και διάσημους ναυτικούς όλων των εποχών, ήρωας στην Μεγάλη Βρετανία και στην Λατινική Αμερική και Φιλέλληνας. Η πολυσχιδής αυτή προσωπικότητα, ήταν πρωτοπόρος της ναυτικής στρατηγικής, αλλά και σημαντικός εφευρέτης, του οποίου τα σχέδια και οι εφευρέσεις εφαρμόζονταν για πολλά χρόνια, ακόμη και μετά τον θάνατό του.

Γεννήθηκε στο Annsfield, κοντά στο Hamilton του Νοτίου Lanarkshire της Σκωτίας. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Archibald Cochrane, 9ου κόμη του Dundonald (1748 –  1831) και της Anna Gilchrist, εγγονής του ταγματάρχη John Roberton, 16ου αφέντη του Earnock[1]. Ο πατέρας του ήταν εφευρέτης. Δύο από τους αδελφούς του Thomas Cochrane, διακρίθηκαν ως αξιωματικοί των Βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Ο πρώτος ήταν ο επίλαρχος William Erskine Cochrane, ο οποίος πολέμησε στους Ναπολεοντείους Πολέμους ως αξιωματικός του 15ου Συντάγματος Δραγόνων της Βασιλικής Φρουράς, υπό τις διαταγές του αντιστρατήγου Sir John Moore[2]. Ο δεύτερος ήταν ο Archibald Cochrane ο νεότερος, ο οποίος υπηρέτησε ως πλοίαρχος του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού[3].

Ο ναύαρχος Thomas Cochrane ήταν απόγονος οικογενειών με ισχυρή στρατιωτική παράδοση. Από τον θείο του, ναύαρχο Alexander Inglis Cochrane, ήταν εξάδελφος του ναυάρχου και μετέπειτα κυβερνήτη του Newfoundland, Thomas John Cochrane (1789 – 1872)[4]. Υπό την επιρροή του θείου του, ο Thomas Cochrane κατατάχθηκε στις 23 Ιουλίου 1793, στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό με το βαθμό του σημαιοφόρου[5]. Αρχικά, υπηρέτησε υπό τις διαταγές του θείου του στη φρεγάτα “Hind”, η οποία ναυλοχούσε στο λιμάνι του Sheerness[6]. Όταν ο θείος του ανέλαβε κυβερνήτης της φρεγάτας “Thetis”, ο Cochrane τον ακολούθησε και επισκέφθηκε μαζί του την Νορβηγία[7].

Προκειμένου να αναδειχθεί το κύρος και το ιδιαίτερο βάρος της οικογένειας Cochrane, είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε εδώ ότι ο Sir Alexander Cochrane ήταν ο διοικητής του βρετανικού στόλου στον πόλεμο του 1812 εναντίον των ΗΠΑ. Μεταξύ άλλων, στρατολόγησε το πρώτο σώμα μαύρων πεζοναυτών, που πολέμησε εναντίον των Αμερικανών και έκαψε όλα τα δημόσια κτίρια στην Ουάσιγκτον, συμπεριλαμβανομένου του Λευκού Οίκου.

Το 1795, ο Thomas Cochrane τοποθετήθηκε στη Μοίρα Βορείου Αμερικής και Δυτικών Ινδιών του Βρετανικού στόλου και έλαβε το βαθμό του ανθυποπλοιάρχου κατ’απονομή[8]. Στις 7 Μαΐου 1796, μετά από εξετάσεις, προήχθη στο βαθμό του υποπλοιάρχου[9]. Το 1798 τοποθετήθηκε ως αξιωματικός ναυτιλίας, στη ναυαρχίδα του στόλου της Μεσογείου “HMS Barfleur”, υπό τη διοίκηση του ναυάρχου George Keith Elphinstone, 1ου υποκόμη Keith[10]. Εκεί απέδειξε τις ηγετικές του ικανότητες και το θάρρος του πατάσσοντας την πειρατεία. Δεν δίστασε μάλιστα να έρθει σε ρήξη με τον προϊστάμενό του, πλωτάρχη Philip Beaver[11], με αποτέλεσμα να δικασθεί από το Ναυτοδικείο. Στη δίκη αυτή αθωώθηκε, και έτσι απέδειξε την ορθότητα των απόψεών του[12]. Το αποτέλεσμα αυτό όμως είχε ως συνέπεια, να αποκτήσει έναν μόνιμο εχθρό. Τον ναύαρχο John Jervis, 1ο κόμη του St Vincent, ο οποίος είχε τον πλωτάρχη Beaver υπό την προστασία του[13].

Τον Φεβρουάριο του 1800, ο Cochrane αιχμαλώτισε τη Γαλλική κορβέτα ”Généreux“, την οποία οδήγησε στη βρετανική βάση της Mahon στη Μινόρκα των Βαλεαριδών Νήσων της Ισπανίας[14]. Η επιτυχία του αυτή είχε ως αποτέλεσμα την προαγωγή του σε πλωτάρχη και την τοποθέτησή του ως κυβερνήτη στο μπρίκι “Speedy” στις 28 Μαρτίου 1800[15]. Σε μία από τις επιχειρήσεις που συμμετείχε με το πλοίο αυτό, κινδύνευσε να αιχμαλωτισθεί από το Δανικό Βασιλικό Ναυτικό, κατά τη διάρκεια αποστολής αναγνώρισης, καθώς η Δανία ήταν σύμμαχος των Γάλλων[16]. Όμως εν τέλει οι Δανοί δεν αιχμαλώτισαν το πλοίο του, και έτσι ο Cochrane και το πλήρωμά του απέφυγαν την αιχμαλωσία[17].

Μία από τις πλέον σημαντικές πράξεις του Cochrane, που τον έκανε πλέον διεθνώς διάσημο, ήταν η αιχμαλωσία της ισπανικής φρεγάτας “El Gamo”, στις 6 Μαΐου 1801. Η φρεγάτα αυτή είχε πλήρωμα 319 ανδρών και έφερε οπλισμό 32 πυροβόλων, όταν το πλοίο του Cochrane έφερε 14 πυροβόλα και είχε πλήρωμα 54 ανδρών[18]. Ο Cochrane χρησιμοποίησε ένα τέχνασμα. Ύψωσε την Αμερικανική σημαία και πλησίασε πολύ την εχθρική φρεγάτα, με αποτέλεσμα τα πυροβόλα της να αδυνατούν να βάλλουν κατά του πλοίου του[19]. Τότε οι Ισπανοί έχασαν το ηθικό τους και παραδόθηκαν μαζί με το πλοίο τους, παρά το γεγονός ότι υπερείχαν σε βαθμό 6 προς 1[20].

 

Το Βρετανικό πλοίο HMS Speedy αιχμαλωτίζει την πολύ μεγαλύτερη Ισπανική φρεγάτα El Gamo, πίνακας του 19ου αιώνος.

 

Ως κυβερνήτης του ”Speedy”, ο Cochrane κατάφερε μέσα σε 13 μήνες να συλλάβει ή να καταστρέψει 53 πλοία, με αποτέλεσμα να στοχοποιηθεί από τις δυνάμεις του εχθρού. Έτσι 3 γαλλικά πλοία γραμμής (πρόγονοι των θωρηκτών), υπό τον Γάλλο ναύαρχο Charles-Alexandre Linois, κατόρθωσαν να τον αιχμαλωτίσουν στις 3 Ιουλίου 1801[21]. Όμως, λίγες ημέρες μετά επέστρεψε στη χώρα του, αφού ανταλλάχθηκε με τον ύπαρχο ενός γαλλικού πολεμικού πλοίου[22]. Στις 28 Αυγούστου 1801 προήχθη στο βαθμό του αντιπλοιάρχου[23].

Μετά την Ειρήνη της Αμιένης, ο Cochrane μετεκπαιδεύθηκε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου[24]. Το 1803, ο ναύαρχος Jervis τον τοποθέτησε κυβερνήτη της φρεγάτας “Arab”, η οποία αποτελούσε μονάδα του Μητροπολιτικού Στόλου, και είχε αναλάβει καθήκοντα περιπολιών μεταξύ των Ορκάδων Νήσων της Σκωτίας και της Βορείου Θαλάσσης[25].

Το 1804, όταν εξελέγη πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας ο William Pitt ο νεότερος, ο Cochrane διατάχθηκε από το νέο λόρδο του Ναυαρχείου Henry Dundas, 1ο υποκόμη Melville, να αναλάβει τη διοίκηση της νεότευκτης φρεγάτας “Pallas”[26].

Τον Αύγουστο του 1806, τοποθετήθηκε κυβερνήτης της φρεγάτας “Imperieuse“, η οποία αποτελούσε αρχικά μονάδα του Ισπανικού Βασιλικού Ναυτικού με την ονομασία “Medea”[27], πριν ενταχθεί στο Βρετανικό στόλο. Ταυτόχρονα, τον Οκτώβριο του ιδίου έτους ο Cochrane εξελέγη βουλευτής στην πόλη Honiton[28]. Λίγο αργότερα, παραιτήθηκε από την έδρα αυτή το Μάιο του 1807, για να εκλεγεί στην εκλογική περιφέρεια του Westminster[29]. Αφού εξελέγη στο Westminster, o Cochrane εντάχθηκε στο κόμμα των Φιλελευθέρων και σε συνεργασία με τους ηγέτες των Μεταρρυθμιστών William Cobbett, Francis Burdett (μετέπειτα μέλος του Φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου) και Henry Hunt, συνέβαλε στην αναδιοργάνωση του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού[30].

Ταυτόχρονα με την πολιτική του σταδιοδρομία, ο Cochrane συνέχισε να διατελεί κυβερνήτης της φρεγάτας “Imperieuse“, με την οποία διενήργησε καταδρομικές επιχειρήσεις στις γαλλικές ακτές της Μεσογείου, στο πλαίσιο των Ναπολεοντείων Πολέμων. Το 1808, σε συνεργασία με μία ομάδα Ισπανών ανταρτών, κατέλαβε το φρούριο του Mogat, το οποίο ήλεγχε το δρόμο Βαρκελώνης – Gerona. Η επιτυχία αυτή συνέβαλε στην καθυστέρηση των επιχειρήσεων του Γαλλικού Σώματος Στρατού που διοικούσε ο Γάλλος στρατηγός Guillaume Philibert, 1ος κόμης Duhesme[31].

Μετά την κατάληψη του οχυρού του Mogat, o Cochrane έλαβε μέρος στην υπεράσπιση του Castell de la Trinitat της πόλης Rosas, στα περίχωρα της Βαρκελώνης. Μάλιστα ο Cochrane πολέμησε με πείσμα και γενναιότητα, και απεχώρησε τελευταίος όταν η μάχη είχε πλέον κριθεί[32].

Στη συνέχεια, ο Cochrane έλαβε το βαθμό του πλοιάρχου και συνέχισε την δράση του. Έτσι την περίοδο μεταξύ 11 και 24 Απριλίου 1809, συμμετείχε στις επιχειρήσεις των Βρετανών εναντίον του Γαλλικού στόλου, και μάλιστα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ναυμαχία του Βισκαϊκού Κόλπου στην Ισπανία[33], συμβάλλοντας στην Βρετανική νίκη.

Αξίζει όμως να αναφερθούμε και σε άλλη μία πτυχή της πολυδιάστατης προσωπικότητας του μεγάλου αυτού αξιωματικού και πολιτικού. Από το 1793 έως το 1818, ο Cochrane διακρίθηκε και ως επιστήμων – εφευρέτης, που εισήγαγε πολλές καινοτομίες στην ναυτική στρατηγική και μηχανική. Ενδεικτικά αναφέρουμε, ότι το 1805, πρότεινε την αλλαγή του συστήματος διάταξης των πλοίων στις νηοπομπές. Δηλαδή, αντί τα εμπορικά πλοία να βρίσκονται όπισθεν των πολεμικών, ο Cochrane εισηγήθηκε να τοποθετούνται εντός κλοιού που απαρτίζουν τα πολεμικά. Η ιδέα αυτή εξασφάλιζε μεγαλύτερη ασφάλεια, και επικράτησε στους κύκλους του Βρετανικού Ναυαρχείου, το οποίο τίμησε τον Cochrane με ειδικό έπαθλο[34].

Επίσης, το 1806, όταν ο Cochrane ήταν κυβερνήτης στην φρεγάτα “Pallas”, εφήρμοσε ένα σύστημα μηχανικής, το οποίο προσέθετε ευκινησία και ευελιξία στα πλοία[35]. Τέλος, το 1818 σε συνεργασία με τον διάσημο μηχανικό Marc Isambard Brunel, κατοχύρωσε την ευρεσιτεχνία της ασπίδας σήραγγας, η οποία συνέβαλε στην ασφαλή και γρήγορη διάνοιξη τούνελ, περιορίζοντας και τα εργατικά ατυχήματα[36].

Μια άλλη σημαντική πτυχή της βιογραφίας του, είναι η εξής. Ο Thomas Cochrane αντιμετώπισε το 1814 μία σημαντική δικαστική περιπέτεια, και χρειάσθηκε μία πολυετής προσπάθεια για να αποκαταστήσει την φήμη του. Μία ήμερα, μία αναπάντεχη είδηση εξέπληξε την κοινή γνώμη. Ο Thomas Cochrane, ένας από τους μεγαλύτερους ναυτικούς ήρωες της Βρετανίας, κατηγορείτο για απάτη στο Χρηματιστήριο. Η ιστορία έχει ως εξής. Την εποχή αυτή, εμφανίσθηκαν τρείς απατεώνες, οι οποίοι παρουσιάσθηκαν ως Γάλλοι αξιωματικοί βασιλόφρονες και έπεισαν χρηματιστές του City ότι ο Ναπολέων είχε ηττηθεί και ήταν νεκρός. Η πληροφορία αυτή θεωρήθηκε αξιόπιστη, και εκτόξευσε την τιμή του χρυσού. Μάλιστα μέλη της συμμορίας αυτής διέσχισαν τη Γέφυρα του Λονδίνου με μια κλειστή άμαξα και διένεμαν φυλλάδια που έγραφαν στα γαλλικά «Ζήτω ο Βασιλέας και οι Βουρβόνοι». Την ίδια ώρα, άλλο μέλος της σπείρας διέδωσε στο Ντόβερ ότι οι δυνάμεις του Ναπολέοντα είχαν αποδεκατιστεί από τους Κοζάκους (βέβαια το νέο αυτό δεν πρόλαβε να φθάσει στο Λονδίνο πριν αποκαλυφθεί η απάτη).

Κάποιοι κερδοσκοπήσαν από την κατάσταση αυτή σε βάρος επενδυτών, κάποιοι  από τους οποίους υπέστησαν μεγάλη ζημία. Τότε έλαβε χώρα μία έρευνα η οποία απέδωσε ευθύνες και στον Thomas Cochrane. Ακολούθησε δίκη που τον καταδίκασε σε ένα χρόνο φυλάκισης. Το κοινό που λάτρευε τον μεγάλο εθνικό ήρωα, επαναστάτησε και τελικά αποφυλακίσθηκε για να αποφευχθούν επεισόδια. Η κυβέρνηση είχε θορυβηθεί και από το γεγονός ότι ο φίλος του Βουλευτής Burdett είχε σταθεί στο πλευρό του Cochrane. Μάλιστα ο Castlereagh είχε απαγορεύσει να δημοσιευθεί ο λόγος που απηύθυνε στο Κοινοβούλιο, όταν τον απέβαλαν από αυτό. Μετά από έξi  μήνες ο ίδιος ο Ναπολέων, εξόριστος στην Νήσο Elba, είχε δηλώσει τα εξής όταν έμαθε την ιστορία αυτή: “Ένας τέτοιος άνδρας δεν έπρεπε να υποστεί τόσο εξευτελιστική τιμωρία”.

Μετά την αποβολή του από το Κοινοβούλιο, ακολούθησαν επαναληπτικές εκλογές για κάλυψη της κενής έδρας του, στην περιφέρεια του Westminster. Ή οργή του λαού ήταν μεγάλη για την δίωξη αυτή, που θεωρήθηκε πολιτική σκευωρία. Οι 5.000 εκλέκτορες που συγκεντρώθηκαν για την ανακήρυξη των υποψηφίων, κραύγαζαν ρυθμικά ‘Cochrane –  Cochrane  – για πάντα’, με αποτέλεσμα να αποσυρθούν και οι τρείς υποψήφιοι και να επανεκλεγεί ο Cochrane στις 16-7-1814, μόλις 26 ημέρες μετά από την καταδίκη του. Ο Cochrane  παρέμεινε βουλευτής και αγωνιζόταν συνεχώς για πολιτικές μεταρρυθμίσεις στη Μεγάλη Βρετανία, μέχρι το 1818, οπότε και αναχώρησε στην Νότιο Αμερική.

Μετά την αποβολή του από τη Βουλή των Κοινοτήτων, του αφαιρέθηκε και ο τίτλος του ιππότη. Εν τέλει χρειάσθηκε πολλά χρόνια για να αποκαταστήσει την τιμή του. Έτσι το 1832 κέρδισε βασιλική χάρη, και του επεστράφη το αξίωμα του υποναυάρχου. Δώδεκα χρόνια αργότερα η Βασίλισσα Βικτωρία επέστρεψε στον Thomas Cochrane και τον τίτλο του ιππότη.

Η υπόθεση αυτή απασχόλησε πολλές φορές την ακαδημαϊκή έρευνα μέχρι πρόσφατα και έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις. Σύμφωνα με τον κοινό νου όμως, ο Thomas Cochrane, ένας διάσημος άνθρωπος με τεράστια φήμη, δεν είχε κανένα λόγο να εμπλακεί σε μία τόσο ανόητη και χονδροειδή απάτη, που θα μπορούσε να αποκαλυφθεί σε μερικές ημέρες, αν όχι ώρες. Από την άλλη, οι θρασείς αυτοί απατεώνες είχαν κάθε λόγο να επιχειρήσουν να εμπλέξουν το όνομά του. Τέλος, για πολλούς εχθρούς του Thomas Cochrane, η σκευωρία αυτή ήταν μία ευκαιρία για να τον εξουδετερώσουν πολιτικά. Το πλέον ενδιαφέρον όμως είναι ότι, η κοινή γνώμη έμεινε πιστή στον εθνικό ήρωα Thomas Cochrane. Αξίζει να σημειωθεί πως όταν του επιβλήθηκε πρόστιμο 100 λιρών, και αυτός αρνήθηκε να το καταβάλει, επιμένοντας για την αθωότητά του, ο λαός συγκέντρωσε με έρανο το ποσό πέννα προς πέννα, και το πλήρωσε στο όνομά του.

Στις 28 Νοεμβρίου 1818, ο Cochrane αποστρατεύθηκε και αποσύρθηκε οριστικά και από την πολιτική. Το ανήσυχο και περιπετειώδες πνεύμα του, αναζητούσε όμως νέες διεξόδους και νέα πεδία δράσης.

Έτσι όταν ο Χιλιανός ηγέτης Bernardo O’Higgins του ζήτησε να οργανώσει το Ναυτικό της Χιλής, αυτός δέχθηκε την αποστολή, και ταξίδευσε στο Valparaíso[37]. Στην Χιλή έλαβε την Χιλιανή υπηκοότητα στις 11 Δεκεμβρίου 1818, και διορίσθηκε αντιναύαρχος και πρώτος αρχηγός του Χιλιανού Ναυτικού[38].

Ο Cochrane, οργάνωσε το Χιλιανό Ναυτικό με πρότυπο το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, το οποίο διοικούσε από την ναυαρχίδα του στόλου, την φρεγάτα “O’ Higgins”. Έτσι, χάρη στις ενέργειές του, η Χιλή απέκτησε ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι του Ισπανικού Στόλου του Ειρηνικού. Πολύ γρήγορα, ο στόλος της Χιλής απέκοψε τις επικοινωνίες των Ισπανών και κατέλαβε στις 4 Φεβρουαρίου 1820 την πόλη Valdivia[39].

 

Ο στόλος της Χιλής που διοικούσε ο Thomas Cochrane, πίνακας του 19ου αιώνος.

 

Μετά την κατάληψη της Valdivia, ο Cochrane διατάχθηκε να αποκλείσει τις ακτές του Περού, ούτως ώστε ο στρατός του Αργεντινού ηγέτη Jose de San Martin, να διαβεί με ασφάλεια την Χιλή και να ενισχύσει τις δυνάμεις του O’ Higgins[40]. Η αποστολή αυτή στέφθηκε με επιτυχία. Μάλιστα στις 5 Νοεμβρίου 1820, ο Cochrane αιχμαλώτισε την ισπανική φρεγάτα ”Esmeralda”[41].

Με την δράση του και τις ικανότητές του, ο Cochrane βοήθησε καθοριστικά τον αγώνα για την ανεξαρτησία του Περού και της Χιλής. Ο εμβληματικός ναύαρχος τιμάται διαχρονικά από την κυβέρνηση της Χιλής. Μεταξύ άλλων, αυτή έδωσε το όνομά του σε δύο θωρηκτά το 1879 και το 1913, σε δύο αντιτορπιλικά το 1962 και το 1984 και σε μία φρεγάτα το 2006. Ενώ κάθε Μάιο, αντιπρόσωποι του Χιλιανού Ναυτικού καταθέτουν στεφάνι στον τάφο του, επί του Αββαείου του Westminster.

Προς τιμή του έχει στηθεί μεγαλοπρεπές μνημείο στην Χιλή.

 

Μνημείο Ναυάρχου Thomas Cochrane (Βαλπαραΐσο, Χιλή).

Το νέο άγαλμα του Thomas Cochrane στο Valparaiso, δημιουργήθηκε για να σηματοδοτήσει την επέτειο των 200 ετών από την ίδρυση του κράτους της Χιλής.

 

Μετά τις επιχειρήσεις στη Χιλή και το Περού, ο Cochrane ανέλαβε νέα δράση στην επανάσταση της Βραζιλίας που κήρυξε ο αντιβασιλέας, πρίγκιπας Πέτρος των Braganza (και μετέπειτα αυτοκράτορας της Βραζιλίας), κατά της κεντρικής πορτογαλικής διοίκησης, στις 7 Σεπτεμβρίου 1821. Ο Cochrane ανέλαβε στις 21 Μαρτίου 1823, αρχηγός του Βραζιλιανού Αυτοκρατορικού Ναυτικού, το οποίο είχε δημιουργηθεί μετά την επανάσταση[42].

Ο στόλος της Βραζιλίας, με επικεφαλής τον Cochrane και με ναυαρχίδα τη φρεγάτα ”Pedro I“, είχε και εδώ σημαντικές επιτυχίες. Έτσι στις 4 Μαΐου 1823, απέκλεισε τις ακτές της Bahia, νίκησε το Πορτογαλικό Βασιλικό Ναυτικό και ανάγκασε τους Πορτογάλους να αποχωρήσουν από την περιοχή[43]. Στη συνέχεια, έπλευσε στην πολιτεία του Maranhão, από την οποία οι Πορτογάλοι απεχώρησαν χωρίς αντίσταση. Ο Cochrane είχε πλέον αποκτήσει τέτοιο κύρος, που και μόνο το άκουσμα του ονόματός του αρκούσε για να ρίξει το ηθικό του εχθρού. Με την έλευσή του διαδόθηκε ότι επέκειτο εισβολή ισχυρών στρατευμάτων των επαναστατημένων Βραζιλιάνων[44]. Αμέσως μετά ο Cochrane έστειλε τον πλοίαρχο John Pascoe Grenfell στο Belem, όπου και πάλι οι δυνάμεις των Πορτογάλων αποχώρησαν[45].

Χάρη στις ενέργειες του Cochrane, η Βραζιλία κατέστη ανεξάρτητο κράτος. Για τη δράση του, ο Βραζιλιάνος αυτοκράτορας Πέτρος Α’ τον τίμησε με τον τίτλο του Μαρκησίου του Maranhão το 1824[46].

 

Ναύτες του Πολεμικού Ναυτικού της Βραζιλίας τιμούν τον Λόρδο Dundonald, Thomas Cochrane, Στο Westminster Abbey, 1901.

 

Ο Cochrane, με τη λήξη της θητείας του στη Βραζιλία, επέστρεψε στις 10 Νοεμβρίου 1825 στη Μεγάλη Βρετανία. Εκεί ενημερώθηκε για την πορεία, της Ελληνικής Επανάστασης, και ξεκίνησε αλληλογραφία με τον διακεκριμένο Ελβετό Φιλέλληνα και τραπεζίτη Jean – Gabriel Eynard (1775 – 1863), με σκοπό την ενημέρωσή του για την επικρατούσα κατάσταση και τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα[47]. Η αλληλογραφία αυτή, καθώς και η προσωπική του επαφή με μέλη των Φιλελληνικών Κομιτάτων, τον έπεισαν να αναλάβει στρατιωτικό ρόλο στην Ελλάδα.

Για τον σκοπό αυτό, ο Eynard και το Φιλελληνικό Κομιτάτο των Παρισίων, διέθεσαν στον Cochrane το μπρίκι “Σωτήρ”, με το οποίο ταξίδευσε εν τέλει στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 1827, συνοδευόμενος από τον ανιψιό και γραμματέα του George Sutton Cochrane. Μάλιστα στο ταξίδι αυτό συνόδευε, και την τελευταία δόση του δεύτερου αγγλικού δανείου[48] προς την Ελλάδα.

Ο Cochrane υποστήριζε την πρόταση του άλλου μεγάλου Φιλέλληνα Frank Abney Hastings, που ήταν να αποκτήσει η Ελλάδα ένα στόλο από σύγχρονα πολεμικά πλοία, που θα ανήκαν στο κράτος. O Cochrane είχε καταλάβει ότι η κυριαρχία στην θάλασσα ήταν βασική προϋπόθεση για να επιτύχει η Ελληνική Επανάσταση. Και αυτό δεν μπορούσε να στηριχθεί στην ευκαιριακή ενοικίαση πλοίων ιδιωτών. Ειδικά όταν από το 1825 – 1826 και μετά, οι Τούρκο-αιγύπτιοι, είχαν αναπτύξει έναν ισχυρότατο στόλο, που δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα μικρά πλοία οι τακτικές των πρώτων χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης. Έτσι συμφωνήθηκε η κατασκευή 6 ατμοκινήτων πλοίων, στον σχεδιασμό των οποίων συνεισέφερε ο Thomas Cochrane και ο Frank Abney Hastings[49]. Με την παραλαβή του πρώτου τροχήλατου πολεμικού ατμοπλοίου “Καρτερία”, από την Ελληνική κυβέρνηση, το Ελληνικό Ναυτικό ήταν, μαζί με αυτό των ΗΠΑ, το πρώτο στον κόσμο που χρησιμοποιούσε ατμό για την κίνηση πολεμικών πλοίων[50].

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, ο Cochrane επιχείρησε να αναπτερώσει το ηθικό των Ελλήνων. Να σημειώσουμε εδώ ότι o Cochrane ήταν ένας παγκόσμιος θρύλος, για τον οποίο η κοινή γνώμη πίστευε ότι ήταν ικανός να κάνει θαύματα. Ο ίδιος ο Ναπολέων, του είχε προσδώσει το παρατσούκλι «θαλασσόλυκος». Η φήμη του αυτή εμψύχωνε τους επαναστάτες Έλληνες και τρομοκρατούσε τους Οθωμανούς. Από το τέλος του 1826, το κεντρικό θέμα συζήτησης στην Ελλάδα ήταν εάν και πότε θα έρθει ο Cochrane. Μόλις ανακοινώθηκε η απόφασή του να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην Ελλάδα, το επιτόκιο των Ελληνικών δανείων έπεσε κατά 15%. Ο Cochrane είχε ήδη αρχίσει να προσφέρει στην Ελλάδα.

Ενδεικτική των προθέσεών του, είναι μία εμβληματική προκήρυξη που κυκλοφόρησε ο Cochrane στις 12 Απριλίου 1827. Με αυτήν καλούσε τους Έλληνες «να αποκλείσωσι τον Ελλήσποντον και ούτω να κατορθώσωσι να απολεσθή ο Σουλτάνος υπ’ αυτών των Τούρκων, να καταστραφή αφ’εαυτής η Οθωμανική δύναμις και τότε θα κυματίζει … πάλιν επάνω εις τον Ναόν της Αγιασοφιάς η ιερά σημαία του Σταυρού».

Στην Ελλάδα, ο Cochrane ήρθε σε επαφή και ξεκίνησε διαβουλεύσεις με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Βρετανό στρατηγό Richard Church (ο οποίος είχε αναλάβει αρχηγός του Ελληνικού Στρατού). Παράλληλα ήταν σε επαφή και με το Βρετανό ναύαρχο Rowan Hamilton. Την περίοδο αυτή, έλαβε χώρα η Γ΄ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα στις 19 Μαρτίου 1827[51]. Ο Cochrane διορίσθηκε αρχηγός του Ελληνικού Στόλου[52]. Αντικειμενικός στόχος του ήταν η συνεργασία του με τον αρχηγό του Ελληνικού Στρατού Richard Church, με σκοπό την ενίσχυση του Καραϊσκάκη που μαχόταν στο Φάληρο και το Κερατσίνι, για να λύσουν την πολιορκία της Ακρόπολης. Υπενθυμίζεται, ότι στη φάση αυτή οι Τουρκικές δυνάμεις είχαν καταλάβει όλες τις πόλεις της Στερεάς Ελλάδας, και όλες οι εστίες της Επανάστασης είχαν σβήσει. Παρέμενε υπό Ελληνικό έλεγχο μόνο η υπό πολιορκία Ακρόπολη, και στην Πελοπόννησο μόνο το Ναύπλιο και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με την κυριαρχία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, περιόριζε δραματικά τις προσπάθειες των Ελλήνων και Φιλελλήνων στην Ευρώπη να επιτύχουν μία διπλωματική στήριξη της Ελλάδος.

Ο πρώτος στρατηγικός στόχος ήταν να εκδιωχθούν οι Τούρκοι από την Αθήνα και να ενισχυθούν οι πολιορκημένοι Έλληνες στην Ακρόπολη. Στην Στερεά Ελλάδα, και ειδικά στην Αττική, οι Τούρκοι διέθεταν υπεροπλία. Παράλληλα, τους ευνοούσε η μορφολογία του εδάφους που αποτελούσε ένα ανοικτό πεδίο μάχης. Έτσι, η αποστολή αυτή, ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες είχαν συγκεντρώσει σημαντική δύναμη, την οποία υποστήριζαν ιδιαίτερα σύγχρονα και αξιόμαχα πολεμικά πλοία του Ελληνικού πολεμικού ναυτικού (μεταξύ αυτών η φρεγάτα «Ελλάς» και το ατμόπλοιο «Καρτερία»). Πράγματι, κυρίως χάρη στη φήμη του Cochrane, είχαν συγκεντρωθεί πάνω από 10.000 μαχητές. Ο Cochrane και ο Church εισηγήθηκαν ένα σχέδιο μάχης βασισμένο στις λειτουργίες και πρακτικές τακτικού στρατού. Δυστυχώς όμως, μόνο ένα μικρό μέρος των Ελληνικών δυνάμεων είχε λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση για κάτι τέτοιο. Τόσο στην φάση αυτή, όσο και σε πολλές άλλες, από το Πέτα, μέχρι την Κάρυστο και την Χίο, οι δυνάμεις των Ελλήνων ατάκτων μαχητών, δεν τηρούσαν τις διαταγές, τις οδηγίες εμπλοκής και την πειθαρχία που απαιτείται στον στρατό. Αποσύρονταν στις κρίσιμες στιγμές της μάχης από τις θέσεις τους, με αποτέλεσμα να εγκαταλείπονται οι Έλληνες και Φιλέλληνες του Τακτικού στρατού, να περικυκλώνονται από τον εχθρό και να αποδεκατίζονται.

Ο στρατηγός Καραϊσκάκης γνώριζε το πρόβλημα αυτό, και είχε εισηγηθεί ένα σχέδιο ανταρτοπολέμου, χωρίς σύγκρουση κατά μέτωπο, με στόχο να υποχρεωθούν οι Τούρκοι σε εθελούσια αποχώρηση. Το σχέδιο αυτό απαιτούσε όμως πολύ χρόνο, που δεν υπήρχε. Οι Έλληνες πολιορκημένοι στην Ακρόπολη είχαν εξαντληθεί και η παράδοσή τους ήταν θέμα εβδομάδων ή ημερών. Από την άλλη, αναμενόταν η Συνθήκη του Λονδίνου που θα επέβαλε κατάπαυση πυρός και εχθροπραξιών. Ήταν λοιπόν σημαντικό να κυριαρχήσουν οι Έλληνες άμεσα, τουλάχιστον στην Αττική.

Το σχέδιο που τελικά εφαρμόσθηκε, οδήγησε δυστυχώς τις Ελληνικές δυνάμεις σε μεγάλη ήττα και σε σημαντικές απώλειες, με κορυφαία εκείνη του σώματος των Φιλελλήνων και του ίδιου του Καραϊσκάκη[53].

Μετά τα διάλυση του Ελληνικού Τακτικού Στρατού στην Αττική, o Cochrane σε συνεργασία με τον Church, φρόντισε για τη διάσωση των διασκορπισμένων ανδρών. Μερίμνησε για τη συγκέντρωσή τους στο Φάληρο και τον Πειραιά, την επιβίβασή τους σε πλοία και στη συνέχεια οργάνωσε τη μεταφορά τους στη Σαλαμίνα, όπου συγκεντρώθηκε μετά από λίγο το μεγαλύτερο μέρος των Ελληνικών στρατευμάτων[54].

Παρά την ήττα των Ελληνικών δυνάμεων στην μάχη του Αναλάτου, ο Cochrane δεν σταμάτησε τη δράση του. Σχεδίασε και εκτέλεσε τόσο ο ίδιος, όσο και μονάδες του στόλου που διοικούσε, πολλές επιχειρήσεις. Τον Ιούλιο του 1827, οργάνωσε μία επιχείρηση που οδήγησε στην κατάληψη μίας σημαντικής αιγυπτιακής κορβέτας, η οποία εντάχθηκε στον Ελληνικό Στόλο με την ονομασία ‘Υδρα”[55]. Στη συνέχεια οργάνωσε μία επιχείρηση στο Ιόνιο πέλαγος, με στόχο τον τουρκοαιγιπτιακό στόλο. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί και οι στόλοι των τριών μεγάλων δυνάμεων, υπό την διοίκηση του Βρετανού ναυάρχου Codrington. Η αποστολή τους ήταν να εφαρμόσουν την Συνθήκη του Λονδίνου, που απαιτούσε την διακοπή των εχθροπραξιών. Ο Codrington, ο οποίος είχε υπηρετήσει υπό τις διαταγές του θείου του Cochrane, ζήτησε από αυτόν να αποσυρθεί από το Ιόνιο πέλαγος και να παραμείνει στο Αιγαίο πέλαγος, για να μην προσφέρει επιχειρήματα στον Ιμπραήμ για να παραβιάζει την Συνθήκη του Λονδίνου. Εξάλλου, ο ναύαρχος Codrington γνώριζε ότι θα έθετε τέλος ο ίδιος στον τουρκοαιγυπτιακό στόλο. Με παρέμβαση του Cochrane, ο Cordington συμφώνησε να δεχθεί να παραμείνει μία μοίρα του Ελληνικού στόλου αποτελούμενη από 6 πλοία, υπό τον μεγάλο Φιλέλληνα Frank Abney Hastings. Η μοίρα αυτή είχε αποστολή να αποκλείσει την Πάτρα, και να διαλύσει τον τουρκικό στόλο στον Κορινθιακό κόλπο. Έτσι τον Σεπτέμβριο του 1827, με ναυαρχίδα την “Καρτερία”, ο Hastings εξουδετέρωσε ολόκληρο τον τουρκικό στόλο στον Κορινθιακό κόλπο, στη Nαυμαχία της Ιτέας. Παράλληλα, ο Codrington και ο Cochrane, συμφώνησαν να επιτραπεί στον Στρατηγό Church να αναλάβει επιχειρήσεις ευρείας κλίμακας στην Στερεά Ελλάδα. Οι κινήσεις αυτές ήταν κομβικής σημασίας για να υποστηριχθεί το σχέδιο απελευθέρωσης της δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αποστολή αυτή υποστήριζε ο μεγάλος Φιλέλληνας Hastings, αφού είχε πλέον εξουδετερώσει τον τουρκικό στόλο της περιοχής[56]. Ο δρόμος για την απελευθέρωση της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, είχε ανοίξει.

Ο Cochrane όμως είχε σχεδιάσει και άλλες ιδιαίτερα τολμηρές αποστολές. Η μία ήταν ένα σχέδιο αιχμαλωσίας του ίδιου του Ιμπραήμ. Μία άλλη αφορούσε μία ναυτική εκστρατεία του Ελληνικού στόλου στην Αλεξάνδρεια με στόχο την ολική καταστροφή του αιγυπτιακού στόλου του Μοχάμετ Άλι (25 Μαΐου – 5 Ιουνίου 1827). Την παράτολμη αυτή ενέργεια είχε επιχειρήσει και ο Κωνσταντίνος Κανάρης στις 10 Αυγούστου 1825, δυστυχώς χωρίς επιτυχία.

Στην κατεύθυνση αυτή μία από τις πρώτες επιχειρήσεις που σχεδίασε ο Cochrane μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ελληνικού στόλου, ήταν μία φιλόδοξη εκστρατεία στην Αίγυπτο, με στόχο την καταστροφή του στόλου του Μοχάμετ Άλι, που θα διέκοπτε για μήνες τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων στην Πελοπόννησο.

 

Ναύαρχος Thomas Cochrane, 10ος κόμης του Dundonald. Λιθογραφία του James Ramsay.

 

Μάλιστα την περίοδο αυτή στάλθηκε στην Ύδρα από την Αλεξάνδρεια, μια ανώνυμη επιστολή, γραμμένη στην ιταλική, που ενημέρωνε τους Έλληνες ότι στα τέλη Μαΐου, ότι ο τουρκικο-αιγυπτιακός στόλος ετοιμαζόταν να καταλάβει την Ύδρα. Ο Cochrane αξιοποίησε την ευκαιρία αυτή για να σχεδιάσει μια εντυπωσιακή επιχείρηση, που θα αναπτέρωνε το ηθικό των Ελλήνων. Έτσι συγκέντρωσε στις 25 Μαΐου 1827 τον ελληνικό στόλο στα Κύθηρα. Συμμετείχαν σε αυτόν η φρεγάτα Ελλάς, το ατμοκίνητο Καρτερία, το μπρίκι ‘’Σωτήρ’’, δέκα σπετσιώτικα πλοία (με κυβερνήτες τους Γεώργιο Ανδρούτσο, Θεοδόσιο Μπόταση, Αναγνώστη Κυριακό, Νικόλαο Ράπτη, Εμμανουήλ Λαζάρου, Γεώργιο Πάνου, Ιωάννη Τσούπα, Ανδρέα Σάντο, Ιωάννη Παντελή και Νικόλαο Τζοχαντάρη), δέκα υδραίικα πλοία (με κυβερνήτες τους Ανδρέα Μιαούλη, Γεώργιο Σαχτούρη, Ιωάννη Λαλεχό, Αντώνιο Ραφαλιά, Αντώνιο Κριεζή, Γεώργιο Σαχίνη, Λάζαρο Πινότση, Λ. Παναγιώτου, Θεόδωρο Γκιώνη και Γεώργιο Λαλεχό) και οκτώ πυρπολικά με κυβερνήτες τους Κωνσταντίνο Κανάρη, Γεώργιο Βουδούρη, Μ. Αναστασίου, Ανδρέα Παπαπάνο, Γ. Καμίνη, Δημήτριο Ποριώτη, Παντελή Σπύρου και Ανδρέα Μπούτη.

Η ελληνική μοίρα έφθασε την Αλεξάνδρεια χωρίς να συναντήσει καμία αντίσταση. Σύμφωνα με το σχέδιο του Cochrane, θα προχωρούσαν στο λιμάνι τα πυρπολικά, τα οποία θα επέλεγαν αιγυπτιακά πλοία στόχους. Ο Ελληνικός στόλος θα παρέμενε εκτός του λιμανιού, έτοιμος να παραλάβει τα πληρώματα των πυρπολικών. Μάλιστα ο Cochrane είχε σχεδιάσει το καμουφλάζ των πλοίων, τα οποία είχαν μετασχηματισθεί σε εμπορικά. Η φρεγάτα «Ελλάς» είχε υψώσει τη σημαία της Σαρδηνίας, και εφέρετο ως πλοίο συνοδείας και προστασίας των εμπορικών πλοίων.

Στις 4 Ιουνίου 1827 ήταν όλα έτοιμα και η επιχείρηση ξεκίνησε. Δυστυχώς, ο καπετάνιος ενός αιγυπτιακού πλοίου που περιπολούσε έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας, υποψιάσθηκε ότι επρόκειτο για ελληνικά πλοία και επιχείρησε να εισέλθει στο λιμάνι για να σημάνει συναγερμό. Στην προσπάθεια αυτή εξώκειλε σε αβαθή ύδατα στην εισόδου του λιμανιού. Δύο ελληνικά πυρπολικά υποχρεώθηκαν να στραφούν εναντίον του αντί να επιχειρήσουν κατά των αιγυπτιακών πλοίων. Κατάφεραν να το κάψουν, αλλά εξουδετερώθηκαν και τα ίδια. Το περιστατικό έγινε αμέσως αντιληπτό στην ξηρά και σήμανε γενικός συναγερμός.

Ο πολύτιμος χρόνος που χάθηκε στέρησε το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Παράλληλα επικράτησε νηνεμία που καθήλωσε τα πυρπολικά στην είσοδο του λιμένα, ενώ ολόκληρη η ναυτική μοίρα παρέμεινε και αυτή όλη τη νύκτα έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Στις 5 Ιουνίου το πρωί, τα Ελληνικά πλοία αποχώρησαν με κατεύθυνση τη Ρόδο χωρίς απώλειες.

Ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Cochrane, ήταν η παντελής έλλειψη πειθαρχίας των Ελλήνων ναυτικών, που δεν είχαν και αυτοί λάβει σχετική εκπαίδευση. Αυτό του στερούσε τη δυνατότητα να διοικήσει τον στόλο του όπως αυτός θεωρούσε σωστό. Ακολούθησαν τριβές και συγκρούσεις με την Ελληνική διοίκηση, και εν τέλει ο Cochrane απεχώρησε από την Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1827 μαζί με τον ανιψιό του και γραμματέα του, George Sutton Cochrane. Εξακολουθούσε όμως πάντα να ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στην Ελλάδα[57], έως το τέλος της ζωής του. Μια άλλη σημαντική συνεισφορά του, είναι ότι η δράση του συνέβαλε και εκείνη στην σύμπραξη Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, η οποία οδήγησε στην Ναυμαχία του Ναυαρίνου στις 20 Οκτωβρίου 1827, όπου ηττήθηκε ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος, ανοίγοντας τον δρόμο για την διεθνή αναγνώριση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας[58].

Το 1828, επέστρεψε προσωρινά στην Ελλάδα, με σκοπό να διαθέσει τμήμα της αμοιβής που είχε συμφωνήσει να λάβει από την Ελληνική Διοίκηση, προς μέριμνα για τους ναυτικούς αναπήρους πολέμου. Τελικά δεν κατέληξε σε συμφωνία με την Ελληνική Κυβέρνηση[59]. Η Ελληνική βιβλιογραφία συχνά αναφέρεται αρνητικά για τον μεγάλο Φιλέλληνα Thomas Cochrane. Του προσάπτει κυρίως ευθύνες για το ότι επέβαλε λάθος στρατηγική στην Μάχη των Αθηνών και τον κατηγορεί για την μεγάλη αμοιβή που έλαβε (37.000 λίρες).

Μία ψύχραιμη εξέταση των ιστορικών γεγονότων της εποχής, δίνει όμως άλλη εικόνα. Ο Cochrane ζητούσε να εκδιωχθούν οι Τούρκοι άμεσα από την Αθήνα, διότι γνώριζε ότι αναμενόταν η Συνθήκη του Λονδίνου, και ότι το Ελληνικό κράτος θα διεκδικούσε μόνο τα εδάφη που κατείχε ή στα οποία η Επανάσταση ήταν ενεργή.

Το σχέδιο της μάχης στην Αττική δεν θα ήταν λάθος εάν οι Ελληνικές δυνάμεις είχαν λειτουργήσει με πειθαρχία, σαν τακτικός στρατός.

Ο μισθός του Thomas Cochrane ήταν μεγάλος. Όμως ο ίδιος θα μπορούσε να είχε λάβει ακόμη μεγαλύτερη αμοιβή εάν είχε δεχθεί να προσφέρει αλλού τις υπηρεσίες του. Και μόνη η σύνδεση του ονόματος του Cochrane με τον αγώνα των Ελλήνων, είχε τεράστια επίπτωση στην διεθνή κοινή γνώμη της εποχής και στην ενδυνάμωση του φιλελληνικού κινήματος.

Σε κάθε περίπτωση, μόνο η αξία του πολεμικού πλοίου «Ύδρα», που αιχμαλώτισε και απέδωσε στην Ελληνική Διοίκηση, ήταν κατά πολύ υψηλότερη από την αμοιβή του.

Συμπερασματικά λοιπόν, η συνεισφορά του μεγάλου θαλασσόλυκου προς την Ελλάδα ήταν θετική.

O ανιψιός του Thomas, o George Cochrane, έγραψε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο για την Ελλάδα και την ζωή σε αυτήν μετά ην απελευθέρωση.

 

COCHRANE George, «Wanderings in Greece», Λονδίνο, Henry Colburn, 1837. Πρώτη έκδοση, σε δύο (2) τόμους, περιλαμβάνει δύο (2) πτυσσόμενους χάρτες, πτυσσόμενο σχέδιο της Αθήνας και 5 λιθογραφίες πλήρους σελίδας (Συλλογή ΕΕΦ).

 

Στις 1 Ιουλίου 1831, ο Cochrane διαδέχθηκε τον πατέρα του ως 10ος κόμης Dundonald, ενώ στις 2 Μαΐου 1832 επανήλθε στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, με ταυτόχρονη προαγωγή σε υποναύαρχο.

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ο Cochrane συνέχισε την παράδοση του πατέρα του, και υπήρξε ένας σημαντικός επιστήμων και εφευρέτης που προωθούσε τις νέες τεχνολογίες και πρακτικές. Επικεντρώθηκε στην ναυτιλία λόγω των εμπειριών του. Το έργο του κάλυψε όμως και άλλους τομείς, και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Ο πατέρας του είχε ιδρύσει μία επιχείρηση που πραγματοποιούσε έρευνες, σχεδίαζε και παρήγαγε διάφορα υποπροϊόντα του άνθρακος, πίσσα και βερνίκια για την κατασκευή και συντήρηση πλοίων. Μάλιστα ο πατέρας του είχε κατοχυρώσει την πρώτη πατέντα για την εξόρυξη πετρελαίου και αερίου.

Το 1805 ο Cochrane κέρδισε βραβείο και 50 λίρες σε ένα διαγωνισμό του Ναυτικού για την κατασκευή ενός εξειδικευμένου και προηγμένου φαναριού με στόχο τα πλοία που συμμετείχαν σε νηοπομπές να ακολουθούν με ασφάλεια τα προπορευόμενα σκάφη. Το 1812 παρουσίασε ένα σχέδιο επίθεσης σε οχυρά λιμανιών με τον συνδυασμό βομβαρδισμών, την αποστολή εκρηκτικών πλοίων, την εκτόξευση χημικών αερίων, και στη συνέχεια την απόβαση στρατευμάτων.

Μία άλλη τεχνική που εφήρμοσε, ήταν το προπέτασμα καπνού, το οποίο διατηρήθηκε ως μυστικό όπλο μέχρι το 1914.

Το 1818 ανέλαβε, μαζί με τον διάσημο Βρετανό μηχανικό Marc Isambard Brunel, ένα έργο για την ενίσχυση της υπόγειας σήραγγας στο Blackwall που περνούσε κάτω από τον Τάμεση. Η τεχνική αυτή αξιοποιήθηκε για την κατασκευή πολλών υπογείων σηράγγων διεθνώς. Στη συνέχεια σχεδίασε ένα πρωτοποριακό πλοίο (το ‘’Rising Star’’ ή ‘’Sun’’), το οποίο έφερε ιστία, 2 μηχανές 45 ίππων, 2 τσιμινιέρες και έναν εσωτερικό τροχό. Την δεκαετία του 1830 ο Cochrane πραγματοποίησε έρευνα για τον σχεδιασμό μίας περιστροφικής μηχανής και την χρήση έλικας στα πλοία. Επίσης το 1851 ολοκλήρωσε τις μελέτες και τα σχέδια για την κίνηση ατμοπλοίων με καύσιμο την άσφαλτο (αντί για το κάρβουνο), τεχνική για την οποία κατοχύρωσε και την πατέντα. Ένα άλλο σχέδιο που αφορούσε το πολεμικό ναυτικό, έλαβε την κωδική ονομασία Mosquito Fleet, και συνδύαζε την χρήση τορπιλοβόλων και κανονιοφόρων.

Το έργο του στον τομέα της μηχανικής, έτυχε ευρείας αναγνωρίσεως. Έτσι το 1857 τιμήθηκε με τον τίτλο του επιτίμου μέλους στο Ίδρυμα Μηχανικών και Ναυπηγών της Σκωτίας. Οι εφευρέσεις του είχαν και πολιτικές εφαρμογές. Για παράδειγμα, είχε σχεδιάσει ένα σύστημα για τον φωτισμό των δρόμων και την εγκατάσταση δικτύων σωληνώσεων για την μεταφορά υγρών. Πολλές από τις ιδέες του υλοποιήθηκαν πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατό του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η χρήση πεπιεσμένου αέρος για την διενέργεια εκσκαφών. Ο Cochrane είχε εφεύρει τα γνωστά σε όλους σήμερα κομπρεσέρ, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν πρώτη φορά για τη διάνοιξη της υπογείου σήραγγας κάτω από τον ποταμό Hudson στη Νέα Υόρκη[60].

Στις 23 Νοεμβρίου 1841, ο Cochrane προήχθη σε αντιναύαρχο, ενώ στις 22 Μαΐου 1847 η βασίλισσα Βικτωρία της Μεγάλης Βρετανίας, τον τίμησε με τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος του Λουτρού για τις στρατιωτικές και κοινωνικές του υπηρεσίες[61].

 

Ναύαρχος Thomas Cochrane, 10ος κόμης του Dundonald. Τέλη δεκαετίας 1850. Δαγεροτυπία αγνώστου.

 

Την περίοδο 1848 – 1851, τοποθετήθηκε διοικητής της Μοίρας Βορείου Αμερικής και Δυτικών Ινδιών του Βρετανικού Στόλου. Παράλληλα προήχθη στο βαθμό ναυάρχου γ’ τάξεως[62]. Στις 2 Απριλίου 1853, τοποθετήθηκε στο επιτελείο του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, ως ναύαρχος β’ τάξεως. Εν τέλει αποστρατεύθηκε ως ναύαρχος α’ τάξεως στις 8 Δεκεμβρίου 1857. Ταυτόχρονα εξελέγη επίτιμο μέλος του Ινστιτούτου Μηχανικών και Ναυπηγών της Σκωτίας[63]. Απεβίωσε στο Kensington στις 31 Οκτωβρίου 1860, σε ηλικία 85 ετών και κηδεύθηκε στο Αββαείο του Westminster[64]. Τον διαδέχθηκε ως 11ος κόμης Dundonald, ο πρωτότοκος γιος του, λοχαγός εν αποστρατεία, Thomas Barnes Cochrane (1814 – 1885)[65].

O Sir Lyon Playfair έγραψε τον επιτάφιό του στον οποίο αναφέρονται τα εξής: « Ενθάδε κείται στο 85ο έτος του ο Thomas Cochrane Δέκατος κόμης του Dundonald, του Paisley και του Ochiltree στο σώμα ευπατριδών της Σκωτίας. Μαρκήσιος του Maranhao στην Αυτοκρατορία της Βραζιλίας ΕΚΒ και ναύαρχος του στόλου, που με την εμπιστοσύνη και την ευφυΐα του, την επιστήμη του και εξαιρετική τόλμη εμπνευσμένη από ηρωική προσπάθεια του για την υπόθεση της ελευθερίας και splended τις υπηρεσίες του όσο για την ίδια του τη χώρα, την Ελλάδα, τη Βραζιλία, τη Χιλή και το Περού πέτυχε όνομα επιφανούς σε όλο τον κόσμο για το θάρρος, ο πατριωτισμός και των ηρώων. Γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1775. Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου του 1860».

Η ζωή του Thomas Cochrane ενέπνευσε σειρά λογοτεχνικών έργων.  Για πρώτη φορά εμφανίζεται το 1897 σε ένα μυθιστόρημα του G. A. Henty, με τίτλο «Με τον Ατρόμητο» (With Cochrane the Dauntles). Ακόμη ο Cochrane πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα “Ο Κύριος της Θάλασσας” (αρχικά ‘’Ο Αντιπλοίαρχος’’ ) του Showell Styles. Επίσης είναι ένας από τους κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος ‘’Sharpe’s Devil’’ του Bernard Cornwell, που παρουσιάζει την επίθεση του  Cochrane στο λιμάνι της Χιλής, Valdivia. Ένα ακόμη μυθιστόρημα αναφέρεται στον Cochrane και τις επαναστάσεις της Νότιας Αμερικής. Είναι το Manuela του Gregory Kauffman. Ένα άλλο μυθιστόρημα το «Flashman and the Seawolf», του Robert Brightwell, βασίζεται στην ζωή του Cochrane. Το 1967 ο Pablo Neruda εκδίδει μία συλλογή με ποιήματα με τίτλο “Λόρδος Cochrane de Chile”, εμπνευσμένη από την συνεισφορά του στον αγώνα για την απελευθέρωση της Χιλής. Η ζωή του Cochrane ενέπνευσε και μια σειρά από φανταστικές ναυτικές ιστορίες. Μία από αυτές ήταν του Frederick Marryat. Τον 20ο αιώνα, δύο μυθιστορήματα, των CS Forester (με πρωταγωνιστή τον Horatio Hornblower) και του Patrick O’Brian (με πρωταγωνιστή τον Jack Aubrey στη σειρά μυθιστορημάτων Aubrey-Maturin), είχαν ως βασικό σκελετό την δράση του μεγάλου θαλασσόλυκου.

Τέλος, η εμβληματική ταινία του 2003, ‘’Master and Commander’’, με πρωταγωνιστή τον Russell Crowe, στηρίζεται στον θρύλο του μεγάλου ναυάρχου Thomas Cochrane (βασισμένο στα μυθιστορήματα των Patrick O’Brian – Maturin).

 

Το trailer της ταινίας Master and Commander: https://www.youtube.com/watch?v=6oyQGHHz8U8

 

Το βιβλίο με τίτλο «Cochrane: ο πραγματικός Master and Commander» του David Cordingly.

 

Για τη συνεισφορά του στον αγώνα της Ελλάδας, κεντρική οδός των Αθηνών έλαβε το όνομά του.

Η ΕΕΦ τιμά τη μνήμη του μεγάλου ναυάρχου Thomas Cochrane, 10ου κόμη του Dundonald, ο οποίος πέραν από εμβληματική φυσιογνωμία του Φιλελληνισμού, στήριξε πολλούς λαούς οι οποίοι αγωνίζονταν για την ελευθερία τους, ενώ ταυτόχρονα αναδείχθηκε καινοτόμος της ναυτικής τεχνολογίας και της επιστήμης.

 

Προτομή του Thomas Cochrane στο Culross, όπου ζούσε η οικογένειά του.

 

Παραπομπές

[1] Chaloner, William H., “People And Industries” , εκδ. Routledge, Λονδίνο, 1963, σελ. 55-56.
[2] Moore, James Carrick, ”Life of sir John Moore”, εκδ. John Murray, Λονδίνο, 1833, β’ τόμος.
[3] “Cochrane, Archibald”, εκδ. περ. “The Gentleman’s Magazine”, Λονδίνο, Ιούλιος 1831.
[4] Heathcote, Tony, ”The British Admirals of the Fleet 1734 – 1995”, εκδ. Pen & Sword, Λονδίνο, 2002.
[5], Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane“, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[6] Gardiner, Robert, ”The First Frigates”, εκδ. Conway Maritime Press, Λονδίνο,1992
[7] Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, ”The Autobiography of a Seaman”, εκδ. Lyons Press, Νέα Υόρκη, 2000.
[8] Cochrane, Iain, 14ος κόμης του Dundonald, Cochrane, Alexander ”The Fighting Cochranes: A Scottish Clan over six hundred years of naval and military history”, εκδ. Quiller Press, Λονδίνο, 1983.
[9] Harvey, Robert ”Cochrane: The Life and Exploits of a Fighting Captain”, εκδ. Carroll & Graf, Νέα Υόρκη, 2000.
[10] Chisholm, Hugh, “Keith, George Keith Elphinstone, Viscount”, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 15ος τόμος “Encyclopædia Britannica”, σελ. 716.
[11] Laughton, J. K., “Beaver, Philip (1766-1813)”, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 2008.
[12] Cordingly, David, “Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane“, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[13] Brenton, Edward Pelham, “Life and Correspondence of John, Earl of St Vincent, G. C. B., Admiral of the Fleet”, εκδ. Henry Colburn, Λονδίνο, 1838, β’ τόμος, σελ. 81.
[14] Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, ”The Autobiography of a Seaman”, εκδ. Lyons Press, Νέα Υόρκη, 2000.
[15] Adkins, Roy, Adkins, Lesley, ”The War for all the Oceans: From Nelson at the Nile to Napoleon at Waterloo”, εκδ. Abacus, Λονδίνο, 2007.
[16] McGilchrist, John, ”The Life and Daring Exploits of Lord Dundonald”, εκδ. James Blackwood, Λονδίνο, 1861.
[17] Thomas, Donald, ”Cochrane: Britannia’s Sea Wolf”, εκδ. Cassell Military Paperbacks, Λονδίνο, 2001.
[18] Cochrane, Iain, 14ος κόμης του Dundonald, Cochrane, Alexander, ”The Fighting Cochranes: A Scottish Clan over six hundred years of naval and military history”, εκδ. Quiller Press, Λονδίνο, 1983.
[19] Εφ. “The London Gazette”, Λονδίνο, 8 Ιανουαρίου 1801, φύλλο 15393.
[20] Βλ. στο ίδιο.
[21] Vale, Brian, ”The Audacious Admiral Cochrane”, εκδ. Conway Maritime Press, Λονδίνο, 2004.
[22] Grimble, Ian, “The Sea Wolf: The Life of Admiral Cochrane“, εκδ. Birlinn, Εδιμβούργο, 2000.
[23] Βλ. στο ίδιο.
[24] Lloyd, Christopher, ”Lord Cochrane. Seaman, Radical, Liberator. – A Life of Thomas Lord Cochrane 10th Earl of Dundonald. 1775–1860”, εκδ. Owl Books, Λονδίνο, 1998.
[25] James, William, ”The Naval History of Great Britain, from the Declaration of War by France in 1793, to the Accession of George IV”, εκδ. R. Bentley, Λονδίνο, 1837.
[26] Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane“, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[27] Winfield, Rif, “British Warships in the Age of Sail 1793–1817”, εκδ. Seaforth Publishing, Barnsley, 2014.
[28] Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, ”The Autobiography of a Seaman”, εκδ. Lyons Press, Νέα Υόρκη, 2000.
[29] Lloyd, Christopher, ”Lord Cochrane. Seaman, Radical, Liberator. – A Life of Thomas Lord Cochrane 10th Earl of Dundonald. 1775–1860”, εκδ. Owl Books, Λονδίνο, 1998.
[30], Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane “, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[31] Chandler, David G., ,”The Campaigns of Napoleon”, εκδ. Macmillan, Νέα Υόρκη, 1966.
[32] Reay, Justin, «A Place of Considerable Importance: Lord Cochrane at the Siege of Rosas 1808», εκδ. περ. “The Mariner’s Mirror”, Λονδίνο, Νοέμβριος 2009.
[33] Tracy, Nicholas, ”Who’s Who in Nelson’s Navy; 200 Naval Heroes“, εκδ. Chatham Publishing, Λονδίνο, 1998.
[34], Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane“, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[35] Cochrane, Iain, 14ος κόμης του Dundonald, Cochrane, Alexander, ”The Fighting Cochranes: A Scottish Clan over six hundred years of naval and military history”, εκδ. Quiller Press, Λονδίνο, 1983.
[36] Kentley, Eric, Hulse, Robert, Elton, Julia, “The Brunel’s Tunel”, εκδ. Institution of Civil Engineers, Λονδίνο, 2006.
[37] Vale, Brian, “Cochrane in the Pacific: Fortune and Freedom in Spanish America”, εκδ. I.B.Tauris, Νέα Υόρκη, 2008.
[38] Βλ. στο ίδιο.
[39] Contreras, Gonzalo, ”Lord Cochrane bajo la bandera de Chile”, εκδ. Editorial Zig-Zag, Santiago, 1993.
[40] Lynch, John, “San Martín: Argentine Soldier, American Hero”, εκδ. Yale University Press, New Haven, 2009.
[41] Pérez Turrado, Gaspar, “Las Marinas realista y Patriota en la independencia de Chile y Perú”, εκδ. Ministerio de Defensa, Μαδρίτη, 1996.
[42] Macaulay, Neill, ”Dom Pedro: The Struggle for Liberty in Brazil and Portugal, 1798–1834”, εκδ. Duke University Press, Durham, 1986.
[43] Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, ”Narrative of Services in the Liberation of Chile, Peru, and Brazil from Spanish and Portuguese Domination”, εκδ. James Ridgway, Λονδίνο, 1859.
[44] Βλ. στο ίδιο.
[45] Vale, Brian, “Independence or Death! British Sailors and Brazilian Independence”, Λονδίνο, εκδ. I B Tauris, 2000.
[46] St Clair, William, ”That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book, Λονδίνο, 2008, σελ. 305.
[47] Θεμελή – Κατηφόρη, Δέσποινα, “Το γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα στην περίοδο του Καποδίστρια 1828-1831”, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα, 1985.
[48] Τρικούπης, Σπυρίδων, ”Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος, σελ.118.
[49] Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος, ”Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία. Πολιτική και στρατηγική των Ελλήνων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1821-1832”, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 1996, σελ.184.
[50] Βλ. στο ίδιο.
[51] ”Τα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 421.
[52] “Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 410.
[53] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος, σελ. 331.
[54] Χρυσανθόπουλος, Φώτιος (Φωτάκος), “Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των εξώθεν εις την
Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της επαναστάσεως”, εκδ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888, σελ. 260.
[55] Cochrane, George, ”Wanderings in Greece”, εκδ. Henry Colburn, Λονδίνο, 1837, α’ τόμος, σελ. 106.
[56] Συλλογικό, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους“, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, 12ος τόμος, σελ. 466.
[57]Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane “, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[58] Gallant, Thomas, “The Edinburgh history of the Greeks, 1768 to 1913: the long nineteenth century”, εκδ. Edinburgh University Press, Εδιμβούργο, 2015.
[59] Anderson, R. C., ”Naval wars in the Levant, 1559-1853”, εκδ. Princeton University Press, Princeton, 1952, σελ. 534.
[60] Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane “, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
[61] Cochrane, Iain, 14ος κόμης του Dundonald, Cochrane, Alexander, ”The Fighting Cochranes: A Scottish Clan over six hundred years of naval and military history”, εκδ. Quiller Press, Λονδίνο, 1983.
[62] Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, “The Autobiography of a Seaman”, εκδ. Lyons Press, Νέα Υόρκη, 2000.
[63] Lloyd, Christopher, ”Lord Cochrane. Seaman, Radical, Liberator. – A Life of Thomas Lord Cochrane 10th Earl of Dundonald. 1775–1860”, εκδ. Owl Books, Λονδίνο, 1998.
[64] Cochrane, Iain, 14ος κόμης του Dundonald, Cochrane, Alexander, ”The Fighting Cochranes: A Scottish Clan over six hundred years of naval and military history”, εκδ. Quiller Press, Λονδίνο, 1983.
[65] Βλ. στο ίδιο.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Chaloner, William H., “People And Industries“, εκδ. Routledge, Λονδίνο, 1963
  • Moore, James Carrick, “Life of sir John Moore”, εκδ. John Murray, Λονδίνο, 1833, β’ τόμος.
  • “Cochrane, Archibald”, εκδ. περ. “The Gentleman’s Magazine”, Λονδίνο, Ιούλιος 1831.
  • Heathcote, Tony, “The British Admirals of the Fleet 1734 – 1995”, εκδ. Pen & Sword, Λονδίνο, 2002.
  • Cordingly, David, ”Cochrane The Dauntless: The Life and Adventures of Thomas Cochrane “, εκδ. Bloomsbury Publishing, Νέα Υόρκη, 2007.
  • Gardiner, Robert, ”The First Frigates”, εκδ. Conway Maritime Press, Λονδίνο,1992
  • Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, “The Autobiography of a Seaman”, εκδ. Lyons Press, Νέα Υόρκη, 2000.
  • Cochrane, Iain, 14ος κόμης του Dundonald, Cochrane, Alexander, “The Fighting Cochranes: A Scottish Clan over six hundred years of naval and military history”, εκδ. Quiller Press, Λονδίνο, 1983.
  • Harvey, Robert, “Cochrane: The Life and Exploits of a Fighting Captain”, εκδ. Carroll & Graf, Νέα Υόρκη, 2000.
  • Chisholm, Hugh, “Keith, George Keith Elphinstone, Viscount“, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 15ος τόμος “Encyclopædia Britannica“.
  • Laughton, J. K., “Beaver, Philip (1766-1813)”, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 2008.
  • Brenton, Edward Pelham, “Life and Correspondence of John, Earl of St Vincent, G. C. B., Admiral of the Fleet“, εκδ. Henry Colburn, Λονδίνο, 1838, β’ τόμος, σελ.81.
  • Adkins, Roy, Adkins, Lesley, “The War for all the Oceans: From Nelson at the Nile to Napoleon at Waterloo”, εκδ. Abacus, Λονδίνο, 2007.
  • McGilchrist, John, “The Life and Daring Exploits of Lord Dundonald”, εκδ. James Blackwood, Λονδίνο, 1861.
  • Thomas, Donald, “Cochrane: Britannia’s Sea Wolf”, εκδ. Cassell Military Paperbacks, Λονδίνο, 2001.
  • Εφ. “The London Gazette”, Λονδίνο, 8 Ιανουαρίου 1801, φύλλο 15393.
  • Vale, Brian, “The Audacious Admiral Cochrane”, εκδ. Conway Maritime Press, Λονδίνο, 2004.
  • Lloyd, Christopher, “Lord Cochrane. Seaman, Radical, Liberator. – A Life of Thomas Lord Cochrane 10th Earl of Dundonald. 1775–1860”, εκδ. Owl Books, Λονδίνο, 1998.
  • “Τα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος.
  • Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος.
  • Χρυσανθόπουλος, Φώτιος (Φωτάκος), “Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των εξώθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της επαναστάσεως”, εκδ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888.
  • Συλλογικό, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους “, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, 12ος τόμος.
  • Cochrane, George, “Wanderings in Greece”, εκδ. Henry Colburn, Λονδίνο, 1837, α’ τόμος.
  • Gallant, Thomas, “The Edinburgh history of the Greeks, 1768 to 1913: the long nineteenth century”, εκδ. Edinburgh University Press, Εδιμβούργο, 2015.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book, Λονδίνο, 2008.
  • Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος, “Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία. Πολιτική και στρατηγική των Ελλήνων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1821-1832”, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 1996.
  • Τρικούπης, Σπυρίδων, “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος.
  • Θεμελή – Κατηφόρη, Δέσποινα, “Το γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα στην περίοδο του Καποδίστρια 1828-1831”, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα, 1985.
  • Vale, Brian, “Independence or Death! British Sailors and Brazilian Independence”, Λονδίνο, εκδ. I B Tauris, 2000.
  • Cochrane, Thomas, 10ος κόμης του Dundonald, “Narrative of Services in the Liberation of Chile, Peru, and Brazil from Spanish and Portuguese Domination”, εκδ. James Ridgway, Λονδίνο, 1859.
  • Macaulay, Neill, “Dom Pedro: The Struggle for Liberty in Brazil and Portugal, 1798–1834”, εκδ. Duke University Press, Durham, 1986.
  • Kentley, Eric, Hulse, Robert, Elton, Julia, “The Brunel’s Tunel”, εκδ. Institution of Civil Engineers, Λονδίνο, 2006.
  • Vale, Brian, “Cochrane in the Pacific: Fortune and Freedom in Spanish America.”, εκδ. Νέα Υόρκη, 2008.
  • Contreras, Gonzalo, “Lord Cochrane bajo la bandera de Chile”, εκδ. Editorial Zig-Zag, Santiago, 1993.
  • Lynch, John, “San Martín: Argentine Soldier, American Hero”, εκδ. Yale University Press, New Haven, 2009.
  • Pérez Turrado, Gaspar, “Las Marinas realista y Patriota en la independencia de Chile y Perú”, εκδ. Ministerio de Defensa, Μαδρίτη, 1996.
  • Anderson, R. C., “Naval wars in the Levant, 1559-1853”, εκδ. Princeton University Press, Princeton, 1952.

 

 

Ο Thomas Moore (1779-1852), ήταν ο πιο γνωστός ποιητής της Ιρλανδίας κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Ήταν φλογερός καθολικός πατριώτης, και στήριζε πολιτικά την παράταξη των Whigs στην Μεγάλη Βρετανία.

Εκτός από την ποίηση και το συγγραφικό του έργο, ήταν μουσικός και σατιρογράφος σε εφημερίδες. Έγινε γνωστός με το προσωνύμιο “Ανακρέων Moore”, κατά τον διάσημο λυρικό ποιητή της αρχαιότητας.  Ήταν από τα πρώτα μέλη της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, και συνδέθηκε φιλικά με τη Mary Shelley και τον Λόρδο Βύρωνα. Μάλιστα ο Λόρδος Βύρων (1788 – 1824) του είχε παραδώσει τα απομνημονεύματά του για να τα δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του. Ο Moore θεώρησε σωστό να τα κάψει για να μην θιγεί η υστεροφημία του μεγάλου ρομαντικού ποιητή. Αργότερα, με την πολύτιμη βοήθεια της Mary Shelley (1797 – 1851), συνέθεσε μία βιογραφία για τον Λόρδο Βύρωνα, για να αναπληρώσει την απώλεια των απομνημονευμάτων του. Έγινε ευρύτερα γνωστός για τις Ιρλανδικές Μελωδίες (Irish Melodies), οι οποίες μετέφεραν θέματα από την ζωή στην Ιρλανδία. Με το έργο του αυτό βοήθησε στην ανάπτυξη μιας διακριτής, αγγλόφωνης ποιητικής παράδοσης στην πατρίδα του, η οποία ως τότε εκφραζόταν στα γαελικά, και καθιερώθηκε ως “εθνικός βάρδος” της Ιρλανδίας. Ο Moore αποτέλεσε έναν από τους πρωταγωνιστές της Ελευθερίας στην πατρίδα του.

Γεννήθηκε στις 28 Mαίου 1779 στο Δουβλίνο. Ήταν μοναχογιός καθολικών γονέων, οι οποίοι σύμφωνα με το ισχύον σύστημα της εποχής, δεν είχαν δικαίωμα ψήφου, δε δικαιούνταν να κατέχουν σημαντικές θέσεις ή να είναι ένορκοι σε δικαστήρια, να φέρουν όπλα και να φοιτούν σε καλά σχολεία. Η μητέρα του ήταν μία γενναία γυναίκα, η οποία τον παρότρυνε να καλλιεργήσει την καλλιτεχνική του πλευρά και να παλεύει ενάντια στον ζυγό του καθολικισμού. O Moore θεωρούσε τον καθολικισμό ως την εθνική θρησκεία, σημαντική για την εθνική ταυτότητα των Ιρλανδών. Ο ίδιος υπήρξε ωστόσο ένας μάλλον ασυνεπής καθολικός, ήδη από τα χρόνια που σπούδαζε στο κολλέγιο Trinity, ένα χαρωπό πνεύμα που αγαπούσε ό,τι αντιπαθούσαν οι προτεστάντες: τη μουσική, τη θεατρικότητα, το χιούμορ.

Το 1795 ξεκινά σπουδές νομικής στο Trinity College, με συμμαθητές τους Robert Emmett και Εdward Hudson, μέλη των Ηνωμένων Ιρλανδών (The Society of the United Irishmen), μίας ομάδας ορκισμένων αγωνιστών στο Βασίλειο της Ιρλανδίας, η οποία στρεφόταν εναντίον της βρετανικής κυριαρχίας και αποσκοπούσε σε “ίση εκπροσώπηση όλων των λαών σε μία εθνική κυβέρνηση”. Έτσι ο Moore μυήθηκε προοδευτικά στις πολιτικές διεργασίες της εποχής του. Το 1796 αποτυγχάνει η απόπειρα της Α´ Γαλλικής Δημοκρατίας να στηρίξει τους εκτός νόμου Ηνωμένους Ιρλανδούς εισβάλλοντας στην Ιρλανδία. Ο Μoore, παρότι δεν ήταν ορκισμένο μέλος των Ηνωμένων Ιρλανδών, όπως οι Hudson και Emmett, κατηγορήθηκε για υποκίνηση ανταρσίας, καθώς συνέταξε ένα κείμενο με το οποίο εγκαλούσε τους συμμαθητές του να μη στηρίξουν την επικείμενη Πράξη Ένωσης. Στη συνέχεια αθωώθηκε από τις κατηγορίες, και απείχε πλέον από οποιαδήποτε συμμετοχή στην Ιρλανδική Επανάσταση του 1798, ενώ μετρίασε και τους τόνους του ως συγγραφέας, επιλέγοντας το χιούμορ και την παρωδία.

Το 1799 μεταβαίνει στο Λονδίνο, όπου μεταφράζει ποιήματα του Ανακρέοντα. Αφιερώνει τις “Ωδές στον Ανακρέοντα” (1800) στον Πρίγκιπα της Ουαλίας. Αυτήν την εποχή αρχίζει να αναδύεται κοινωνικά, τραγουδώντας για την αριστοκρατία και λογοτεχνικούς κύκλους. Το 1801 αποφασίζει να εκδώσει δικά του ποιήματα, τα οποία καταπιάνονται με “ελαφρά” θέματα. Εν συνεχεία ταξιδεύει στη Virginia της Αμερικής και τη Bermuda (1803), και καταγράφει τις εντυπώσεις του στο έργο  Epistles, Odes, and Other Poems (1806), όπου κατακρίνει τους Αμερικάνους για υπεράσπιση του συστήματος της δουλείας. Όταν ο κριτικός του περιοδικού Edinburgh Review, Francis Jeffrey, αποκάλεσε τον Μοοre “έκφυλο ποιητή”, ο τελευταίος τον προσκάλεσε σε μονομαχία, η οποία ματαιώθηκε. Το περιστατικό θα διακωμωδήσει ο Λόρδος Βύρων, ο οποίος έχει δεχθεί επίσης τα πυρά του Jeffrey, γεγονός που ενοχλεί τον Moore. H παρεξήγηση λύθηκε με παρέμβαση του Samuel Rogers, ο οποίος έφερε τους δύο άνδρες σε επαφή το Νοέμβριο του 1811. Έκτοτε αναπτύχθηκε μια φιλία μεταξύ τους, που άντεξε στο χρόνο.

Το ίδιο έτος ο Moore παντρεύεται την προτεστάντισσα ηθοποιό, Elizabeth «Bessy» Dyke, με την οποία εγκαθίσταται στο Λονδίνο. Θα αποκτήσουν πέντε παιδιά, από τα οποία δεν θα επιζήσει κανένα. Την περίοδο αυτή αρχίζει να δημοσιεύει χιουμοριστικά, πολιτικά σχόλια υπέρ της παράταξης των Whigs. Στα κείμενά του σαρκάζει τους πολιτικούς και την υποκρισία. Καταφεύγει ακόμη και σε προσωπικές επιθέσεις, όπως στην περίπτωση του Ιρλανδού Λόρδου Castlereagh, ο οποίος υπήρξε πολύ σκληρός στις διώξεις εναντίον των Ηνωμένων Ιρλανδών.

Τα γνωστότερα έργα του Moore είναι οι Ιρλανδικές Μελωδίες (1808-1834), οι οποίες τον καθιέρωσαν στη συλλογική μνήμη του λαού του ως εθνικό βάρδο. Ο Λόρδος Βύρων ισχυριζόταν ότι τις γνώριζε από στήθους, και από εκεί άντλησε έμπνευση για το δικό του έργο, τις Εβραϊκές Μελωδίες του (1815). Ο Moore παρακινήθηκε από τους Δουβλινέζους μουσικούς παραγωγούς William and James Power, στη σύλληψη ενός σημαντικού Ιρλανδικού έργου, το οποίο θα φώτιζε τις ψυχές των ανθρώπων πολύ περισσότερο από τον ξύλινο λόγο των πολιτικών. Η φιλοδοξία του ήταν εξαρχής να γίνει ο ίδιος για την πατρίδα του, ότι ήταν ο Robert Burns για τους Σκοτσέζους, δηλαδή ο αντίστοιχος εθνικός ποιητής των Ιρλανδών. Η κύρια πηγή των Ιρλανδικών Μελωδιών ήταν η γενική συλλογή της αρχαίας ιρλανδικής μουσικής του Edward Bunting (1797), την οποία ο Moore γνώριζε μέσω του Hudson. Συνδυάζοντας χαρούμενους και θλιμμένους μουσικούς τόνους εκφράζει μια ποικιλία πατριωτικών, ερωτικών και φιλοσοφικών θεμάτων. Μολονότι στην Αγγλία το έργο ήταν γνωστό ως παρωδία, γνώρισε πλήθος μεταφράσεων στα γερμανικά, γαλλικά, τσέχικα, ουγγρικά, ιταλικά.

Για τις δημιουργίες του αυτές, ο Moore δέχθηκε επιθέσεις από τις στήλες του περιοδικού The Anti-Jacobin Review, που ακολουθούσε την πολιτική γραμμή των Torys, ως “μελαγχολικά χτυπήματα ενός απογοητευμένου επαναστάτη”. Σε εντελώς άλλη κατεύθυνση, ο Ιρλανδός πολιτικός και ηγέτης των Καθολικών, Daniel O´ Connell (1775 -1847), γνωστός και ως The Liberator (“ο Ελευθερωτής”), υιοθέτησε τις Ιρλανδικές Μελωδίες προς όφελος της εκστρατείας του για την κατάργηση της Πράξης Ένωσης μεταξύ Αγγλίας και Ιρλανδίας (αρχές δεκαετίας 1840). Το τραγούδι του Moore, “Where is the slave?” έκανε το πλήθος και τον ίδιο τον O´ Connell να παραληρεί φωνάζοντας “Δεν είμαι σκλάβος!”

Οι αγωνίες και οι αγώνες του ιρλανδικού λαού για ελευθερία και δικαιοσύνη, εμπνευσμένες και από την αμερικανική και γαλλική επανάσταση, έβρισκαν αντίλαλο στον ελληνικό αγώνα για Ανεξαρτησία. Η βρετανική πολιτική απέναντι στην Τουρκία και την Ελλάδα σχετιζόταν άμεσα με ευρύτερα ενδιαφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Αγώνας υπέρ της Ελλάδας, συμβόλιζε από τη σκοπιά ενός Ιρλανδού, έστω και έμμεσα, μία μορφή αντίδρασης εναντίον της βρετανικής κυριαρχίας. Τηρουμένων των αναλογιών, και οι Ιρλανδοί αναζητούσαν μία μορφή ανεξαρτησίας, όπως και οι Έλληνες. Αυτός είναι ο ψυχισμός που παρακινεί τον Thomas Moore σε στράτευση υπέρ του Ελληνικού Αγώνα. Ήταν ένα από τα πρώτα πενήντα μέλη της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου. Μαζί με τον Λόρδο Βύρωνα υποστήριξε τον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα με χρήματα, οπλισμό και προπαγάνδα. Εξετάζοντας το ετερόκλητο πλήθος των ανθρώπων που συσπειρώνονταν γύρω από το ελληνικό ζήτημα εκείνη την εποχή, και χωρίς να ξεχνά τα πολιτικά παιχνίδια στο παρασκήνιο, διαπιστώνονται διαφορετικά κίνητρα. Στο ποίημά του, “The ghost of Miltiades, ο Moore ασκεί κριτική σε όσους εμπλέκονται με μάλλον ιδιοτελείς σκοπούς στην “υπόθεση της ελευθερίας”:

“Of Liberty´s foes the worst are they/
Who turn to a trade her cause divine/
And gamble for gold on Freedom´s shrine“

“Της Ελευθερίας οι χειρότεροι εχθροί είναι εκείνοι/
Οι οποίοι μεταβάλλουν σε εμπόριο τον θεϊκό της σκοπό/
Και στοιχηματίζουν για χρυσάφι στης Ελευθερίας τον βωμό”

Το ποίημα για τον Μιλτιάδη δεν αποτελεί τη μόνη ελληνική αναφορά στο έργο του Moore. To 1826, εμπνευσμένος από τον Βύρωνα, ο Moore συνθέτει τη σειρά ποιημάτων “Evenings in Greece”. Η σκηνή εκτυλίσσεται στο νησί της Ζέας, γενέτειρας του Βακχυλίδη, του Σιμωνίδη και άλλων επιφανών προσώπων. Η Ζέα είναι ένας ιδανικός τόπος, “ο πιο καλλιεργημένος της Ελλάδας”. Όπως αναφέρει ο ίδιος, συνέδεσε μια σειρά τραγουδιών σε ένα νήμα ποιητικής αφήγησης, ώστε να μπορούν να συμμετάσχουν ως αναγνώστες, όσοι παρευρισκόμενοι δε μπορούσαν να τραγουδήσουν. Το εμβληματικό του ποίημα «The sky is bright – To Greece we give our shining blades» έχει μελοποιηθεί από τον Henry Bishop (1786 – 1855). Ένα ακόμη γνωστό φιλελληνικό ποίημα του Moore είναι και Ο θάνατος ενός Έλληνα πολεμιστή  (“The death of a Grecian warrior”).

 

Οι παρτιτούρες της μουσικής του Henry Bishop που μελοποιεί τα ποιήματα του για την Thomas Moore.

 

Ένα ζήτημα, για το οποίο ασκήθηκε σκληρή κριτική στον Moore, ήταν η καταστροφή των απομνημονευμάτων του Λόρδου Βύρωνα, τα οποία του εμπιστεύθηκε ο ίδιος το 1818. Σε αυτά ο συγγραφέας εξιστορούσε τη ζωή, τις ερωτικές του σχέσεις και τις απόψεις που είχε σχηματίσει ως τότε. Όταν ο Βύρων απεβίωσε το 1824, ο Moore, από κοινού με τον εκδότη John Murray (1778 – 1843) – στον οποίον είχε πουλήσει το αντίτυπο, ώστε να το εκδώσει – τον πολιτικό John Cam Hobhouse (1786 – 1869) και κάποιους φίλους του Λόρδου, οι οποίοι ανησυχούσαν για την υπόληψη και την φήμη του, συγκεντρώθηκαν και έκαψαν το μοναδικό αντίτυπο των απομνημονευμάτων του. Η σύγχρονη έρευνα δεν αποδίδει την ευθύνη για αυτήν την πράξη αποκλειστικά στον Moore, ωστόσο.

O Thomas Moore ανέλαβε να αναπληρώσει το κενό, συνθέτοντας ο ίδιος μία βιογραφία για τον Βύρωνα, η οποία θεωρείται ότι είναι το καλύτερο έργο πρόζας του. Αποσιώπησε αρκετές πληροφορίες για την προσωπική του ζωή, κάτι που δε φαίνεται να ικανοποίησε τη Lady Byron, η οποία εξακολουθούσε να βλέπει το έργο του ως πολύ αποκαλυπτικό για τη ζωή του ποιητή. Αντίθετη γνώμη είχε η Mary Shelley, επίσης φίλη του Βύρωνα και πολύτιμη αρωγός του Μoore στη συμπλήρωση βιογραφικών πληροφοριών. Για τη Shelley, η απεικόνιση της προσωπικότητας του Βύρωνα από τον Moore ήταν δίκαιη, εξήρε δε το εύγλωττο λογοτεχνικό του στιλ. Ο κριτικός λογοτεχνίας, Ηoward Μumford Jones (1892 – 1980), θεωρεί το έργο “Letters and Journals of Lord Byron: With Notices of His Life (1830)” ως “μία από τις τέσσερις ή πέντε μεγάλες λογοτεχνικές βιογραφίες στην αγγλική γλώσσα”.

 

Το μνημείο του Thomas Moore στην Ιρλανδία.

 

Ο Μεγάλος Λιμός της Ιρλανδίας (The Great Famine) στα τέλη της δεκαετίας του 1840 οδήγησαν την υγεία του Moore σε μεγάλη εξασθένηση. Το τέλος του Thomas Moore θυμίζει σε αρκετά σημεία εκείνο της Mary Shelley: απεβίωσε στις 25 Φεβρουαρίου 1852. Είχε χάσει όλα του τα παιδιά και είχε θρηνήσει τον θάνατο των περισσότερων συντρόφων και φίλων του.

Η ΕΕΦ και η Ελλάδα τιμούν την μνήμη του Thomas Moore, του μεγάλου βάρδου και υμνητή της ελευθερίας, που με το έργο του παρουσίασε με τον πλέον εμβληματικό τρόπο τον αγώνα των Φιλελλήνων που προσέφεραν στην Ελλάδα τις λαμπερές λεπίδες των σπαθιών τους (to Greece we give our shining blades). Προσέφεραν και αυτοί στην Ελλάδα «την κόψη του σπαθιού την τρομερή» που οδήγησε στην Ελευθερία και την ανεξαρτησία της.

 

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • Μακναμή, Τέρενς, Τομ Μουρ, ο Λόρδος Βύρων και η ελευθερία των εθνών, irlandikoblog.wordpress.com/
  • Roessel, David Ernest, In Byron’s Shadow: Modern Greece in the English & American Imagination, Oxford University Press, 2001
  • poetryfoundation.org
  • internetpoem.com/thomas-moore/evenings-in-greece-poem/
  • wikipedia.en

 

 

Ο Γερμανός ζωγράφος Peter von Hess (1792-1871), ήταν πολυαγαπημένο πρόσωπο του Λουδοβίκου Α´, και αποτέλεσε κεντρική μορφή μεταξύ των Βαυαρών απεσταλμένων του κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Δικές του δημιουργίες είναι οι πασίγνωστες, “κινηματογραφικές”, απεικονίσεις του με τους ήρωες και τις μάχες του 1821. Αποτύπωσε τα σπουδαιότερα γεγονότα του Αγώνα, παραδίδοντας ένα σημαντικό εικαστικό τεκμήριο στις επόμενες γενιές, και ορίζοντας ένα πρότυπο προς μίμηση τόσο για τους συμπατριώτες του, όσο και για μια σειρά Ελλήνων ζωγράφων, εκπροσώπων της επονομαζόμενης “σχολής του Μονάχου”.

Ο Peter von Hess γεννήθηκε το 1792 στο Düsseldorf και ήταν γιος του χαλκογράφου Carl Ernst Christoph Hess (1755 -1828), στο πλευρό του οποίου έλαβε τα πρώτα καλλιτεχνικά του μαθήματα. Ήδη σε ηλικία 8 ετών δημιουργεί τα δικά του χαρακτικά με μορφές ζώων. To 1806 γίνεται δεκτός στην Ακαδημία Τεχνών του Μονάχου. Στην ουσία πρόκειται για αυτοδίδακτο ζωγράφο, αφού σύντομα διέκοψε τις σπουδές του στο Μόναχο και προτίμησε να εξελιχθεί μόνος του ως καλλιτέχνης, λαμβάνοντάς ως πρότυπό του τους Ολλανδούς και Γερμανούς ζωγράφους. Η επιρροή των Ολλανδών αντικατοπτρίζεται στα ηθογραφικά του θέματα, ειδικά σε όσα αναφέρονται στην ιταλική και ελληνική ζωή. Επίσης επηρεάσθηκε από τον ζωγράφο Wilhelm von Kobell (1766-1855) και στράφηκε στη σύνθεση πολεμικών σκηνών, αντλώντας το υλικό του από τις εμπειρίες του στα πεδία της μάχης, μεταξύ 1813/1815. Είχε υπηρετήσει στρατιωτική θητεία στο στρατιωτικό επιτελείο του στρατάρχη Carl Phillip von Wrede (1767 – 1838), τον οποίον συνόδευσε στη διάρκεια των Γερμανικών Απελευθερωτικών Πολέμων (Βefreiungskriege), καθώς και στο Συνέδριο της Βιέννης (1815).

 

Ο Peter von Hess με στολή αξιωματικού.

 

Τα χρόνια αυτά ο νεαρός Hess εξασκείται ως ζωγράφος πολεμικών σκηνών και δημιουργεί διάφορα σκίτσα, τα οποία εν συνεχεία αποτέλεσαν βάσεις για ελαιογραφίες. Μία ενδεικτική περίπτωση είναι η “Μάχη των Εθνών στη Λειψία, 1813”, που φιλοτέχνησε το 1853 (“Die Völkerschlacht bei Leipzig 1813“).

 

Peter von Hess, Die Völkeranschlacht bei Leipzig 1813, (Μάχη των Εθνών στη Λειψία, 1813), ελαιογραφία, 1853/54

 

Μεταξύ 1816-1817 ταξιδεύει στην Ιταλία και ζωγραφίζει κυρίως τοπία και σκηνές με “ιταλικά θέματα”, απομακρύνεται από την επιρροή του Kobell και ανακαλύπτει ένα πιο προσωπικό, πλαστικό ιδίωμα στην τέχνη του. Τη δεκαετία του 1820 αρχίζει να αποκτά αναγνώριση, ως ζωγράφος της βαυαρικής αυλής. Το 1824 συν-ιδρύει το Münchner Kunstverein (καλλιτεχνικό σύλλογο του Μονάχου), το οποίο εξελίσσεται σε forum της αστικής τέχνης του Μονάχου.  Ο βασιλέας Λουδοβίκος Α´ του αναθέτει την εικονογράφηση της στοάς (Arcaden) του κήπου του στο Μονάχο με σκηνές από τον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων. Έχει ήδη ξεκινήσει να εξοικειώνεται με τα ελληνικά θέματα στη Βαυαρία, πριν φιλοτεχνήσει το 1829 το έργο “Παλικάρια στην Αθήνα” (σήμερα στη Nationalgalerie του Βερολίνου), και στη συνέχεια την λιθογραφία του έργου του Krazeisen με θέμα “Καπετάνιος με τα παλικάρια του σε μάχη”.

 

Λιθογραφία του Peter von Hess, με βάση το έργο του Krazeisen, με θέμα “Καπετάνιος με τα παλικάρια του σε μάχη” (συλλογή ΕΕΦ).

 

Πέραν της φαντασίας του, στηρίζεται σε δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις από την Ελλάδα, προκειμένου να ολοκληρώσει τις συνθέσεις του, όπως οι συνάδελφοί του εικαστικοί (χαράκτες και ζωγράφοι) που δεν είχαν επισκεφθεί ακόμα τη χώρα.

Η δημιουργία και διάδοση, μέσω της παραγωγής λιθογραφιών, φανταστικών αποτυπώσεων των γεγονότων της Επανάστασης, συμπληρώνει τα δημοσιογραφικά κενά και εξοικειώνει το κοινό της  Ευρώπης με την ελληνική πραγματικότητα, έστω και αν παρουσιάζεται ενίοτε σε μια εξιδανικευμένη εκδοχή της.

Κάποιοι από αυτούς τους καλλιτέχνες ανέλαβαν την πρωτοβουλία να μεταβούν στην Ελλάδα με δικά τους έξοδα και, ασφαλώς, με κίνδυνο της ζωής τους, προκειμένου να στηρίξουν τα έργα τους σε προσωπικά βιώματα. Μία σειρά άλλων καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων οι Ferdinand Stademann (1791-1873), Carl Rottmann (1797-1850), Ludwig Lange (1808-1868), ήρθαν στην Ελλάδα μετά από παρότρυνση του Λουδοβίκου Α, απολαμβάνοντας την οικονομική του στήριξη. Ο πολυαγαπημένος του ζωγράφος, Peter von Hess, συγκαταλέγεται στους προστατευόμενους απεσταλμένους του στην Ελλάδα, με την αποστολή να δημιουργήσει έργα “ειδησεογραφικού” χαρακτήρα, τα οποία θα συνέβαλαν, στην παγίωση των δεσμών της Βαυαρίας με το νεόδμητο ελληνικό κράτος, και θα προπαγάνδιζαν το ιερό μάθημα Ιστορίας που προσέφεραν οι Έλληνες αγωνιστές στους Βαυαρούς και Ευρωπαίους συμπατριώτες του. Οι ανωτέρω καλλιτέχνες δημιούργησαν έργα εμπνεόμενοι από το ρομαντικό πνεύμα της εποχής και ακολουθώντας τις αρχές του ακαδημαϊκού ρεαλισμού.

Ο Peter von Hess ταξιδεύει το 1833 μαζί με τον Όθωνα στην Ελλάδα. Εκεί καταγράφει εικαστικά κατά παραγγελία του Λουδοβίκου Α, την πανηγυρική άφιξη του υιού του στην ελαιογραφία  “Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο” (Einzug König Ottos von Griechenland in Nauplia, 1835), που τεκμηριώνει την σύσταση Ευρωπαϊκού Ελληνικού κράτους. Τα λαμπρά χρώματα κυριαρχούν στο τοπίο, ενώ ο πίνακας αποδίδει πιστά τις ενδυμασίες του πλήθους, ώστε να μεταδώσουν τη χαρά του γεγονότος στο θεατή, το βλέμμα του οποίου πολύ έξυπνα οδηγεί ο Hess στον κενό χώρο στο μπροστινό μέρος της σύνθεσής του, ακριβώς εκεί από όπου πρόκειται να περάσει ο Όθων, ο οποίος είναι το κεντρικό πρόσωπο της σύνθεσης. Το έργο αυτό, και η “Υποδοχή του Όθωνος στην Αθήνα” (Empfang König Ottos von Griechenland in Athen, 1839), αποτελούν τα γνωστότερα έργα του και εκτίθενται στη Νέα Πινακοθήκη του Μονάχου.

Την τέχνη του Peter von Hess χαρακτηρίζει η πιστή απόδοση λεπτομερειών, η τάση για ιδεαλιστική παρουσίαση των μορφών (ως εξωτερικής έκφρασης της εσωτερικής ευγένειας των προσώπων, τα οποία καλείται να απεικονίσει), και η περιγραφή ιστορικών γεγονότων. Είναι ένας πολύ δυνατός κολορίστας, ο οποίος θέτει το χρώμα σε προτεραιότητα έναντι της μορφής. Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι παραμελεί την περιγραφή των ανθρωπίνων μορφών, τις οποίες επιμελείται με ιδιαίτερη φροντίδα στην προσπάθεια του να ψυχογραφήσει τους ήρωες του. Οι γραμμές των μορφών του είναι συνήθως έντονες, ιδιαίτερα όταν περιγράφουν γυμνά ανθρώπινα μέλη. Θέλγεται από τη μνημειακότητα, τις μεγάλες φόρμες σε κίνηση και τη δημιουργία αντιθέσεων, οι οποίες υπογραμμίζουν την ένταση όσων δραματικών γεγονότων εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια του θεατή. Η σκηνοθεσία του μοιάζει συχνά κινηματογραφική, εντύπωση που εντείνεται από τις διαγώνιες συνθέσεις του, οι οποίες τονίζουν την κίνηση και τη δράση των ηρώων του.

Το σημαντικότερό του έργο για να τιμήσει τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία, είναι η δημιουργία 39 εικόνων από την Επανάσταση, στις οποίες χάραξε τις μορφές των ηρώων στη μνήμη μας μέχρι σήμερα. Ακόμη και στις περιπτώσεις που ο Hess δε γνώρισε από κοντά τους ήρωες του 1821, φρόντισε να στηριχθεί στις περιγραφές των απλών ανθρώπων, ώστε να τις ανακατασκευάσει όσο πιο πιστά γίνεται. Στα έργα του σεβάσθηκε τις λαϊκές αυτές διηγήσεις, συνδυάζοντάς τες όμως με τις ρομαντικές πεποιθήσεις του. Έτσι για παράδειγμα, απέδωσε τη Μπουμπουλίνα στον γνωστό ως σήμερα σε εμάς ηρωικό – μυθικό της τύπο, να καθοδηγεί τον αγώνα με προτεταμένο χέρι, ή τη μορφή του Ανδρούτσου με τρόπο που αντικατοπτρίζει τη, γνωστή σε όλους εκείνη την εποχή, ανδρεία και αποφασιστικότητά του. Ο πρώτος εικονογράφος του Αγώνα ήταν ο Παναγιώτης Ζωγράφος, ο οποίος σχεδίασε με οδηγίες του Μακρυγιάννη μία σειρά από 25 πίνακες. Το έργο αυτό ακολουθούσε μία ναίφ, μεταβυζαντινή παράδοση, που καθιέρωσε ένα λαϊκό εικαστικό ρυθμό, με επίκεντρο την περιγραφή των γεγονότων. Αντίθετα το έργο του Peter von Hess, είχε ένα επικό και ρομαντικό χαρακτήρα, που προέβαλε και τους Έλληνες αγωνιστές, πράγμα που τον καθιέρωσε ως βασικό εικονογράφο του Αγώνα των Ελλήνων. Σε κάθε περίπτωση,  και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με αρκετά πιστές αποδόσεις της πραγματικών περιστατικών.

Οι πίνακες με την Ελληνική Επανάσταση προορίζονταν να τοποθετηθούν στη βόρεια στοά του Βασιλικού Κήπου (Ηofgarten). Tα ζωγραφισμένα με κιμωλία σχέδια του Hess πάνω σε λευκό χαρτόνι αποτέλεσαν τη βάση για τη μεταφορά αυτών των παραστάσεων στις στοές μεταξύ 1841-1844. Οι πίνακες του καταστράφηκαν δυστυχώς, ωστόσο οι εικόνες του διαδόθηκαν μέσω λιθογραφικών ανατυπώσεων, με αποτέλεσμα πολλοί ζωγράφοι να τις αντιγράψουν.

Ο Hess παραθέτει στις 39 σκηνές του από τον Αγώνα ακολουθώντας τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Μόνη “φανταστική” απεικόνιση αποτελεί η πρώτη σκηνή με τον Ρήγα Φεραίο να “εξάπτει τον Έρωτα των Ελλήνων για την Ελευθερία”. Στις συνθέσεις του έχει συμπεριλάβει έναν εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό αγωνιστών της Επανάστασης, τις γνωστότερες μορφές του Αγώνα (τους Αλέξανδρο και Δημήτριο Υψηλάντη, Παλαιών Πατρών Γερμανό, Αθανάσιο Διάκο, Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, Πέτρο Μαυρομιχάλη, Μπουμπουλίνα, Οδυσσέα Ανδρούτσο, Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, Μάρκο Μπότσαρη, Καραΐσκάκη, Μακρυγιάννη, Γκούρα, κλπ.). Δίπλα τους παραθέτει ένα πλήθος άλλων γεγονότων της Επανάστασης, ενδεχομένως λιγότερο διαδεδομένων στο ευρύ κοινό σήμερα, με τρόπο που προκαλεί την αίσθηση στον θεατή ότι παρακολουθεί μία σκηνή από κινηματογραφική ταινία. Για παράδειγμα “Ο Γεωργάκης και οι δικοί του τινάσσονται στον αέρα στο Σέκκο”, “Ο Κεφάλας υψώνει τη σημαία της Ελευθερίας στα τείχη της Τριπολιτσάς”, “Ο Πανουργιάς κυριεύει τον Ακροκόρινθο”. Διέσωσε λοιπόν και λιγότερο γνωστά στιγμιότυπα ή μορφές του Αγώνα, και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος να τον ευχαριστούμε και να τον τιμούμε για την προσφορά του.

Ανάμεσα στα 39 θέματα, ξεχωρίζουν κάποιες παραστάσεις. Για παράδειγμα, η εικόνα “400 Ιερολοχίτες, πρόδρομοι του Ιερού Αγώνα, πέφτουν στο Δραγατσάνι”. Σε αυτήν την έξοχα σκηνοθετημένη σκηνή, οι εξιδανικευμένες, νεανικές μορφές των Ιερολοχιτών αντιπαραβάλλονται στα τυποποιημένα πρόσωπα των Οθωμανών κατακτητών. Οι ήρωες μαχητές παραπέμπουν περισσότερο σε πρότυπα αρχαίων Ελλήνων ή ευρωπαϊκές φυσιογνωμίες. Εδώ αναγνωρίζεται αφενός η φιλελληνική διάθεση του καλλιτέχνη, αφετέρου ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό πρόγραμμα, το οποίο θέλει να επικυρώσει τους συγγενικούς δεσμούς μεταξύ της Ελλάδας και της Βαυαρίας. Μένοντας πιστός σε αυτό το πρόγραμμα, ο Hess αφιερώνει θεματικά τις τρεις τελευταίες εικόνες της σειράς (αρ. 37-39) στους ελληνο-βαυαρικούς δεσμούς: “O Κωλέττης αναγγέλει στους Έλληνες την εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδος”, “Οι Έλληνες απεσταλμένοι στο Μόναχο προσφέρουν υποταγή στον Όθωνα” και “Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο”. Οι τρεις Έλληνες αντιπρόσωποι (Μιαούλης, Κ. Μπότσαρης, Πλαπούτας) που εικονίζει ο Hess στο δεύτερο έργο της τελευταίας ενότητας, εμφανίζονται και στο έργο του Philipp Foltz, “Ο βασιλέας Όθων της Ελλάδας αποχαιρετά την οικογένειά του” (Νέα Πινακοθήκη Μονάχου).

Τις παραπάνω εικόνες ολοκλήρωσε κατά την επάνοδό του στο Μόναχο. Πραγματοποίησε ένα δεύτερο ταξίδι στην Ελλάδα και ανέλαβε τη διακόσμηση της κεντρικής αίθουσας των ανακτόρων του Όθωνα, (το σημερινό κτήριο της Βουλής), με αντίγραφα αυτών των παραστάσεων. Μια πυρκαγιά στις 24 Δεκεμβρίου 1909 είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή τους. Κάποια αντίγραφα των θεμάτων του υπάρχουν στο Bayerisches Armeemuseum στο Ιngolstadt, καθώς και στην Εθνική Τράπεζα. Τα τελευταία φιλοτεχνήθηκαν το 1900 από τον ζωγράφο Νικόλαο Φερεκύδη, κατ´εντολή του τότε διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, Στέφανου Στρέιτ.

O Hess θεμελίωσε τις βάσεις για την “έντεχνη ιστοριογραφία” στην Ελλάδα. Από τον ίδιο επηρεάσθηκε έντονα ο Έλληνας ζωγράφος Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878) στην επιλογή και επεξεργασία των θεμάτων του. Ο Βρυζάκης μαθήτευσε κοντά του (1841) και εκτιμάται ως ο θεμελιωτής της “σχολής του Μονάχου”. Στο Μόναχο στράφηκαν και οι εξής Έλληνες ζωγράφοι, οι οποίοι εκπροσωπούν επίσης το ρεύμα του ακαδημαϊκού ρεαλισμού: Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904), Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), Νικόλαος Γύζης (1842-1901) και Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1907). Ο Γύζης παρέμεινε στη Γερμανία για να διδάξει στην Ακαδημία του Μονάχου. Η βαυαρική επίδραση οδήγησε επίσης στην ίδρυση του “Σχολείου των Τεχνών” (1836-1837) στην Αθήνα και έτσι άρχισε να συγκροτείται για πρώτη φορά μία καλλιτεχνική, εθνική σχολή στην Ελλάδα.

O Hess μετέβη το 1839 στη Ρωσία, όπου φιλοτέχνησε οκτώ μεγάλους πίνακες με τα πολεμικά γεγονότα του 1812, για λογαριασμό του τσάρου Αλεξάνδρου Β΄. Απεβίωσε στις 4 Απριλίου 1871 στο Μόναχο, όπου και βρίσκεται ο τάφος του.

 

Έλληνας ιερωμένος καταθέτει στεφάνι στον τάφο του Peter von Hess.

 

Εν ζωή τιμήθηκε το 1861 με τον Σταυρό του Ιππότη του Τάγματος της Αξίας του Βαυαρικού Στέμματος. Τιμήθηκε επίσης από το Τάγμα του Αγίου Μιχαήλ (Verdienstorden vom Heiligen Michael, 1838), το Βαυαρικό Μαξιμιλιανό Τάγμα για την Τέχνη και την Επιστήμη (Βayerischer Maximiliansorden für Wissenschaft & Kunst, 1853), αλλά και με ξένα μετάλλια, ως αξιωματικός, για παράδειγμα του Βελγικού Τάγματος του Leopold (Belgischer Leopoldsorden).

Ο Hess υπήρξε πρόσωπο υψηλού κύρους για τον Λουδοβίκο Α, ως στυλοβάτης των σχεδίων του στην Ελλάδα. Ως τέτοιο πρόσωπο τιμάται από τον ζωγράφο Wilhelm von Kaulbach (1805-1874) στη σειρά πινάκων του με θέμα την αναγέννηση των τεχνών στη Βαυαρία, δίπλα στον Γερμανό ζωγράφο Peter von Cornelius (1784-1867) και τον Γερμανό αρχιτέκτονα Joseph Daniel Ohlmüller (1791-1839), οι οποίοι στεγάζονται στη Νέα Πινακοθήκη του Μονάχου.

 

Peter von Hess, έγχρωμη λιθογραφία με το έργο του “Eίσοδος του Όθωνα στο Ναύπλιο την 25η Ιανουαρίου 1833” (συλλογή ΕΕΦ).

Peter von Hess, “Eίσοδος του Όθωνα στην Αθήνα”, λάδι σε καμβά.

Πίνακας αγνώστου ζωγράφου, “η βασιλική οικογένεια της Βαυαρίας θαυμάζει το έργο του Peter von Hess Eίσοδος του Όθωνα στο Ναύπλιο την 25η Ιανουαρίου 1833”, λάδι σε καμβά (συλλογή ΕΕΦ).

Peter von Hess, Βρύση στο Ναύπλιο, λάδι σε καμβά (συλλογή ΕΕΦ).

 

Η ΕΕΦ και οι Έλληνες, θα τιμούν και θα θυμούνται πάντα τον Peter von Hess ως τον Φιλέλληνα ρομαντικό εικονογράφο της μνήμης του Αγώνα μας για Ελευθερία και Ανεξαρτησία.

 

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • peter-von-hess.com
  • pinakothek.de
  • bavariagr.de
  • nationalgallery.gr
  • Bαμβακίδου, Ιφιγένεια, Κυρίδης, Αργύρης, Η νεοελληνική ταυτότητα στις φιλελληνικές οπτικές μαρτυρίες (19ος αιώνα): από την αντιληπτική ομοιότητα προς τις εννοιολογικές ομοιώσεις, στο: Διαπολιτισμικότητα, Παγκοσμιοποίηση και Ταυτότητες, Gutenberg 2008,
  • Fuhrmeister, Christian, Jooss, Birgit, (Hrsg.), Isar/Athen Griechische Künstler in München – Deutsche Künstler in Griechenland, Μόναχο 2008,
  • Παπανικολάου, Μιλτιάδης, Εικόνες από την Ελληνική Επανάσταση. Τα 39 πρωτότυπα σχέδια του ζωγράφου Peter von Hess (1792-1871),
  • Πυρπυρής, Π.,  Μια ανάγνωση της εικονογραφίας του 1821. Συμβολή στον οπτικό γραμματισμό. Αθήνα 2016,
  • Στεφανίδης, Μάνος, Ελληνομουσείον. Επτά Αιώνες Ελληνικής ζωγραφικής. Τόμος β´ Η εποχή της αθωότητας. Μίλητος, 2009.

 

 

H Mary Shelley (1797-1851) είναι ευρύτερα γνωστή ως η συγγραφέας του κλασικού μυθιστορήματος τρόμου Frankenstein ή ο Σύγχρονος Προμηθέας (1818), και ως σύζυγος του ρομαντικού ποιητή, Percy Bysshe Shelley. Λιγότερο γνωστή είναι η ηθική στήριξη της στην Ελληνική Επανάσταση και η ψυχική της ταύτιση με τον αγώνα των Ελλήνων για Ανεξαρτησία. Συμμετείχε στις ιδεολογικοπολιτικές ζυμώσεις γύρω από τον επονομαζόμενο “κύκλο της Πίζας”, ανέπτυξε μία προσωπική φιλία με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, και επηρέασε τον Λόρδο Βύρωνα στην ανάπτυξη της φιλελληνικής του στάσης και στην απόφασή του να μεταβεί στην Ελλάδα και να ταυτισθεί με τον αγώνα των Ελλήνων.

Γεννήθηκε στις 30 Αυγούστου 1797 στην περιοχή Somers town, στο Camden Τοwn του Λονδίνου, και ήταν κόρη του αναρχικού φιλοσόφου William Godwin (1756 – 1836) και της πρώιμης φεμινίστριας Mary Wollstonecraft (1759 – 1797), η οποία απεβίωσε μερικές ημέρες μετά τον τοκετό της κόρης της. Η Mary μεγάλωσε με δύο ετεροθαλείς αδελφές, την κατά τρία έτη μεγαλύτερή της, Fanny Imlay, από τη σχέση της απελθούσης μητέρας της με τον Gilbert Imlay, και τη Jane ή Claire, την οποία απέκτησε ο Godwin με την επόμενη σύζυγό του, Mary Jane Clairmont. Η Mary αναφέρεται ως η αγαπημένη κόρη του Godwin, με τον οποίον είχε μία ιδιαίτερη σχέση. Ο πατέρας της φρόντιζε αποκλειστικά για την ανατροφή και την κατ´οίκον εκπαίδευσή της. Αντίθετα οι σχέσεις με τη μητριά της ήταν προβληματικές. Από παιδί αγαπούσε τη μελέτη και να γράφει δικές της ιστορίες.

Ο William Godwin ήταν ο πνευματικός δάσκαλος του ποιητή Percy Shelley, ο οποίος επισκεπτόταν συχνά την οικία του από το 1812, και μάλιστα τον στήριζε οικονομικά ως μέντορά του. Εκεί ο Shelley γνώρισε τη Mary, σε μία περίοδο που ο γάμος του με τη Harriet Westbrook είχε προβλήματα. Σύντομα οι δύο νέοι άρχισαν να συναντιούνται στα κρυφά, κοντά στον τάφο της μητέρας της Mary Wollstonecraft. Όταν ο Godwin, οργισμένος από τα νέα, απαγόρευσε στον Shelley να τους επισκέπτεται, το ζευγάρι έφυγε για τη Γαλλία συνοδευόμενο από την αδελφή της Mary, Claire (28 Ιουλίου 1814). Από εκεί έφθασαν στην Ελβετία. Λίγο αργότερα η Claire γνωρίζει τον Λόρδο Βύρωνα και συνάπτει δεσμό μαζί του. Ο Βύρων γίνεται μέλος του στενού τους κύκλου στη Γενεύη, στη διάρκεια του δεύτερου ταξιδιού των Shelley το 1818.

Ακολουθούν μια σειρά από τραγικά γεγονότα. Η εγκυμονούσα Harriet Westbrook αυτοκτονεί, το ίδιο και η ετεροθαλής αδελφή της Mary, Fanny Imlay. Ακόμη, δύο από τα παιδιά που στο μεταξύ έχουν φέρει στον κόσμο η Mary και ο Percy, πεθαίνουν (William 1816-1819, Clara Everina 1817-1818). Θα επιζήσει το τρίτο τους παιδί, ο Percy Florence Shelley (1819-1889), ενώ η Mary θα χάσει άλλο ένα παιδί τους από αποβολή το 1822. Αυτές οι απώλειες στιγματίζουν την ψυχή της και θα βρουν την έκφρασή τους στα θέματα γέννηση / θάνατος / αναγέννηση, στα οποίο βασίζεται το γνωστότερο έργο της, Φράνκενσταιν (1818).

Το έναυσμα για τη σύνθεση του Φράνκενσταιν έχει δώσει στη Shelley o Λόρδος Βύρων, όσο κατοικούν σε διπλανά σπίτια στη λίμνη της Γενεύης. Κάποιο βράδυ, ενώ διασκεδάζουν με “ιστορίες φαντασμάτων”, ο Βύρων προτείνει να συνθέσει ο καθένας τους από μία σύντομη ιστορία τρόμου. Η Mary καταλήγει να γράψει κάτι πολύ περισσότερο από μια μικρή ιστορία. Στη συντροφιά βρίσκεται και ο γιατρός John William Polidori (1795-1821), συγγραφέας του “Βρικόλακα”, ο οποίος θα εμπνεύσει τη “βαμπιρική λογοτεχνία” πολλών συγγραφέων.

Oι Shelley θα επιστρέψουν στην Αγγλία, όπου αισθάνονται ωστόσο ανεπιθύμητοι στο παλιό τους περιβάλλον. Έτσι αναχωρούν εκ νέου με προορισμό την Ιταλία, μαζί με την Claire (11 Μαρτίου 1818), η οποία έχει φέρει εν τω μεταξύ στον κόσμο την κόρη του Βύρωνα, Alegra, και θέλει να τον συναντήσει στη Βενετία. Σταθμοί του οδοιπορικού τους είναι οι ιταλικές πόλεις Φλωρεντία, Ρώμη, τέλος η Πίζα, από όπου ο Percy συχνά μεταβαίνει στο Λιβόρνο και τη Λούκκα.

Η Πίζα αποτελεί τον σημαίνοντα σταθμό στην ανάδυση του φιλελληνισμού των Shelley. Στην πόλη αυτή σφυρηλατήθηκε μία συλλογική ταυτότητα για τους εκεί Έλληνες διανοουμένους. Εκεί ήλθαν σε επαφή με τον επονομαζόμενο κύκλο της Πίζας. Μία ομάδα ανθρώπων συσπειρωμένη γύρω από τον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας, Ιγνάτιο, η οποία επιδίωκε να έχει ενεργό ρόλο στα ελληνικά πράγματα. Μεταξύ των προσώπων που συσπειρώνονται γύρω του, βρίσκεται ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος φιλοξενείται στην οικία του Ιγνατίου, μαζί με τον ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά, και τον υιό του, Κωνσταντίνο. Ο “τουρμπανοφόρος”, όπως αποκαλούσαν τον Μαυροκορδάτο, φίλος των Shelley, αρχίζει να επηρεάζει το ζεύγος στη δική του γραμμή πολιτικής σκέψης. Η Mary φαίνεται να ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σχέση μαζί του, όπως φανερώνει μία σειρά – αδημοσίευτων γραμμάτων που αντάλλασαν. Οταν πληροφορήθηκαν το πέρασμα του Προύθου από τον Υψηλάντη, απηύθυναν από κοινού με τον σύζυγό της Percy, δύο επιστολές σε εφημερίδες της Αγγλίας υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης. Με αυτόν τον τρόπο έλαβαν δημοσίως θέση στην πατρίδα τους υπέρ της Ελλάδας.

Tην περίοδο της διαμονής τους στην Πίζα, ο Percy συνθέτει το αριστουργηματικό ποίημά του Hellas, στο οποίο οραματίζεται την αναγέννηση της Ελλάδας. Το αφιερώνει στον Μαυροκορδάτο, τον οποίον γνωρίζει ο Βύρων δια ζώσης, έπειτα από παρέμβαση του ζευγαριού. Οι ζυμώσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ Shelley – κύκλου της Πίζας – Bύρωνα, είχαν ως αποτέλεσμα τη μεταλαμπάδευση του ενθουσιασμού του ζεύγους για την ελληνική υπόθεση στον Bύρωνα, ο οποίος ως τότε ήταν απορροφημένος με το ιταλικό επαναστατικό κίνημα των καρμπονάρων. Εκτός από τον ελλαδικό χώρο, οι τρεις τους θα αναπτύξουν ένα ενδιαφέρον και για την Κωνσταντινούπολη.

Η Mary έγραφε με πάθος για την Ελλάδα και φρόντιζε να ενημερώνεται μέσω του κύκλου της για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα και στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και για τα τουρκικά αντίποινα σε Έλληνες. Στις 10 Απριλίου 1822, ημέρα που ο Percy έλαβε ένα αντίτυπο από το έργο του, Hellas που μόλις είχε τυπωθεί, η Mary έγραφε σε έναν φίλο της για τη σφαγή 4.000 Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη. Την ίδια περίοδο, το κεφάλι του νεκρού Αλή Πασά είχε σταλεί στον Σουλτάνο μετά τον θάνατό του. Η Mary αφηγείται τα πολεμικά γεγονότα που ακολούθησαν μεταξύ ελληνικού και τουρκικού στόλου, και με ενθουσιασμό συνειδητοποιεί ότι οι κάτοικοι του Μοριά γνωρίζουν καλά το σπαρτιατικό Ή ταν ή επί τας. Στα ημερολόγια της καταγράφει συχνά τις συνομιλίες που είχε με τον Μαυροκορδάτο, και οι περισσότερες καταχωρήσεις της ξεκινούν με την παραίνεση στον εαυτό της να διαβάζει ελληνικά (“read greek“). Δάσκαλός της στην εκμάθηση των ελληνικών, που, “όσο δύσκολα είναι, τόσο πλουσιοπάροχα ανταμείβουν κάποιον”, ήταν ο σύζυγός της, Percy. Σε κάποιο γράμμα της από τις 30 Νοεμβρίου 1821 αναφέρει τον όρκο που έχει δώσει με τον Percy να ταξιδεύσουν ή, ακόμη, να μετοικήσουν στην Ελλάδα, αν ελευθερωθεί.

Το όνειρο των Shelley δεν πραγματοποιήθηκε. Ο πρόωρος θάνατος του Percy Shelley από πνιγμό στις 8 Ιουλίου 1822, σημάδευσε με μία ακόμη τραγική απώλεια στη ζωή της Mary, η οποία έκτοτε θα γίνει θεματοφύλακας του έργου του. Ο φίλος του ζευγαριού, ο τυχοδιώκτης Eduard John Trelawny (1792-1881) απέσπασε την καρδιά του νεκρού φίλου του για να την παραδώσει στη χήρα του. Τα ήθη της εποχής δεν της επέτρεψαν να παραστεί στην τελετή αποτέφρωσης του.

Τον Φεβρουάριο του 1826 η Mary εκδίδει το πιο σκοτεινό της έργο, υπό τον τίτλο The Last Man, ένα κράμα επιστημονικής φαντασίας και γοτθικού μυθιστορήματος, όπου περιγράφει ένα εφιαλτικό, δυστοπικό μέλλον. Kατά τη διάρκεια της προσπάθειας των Ελλήνων να επανακτήσουν την Πόλη, μια επιδημία με προέλευση την Κωνσταντινούπολη ρημάζει τον μελλοντικό κόσμο. Μοναδικός επιζών είναι ο αφηγητής της ιστορίας, Lionel Verney, ο οποίος περιγράφει τη ζωή του προτού και αφότου γίνει “ο τελευταίος άνθρωπος” (The Last Man). Πρωταγωνιστεί ο ρομαντικός ιδεαλιστής Adrian, κόμης του Windsor, ο οποίος κινητοποιείται από τη φιλανθρωπία και την ανιδιοτέλειά του. H Mary πέτυχε να αποθανατίσει λογοτεχνικά τον αγαπημένο της Percy. Άλλο πρόσωπο του έργου είναι ο φιλόδοξος ευγενής, Lord Raymond, ο οποίος στρατεύεται πολεμικά στο πλευρό των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων. Είναι σαφές ότι η Mary Shelley απομνημονεύει τον φίλο της, Λόρδο Βύρωνα. Φαίνεται ότι για τη συγγραφέα, το τέλος του κόσμου περιλαμβάνει μία συντροφιά Φιλελλήνων, οι οποίοι πολεμούν για την ελληνική υπόθεση.

Ο “τελευταίος άνθρωπος”, ο Lionel, δεν είναι άλλος παρά η ίδια η συγγραφέας, η οποία έχει ζήσει την απώλεια κάθε αγαπημένου και κοντινού της προσώπου. Μερικές ημέρες μετά τον θάνατο του Βύρωνα (14 Μαΐου 1822) γράφει “νιώθω τον εαυτό μου ως το τελευταίο λείψανο μιας αγαπημένης φυλής, οι σύντροφοί μου εξαφανίστηκαν μπροστά μου”. Με αυτό της το έργο επιχειρεί να τιμήσει και απαθανατίσει την εποχή και τον κύκλο της.

Μετά την απώλεια του Percy, δεν παντρεύτηκε ξανά, παρά τις προτάσεις που δέχθηκε (από τον συγγραφέα Prosper Mérimée ή τον δραματουργό John Howard Payne). Η επιθυμία της ήταν “Ο τάφος της να αναγράφει Mary Shelley”, όπως ανέφερε στον φίλο της, Trealawny. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της ως αφοσιωμένη μητέρα του Percy Florence Shelley και θυγατέρα του Godwin, του οποίου η υγεία ήταν πλέον βεβαρυμένη. Από το 1838 και έπειτα υπέφερε από κρίσεις παράλυσης και πονοκεφάλους, σε βαθμό που δε μπορούσε να γράψει ή να διαβάσει. Απεβίωσε την 1η Φεβρουαρίου 1851, το πιθανότερο από εγκεφαλικό όγκο. Τάφηκε μαζί με την καρδιά του Percy στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου στο Bournemouth, κοντά στο Dorset. Στο Christchurch Priory της κομητείας του Dorset, τοποθετήθηκε ένα αναμνηστικό γλυπτό για τους Shelley, παραγγελία του Percy Florence Shelley και της νύφης της, Jane Shelley. Το μνημείο απεικονίζει τη Mary θρηνούσα τον νεκρό σύζυγο της.

 

Το μνημείο του Christchurch Priory στην κομητεία του Dorset, απεικονίζει τη Mary Shelley θρηνούσα τον νεκρό σύζυγο της.

H ζωή της Mary Shelley γυρίσθηκε σε κινηματογραφική ταινία. Δείτε εδώ το trailer.

 

Η ΕΕΦ και οι Έλληνες τιμούν την φλογερή Φιλελληνίδα, αγωνίσθηκε για να προβάλει τα δίκαια της Ελλάδας και που ενέπνευσε τον Λόρδο Βύρωνα να τα ταυτισθεί με την Ελληνική Επανάσταση.

 

Πηγές – βιβλιογραφία

  • Beaton, Roderick, From Ancient to Modern: Byron, Shelley, and the Idea of Greece Roderick Beaton, The Athens Dialogues. 2010 ; Vol. 1.
  • Λασκαράτος, Αναγνώστης, Τρεις άθεοι «φιλέλληνες»: Βύρωνας, Σέλλεϋ, Τρελώνη. Έρωτες, ποίηση, τυχοδιωκτισμός και Επανάσταση, Λόγος 11.09.2010 & 18.09.2010.
  • Spanidopoulos, John, Mary Shelley as a Philhellene, 20/03/20, honeyandhemlock.com.
  • Mary Wollstonecraft Shelley. August 30, 1797-February 1, 1851, people.brandeis.edu (βιογραφικό σημείωμα για την Mary Shelley από τον ιστότοπο του πανεπιστημίου Brandeis).

 

Santorre Annibale Derossi, κόμης του Pomerolo και κύριος του Santarosa. Πορτραίτο αγνώστου. Museo Nazionale del Risorgimento Italiano, Τορίνο.

 

Ο Santorre Annibale Derossi (1783-1825), κόμης του Pomerolo και κύριος του Santarosa, ήταν Ιταλός στρατιωτικός και Φιλέλληνας, ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Γεννήθηκε στο Savigliano από γονείς ευγενείς. Ο πατέρας του, Annibale Derossi, κόμης του Pomerolo και κύριος του Santarosa, υπηρετούσε ως συνταγματάρχης στο Στρατό του Βασιλείου του Πεδεμοντίου[1].

Ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση, o Santorre du Santarosa εντάχθηκε σε ηλικία μόλις 13 ετών, στο Σύνταγμα Γρεναδιέρων του Στρατού του Βασιλείου του Πεδεμοντίου[2]. Με την ένταξή του στο Σύνταγμα Γρεναδιέρων, έλαβε μέρος στη μάχη του Mondovi την 21η Απριλίου 1796, η οποία έληξε με νίκη των Γάλλων και οδήγησε στην ανακήρυξη της Δημοκρατίας του Πεδεμοντίου[3].

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καταφύγει η οικογένεια του Santarosa στην Σαρδηνία, την οποία δεν είχαν καταλάβει οι Γάλλοι και στην οποία είχε καταφύγει ο βασιλέας Κάρολος Εμμανουήλ Δ’[4]. Εκεί, ο Santorre du Santarosa και ο πατέρας του, συνέχισαν τη στρατιωτική τους υπηρεσία[5], μέχρι τον Ιούνιο του 1800, οπότε και πέρασαν μυστικά στην ηπειρωτική Ιταλία με το Σύνταγμα Γρεναδιέρων της Βασιλικής Φρουράς. Ο πατέρας Santarosa ήταν πλέον στρατηγός και επίτιμος διοικητής της[6].

Ο Santorre du Santarosa πολέμησε ηρωικά με τον βαθμό του υπολοχαγού, στη νικηφόρα για τους Γάλλους μάχη του Marengo, την 14η Ιουνίου 1800[7]. Εκεί έπεσε ηρωικά ο πατέρας του και αιχμαλωτίσθηκε ο ίδιος[8]. Μετά τη μάχη, η Γαλλική κυβέρνηση προσέφερε αμνηστία σε όσους είχαν πολεμήσει εναντίον της[9]. Ο Santarosa ελευθερώθηκε και παρέμεινε στο Τορίνο για να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο[10].

Με την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο του Τορίνο, ο Santarosa, ο οποίος παρά την αμνηστία του, παρέμενε πιστός στο Βασιλικό Οίκο του Πεδεμοντίου, άρχισε να ενδιαφέρεται για τα κοινά[11]. Έτσι, το 1807, εξελέγη δήμαρχος του Savigliano[12]. Στη συνέχεια, την περίοδο 1812 – 1814, διετέλεσε νομάρχης της La Spezia[13].

Με την αποκατάσταση του Βασιλείου του Πεδεμοντίου το 1814, ο Santarosa επανήλθε στο στρατό, ως λοχαγός του 1ου Τάγματος Γρεναδιέρων, του Συντάγματος της Βασιλικής Φρουράς. Από τη θέση του αυτή, πολέμησε εναντίον των Γάλλων στη νικηφόρα για τους Πεδεμόντιους, μάχη της Grenoble, την 6η Ιουλίου 1815[14].

Το 1816, ο Santarosa αποστρατεύθηκε και ανέλαβε καθήκοντα Πολιτικού Επιθεωρητή των Επαρχιακών Στρατευμάτων στο Υπουργείο Στρατιωτικών και Ναυτικών Υποθέσεων του Βασιλείου του Πεδεμοντίου[15]. Η προσφορά του από τη θέση αυτή, καθώς και η προηγούμενη στρατιωτική και διοικητική δράση του, οδήγησε την κυβέρνηση του Βασιλείου του Πεδεμοντίου, να τον τιμήσει την 16η Αυγούστου 1820, με την ανώτατη διάκριση του Μεγαλόσταυρου του Τάγματος των Αγίων Μαυρικίου και Λαζάρου[16].

Ο Santarosa συνδέθηκε από το 1819 με τον νεαρό διάδοχο του θρόνου, πρίγκιπα Κάρολο Αλβέρτο του Carignano[17], ο οποίος ήταν το μόνο μέλος του Βασιλικού Οίκου του Πεδεμοντίου που ενδιαφερόταν για την ένωση της Ιταλίας[18].

Παρέμενε διαρκώς σε επαφή με τον διάδοχο Κάρολο Αλβέρτο και με πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες, με σκοπό την οργάνωση της επανάστασης για την εκδίωξη των Αυστριακών από την Ιταλία, την ένωση της Ιταλίας και την ανακήρυξη συντάγματος[19]. Εν τέλει η επανάσταση αυτή αποφασίσθηκε να λάβει χώρα κατά τους πρώτους μήνες του 1821, καθώς οι Αυστριακοί αντιμετώπιζαν εξεγέρσεις στη Νάπολη[20].

Στις 6 Μαρτίου 1821, ο Santarosa και οι ηγέτες της επανάστασης έλαβαν τις τελικές αποφάσεις σε συμφωνία με τον διάδοχο Κάρολο Αλβέρτο[21], και η επανάσταση ξεκίνησε στις 10 Μαρτίου 1821, από τις στρατιωτικές μονάδες της Alessandria, του Vercelli και του Τορίνο[22].

Ο βασιλέας Βίκτωρ Εμμανουήλ Α’ παραιτήθηκε στις 13 Μαρτίου 1821 υπέρ του αδελφού του Καρόλου Φήλιξ[23], ο οποίος επανήλθε από την Montena, για να μην νομιμοποιήσει την επανάσταση. Ο νέος βασιλέας όρισε τον Κάρολο Αλβέρτο προσωρινό αντιβασιλέα, με αποστολή την παραχώρηση συντάγματος[24]. Τότε, ο Santarosa τοποθετήθηκε υπουργός Πολέμου στη νέα κυβέρνηση[25].

Στο μεταξύ, η επανάσταση έφερε στο προσκήνιο τους ριζοσπάστες Michele Gastone και Carlo Bianco, κόμη του Saint Jorioz, οι οποίοι διέφεραν ριζικά από τον Santarosa και τους συναγωνιστές του, καθώς υπεστήριζαν τους ακραίους Καρμπονάρους του Filippo Buonarroti[26]. Εξαιτίας της δράσης τους και της μεταστροφής του Καρόλου Φήλιξ υπέρ των Αυστριακών, η επανάσταση σύντομα εκφυλίσθηκε και η κυβερνητική συνοχή εμφάνισε σοβαρά ρήγματα. Ο αντιβασιλέας Κάρολος Αλβέρτος είχε χάσει τον έλεγχο[27]. Έτσι, ο Κάρολος Φήλιξ, τον ανάγκασε να παραιτηθεί και να τον ακολουθήσει δια της βίας στη Novarra στις 22 Μαρτίου 1822, όπου τον εξανάγκασε να αποκηρύξει την επανάσταση[28].

Τότε ο Santarosa, προειδοποίησε το λαό του Πεδεμοντίου για το ενδεχόμενο εμφυλίου πολέμου, εξαιτίας των Αυστριακών[29]. Η προοπτική εμφυλίου, και η αναμενόμενη καταστολή των επαναστατών από τους Αυστριακούς, παρέλυσε το υπουργικό συμβούλιο, που συνεδρίασε για τελευταία φορά, στις 9 Απριλίου 1821[30]. Κατά τη συνεδρίασε αυτή απέτυχε να οργανώσει μία τελευταία γραμμή άμυνας[31]. Έτσι, στις 25 Απριλίου 1821, ο Αυστριακός στρατός, σε συνεργασία με δυνάμεις πιστές στο βασιλέα Κάρολο Φήλιξ, εισέβαλλε στο Πεδεμόντιο και διέλυσε τους επαναστάτες[32]. Ο Santarosa και πολλοί συνεργάτες του, συνελήφθησαν από τους Αυστριακούς. Όμως χάρη στη βοήθεια του Πολωνού συνταγματάρχη του Αυστριακού Στρατού Schultz, καθώς και 30 φοιτητών της Θηρεσιανής Στρατιωτικής Ακαδημίας της Βιέννης και άλλων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, κατόρθωσαν να διαφύγουν[33].

Μετά την απόδρασή τους, ο Santarosa, ο Luigi Ornato, ο Ferdinando dal Pozzo και οι συναγωνιστές τους, πέρασαν από τη Γένοβα, τη Μασσαλία και τη Λυών και κατέληξαν στη Γενεύη της Ελβετίας. Από εκεί αποχώρησαν στις 19 Νοεμβρίου 1821, εξαιτίας της πίεσης των Αυστριακών και του βασιλέα του Πεδεμοντίου Καρόλου Φήλιξ[34]. Ο Santarosa έφθασε στο Παρίσι[35], όπου κυκλοφορούσε με το ψευδώνυμο Conti. Την περίοδο αυτή συνέγραψε τα απομνημονεύματά του από την επανάσταση στο Πεδεμόντιο[36]. Το Φεβρουάριο του 1822 με την άνοδο της κυβέρνησης Villèle στην εξουσία, ο Santarosa κατέφυγε στο Auteuil, στην οικία του φίλου του, φιλοσόφου Victor Cousin[37]. Από εκεί, κατέφυγε μετά από πολλές περιπέτειες, στο Λονδίνο, τον Οκτώβριο του 1822, όπου αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Είχε αποκοπεί από τη χώρα του και από την οικογένειά του, ενώ ήταν αδύνατο να εργασθεί, εξαιτίας της δομής της βρετανικής κοινωνίας της εποχής[38]. Έτσι, επιβίωνε διδάσκοντας ιταλικά και γαλλικά, αν και ήταν σαφές πως δεν του ταίριαζε ο ήρεμος βίος.

Το διάστημα αυτό, συνέχισε την αλληλογραφία με τον φίλο του Victor Cousin, ενώ κατά τα μέσα του 1823, συνδέθηκε με στενή φιλία, με τον εμβληματικό Φιλέλληνα ποιητή Ugo Foscolo και τον Φιλέλληνα Πεδεμόντιο στρατιωτικό, κόμη Giacinto Ottavio Enrico Provana di Collegno, ο οποίος ήταν και αυτός εξόριστος στο Λονδίνο από το 1821[39]. Ταυτόχρονα, ήρθε σε επαφή με το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου και συνδέθηκε με τον Λόρδο Βύρωνα.

Η φιλία του με τον Giacinto Collegno, τον μύησε στις θέσεις των Ελλήνων επαναστατών. Ο Santarosa ήταν ένας σημαντικός στρατιωτικός, αλλά παράλληλα, ένας ευγενής και ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος, λάτρης της Ελληνικής κλασσικής παιδείας. Αντίθετα ο Giacinto Collegno ήταν ένας κλασσικός στρατιωτικός.

Μάλιστα, έγραφε στο μετέπειτα συμπολεμιστή του Giacinto Collegno: «Αισθάνομαι αγάπη για την Ελλάδα. Είναι η πατρίδα του Σωκράτη. Ο ελληνικός λαός είναι γενναίος και καλός. Οι αιώνες σκλαβιάς δεν τους έχουν καταστρέψει τον καλό χαρακτήρα. Πιστεύω ότι η Ελλάδα είναι αδελφό έθνος». Οι Ιταλοί Φιλέλληνες είχαν αίσθηση της κοινής πολιτιστικής καταγωγής με τους Έλληνες, και αυτό προσέδιδε μία συμπληρωματική διάσταση στον Ιταλικό Φιλελληνισμό.

Οι ζυμώσεις αυτές με τους φιλελληνικούς κύκλους της Αγγλίας, τους οδήγησαν σύντομα στην Ελλάδα ως εθελοντές μαχητές στο πλευρό των Ελλήνων. Τον Σεπτέμβριο του 1824 ο Santarosa μετέβη μαζί με τον Collegno στο Nottingham, από όπου ταξίδευσαν με πλοίο, και έφθασαν στο Ναυπλίου στις 10 Δεκεμβρίου 1824[40].

Εκεί ο Santarosa εξετάσθηκε από επιτροπή υποδοχής Φιλελλήνων, η οποία αξιολογούσε τα κίνητρα των Φιλελλήνων αγωνιστών που αποβιβάζονταν στην επαναστατημένη Ελλάδα.

Στην επιτροπή αυτή, προΐσταντο ο πρόεδρος του Εκτελεστικού, Γεώργιος Κουντουριώτης και ο υπουργός των Εσωτερικών Παπαφλέσσας.

Το αίτημα του Santarosa αντιμετωπίσθηκε στην αρχή με καχυποψία, διότι ήταν εξόριστος και κυνηγημένος από την κυβέρνηση της πατρίδας του. Για τον λόγο αυτό είχε λάβει στο Λονδίνο, και υπέβαλε στην επιτροπή, μια συστατική επιστολή από τον Μαυροκορδάτο.

Όταν παρουσιάσθηκε φορούσε εντυπωσιακή στολή ανωτάτου αξιωματικού με τα παράσημά του. Ζήτησε να πολεμήσει υπό τη σημαία της Ελλάδας. Τα μέλη της Επιτροπής τον ενημέρωσαν ότι η διοίκηση δεν μπορούσε να προσφέρει καμιά αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Ο Santarosa απήντησε ότι γνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη και τον τελευταίο στρατιώτη και ότι δεν θα δεχόταν καμιά αμοιβή ακόμη και αν του το πρότειναν.

Στη συνέχεια ερωτήθηκε ποιόν βαθμό ήθελε να λάβει στον ελληνικό στρατό, και ποιόν βαθμό είχε στην χώρα του. Ο Santarosa απήντησε ότι ήταν «Στρατηγός και υπουργός των Στρατιωτικών», αλλά ότι θέλει να συμμετάσχει στην Ελλάδα ως απλός στρατιώτης, διότι την εποχή αυτή η Ελλάδα χρειαζόταν στρατιώτες.

Τότε η επιτροπή συνειδητοποίησε με ποιόν είχε να κάνει. Μάλιστα ο Κουντουριώτης  τον, ασπάσθηκε για την ευγένειά και την ανιδιοτέλειά του.

Και βέβαια η αξία και η εμπειρία αυτού του σημαντικού στρατιωτικού θα δικαιολογούσε ένα ανάλογο αξίωμα. Όμως η φήμη του Santarosa, και η δράση του στο Πεδέμοντιο, ανάγκασε τις ελληνικές αρχές να μην του απονείμουν κάποια υψηλόβαθμη θέση. Η Ελληνική διοίκηση, αλλά και οι κύκλοι των Φιλελλήνων διεθνώς, δεν ήθελαν να ταυτισθεί η Ελληνική Επανάσταση με κινήματα καρμπονάρων. Σημειώνουμε εδώ, ότι το Φιλελληνικό κομιτάτο του Λονδίνου , o  Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και οι εκπρόσωποι της ελληνικής διοίκησης στην Αγγλία (Ιωάννης Ορλάνδος και Ανδρέας Λουριώτης), διαβεβαίωναν τις Ελληνικές αρχές για την προέλευση και την στρατιωτική αξία του μεγάλου Φιλέλληνα.

O Santarosa ζήτησε να σταλεί άμεσα στην πρώτη γραμμή. Έπρεπε όμως να περιμένει τρείς μήνες για να ενταχθεί εν τέλει τον Μάρτιο 1825 εθελοντικά στον Ελληνικό στρατό ως απλός στρατιώτης, με το ψευδώνυμο «Derossi»[41].

Εν τω μεταξύ, το Φεβρουάριο του 1825 συμμετείχε στην πολιορκία των Πατρών[42]. Στη συνέχεια, περιηγήθηκε στην Επίδαυρο, την Αίγινα, την Αθήνα και τον Μαραθώνα, όπου εμψύχωνε τους κατοίκους, με πύρινους πατριωτικούς λόγους. Ο Santarosa, ο ευγενής, ανιδιοτελής και συνειδητοποιημένος αυτός Φιλέλληνας, έλεγε: «Αγαπώ την Ελλάδα με μια αγάπη που έχει κάτι το υπέροχο. …».

Εν τέλει, τον Μάρτιο του 1825, επέστρεψε στο Ναύπλιο[43]. Τον Απρίλιο 1825 εντάχθηκε στον τακτικό στρατό, και ακολουθούσε τον Κουντουριώτη και τον Μαυροκορδάτο στην εκστρατεία τους στην Πύλο.

Στις 19 Απριλίου 1825, η μονάδα του, η οποία αποτελείτο από 100 άνδρες, έφθασε στο Ναυαρίνο. Από εκεί, στις 21 Απριλίου 1825, πέρασε στη Σφακτηρία για να αναλάβει τη υπεράσπισή της, όπως είχε ζητήσει ο Αναγνωσταράς, ο οποίος ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και εκ των αρχηγών της άμυνάς της[44].

Πριν περάσει στη Σφακτηρία, ο Santarosa ως έμπειρος στρατιωτικός, εισηγήθηκε την άμεση επισκευή του κάστρου του Ναβαρίνου. Η ενέργεια αυτή θα επέτρεπε στους Έλληνες να αμυνθούν καλύτερα. Όμως δεν εισακούσθηκε από την Ελληνική Διοίκηση.

 

Μάχη της Σφακτηρίας. Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου, καθ’υπαγόρευσιν Μακρυγιάννη (συλλογή ΕΕΦ).

Η Σφακτηρία στην Πύλο

 

Η υπεράσπιση της Σφακτηρίας, ξεκίνησε, όταν στις 5 Μαΐου 1825, τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα υπό τον Ιμπραήμ Πασά ξεκίνησαν την επίθεσή τους στη νήσο[45]. Η καθοριστική φάση της πολιορκίας άρχισε στις 7 Μαΐου 1825, όταν και η εφεδρική δύναμη των 100 ανδρών στην οποία ανήκε ο Santarosa, ενεπλάκη στη μάχη, με τον ίδιο να πολεμά στην πρώτη γραμμή[46].

Ο Ιμπραήμ εκμεταλλεύθηκε την έλλειψη νερού, και έβαλλε κατ’ επανάληψιν κατά των αποκλεισμένων υπερασπιστών της Σφακτηρίας, οι οποίοι ήταν άπειροι στη μάχη εναντίον πυροβολικού, και άρχισαν να παραδίδονται[47]. Η μονάδα στην οποία ανήκε ο Santarosa, συνέχισε να ανθίσταται. Ο Santarosa πολέμησε ηρωικά μέχρι τέλους, και την επομένη, όταν η μονάδα του κυκλώθηκε, τραυματίσθηκε σοβαρά. Όμως  αρνήθηκε να παραδοθεί στους Τουρκοαιγύπτιους του Ιμπραήμ Πασά και συνέχισε να πολεμά όπως μπορούσε, μέχρι τη στιγμή που έπεσε νεκρός από σφαίρα Αιγυπτίου στρατιώτη του Ιμπραήμ[48]. Μαζί με τον Santarosa έπεσαν ηρωικά και οι αρχηγοί των Ελληνικών Δυνάμεων, Αναγνωσταράς και Αναστάσιος Τσαμαδός, καθώς και ο χιλίαρχος Σταύρος Σαχίνης[49].

Συνολικά, έπεσαν ηρωικά 350 από τους 800 υπερασπιστές της Σφακτηρίας.

Τελικά, η Σφακτηρία παραδόθηκε στους Τουρκοαιγυπτίους στις 13 Μαΐου 1825. Επακολούθησε  λαφυραγώγηση στα προσωπικά υπάρχοντα των πεσόντων, ανάμεσα τους και του Santarosa. Η Σφακτηρία ανακαταλήφθηκε προσωρινά και για λίγο, από τους Έλληνες στις 16 Μαΐου 1825[50]. Ενας παλιός συναγωνιστής του εντόπισε προσωπικά αντικείμενα του μεγάλου Φιλέλληνα και πληροφορήθηκε για τον θάνατό του.

Μετά την ανακατάληψη της Σφακτηρίας, ξεκίνησε η αναζήτηση του σώματος του μεγάλου Φιλέλληνα[51], κυρίως από τον συμμαχητή και φίλο του, Giacinto Ottavio Enrico Provana di Collegno, ο οποίος όμως, δεν μπόρεσε να εντοπίσει το σώμα του φίλου του. Το λείψανο του μεγάλου και ευγενούς Φιλέλληνα, εντοπίσθηκε μόλις το 1827, μετά την Ναυμαχία του Ναυαρίνου, όπου ο συνασπισμένος στόλος Βρετανίας, Ρωσίας και Γαλλίας, νίκησε τον Τουρκοαιγυπτιακό[52].

Με τη συμπλήρωση 100 ετών από το θάνατό του, τελέσθηκε τον Απρίλιο του 1925 στη Σφακτηρία, επίσημο μνημόσυνο και ανεγέρθη το Μνημείο του Santarosa προς τιμή του μεγάλου Φιλέλληνα, που έπεσε μαχόμενος ηρωικά για την Ελλάδα. Το μνημείο αυτό χαρακτηρίσθηκε το 2000 με επίσημο διάταγμα της Ελληνικής Κυβέρνησης, ιστορικό διατηρητέο μνημείο[53]. Η απόφαση έγραφε τα εξής:

«Χαρακτηρίζουμε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο και έργο τέχνης, που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1468/50, το μνημείο του Φιλέλληνα Σανταρόζα στην νήσο Σφακτηρία Ν. Μεσσηνίας, διότι είναι συνδεδεμένο με την νεοελληνική ιστορία και παρουσιάζει ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά και καλλιτεχνικά στοιχεία, όπως το ανάγλυφο της μορφής του Σανταρόζα, το ανθέμιο και το μικροπροσωπείο στο άνω τμήμα της μαρμάρινης στήλης».

 

Το άγαλμα του Santarosa στην γενέτειρά του στην Ιταλία

 

Ο Δήμος Αθηναίων έδωσε τιμητικά το όνομά του σε μία από τις οδούς της πόλης.

 

Η οδός Σανταρόζα στο σημείο που τέμνει την οδό Σταδίου στην Αθήνα.

 

Οδοί προς τιμήν του υπάρχουν και στις ακόλουθες πόλεις: Αγρίνιο, Ίλιον, Άνω Λιόσια, Αχαρνές, Γαργαλιάνοι, Ηλιούπολη Αττικής, Αργυρούπολη Αττικής, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Καλαμάτα, Κατερίνη, Κερατσίνι, Κοζάνη Λιβαδειά, Μεσσήνη, Μυτιλήνη, Νέες Παγασές, Νίκαια, Πάτρα και Πειραιάς.

Οι Έλληνες και η ΕΕΦ τιμούν τον ευγενή Φιλέλληνα και ήρωα Santorre Annibale Derossi, κόμη του Pomerolo και κύριο του Santarosa, ο οποίος αγωνίσθηκε με σεμνότητα, αυταπάρνηση και ανιδιοτέλεια για τα ιδανικά της ελευθερίας και του πολιτισμού, αφήνοντας την τελευταία του πνοή, μαχόμενος για την Ελληνική Ανεξαρτησία. Η θυσία του μεγάλου αυτού Φιλέλληνα αποτελεί γέφυρα φιλίας μεταξύ των λαών της Ελλάδας και της Ιταλίας.

 

Παραπομπές

[1] De Gubernatis, Angelo, “Santorre di Santa Rosa”, εκδ. Unione Tipografico Editrice Torinese, Τορίνο, 1860.
[2] Guerrini, Domenico, “La Brigata dei Granatieri di Sardegna”, εκδ. Roux & Viarengo, Τορίνο, 1902.
[3] Boycott-Brown, Martin, “The Road to Rivoli”, εκδ. Cassell & Co., Λονδίνο, 2001, σελ. 271.
[4] Manzotti, Teofilo, “Memorie storiche intorno a Carlo Emanuele IV, re di Sardegna, morto religioso nella Compagnia di Gesù“, εκδ. Tempesta, Ρώμη, 1912
[5] Boselli, Paolo, “Santorre di Santarosa”,εκδ. Nuova Antologia, Ρώμη, 1925.
[6] Τσερέζολε, Ερρίκος, “S antorre Derossi di Santarosa”, εκδ. Εστία, Αθήνα, 1925.
[7] Bestoso, Andrea, “Diario di Andrea Bestoso dal 1796 al 1856”, επιμ. Gabriele Serraferro, εκδ. Comune di Pontestura, Pontestura, 1996.
[8] Gandi, Pier Casimiro, “Biografia del Conte Santorre di Santarosa”, εκδ. Tipografia Saviglianese, Savigliano, 1925.
[9] Biancotti, A.,”Santorre di Santarosa”, εκδ. Casa Editrice Oberdan Zucchi, Μιλάνο, 1935.
[10] Ceva, Bianca, “Santorre di Santarosa”, εκδ. Casa Editrice Leonardo, Μιλάνο, 1943.
[11] Gali, Lorenzo, “Santarosa”, εκδ. Edizioni Garzanti, Μιλάνο, 1946.
[12] Scotta, G., “Santorre di Santa Rosa Sindaco di Savigliano”, εκδ. Universita degli Studi di Torino, Τορίνο, 1975, σελ. 211.
[13] Gullino, A. “Ricerche storico-giuridiche sulla famiglia Santa Rosa e la sua Biblioteca”, εκδ. Universita degli Studi di Torino, Τορίνο, 1996, σελ. 33.
[14] Ferrara, Αrnaldo, “Storia documentale dell’Arma dei Carabinieri”, εκδ. Comando dell’Arma dei Carabinieri, Ρώμη, 2004, α’ τόμος, σελ. 102.
[15] Ambroggio, Giulio, “Santorre di Santa Rosa nella Restaurazione piemontese”, εκδ. Edizioni Pintore, Τορίνο, 2007.
[16] Cavallotti, Felice, “Martirologio italiano”, εκδ. Sonzogno, Μιλάνο, 1898.
[17] Di Santarosa, Santorre, “Ricordi 1818-1824 (Torino, Svizzera, Parigi, Londra)”, εκδ. Olschki, Φλωρεντία, 1998.
[18] Συλλογικό, “L’altro Piemonte nell’età di Carlo Alberto”, εκδ. Fondazione Cassa Risparmio, Alessandria, 2001, α’ τόμος, σελ. 273.
[19] Di Santarosa, Santorre, “Storia della rivoluzione piemontese del 1821”, εκδ. Presso Tutti I Librai, Τορίνο, 1850.
[20] Pepe, Guglielmo, “Relazione delle circostanze relative agli avvenimenti politici e militari in Napoli nel 1820 e 1821”, εκδ. Presso I Principali Libraji, Παρίσι, 1822.
[21] Bertoldi, Silvio, “Il re che tentò di fare l’Italia. Vita di Carlo Alberto di Savoia”, εκδ. Rizzoli, Μιλάνο, 2000.
[22] Bendiscioli, Mario, Gallia, Andriano, “Documenti di storia contemporanea: 1815-1970”, εκδ. Mursia, Μιλάνο, 1972.
[23] Perrero, Domenico, “Gli ultimi reali di Savoia del ramo primogenito ed il principe Carlo Alberto di Carignano: Studio storico su documenti inediti”, εκδ. F. Casanova, Τορίνο, 1889.
[24] Montanelli, Indro, “L’Italia giacobina e carbonara. (1789-1831)”, εκδ. Rizzoli, Μιλάνο, 1971.
[25] Di Santarosa, Santorre, “Storia della rivoluzione piemontese del 1821”, εκδ. Presso Tutti I Librai, Τορίνο, 1850.
[26] Federici, Libero, “L’egualitarismo di Filippo Buonarroti”, εκδ. Il Prato, Πάδοβα, 2007.
[27] Perrero, Domenico, “Gli ultimi reali di Savoia del ramo primogenito ed il principe Carlo Alberto di Carignano: Studio storico su documenti inediti”, εκδ. F. Casanova, Τορίνο, 1889.
[28] Bendiscioli, Mario, Gallia, Andriano, “Documenti di storia contemporanea: 1815-1970”, εκδ. Mursia, Μιλάνο, 1972.
[29] Συλλογικό, “Santorre di Santa Rosa e la rivoluzione mancata in Piemonte nel 1821”, εκδ. Museo Tipografico Rondani, Carmagnola, 2011.
[30] Bendiscioli, Mario, Gallia, Andriano, “Documenti di storia contemporanea: 1815-1970”, εκδ. Mursia, Μιλάνο, 1972.
[31] Montanelli, Indro, “L’Italia giacobina e carbonara. (1789-1831)”, εκδ. Rizzoli, Μιλάνο, 1971.
[32] Di Santarosa, Santorre, “Ricordi 1818-1824 (Torino, Svizzera, Parigi, Londra)”, εκδ. Olschki, Φλωρεντία, 1998.
[33] Di Santarosa, Santorre, “Storia della rivoluzione piemontese del 1821”, εκδ. Presso Tutti I Librai, Τορίνο, 1850.
[34] Di Santarosa, Santorre, “Lettere dall’esilio (1821-1825)”, επιμ. A. Olmo, εκδ. Istituto per la Storia del Risorgimento Italiano, Ρώμη, 1969.
[35] Ottolenghi, Leone, “Vita, studii e lettere inedite di Luigi Ornato “, εκδ. Loeschner, Τορίνο, 1878.
[36] Di Santarosa, Santorre, “Storia della rivoluzione piemontese del 1821”, εκδ. Presso Tutti I Librai, Τορίνο, 1850.
[37] Di Santarosa, Santorre, “Lettere dall’esilio (1821-1825)”, επιμ. A. Olmo, εκδ. Istituto per la Storia del Risorgimento Italiano, Ρώμη, 1969.
[38] Campbell Walker Wicks, Margaret, “The Italian exiles in London, 1816-1848”, εκδ. Manchester University Press, Manchester, 1937.
[39] Provana di Collegno, Giacinto Ottavio Enrico, “Diario dell’assedio di Navarino. Memorie di Giacinto Collegno precedute da un ricordo biografico dell’autore scritto da Massimo d’Azeglio”, επιμ. A. Mauri, εκδ. Pelazza, Τορίνο, 1857, σελ.22.
[40] Barth, Wilhelm, Kehrig-Korn, Max, “Die Philhellenenzeit.Von der Mitte des 18. Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias’ am 9. Oktober 1831”, εκδ. Max Hueber Verlag, Μόναχο, 1960, σελ. 214.
[41] St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence“, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008, σελ.256.
[42] Birtachas, Stathis, “Solidarietà e scambi ideologico-culturali italo-ellenici in epoca risorgimentale: l’emigrazione politica italiana nelle Isole Ionie e in Grecia”, εκδ. περ. “Mediterranea. Ricerche storiche“, Παλέρμο, Δεκέμβριος 2012, τεύχος 26, σελ. 469.
[43] Μπίρταχας, Στάθης, “Εκφάνσεις του ιταλικού φιλελληνισμού κατά τη δεκαετία του 1820“, εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα, 2015, σελ. 385.
[44] Barth, Wilhelm, Kehrig-Korn, Max, “Die Philhellenenzeit.Von der Mitte des 18. Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias’ am 9. Oktober 1831”, εκδ. Max Hueber Verlag, Μόναχο, 1960, σελ. 214.
[45] Βλ. στο ίδιο.
[46] Συλλογικό, “Italy on the Rimland. Storia Militare diuna Penisola Eurasiatica”, εκδ. Società Italiana di Storia Militare, Ρώμη, 2019, α’ τόμος, σελ. 150.
[47] Βλ. στο ίδιο.
[48] Βλ. στο ίδιο.
[49] Τσαμαδός, Αναστάσιος, “Ιστορικά Ημερολόγια Ελληνικών Ναυμαχιών του 1821”, εκδ. Διον. Καραβίας, Αθήνα, 2007.
[50] Μακρυγιάννης, Ιωάννης, “Αρχεία Νεωτέρας Ιστορίας. Αρχείον του στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη”, επιμ. Γ. Βλαχογιάννης, εκδ. Σ.Κ.Βλαστός, Αθήνα, 1907, α’ τόμος, σελ. 194.
[51] Provana di Collegno, Giacinto Ottavio Enrico, “Diario dell’assedio di Navarino. Memorie di Giacinto Collegno precedute da un ricordo biografico dell’autore scritto da Massimo d’Azeglio”, επιμ. A. Mauri, εκδ. Pelazza, Τορίνο, 1857, σελ. 56.
[52] Φωκάς, Δημήτριος, “Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου”, εκδ. περ. “Ναυτική Επιθεώρησις”, Αθήνα, 1927.
[53] “Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”, ΦΕΚ 1018/10, Αύγουστος 2000, Αθήνα.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Boycott-Brown, Martin, “The Road to Rivoli”, εκδ. Cassell & Co., Λονδίνο, 2001.
  • Bestoso, Andrea, “Diario di Andrea Bestoso dal 1796 al 1856”, επιμ. Gabriele Serraferro, εκδ. Comune di Pontestura, Pontestura, 1996.
  • Guerrini, Domenico, “La Brigata dei Granatieri di Sardegna”, εκδ. Roux & Viarengo, Τορίνο, 1902.
  • Manzotti, Teofilo, “Memorie storiche intorno a Carlo Emanuele IV, re di Sardegna, morto religioso nella Compagnia di Gesù“, εκδ. Tempesta, Ρώμη, 1912.
  • De Gubernatis, Angelo, “Santorre di Santa Rosa”, εκδ. Unione Tipografico Editrice Torinese, Τορίνο, 1860.
  • Boselli, Paolo, “Santorre di Santarosa”, εκδ. Nuova Antologia, Ρώμη, 1925.
  • Τσερέζολε, Ερρίκος, “Santorre Derossi di Santarosa”, εκδ. Εστία, Αθήνα, 1925.
  • Gandi, Pier Casimiro, “Biografia del Conte Santorre di Santarosa”, εκδ. Tipografia Saviglianese, Savigliano, 1925.
  • Biancotti, A.,”Santorre di Santarosa”, εκδ. Casa Editrice Oberdan Zucchi, Μιλάνο, 1935.
  • Ceva, Bianca, “Santorre di Santarosa”, εκδ. Casa Editrice Leonardo, Μιλάνο, 1943.
  • “Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”, ΦΕΚ 1018/10, Αύγουστος 2000, Αθήνα.
  • Gali, Lorenzo, “Santarosa”, εκδ. Edizioni Garzanti, Μιλάνο, 1946.
  • Scotta, G., “Santorre di Santa Rosa Sindaco di Savigliano”, εκδ. Universita degli Studi di Torino, Τορίνο, 1975.
  • Gullino, A. “Ricerche storico-giuridiche sulla famiglia Santa Rosa e la sua Biblioteca”, εκδ. Universita degli Studi di Torino, Τορίνο, 1996.
  • Ferrara, Αrnaldo, “Storia documentale dell’Arma dei Carabinieri”, εκδ. Comando dell’Arma dei Carabinieri, Ρώμη, 2004, α’ τόμος.
  • Συλλογικό, “Italy on the Rimland. Storia Militare di una Penisola Eurasiatica”, εκδ. Società Italiana di Storia Militare, Ρώμη, 2019, α’ τόμος.
  • Provana di Collegno, Giacinto Ottavio Enrico, “Diario dell’assedio di Navarino. Memorie di Giacinto Collegno precedute da un ricordo biografico dell’autore scritto da Massimo d’Azeglio”, επιμ. A. Mauri, εκδ. Pelazza, Τορίνο, 1857.
  • Συλλογικό, “L’altro Piemonte nell’età di Carlo Alberto”, εκδ. Fondazione Cassa Risparmio, Alessandria, 2001, α’ τόμος.
  • Barth, Wilhelm, Kehrig-Korn, Max, “Die Philhellenenzeit.Von der Mitte des 18. Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias’ am 9. Oktober 1831”, εκδ. Max Hueber Verlag, Μόναχο, 1960.
  • Ambroggio, Giulio, “Santorre di Santa Rosa nella Restaurazione piemontese”, εκδ. Edizioni Pintore, Τορίνο, 2007.
  • Cavallotti, Felice, “Martirologio italiano”, εκδ. Sonzogno, Μιλάνο, 1898.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence“, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008.
  • Di Santarosa, Santorre, “Ricordi 1818-1824 (Torino, Svizzera, Parigi, Londra)”, εκδ. Olschki, Φλωρεντία, 1998.
  • Di Santarosa, Santorre, “Storia della rivoluzione piemontese del 1821”, εκδ. Presso Tutti I Librai, Τορίνο, 1850.
  • Pepe, Guglielmo, “Relazione delle circostanze relative agli avvenimenti politici e militari in Napoli nel 1820 e 1821”, εκδ. Presso I Principali Libraji, Παρίσι, 1822.
  • Bertoldi, Silvio, “Il re che tentò di fare l’Italia. Vita di Carlo Alberto di Savoia”, εκδ. Rizzoli, Μιλάνο, 2000.
  • Bendiscioli, Mario, Gallia, Andriano, “Documenti di storia contemporanea: 1815-1970”, εκδ. Mursia, Μιλάνο, 1972.
  • Perrero, Domenico, “Gli ultimi reali di Savoia del ramo primogenito ed il principe Carlo Alberto di Carignano: Studio storico su documenti inediti”, εκδ. F. Casanova, Τορίνο, 1889.
  • Montanelli, Indro, “L’Italia giacobina e carbonara. (1789-1831)”, εκδ. Rizzoli, Μιλάνο, 1971.
  • Federici, Libero, “L’egualitarismo di Filippo Buonarroti”, εκδ. Il Prato, Πάδοβα, 2007.
  • Ottolenghi, Leone, “Vita, studii e lettere inedite di Luigi Ornato “, εκδ. Loeschner, Τορίνο, 1878.
  • Di Santarosa, Santorre, “Lettere dall’esilio (1821-1825)”, επιμ. A. Olmo, εκδ. Istituto per la Storia del Risorgimento Italiano, Ρώμη, 1969.
  • Campbell Walker Wicks, Margaret, “The Italian exiles in London, 1816-1848”, εκδ. Manchester University Press, Manchester, 1937.
  • Φωκάς, Δημήτριος, “Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου”, εκδ. περ. “Ναυτική Επιθεώρησις”, Αθήνα, 1927.
  • Μακρυγιάννης, Ιωάννης, “Αρχεία Νεωτέρας Ιστορίας. Αρχείον του στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη”, επιμ. Γ. Βλαχογιάννης, εκδ. Σ. Κ. Βλαστός, Αθήνα, 1907, α’ τόμος.
  • Συλλογικό, “Santorre di Santa Rosa e la rivoluzione mancata in Piemonte nel 1821”, εκδ. Museo Tipografico Rondani, Carmagnola, 2011.
  • Τσαμαδός, Αναστάσιος, “Ιστορικά Ημερολόγια Ελληνικών Ναυμαχιών του 1821”, εκδ. Διον. Καραβίας, Αθήνα, 2007.
  • Birtachas, Stathis, “Solidarietà e scambi ideologico-culturali italo-ellenici in epoca risorgimentale: l’emigrazione politica italiana nelle Isole Ionie e in Grecia”, εκδ. περ. “Mediterranea. Ricerche storiche“, Παλέρμο, Δεκέμβριος 2012, τεύχος 26.
  • Μπίρταχας, Στάθης, “Εκφάνσεις του ιταλικού φιλελληνισμού κατά τη δεκαετία του 1820 “, εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα, 2015.

 

Ιταλός αξιωματικός της μεγάλης στρατιάς του Ναπολέοντος

 

Ο Pietro Tarella (1781 – 1822), ήταν Ιταλός στρατιωτικός και Φιλέλληνας. Εκ των πρώτων οργανωτών τακτικού στρατού στην Ελλάδα και ήρωας της μάχης του Πέτα.

Γεννήθηκε στο Τορίνο, αλλά η καταγωγή των γονέων του Francesco Tarella και Margherita Minuti, ήταν από το Cannero[1].

Η βιβλιογραφία δεν μας παρέχει στοιχεία για τα πρώτα έτη της ζωής του. Γνωρίζουμε ότι το 1805 κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός του Πεζικού στο στρατό του νεοσύστατου Βασιλείου της Ιταλίας, το οποίο ιδρύθηκε από τον Ναπολέοντα με αντιβασιλέα τον Eugene de Beauharnais[2].

Ως αξιωματικός του στρατού του Βασιλείου της Ιταλίας, ήταν στέλεχος της Μεγάλης Στρατιάς του Ναπολέοντος κατά τους Ναπολεοντείους Πολέμους[3]. Υπηρέτησε το 1805 ως αξιωματικός φρουράς στο Στενό της Μάγχης και προήχθη σε υπολοχαγό[4]. Στη συνέχεια, το Μάρτιο του 1807, έλαβε μέρος στην πολιορκία του Kolberg της Πρωσίας, όπου προήχθη σε λοχαγό β’ τάξεως επ’ ανδραγαθία[5].

Από τις 5 Μαΐου ως τις 29 Ιουνίου 1811, έλαβε μέρος στη νικηφόρα για τους Γάλλους πολιορκία της Tarragona στην Ισπανία[6]. Στις 25 Οκτωβρίου 1811, πολέμησε στη νικηφόρα για το Γαλλικό Στρατό μάχη του Saguntum, όπου προήχθη σε λοχαγό α’ τάξεως[7]. Η προαγωγή αυτή, καθώς και οι διοικητικές ικανότητες που επέδειξε μέχρι τη μάχη του Saguntum, οδήγησαν τον αντιβασιλέα της Ιταλίας Eugene de Beauharnais, να εγκρίνει την τοποθέτηση του Tarella στο επιτελείο του[8].

Ως επιτελικός αξιωματικός πλέον, ο Tarella, στις 2 Μαΐου 1813, έλαβε μέρος στη νικηφόρα για τους Γάλλους, μάχη του Lützen στη Σαξονία[9]. Εκεί προήχθη σε ταγματάρχη επ’ ανδραγαθία[10].

Στις 8 Φεβρουαρίου 1814 έλαβε χώρα η μάχη του Mincio της Λομβαρδίας εναντίον των Αυστριακών. Η μάχη αυτή απετέλεσε το ουσιαστικό τέλος του Βασιλείου της Ιταλίας ως κρατικής οντότητας[11]. Έτσι ο Tarella τοποθετήθηκε στο Γαλλικό Στρατό και έλαβε μέρος στη μάχη του Βατερλώ στις 18 Ιουνίου 1815[12].

Μετά την Γαλλική ήττα στο Βατερλώ και την παραίτηση του Ναπολέοντος από το Γαλλικό θρόνο στις 22 Ιουνίου 1815, ο Tarella επέστρεψε στο Τορίνο[13]. Εκεί τοποθετήθηκε στο Γενικό Επιτελείο του Στρατού του Πεδεμοντίου με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη[14].

Στη συνέχεια ο Tarella συμμετείχε στα φιλελεύθερα κινήματα της χώρας του, με αποτέλεσμα να αποστρατευθεί λόγω της δράσης του αυτής.

Με την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, ο Tarella είναι από τους πρώτους Φιλέλληνες που αποφασίζει να μεταβεί στην Ελλάδα και να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Αναχώρησε από την Τεργέστη και έφθασε στην Ελλάδα (στην Υδρα) στις 7 Ιουνίου 1821[15], με το ίδιο πλοίο που μετέφερε τον Δημήτριο Υψηλάντη, τον σπουδαίο Φιλικό Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, τον ηρωικό Γάλλο Φιλέλληνα Joseph Baleste και τον σημαίνοντα Ιταλό Φιλέλληνα, επίλαρχο Andrea Dania, στο ταξίδι από την Τεργέστη[16].

Στις 2 Ιουλίου 1821, τοποθετείται υπασπιστής του Δημητρίου Υψηλάντη και λαμβάνει μέρος στην μάχη για την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς. Όταν ολοκληρώθηκαν οι επιχειρήσεις, ο Tarella, ο Βρετανός επιτελάρχης του Υψηλάντη και σημαίνων Φιλέλληνας Thomas Gordon, οι περισσότεροι Φιλέλληνες, και ο ίδιος ο Υψηλάντης, ανέλαβαν άλλες αποστολές και δεν παρέστησαν στην είσοδο των Ελλήνων στην Τριπολιτσά, στις 23 Σεπτεμβρίου 1821[17].

Μετά την κατάληψη της Τριπολιτσάς, ο Tarella, επέστρεψε στην Ιταλία, με στόχο να μυήσει περισσότερους συμπατριώτες του στο Φιλελληνικό Κίνημα, και να προμηθευθεί πολεμοφόδια για τους αγωνιζόμενους Έλληνες και Φιλέλληνες[18]. Αντίθετα, ο Dania έμεινε στην Ελλάδα και έλαβε μέρος στην πρώτη επιχείρηση για την απελευθέρωση του Ναυπλίου, η οποία έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 1821[19].

Αφού ολοκλήρωσε την αποστολή του στην Ιταλία, ο Tarella επανήλθε στην Ελλάδα, στις 3 Ιανουαρίου 1822[20]. Εκεί ανέλαβε την αποστολή της συγκρότησης του Πεζικού του πρώτου Τακτικού Στρατού στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον Νόμο  “Περί Οργανώσεως του Στρατού “, τον οποίο ψήφισε το Βουλευτικό στο Ναύπλιο, την 1η Απριλίου 1822 και που απετέλεσε τη βάση της μετέπειτα στρατιωτικής νομοθεσίας[21].

Ο Tarella ανέλαβε διοικητής στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού, με άμεσο συνεργάτη του, τον Andrea Dania, διοικητή του Τάγματος Φιλελλήνων. Ο γενικός διοικητής του Τακτικού Στρατού, ήταν ο σημαίνων Γερμανός Φιλέλληνας Στρατηγός, κόμη Karl Friedrich Leberecht von Normann-Ehrenfels. Η πρώτη αποστολή του Τακτικού Στρατού ήταν η λύση της πολιορκίας του Σουλίου από τις Οθωμανικές δυνάμεις, το αποτέλεσμα της οποίας θα ήταν η αναζωπύρωση του Αγώνα στην Ήπειρο, η περαιτέρω ενίσχυση των Ελληνικών Δυνάμεων με έμπειρα κι αξιόμαχα στελέχη, καθώς και η απομάκρυνση του κινδύνου της άμεσης καθόδου των Οθωμανών για την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης προς τον νότο[22].

Οι Normann, Tarella και Dania αντιμετώπιζαν αρκετά στρατηγικά ζητήματα. Για παράδειγμα, οι αποφάσεις και οι κινήσεις ήταν αργές. Αντί να κινηθούν οι Έλληνες και οι Φιλέλληνες ταχέως προς την Άρτα, χωρίς να επιτρέψουν στους Τούρκους τη συγκέντρωση στρατεύματος που θα τους έδινε στρατηγικό πλεονέκτημα, άφησαν να χαθεί πολύτιμος χρόνος. Από την μία οι Τούρκοι συγκέντρωναν ανενόχλητοι δυνάμεις, όταν από την άλλη, ο Ελληνικός στρατός άρχιζε να αντιμετωπίζει ασθένειες και έλλειψη τροφίμων. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα ήταν η συμπεριφορά των ατάκτων. Και ιδιαίτερα του οπλαρχηγού Μπακόλα. Επίσης, υπήρξε προβληματισμός για το πως θα ενσωματώνονταν στο σχέδιο της μάχης, μονάδες ατάκτων. Μάλιστα ήδη πολλές ημέρες πριν την έναρξη της πορείας προς την Άρτα, φημολογείτο πως ο Μπακόλας τηρούσε μία παράξενη στάση και ότι είχε σχέση με τους Τούρκους. Ήταν βέβαια αδύνατο να πιστέψει κανείς, ότι ένας Έλληνας θα πρόδιδε τον αγώνα των συμπατριωτών του[23].

Οι Ελληνικές δυνάμεις ήρθαν σε επαφή με τους Τούρκους στο Κομπότι, στις 22 Ιουνίου 1822. Το πολεμικό σχέδιο προέβλεπε ότι, “οι Φιλέλληνες, ως τακτικοί στρατιώτες, δεν πρέπει ν’ αναζητούν τις κορυφές των βουνών για να αμύνονται άνετα, αλλά να μένουν στα σπουδαία και επικίνδυνα σημεία και να μη χάνουν την ευκαιρία να αναμετρηθούν με τον εχθρό”[24]. Κατόπιν αυτού, το 1ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον Tarella και το Τάγμα των Φιλελλήνων υπό τον Dania, τοποθετήθηκαν σε κρίσιμα σημεία στους πρόποδες των υψωμάτων. Η εχθρική επίθεση αποκρούσθηκε επιτυχώς και οι Τούρκοι υποχώρησαν προς την Άρτα με σοβαρές απώλειες[25].

 

Αναπαράσταση της μάχης στο Κομπότι. Έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, παραγγελία του Στρατηγού Μακρυγιάννη (Συλλογή ΕΕΦ).

 

Από το Κομπότι οι Φιλέλληνες, ήδη καταπονημένοι από κόπωση, ασθένειες, πείνα και δίψα, έφυγαν εσπευσμένα με νυχτερινή πορεία προς το Πέτα, όπου μετακινούνταν οι Τούρκοι. Εκεί συγκεντρώθηκαν και οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις, και άρχισε η προετοιμασία της μάχης.

Στο πολεμικό συμβούλιο των αρχηγών ανέκυψαν διαφωνίες για δύο ζητήματα: 1) Για τη θέση του τακτικού στρατού σε σχέση με τους ατάκτους. Δηλαδή, ποιοι θα αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή και ποιοι τα μετόπισθεν, και 2) για το αν έπρεπε ή όχι να χρησιμοποιηθούν οχυρώματα (ταμπούρια). Για το πρώτο επικράτησε η άποψη να τοποθετηθούν οι δυνάμεις κυκλικά γύρω από το Πέτα. O Normann δυσαρεστήθηκε από την απόφαση αυτή και αντιλαμβανόμενος τη μειονεκτική θέση της ελληνικής πλευράς, ένιωσε την υποχρέωση να εκθέσει τις ανησυχίες του με επιστολή προς τον Μαυροκορδάτο[26]. Ο Μαυροκορδάτος, αν και ήταν ο αρχηγός των Ελληνικών δυνάμεων, απουσίαζε από το πεδίο της μάχης. Είχε εγκαταστήσει το αρχηγείο του στη Λαγκάδα, έξι ώρες μακριά από το Πέτα[27]. Στην επιστολή του ο Normann τόνιζε ότι οι τακτικοί στρατιώτες αριθμούσαν πλέον μόλις 515[28]. Επίσης σημείωνε ότι φοβόταν ότι ο Μπακόλας θα εγκατέλειπε τη θέση του και ότι οι υπόλοιποι άτακτοι δεν θα ήταν σε θέση να βοηθήσουν. Ο Μαυροκορδάτος δεν πείστηκε και το σχέδιο μάχης δεν άλλαξε. Και έτσι, για λόγους ευγενείας, οι Φιλέλληνες αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή[29].

Μετά τη διαφωνία των αρχηγών σχετικά με τα οχυρώματα, επικράτησε η άποψη ότι έπρεπε να κατασκευαστούν. Όπως μάλιστα βεβαιώνουν πολλές πηγές, τα “ταμπούρια” χρησιμοποιήθηκαν και από Φιλέλληνες. Πρόκειται για μία σπάνια περίπτωση κατά την οποία Ευρωπαίοι στρατιώτες πολέμησαν με τον “ελληνικό τρόπο”. Δηλαδή, με τις μεθόδους των ατάκτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Φιλέλληνες είχαν ένα διαφορετικό κώδικα γενναιότητας και τιμής, ο οποίος προκύπτει από μία θέση που αποδίδεται στον Dania : «τα ταμπούρια μας είναι τα στήθη μας»[30].

Έγιναν και άλλα λάθη όμως, τα οποία οφείλονταν στην έλλειψη πλήρους ελέγχου από πλευράς των Φιλελλήνων αξιωματικών. Μετά την μάχη στο Κομπότι, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης με το Σώμα του, επέστρεψε στην Πελοπόννησο, έπειτα από εντολή τού πατέρα του, πράγμα για το οποίο κατακρίθηκε[31]. Την ίδια στιγμή, αναχώρησαν 1.200 μαχητές προς τον βορρά, για να βοηθήσουν τους Σουλιώτες. Μαζί τους ήταν οι Μάρκος Μπότσαρης, Καρατάσος, Αγγελής Γάτσος, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Αλεξάκης Βλαχόπουλος και Αντρέας Ίσκος. Οι 1.200 αυτοί μαχητές δεν μπόρεσαν καν να πλησιάσουν το Σούλι. Οι Τούρκοι τους σταμάτησαν στο χωριό Πλάκα στις 29 Ιουνίου 1822 και τους συνέτριψαν. Όσοι επέζησαν επέστρεψαν στο Πέτα. O Γώγος Μπακόλας παρέσυρε τον Μάρκο Μπότσαρη να κινηθεί προς το Σούλι, και μόλις αυτός ξεκίνησε, ειδοποίησε τους Τούρκους για να τον παγιδεύσουν στην Πλάκα[32].

Την ημέρα της μάχης του Πέτα, έφθασε επίσης στην Σπλάντζα ένα Σώμα Μανιατών με τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη για να βοηθήσει τους Έλληνες, το οποίο όμως δεν εντάχθηκε και πάλι σωστά σε ένα ενιαίο στρατηγικό σχέδιο. Ένα σώμα Σουλιωτών έφθασε εκεί και ενώθηκε μαζί τους, για να αντιμετωπίσουν τις Τουρκικές δυνάμεις που εστάλησαν για να τους απωθήσουν. Στην μάχη αυτή εφονεύθη ο ίδιος ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης[33].

Όλες αυτές οι κινήσεις ήταν εκτός γενικού συντονιστικού σχεδίου, και δυσχέραιναν το έργο των Ελληνικών δυνάμεων που θα αντιμετώπιζαν την κύρια επίθεση των Τούρκων. Και πάλι όμως, παρά τον μικρό αριθμό τους, οι δυνάμεις αυτές μπορούσαν ακόμη να νικήσουν.

Στις 16 Ιουλίου 1822 τα χαράματα ξεκίνησε η επίθεση των τουρκικών δυνάμεων που είχαν φθάσει από την Άρτα (7.000 με 8.000). Ο Normann ξύπνησε τους άνδρες, τους εμψύχωσε με θερμά λόγια και επιθεώρησε έφιππος όλες τις θέσεις.

 

Αναπαράσταση της μάχης του Πέτα. Έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, παραγγελία του Στρατηγού Μακρυγιάννη (Συλλογή ΕΕΦ).

 

Στην αρχή οι δυνάμεις των Φιλελλήνων και το Τακτικό Σώμα απωθούσαν τα πολυάριθμα στρατεύματα των εχθρών με μεγάλη επιτυχία. Οι διαρκείς και συντονισμένες βολές θέριζαν τους επιτιθέμενους. Το κλειδί της επιτυχίας στον τρόπο αυτό του πολέμου, είναι οι στρατιώτες να παραμένουν ψύχραιμοι, να γεμίζουν διαρκώς και γρήγορα τα όπλα τους, να πυροβολούν με ομοβροντίες, και κυρίως να κρατούν τη θέση τους, χωρίς να επιτρέπουν ρήγμα στις τάξεις τους. Το 1ο Σύνταγμα Πεζικού και το Τάγμα των Φιλελλήνων αποτελούσαν ένα αδιαπέραστο τείχος, καθώς η εκπαίδευση του Baleste απέδιδε τους καρπούς της[34].

Δυστυχώς όμως ξαφνικά συνέβη το μοιραίο. Ο οπλαρχηγός Μπακόλας και οι άνδρες του εγκατέλειψαν προδοτικά τις θέσεις τους, με αποτέλεσμα οι τουρκικές δυνάμεις να προσβάλλουν τα νώτα του 1ου Συντάγματος Πεζικού και του Τάγματος Φιλελλήνων[35]. Ο Tarella προσπαθούσε να εμψυχώσει τους άνδρες του Συντάγματός του. Περικυκλώθηκε από τους επιτιθέμενους Τούρκους και βρήκε τραγικό θάνατο (τον αποκεφάλισαν)[36].

Τότε τέθηκε επικεφαλής του 1ου Συντάγματος Πεζικού ο ίδιος ο στρατηγός Normann, ο εμβληματικός Φιλέλληνας, και το οδήγησε πάλι στη μάχη, με συγκλονιστικά λόγια: “Για τη σωτηρία των Φιλελλήνων! Νίκη ή θάνατος!”. Στην έφοδο που ακολούθησε, δέχθηκε μια σφαίρα στο στήθος και μεταφέρθηκε στα μετόπισθεν για να αντιμετωπισθεί το σοβαρό τραύμα του[37]. Προοδευτικά το Σύνταγμα άρχισε να υποχωρεί και αποτελούσε πλέον εύκολο στόχο για τους Τούρκους ιππείς. Οι Φιλέλληνες είχαν εγκαταλειφθεί από όλες τις δυνάμεις των ατάκτων. Οι δυνάμεις των Φιλελλήνων και Επτανησίων, γνώρισαν μία θλιβερή και άδικη πανωλεθρία. Περικυκλώθηκαν από τον εχθρό σε ένα εκτεθειμένο σημείο και αποδεκατίσθηκαν.

Ακολούθησαν συγκλονιστικές σκηνές απίστευτου ηρωισμού. Ο Dania που εμψύχωνε έφιππος τους στρατιώτες του Τάγματος Φιλελλήνων μέχρι το τέλος, περικυκλώθηκε από Τούρκους, οι οποίοι τον αποκεφάλισαν όπως και τον Tarella[38]. Δεκαπέντε Πολωνοί, με αρχηγό τους τον Πολωνό αξιωματικό Mierzewski, συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο κέντρο του Πέτα και πολέμησαν με απίστευτη γενναιότητα, φθάνοντας να μάχονται ακόμη και στην σκεπή της εκκλησίας. Σκοτώθηκαν όλοι ηρωικά[39]. Μάλιστα οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά στη σκεπή του ναού για να τους κάψουν ζωντανούς όταν κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να τους καταβάλλουν. Ένας Γάλλος αξιωματικός, ο Mignac (ο οποίος είχε συγκρουσθεί με Γερμανούς φιλέλληνες κατά την διάρκεια της εκστρατείας), πολέμησε και αυτός με μοναδική γενναιότητα Ομηρικών αναλογιών. Οι Τούρκοι επιχειρούσαν να τον συλλάβουν ζωντανό επειδή φορούσε εντυπωσιακή στολή και θεωρούσαν ότι αυτός ήταν ο στρατηγός Normann, αρχηγός των Φιλελλήνων. Ο Mignac αρνήθηκε να παραδοθεί και μαχόταν γενναία. Στο τέλος, σοβαρά τραυματισμένος στο πόδι, επειδή δεν μπορούσε να σταθεί, στηρίχθηκε στον κορμό μίας ελιάς για να παραμείνει όρθιος και μαχόμενος συνεχώς προς όλες τις κατευθύνσεις, εξουδετέρωσε δεκατέσσερεις Τούρκους. Το σώμα του ήταν γεμάτο πληγές, και όταν έσπασε το σπαθί του, αυτοκτόνησε κόβοντας τον λαιμό του[40].

Από τους εθελοντές του τακτικού σώματος σκοτώθηκαν 160 Επτανήσιοι και Φιλέλληνες (το ένα τρίτο). Πολλοί ήταν και οι αιχμάλωτοι, που οδηγήθηκαν στην Άρτα και θανατώθηκαν αφού βασανίσθηκαν και εξευτελίσθηκαν με φρικτό τρόπο. Πολλοί Φιλέλληνες υποχρεώθηκαν να περπατούν επί ώρες γυμνοί, κρατώντας στα χέρια τους τα κομμένα κεφάλια των συντρόφων τους[41].

Οι λίγοι επιζήσαντες συγκεντρώθηκαν στη Λαγκάδα, ανάμεσά τους και η τραγική φιγούρα της ημέρας, ο ευγενής και γενναίος στρατηγός Normann. Όπως και μετά τη μάχη στο Κομπότι, έτσι και αυτή τη φορά έφθασε στο στρατόπεδο τελευταίος πάνω στο ετοιμοθάνατο άλογό του και παρουσιάστηκε στον Μαυροκορδάτο στον οποίο ανέφερε τα εξής: “Τα χάσαμε όλα, Υψηλότατε, εκτός απ’ την τιμή μας![42]. Το 1ο Σύνταγμα Πεζικού, το Τάγμα των Φιλελλήνων, και εκατοντάδες ενθουσιώδεις Ευρωπαίοι Φιλέλληνες, και Επτανήσιοι, δεν υπήρχαν πια.

 

Μνημείο στο Πέτα, στην μνήμη των πεσόντων Φιλελλήνων στην μάχη του Πέτα

 

Η Ελλάδα και η ΕΕΦ τιμούν την ηρωική μνήμη του Pietro Tarella και των γενναίων συναγωνιστών του, οι οποίοι αγωνίσθηκαν μέχρις εσχάτων για την Ελευθερία της Ελλάδος και τρέφουν αιώνια ευγνωμοσύνη για την θυσία τους.

 

Παραπομπές

[1] Συλλογικό, “Tarella, Pietro”, εκδ. Α Spese Degli Editori, Φλωρεντία, 1853.
[2] Miller, E.J., “The Napoleonic Kingdom of Italy”, εκδ. περ. “The British Museum Quarterly“, Λονδίνο, 1967, τεύχος 31.
[3] Gregory, Desmond, “Napoleon’s Italy“, εκδ. Associated University Presses, Plainsboro, 2001.
[4] Elting, John R., “Swords Around A Throne: Napoleon’s Grand Armee“, εκδ. Free Press, Νέα Υόρκη, 1988.
[5] Horward, Donald D., “Napoleonic military history:a bibliography“, εκδ. Garland Publishing, Νέα Υόρκη, 1986, σελ. 639.
[6] Gates, David, “The Spanish Ulcer: A History of the Peninsular War“, εκδ. Pimlico, Λονδίνο, 2002.
[7] Smith, Digby, “The Napoleonic Wars Data Book “, εκδ. Greenhill, Λονδίνο, 1998.
[8] Φορνέζης, Ερρίκος, “Οι Φιλέλληνες”, εκδ. περ. “Εβδομάς”, Αθήνα, 1884, σελ. 125.
[9] Chandler, David G., “The Campaigns of Napoleon. The mind and method of history’s greatest soldier“, εκδ. Simon and Schuster, Νέα Υόρκη, 2009, σελ. 1120.
[10] Φορνέζης, Ερρίκος, “Οι Φιλέλληνες”, εκδ. περ. “Εβδομάς”, Αθήνα, 1884, σελ. 125.
[11] Uffindell, Andrew, “Great Generals of the Napoleonic Wars“, εκδ. Spellmount Ltd., Stroud, 2003.
[12] Stites, Richard, “The Four Horsemen: Riding to Liberty in Post-Napoleonic Europe“, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 2014.
[13] Βλ. στο ίδιο.
[14] Φορνέζης, Ερρίκος, “Οι Φιλέλληνες”, εκδ. περ. “Εβδομάς”, Αθήνα, 1884, σελ. 125.
[15] Πρασσά, Αννίτα, “Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του 1821”, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα, 1999.
[16] Ξάνθος, Εμμανουήλ, “Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 1996, σελ. 168.
[17] Persat, Maurice, “Memoires du Commandant Persat, 1806 à 1844”, εκδ. Librairie Plon, Παρίσι, 1910, σελ. 87-88.
[18] Nada, Narciso, “La Partecipazione degli Italiani alla Guerra di Indipendenza Ellenica. Risorgimento Greco e Filellenismo Italiano: Lotte, cultura, arte”, εκδ. Edizioni del Sole, Ρώμη, 1986, σελ. 89.
[19] Συλλογικό, “Italy on the Rimland. Storia Militare di una Penisola Eurasiatica“, εκδ. Società Italiana di Storia Militare, Ρώμη, 2019, 1ος τόμος, σελ. 143.
[20] “Τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1857, α’ τόμος, σελ. 272.
[21] Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, “Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού”, εκδ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Αθήνα, 1997.
[22] “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 1, φακ. 197, σελ. 254.
[23] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος, σελ. 177.
[24] Βυζάντιος Χρήστος, “Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833”, εκδ. Κ. Αντωνιάδου, Αθήνα, 1874, σελ. 203.
[25] Συλλογικό, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, 12ος τόμος, σ. 232.
[26] “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 2, φακ. 548, σελ. 135.
[27] Φωτιάδης, Δημήτρης, “Η Επανάσταση του ’21”, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1971, β’ τόμος, σελ. 211.
[28] Βλ. στο ίδιο.
[29] Woodhouse, Christopher Montague, “The Philhellenes”, εκδ. Fairleigh Dickinson University Press, Madison 1971.
[30] Βλ. στο ίδιο.
[31] Κολοκοτρώνης, Γενναίος, “Απομνημονεύματα”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2006.
[32] Voutier, Olivier, “Απομνημονεύματα του συνταγματάρχη Olivier Voutier από τον πόλεμο των Ελλήνων”, μετ. Ειρήνη Τζουρά, επιμ. Παναγιώτα Παναρίτη, εκδ. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα, 2019.
[33] Περραιβός, Χριστόφορος, “Πολεμικά Απομνημονεύματα. Μάχες του Σουλίου και της Ανατολικής Ελλάδας 1820 -1829”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2003, σελ. 160.
[34] St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008, σελ. 277.
[35] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος,σελ. 178.
[36] St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008.
[37] Gridley Howe, Samuel, “An Historical Sketch of the Greek Revolution”, εκδ. White, Gallaher & White, Νέα Υόρκη, 1828, σελ.
[38] Fassino, Pier Giorgio, “Andrea Dania”, εκδ. περ.”Accademia Urbense”, Ovada, Σεπτέμβριος 2006, σελ. 188.
[39] Τράιμπερ, Ερρίκος, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822- 1828”, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960, σελ. 136.
[40] Raybaud Maxime, “Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance, accompagnés de plans topographiques, avec une introduction historique par Alph. Rabbe”, εκδ. Tournachon-Molin Libraire, Παρίσι, 1824, τόμος 1.
[41] Βλ. στο ίδιο.
[42] Βλ. στο ίδιο.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Συλλογικό,  “Tarella, Pietro“, εκδ. Α Spese Degli Editori, Φλωρεντία, 1853
  • Miller, E.J., “The Napoleonic Kingdom of Italy“, εκδ. περ. “The British Museum Quarterly “, Λονδίνο, 1967, τεύχος 31.
  • Gregory, Desmond, “Napoleon’s Italy“, εκδ. Associated University Presses, Plainsboro, 2001.
  • Elting, John R., “Swords Around A Throne: Napoleon’s Grand Armee“, εκδ. Free Press, Νέα Υόρκη, 1988.
  • Horward, Donald D., “Napoleonic military history: a bibliography“, εκδ. Garland Publishing, Νέα Υόρκη, 1986.
  • Gates, David, “The Spanish Ulcer: A History of the Peninsular War“, εκδ. Pimlico, Λονδίνο, 2002.
  • Smith, Digby,  “The Napoleonic Wars Data Book“, εκδ. Greenhill, Λονδίνο, 1998.
  • Φορνέζης, Ερρίκος,  “Οι Φιλέλληνες“, εκδ. περ. “Εβδομάς“, Αθήνα, 1884.
  • Chandler, David G., “The Campaigns of Napoleon. The mind and method of history’s greatest soldier“, εκδ. Simon and Schuster, Νέα Υόρκη, 2009.
  • Uffindell, Andrew, “Great Generals of the Napoleonic Wars“, εκδ. Spellmount Ltd., Stroud, 2003.
  • Stites, Richard, “The Four Horsemen: Riding to Liberty in Post-Napoleonic Europe“, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 2014.
  • Πρασσά, Αννίτα, “Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του 1821“, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα, 1999.
  • Ξάνθος, Εμμανουήλ, “Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας“, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 1996.
  • Persat, Maurice, “Memoires du Commandant Persat. 1806 à 1844“, εκδ. Librairie Plon, Παρίσι, 1910.
  • Nada, Narciso, “La Partecipazione degli Italiani alla Guerra di Indipendenza Ellenica. Risorgimento Greco e Filellenismo Italiano: Lotte, cultura, arte“, εκδ. Edizioni del Sole, Ρώμη, 1986.
  • Συλλογικό, “Italy on the Rimland. Storia Militare di una Penisola Eurasiatica“, εκδ. Società Italiana di Storia Militare, Ρώμη, 2019, 1ος τόμος.
  • “Τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας“, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1857, α’ τόμος.
  • Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, “Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού“, εκδ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Αθήνα, 1997.
  •  “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου“, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 1.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence“, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008.
  • Voutier, Olivier, “Απομνημονεύματα του συνταγματάρχη Olivier Voutier από τον πόλεμο των Ελλήνων“, μετ. Ειρήνη Τζουρά, επιμ. Παναγιώτα Παναρίτη, εκδ. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα, 2019.
  • Κολοκοτρώνης, Γενναίος, “Απομνημονεύματα“, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2006.
  • Περραιβός, Χριστόφορος, “Πολεμικά Απομνημονεύματα. Μάχες του Σουλίου και της Ανατολικής Ελλάδας 1820 -1829“, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2003.
  • Συλλογικό, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους“, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, 12ος τόμος.
  • Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως“, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος.
  • Fassino, Pier Giorgio, “Andrea Dania“, εκδ. περ. “Accademia Urbense“, Ovada, Σεπτέμβριος 2006.
  • Gridley Howe, Samuel, “An Historical Sketch of the Greek Revolution“, εκδ. White, Gallaher & White, Νέα Υόρκη, 1828.
  • Raybaud Maxime, “Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance, accompagnés de plans topographiques, avec une introduction historique par Alph. Rabbe“, εκδ. Tournachon-Molin Libraire, Παρίσι, 1824, τόμος 1.
  • “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου“, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 2.
  • Βυζάντιος Χρήστος, “Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833“, εκδ. Κ. Αντωνιάδου, Αθήνα, 1874.
  • Φωτιάδης, Δημήτρης, “Η Επανάσταση του ’21“, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1971, β’ τόμος.
  • Woodhouse, Christopher Montague, “The Philhellenes“, εκδ. Fairleigh Dickinson University Press, Madison 1971.
  • Τράιμπερ, Ερρίκος, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822- 1828“, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960.

 

 

Ο George Finlay (1799-1875), ήταν Βρετανός Φιλέλληνας που αγωνίσθηκε στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, σημαίνων ιστορικός και νομικός.

Γεννήθηκε στο Faversham του Kent, από Σκώτους γονείς. Ο πατέρας του John Finlay, ήταν αξιωματικός του Βρετανικού Στρατού με τον βαθμό του λοχαγού του Μηχανικού. Μεταξύ άλλων ήταν επιθεωρητής του τοπικού κρατικού πυριτιδοποιείου[1].

Ο Finlay έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια, καθώς το 1802, σε ηλικία μόλις 3 ετών έμεινε ορφανός από πατέρα[2]. Έτσι, μετακόμισε στην Γλασκώβη με την μητέρα του, όπου τέθηκαν υπό την προστασία του θείου του, Kirkman Finlay (1773-1842), επιχειρηματία και πολιτικού[3].

Η αγάπη του Finlay για την ιστορία, ιδιαίτερα της αρχαιότητας, ξεκίνησε από την παιδική του ηλικία και υπό την επιρροή της μητέρας του[4]. Ίσως εκεί, τέθηκαν τα θεμέλια του κατοπινού Φιλελληνισμού του, ο οποίος αποδείχθηκε έμπρακτα με την συμμετοχή του στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 και με την μόνιμη εγκατάστασή του στην Αθήνα, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος.

Κατά την περίοδο 1815 – 1819, ο Finlay σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, από όπου έλαβε το πτυχίο του[5]. Στη συνέχεια, το 1821 εγγράφηκε στο Georg-August-Universität του Göttingen της Σαξονίας για μεταπτυχιακές σπουδές στο ρωμαϊκό δίκαιο. Εκεί τον βρήκε η έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, της οποίας ασπάσθηκε τα μηνύματα πλήρως, καθότι πέραν της λατρείας του στην ιστορία, είχε επηρεασθεί ήδη από την ποίηση και το έργο του Λόρδου Βύρωνος[6].

Αυτό είχε ως συνέπεια να εγκαταλείψει τον Ιανουάριο του 1823 τις σπουδές του στο Göttingen, και να επιστρέψει στη Μεγάλη Βρετανία[7]. Αν και δεν έγινε μέλος της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, η οποία ιδρύθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1823, συνδέθηκε στενά με τον Λόρδο Βύρωνα, ο οποίος ανήκε στα ιδρυτικά μέλη της[8].

Η προσωπική φιλία με τον Βύρωνα, η αγάπη στην ιστορία και ο ουσιώδης Φιλελληνισμός που διακατείχε τον Finlay, τον οδήγησαν τον Οκτώβριο του 1823, να μεταβεί στην Ελλάδα. Έτσι, τον Νοέμβριο του 1823 έφθασε στην υπό βρετανική διοίκηση Κεφαλλονιά. Εκεί τον υποδέχθηκε ο Λόρδος Βύρων, ο οποίος φιλοξενείτο στην οικία του κόμη Δελαδέτσιμα, φίλου του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου και τροφοδότη της φρουράς του Μεσολογγίου[9].

Στη συνέχεια, το Δεκέμβριο του 1823 ο Finlay εγκαθίσταται στον Πύργο της Ηλείας, όπου ταυτόχρονα με την καταγραφή των γεγονότων του Αγώνα, αφοσιώθηκε στην εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας και στη μελέτη της ιστορίας και των αρχαιοτήτων[10]. Όμως, εξαιτίας του υγρού κλίματος της περιοχής, τον Οκτώβριο του 1824 νόσησε από ελώδη πυρετό. Προκειμένου να αναρρώσει, μετέβη στην Ρώμη το Νοέμβριο του 1824, και παρέμεινε εκεί ως τον Φεβρουάριο του 1825[11].

Από το Φεβρουάριο ως τον Μάιο του 1825, διέμεινε στη Νάπολη και στην Σικελία, όπου ανέκαμψε πλήρως[12]. Τον Ιούνιο του 1825, επέστρεψε στη Μεγάλη Βρετανία και εγκαταστάθηκε στο κάστρο Toward της κομητείας Argyllshire, το οποίο ανήκε στην οικογένεια του θείου του Kirkman Finlay[13]. Εκεί, αφοσιώθηκε στη μελέτη, με σκοπό να τελειώσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου[14].

Τελικά, τον χειμώνα του 1825, έλαβε το μεταπτυχιακό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου[15]. Αμέσως μετά, ανέλαβε Φιλελληνική δράση. Μεταξύ άλλων, συνέγραφε φυλλάδια, με τα οποία ενημέρωνε τη Βρετανική κοινή γνώμη για την κατάσταση στην Ελλάδα[16].

Κατά τη δεύτερη περίοδο της Φιλελληνικής του δράσης, ο Finlay συνδέθηκε στενά από τον Απρίλιο του 1826, με τον εμβληματικό Φιλέλληνα και Εθνικό Ευεργέτη της Ελλάδος, πλοίαρχο Frank Abney Hastings. Την περίοδο αυτή, ο Hastings είχε αγοράσει στο όνομά του, για λογαριασμό της Ελληνικής κυβέρνησης, το ατμοκίνητο πλοίο “Καρτερία”. Το πρώτο μηχανοκίνητο πολεμικό πλοίο του Ελληνικού Στόλου, που ναυπηγήθηκε και εξοπλίσθηκε στα ναυπηγεία “Greenland Dock” του Λονδίνου. Το πλοίο αγοράσθηκε στο όνομα του Hastings για διπλωματικούς λόγους. Πράγματι, δεν ήταν δυνατόν να αγοράσει επίσημα την εποχή αυτή Επαναστατική (και άρα παράνομη) κυβέρνηση πολεμικό πλοίο που θα χρησιμοποιούσε εναντίον μίας νόμιμης χώρας. Μάλιστα ο Hastings διέθεσε μεγάλο τμήμα της προσωπικής του περιουσίας για να εξοπλίσει την ‘’Καρτερία ‘’με εξοπλισμό που είχε σχεδιάσει ο ίδιος[17]. Ο Finlay παρακολουθούσε τις ενέργειες αυτές μαζί με τον Hastings.

Παράλληλα, μέσω του Hastings, o Finlay ήρθε σε επαφή και με τον ναύαρχο Thomas Cochrane, 10ο κόμη του Dundonald, κατοπινό αρχηγό του Ελληνικού Ναυτικού. Ο Cochrane αποτελούσε την εποχή εκείνη ένα θρύλο, εξαιτίας της πολεμικής και πολιτικής του δράσης κατά τους Ναπολεοντείους Πολέμους, καθώς και λόγω της συμβολής του στην απελευθέρωση των νοτιοαμερικανικών χωρών από την ισπανική και πορτογαλική κυριαρχία, την περίοδο 1818 – 1824, και η προοπτική της ανάμειξής του στην Ελληνική Επανάσταση άνοιγε νέες προοπτικές στον αγώνα των Ελλήνων[18].

Η φιλία του Finlay με τον Hastings, ο αποδεδειγμένος Φιλελληνισμός του, αλλά και η πείρα του από την Ελληνική ζωή, συνέβαλαν στην τοποθέτησή του ως γραμματέα του Hastings. Από τη θέση αυτή, έλαβε μέρος στην πλειονότητα των ναυτικών επιχειρήσεων της περιόδου 1826 – 1827.

Τον Ιούλιο του 1826, όταν η “Καρτερία” είχε καταπλεύσει στο Cagliari της Σαρδηνίας και αντιμετώπισε μηχανικά προβλήματα, ο Finlay (μετά από εντολή του Hastings), επέστρεψε εσπευσμένα στο Λονδίνο, με σκοπό τη στρατολόγηση μηχανικών και την αγορά ανταλλακτικών[19].

Η σημαντική αυτή αποστολή ολοκληρώθηκε με επιτυχία, οι μηχανικές βλάβες αποκαταστάθηκαν, και η “Καρτερία” έφθασε στο Ναύπλιο, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1826. Εκεί το εμβληματικό αυτό πλοίο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους Έλληνες, και η Ελληνική Διοίκηση το παρέλαβε επίσημα από τον Hastings[20].

Λίγες ημέρες μετά, υψώθηκε η Ελληνική σημαία στην “Καρτερία”, και ξεκίνησε η δεύτερη περίοδος της δράσης του Finlay στην Ελλάδα, ο οποίος υπηρετούσε πλέον σε αυτήν.

Στις 5 Φεβρουαρίου 1827, συμμετείχε στην υποστήριξη της απόβασης στον Πειραιά των Ελληνικών Δυνάμεων υπό τον σημαίνοντα Βρετανό Φιλέλληνα στρατηγό Thomas Gordon, καθώς και στο βομβαρδισμό του Αγίου Σπυρίδωνος. Μ την επιχείρηση αυτή καταστράφηκαν τα 3 από τα 5 πυροβόλα μεγάλου διαμετρήματος, τα οποία είχαν εγκαταστήσει εκεί οι Τούρκοι, προκαλώντας απώλειες στις Ελληνικές δυνάμεις[21].

Τον Μάρτιο του 1827, έλαβε μέρος στον αποκλεισμό της Ερέτριας και στην επιχείρηση του Ωρωπού, την οποία διηύθυνε ο σημαντικός Βαυαρός Φιλέλληνας, στρατηγός Κarl Wilhelm von Heideck, μετέπειτα μέλος της Αντιβασιλείας του βασιλέως Όθωνος[22]. Η επιχείρηση αυτή αποσκοπούσε στην καταστροφή των γραμμών ανεφοδιασμού των τουρκικών στρατευμάτων που πολιορκούσαν την Ακρόπολη των Αθηνών, με στρατηγική επιδίωξη, την εκδίωξη των Τούρκων από την Αττική και τον τερματισμό της πολιορκίας της Ακρόπολης[23].

Στην επιχείρηση αυτή, η «Καρτερία», αιχμαλώτισε 2 αντίπαλα φορτηγά πλοία, τα οποία είχαν φθάσει από την Εύβοια, ούτως ώστε να ενισχύσουν τους Τούρκους. Κατόπιν, αγκυροβόλησε 200 μέτρα από την ακτή και με συνεχές πύρ εξουδετέρωσε το τουρκικό οχυρό και ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη του[24]. Μετά από αυτό, κατέπλευσε στην Αίγινα, καθώς είχαν φθάσει στην περιοχή ενισχύσεις του εχθρού[25].

Στις 8 Απριλίου 1827, ο Finlay έλαβε μέρος στον βομβαρδισμό του Βόλου, ο οποίος αποτελούσε το σημαντικότερο κέντρο εφοδιασμού στη Θεσσαλία. Εκεί κατέληγαν οι αποστολές ανδρών και πολεμοφοδίων από την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη, πριν διαπεραιωθούν στη Στερεά Ελλάδα [26]. Η “Καρτερία” έβαλλε 300 οβίδες, σε μία επιχείρηση που διήρκεσε 4 ώρες κι είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των οθωμανικών πυριτιδαποθηκών και οχυρών θέσεων, καθώς και τη βύθιση των περισσοτέρων τουρκικών πλοίων[27]. Κατά την επιστροφή, η Καρτερία συνέλαβε 4 φορτηγά πλοία, τα οποία είχαν αποστολή την ενίσχυση των Τούρκων[28].

 

George Finlay (δεκαετία 1840). Φέρει τον Αργυρούν Σταυρό του Τάγματος των Ιπποτών του Σωτήρος και το Χαλκούν Αριστείον του Αγώνος. Λιθογραφία της Βρετανικής Σχολής στην Αθήνα. Φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του Finlay.

 

Από τον Μάιο ως το Σεπτέμβριο του 1827, ο Finlay λαμβάνει μέρος (πάντα ως μέλος του πληρώματος της “Καρτερίας”), σε όλες τις ναυτικές επιχειρήσεις που συνέβαλαν στην επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης, σε συνδυασμό με τη Συνθήκη του Λονδίνου που υπογράφηκε στις 6 Ιουλίου 1827. Ιδιαιτέρως δε, διακρίνεται στη Ναυμαχία της Ιτέας, στις 30 Σεπτεμβρίου 1827. Εκεί η «Καρτερία» βύθισε την τουρκική ναυαρχίδα και κατέστρεψε 9 από τα 11 τουρκικά πλοία που στάθμευαν εκεί. Επίσης, μετά την ναυμαχία κατασχέθηκαν τρία μεγάλα μεταγωγικά και το περιεχόμενό τους[29]. Στην ναυμαχία αυτή, η Ελληνική πλευρά εισήγαγε πολλές καινοτομίες στον τομέα των ναυτικών επιχειρήσεων, με την χρήση πολεμικού ατμοκίνητου πλοίου και νέων τακτικών πυροβολικού, οι οποίες απετέλεσαν αντικείμενο έρευνας σε διεθνές επίπεδο[30].

Η Ναυμαχία της Ιτέας, έπεισε πλέον οριστικά τους Έλληνες να εγκαταλείψουν την τακτική της συγκρότησης στόλου μέσω μισθώσεως ιδιωτικών πλοίων και να δημιουργήσουν εξ ολοκλήρου ναυτικό που θα ήταν υπό την κρατική εποπτεία. Όσοι ενοικίασαν μέχρι εκείνη τη στιγμή τα πλοία τους στο κράτος, λάμβαναν βεβαιώσεις για την προσφορά τους αυτή[31].

Μετά τη Ναυμαχία της Ιτέας, ο Finlay για λόγους υγείας, αποσύρθηκε στον Πόρο και αντικαταστάθηκε από τον Έλληνα Γεώργιο Οικονομίδη, τον οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας διόρισε και επισήμως προσωρινό γραμματέα του Hastings, μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Κυβερνήτης της Ελλάδος, την 11η Ιανουαρίου 1828, με σκοπό να διευκολύνει τον Hastings στο έργο του για τη δημιουργία του Εθνικού Στόλου[32].

Την περίοδο αυτή, ο Finlay συνεχίζει να αλληλογραφεί με τον Hastings. Ο μεγάλος αυτός Βρετανός Φιλέλληνας εξέπνευσε την 1η Ιουνίου 1828, λόγω του θανάσιμου τραυματισμού του κατά την απόπειρα κατάληψης του Αιτωλικού, με σκοπό την απελευθέρωση του Μεσολογγίου. Όταν αυτό έγινε γνωστό, ο Καποδίστριας ενημέρωσε τον Finlay, και τον Έλληνα φίλο του Hastings Νικόλαο Καλλέργη, με την παρακάτω επιστολή: «Ο Πλοίαρχος Άστιγξ δεν υπάρχει πλέον. Η θανατηφόρος πληγή την οποία έλαβεν, ενώ έδιδε νέα δείγματα του υπέρ της Ελλάδος ζήλον του υπό τα τείχη του Αιτωλικού, μας τον αφήρπασε την 1η Ιουνίου».

Αφού εξάρει τις υπηρεσίες του Hastings, υπογραμμίζει το καθήκον των Ελλήνων προς την μνήμη του «γενναίου προασπιστού της ανεξαρτησίας ημών όστις εδέχθη δι ημάς το θανάσιμον εκείνον τραύμα, υπήρξε ανήρ, αγαθός επιλέγει και στρατιώτης άμα και ναύτης ανδρείος. Πολεμική άρα και ναυτική κηδεία ανήκει εις αυτόν κατ’ εξοχήν».

Στην κηδεία του Hastings, η οποία έλαβε χώρα στην Αίγινα την 13η Ιουνίου 1828, o Finlay, o γραμματέας επί των Ναυτικών Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Νικόλαος Καλλέργης, είχαν το γενικό πρόσταγμα. Ενθυμούμενος χρόνια αργότερα την κηδεία του Hastings, o Finlay έγραψε : «Ουδέποτε ίσως αλλόφυλοι μαχηταί επένθησαν ειλικρινέστερον και βαθύτερον ανδρείον ξένον διά τον πρόωρον χαμόν του. Ότε οι πολυάριθμοι Έλληνες ναυτικοί οι υπηρετήσαντες κατά καιρούς υπό τας διαταγάς του έμαθον τον θάνατον αυτού συνήθροισαν αμέσως δι εράνου χρηματικόν ποσόν και εκτέλεσαν εν τη Μητροπόλη της Αιγίνης διά του Ελληνικού κλήρου μνημόσυνον μετά πάσης πομπής και παρατάξεως δυνατών κατά τους ταραχώδεις εκείνους χρόνους»[33]. Κλείνει δε, ως εξής : «το τι θα ηδύνατο να γίνη ο Ελληνικός στόλος εάν έζη ο πλοίαρχος Άστιγξ μόνον όσοι τον εγνώρισαν και είδον ποία μέτρα έλαβε διά να στρατολογήση ναυτικούς αξιωματικούς δύναται να φαντασθώσιν»[34].

Μετά την κηδεία του Hastings, ο Finlay εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα. Εκεί, αγόρασε και ανακαίνισε το 1835, ένα κτίσμα της Τουρκοκρατίας, επί της οδού Κέκροπος στην Πλάκα. Ταυτόχρονα, αγόρασε το κτήμα Λιοσάτι στις Αφίδνες, με σκοπό να εφαρμόσει τις νέες ευρωπαϊκές μεθόδους καλλιεργειών. Όμως το όραμα αυτό απέτυχε και αναγκάσθηκε να πωλήσει την έκταση αυτή, στο στρατηγό και μετέπειτα υπουργό Σκαρλάτο Σούτζο, γόνο σημαίνουσας Φαναριωτικής οικογένειας της Ελληνικής Επανάστασης[35].

Όταν απέτυχε η προσπάθεια του για την ανανέωση των καλλιεργητικών συστημάτων, ο Finlay στράφηκε προς τη συγγραφή πραγματειών, σχετικά με την κοινωνική, πολιτική και οικονομική κατάσταση της Ελλάδος. Έτσι το 1836 συνέγραψε τα δοκίμια “The Hellenic Kingdom and the Greek Nation” και “Essai sur les principes de banque appliques a l’état actuel de la Grèce”, στα οποία φαίνεται η διορατικότητα και η οξύνοιά του. Μάλιστα, στα έργα του συνδέει την οικονομία με την κοινωνία, η οποία ήταν νέα μέθοδος τότε για την επιστημονική έρευνα[36].

Το 1838 ονομάσθηκε μέλος της Αμερικανικής Αρχαιοδιφικής Εταιρείας, ενώ το 1839, τιμήθηκε από τον Βασιλέα Όθωνα με τον Αργυρούν Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος και με το Χαλκούν Αριστείον του Αγώνος, σε αναγνώριση των υπηρεσιών του κατά την Ελληνική Επανάσταση[37].

Από το 1844, αφιερώθηκε στο σημαντικό ιστορικό του έργο, στο οποίο πρωτοπορεί, καθώς είναι ο πρώτος ιστορικός στην Ελλάδα, ο οποίος αντιλαμβάνεται τη δυναμική της κοινωνίας για την διεξαγωγή και εξέλιξη της ιστορίας. Πρώτος καρπός της εργασίας αυτής, αποτελεί το έργο “Greece under the Romans: a historical view of the condition of the Greek Nation”, το οποίο εκδόθηκε στο Εδιμβούργο, το 1844[38]. Στη συνέχεια, από το 1846 ως το 1847, ταξίδευσε στους Αγίους Τόπους, με σκοπό την επιτόπια έρευνα, η οποία θα απέφερε μεγαλύτερη αντικειμενικότητα στο έργο του. Το ταξίδι αυτό, είχε ως αποτέλεσμα τη συγγραφή του βιβλίου “On the Site of the Holy Sepulchre”, το οποίο επεξηγούσε αναλυτικά την κατάσταση που επικρατούσε στην Εγγύς Ανατολή και περιείχε τοπογραφικό σχέδιο των Ιεροσολύμων[39]. Επίσης, μετά το ταξίδι αυτό, εξέδωσε και την ολοκληρωμένη πραγματεία “The History of the Byzantine and Greek Empires from 716-1453”, το 1854[40].

 

Χειρόγραφη επιστολή που στέλνει ο George Finlay στις 7 Οκτωβρίου 1853 από την Αθήνα σε εξάδελφό του στην Σκωτία. Αναφέρεται σε σεισμούς στην Ελλάδα, και σε εντάσεις μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Καταλήγει περιγράφοντας την ένταση μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων γειτόνων τους: «Είμαστε όλοι εδώ γεμάτοι από πόλεμο και άγριες φήμες και οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να είναι πιο τρελοί από ότι είναι. Όπως συνήθως, αυτοί που θα έκαναν τα λιγότερα σε έναν πόλεμο είναι αυτοί που φωνάζουν περισσότερο για να παροτρύνουν τους άλλους να ξεκινήσουν».

 

Ο Finlay, σε αναγνώριση του συγγραφικού του έργου και της προσφοράς του στο Φιλελληνικό Κίνημα, τιμήθηκε το 1854 με το τίτλο του Επίτιμου Διδάκτορα του Δικαίου από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Την περίοδο 1856 – 1861, παρά το ότι η υγεία του ήταν κλονισμένη από τις περιπέτειες του αγώνα της Εθνεγερσίας, ολοκλήρωσε το επιστημονικό του έργο, με τα βιβλία “History of Greece under the Ottoman and Venetian Domination”, “History of Greece From its Conquest by the Crusaders to its Conquest by the Turks” και “History of the Greek Revolution”[41].

Το τελευταίο βιβλίο, το οποίο αποτελεί την επιτομή της εργασίας του Finlay, είναι ιδιαίτερα σημαντικό, αφενός γιατί γράφηκε από έναν ιστορικό διεθνούς φήμης, αφετέρου επειδή συνδυάζει την πρωτογενή εμπειρία με την συνεχή, επιτόπια έρευνα και μελέτη[42]. Μάλιστα, μέχρι το τέλος της ζωής του, το αναθεώρησε πολλές φορές, επιδιώκοντας την μέγιστη αντικειμενικότητα.

Το βιβλίο του μεταφράσθηκε στα Ελληνικά από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη το 1908 και εκδόθηκε μόλις το 2008 από τη Βουλή των Ελλήνων[43].

Η τελευταία παρέμβαση του Finlay στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή δημόσια ζωή, ήταν ως ανταποκριτής της εφημερίδας “Times” του Λονδίνου από το 1864 ως το 1870, οπότε και ιδιώτευσε ως το τέλος της ζωής του[44].

Ο George Finlay απεβίωσε στην Αθήνα την 26η Ιανουαρίου 1875. Ο τάφος του βρίσκεται στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Οι Έλληνες και η ΕΕΦ, εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους στον μεγάλο Φιλέλληνα George Finlay, ο οποίος αγωνίσθηκε για τα Ελληνικά Δίκαια κι ο οποίος, μέσω καινοτόμων μεθόδων στην ιστορική έρευνα, άνοιξε νέους, ανανεωτικούς δρόμους στην ιστορική επιστήμη και δι’ αυτής στον πολιτισμό.

 

Παραπομπές

[1] Chisholm, Hugh, «Finlay, George», εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, εγκ. “Encyclopædia Britannica”, 10ος τόμος.
[2] Cousin, John William, “A Short Biographical Dictionary of English Literature”, εκδ. J. M. Dent & Sons, Λονδίνο, 1910.
[3] Συλλογικό, “Dictionary of National Biography”, εκδ. Smith, Elder & Co, Λονδίνο, 1889, τόμος 19.
[4] Cousin, John William, “A Short Biographical Dictionary of English Literature”, εκδ. J. M. Dent & Sons, Λονδίνο, 1910.
[5] Συλλογικό, “Εγκυκλοπαίδεια Δομή”, εκδ. Δομή, Αθήνα, 2005, τόμος 30, σελ. 81.
[6] St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008, σελ. 176.
[7] Βλ. στο ίδιο.
[8] Moore, Thomas, “Letters and Journals of Lord Byron with Notices of His Life”, εκδ. J. & J. Harper, Νέα Υόρκη, 1831, β’ τόμος.
[9] Βλ. στο ίδιο.
[10] Συλλογικό, “Εγκυκλοπαίδεια Δομή”, εκδ. Δομή, Αθήνα, 2005, τόμος 30, σελ. 81.
[11] Βλ. στο ίδιο.
[12] Woodhouse, Christopher Montague, ”The Philhellenes”, εκδ. Hodder and Stoughton, Λονδίνο, 1969.
[13] Συλλογικό, “ Dictionary of National Biography”, εκδ. Smith, Elder & Co, Λονδίνο, 1889, τόμος 19.
[14] Chisholm, Hugh, «Finlay, George», εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, εγκ. “Encyclopædia Britannica”, 10ος τόμος.
[15] Βλ. στο ίδιο.
[16] “Αρχείο George Finlay” (ανέκδοτο), φακ. εγγρ. 1826, Βρετανική Σχολή Αθηνών.
[17] Woodhouse, Christopher Montague, ”The Philhellenes”, εκδ. Hodder and Stoughton, Λονδίνο, 1969.
[18] Βλ. στο ίδιο.
[19] Abney-Hastings, Maurice, “Commander of the Karteria. Honored in Greece. Unknown at home”, εκδ. Authorhouse, Bloomington, 2011.
[20] Ράδος, Κωνσταντίνος, “Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι”, εκδ. περ. “Ναυτική Επιθεώρησις”, Αθήνα, 1928.
[21] Gordon, Thomas, “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. ΜΙΕΤ , Αθήνα, 2015, β’ τόμος.
[22] Seewald, Berthold, “Karl Wilhelm Von Heideck: Ein Bayerischer General Im Befreiten Griechenland (1826-1835)”, εκδ. De Gruyter, Ολδεμβούργο, 1994.
[23] Roberts, Elisabeth, “Freedom, Faction, Fame and Blood: British Soldiers of Conscience in Greece, Spain and Finland”, εκδ. Sussex Academic Press, Brighton, 2010.
[24] Τράϊμπερ, Ερρίκος, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828”, μτφρ.-επιμ. Δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960.
[25] Βλ. στο ίδιο.
[26] Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος, ”Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία. Πολιτική και στρατηγική των Ελλήνων και της οθωμανικής αυτοκρατορίας 1821-1832”, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 1996.
[27] Κόκκινος, Διονύσιος, «Η Ελληνική Επανάστασις», εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1974, 6ος τόμος.
[28] Βλ. στο ίδιο.
[29] Ρούσκας, Ιωάννης, “Ο Άστιγξ και η Καρτερία”, εκδ. περ. “Ιστορικά Θέματα”, Αθήνα, Φεβρουάριος 2007, τεύχος 59.
[30] Brewer, David, ”The Greek War of Independence. The Struggle for Freedom from Ottoman Oppression and the Birth of the Modern Greek Nation”, εκδ. The Overlook Press, Νέα Υόρκη, 2001.
[31] Οικονόμου, Μιχαήλ , “Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο ιερός των Ελλήνων αγών” εκδ. Θ. Παπαλεξανδρή, Αθήνα, 1873.
[32] Finlay, George, “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, μτφρ. Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2008, α’ τόμος, σελ. 218.
[33] Finlay, George, “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, μτφρ. Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2008, β’ τόμος.
[34] Βλ. στο ίδιο.
[35] Σούτζος, Δημήτρης Σκαρλάτου, “Έλληνες Ενωμένοι και Διχασμένοι”, εκδ. Νέα Θέσις, Αθήνα, 1992.
[36] Chisholm, Hugh, «Finlay, George», εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, εγκ. “Encyclopædia Britannica”, 10ος τόμος.
[37] Μαρκεζίνης, Σπύρος, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», εκδ. Πάπυρος, Αθήνα, 1966, α’ τόμος.
[38] Finlay, George,” Greece under the Romans: a historical view of the condition of the Greek Nation”, εκδ. William Blackwood & Sons, Εδιμβούργο, 1850.
[39] Finlay, George, “On the Site of the Holy Sepulchre”, εκδ. William Blackwood & Sons, Εδιμβούργο, 1848.
[40] Finlay, George, “The History of the Byzantine and Greek Empires from 716-1453”, εκδ. William Blackwood & Sons, Εδιμβούργο, 1856.
[41] Cousin, John William, “A Short Biographical Dictionary of English Literature”, εκδ. J. M. Dent & Sons, Λονδίνο, 1910.
[42] Βλ. στο ίδιο.
[43] Finlay, George, “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, μτφρ. Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2008, α’ τόμος.
[44] Μαρκεζίνης, Σπύρος, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», εκδ. Πάπυρος, Αθήνα, 1966, α’ τόμος.
 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Cousin, John William, “A Short Biographical Dictionary of English Literature”, εκδ. J. M. Dent & Sons, Λονδίνο, 1910.
  • Μαρκεζίνης, Σπύρος, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», εκδ. Πάπυρος, Αθήνα, 1966, α’ τόμος.
  • Chisholm, Hugh, «Finlay, George», εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, εγκ. “Encyclopædia Britannica”, 10ος τόμος.
  • Σούτζος, Δημήτρης Σκαρλάτου, “Έλληνες Ενωμένοι και Διχασμένοι”, εκδ. Νέα Θέσις, Αθήνα, 1992.
  • Finlay, George, “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, μτφρ. Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος , εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2008, α’ τόμος.
  • Finlay, George, “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, μτφρ. Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος , εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2008, β’ τόμος.
  • Καποδίστριας, Ιωάννης, ”Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια”, εκδ. Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα, 1985, 6ος τόμος.
  • Οικονόμου, Μιχαήλ, “Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο ιερός των Ελλήνων αγών” εκδ. Θ. Παπαλεξανδρή, Αθήνα, 1873.
  • Brewer, David, ”The Greek War of Independence. The Struggle for Freedom from Ottoman Oppression and the Birth of the Modern Greek Nation”, εκδ. The Overlook Press, Νέα Υόρκη, 2001.
  • Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος, ”Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία. Πολιτική και στρατηγική των Ελλήνων και της οθωμανικής αυτοκρατορίας 1821-1832”, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 1996.
  • Seewald, Berthold, “Karl Wilhelm Von Heideck: Ein Bayerischer General Im Befreiten Griechenland (1826-1835)”, εκδ. De Gruyter, Ολδεμβούργο, 1994.
  • Ράδος, Κωνσταντίνος, «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», εκδ. περ. “Ναυτική Επιθεώρησις”, Αθήνα, 1928.
  • Abney-Hastings, Maurice, “Commander of the Karteria. Honored in Greece. Unknown at home”, εκδ. Authorhouse, Bloomington, 2011.
  • Woodhouse, Christopher Montague, ”The Philhellenes”, εκδ. Hodder and Stoughton, Λονδίνο, 1969.
  • Συλλογικό, “Dictionary of National Biography”, εκδ. Smith, Elder & Co, Λονδίνο, 1889, τόμος
  • Συλλογικό, “Εγκυκλοπαίδεια Δομή”, εκδ. Δομή, Αθήνα, 2005, τόμος 30.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008.
  • Moore, Thomas, “Letters and Journals of Lord Byron with Notices of His Life”, εκδ. & J. Harper, Νέα Υόρκη, 1831, β’ τόμος.
  • Κόκκινος, Διονύσιος, «Η Ελληνική Επανάστασις», εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1974, 6ος τόμος.
  • Finlay, George,” Greece under the Romans: a historical view of the condition of the Greek Nation”, εκδ. William Blackwood & Sons, Εδιμβούργο, 1850.
  • Finlay, George, “The History of the Byzantine and Greek Empires from 716-1453”, εκδ. William Blackwood & Sons, Εδιμβούργο, 1856.
  • Finlay, George, “On the Site of the Holy Sepulchre”, εκδ. William Blackwood & Sons, Εδιμβούργο, 1848.
  • Ρούσκας, Ιωάννης, “Ο Άστιγξ και η Καρτερία”, εκδ. περ. “Ιστορικά Θέματα”, Αθήνα, Φεβρουάριος 2007, τεύχος 59.
  • Τράϊμπερ, Ερρίκος, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828”, μτφρ.-επιμ. Δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960.
  • Roberts, Elisabeth, “Freedom, Faction, Fame and Blood: British Soldiers of Conscience in Greece, Spain and Finland”, εκδ. Sussex Academic Press, Brighton, 2010.
  • “Αρχείο George Finlay” (ανέκδοτο), φακ. εγγρ. 1826, Βρετανική Σχολή Αθηνών.
  • Gordon, Thomas, “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. ΜΙΕΤ , Αθήνα, 2015, β’ τόμος.