“Ω θλίψη! Ω θλίψη! Το θαύμα της Ευρώπης,
το καμάρι της Μεγάλης Βρετανίας,
το είδωλο των φίλων του, ο λυτρωτής της Ελλάδας –
o λόρδος Βύρων δεν υπάρχει πια”                                            
(από την αναγγελία θανάτου του Βύρωνα στη μεσολογγίτικη εφημερίδα, Telegrafo Greco)

George Gordon Noel Byron, Lord Byron (Λονδίνο 1788 – Μεσολόγγι 1824). Το όνομά του είναι συνώνυμο του Φιλελληνισμού. Ο θάνατος του στο Μεσολόγγι, στις 19 Απριλίου 1824, προκάλεσε διεθνές σοκ, έκανε “ολόκληρο το σύμπαν να σκοτεινιάσει”, παραφράζοντας τα λόγια συντριβής του δεκαπεντάχρονου, τότε, ποιητή Alfred Tennyson. Η “ηρωική αποτυχία” του θανάτου του, σήμανε, με έναν ειρωνικό τρόπο, τη μεγαλύτερη συνεισφορά του στον Ελληνικό Αγώνα, τον οποίον στήριξε ψυχικά, υλικά, πολιτικά, διπλωματικά και καλλιτεχνικά. Η τραγική απώλεια του “pop star” Βύρωνα, συνήθως αντικείμενο λατρείας, αλλά συχνά και φθόνου στην Μεγάλη Βρετανία, του λατρεμένου “Μιλόρδου” στο Μεσολόγγι, έφερε τον Ελληνικό Αγώνα ξανά στο διεθνές προσκήνιο, αναζωογόνησε το φιλελληνικό ρεύμα και πυροδότησε μία σειρά ενεργειών που οδήγησαν στην ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Με αυτόν τον τρόπο, ο Βύρων έγινε εθνικός ήρωας μιας άλλης χώρας, όχι της δικής του. “Της έδωσα τον χρόνο, την υγεία μου, την περιουσία μου, και τώρα της δίνω τη ζωή μου. Τί μπορούσα να κάνω περισσότερο;”, αναρωτιόταν, διαισθανόμενος το τέλος του.

“Άγγελος ή δαίμονας”, κατά τον Γάλλο Lamartine, ένας άνθρωπος που στο πρόσωπό του συνενώνονταν αντίθετες τάσεις: ρομαντικός επαναστάτης και πολιτικά ρεαλιστής, ιδεαλιστής και τυχοδιώκτης, “θύτης” στον έρωτα και θύμα του ο ίδιος, χωλός εκ γενετής, κι όμως με φυσική κατάσταση αθλητή. Το πλήθος των εκδόσεων και των βιογραφιών για τον Βύρωνα δεν έχουν καταφέρει ως σήμερα να αποκωδικοποιήσουν αυτήν την αινιγματική προσωπικότητα, η οποία εξακολουθεί, μετά θάνατον και σχεδόν μεταφυσικά, να έλκει ετερώνυμα πλήθη γύρω του. Η θρυλική του ζωή τον έκανε πρότυπο των μεγαλύτερων ονομάτων της τέχνης και της διανόησης στην εποχή του, κάθε ψυχή που ένιωθε να ασφυκτιά στο παραδοσιακό κατεστημένο ήθελε να του μοιάσει. O κατά 39 έτη πρεσβύτερoς του, Johann Wolfgang von Goethe (1749-1832), τον θεωρούσε πνευματικό του παιδί. “Τί λόγο να εμπιστευθώ σε αυτόν με την θυελλώδη ψυχή, που ξέρει να αντιμετωπίζει τα πλήγματα της Μοίρας; […] Κι όπως τον εφαντάσθηκα, ας είναι στην πραγματικότητα εκείνος!”: με αυτά τα τρυφερά λόγια τον κατευόδωνε στον “ευγενή αγώνα που έχει αναλάβει”, τη μετάβαση του στην Ελλάδα, μολονότι δεν τον γνώρισε ποτέ από κοντά. Και όταν ο λόρδος ποιητής χάθηκε για αυτόν τον αγώνα, τον έκλαψε όλο το Μεσολόγγι. Από το πιο μικρό παιδί, ως τον πιο σκληροτράχηλο πολεμιστή.

Υπήρξε ο πιο φημισμένος Βρετανός, όχι μόνον του 19ου αιώνα, ίσως όλων των εποχών. Το 1823, ήταν ο πλέον διάσημος άνθρωπος στον κόσμο. Κατά τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, ήταν ο άνθρωπος που έδωσε το όνομά του στον 19ο αιώνα. “Ξύπνησα μια μέρα και ήμουν διάσημος”, λέγεται πως είπε με κάποια νωχέλεια, την επαύριο της κατακόρυφης εκδοτικής επιτυχίας των δύο πρώτων ασμάτων του γνωστότερου έργου του, Childe Harold´s Pilgrimage (1812). Να τον εξέπληττε άραγε αυτό το πεπρωμένο ή είχε ήδη νιώσει τη φωνή του να αντηχεί μέσα του; Ίσως ενδόμυχα να είχε ο ποιητής τη διάθεση να βρίσκεται με έναν τρόπο στο προσκήνιο της δράσης ή της διασημότητας. Άλλωστε από τα νεαρά του χρόνια, έρεπε προς το σκάνδαλο, το αμάρτημα, ή την ανταρσία. Όχι δίχως ψυχικό κόστος, βέβαια. Ήταν αναθρεμμένος καλβινιστής, και όμως προσπαθούσε οργισμένα να “διαπεράσει τον τοίχο του απόλυτου προορισμού”. Μήπως μέσα του εκκρεμούσε η αναμονή της (αυτο)τιμωρίας, για όσα απρεπή τολμούσε; Και έτσι, να έγινε, όπως εμμέσως εξομολογείται σε έναν στίχο του από το ποίημα Epistle to Augusta (1816), “ο προσεκτικός πλοηγός της ίδιας [του] της δυστυχίας”;

Ο βυρωνικός τύπος του ήρωα των ποιημάτων του, ο “υπερευαίσθητος, κυνικός, μονήρης, έντιμος, μελαγχολικός”, με τον οποίον ταυτίστηκε ο ποιητής, είλκυε την καταγωγή του από τις εμπειρίες των νεανικών του χρόνων. Ως παιδί αναλογιζόταν με χαρά τη δόξα των προγόνων του: oι Burons (παλαιότερη γραφή του ονόματος του) κατάγονταν από Νορμανδούς και ήταν σύντροφοι του Γουλιέλμου του Κατακτητή (1027-1087, βασιλέα της Αγγλίας από το 1066). Άμεσος προκάτοχος του Βύρωνα, στον τίτλο του λόρδου, ήταν ο “κακός λόρδος”, αδελφός του παππού του (ο 5ος λόρδος Byron) ο οποίος κληροδότησε στον δεκάχρονο Βύρωνα τον, συνυφασμένο με την κυριότητα του πύργου του Newstead Abbey, τίτλο του. Τίτλος που δεν έφερε μόνον την αύρα των υπηρεσιών προς το βασιλικό στέμμα, αλλά και κάποιων εγκλημάτων. Ο Βύρων, ο οποίος είχε βιώσει την ενοχή και τη μοναξιά του “αποσυνάγωγου”, εξαιτίας της εκ γενετής δυσπλασίας του στο ένα του πόδι, γοητευόταν από τη φιγούρα του προκατόχου του. Η επικριτικότητα της μητέρας του για τη χωλότητά του, και ο κακός γάμος των γονέων του, ήταν επίσης παράγοντες που συνδιαμόρφωσαν το αίσθημα του μη–ανήκειν, και τις τάσεις φυγής του Βύρωνα.

Η μητέρα του, Catherine Gordon of Gight, καταγόταν από παλαιά οικογένεια ευγενών της Σκωτίας, με ξακουστά βίαιη προϊστορία, ενώ ο πατέρας της μάλλον αυτοκτόνησε. Παντρεύτηκε τον Captain John Byron το 1785, τον Mad Jack, όπως τον αποκαλούσαν οι συνάδελφοι του, αξιωματικοί, ο οποίος είχε μοναδικό σκοπό στη ζωή να τη γλεντήσει. Κατασπατάλησε την περιουσία της Catherine, όπως είχε κάνει με την προηγούμενη σύζυγο του, μητέρα της ετεροθαλούς αδελφής του Βύρωνα, της Αugusta- Mary Byron. Η εγκυμονούσα Catherine τον εγκατέλειψε, γέννησε τον υιό της, George Gordon Byron στο Λονδίνο (22 Ιανουαρίου 1788) και εγκαταστάθηκε μαζί του στο Aberdeen. Ο πατέρας ήταν απών, με σύντομες επανεμφανίσεις, και, κατά έναν ειρωνικό τρόπο της ιστορίας, έχασε τη ζωή του σε ηλικία 36 ετών σε ξένη χώρα (τη Γαλλία), όπως συνέβη με τον γιο του, 23 χρόνια αργότερα, στην Ελλάδα.

Ο Βύρων υπερασπιζόταν πάντως τον “κατεργάρη” πατέρα του. Κοινό τους γνώρισμα ήταν η τάση να συνάπτουν επικίνδυνους ή ακατάλληλους δεσμούς. Το “μεγαλύτερο αμάρτημα” του νεαρού Βύρωνα ήταν ο δεσμός του με την ετεροθαλή αδελφή του Αugusta, μυστικό που διαφύλαττε με εχεμύθεια ο μετέπειτα φίλος του, John Cam Hobhouse (1786 – 1869). Πολύ πιθανόν η Augusta να ήταν η μοναδική γυναικεία, οικογενειακή αγκαλιά, στην οποία μπορούσε να καταφύγει με ασφάλεια, δεδομένης της συγκρουσιακής σχέσης με τη μητέρα του. Παρά την εμμονή της μητέρας του να αναφέρεται στους ενδόξους συγγενείς της, το αγόρι μεγάλωνε κάθε άλλο παρά καλοζωισμένο. Να γεννήθηκε άραγε μέσα του εκείνα τα χρόνια η νοσταλγία για κάποιο χαμένο μεγαλείο; Η οποία θα τον έκανε αργότερα να βλέπει με συμπάθεια τους υποδουλωμένους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων;

Κατά τα έτη της φοίτησής του στο Τrinity College του Πανεπιστημίου Cambridge (1805-1807) εξελίχθηκε από ασχημάτιστο, άχρωμο νεαρό, σε ποιητή με ολοένα αυξανόμενη φήμη. Είχε πλέον αδυνατισμένη μορφή, καθώς από τα νεανικά του χρόνια είχε επιδοθεί στη σκοποβολή, την πυγμαχία και την κολύμβηση. Προοδευτικά δημιούργησε έναν κύκλο πιστών φίλων γύρω του. Η φιλία για τον Βύρωνα είχε διαχρονικά προτεραιότητα έναντι του έρωτα, ενώ πίστευε ότι τα αισθήματα του έρωτα και της φιλίας δε μπορούν να συμπίπτουν σε ένα πρόσωπο.  Όταν βίωσε την απώλεια της μητέρας του το 1811, αξιοσημείωτα αναφώνησε ότι “έχασε τη μόνη φίλη που είχε”. Αν και σε κάποιο γράμμα του στην Augusta την αποκαλούσε “ο βασανιστής μου”, ο θάνατός της τον τσάκισε. Στη διάρκεια των νεανικών του χρόνων ανέπτυξε διάφορες ρομαντικής φύσης φιλικές σχέσεις με αγόρια, ενδεχομένως με ερωτικό υπόβαθρο. Ένας από αυτούς ήταν με τον John Edleston στο Cambridge, την απώλεια του οποίου θα θρηνήσει το 1811. Αυτός ο κοινωνικά απροσάρμοστος νέος είχε αποκτήσει από εκείνα τα χρόνια τον αέρα ενός “αριστοκρατικού αντάρτη”, κατά τον Bertrand Russell. Ξόδευε περισσότερα χρήματα από όσα διέθετε, αγαπούσε την καλή ζωή και ένιωθε μία “μυστική σύνδεση” με το Ναπολέοντα Βοναπάρτη, τον εχθρό της χώρας του, τον μόνον άνθρωπο εν ζωή που έφερε τα ίδια αρχικά με τον ίδιο (“N.B.”: o Byron απέκτησε το όνομα Noel, όταν απεβίωσε η πεθερά του, Lady Judith Noel Milbanke το 1822, ενώ στο Μεσολόγγι τον προσφωνούσαν “Λόρδο Νοέλ Μπάυρον”).

Έκαψε τα πρώτα του ποιήματα (“Fugitive Pieces”, τέλη 1806 / αρχές 1807) όταν χαρακτηρίσθηκαν “άσεμνα”, και διένειμε τη δεύτερη συλλογή ποιημάτων του (“Poems on various occasions”) μόνο σε φίλους. Επέλεξε έναν αρκετά “νωχελικό” τίτλο για την τρίτη του συλλογή με ποιήματα που εκφράζουν αληθινό πόνο, τις Ώρες οκνηρίας (“Hours of Idleness“, 1807), επιθυμώντας, μάλλον, με την επιλογή του τίτλου του να προκαταβάλει την επιείκεια της κριτικής. Δεν γλίτωσε ωστόσο από τα βέλη του Francis Jeffrey (1773 – 1850), εκδότη της Επιθεώρησης του Εδιμβούργου (Edinburgh Review), δημοσιογραφικού οργάνου των Whigs στη Σκωτία. Η απογοήτευση τον συντάραξε, του έδωσε όμως την έμπνευση για τη συγγραφή χιλίων σατιρικών στίχων υπό τον τίτλο English Bards and Scotch Reviewers (“Άγγλοι Βάρδοι και Σκωτσέζοι κριτικοί“). Δημοσιεύοντας το ανώνυμα, έγινε “ονομαστός”, όλοι γνώριζαν ποιος ήταν ο συντάκτης, σατιρίζοντας καυστικά τον Jeffrey, αλλά και τον μετέπειτα φίλο και βιογράφο του, Τhomas Moore. Ο Moore παρεξηγήθηκε, θεωρώντας ότι ο Byron τον λοιδόρησε. Η παρεξήγηση ωστόσο λύθηκε με παρέμβαση του τραπεζίτη Samuel Rogers (1763 -1855), που ήταν καταλυτική για τη δημιουργία μίας πολύχρονης φιλίας. Ο Moore προσπάθησε αργότερα να επανορθώσει για την απώλεια των Απομνημονευμάτων του Βύρωνα, τα οποία του είχε εμπιστευθεί ο ποιητής το 1819 ώστε να τα εκδώσει μετά το θάνατό του. Ο στενός κύκλος του Βύρωνα τα κατέστρεψε, με σκοπό να διαφυλάξει τη μνήμη του, και ο Moore συνέταξε μία βιογραφία για τον φίλο του, προκειμένου να αναπληρώσει το κενό από την απώλεια του πρωτοτύπου.

 

Το προσκύνημα του Childe Harold

Δίνεται συχνά περισσότερη έμφαση στον ταραχώδη βίο του Βύρωνα, παραβλέποντας τη σπουδαιότητα του ως ποιητή. Αρκεί να αναλογισθούμε ότι το έργο του, Childe Harold´s Pilgrimage, με το οποίο καθιερώθηκε ως διασημότητα, εξακολουθούσε να είναι το πρώτο best seller στις ΗΠΑ ακόμη και το 1828. Είναι πράγματι θαυμαστό, δεδομένου ότι ο Βύρων ήταν ένας Άγγλος συγγραφέας, και δεν είχε περάσει πολύς καιρός που οι ΗΠΑ είχαν κερδίσει την ανεξαρτησία τους. Το δεύτερο best seller εκείνης της χρονιάς ανήκε στον Αμερικανό Φιλέλληνα Samuel Howe για το έργο του Σκιαγραφίες της Ελληνικής Επανάστασης. Όπως επίσης θαυμαστό είναι το γεγονός ότι ο Βύρων είχε, από τη στιγμή που άγγιξε τη διασημότητα, και μία νέα εκδοτική επιτυχία περίπου ανά έτος. Η λαμπρότητά του ως ποιητή θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτήν του William Shakespeare (1564-1616).

 

Πίνακας Άγγλου ζωγράφου του 19ου αιώνα, με θέμα από το έργο Childe Harold’s Pilgrimage (συλλογή ΕΕΦ)

Επιτραπέζιο ρολόι του 19ου αιώνα από την Γαλλία, με τον Λόρδο Βύρωνα (συλλογή ΕΕΦ).

 

Το ιδιότυπο κίνημα που ονομάσθηκε βυρωνισμός, συνδέθηκε με τα κινήματα του Ρομαντισμού και του Φιλελευθερισμού και αναζωπύρωσε ολόκληρο το ρεύμα του Φιλελληνισμού. Ο λογοτεχνικός βυρωνισμός, με το πρότυπο του βυρωνικού ήρωα, καθόρισε την ευρωπαϊκή σκέψη και δημιουργία. Κορυφαίοι εκπρόσωποι του, μεταξύ άλλων, ο Alexander Pushkin (1799 – 1837) και ο Mikhail Lermontov (1814 – 1841). Καθόρισε όμως και την ελληνική σκέψη και δημιουργία, γνωρίζοντας το απόγειό του στα ελληνικά γράμματα κατά τη δεκαετία του 1860. Όπως δήλωνε ο εθνικός ποιητής της Ελλάδος, Κωστής Παλαμάς (1859 – 1943) για την ελληνική ποίηση, “αυτή επί διάστημα σαράντα και πλέον ετών, είχε βουτηχθεί εις τον Βυρωνισμόν”.

Αν και οι πρώτες απόπειρες του στο Cambridge δήλωναν τη διάθεση του να εκφρασθεί λυρικά, ο ρομαντικός ποιητής Βύρων αναδύθηκε στην Ελλάδα: “Ιf I am a poetthe air of Greece has made me one (“αν είμαι ποιητής … είναι επειδή με έκανε ο αέρας της Ελλάδας”). Η απόφαση για το ταξίδι του στη Μεσόγειο το 1809 αποτέλεσε την απαρχή της ανόδου του ως ποιητή, και τη σταδιακή, ψυχική απομάκρυνση από τη μητέρα-Αγγλία. Συνοδός στο ταξίδι του, ο “Άργος” του, ο πολυτιμότερος φίλος του, Hobhouse. Και οι δύο τους ήταν ριζοσπάστες πολιτικά. Ο Βύρων, μέλος της Βουλής των Λόρδων, που το 1812 δεν δίστασε να υπερασπισθεί δημόσια τους Λουδίτες, παρακινήθηκε στο ταξίδι προς αναζήτηση εξωτικών ηδονών. Ο πιο μετριοπαθής ως ιδιοσυγκρασία, Hobhouse, τον ακολουθούσε έχοντας δικά του ιστορικά, αρχαιολογικά και επιστημονικά ενδιαφέροντα. Ο Hobhouse αργότερα φυλακίσθηκε για τις ιδέες του (1819 – 1820) και εν τέλει απέκτησε μία θέση στη Βουλή των Κοινοτήτων (1820). Η περιήγηση ξεκίνησε στο Plymuth στις 2 Ιουλίου 1809, με προορισμό τη Λισσαβόνα, έπειτα τη Σεβίλλη, τo Kάδιθ, το Γιβραλτάρ, τη Μάλτα και την Πρέβεζα. Οι διαφορετικές φάσεις περιγράφονται μέσω επιστολών του Βύρωνα προς τη μητέρα του. Στη διάρκεια αυτού του Οδοιπορικού, ο Βύρων άρχισε να συλλαμβάνει τον εαυτό του ως Childe Harold, την αρχετυπική βυρωνική φιγούρα, γεννήτορα των μετέπειτα ηρώων του.

Toν Σεπτέμβριο του 1809 έφθασαν στα γαλλοκρατούμενα Ιόνια νησιά. Στις 26 Σεπτεμβρίου εισήλθαν στον Κορινθιακό κόλπο, με κατεύθυνση την Πάτρα, κινήθηκαν προς την Πρέβεζα, αφού αντίκρυσαν το “παράξενο” Μεσολόγγι, την πόλη-σταθμό της ζωής του Βύρωνα. Συνέχισαν προς την Ιθάκη, τη Λευκάδα και αποβιβάσθηκαν στην Πρέβεζα, τρεις μέρες αργότερα. Στις 3 Οκτωβρίου ξεκίνησαν για τα Γιάννενα, με σκοπό να γνωρίσουν τον, κατά διατύπωση του Βύρωνα, Μωαμεθανό Βοναπάρτη, τον Αλή Πασά. Το τι σήμαινε στην πραγματικότητα η κυριαρχία του Αλή στην Ήπειρο, το αντελήφθησαν οι δύο νέοι στην είσοδο της πόλης, αντικρίζοντας ένα ανθρώπινο μπράτσο μαζί με μέρος από τον κορμό του σώματος, κρεμασμένα από ένα δέντρο. Ανήκαν στον αντάρτη ιερέα Ευθύμιο Βλαχάβα. Το θέαμα αυτό τους προκάλεσε αποστροφή. Τον Αλή τον συνάντησαν τελικά στο Τεπελένι και, ως Άγγλοι, έτυχαν θερμής υποδοχής. Ο Βύρων φαίνεται πως ανέπτυξε μικτά συναισθήματα για αυτόν τον άνθρωπο, ένοχο των πιο φρικτών εγκλημάτων. Σύντομα ο Βύρων θα έλθει σε επαφή με τον “σταθερό πονοκέφαλο” του Αλή, τους Σουλιώτες, για τους οποίους θα εκφρασθεί ανεπιφύλακτα θετικά στο δεύτερο Canto του Childe Harold.

Στα Γιάννενα είχε αρχίσει να συνθέτει τις πρώτες στροφές της μεγάλης ποιητικής του μυθιστορίας Childe Harold´s Pilgrimage. Ήταν το δικό του ταξίδι, που εξ αρχής ο Βύρων ονόμασε προσκύνημα. Στο κυριολεκτικό και λογοτεχνικό του προσκύνημα – oδοιπορικό, μελέτησε την εσωτερική του φύση και το τοπίο, τον ψυχισμό άλλων λαών και την ιστορία τους. Στις στροφές του δεύτερου άσματος, που ολοκληρώθηκε στην Αθήνα και στη Σμύρνη, εμπλούτισε την αγγλική λογοτεχνία με τις τοποθεσίες της Πίνδου, του Σουλίου, της Ζίτσας και των Ιωαννίνων.

Tο προσκύνημα συνεχίσθηκε με κατεύθυνση την Αθήνα. Στο δρόμο τους, σταμάτησαν στους Δελφούς, όπου τέλεσαν μία δική τους αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων. Παρατηρώντας, όσο πλησίαζαν την αττική γη, τα ίχνη των Άγγλων ελληνολατρών να πυκνώνουν, οι δύο άνδρες είχαν επίσης προσέξει την λεηλασία και τα ίχνη καταστροφών που είχαν αφήσει συμπατριώτες τους. Τα βέλη του είχαν ήδη στραφεί εναντίον του Έλγιν στο έργο του Άγγλοι βάρδοι και Σκωτσέζοι κριτικοί. Όταν το φθινόπωρο του 1809 έφθασε στην Αθήνα και γνώρισε από κοντά τον πράκτορα του λόρδου Έλγιν, τον Ναπολιτάνο ζωγράφο Giovanni Battista Lusieri (1755-1821), είχε ήδη γίνει μάρτυρας αρκετών επιχειρήσεων διακίνησης μαρμάρων. Η οργή που ένιωσε για “όσους διαπράττουν αυτήν την ποταπή δήωση” οδήγησαν σε μία σκληρή επίθεση εναντίον του Έλγιν, με την Κατάρα της Αθηνάς (“The Curse of Minerva”). To ποίημα, το οποίο συνέθεσε στην Αθήνα το 1811 και εκδόθηκε λίγο αργότερα, οδήγησε στη δημόσια ατίμωση του λόρδου Έλγιν και την απόσυρση του σε μία ήσυχη ζωή.

Παρέμεινε στην Αθήνα για δέκα εβδομάδες και επισκέφθηκε το Σούνιο, τον Μαραθώνα, την Ελευσίνα. Χάρη στην ελληνοκεντρική, κλασική του παιδεία, εκτιμούσε τις αρχαιότητες. Όμως διέφερε από τον συνοδοιπόρο του, Hobshouse, καθώς το ενδιαφέρον του δεν εξαντλούνταν σε μια θεωρητική, ή αποστασιοποιημένη προσέγγιση για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Tο ειλικρινές ενδιαφέρον και η συμπάθεια για τους υπόδουλους Έλληνες εκείνης της εποχής τον ξεχώριζαν από τους περισσότερους ξένους περιηγητές. Ήταν ο άνθρωπος της δράσης, όχι της τέχνης. Πίστευε ότι όπου υπάρχει δράση, η ποίηση περιττεύει. Έμαθε κάποια νεοελληνικά, ώστε να συναναστρέφεται τους σύγχρονούς του Έλληνες, συμμετέχοντας στις κουβέντες τους και επεμβαίνοντας με θράσος. Ένα περιστατικό αναφέρει την οργή του Βύρωνα, όταν σε κάποια συζήτηση σχετικά με τη δολοφονία κάποιου υπόδουλου Έλληνα, κανείς δεν ονομάτιζε τον φονιά ως Τούρκο, παρά ως Λάμια. Αγανακτισμένος, σηκώθηκε φωνάζοντας: “Mόνο Έλληνες καταπίνει αυτή η Λάμια; Δεν θα φάει και κανέναν Τούρκο;”. Έχει ήδη αρχίσει να ταυτίζεται με τις αγωνίες και τους αγώνες των Ελλήνων.

Το ενδιαφέρον του για τα ελληνικά πράγματα προϋπήρχε. Όταν, στο δρόμο για την Αθήνα, συνάντησε τον Ανδρέα Λόντο (1784-1846) στη Βοστίτσα, γνώριζε ήδη ποιος ήταν ο Ρήγας Φεραίος, για τον οποίον του μιλούσε με πάθος ο Λόντος. Ήταν άριστος γνώστης της πνευματικής δράσης λογίων Ελλήνων εντός και εκτός Ελλάδος: του Αδαμάντιου Κοραή (1748-1833), του Παναγιώτη Κοδρικά (1762-1827), του Αθανασίου Ψαλίδα (1767-1829), ο οποίος στρεφόταν με πάθος εναντίον της πολιτισμένης Ευρώπης για τη στάση της απέναντι στους Έλληνες. Αντιδρούσε ο Βύρων με την ευθιξία των συμπατριωτών του, και έδινε κάθε δίκαιο στους Έλληνες να εξεγείρονται, κυριολεκτικά και μεταφορικά:

Mα, για το όνομα της Νεμέσεως! Για ποιό λόγο θα έπρεπε να είναι ευγνώμονες; Πού είναι το ανθρώπινο ον που ευεργέτησε ποτέ έναν Έλληνα ή τους Έλληνες; Οφείλουν να είναι ευγνώμονες στους Τούρκους για τα δεσμά τους, και στους Φράγκους για τις υποσχέσεις, που αθέτησαν, και για τις όλο ψέματα συμβουλές τους; Οφείλουν να ναι ευγνώμονες στον καλλιτέχνη, που κάνει χαρακτικό έργο τα ερείπια τους, και στον αρχαιοδίφη, που τα παίρνει μαζί του μακριά, στον ταξιδιώτη, που ο γενίτσαρός του τους μαστιγώνει, και στον γραφιά, που το ημερολόγιο του τούς βρίζει; Αυτό είναι το άθροισμα των υποχρεώσεών του προς τους ξένους”.
(από σημείωμα που συνέταξε τον Ιανουάριο του 1811 στην Αθήνα).

Ρομαντικός και ρεαλιστής, διέκρινε την παραμέληση των Νεοελλήνων έναντι των αρχαίων, αφού “έχουν εγκαταλειφθεί στην τουρκική τυραννία των αφεντάδων τους, μολονότι δε χρειάζεται παρά μια πολύ μικρή προσπάθεια για να αφαιρεθούν τα δεσμά τους … Οι Έλληνες δεν έχασαν ποτέ την ελπίδα τους”.

Το αυξανόμενο ενδιαφέρον της εποχής για την Ανατολή τον έφερε στη Σμύρνη (Οκτώβριος 1809 – Aπρίλιος 1810) και την Κωνσταντινούπολη (Μάιος 1810), όπου πέρασε δύο μήνες και αντίκρυσε και πάλι αποτρόπαια θεάματα. Πέτυχε, σε αυτό το ταξίδι, τον άθλο που σήμαινε περισσότερα για εκείνον από δόξα “πολιτική, ποιητική ή ρητορική”: κολύμπησε τον Ελλήσποντο από τη Σηστό ως την Άβυδο, επαναλαμβάνοντας δηλαδή το επιχείρημα του μυθικού Λεάνδρου. Πραγματοποίησε και μία αναρρίχηση στις Συμπληγάδες. Αυτή ήταν η μοναδική του επίσκεψη στην Τουρκία. Επέστρεψε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1810. Εκεί εκδήλωσε τον έρωτα του (περισσότερο στη φαντασία του, μάλλον) για τις τρεις κόρες του υποπρόξενου της Αγγλίας στην Αθήνα, Προκόπη Μακρή (1764 – 1799), στην οικία του οποίου φιλοξενήθηκε κατά την πρώτη του διαμονή. Γοητεύθηκε κυρίως από τη νεαρότερη αδελφή, την δωδεκαετή Τερέζα, για την οποία συνέθεσε την Κόρη των Αθηνών (“Maid of Athens”, 1810). Aφότου το ποίημα δημοσιεύθηκε το 1812 στην Αγγλία, η Οικία Μακρή έγινε στόχος περιέργειας των Βρετανών που επισκέπτονταν την Αθήνα.

 

Η επιστροφή στην Αγγλία

Επέστρεψε στην Αγγλία μετά από δύο χρόνια απουσίας, στις 14 Ιουλίου 1811. Στο δρόμο προς το Newstead πληροφορήθηκε τον θάνατο της μητέρας του, είδηση που τον καταρράκωσε. Το 1811 ήταν η χρονιά που ο θάνατος σφράγισε την προσωπική του ζωή, παίρνοντας από κοντά του ακόμη τρεις φίλους του. Τους παλαιούς συμφοιτητές του, Charles Skinner Matthews, John Wingfield και John Edleston, για την απώλεια του οποίου ο Βύρων συνέθεσε μελωδικότατα και πονεμένα ελεγεία. Είναι η χρονιά όμως που αναπλήρωσε το κενό με νέα πρόσωπα και προοπτικές: η φήμη του Λόρδου Βύρωνα απογειώθηκε μόλις 15 ημέρες μετά την πρώτη έκδοση του Childe Harold´s Pilgrimage, η οποία εξαντλήθηκε σε τρεις ημέρες. Στα τέλη του έτους απέκτησε μόνιμη συνεργασία με τον εκδότη των δύο πρώτων Ασμάτων, τον John Murray (1778 – 1843). Έγινε διάσημος και μετατράπηκε πλέον σε πόθο και αντικείμενο λατρείας γυναικών και ανδρών.

Tα φώτα στράφηκαν επάνω του, όχι μόνον για το ποιητικό του έργο, αλλά και για τη δημόσια υπεράσπιση της εξέγερσης των Λουδιτών στη Βουλή των Λόρδων. Με πάθος υπερασπίσθηκε τη θέση, ότι το ανθρώπινο γένος πρέπει να αντισταθεί στην κυριαρχία των μηχανών.

Ο συντηρητικός κόσμος της εποχής έτρεφε επιφυλάξεις για τον ταραξία ποιητή. Όμως οι πόρτες των σαλονιών των Whigs άνοιγαν διάπλατες για να τον υποδεχθούν. Στην κορυφή τους βρίσκονταν δύο σημαντικές γυναίκες, η Lady Elizabeth Holland, και η Lady Elizabeth Milbanke – Melbourne. Με την εξηνταδυάχρονη Melbourne ανέπτυξε έναν στενότατο δεσμό, που θα μπορούσε να ήταν και ερωτικός, ομολογούσε ο Βύρων. Η Melbourne έγινε σε τέτοιο βαθμό η έμπιστη φίλη του, ώστε να μεροληπτεί υπέρ του ακόμη και αφού πληροφορήθηκε για τον δεσμό που ανέπτυξε με τη σύζυγο του γιου της, Lady Caroline Lamb. Σημειώνεται ότι ο σύζυγος της Caroline ήταν ο δύο φορές πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας (1834, 1835-1841), William Lamb. Η Lady Caroline Lamb έμεινε γνωστή για τον χαρακτηρισμό που απέδωσε στον Βύρωνα mad, bad and dangerous to know”.

Τον Ιανουάριο του 1815 ο Βύρων παντρεύθηκε την ανιψιά της Melbourne, Anabella Milbanke, με την οποία απέκτησε την Augusta Ada Byron (10/12/1815). Το προηγούμενο έτος, η Augusta είχε αποκτήσει μία κόρη, την Elizabeth Medora Leigh (15/04/1814). Οι φήμες που κυκλοφορούσαν για την ερωτική ζωή του ποιητή, για την ενδεχόμενη πατρότητα της Medora, ο φθόνος για την επιτυχία του, οι οικονομικές δυσχέρειες, και η ψυχική απομάκρυνση από την Αnabella (η οποία την οδήγησε στην εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης στο Λονδίνο), ήταν όλοι παράγοντες που οδήγησαν τον Βύρωνα στην αυτοεξορία το 1816.

Η δεκαετία 1813 – 1823 απετέλεσε την πιο λαμπρή περίοδο της ποιητικής παραγωγής του Βύρωνος. Ο Childe Harold, η φιγούρα που τον έκανε διάσημο εν μία νυκτί, και με την οποία τον ταύτιζαν, παρά τις δικές του αντιρρήσεις, γέννησε μία σειρά άλλων επινοημένων ηρώων. Ο Βύρων είχε επηρεασθεί από τo “Mal du siècle”. Αναφερόταν στον βαθύ πόνο, τον “μακρύ λαβύρινθο της αμαρτίας”, την πατρίδα του που μοιάζει με κελί ερημίτη. Ο Harold στηρίχθηκε στις προσωπικές εμπειρίες του ποιητή, και παράλληλα είλκυε στοιχεία από προγενέστερους λογοτεχνικούς ήρωες. Για παράδειγμα, τον Άμλετ του Σαίξπηρ ή τον Βέρθερο του Γκαίτε, ενώ ο René, πρωταγωνιστής της ομώνυμης νουβέλας του Σατωβριάνδου, είναι ο “δίδυμος αδελφός του”. Ο κατεξοχήν βυρωνικός ήρωας είναι ένας περήφανος μισάνθρωπος, ευμετάβλητος και κυνικός, ο οποίος περιφρονεί τους κανόνες, είναι ωστόσο ικανός για δυνατή και βαθιά αγάπη. Η αγάπη για τον άνθρωπο και η χαρά για τις ανθρώπινες πράξεις του συναντώνται σε πολλά από τα έργα του λόρδου Βύρωνα.

Από το φθινόπωρο του 1812 ως τον Ιανουάριο του 1816, ο Βύρων δημοσίευσε έξι μεγάλα έμμετρα αφηγήματα, με οριενταλιστικά θέματα:

Ο Γκιαούρης (The Giaour: A Fragment of a Turkish Tale, 1813),
Η νύφη της Αβύδου (The Bride of Abydos: A Turkish Tale, 1813),
Ο Κουρσάρος (The Corsair: A Tale, 1814),
Λάρα (Lara, 1814),
Παρισίνα (Parisina, 1816),
Η πολιορκία της Κορίνθου (The Siege of Corinth, 1816).

Πέραν της λογοτεχνικής τους διάδοσης, οι βυρωνικοί ήρωες αποτυπώθηκαν σε έργα τέχνης κάθε είδους, όπως και η μορφή του ίδιου του Βύρωνα, η οποία συγχωνεύθηκε με αυτή του Childe Harold. Ζωγραφικά έργα τέχνης, περίτεχνα επιτραπέζια ρολόγια ή γαλλικά πορσελάνινα βάζα, τα οποία απεικονίζουν μορφές βυρωνικών ηρώων κυκλοφορούσαν σε όλη την Ευρώπη. Καθώς, σταδιακά, οι ήρωες του Βύρωνα άρχιζαν να ταυτίζονται με εμβληματικές μορφές της Ελληνικής επανάστασης, η απόκτηση τέτοιων έργων, που προέβαλαν το ελληνικό ζήτημα, έγιναν status symbols των φιλελληνικών σαλονιών. Έτσι, ο Γκιαούρης, θέμα που απασχόλησε ζωγραφικά τους Γάλλους A. Scheffer, A.M. Colin, A.C.H. Vernet, E. Delacroix και Τ. Géricault, ταυτίσθηκε με μορφή Έλληνα αγωνιστή. O νικητής, “άπιστος” Γκιαούρ που πατά θριαμβευτικά, επί του σκοτωμένου Χασάν, αλληγορικά μιλούσε για τη νίκη του χριστιανικού κόσμου επί του μουσουλμανικού.

 

Σύνθεση από μπρούντζο του 19ου αιώνα, με θέμα τον Γκιαούρη (συλλογή ΕΕΦ).

Πίνακας του 19ου αιώνα του ζωγράφου Rosine, με θέμα την νίκη του Γκιαούρη επί του Χασάν (συλλογή ΕΕΦ)

 

Οι μορφές από τη Νύφη της Αβύδου ταυτίσθηκαν με Σουλιώτες πρόσφυγες από την Πάργα.

 

Πίνακας του 19ου αιώνα του μεγάλου Γάλλου ζωγράφου Alexandre Marie COLIN (1798-1875), με θέμα από το έργο η Νύφη της Αβύδου (συλλογή ΕΕΦ)

Επιτραπέζιο ρολόι του 19ου αιώνα, από την Γαλλία, με θέμα από την νύφη της Αβύδου, που ταυτίζεται με τους πρόσφυγες από την Πάργα (συλλογή ΕΕΦ).

 

Σκηνές από τον Κουρσάρο έδωσαν έμπνευση για τον αποχαιρετισμό του Έλληνα αγωνιστή. Εικόνες από τον Δον Ζουάν, το αριστουργηματικό τελευταίο έργο του Βύρωνα από το 1818, ταυτίσθηκαν με το θέμα του τραυματισμένου Έλληνα αγωνιστή, όπως και με τον Βύρωνα σε γυναικεία αγκαλιά, αυτήν της Ελλάδας.

 

Πίνακας Άγγλου ζωγράφου του 19ου αιώνα, με θέμα από το έργο Don Juan (συλλογή ΕΕΦ).

Επιτραπέζιο ρολόι του 19ου αιώνα, από την Γαλλία, με θέμα από τον Don Juan, που ταυτίζεται με τον Βύρωνα στα χέρια της Ελλάδας (συλλογή ΕΕΦ).

Ζευγάρι βάζων από πορσελάνη με παραστάσεις από έργα του Λόρδου Βύρωνος (συλλογή ΕΕΦ).

 

Το δεύτερο οδοιπορικό του Βύρωνα: Ελβετία, Ιταλία, Ελλάδα

“They made me an Exile / not a slave of me“
(Μέ έκαναν εξόριστο/ όχι όμως σκλάβο του εαυτού μου)
The Prophecy of Dante, (Η Προφητεία του Δάντη), 1919

Όταν ο Ηοbhouse αποχαιρέτησε στις 25 Απριλίου 1816 τον Βύρωνα στις ακτές της Αγγλίας, κανείς από τους δύο φίλους δεν υποψιαζόταν ότι δεν πρόκειται να ξανασμίξουν στο έδαφος της πατρίδας τους. Ο ρομαντικός ποιητής εγκατέλειπε, αυτοεξόριστος, το “κελί του ερημίτη”, για να τερματίσει ένδοξα τη ζωή του στο έδαφος, όπου “για πρώτη φορά ένιωσε χαρούμενος”, όπως έλεγε. Χωρίς, ασφαλώς, να μπορεί να προβλέψει την πορεία και κατάληξη του δεύτερου οδοιπορικού που ξεκινούσε.

Με συντρόφους τον θαλαμηπόλο του, W. Fletcher και τον εικοσάχρονο γιατρό Dr. John Polidori (1795-1821), κατευθύνθηκε μέσω Οστάνδης στις Βρυξέλλες. Επισκέφθηκε το πεδίο της μάχης του Βατερλώ, το οποίο παραλλήλισε με την πεδιάδα του Μαραθώνα. Aπό τη θέα του ιστορικού σημείου εμπνεύσθηκε δύο στροφές για το τρίτο Άσμα του Childe Harold, το οποίο είχε αρχίσει να γράφει εγκαταλείποντας την πατρίδα του. Κατευθύνθηκε προς την Ελβετία. Στη Λωζάνη εμπνεύσθηκε το ποίημα Ο Δεσμώτης του Σιγιόν (The prisoner of Chillon), από τον πατριώτη της Γενεύης, Francois-de-Bonnivard (1496 – 1570), επιθυμώντας να μιλήσει για το ύψιστο ιδανικό της Ελευθερίας. Τον Ιούνιο του 1816 ήταν ήδη εγκατεστημένος στη Villa Diodati, στις όχθες της λίμνης της Γενεύης. Έτυχε να τον ερωτευθεί μία νέα κοπέλα και να τον ακολουθήσει στην περιοδεία του, δίχως ο Βύρων να ανταποκρίνεται ακριβώς στο συναίσθημά της. Ήταν η Claire Clairmont (1798 – 1879), ετεροθαλής αδελφή της συγγραφέως Mary Shelley, συζύγου του Percy Shelley. Η Claire θα είναι το μοιραίο πρόσωπο που θα φέρει σε επαφή τους δύο Άγγλους ποιητές. Στη Γενεύη σχηματίστηκε μία συντροφιά αυτοεξόριστων, ρομαντικών, διανοουμένων, η οποία λειτούργησε καταλυτικά και είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σημαντικών λογοτεχνικών έργων. Ο Βύρων ενθαρρύνθηκε από τον Shelley στη δημιουργία του Don Juan (το οποίο θα συγγράψει λίγο αργότερα, στην Πίζα). Η Mary Shelley συνέλαβε τον Frankenstein, κάποια βραδιά που διασκέδαζαν με “ιστορίες φαντασμάτων”, ενώ ο Polidori εμπνεύσθηκε, από τη μορφή του Βύρωνα, το ιδρυτικό για τη βαμπιρική λογοτεχνία έργο, The Vampyre.

Οι Shelleys επέστρεψαν απρόθυμα στην Αγγλία, με την Claire να εγκυμονεί το παιδί του Βύρωνα. Ο Βύρων με την σειρά του εγκατέλειψε τη Villa Diodati στις 5 Οκτωβρίου 1816 μαζί με τον Hobhouse. Η περιπλάνηση των δύο ανδρών στις Βερναίες Άλπεις έδωσε την αφορμή για τη σύλληψη του Manfred. A Dramatic Poem, που ο Βύρων ολοκλήρωσε το 1817 στη Βενετία. Η προμηθεϊκή μορφή του Manfred (ο “αντίστροφος Φάουστ”) θεωρήθηκε αυτοβιογραφική. Κεντρικές ιδέες είναι και πάλι η θλίψη και η ενοχή, η βαθιά μοναξιά και ο αμαρτωλός έρωτας του παρελθόντος. Η Astarte του Manfred είναι ένα προσωπείο για την Αugusta. Ο Βύρων περιπλανήθηκε εν συνεχεία στις πόλεις Βενετία (1816 – 1819), Ραβέννα (1819 – 1821), Πίζα (1821 – 1822) και Γένοβα (1822 – 1823), όπου εγκαινίασε τη λαμπρή, ιταλική του περίοδο. Στην φάση αυτή συνέθεσε οκτώ θεατρικά έργα, το τέταρτο και τελευταίο Άσμα του Childe Harold, το ιστορικό – πολιτικό του ποίημα Η Εποχή του Ορειχάλκου (“The Age of Bronze”), σατιρικά έργα, όπως ο Beppo, και τα δεκαέξι Άσματα του Don Juan.

Στη συνέχεια, αφού έσμιξε πάλι με τους Shelleys στη Βενετία, και γνώρισε την κόρη του από την Claire, Allegra, κινήθηκε προς τη Ραβέννα. Στο νέο του προορισμό τον οδήγησε ο έρωτας για τη νεαρή κοντέσα Teresa Guiccioli, θυγατέρα του φλογερού Ιταλού πατριώτη κόμη Ruggero Gamba Ghiselli, μέσω του οποίου μυήθηκε στον καρμποναρισμό. Ο υιός του κόμη, Pietro Gamba, λάτρεψε τον Βύρωνα. Τον συνόδευσε στην Ελλάδα, και αργότερα κατατάχθηκε στο σώμα του Φαβιέρου μετά το 1825. Η Τeresa συνδέθηκε ερωτικά με τον Βύρωνα και πήρε διαζύγιο από τον κατά 37 έτη μεγαλύτερό της, κόμη Alessandro Guiciolli. Η πατρική οικογένεια της Τeresa έβλεπε με συμπάθεια τον Βύρωνα, λόγω των πολιτικών του θέσεων.

To 1820 είναι το έτος που τα φιλελεύθερα πατριωτικά κινήματα στην Ιταλία φουντώνουν. Στην Ιταλία εκείνης της περιόδου διασταυρώνονταν Ιταλοί συνομώτες με νεοέλληνες διαφωτιστές, μέλη της Φιλικής Εταιρείας με Άγγλους ρομαντικούς. Οι φωτισμένοι αριστοκράτες της Ραβέννας είναι Carbonari, και ο Βύρων σύντομα λαμβάνει τη θέση του στο κίνημα, ως επίτιμος αρχηγός του τρίτου κλάδου του, της Turba (“Όχλος”), αποτελούμενη στην πλειοψηφία της από εργάτες. Επέλεξε αυτόν τον κλάδο επιδιώκοντας τη δράση και όχι την καθοδήγηση του κινήματος. Με ενθουσιασμό προσέφερε όπλα, προστασία και εμψύχωση στους Ιταλούς αγωνιστές. Σε κάποια επιστολή του έγραφε: “οι λαοί θα νικήσουν στο τέλος. Δεν θα ζω για να το δω, αλλά το προβλέπω”. Αυτή η διατύπωση δεν ακούγεται σε ευθυγράμμιση με κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία. Κατά τον ιστορικό Roderick Beaton, είναι αμφίβολο ότι ο Βύρων είχε ενστερνισθεί την επαναστατική ιδεολογία των καρμπονάρων. Πιθανά ο ποιητής παρακινείτο σε αυτή τη φάση της ζωής του ακόμη από ρομαντισμό και ενθουσιασμό για τη δράση, χωρίς να έχει αφιερωθεί σε έναν συγκεκριμένο αγώνα ή σκοπό.

Όταν τα φιλελεύθερα κινήματα στην Ιταλία απέτυχαν τελικώς, οι Gamba οδηγήθηκαν στην εξορία. Ο Shelley, που είχε επισκεφθεί τη Ραβέννα ώστε να συναντήσει την Allegra στο μοναστήρι που την είχε στείλει ο πατέρας της, τράβηξε τον Βύρωνα και τους Gamba στην Πίζα. Είναι ο φίλος του, ο Percy Shelley, και η σύζυγός του, Mary, εκείνοι που θα τον απαγκιστρώσουν από την ενασχόληση του με το ιταλικό ζήτημα και θα εξάψουν τα φιλελληνικά του αισθήματα. Οι πρώτες ειδήσεις για τα γεγονότα στην Ελλάδα είχαν αρχίσει να φθάνουν στην Ιταλία ήδη από τον Απρίλιο του 1821. Ο Shelley, δίχως η Επανάσταση να έχει καλά καλά ορθοποδήσει, συνέθεσε, το φθινόπωρο του 1821, το αριστουργηματικό του ποίημα Hellas, όπου προφήτευε τον θρίαμβο του ελληνικού Αγώνα για ανεξαρτησία, συνώνυμο του αγώνα για Ελευθερία και Δικαιοσύνη. Το ποίημα αυτό το αφιέρωνε στον φίλο του, πρίγκιπα Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, με τον οποίον οι Shelleys συνδέθηκαν στενά μέσω του κύκλου της Πίζας.

Οι ζυμώσεις που ελάμβαναν χώρα στην Πίζα ήταν καθοριστικές για την ανάδειξη του φιλελληνισμού των Άγγλων ποιητών. Εδώ δρούσε, μακριά από την αστυνομία του Μetternich, o συνιδρυτής της Φιλομούσου Εταίρειας, Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας, Ιγνάτιος. Ο κληρικός αυτός συσπείρωνε γύρω του έναν κύκλο προσώπων που επεδίωκαν να έχουν ενεργό ρόλο στα ελληνικά πράγματα, μεταξύ άλλων τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά. Στην πόλη κατέφθασαν επίσης το 1822 οι John Eduard Trelawny (1792 – 1881) και Leigh Hunt (1784 – 1859). Κατά μία εκδοχή, οι Shelleys σύστησαν τον Μαυροκορδάτο στον Βύρωνα, ενώ μία άλλη εκδοχή θέλει τους δύο άνδρες να συναντώνται για πρώτη φορά στο Μεσολόγγι. Όπως και να έχει, φαίνεται ότι στην Πίζα έλαβαν χώρα κάποιες ψυχικές και νοητικές διεργασίες για τον Βύρωνα, οι οποίες τον οδήγησαν στην Ελλάδα. Προτού εγκαταλείψει την πόλη αυτή, ο Βύρων θα πληγωθεί από τον άδικο πνιγμό του φίλου του, Percy Shelley, τον οποίον θα αποχαιρετήσει αρχαιοπρεπώς μαζί με τους Trelawny και Hunt στην παραλία του Viareggio. Εν συνεχεία μετακομίζει με την Teresa στη Γένοβα, τον Σεπτέμβριο του 1822, έχοντας στο μεταξύ θρηνήσει και για την απώλεια του Polidori, της Lady Milbanke (μητέρα της Anabella) και της πεντάχρονης κόρης του, Allegra.

 

“I must stand by the Cause“

Για δύο έτη μετά την έναρξη της Ελληνικής επανάστασης του 1821, ο Βύρων παρέμεινε αμέτοχος. Η απόφασή του να αφιερωθεί στον σκοπό (“Τhe Cause”, όπως τον ονομάζει), πρέπει, σύμφωνα με τον R. Beaton, να αντιμετωπισθεί ως “αποκορύφωμα της ποιητικής και ιδεολογικής του ανάπτυξης, που επίμονα επιδίωκε να διαπεράσει το περιοριστικό φράγμα των λέξεων, ώστε να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων, στο πεδίο της αληθινής πολιτικής και δράσης”. Η ιδέα της Ελλάδας άρχιζε να κερδίζει έδαφος μέσα του μετά την απώλεια του Shelley.

Τον Απρίλιο του 1823, είχε φθάσει η ώρα της μετάβασης από τον κόσμο των ιδεών, σε εκείνον της δράσης. Στη Γένοβα τον επισκέφθηκαν δύο απεσταλμένοι από την Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου, που είχε ιδρυθεί μόλις έναν μήνα νωρίτερα: ο Ανδρέας Λουριώτης (διαπραγματευτής των δύο πρώτων εθνικών δανείων στο Λονδίνο), και ο Βρετανός πλοίαρχος Edward Blaquière. Τον προσκαλούσαν να μεταβεί στην Ελλάδα ως διαμεσολαβητής εκ μέρους της Φιλελληνικής Επιτροπής, με κύριο ρόλο αυτόν του διαιτητή στις διενέξεις μεταξύ των Ελλήνων, αλλά και για να κατευθύνει τη βοήθεια που στέλνονταν στην Ελλάδα. Αποδέχθηκε την πρόσκληση, νιώθοντας “την επείγουσα ανάγκη να δοθεί μια νέα κατεύθυνση στην πορεία των ιδεών του”. Και πήγε ένα βήμα παραπέρα. Αποφάσισε μόνος του να πολεμήσει για την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Πρώτος σταθμός του ήταν το Αργοστόλι Κεφαλληνίας (3 Αυγούστου 1823), όπου συναντήθηκε με τον Άγγλο διοικητή, Sir Charles James Napier (1782-1853). Μαζί με τον Pietro Gamba εγκαταστάθηκε ως τα τέλη του έτους στο χωριό Μεταξάτα, όπου σήμερα μία προτομή μπροστά στην κατοικία όπου διέμενε, θυμίζει την παρουσία του εκεί. Ξανασυνάντησε Σουλιώτες, ως πρόσφυγες αυτή τη φορά, τους οποίους περιέθαλψε, και πλήρωσε για την ασφαλή τους μετάβαση στο Μεσολόγγι. Τα νέα για την άφιξη του Λόρδου Βύρωνος στην Ελλάδα είχαν ήδη διαδοθεί μεταξύ των Ελλήνων. Είναι συγκινητικό πως η τελευταία επιστολή του ευγενικού ήρωα, Μάρκου Μπότσαρη, πριν το θάνατό του στο Καρπενήσι, απευθυνόταν στον λόρδο Βύρωνα. Στην επιστολή αυτή, ο εμβληματικός ήρωας εξέφραζε με χαρά την επιθυμία του να τον συναντήσει στο Μεσολόγγι.

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, ο Βύρων είχε μία αρκετά ρεαλιστική εικόνα για τις έριδες μεταξύ των Ελλήνων. Κρατούσε όμως μία διπλωματική απόσταση από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, οι οποίες προσπαθούσαν να τον προσεταιρισθούν. Δίσταζε για το εάν έπρεπε να πάει στο Μεσολόγγι το φθινόπωρο του 1823, πριν λάβει σαφείς οδηγίες από την κυβέρνηση. Προκειμένου να μην προκαλέσει το Εκτελεστικόν, δηλαδή την κυβέρνηση Μαυρομιχάλη – Κολοκοτρώνη, απέρριψε την πρόσκληση του Μαυροκορδάτου να τον συναντήσει στην Ύδρα. Η καθυστέρηση του να μεταβεί στο Μεσολόγγι, δεν οφειλόταν σε αναποφασιστικότητα, αλλά σε πρακτική σοφία και πολιτική οξυδέρκεια, με στόχο να διατηρήσει τις ισορροπίες. Πράγματι, από τη στιγμή που ο λόρδος πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα, μεταμορφώθηκε από ποιητή, σε ρεαλιστή πολιτικό άνδρα. Μία επιστολή του προς τον Μαυροκορδάτο (02/12/1823) δείχνει τη βαθιά του αγωνία για τις τύχες των Ελλήνων:

“Λυπούμαι πάρα πολύ, ακούγοντας, ότι εξακολουθούν ακόμη οι εσωτερικές διχόνοιες στην Ελλάδα, και μάλιστα σε μια στιγμή, που θα μπορούσε να νικήσει παντού, όπως ενίκησε ήδη σε αρκετά μέρη. Η Ελλάς βρίσκεται μπροστά σε τρεις δυνατότητες, Ή να ανακτήσει την ελευθερία, ή να γίνει υποτελής των Ευρωπαίων ηγεμόνων ή να καταντήσει πάλι μια τουρκική επαρχία. Δεν έχει να διαλέξει παρά ένα από αυτά τα τρία. Αλλά νομίζω, ότι ο εμφύλιος πόλεμος είναι ο δρόμος, που οδηγεί στα δυο τελευταία. Αν ζηλεύει την τύχη της Βλαχίας ή της Κριμαίας, μπορεί να την έχει αύριο. Αν την τύχη της Ιταλίας, μπορεί να την έχει μεθαύριο. Αν, όμως, θέλει η Ελλάς να γίνει για πάντα ελεύθερη και ανεξάρτητη, πρέπει να το αποφασίσει τώρα, ή δεν θα έχει πια ευκαιρία.”

Ο ιστορικός George Finley εκτιμά ότι, αν ο Βύρων είχε ζήσει, θα είχε συμβάλλει καθοριστικά στην αποτροπή δύο εμφυλίων πολέμων. Ο σκοπός του στην Ελλάδα ήταν να ενώσει, όχι να διχάσει.

Στο Μεσολόγγι έφθασε στις 5 Ιανουαρίου 1824. Συγκεντρωμένα από την αυγή τα πλήθη πολιτών, στρατιωτικών, γυναίκες με τα παιδιά τους, ανέμεναν με αγωνία την άφιξη του “αγγέλου λυτρωτή” τους. Η ακτινοβολία της προσωπικότητας του Λόρδου Βύρωνος ήταν τεράστια. Η περίφημη ελαιογραφία του L. Lipparini, “O όρκος του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι”(1824) αλλά και αυτή του Θ. Βρυζάκη, με θέμα “Η υποδοχή του λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι” (1861), αποδίδει το κλίμα ενθουσιασμού που επικρατούσε.

 

Πίνακας του 19ου αιώνα, με θέμα το έργο του Ludovico Lipparini (1800-1856) που βρίσκεται σήμερα στο Museo Civico του Treviso (συλλογή ΕΕΦ)

Πιάτο από πορσελάνη του 19ου αιώνα, με θέμα την είσοδο του Λόρδου Βύρωνος στο Μεσολόγγι (συλλογή ΕΕΦ)

 

Εγκαταστάθηκε στην αρχοντική κατοικία της οικογένειας Καψάλη, την οποία τίναξε στον αέρα ο Χρίστος Καψάλης κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου, τον Απρίλιο 1826. Ο Βύρων έδρασε στο Μεσολόγγι κατευναστικά και με μετριοπάθεια σε περιπτώσεις ταραχών μέσα στην πόλη (π.χ. με τους Σουλιώτες). Οι Μεσολογγίτες τον εκτιμούσαν για την αποφασιστικότητα και την ανδρεία του. Ο μεγάλος ποιητής ήταν πράγματι ετοιμοπόλεμος. Μάλιστα θεωρούσε ότι “το ξίφος προηγείται της πένας”, σε αντίθεση με τον συνταγματάρχη Leicester Stanhope (1784 -1862), ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα με όπλα την παιδεία και τον Τύπο (προωθούσε την εγκατάσταση τυπογραφείου, την ελευθεροτυπία, την καθολική εκπαίδευση κλπ.). Προκαλεί εντύπωση και θαυμασμό η αντιστροφή των ιδιοτήτων μεταξύ ενός ποιητή χωρίς πολεμική πείρα και ενός πολύπειρου στρατιωτικού. Ο Βύρων έλαβε αξίωμα αρχιστρατήγου, και ετοίμαζε μία σημαντική στρατιωτική επιχείρηση κατά της Ναυπάκτου, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε. Μάλιστα για το αξίωμα αυτό ο Βύρων αυτοσαρκαζόταν για τη χωλότητά του, και θύμιζε ότι “είχε τουλάχιστον ένα προσόν στρατηγού, ότι δεν ήταν δυνατό να τραπεί σε φυγή”. Περισσότερο από τον τίτλο της αρχιστρατηγίας, βέβαια, ο ίδιος ήθελε να είναι ο συμφιλιωτής των Ελλήνων.

 

Ο Λόρδος Βύρων με στολή Έλληνα επαναστάτη, με όπλα το σπαθί του, αλλά και την κλασσική του παιδεία και το λογοτεχνικό του έργο. Πίνακας του 19ου αιώνα (συλλογή ΕΕΦ).

Η ζώνη του Λόρδου Βύρωνος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Μεσολόγγι (συλλογή ΕΕΦ).

Η παλάσκα του Λόρδου Βύρωνος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Μεσολόγγι (συλλογή ΕΕΦ).

Το σπαθί του Λόρδου Βύρωνος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Μεσολόγγι (συλλογή ΕΕΦ).

 

Την περίοδο αυτή κατέστη σαφές ότι ο εξωτερικός δανεισμός ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του ελληνικού Αγώνα. Ο δανεισμός θα επέτρεπε τη ναύλωση στόλου σύγχρονων πολεμικών πλοίων, την αγορά πολεμοφοδίων, την αποφυγή του εμφύλιου σπαραγμού και την εν γένει θωράκιση του αγώνα από τις εξωτερικές επιθέσεις. Ο ίδιος ο Βύρων ήταν διατεθειμένος να συμβάλει και χρηματικά στον αγώνα. Για παράδειγμα πλήρωσε προκαταβολικά μέρος του εθνικού δανείου από δικούς του πόρους. Στις 30 Νοεμβρίου 1823 χρηματοδότησε μάλιστα το ταξίδι του Ιωάννη Ορλάνδου (1770 – 1852) και Ανδρέα Λουριώτη (1789 – 1854) στο Λονδίνο για τη διαπραγμάτευση του πρώτου δανείου προς την Ελλάδα. Ήταν αφιλοκερδής, παράλληλα όμως ο ρεαλιστής μέσα του αγωνιούσε μήπως κατηγορηθεί για ιδιοτέλεια. Ανησυχούσε επίσης, μήπως η ξένη βοήθεια γίνει μήλον της έριδος μεταξύ των διαφόρων αρχηγών, και με πραγματισμό έκρινε ότι το πρώτο βήμα προς την ελευθερία, είναι η επιβολή της τάξης. Στήριζε για αυτόν το λόγο τη θέση, ότι έπρεπε να σχηματισθεί μία ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, η οποία θα έφερε την ευθύνη για τη διαχείριση του δανείου. Οραματιζόταν ένα συγκεντρωτικό κράτος με συνταγματική κυβέρνηση, φαινόμενο νεωτερικό στην εποχή του, και την Ελλάδα ως ηγέτιδα δύναμη εντός της Ευρώπης.

Η πολυετής περιπλάνηση του στις χώρες της Ευρώπης τον είχε εξοικειώσει με τις πραγματικές πολιτικές διαθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Ήταν ο άνθρωπος που με την ίδια άνεση κινούνταν σε σαλόνια κυρίων, συνδιαλεγόταν με καλλιτέχνες και πολιτικούς, και απευθυνόταν στον ελληνικό λαό και τους οπλαρχηγούς.  Η θέση του στη Βουλή των Λόρδων του είχε προσφέρει πολύτιμες γνωριμίες, π.χ. με τον George Canning (1770-1827), την πολιτική του οποίου εγκωμίασε στο ποίημά του Η Εποχή του Ορειχάλκου (1823). Ο Βύρων και ο Shelley είχαν ήδη απευθύνει ποιήματα εναντίον του πολιτικού αντιπάλου του Canning, και πανίσχυρου άνδρα της εποχής, Castlereagh (Robert Stewart, Viscount Castlereagh, 1769 – 1822). Η φιλελεύθερη εξωτερική πολιτική του Canning, εμπνευσμένη από το έργο του Λόρδου Βύρωνος, έδωσε αποφασιστικό πλήγμα στην Ιερά Συμμαχία, ενώ ευνόησε τους Νοτιοαμερικανούς και τους Έλληνες. Η Μεγάλη Βρετανία αναγνώρισε τον Μάρτιο του 1823 τη νομιμότητα του ναυτικού αποκλεισμού που είχαν επιβάλει οι Έλληνες. Το γεγονός έχει βαρύνουσα σημασία, ως η πρώτη πράξη αναγνώρισης των Ελλήνων ως εμπολέμων.

Αυτό, βέβαια, δε σήμαινε ότι το πνεύμα του Metternich είχε τελείως εκλείψει στην Ευρώπη. Ο Βύρων είχε επίγνωση της πραγματικότητας, και έκρινε ότι η προσέλκυση της συμπάθειας των πολιτικών ανδρών όλων των αποχρώσεων, δεν μπορούσε να στηριχθεί επάνω σε “καρμποναρικά” αιτήματα. Ο ίδιος δεν έβλεπε μία άμεση σύνδεση της Ελληνικής Επανάστασης με τη Γαλλική ή άλλες επαναστάσεις στην Ευρώπη. Έβλεπε να λαμβάνει χώρα κάτι πολύ μεγαλύτερο στην Ελλάδα. H Διακήρυξη της πρώτης Εθνοσυνελεύσεως στην Επίδαυρο (15/27.01.1822) έκανε λόγο για πόλεμο εθνικό και ιερό, ανάκτηση της ελευθερίας, ιδιοκτησίας και τιμής, αγαθά τα οποία χαίρονται όλοι οι γειτονικοί λαοί της Ευρώπης, πλην των Ελλήνων, που υποφέρουν από την Οθωμανική τυραννία. Ο δε ιστορικός Διονύσιος Ζακυθηνός διέκρινε “μίαν διαρκή κατάστασιν αντιστάσεως“ στο ελληνικό απελευθερωτικό κίνημα, ένας σταθμός του οποίου είναι η επιτυχής απόληξη του Εικοσιένα. Αυτά τα στοιχεία καταδεικνύουν την πολυπλοκότητα και την ιδιομορφία του ελληνικού Αγώνα, την οποία ο Βύρων αντιλαμβανόταν και ήθελε να προασπισθεί. Για τον Βύρωνα, ο αγώνας των Ελλήνων όφειλε πρωτίστως να (αυτο)προβάλλεται ως αγώνας μεταξύ πολιτισμών: του χριστιανισμού που παλεύει να απελευθερωθεί από τον ισλαμισμό. Μόνον έτσι θα αποκτούσε στα μάτια των Ευρωπαίων το απαραίτητο έρεισμα.

Η παρουσία του Βύρωνα στην Ελλάδα απετέλεσε την κινητήρια δύναμη, και την εγγύηση, για τη χορήγηση του πρώτου δανείου από την Μεγάλη Βρετανία, ύψους 800.000 λιρών, τον Φεβρουάριο του 1824. Ο ίδιος ορίσθηκε επίτροπος για τη διαχείριση του, από κοινού με τους Λάζαρο Κουντουριώτη και συνταγματάρχη Stanhope. Κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, εξέφρασε την πεποίθησή του στον Pietro Gamba, ότι, χάρη στην πολιτική του Canning, οι Έλληνες θα στραφούν με φιλική διάθεση προς την Αγγλία. Τον Ιανουάριο του 1825, όταν ο Βύρων έχει ήδη χάσει τη ζωή του στο Μεσολόγγι, ακολούθησε ένα δεύτερο δάνειο προς την Ελλάδα με τη μορφή ομολόγου. Τα χρήματα τα πρόσφεραν απλοί πολίτες, συγκινημένοι από τον θάνατο του, ο οποίος έδωσε νέα πνοή στο φιλελληνικό κίνημα από το 1824 και εξής.

 

“Heaven gives its favourites early death”
«Ο παράδεισος χαρίζει στους αγαπημένους του πρόωρο θάνατο»
(Childe Harold´s Pilgrimage, Canto IV, C II.)

Αν κλαις τη νιότη σου, τότε μη ζήσεις! / Χρέος και θάνατος σωστός εδώ / με σφαίρες τη ζωή σου να σφαλίσεις / στο χώμα αυτό.
Γύρνα με περιέργεια το κεφάλι / μέτρα καλά, να ναι φαρδύς πλατύς ο τάφος σου / κι ύστερα από τη ζάλη / πέσε ν´αναπαυτείς.
“Σήμερα συμπληρώνω τα τριανταέξη μου χρόνια…”
(On this day I complete my thirty – sixth year. Missolonghi, Jan. 22, 1824, μτφ. Νίκου Σπάνια)

Τις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου του 1824, ο Βύρων παραπονείτο συχνά στον Pietro Gamba για την υγεία του. Είχε προηγηθεί μία κρίση επιληψίας τον Φεβρουάριο. Οι αδιάκοπες βροχοπτώσεις, ο κατακλυσμός της πόλης από βαλτόνερα, τον εμπόδιζαν να κάνει τους μεγάλους περιπάτους του, όπως συνήθιζε. Στις 10 Απριλίου εξήλθε έφιππος εν μέσω καταιγίδας, γεγονός που στάθηκε μοιραίο για τον ίδιο. Ίσως ο Βύρων είχε αποφασίσει ότι η Ελλάδα ήταν ο τελευταίος σταθμός της ζωής του. Έλεγε στον Τίτα, τον γονδολιέρη του στη Βενετία που είχε πάρει μαζί στην Ελλάδα: “Δεν θα φύγω ποτέ πλέον από την Ελλάδα. Οι Τούρκοι, οι Έλληνες ή και το κλίμα, δε θα με αφήσουν να φύγω”. Δίχως ίχνος μεμψιμοιρίας, περιέγραφε το προαίσθημα του αναπόφευκτου τέλους στο ποίημα που εμπνεύσθηκε την ημέρα των τελευταίων του γενεθλίων. “On this day I complete my thirty – sixth year. Missolonghi, Jan. 22, 1824”. Ξημερώματα της 19ης Απριλίου 1824, εν μέσω φρικτής κακοκαιρίας, ο καθηλωμένος στο κρεβάτι του Βύρων άνοιξε τα μάτια του για τελευταία φορά, και τα ασφάλισε αμέσως ξανά, για πάντα.

Η γνωστοποίηση του θανάτου του βύθισε το Μεσολόγγι στο πένθος. Με αγγελτήριο κηρύχθηκε γενική πενθηφορία 21 ημερών με αναπομπή δεήσεων από τις εκκλησίες. Τριανταεπτά κανονιοβολισμοί διατάχθηκε να πέσουν με την ανατολή του ηλίου της επομένης, μία κάθε λεπτό, αντιστοιχώντας στα έτη ζωής του. Η καρδιά του έμεινε, για μία νύκτα, στην εκκλησία για λαϊκό προσκύνημα. Οι Μεσολογγίτες ζητούσαν να μείνουν στην πόλη τους ο λάρυγγας και ο πνεύμονας του, εκείνου που “έδωσε τη φωνή του και την ανάσα του για την Ελλάδα”. Τελικά έμεινε ένα δοχείο με τους πνεύμονες του στο Μεσολόγγι. Το σώμα του ταριχεύθηκε και αργότερα μεταφέρθηκε στην Αγγλία. Κατά τη μαρτυρία του ιατρού του, J.M. Millingen, ο ίδιος ο Βύρων είχε αποδεχθεί το θάνατο του, ζητούσε να μη γίνουν τιμητικές τελετές, και ήθελε τα οστά του να παραμείνουν στην Ελλάδα. Τάφηκε στις 10/22 Απριλίου, κοντά στους τάφους του Μάρκου Μπότσαρη και του Φιλέλληνα στρατηγού Normann, σε μία ξύλινη κάσα σκεπασμένη με μαύρο μανδύα, πάνω στην οποία τοποθετήθηκαν ένα κράνος, ένα ξίφος και ένας στέφανος δάφνης. Ο συνδημότης του, Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873) εκφώνησε έναν εξαιρετικό επικήδειο για τον μεγάλο Λόρδο Βύρωνα.

Ο θάνατος του προκάλεσε σοκ σε όλον το δυτικό κόσμο. Oι Times του Λονδίνου ανέφεραν ότι απεβίωσε ο πιο αξιοσημείωτος Άγγλος του καιρού του. Η αγγλική κοινή γνώμη συνταράχθηκε, “σαν να έγινε σεισμός”, κατά την περιγραφή του Hobhouse, o οποίος στις 2 Μαΐου παρέλαβε τα λείψανα του. Ακολούθησε λαϊκό προσκύνημα των λειψάνων (9-11 Μαΐου), με ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις να περιφρουρούν το πλήθος. Η σύγχυση που επικρατούσε ήταν πρωτοφανής, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής. Τα επίσημα πρόσωπα που παρευρέθηκαν ήταν ελάχιστα – κυρίως πρόσωπα από τη φιλελληνική αντιπολίτευση, από το ριζοσπαστικό κόμμα και από τη ριζοσπαστική μερίδα των Whigs. Ο νεκρός μεταφέρθηκε εν συνεχεία στο χωριό Hucknall Torkard του Nottingham, ώστε να ενταφιασθεί στην οικογενειακή κρύπτη των Byron. Αντίστοιχες, ανεξέλεγκτες εκδηλώσεις λατρείας και αγανάκτησης έλαβαν χώρα κατά το δεύτερο λαϊκό προσκύνημα που οργάνωσε εκεί ο Hobhouse.

Οι εκδηλώσεις για τον πρόωρο θάνατό του, ταυτίσθηκαν σχεδόν αυτόματα με τη συμπαράσταση υπέρ των Ελλήνων. Άμεσα αναζωογονήθηκε το φιλελληνικό ρεύμα την επαύριο του θανάτου του, με τους Βρετανούς να αναλαμβάνουν την πρωτοκαθεδρία του κινήματος από το 1824. Έναν χρόνο αργότερα, ο Ελβετός τραπεζίτης Jean-Gabriel Eynard (1775 – 1863), πρωτοστάτησε στην ίδρυση νέων φιλελληνικών κομιτάτων στο Παρίσι και στη Γενεύη, τα οποία στόχευαν πρωτίστως στην αντιμετώπιση του υποσιτισμού στην Ελλάδα. Η Επιτροπή του Παρισιού ασχολήθηκε με την αποστολή στρατιωτικών και την εκπαίδευση ελληνοπαίδων στο Παρίσι. Περισσότερο καθυστερημένα από Βρετανούς συναδέλφους τους, μεταστράφηκαν υπέρ του ελληνικού αγώνα οι Γάλλοι ρομαντικοί François-Auguste-René de Chateaubriand (1768 – 1848), Victor Hugo (1802 – 1855) και Alphonse de Lamartine (1790 – 1869), οι οποίοι εν τω μεταξύ, είχαν αναθεωρήσει τις πολιτικές τους θέσεις υπέρ της μοναρχίας. Οι εξελίξεις αυτές αποτελούσαν αξιοσημείωτες συμπτώσεις, αν αναλογισθεί κανείς την επίδραση που είχε το ρομαντικό κίνημα στη διάδοση του φιλελληνισμού. Στη Νέα Υόρκη, στη Φιλαδέλφεια, στη Βοστώνη, όπου εκδηλωνόταν ήδη ένα σημαντικό φιλελληνικό ρεύμα από τα τέλη του 1823, ο θάνατος και η ειδωλοποίηση του Βύρωνα ξύπνησαν πραγματικό “ελληνικό πυρετό”. Αμερικανοί εθελοντές έφθασαν ως την Ελλάδα για να τη συνδράμουν στον αγώνα της. Πρώτος είχε έρθει ο George Jarvis (1797 – 1828), ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα υπασπιστή του Λόρδου Βύρωνος στο Μεσσολόγγι και εκπαιδευτής των Σουλιωτών. Μετά τον θάνατο του Λόρδου Βύρωνος, ακολουθήσε ο στρατιωτικός Jonathan Peckham Miller (1797 – 1847) και ο γιατρός Samuel Howe (1801 – 1876). Οι τρεις αυτοί φίλοι προσέφεραν πολλά στην Ελλάδα, εμπνευσμένοι από το έργο του Λόρδου Βύρωνος. Μάλιστα, ο γιατρός Samuel Howe επέστρεψε στις ΗΠΑ το 1828 και οργάνωσε περιοδείες και εράνους σε όλες τις Πολιτείες υπέρ των ΗΠΑ. Τα βασικά αντικείμενα που χρησιμοποιούσε για να προσελκύσει το ενδιαφέρον των Αμερικανών, ήταν τα προσωπικά αντικείμενα του Λόρδου Βύρωνος. Ο μεγάλος Φιλέλληνας ποιητής, βοηθούσε ακόμη και νεκρός την υπόθεση της Ελλάδας.

Η βυρωνολατρεία έγινε σχεδόν τρόπος ζωής σε όλον τον δυτικό κόσμο. Επηρέασε τα γράμματα (μεταξύ άλλων, τους Heinrich Heine, Wilhelm Müller, A. Pushkin, M. Lermontov, Oscar Wilde, V. Hugo, A. Dumas), τη μουσική (F. Liszt, G. Rossini, H. Berlioz, G. Verdi, κλπ.), τις καλές τέχνες (E. Delacroix, Colin, Vernet, Gericault, Liparini, Philips, κλπ.), την προσωπογραφία, ακόμη και την ενδυμασία του 19ου αιώνα (το ανοικτό πουκάμισο ονομάσθηκε Byrons collar). Έγινε αντικείμενο λατρείας, όχι μόνον για διανοούμενους και καλλιτέχνες, αλλά και για τους απλούς ανθρώπους. Eνα πρόσωπο που απέκτησε σχεδόν μεταφυσική διάσταση. Συγκινητικές είναι οι ιστορίες που αναφέρουν ότι πλήθος κόσμου ζητούσε να προμηθευθεί λίγο οινόπνευμα ως φυλακτό από το δοχείο στο οποίο είχε τοποθετηθεί η σορός του Βύρωνα κατά το τελευταίο ταξίδι από το Μεσολόγγι στο Λονδίνο. Συγκλονιστική είναι και η μαρτυρία της μικρής Μεσολογγίτισσας που κρατούσε τις παντόφλες του “Μιλόρδου” ως φυλακτό, κατά την έξοδο της από την πολιορκούμενη πόλη.

Όταν στις 10 Απριλίου 1826, οι πολιορκημένοι άμαχοι Μεσολογγίτες πραγματοποίησαν την ηρωική τους Έξοδο από την πόλη, τα φώτα της διεθνούς κοινής γνώμης στράφηκαν πάλι επάνω στην Ελλάδα. Είχαν περάσει σχεδόν δύο χρόνια από το θάνατο του μεγάλου ποιητή. Το ελληνικό ζήτημα διεθνοποιήθηκε, όπως επιθυμούσε ο ίδιος ο Βύρων, με άμεση συνέπεια την εμπλοκή των τριών δυνάμεων (Μ. Βρετανίας, Γαλλίας, Ρωσίας) στο Ναυαρίνο (8/20 Οκτωβρίου 1827), σώζοντας την Ελληνική Επανάσταση. Η σύνδεση του ονόματος του Βύρωνα με το Μεσολόγγι, είχε συμβάλλει καθοριστικά γι’αυτές τις εξελίξεις. Ο δρόμος για την ανεξαρτησία της Ελλάδας ήταν πλέον ανοικτός.

Οι εθνικοί ποιητές της Ελλάδας, Διονύσιος Σολωμός (1798 – 1857) και Ανδρέας Κάλβος (1792 – 1867) συνέθεσαν προς τιμήν του δύο μεγάλες Ωδές. Η Ωδή του Δ. Σολωμού υπό τον τίτλο “Εις τον θάνατον του Λορδ Μπάιρον” (Ζάκυνθος, 1825) αποτελείται από 166 τετράστιχες στροφές και είναι γραμμένη στο ίδιο μέτρο που χρησιμοποίησε για τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας. Τον “Ύμνον εις την Ελευθερία”. Ξεκινά με τη γνωστή στροφή:

“Λευτεριά, για λίγο πάψε/ να χτυπάς με το σπαθί/
Τώρα σίμωσε και κλάψε/ εις του Μπάιρον το κορμί”.

Η Ωδή κλείνει υπενθυμίζοντας την αγωνία του Βύρωνα για εθνική ομοψυχία μεταξύ των Ελλήνων:

“Η Διχόνοια κατατρέχει την Ελλάδα / αν νικηθεί
ΜΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΧΕΙ, / τ´όνομα σας ξαναζεί.”

Ο Κάλβος έγραψε τη Βρετανική Μούσα, αποτελούμενη από 24 τετράστιχα, το 1826. Στη στροφή η´ απευθύνεται στον Βύρωνα με τα εξής λόγια:

“Ω Βύρων ω θεσπέσιον
πνεύμα των Βρετανίδων
τέκνον Μουσών και φίλε
άμοιρε της Ελλάδος
καλλιστεφάνου”.

Ένα επίγραμμα για τον Βύρωνα έγραψε και ο Κωστής Παλαμάς, εκατό χρόνια μετά το θάνατο του, συνοψίζοντας σε έναν στίχο την ουσία της ζωής και του θανάτου του:

κι αν έζησες Διόνυσος, ξεψύχησες Μεσσίας”.

Πέραν της απόδοσης τιμών στον Λόρδο Βύρωνα από τους κορυφαίους εθνικούς ποιητές της Ελλάδος, οι Έλληνες πολίτες έδειξαν την ευγνωμοσύνη τους και με άλλους τρόπους. Στον κήπο Ηρώων Μεσολογγίου έγιναν στις 21 Οκτωβρίου 1881 τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα και μνημείου του Λόρδου Βύρωνος, η ανέγερση του οποίου οφείλεται στις πρωτοβουλίες του Φιλολογικού Συλλόγου «Βύρων». Ο σχεδιασμός τους ανατέθηκε στον Σύρο γλύπτη, Γεώργιο Βιτάλη, ο οποίος βασίσθηκε στο πρότυπο του αγάλματος του Bertel Thorvaldsen. Η χρηματοδότηση στηρίχθηκε σε προσφορές, για τη συλλογή των οποίων διορίσθηκε υπεύθυνος, με βασιλικό διάταγμα, ο ναύαρχος Κανάρης.

 

Το άγαλμα του Λόρδου Βύρωνος στον κήπο των Ηρώων στο Μεσολόγγι.

 

Στην Αθήνα, ανεγέρθη, στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Αμαλίας και Βασιλίσσης Όλγας, ένα από τα ομορφότερα αγάλματα της πρωτεύουσας, το γνωστό και ως άγαλμα του Βύρωνος, το οποίο φέρει την επιγραφή “H Ελλάδα (στέφει) τον Βύρωνα”. Με τη μορφή ημίγυμνης, καθήμενης γυναίκας, η Ελλάδα στεφανώνει τον Βύρωνα με κλαδί φοίνικα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Πίσω από τις δύο μορφές του μαρμάρινου γλυπτικού συμπλέγματος, ένας γονυπετής, σκλαβωμένος Έλληνας, θυμίζει ποιους πραγματικά ευεργέτησε ο Βύρων. Το έργο ολοκληρώθηκε αφού είχε αποβιώσει ο χρηματοδότης του, πρόεδρος του Συλλόγου «Βύρων», Δημήτριος Στεφανόβικ Σκυλίτσης, καθώς και ο πρώτος γλύπτης του, ο Henri Michel Antoine Chapu (1833-1891). Το συνέχισε ο γλύπτης Jean Alexandre Joseph Falquiere (1831-1900) και το ολοκλήρωσε ο Λάζαρος Σώχος (1857 ή 1862 – 1911). Το άγαλμα παραδόθηκε το 1924, με την ευκαιρία του εορτασμού των εκατό χρόνων από το θάνατο του ποιητή. Μία γνωστή αστική περιοχή της Αθήνας έλαβε την ονομασία Βύρωνας.

 

Το άγαλμα του Λόρδου Βύρωνος στην Αθήνα.

 

Για τους σύγχρονους Έλληνες, ο Λόρδος Βύρων αποτελεί ως σήμερα μία μορφή ευγενούς ήρωα, που αγάπησε την Ελλάδα και θυσιάσθηκε για την ελευθερία της. Η ζωή και η προσφορά του μεγάλου αυτού ανδρός, αποτελεί την ενσάρκωση του Φιλελληνισμού αυτού καθαυτού.

Ο Λόρδος Βύρων πέθανε επικηρυγμένος από την Υψηλή Πύλη, ευεργέτης για το Μεσολόγγι και επίτιμος πολίτης του, σωτήρας της Ελλάδος. Αυτοί οι τίτλοι δηλώνουν εύγλωττα και εν συντομία ποιόν σκοπό υπηρέτησε, και με ποιο στρατόπεδο συντάχθηκε ο ποιητής στη ζωή του: αυτό της Ελευθερίας και των αξιών του Ελληνισμού.

 

Αναμνηστικό μετάλλιο του 1824 του A.J. Stothard (συλλογή ΕΕΦ).

 

Η ΕΕΦ, η Ελλάδα και οι Έλληνες θα τιμούν αιώνια τον μεγάλο αυτό άνθρωπο.

 

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  • Beaton Roderick, Βελέντζας Κωνσταντίνος, Παπαθανασίου Φώτης, Λόρδος Βύρων. Η συμβολή του στην ανεξαρτησία της Ελλάδος, Διάλεξη, Ίδρυμα Μποδοσάκη, 11/12/2019.
  • Beaton Roderick, From Ancient to Modern: Byron, Shelley, and the Idea of Greece, panoreon.gr.
  • Βeaton Roderick, Kittmer John, Βλαβιανός Χάρης, Ήταν “μνημονιακός” ο Μπάιρον; H πραγματική συμβολή του άγγλου ποιητή στον Αγώνα του 1821. Διάλεξη, Megaron Plus, 13/04/2016.
  • Brewer, David, H φλόγα της Ελευθερίας 1821-1833, Πατάκης, 2020.
  • Christiansen, Rupert, Romantic Affinities: Portraits from an Age, 1780–1830, 1989, Cardinal.
  • Dakin, Douglas, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005.
  • Droulia, Loukia, The Revival of the Greek Ideal and Philhellenism. A Perambulation, Institute for Neohellenic Research/NHRF, in: Filhellenizm w Polce. Rekonesans, 2007.
  • Κανελλόπουλος, Παναγιώτης, Λόρδος Βύρων, Εκδόσεις Διον. Γιαλλέλης, Αθήνα 1983.
  • Καστρίτη, Νατάσα, Η Ελλάδα του 21 με τη ματιά των Φιλελλήνων. Γαλλική φιλελληνική παραγωγή από τις συλλογές του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, Αθήνα 2006.
  • Κεφαλληναίου, Ευγενία, Οι ανδριάντες του Βύρωνα, ένθετο 7 Ημέρες, εφημερίδα Καθημερινή, 2000.
  • Κεφαλληναίου, Ευγενία, Ο Βυρωνισμός στην Ελλάδα, Νέα Εστία 1451, 1987.
  • Κοτσογιάννης, Θοδωρής, Η Ελληνική Επανάσταση στην ευρωπαϊκή τέχνη. Φιλελληνικά έργα τέχνης από τη Συλλογή της Βουλής. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2019.
  • Κυριάκης, Θωμάς, Η πρόσληψη «εθνικών αξιών» στην περίπτωση του Ιγνατίου Ουγγροβλαχίας, cognoscoteam,30/06/2020.
  • Mac Carthy, Fiona, BΥΡΩΝ. Ο βίος και ο θρύλος, ποταμός, Αθήνα 2005.
  • Mπίρταχας, Στάθης, Το Ημερολόγιο της πολιορκίας του Ναυαρίνου του Giacinto Provana di Collegno (1824-25), Eταιρεία για τον Ελληνισμό και Φιλελληνισμό, 5 Οκτωβρίου 2019.
  • Παπαρρηγόπουλος, Κωνσταντίνος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Η Ελληνική Επανάσταση και η ίδρυση του ελληνικού κράτους (1821-1832), τόμος ΙΒ´, Eκδοτική Αθηνών, 1975.
  • Ραΐζης, Μάριος Βύρων, Η ποίηση του Μπάιρον. Πανόραμα και σχόλιο. Gutenberg, Aθήνα 1994.
  • Raizis, M. Byron, The Greek poets praise „the Britannic Muse“, 1976
  • Stoneman, Richard, Αναζητώντας την κλασική Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2008.
  • Trelawny, John Eduard, Records of Shelley, Byron and the Author, 1878.
  • Τρούσας, Φώντας, Όταν ο Νίκος Σπάνιας μετέφραζε ένα ασύλληπτο ποίημα του Λόρδου Βύρωνα, εφημερίδα Lifo, 11.03.2016.

 

 

Ο Andrea Dania (1775 – 1822), ήταν Ιταλός στρατιωτικός, Φιλέλληνας και εκ των πρωτοπόρων του Τακτικού Στρατού στην Ελλάδα, ηρωική μορφή στη μάχη του Πέτα.

Γεννήθηκε στην Ovada της Γένοβας. Γονείς του ήταν ο Francesco di Domenico Dania και η Francesca Maria Beraldi, ενώ θείος του ήταν ο Angelo Vincenzo Dania, καρδινάλιος και μέλος του Μοναστικού Τάγματος των Δομινικανών[1].

Οι οικογένειες των γονέων του Dania, ανήκαν στην υψηλή κοινωνία της Γένοβας και συμπεριελάμβαναν κληρικούς, πνευματικούς ανθρώπους και στρατιωτικούς[2]. Εμπνευσμένος από τα βήματα των τελευταίων, κατατάχθηκε στην Πολιτοφυλακή της Δημοκρατίας της Γένοβας, το 1793[3].

Η Δημοκρατία της Γένοβας καταλύθηκε στις 14 Ιουνίου 1797 και στη συνέχεια οι Γάλλοι εγκαθίδρυσαν τη Δημοκρατία της Λιγουρίας. Ο Dania κατατάχθηκε στις 26 Νοεμβρίου του ιδίου έτους, με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, στο Τάγμα Πυροβολητών και Μηχανικών στην Λεγεώνα Εθελοντών της Λιγουρίας, η οποία απετέλεσε τη βάση της δημιουργίας της Εθνοφυλακής της Δημοκρατίας της Λιγουρίας[4].

Την περίοδο 1798 – 1799 ο Dania πολέμησε υπό τις διαταγές των Γάλλων στρατηγών Joubert και Morau, εναντίον των Ρωσοαυστριακών στρατευμάτων, τα οποία διοικούσε ο σημαντικός Ρώσος στρατάρχης Alexander Suvorov[5]. Για τη γενναιότητά του και τις διοικητικές ικανότητες τις οποίες επέδειξε, προήχθη σε υπολοχαγό και τοποθετήθηκε στο επιτελείο του στρατηγού Calori. Ο Calori επιστράτευσε τον Απρίλιο του 1800 τους πολίτες της Γένοβας και τους οργάνωσε, ούτως ώστε να αντισταθούν σε ενδεχόμενη επίθεση του Αυστριακού στρατηγού, βαρόνου Franz Anton von Elsnitz[6].

Αφού συνέβαλε σημαντικά στην επιτυχία του έργου του στρατηγού Calori, αποσπάσθηκε με το βαθμό του υπιλάρχου στο 12ο Σύνταγμα Δραγόνων του Γαλλικού Στρατού και έλαβε μέρος στη νικηφόρα για τους Γάλλους μάχη του Marengo, την 14η Ιουνίου 1800[7]. Η δράση του αναγνωρίσθηκε με την τοποθέτησή του ως υπασπιστή της Στρατιωτικής Διοίκησης Γένοβας, στις 13 Ιουλίου 1801[8].

Εξαιτίας του ριψοκίνδυνου χαρακτήρα του, ο Dania τοποθετήθηκε την 1η Φεβρουαρίου 1805, στη Χωροφυλακή, με το βαθμό του μοιράρχου, με καθήκον τη καταδίωξη της ληστείας[9]. Τον Ιούνιο του 1805, η Δημοκρατία της Λιγουρίας, λίγο πριν προσαρτηθεί στη Γαλλία, τον τίμησε για τη γενναιότητα και τις ικανότητές του με το Παράσημο της Στρατιωτικής Αξίας[10].

Με την προσάρτηση της Δημοκρατίας της Λιγουρίας στη Γαλλία, η Χωροφυλακή της Δημοκρατίας της Λιγουρίας ενσωματώθηκε ως έφιππο τμήμα στο Γαλλικό Στρατό, μετονομάσθηκε σε 56η Επιλαρχία Δραγόνων, τέθηκε υπό τη διοίκηση του Γάλλου επιλάρχου Galliot και ενσωματώθηκε στο 12ο Σύνταγμα Δραγόνων του Γαλλικού Στρατού[11]. Ο Dania ανέλαβε τη διοίκηση του Πυροβολικού της[12].

Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο 12ο Σύνταγμα Δραγόνων του Γαλλικού Στρατού, ο Dania έλαβε μέρος στη μάχη της Talavera στις 27 Ιουλίου 1809[13], που κατέληξε σε στρατηγική νίκη στους Γάλλους. Στη συνέχεια υπηρέτησε στην κατεχόμενη Μαδρίτη από το 1810 ως το 1811[14], διακρίθηκε στη μάχη της Salamanca στις 22 Ιουλίου 1812[15], ενώ πολέμησε στη μάχη της Vitoria στις 21 Ιουνίου 1813, η οποία οδήγησε στην αποχώρηση των Γάλλων από την Ισπανία[16]. Για τη δράση του αυτή, τιμήθηκε τον Αύγουστο του 1813, με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής από τη Γαλλική Κυβέρνηση[17].

Με την αποχώρηση των Γάλλων από την Ισπανία, ο Dania επέστρεψε στη Γένοβα, η οποία ανήκε πλέον στο Βασίλειο του Πεδεμοντίου. Με την επανάκαμψή του, τοποθετήθηκε διοικητής της 12ης Επιλαρχίας Δραγόνων του Στρατού του Πεδεμοντίου, με τον βαθμό του επιλάρχου[18] και στη συνέχεια αποστρατεύθηκε[19].

Andrea Dania. Οξυγραφία του 19ου αιώνος. Accademia Urbense, Ovada.

Ο Dania προερχόταν από ένα περιβάλλον καλλιεργημένων ανθρώπων, με κλασσική παιδεία, αγάπη για τον Ελληνικό πολιτισμό και φιλελληνικά αισθήματα. Ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων τον συγκίνησε και με την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, ο Dania είναι ένας εκ των πρώτων Φιλελλήνων, ο οποίος μεταβαίνει στην Ελλάδα, στις 7 Ιουνίου 1821[20]. Μάλιστα, ταξίδευσε από την Τεργέστη με προορισμό την Ύδρα, με το ίδιο πλοίο με τον Δημητρίου Υψηλάντη, τον Φιλικό Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, τον γενναίο Γάλλο Φιλέλληνα Joseph Baleste και τον σπουδαίο Ιταλό Φιλέλληνα, αντισυνταγματάρχη Pietro Tarella[21].

Στις 2 Ιουλίου 1821, λαμβάνει μέρος στην μάχη για την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς. Όταν η υπόθεση είχε πλέον κριθεί, ο Dania, o Tarella, ο Βρετανός επιτελάρχης του Υψηλάντη και σημαίνων Φιλέλληνας Thomas Gordon, οι περισσότεροι Φιλέλληνες, και ο ίδιος ο Υψηλάντης, ανέλαβαν άλλες αποστολές και δεν παρέστησαν στην είσοδο των Ελλήνων στην Τριπολιτσά, την 23η Σεπτεμβρίου 1821[22].

Μετά την κατάληψη της Τριπολιτσάς, ο Dania συμμετείχε στην πρώτη επιχείρηση για την απελευθέρωση του Ναυπλίου, η οποία έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 1821[23]. Την περίοδο αυτή η Ελληνική διοίκηση προσπαθούσε να συστήσει Τακτικό Στρατό[24]. Για τον σκοπό αυτό, το Βουλευτικό ψήφισε στο Ναύπλιο, στις 1 Απριλίου 1822, Νόμο “Περί Οργανώσεως του Στρατού”, ο οποίος απετέλεσε τη βάση της μετέπειτα στρατιωτικής νομοθεσίας[25].

Ο Andrea Dania στην Ελλάδα. Λιθογραφία του 19ου αιώνα.

Στο πλαίσιο αυτό συστάθηκε το Τάγμα Φιλελλήνων, και ο Dania ανέλαβε διοικητής του. Τα καθήκοντα Γενικού Διοικητή του Τακτικού Στρατού ανατέθηκαν στον σημαίνοντα Γερμανό Φιλέλληνα, στρατηγό, κόμη Karl Friedrich Leberecht von Normann-Ehrenfels. Άμεσος συνεργάτη του ορίσθηκε ο Pietro Tarella, που ανέλαβε καθήκοντα διοικητού του 1ου Συντάγματος Πεζικού. Η πρώτη αποστολή του Τακτικού Στρατού ήταν η λύση της πολιορκίας του Σουλίου από τις Οθωμανικές δυνάμεις. Η επιχείρηση αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα την αναζωπύρωση του Απελευθερωτικού αγώνα στην Ήπειρο, την ενίσχυση των Ελληνικών Δυνάμεων με έμπειρα και αξιόμαχα στελέχη, και την απομάκρυνση του κινδύνου της καθόδου των Οθωμανών για την καταστολή της Επανάστασης στην Στερεά Ελλάδα[26].

Οι Normann, Tarella και Dania αντιμετώπιζαν αρκετά στρατηγικά ζητήματα. Για παράδειγμα, οι αποφάσεις και οι κινήσεις ήταν αργές. Αντί να κινηθούν οι Έλληνες και οι Φιλέλληνες ταχέως προς την Άρτα, χωρίς να επιτρέψουν στους Τούρκους τη συγκέντρωση στρατεύματος που θα τους έδινε στρατηγικό πλεονέκτημα, άφησαν να χαθεί πολύτιμος χρόνος. Από την μία οι Τούρκοι συγκέντρωναν ανενόχλητοι δυνάμεις, όταν από την άλλη, ο Ελληνικός στρατός άρχιζε να αντιμετωπίζει ασθένειες και έλλειψη τροφίμων. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα ήταν η συμπεριφορά των ατάκτων. Και ιδιαίτερα του οπλαρχηγού Μπακόλα. Επίσης, υπήρξε προβληματισμός για το πως θα ενσωματώνονταν στο σχέδιο της μάχης, μονάδες ατάκτων. Μάλιστα ήδη πολλές ημέρες πριν την έναρξη της πορείας προς την Άρτα, φημολογείτο πως ο Μπακόλας τηρούσε μία παράξενη στάση και ότι είχε σχέση με τους Τούρκους. Ήταν βέβαια αδύνατο να πιστέψει κανείς, ότι ένας Έλληνας θα πρόδιδε τον αγώνα των συμπατριωτών του[27].

Οι Ελληνικές δυνάμεις ήρθαν σε επαφή με τους Τούρκους στο Κομπότι, στις 22 Ιουνίου 1822. Το πολεμικό σχέδιο προέβλεπε ότι, “οι Φιλέλληνες, ως τακτικοί στρατιώτες, δεν πρέπει ν’ αναζητούν τις κορυφές των βουνών για να αμύνονται άνετα, αλλά να μένουν στα σπουδαία και επικίνδυνα σημεία και να μη χάνουν την ευκαιρία να αναμετρηθούν με τον εχθρό”[28]. Κατόπιν αυτού, το 1ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον Tarella και το Τάγμα των Φιλελλήνων υπό τον Dania, τοποθετήθηκαν σε κρίσιμα σημεία στους πρόποδες των υψωμάτων. Η εχθρική επίθεση αποκρούσθηκε επιτυχώς και οι Τούρκοι υποχώρησαν προς την Άρτα με σοβαρές απώλειες[29].

Αναπαράσταση της μάχης στο Κομπότι. Έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, παραγγελία του Στρατηγού Μακρυγιάννη (Συλλογή ΕΕΦ).

Από το Κομπότι οι Φιλέλληνες, ήδη καταπονημένοι από κόπωση, ασθένειες, πείνα και δίψα, έφυγαν εσπευσμένα με νυχτερινή πορεία προς το Πέτα, όπου μετακινούνταν οι Τούρκοι. Εκεί συγκεντρώθηκαν και οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις, και άρχισε η προετοιμασία της μάχης.

Στο πολεμικό συμβούλιο των αρχηγών ανέκυψαν διαφωνίες για δύο ζητήματα: 1) Για τη θέση του τακτικού στρατού σε σχέση με τους ατάκτους. Δηλαδή, ποιοι θα αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή και ποιοι τα μετόπισθεν, και 2) για το αν έπρεπε ή όχι να χρησιμοποιηθούν οχυρώματα (ταμπούρια). Για το πρώτο επικράτησε η άποψη να τοποθετηθούν οι δυνάμεις κυκλικά γύρω από το Πέτα. O Normann δυσαρεστήθηκε από την απόφαση αυτή και αντιλαμβανόμενος τη μειονεκτική θέση της ελληνικής πλευράς, ένιωσε την υποχρέωση να εκθέσει τις ανησυχίες του με επιστολή προς τον Μαυροκορδάτο[30]. Ο Μαυροκορδάτος, αν και ήταν ο αρχηγός των Ελληνικών δυνάμεων, απουσίαζε από το πεδίο της μάχης. Είχε εγκαταστήσει το αρχηγείο του στη Λαγκάδα, έξι ώρες μακριά από το Πέτα[31]. Στην επιστολή του ο Normann τόνιζε ότι οι τακτικοί στρατιώτες αριθμούσαν πλέον μόλις 515[32]. Επίσης σημείωνε ότι φοβόταν ότι ο Μπακόλας θα εγκατέλειπε τη θέση του και ότι οι υπόλοιποι άτακτοι δεν θα ήταν σε θέση να βοηθήσουν. Ο Μαυροκορδάτος δεν πείστηκε και το σχέδιο μάχης δεν άλλαξε. Και έτσι, για λόγους ευγενείας, οι Φιλέλληνες αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή[33].

Μετά τη διαφωνία των αρχηγών σχετικά με τα οχυρώματα, επικράτησε η άποψη ότι έπρεπε να κατασκευαστούν. Όπως μάλιστα βεβαιώνουν πολλές πηγές, τα “ταμπούρια” χρησιμοποιήθηκαν και από Φιλέλληνες. Πρόκειται για μία σπάνια περίπτωση κατά την οποία Ευρωπαίοι στρατιώτες πολέμησαν με τον “ελληνικό τρόπο”. Δηλαδή, με τις μεθόδους των ατάκτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Φιλέλληνες είχαν ένα διαφορετικό κώδικα γενναιότητας και τιμής, ο οποίος προκύπτει από μία θέση που αποδίδεται στον Dania : «τα ταμπούρια μας είναι τα στήθη μας»[34].

Έγιναν και άλλα λάθη όμως, τα οποία οφείλονταν στην έλλειψη πλήρους ελέγχου από πλευράς των Φιλελλήνων αξιωματικών. Μετά την μάχη στο Κομπότι, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης με το Σώμα του, επέστρεψε στην Πελοπόννησο, έπειτα από εντολή τού πατέρα του, πράγμα για το οποίο κατακρίθηκε[35]. Την ίδια στιγμή, αναχώρησαν 1.200 μαχητές προς τον βορρά, για να βοηθήσουν τους Σουλιώτες. Μαζί τους ήταν οι Μάρκος Μπότσαρης, Καρατάσος, Αγγελής Γάτσος, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Αλεξάκης Βλαχόπουλος και Αντρέας Ίσκος. Οι 1.200 αυτοί μαχητές δεν μπόρεσαν καν να πλησιάσουν το Σούλι. Οι Τούρκοι τους σταμάτησαν στο χωριό Πλάκα στις 29 Ιουνίου 1822 και τους συνέτριψαν. Όσοι επέζησαν επέστρεψαν στο Πέτα. O Γώγος Μπακόλας παρέσυρε τον Μάρκο Μπότσαρη να κινηθεί προς το Σούλι, και μόλις αυτός ξεκίνησε, ειδοποίησε τους Τούρκους για να τον παγιδεύσουν στην Πλάκα[36].

Την ημέρα της μάχης του Πέτα, έφθασε επίσης στην Σπλάντζα ένα Σώμα Μανιατών με τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη για να βοηθήσει τους Έλληνες, το οποίο όμως δεν εντάχθηκε και πάλι σωστά σε ένα ενιαίο στρατηγικό σχέδιο. Ένα σώμα Σουλιωτών έφθασε εκεί και ενώθηκε μαζί τους, για να αντιμετωπίσουν τις Τουρκικές δυνάμεις που εστάλησαν για να τους απωθήσουν. Στην μάχη αυτή εφονεύθη ο ίδιος ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης[37].

Όλες αυτές οι κινήσεις ήταν εκτός γενικού συντονιστικού σχεδίου, και δυσχέραιναν το έργο των Ελληνικών δυνάμεων που θα αντιμετώπιζαν την κύρια επίθεση των Τούρκων. Και πάλι όμως, παρά τον μικρό αριθμό τους, οι δυνάμεις αυτές μπορούσαν ακόμη να νικήσουν.

Στις 16 Ιουλίου 1822 τα χαράματα ξεκίνησε η επίθεση των τουρκικών δυνάμεων που είχαν φθάσει από την Άρτα (7.000 με 8.000). Ο Normann ξύπνησε τους άνδρες, τους εμψύχωσε με θερμά λόγια και επιθεώρησε έφιππος όλες τις θέσεις.

Αναπαράσταση της μάχης του Πέτα. Έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, παραγγελία του Στρατηγού Μακρυγιάννη (Συλλογή ΕΕΦ).

Στην αρχή οι δυνάμεις των Φιλελλήνων και το Τακτικό Σώμα απωθούσαν τα πολυάριθμα στρατεύματα των εχθρών με μεγάλη επιτυχία. Οι διαρκείς και συντονισμένες βολές θέριζαν τους επιτιθέμενους. Το κλειδί της επιτυχίας στον τρόπο αυτό του πολέμου, είναι οι στρατιώτες να παραμένουν ψύχραιμοι, να γεμίζουν διαρκώς και γρήγορα τα όπλα τους, να πυροβολούν με ομοβροντίες, και κυρίως να κρατούν τη θέση τους, χωρίς να επιτρέπουν ρήγμα στις τάξεις τους. Το 1ο Σύνταγμα Πεζικού και το Τάγμα των Φιλελλήνων αποτελούσαν ένα αδιαπέραστο τείχος, καθώς η εκπαίδευση του Baleste απέδιδε τους καρπούς της[38].

Δυστυχώς όμως ξαφνικά συνέβη το μοιραίο. Ο οπλαρχηγός Μπακόλας και οι άνδρες του εγκατέλειψαν προδοτικά τις θέσεις τους, με αποτέλεσμα οι τουρκικές δυνάμεις να προσβάλλουν τα νώτα του 1ου Συντάγματος Πεζικού και του Τάγματος Φιλελλήνων[39]. Ο Tarella προσπαθούσε να εμψυχώσει τους άνδρες του Συντάγματός του. Περικυκλώθηκε από τους επιτιθέμενους Τούρκους και βρήκε τραγικό θάνατο (τον αποκεφάλισαν)[40].

Τότε τέθηκε επικεφαλής του 1ου Συντάγματος Πεζικού ο ίδιος ο στρατηγός Normann, ο εμβληματικός Φιλέλληνας, και το οδήγησε πάλι στη μάχη, με συγκλονιστικά λόγια: “Για τη σωτηρία των Φιλελλήνων! Νίκη ή θάνατος!”. Στην έφοδο που ακολούθησε, δέχθηκε μια σφαίρα στο στήθος και μεταφέρθηκε στα μετόπισθεν για να αντιμετωπισθεί το σοβαρό τραύμα του[41]. Προοδευτικά το Σύνταγμα άρχισε να υποχωρεί και αποτελούσε πλέον εύκολο στόχο για τους Τούρκους ιππείς. Οι Φιλέλληνες είχαν εγκαταλειφθεί από όλες τις δυνάμεις των ατάκτων. Οι δυνάμεις των Φιλελλήνων και Επτανησίων, γνώρισαν μία θλιβερή και άδικη πανωλεθρία. Περικυκλώθηκαν από τον εχθρό σε ένα εκτεθειμένο σημείο και αποδεκατίσθηκαν.

Ακολούθησαν συγκλονιστικές σκηνές απίστευτου ηρωισμού. Ο Dania που εμψύχωνε έφιππος τους στρατιώτες του Τάγματος Φιλελλήνων μέχρι το τέλος, περικυκλώθηκε από Τούρκους, οι οποίοι τον αποκεφάλισαν όπως και τον Tarella[42]. Δεκαπέντε Πολωνοί, με αρχηγό τους τον Πολωνό αξιωματικό Mierzewski, συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο κέντρο του Πέτα και πολέμησαν με απίστευτη γενναιότητα, φθάνοντας να μάχονται ακόμη και στην σκεπή της εκκλησίας. Σκοτώθηκαν όλοι ηρωικά[43]. Μάλιστα οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά στη σκεπή του ναού για να τους κάψουν ζωντανούς όταν κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να τους καταβάλλουν. Ένας Γάλλος αξιωματικός, ο Mignac (ο οποίος είχε συγκρουσθεί με Γερμανούς φιλέλληνες κατά την διάρκεια της εκστρατείας), πολέμησε και αυτός με μοναδική γενναιότητα Ομηρικών αναλογιών. Οι Τούρκοι επιχειρούσαν να τον συλλάβουν ζωντανό επειδή φορούσε εντυπωσιακή στολή και θεωρούσαν ότι αυτός ήταν ο στρατηγός Normann, αρχηγός των Φιλελλήνων. Ο Mignac αρνήθηκε να παραδοθεί και μαχόταν γενναία. Στο τέλος, σοβαρά τραυματισμένος στο πόδι, επειδή δεν μπορούσε να σταθεί, στηρίχθηκε στον κορμό μίας ελιάς για να παραμείνει όρθιος και μαχόμενος συνεχώς προς όλες τις κατευθύνσεις, εξουδετέρωσε δεκατέσσερεις Τούρκους. Το σώμα του ήταν γεμάτο πληγές, και όταν έσπασε το σπαθί του, αυτοκτόνησε κόβοντας τον λαιμό του[44].

Από τους εθελοντές του τακτικού σώματος σκοτώθηκαν 160 Επτανήσιοι και Φιλέλληνες (το ένα τρίτο). Πολλοί ήταν και οι αιχμάλωτοι, που οδηγήθηκαν στην Άρτα και θανατώθηκαν αφού βασανίσθηκαν και εξευτελίσθηκαν με φρικτό τρόπο. Πολλοί Φιλέλληνες υποχρεώθηκαν να περπατούν επί ώρες γυμνοί, κρατώντας στα χέρια τους τα κομμένα κεφάλια των συντρόφων τους[45].

Οι λίγοι επιζήσαντες συγκεντρώθηκαν στη Λαγκάδα, ανάμεσά τους και η τραγική φιγούρα της ημέρας, ο ευγενής και γενναίος στρατηγός Normann. Όπως και μετά τη μάχη στο Κομπότι, έτσι και αυτή τη φορά έφθασε στο στρατόπεδο τελευταίος πάνω στο ετοιμοθάνατο άλογό του και παρουσιάστηκε στον Μαυροκορδάτο στον οποίο ανέφερε τα εξής: “Τα χάσαμε όλα, Υψηλότατε, εκτός απ’ την τιμή μας![46]. Το 1ο Σύνταγμα Πεζικού, το Τάγμα των Φιλελλήνων, και εκατοντάδες ενθουσιώδεις Ευρωπαίοι Φιλέλληνες, και Επτανήσιοι, δεν υπήρχαν πια.

Μνημείο στο Πέτα, στην μνήμη των πεσόντων Φιλελλήνων στην μάχη του Πέτα.

Η Ελλάδα και η ΕΕΦ τιμούν την ηρωική μνήμη του Andrea Dania και των γενναίων συμπολεμιστών του, οι οποίοι αγωνίσθηκαν μέχρι τέλους για την Ανεξαρτησία της Ελλάδος και τρέφουν αιώνια ευγνωμοσύνη για την θυσία τους.

 

Παραπομπές

[1] Fassino, Pier Giorgio, ”Andrea Dania, ovadese: eroe dell’Indipendenza greca”, εκδ. περ.”URBS”, Ovada, Σεπτέμβριος 2006, σελ. 180.
[2] Βλ. στο ίδιο, σελ. 181.
[3] Βλ. στο ίδιο.
[4] Barbagallo, C., ”Storia Universale -Dall’età Napoleonica alla fine della prima Guerra Mondiale (1799 – 1919)”, εκδ. UTET, Τορίνο, 1964.
[5] Gachot, Édouard, ”Les campagnes de 1799. Souvarow en Italie”, εκδ. Perrin et cie., Παρίσι, 1903.
[6] Furse, George Armand, ”Marengo and Hohenlinden”, εκδ. Worley Publications, Newcastle upon Tyne, 1993.
[7] Benoît, Jérémie, ”Marengo: Une victoire politique”, εκδ. Réunion des Musées Nationaux, Παρίσι, 2000.
[8] Calandra, E., “ La bufera”, εκδ. Mondadori, Μιλάνο, 1964, σελ. 205.
[9] Ruggiero, M., “ La Storia dei Briganti Piemontesi”, εκδ. Alzani Editore, Pinerolo, 1998.
[10] Fassino, Pier Giorgio, “Andrea Dania, ovadese: eroe dell’Indipendenza greca”, εκδ. περ.”URBS”, Ovada, Σεπτέμβριος 2006, σελ. 183.
[11] Βλ. στο ίδιο, σελ. 186.
[12] Barbagallo, C., “Storia Universale – Dall’età Napoleonica alla fine della prima Guerra Mondiale (1799 – 1919)”, εκδ. UTET, Τορίνο, 1964.
[13] Field, Andrew, “Talavera: Wellington’s First Victory in Spain”, εκδ. Pen & Sword Military, Barnsley, 2006.
[14] Fassino, Pier Giorgio, “Andrea Dania, ovadese: eroe dell’Indipendenza greca”, εκδ. περ.”URBS”, Ovada, Σεπτέμβριος 2006, σελ. 186.
[15] Fletcher, Ian, “Salamanca 1812: Wellington Crushes Marmont”, εκδ. Osprey, Λονδίνο, 1997.
[16] Fletcher, Ian, “Vittoria 1813: Wellington Sweeps the French from Spain”, εκδ. Praeger Publishers, Νέα Υόρκη, 2005.
[17] Fassino, Pier Giorgio, “Andrea Dania, ovadese: eroe dell’Indipendenza greca”, εκδ. περ.”URBS”, Ovada, Σεπτέμβριος 2006, σελ. 186
[18] Φορνέζης, Ερρίκος, “Οι Φιλέλληνες”, εκδ. περ. ”Εβδομάς”, Αθήνα, 1884, σελ.27.
[19] Βλ. στο ίδιο.
[20] Πρασσά, Αννίτα, “Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του 1821”, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα, 1999.
[21] Ξάνθος, Εμμανουήλ, “Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 1996, σελ. 168.
[22] Persat, Maurice, “Memoires du Commandant Persat. 1806 à 1844”, εκδ. Librairie Plon, Παρίσι, 1910, σελ. 87-88.
[23] Συλλογικό, “Italy on the Rimland. Storia Militare di una Penisola Eurasiatica”, εκδ. Società Italiana di Storia Militare, Ρώμη, 2019, 1ος τόμος, σελ. 143.
[24] “Τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1857, α’ τόμος, σελ. 272.
[25] Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, “Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού”, εκδ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Αθήνα, 1997.
[26] “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 1, φακ. 197, σελ. 254.
[27] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος, σελ. 177.
[28] Βυζάντιος Χρήστος, “Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833”, εκδ. Κ. Αντωνιάδου, Αθήνα, 1874, σελ. 203.
[29] Συλλογικό, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, 12ος τόμος, σ. 232.
[30] “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 2, φακ. 548, σελ. 135.
[31] Φωτιάδης, Δημήτρης, “Η Επανάσταση του ’21”, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1971, β’ τόμος, σελ. 211.
[32] Βλ. στο ίδιο.
[33] Woodhouse, Christopher Montague, “The Philhellenes”, εκδ. Fairleigh Dickinson University Press, Madison 1971.
[34] Βλ. στο ίδιο.
[35] Κολοκοτρώνης, Γενναίος, “Απομνημονεύματα”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2006.
[36] Voutier, Olivier, “Απομνημονεύματα του συνταγματάρχη Olivier Voutier από τον πόλεμο των Ελλήνων”, μετ. Ειρήνη Τζουρά, επιμ. Παναγιώτα Παναρίτη, εκδ. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα, 2019.
[37] Περραιβός, Χριστόφορος, “Πολεμικά Απομνημονεύματα. Μάχες του Σουλίου και της Ανατολικής Ελλάδας 1820 -1829”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2003, σελ. 160.
[38] St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008, σελ. 277.
[39] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος,σελ. 178.
[40] St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008.
[41] Gridley Howe, Samuel, “An Historical Sketch of the Greek Revolution”, εκδ. White, Gallaher & White, Νέα Υόρκη, 1828, σελ.
[42] Fassino, Pier Giorgio, “Andrea Dania”, εκδ. περ.”Accademia Urbense”, Ovada, Σεπτέμβριος 2006, σελ. 188.
[43] Τράιμπερ, Ερρίκος, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822- 1828”, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960, σελ. 136.
[44] Raybaud Maxime, “Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance, accompagnés de plans topographiques, avec une introduction historique par Alph. Rabbe”, εκδ. Tournachon-Molin Libraire, Παρίσι, 1824, τόμος 1.
[45] Βλ. στο ίδιο.
[46] Βλ. στο ίδιο.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Fassino, Pier Giorgio, “Andrea Dania, ovadese: eroe dell’Indipendenza greca”, εκδ. περ. “URBS”, Ovada, Σεπτέμβριος 2006.
  • Barbagallo, C., “Storia Universale -Dall’età Napoleonica alla fine della prima Guerra Mondiale (1799 – 1919)”, εκδ. UTET, Τορίνο, 1964.
  • Gachot, Édouard, “Les campagnes de 1799. Souvarow en Italie“, εκδ. Perrin et cie., Παρίσι, 1903.
  • Furse, George Armand, “Marengo and Hohenlinden“, εκδ. Worley Publications, Newcastle upon Tyne, 1993.
  • Benoît, Jérémie, “Marengo: Une victoire politique”, εκδ. Réunion des Musées Nationaux, Παρίσι, 2000.
  • Calandra, E., “La bufera“, εκδ. Mondadori, Μιλάνο, 1964.
  • Ruggiero, M., ”La Storia dei Briganti Piemontesi“, εκδ. Alzani Editore, Pinerolo, 1998.
  • Field, Andrew, “Talavera: Wellington’s First Victory in Spain”, εκδ. Pen & Sword Military, Barnsley, 2006.
  • Fletcher, Ian, “Salamanca 1812: Wellington Crushes Marmont“, εκδ. Osprey, Λονδίνο, 1997.
  • Fletcher, Ian, “Vittoria 1813: Wellington Sweeps the French from Spain“, εκδ. Praeger Publishers, Νέα Υόρκη, 2005.
  • Πρασσά, Αννίτα, “Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του 1821”, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα, 1999.
  • Ξάνθος, Εμμανουήλ, “Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 1996.
  • Persat, Maurice, “Memoires du Commandant Persat, 1806 à 1844”, εκδ. Librairie Plon, Παρίσι, 1910.
  • Nada, Narciso, “La Partecipazione degli Italiani alla Guerra di Indipendenza Ellenica. Risorgimento Greco e Filellenismo Italiano: Lotte, cultura, arte”, εκδ. Edizioni del Sole, Ρώμη, 1986.
  • Συλλογικό, “Italy on the Rimland. Storia Militare di una Penisola Eurasiatica“, εκδ. Società Italiana di Storia Militare, Ρώμη, 2019, 1ος τόμος.
  • “Τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1857, α’ τόμος.
  • Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, “Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού”, εκδ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Αθήνα, 1997.
  • “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 1.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence“, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008.
  • Voutier, Olivier, “Απομνημονεύματα του συνταγματάρχη Olivier Voutier από τον πόλεμο των Ελλήνων“, μετ. Ειρήνη Τζουρά, επιμ. Παναγιώτα Παναρίτη, εκδ. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα, 2019.
  • Κολοκοτρώνης, Γενναίος, “Απομνημονεύματα”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2006.
  • Περραιβός, Χριστόφορος, “Πολεμικά Απομνημονεύματα. Μάχες του Σουλίου και της Ανατολικής Ελλάδας 1820 -1829”, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα, 2003.
  • Συλλογικό, “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, 12ος τόμος.
  • Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος.
  • Fassino, Pier Giorgio, “Andrea Dania”, εκδ. περ. “Accademia Urbense”, Ovada, Σεπτέμβριος 2006.
  • Gridley Howe, Samuel, ”An Historical Sketch of the Greek Revolution“, εκδ. White, Gallaher & White, Νέα Υόρκη, 1828.
  • Raybaud Maxime, ”Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance, accompagnés de plans topographiques, avec une introduction historique par Alph. Rabbe“, εκδ. Tournachon-Molin Libraire, Παρίσι, 1824, τόμος 1.
  • “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 2.
  • Βυζάντιος Χρήστος, “Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833”, εκδ. Κ. Αντωνιάδου, Αθήνα, 1874.
  • Φωτιάδης, Δημήτρης, “Η Επανάσταση του ’21“, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1971, β’ τόμος.
  • Woodhouse, Christopher Montague, “The Philhellenes”, εκδ. Fairleigh Dickinson University Press, Madison 1971.
  • Τράιμπερ, Ερρίκος, “Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822- 1828”, επιμ. δρ. Χρήστος Ν. Αποστολίδης, ιδ. εκδ., Αθήνα, 1960.

 

Αξιωματικός του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού κατά τους Ναπολεοντείους Πολέμους.

 

Ο Edward Blaquiere (1779-1832), ήταν Βρετανός στρατιωτικός και πρωτοπόρος Φιλέλληνας, ιδρυτικό στέλεχος της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου.

Γεννήθηκε στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας από οικογένεια ευγενών Γαλλικής καταγωγής, η οποία είχε καταφύγει στη Μεγάλη Βρετανία το 1685, εξαιτίας της ανάκλησης του Εδίκτου της Νάντης[1]. Ο πατέρας του ήταν ο απόστρατος αντισυνταγματάρχης James Blaquiere (1726 – 1803), τέως αξιωματικός του 13ου Συντάγματος Δραγόνων[2].

Ο Edward Blaquiere ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του, και κατατάχθηκε τον Ιανουάριο του 1794 ως σημαιοφόρος στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό[3]. Στις 23 Απριλίου 1794, έλαβε μέρος στη νικηφόρα για τους Βρετανούς, ναυμαχία του Guernsey[4]. Στις 23 Ιουνίου 1795, συμμετείχε στη ναυμαχία του Croix[5].

Στις 7 Οκτωβρίου 1795, υπηρετούσε στην φρεγάτα “Fortitude”, και πολέμησε στη ναυμαχία του Ακρωτηρίου του Αγίου Βικεντίου στην Πορτογαλία[6]. Η ναυμαχία αυτή ήταν καταστροφική για το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό και ο Blaquiere απέφυγε την αιχμαλωσία από τύχη.

Την 1η Αυγούστου 1798, έλαβε μέρος στη νικηφόρα για τους Βρετανούς ναυμαχία του Aboukir στην Αίγυπτο[7]. Την περίοδο αυτή υπηρετούσε υπό τις διαταγές του ναυάρχου Horatio Nelson (1758-1805), ως αξιωματικός του πλοίου γραμμής  “Vanguard “, που αποτελούσε τη ναυαρχίδα του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου[8].

Από το Σεπτέμβριο του 1798 ως το Σεπτέμβριο του 1800, ο Blaquiere συνέχισε την υπηρεσία του στο πλοίο γραμμής  “Vanguard “. Μάλιστα διακρίθηκε στην πολιορκία της Μάλτας[9]. Η γενναιότητα που επέδειξε, καθώς και η προσήλωσή του στο καθήκον, οδήγησαν στην προαγωγή του σε ανθυποπλοίαρχο στις 20 Ιουλίου 1801[10]. Λίγες ημέρες πριν, στις 12 Ιουλίου 1801, είχε λάβει μέρος στη δεύτερη ναυμαχία του Algeciras[11], με την ιδιότητα του αξιωματικού του “Caesar“, υπό τις διαταγές του υποναυάρχου James Saumarez (1757-1836)[12].

Στις 21 Οκτωβρίου 1805, πολέμησε στη ναυμαχία του Trafalgar[13], ως αξιωματικός του δικρότου “Temeraire’’[14]. Για τη γενναιότητά του, προήχθη σε υποπλοίαρχο[15]. Στα τέλη του ιδίου έτους έλαβε μέρος στην υπεράσπιση της Σικελίας[16].

Το 1810 – 1811, υπηρέτησε ως πλωτάρχης στο Επιτελείο του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου. Η θέση του αυτή του προσέφερε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με πολλούς κατοίκους της ευρύτερης περιοχής και να παρατηρήσει καλύτερα την μεταχείριση των υποδούλων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Kατά την διάρκεια της θητείας του στην Μεσόγειο, αποσπάσθηκε στην Τρίπολη της Λιβύης και την Τύνιδα της Τυνησίας[17]. Tην περίοδο αυτή της υπηρεσίας του στο Βρετανικό ναυτικό, ο Blaquiere άρχισε να αναπτύσσει τα πρώτα Φιλελληνικά αισθήματα[18].

Στα μέσα του 1812 τοποθετήθηκε στη Ναυτική Διοίκηση Βαλέτας, στη Μάλτα[19]. Εκεί υπηρέτησε ως το 1816[20]. Οι διοικητικές του ικανότητες, καθώς και η προηγούμενη δράση του, οδήγησαν στην προαγωγή του σε αντιπλοίαρχο, το 1816[21].

Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με τον φιλόσοφο και νομικό Jeremy Bentham (1748-1832)[22], του οποίου ήταν θαυμαστής από το 1802. O Blaquiere είχε θαυμάσει το έργο “Traités de législation, civile et pénale”, το οποίο ήταν εξαιρετικά προοδευτικό για την εποχή, καθώς προωθούσε την ανάγκη αναδιάταξης του νομικού συστήματος. Η επαφή αυτή αποδείχθηκε ιδιαίτερα ωφέλιμη για τον Blaquiere, διότι με αυτόν τον τρόπο, αποκρυσταλλώθηκε ο Φιλελληνισμός του[23]. Παράλληλα, ήταν η αιτία της γνωριμίας του Blaquiere με τον κατοπινό στενό φίλο και συνεργάτη του στη Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου, πολιτικό, οικονομολόγο, διπλωμάτη, λογοτέχνη και μεταφραστή John Bowring. Ο Bowring ήταν και αυτός μαθητής του Bentham[24] (και μάλιστα ο στενότερός του).

O Blaquiere παραιτήθηκε από το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό το 1820 με τον βαθμό του πλοιάρχου, για να ασχοληθεί απερίσπαστος με τα προσωπικά του ενδιαφέροντα[25] και στη συνέχεια να στηρίξει τον Φιλελληνισμό.

Μετά την παραίτησή του από το Βρετανικό Βασιλικό, ο Blaquiere χρηματοδοτήθηκε από τον Bentham για να επισκεφθεί την Ισπανία τον Ιούνιο του 1820, με στόχο την ενίσχυση του συνταγματικού κινήματος[26]. Εκεί ήρθε σε επαφή με τον στρατιωτικό ηγέτη των συνταγματικών, στρατηγό Rafael del Riego y Flórez, ενώ συνδέθηκε με στενή φιλία με τους πολιτικούς αρχηγούς Agustín Argüelles και José Joaquín de Mora, ιδρυτή της εφημερίδας  “El Constitucional“[27]. Επίσης, συνέβαλε πολύ στη σύνταξη των λόγων που εκφώνησε ο Antonio Puigblanch στην Ισπανική Εθνοσυνέλευση[28].

Ταυτόχρονα με τις επαφές και τη δράση του, ο Blaquiere περιηγείται στην Ισπανία και κρατά σημειώσεις, όχι μόνο για την πολιτική κατάσταση, αλλά και για τα ήθη, τα έθιμα και την πνευματική κίνηση[29].

Τον Οκτώβριο του 1822, ο Blaquiere αναγκάσθηκε να επιστρέψει στην Αγγλία, καθώς το ισπανικό συνταγματικό κίνημα ήταν καταδικασμένο από το Συνέδριο της Βερόνας. Ηδη οι γαλλικές δυνάμεις διήρχοντο τα σύνορα, με σκοπό να ενωθούν με το στρατό που ήταν πιστός στο βασιλέα Φερδινάνδο, ούτως ώστε να κατασταλεί το συνταγματικό κίνημα[30].

Μετά την επιστροφή του στην Αγγλία, ο Blaquiere ήρθε πάλι σε επαφή με τον Bentham και τον Bowring, με σκοπό να εργασθούν αυτή τη φορά συστηματικά για την προώθηση του Φιλελληνισμού. Τα αποτελέσματα των κινήσεών τους οδήγησαν σύντομα στην σύσταση της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου.

Πράγματι, στις 28 Φεβρουαρίου 1823 ιδρύθηκε η Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου[31]. Ο Blaquiere, ο Λόρδος Βύρων, ο Jeremy Bentham, ο αντισυνταγματάρχης Leicester Stanhope, 5ος κόμης του Harrington και ο John Bowring, ήταν τα ιδρυτικά μέλη της[32].

Το Μάρτιο του 1823, ο Edward Blaquiere ταξίδευσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα με την ιδιότητα του εκπροσώπου της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου. Στο ταξίδι αυτό συνόδευσε τον Ανδρέα Λουριώτη, εκπρόσωπο της πρώτης Ελληνικής Κυβέρνησης, η οποία είχε ανάγκη εξωτερικού δανεισμού για τη συνέχιση του Αγώνα της Ανεξαρτησίας[33]. Ο πρώτος ενδιάμεσος σταθμός ήταν η Γένοβα της Ιταλίας. Εκεί ο Λουριώτης, με τη βοήθεια του Blaquiere και με μία συστατική επιστολή που είχε λάβει από τον Φιλέλληνα, μέλος της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου και προσωπικό φίλο του Λόρδου Βύρωνος, John Cam Hobhouse, συνάντησε το Λόρδο Βύρωνα[34]. Η συνάντηση αυτή είχε στόχο να ενθαρρύνει τον Λόρδο Βύρωνα να αναλάβει ενεργό δράση στην Ελλάδα.

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, ο Blaquiere μελετά την κατάσταση και επιχειρεί να διαγνώσει τις βασικές αδυναμίες και προτεραιότητες των επαναστατημένων Ελλήνων. Ένα από τα πρώτα πράγματα που διαπιστώνει, είναι η ανάγκη σύστασης Τακτικού Στρατού, καθώς ο αρχικός Τακτικός Στρατός είχε καταστραφεί στη Μάχη του Πέτα, την 4η Ιουλίου 1822[35]. Για την ανάγκη αυτή ο Blaquiere ενημέρωσε τη Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου[36] σε σειρά επιστολών. Μάλιστα οι επιστολές αυτές, διαπνέονται από το ίδιο πνεύμα με αυτό του Λόρδου Βύρωνος, ο οποίος πιστεύει πως τα πεδία των μαχών είναι το πρώτο σχολείο της ελευθερίας, και ότι η ελευθερία κατακτάται πρώτα με στρατιωτικά μέσα. Η σχολή αυτή θεωρεί ότι το ξίφος προηγείται της πένας, αντίθετα από αυτήν του Stanhope, ο οποίος (αν και είναι και αυτός στρατιωτικός), θεωρεί (και μάλιστα εμφατικά) ότι το πιο ισχυρό όπλο είναι η “πένα” (δηλαδή η προώθηση της παιδείας και του τύπου)[37]. Αυτό όμως, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί το γεγονός πως όλοι αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι και συνειδητοποιημένοι Φιλέλληνες, προσπάθησαν να βοηθήσουν την Ελλάδα, με τον Λόρδο Βύρωνα να προσφέρει και την ίδια του την ζωή στο Μεσολόγγι στις 7 Απριλίου 1824[38].

Τον Μάιο του 1823 ο Blaquiere επιστρέφει στο Λονδίνο και υποβάλλει στη Φιλελληνική Επιτροπή την έκθεσή του για την κατάσταση στην Ελλάδα[39]. Από τον Αύγουστο έως το Νοέμβριο του 1823 περιοδεύει στη Μεγάλη Βρετανία και έρχεται σε επαφή με σημαίνοντα πρόσωπα, με σκοπό να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης σχετικά με τον αγώνα των Ελλήνων και να ευρεθούν νέα κονδύλια για την στήριξη της Ελληνικής Επανάστασης[40]. Ταυτόχρονα, ο Blaquiere αλληλογραφεί συστηματικά με το Λόρδο Βύρωνα και τον Stanhope[41].

Μετά την περιοδεία και την αλληλογραφία αυτή, ο Blaquiere φτάνει στις αρχές Δεκεμβρίου του 1823 στην υπό βρετανική διοίκηση Κεφαλονιά[42]. Εκεί συναντάται με τον Λόρδο Βύρωνα και τον Stanhope, και εντάσσεται στο επιτελείο του. Στις 24 Δεκεμβρίου 1823 περνά στο Μεσολόγγι[43].

Ο Edward Blaquiere συνεργάσθηκε με τον Λόρδο Βύρωνα και τον Stanhope, μέχρι το θάνατο του Βύρωνος στις 7 Απριλίου 1824. Την περίοδο αυτή επισκέφθηκε μαζί με τον Stanhope τους αρχηγούς των αντιμαχομένων παρατάξεων στην Στερεά Ελλάδα (κατά τη διάρκεια των εμφυλίων διαμαχών), και προσπάθησε να συμβάλλει στην συμφιλίωσή τους[44].

Αυτό που χαρακτήριζε τον Blaquiere ως προσωπικότητα, ήταν η πνευματική καλλιέργειά του, η διοικητική του εμπειρία και κυρίως το όραμα της διαρκούς ενότητας των Ελλήνων. Επίσης το στοιχείο που τον διαφοροποιούσε από τον Stanhope και άλλους πιο πραγματιστές Βρετανούς Φιλέλληνες, ήταν ότι ο Φιλελληνισμός του ήταν ρομαντικός και ότι υποστήριζε την ανάγκη βοήθειας των Ελλήνων χωρίς όρους. Αντίθετα ο Stanhope και άλλοι συνεργάτες του, θεωρούσαν πως η βοήθεια έπρεπε να συνδυάζεται με ένα σχέδιο και μία στρατηγική.

Ο Blaquiere ήταν ένας πραγματικός Φιλέλληνας, ο οποίος αγάπησε την Ελλάδα μέχρι τέλους. Έγραφε και έστελνε διαρκώς άρθρα και πολλές επιστολές σε σημαντικά πρόσωπα του εξωτερικού. Σε όλες τις περιπτώσεις καλούσε τους Βρετανούς συμπατριώτες του να αγωνισθούν για την Ελληνική υπόθεση, είτε ερχόμενοι στην Ελλάδα, είτε ενισχύοντας τον απελευθερωτικό αγώνα οικονομικά.

Η δράση του αυτή τον κατέστησε ιδιαίτερα αγαπητό ανάμεσα στους Έλληνες, οι οποίοι έβλεπαν πως είχαν έναν εξαιρετικά σημαίνοντα και σταθερό σύμμαχο στη διεθνή σκηνή.

O θάνατος του Λόρδου Βύρωνος στις 7 Απριλίου 1824, καθώς και η σύγκρουση του Stanhope με τον Κουντουριώτη και τον Μαυροκορδάτο, ανάγκασαν τον Blaquiere να φύγει από την Ελλάδα τον Μάιο του 1824 μαζί με τον Stanhope[45]. Μάλιστα, επέστρεψαν και οι δύο με το ίδιο πλοίο που μετέφερε τη σωρό του Λόρδου Βύρωνος.

Όμως το ενδιαφέρον του Blaquiere για την Ελλάδα παρέμεινε ζωντανό και έντονο. Συνεχίζει να διατηρεί πυκνή αλληλογραφία, με σημαντικούς Έλληνες, όπως ο Κώστας Μπότσαρης[46]. Την περίοδο 1825 – 1828, συγγράφει και δημοσιεύει τρία βιβλία: “Narrative of a Second Visit to Greece” (Αφήγηση μίας δεύτερης επίσκεψης στην Ελλάδα),“Greece and her Claims” (Η Ελλάδα και οι αξιώσεις της) και “Letters from Greece” (Επιστολές από την Ελλάδα), μέσω των οποίων ενημερώνει και ευαισθητοποιεί διαρκώς την Βρετανική κοινή γνώμη για τα γεγονότα στην Ελλάδα.

 

BLAQUIERE Edward. «Αφήγηση μιας δεύτερης επίσκεψης στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων γεγονότων που σχετίζονται με τις τελευταίες ημέρες του Λόρδου Βύρωνος». Λονδίνο, Geo. Β. Whittaker, 1825. Πρώτη έκδοση. Περιέχει μια λιθογραφία της Αθήνας του J.D. Harding και μια επιστολή της Ελληνικής Εταιρείας Φιλομούσων (συλλογή ΕΕΦ).

 

Μετά την λήξη της Ελληνικής Επανάστασης, ο Blaquiere συνέχισε τη δράση του υπέρ των κινημάτων ανεξαρτησίας και πολιτικών δικαιωμάτων στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική. Στις αρχές του 1832 είχε αναλάβει μία αποστολή στις Αζόρες, σε μια προσπάθειά του να συνεισφέρει στη δημιουργία συνταγματικής μοναρχίας στην Πορτογαλία υπό τον Πέτρο Δ΄ της Πορτογαλίας, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα και τέως αυτοκράτορας της Βραζιλίας και είχε παραιτηθεί από το θρόνο της Βραζιλίας υπέρ του γιου του[47]. Δυστυχώς, το πλοίο στο οποίο είχε επιβιβασθεί βυθίσθηκε και ο δραστήριος αυτός αγωνιστής υπέρ της ελευθερίας, έχασε την ζωή του.

Ο Edward Blaquiere ήταν (μαζί με τον Bowring), η βασική δύναμη καθοδήγησης του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου, και ωφέλησε ιδιαίτερα με το έργο του τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Η ΕΕΦ και Ελλάδα τιμούν την μνήμη του Edward Blaquiere, ηρωικού, σεμνού και ευγενούς Φιλέλληνα, ο οποίος αγωνίσθηκε με κάθε τρόπο για τα Εθνικά Δίκαια και για την ενότητας μεταξύ των Ελλήνων.

 

Παραπομπές

[1] Carlton, J.H. Hayes, “A political and social history of modern Europe’’, εκδ. MacMillan, Νέα Υόρκη, 1916, α’ τόμος.
[2] Cannon, Richard, “Historical Record of the Thirteenth Regiment of Light Dragoons containing an account of the formation of the regiment in 1715 and of its subsequent services to 1842 “, εκδ. John W. Parker, Λονδίνο, 1842.
[3] Syrett, D., Di Nardo, R. L., “The commissioned sea officers of the Royal Navy, 1660–1815’’, εκδ. Occasional Publications of the Navy, Λονδίνο, 1994.
[4] Parkinson, C. Northcote, “The Life of Edward Pellew, Viscount Exmouth”, εκδ. Methuen & Co., Λονδίνο, 1934.
[5] Woodman, Richard, “The Sea Warriors’’, εκδ. Constable Publishers, Εδιμβούργο, 2001.
[6] Winfield, Rif, “British Warships in the Age of Sail 1793–1817: Design, Construction, Careers and Fates’’, εκδ. Seaforth, Barnsley, 2008.
[7] Bradford, Ernle, “Nelson: The Essential Hero “, εκδ. Wordsworth Military Library, Λονδίνο, 1997.
[8] Colledge, J. J., Warlow, Ben, “Ships of the Royal Navy: The Complete Record of all Fighting Ships of the Royal Navy “, εκδ. Chatham Publishing, Λονδίνο, 2006.
[9] Gardiner, Robert, “Nelson Against Napoleon“, εκδ. Caxton Editions, Λονδίνο, 2002.
[10] Syrett, D., Di Nardo, R. L., “The commissioned sea officers of the Royal Navy, 1660–1815’’, εκδ. Occasional Publications of the Navy, Λονδίνο, 1994.
[11] Harvey, Robert, “Cochrane: The Life and Exploits of a Fighting Captain’’, εκδ. Constable Publishers, Εδιμβούργο, 2000.
[12] Ross, John, “Memoirs of Admiral Lord de Saumarez“, εκδ. Richard Bentley, Λονδίνο, 1838, β’ τόμος.
[13] Corbett, Julian Stafford, “The campaign of Trafalgar“, εκδ. Longmans, Green, and company, Λονδίνο, 1919, β’ τόμος.
[14] Adkins, Roy, “Trafalgar: The Biography of a Battle“, εκδ. Abacus, Λονδίνο, 2005.
[15] Βλ. στο ίδιο.
[16] Blaquière, Edward, «Letters from the Mediterranean; containing a civil and political account of Sicily, Tripoly, Tunis, and Malta: with biographical sketches, anecdotes and observations, illustrative of the present state of those countries, and their relative situation with respect to the British empire“, εκδ. Colburn, Λονδίνο, 1813, α’ τόμος.
[17] Βλ. στο ίδιο.
[18] Βλ. στο ίδιο.
[19] Βλ. στο ίδιο.
[20] Syrett, D., Di Nardo, R. L., “The commissioned sea officers of the Royal Navy, 1660–1815’’, εκδ. Occasional Publications of the Navy, Λονδίνο, 1994.
[21] Βλ. στο ίδιο.
[22] De Beer, Esmond Samuel, Seton, Walter Warren,»Byroniana: The Archives of the London Greek Committee“, εκδ. King’s College, Λονδίνο, 1926.
[23] Rosen, Frederick, «Bentham, Byron, and Greece: constitutionalism, nationalism, and early liberal political thought“, εκδ. Clarendon Press, Λονδίνο, 1992.
[24] Youings, Joyce Alice, «Sir John Bowring, 1792-1872: aspects of his life and career», εκδ. Devonshire Association, Plymouth, 1993.
[25] Rosen, Frederick, “London Greek Committee (act. 1823–1826)“, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 2007.
[26] Ramos Oliver, Francisco, “La trayectoria militar de Rafael del Riego’’, εκδ. περ. Revista de historia militar, Μαδρίτη, 2012, τεύχος 112.
[27] Blaquiere, Edward, «An Historical Review of the Spanish Revolution Including Some Account of Religion, Manners and Literature in Spain“, εκδ. εκδ. G. & W. B. Whittacker, Λονδίνο, 1822.
[28] Jardi, Enric, “Antoni Puigblanch. Els precedents de la Renaixença’’, εκδ. Aedos, Βαρκελώνη, 1960.
[29] Blaquiere, Edward, «An Historical Review of the Spanish Revolution Including Some Account of Religion, Manners and Literature in Spain“, εκδ. εκδ. G. & W. B. Whittacker, Λονδίνο, 1822.
[30] Nichols Jr, Irby C., ’’The Congress of Verona, 1822: A Reappraisal’’, εκδ. περ. Southwestern Social Science Quarterly, Georgetown, 1966.
[31] Dimaras, Alexis, “The other British Philhellenes’’, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, αχρονολόγητο.
[32] Youings, Joyce Alice, «Sir John Bowring, 1792-1872: aspects of his life and career», εκδ. Devonshire Association, Plymouth, 1993.
[33] Blaquière, Edward, «Report on the Present State of the Greek Confederation, and on Its Claims to the Support of the Christian World: Read to the Greek Committee on Saturday, September 13, 1823’’, εκδ. Φιλελληνικής Επιτροπής, Λονδίνο, 1823.
[34] St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
[35] Βλ. στο ίδιο.
[36] Blaquière, Edward, «The Greek Revolution, Its Origin and Progress: Together with Some Remarks on the Religion, National Character, &c. in Greece“, εκδ. G. B. Whittacker, Λονδίνο, 1824.
[37] Moore, Thomas, “Letters and Journals of Lord Byron with Notices of his Life’’, εκδ. H. L. Broenner, Φρανκφούρτη, 1830. Επίσης, βλ. Αθάνας, Γ., “Ιστορικά Μελετήματα’’, εκδ. Ίδρυμα Γ & Μ. Αθανασιάδη – Νόβα, Ναύπακτος, 1998, σελ. 194.
[38] Moore, Thomas, “Letters and Journals of Lord Byron with Notices of his Life’’, εκδ. H. L. Broenner, Φρανκφούρτη, 1830.
[39] Blaquière, Edward, «Report on the Present State of the Greek Confederation, and on Its Claims to the Support of the Christian World: Read to the Greek Committee on Saturday, September 13, 1823’’, εκδ. Φιλελληνικής Επιτροπής, Λονδίνο, 1823.
[40] St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 155.
[41] Blaquière, Edward, «Letters from Greece: With Remarks on the Treaty of Intervention’’, εκδ. J. Ilbery, Λονδίνο, 1828.
[42] Blaquière, Edward, «Narrative of a Second Visit to Greece: Including Facts Connected with the Last Days of Lord Byron “, εκδ. G. B. Whittacker, Λονδίνο, 1825, α’ τόμος.
[43] Stanhope, Leicester, 5ος κόμης του Harrington, “Greece, in 1823 and 1824: Being a Series of Letters, and Other Documents”, εκδ. Sherwood, Gilbert & Piper, Λονδίνο, 1825, σελ. 543.
[44] St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
[45] “Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1977, 10ος τόμος, σελ. 299.
[46] “Αρχείο στρατηγού Κώστα Μπότσαρη’’, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, φάκελος 25.
[47] Manchester, Alan K., “The Paradoxical Pedro, First Emperor of Brazil’’, εκδ. περ. “The Hispanic American Historical Review’’, Durham, 1932, σελ. 192.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές:

  • “Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1977, 10ος τόμος.
  • “Αρχείο στρατηγού Κώστα Μπότσαρη’’, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, φάκελος 25.
  • Manchester, Alan K., “The Paradoxical Pedro, First Emperor of Brazil’’, εκδ. περ. “The Hispanic American Historical Review’’, Durham, 1932.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • Stanhope, Leicester, 5ος κόμης του Harrington, “Greece, in 1823 and 1824: Being a Series of Letters, and Other Documents”, εκδ. Sherwood, Gilbert & Piper, Λονδίνο, 1825.
  • Blaquière, Edward, «Report on the Present State of the Greek Confederation, and on Its Claims to the Support of the Christian World: Read to the Greek Committee on Saturday, September 13, 1823’’, εκδ. Φιλελληνικής Επιτροπής, Λονδίνο, 1823.
  • Blaquière, Edward, «Narrative of a Second Visit to Greece: Including Facts Connected with the Last Days of Lord Byron“, εκδ. G. B. Whittacker, Λονδίνο, 1825, α’ τόμος.
  • Blaquière, Edward, «Letters from Greece: With Remarks on the Treaty of Intervention’’, εκδ. J. Ilbery, Λονδίνο, 1828.
  • Blaquière, Edward, “The Greek Revolution, Its Origin and Progress: Together with Some Remarks on the Religion, National Character, &c. in Greece”, εκδ. G. B. Whittacker, Λονδίνο, 1824.
  • Moore, Thomas, “Letters and Journals of Lord Byron with Notices of his Life’’, εκδ. H. L. Broenner, Φρανκφούρτη, 1830.
  • Αθάνας, Γ., “Ιστορικά Μελετήματα’’, εκδ. Ίδρυμα Γ & Μ. Αθανασιάδη – Νόβα, Ναύπακτος, 1998.
  • Youings, Joyce Alice, «Sir John Bowring, 1792-1872: aspects of his life and career» , εκδ. Devonshire Association, Plymouth, 1993.
  • Dimaras, Alexis, “The other British Philhelenes’’, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, αχρονολόγητο.
  • Rosen, Frederick, “London Greek Committee (act. 1823–1826)“, εκδ. Oxford University Press, Λονδίνο, 2007.
  • Rosen, Frederick, «Bentham, Byron, and Greece: constitutionalism, nationalism, and early liberal political thought“, εκδ. Clarendon Press, Λονδίνο, 1992.
  • De Beer, Esmond Samuel, Seton, Walter Warren,»Byroniana: The Archives of the London Greek Committee“, εκδ. King’s College, Λονδίνο, 1926.
  • Blaquière, Edward, «Letters from the Mediterranean; containing a civil and political account of Sicily, Tripoly, Tunis, and Malta: with biographical sketches, anecdotes and observations, illustrative of the present state of those countries, and their relative situation with respect to the British empire“, εκδ. Colburn, Λονδίνο, 1813, α’ τόμος.
  • Syrett, D., Di Nardo, R. L., “The commissioned sea officers of the Royal Navy, 1660–1815’’, εκδ. Occasional Publications of the Navy, Λονδίνο, 1994.
  • Carlton, J.H. Hayes, “A political and social history of modern Europe’’, εκδ. MacMillan, Νέα Υόρκη, 1916, α’ τόμος.
  • Cannon, Richard, “Historical Record of the Thirteenth Regiment of Light Dragoons containing an account of the formation of the regiment in 1715 and of its subsequent services to 1842“, εκδ. John W. Parker, Λονδίνο, 1842.
  • Parkinson, C. Northcote, «The Life of Edward Pellew, Viscount Exmouth», εκδ. Methuen & Co., Λονδίνο, 1934.
  • Woodman, Richard, “The Sea Warriors’’, εκδ. Constable Publishers, Εδιμβούργο, 2001.
  • Winfield, Rif, “British Warships in the Age of Sail 1793–1817: Design, Construction, Careers and Fates’’, εκδ. Seaforth, Barnsley, 2008.
  • Bradford, Ernle, “Nelson: The Essential Hero“, εκδ. Wordsworth Military Library, Λονδίνο, 1997.
  • Colledge, J. J., Warlow, Ben, “Ships of the Royal Navy: The Complete Record of all Fighting Ships of the Royal Navy“, εκδ. Chatham Publishing, Λονδίνο, 2006.
  • Gardiner, Robert, “Nelson Against Napoleon“, εκδ. Caxton Editions, Λονδίνο, 2002.
  • Harvey, Robert, “Cochrane: The Life and Exploits of a Fighting Captain’’, εκδ. Constable Publishers, Εδιμβούργο, 2000.
  • Ross, John, “Memoirs of Admiral Lord de Saumarez“, εκδ. Richard Bentley, Λονδίνο, 1838, β’ τόμος.
  • Corbett, Julian Stafford, “The campaign of Trafalgar“, εκδ. Longmans, Green, and company, Λονδίνο, 1919, β’ τόμος.
  • Adkins, Roy, “Trafalgar: The Biography of a Battle“, εκδ. Abacus, Λονδίνο, 2005.
  • Blaquiere, Edward, «An Historical Review of the Spanish Revolution Including Some Account of Religion, Manners and Literature in Spain“, εκδ. G. & W. B. Whittacker , Λονδίνο, 1822.
  • Jardi, Enric, “Antoni Puigblanch. Els precedents de la Renaixença’’, εκδ. Aedos, Βαρκελώνη, 1960.
  • Nichols Jr, Irby C., ’’The Congress of Verona, 1822: A Reappraisal’’, εκδ. περ. Southwestern Social Science Quarterly, Georgetown, 1966.

 

Ναύαρχος Sir Edward Codrington. Πίνακας του Hugh Patterson.

Ο Edward Codrington (1770 – 1851), ήταν Βρετανός Nαύαρχος και πολιτικός, διοικητής του Βρετανικού στόλου της Μεσογείου, επικεφαλής του συμμαχικού στόλου στη ναυμαχία στο Ναυαρίνο και σημαίνων Φιλέλληνας.

Γεννήθηκε στο Dodington και ήταν το νεότερο από τα 4 τέκνα της οικογένειάς του. Πατέρας του ήταν ο γαιοκτήμων Edward Codrington ο πρεσβύτερος (1736 – 1775), και παππούς του ο William Codrington, 1ος βαρονέτος του Dodington (+1738)[1]. Μητέρα του ήταν η Rebecca Lestourgeon (1736 – 1770), η οποία απεβίωσε κατά τη διάρκεια του τοκετού[2].

Η οικογένεια Codrington κατείχε μεγάλες εκτάσεις γης. Παράλληλα όμως, είχε και σημαντική στρατιωτική, πολιτική, αλλά και πνευματική παράδοση. Ο γενάρχης της οικογενείας, John Codrington, διακρίθηκε το 1415 στη νικηφόρα για τους Άγγλους μάχη του Agincourt, ως σημαιοφόρος του Άγγλου βασιλέα Ερρίκου Ε’[3]. Ο απόγονός του Christopher Codrington (1668 – 1710), θείος του ναυάρχου Edward Codrington, ήταν στρατηγός, κυβερνήτης της Γουαδελούπης και των Νήσων Barbados το 1703 – 1710, και πολιτικός. Παράλληλα ήταν και ευεργέτης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, στο οποίο ίδρυσε την βιβλιοθήκη Codrington στο All Souls College, το οποίο υπάγεται διοικητικά στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης[4]. Επίσης, ο μεγάλος αδερφός του ναυάρχου Codrington, ο Christopher Bethell Codrington, διετέλεσε βουλευτής του Βρετανικού Κοινοβουλίου[5].

Ο Edward Codrington δεν γνώρισε την μητέρα του και έμεινε ορφανός σε παιδική ηλικία. Έτσι, η ανατροφή του, και αυτή των αδελφών του, ανατέθηκε στον θείο του πατέρα τους Christopher Bethell, χάρη στον οποίο έλαβαν την καλύτερη δυνατή μόρφωση. Με τους μεγαλύτερους αδερφούς του Christopher Bethell Codrington και William John Codrington, ο Edward Codrington σπούδασε στο κολλέγιο Harrow[6]. Στην πορεία όμως αποφάσισε να μην συνεχίσει την εκπαίδευσή του. Tο 1783, σε ηλικία μόλις 13 ετών, κατετάγη στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό ως δόκιμος αξιωματικός, με πρώτη τοποθέτηση στη φρεγάτα ”HMS Augusta”[7].

O νεαρός δόκιμος αξιωματικός Codrington, υπηρέτησε στην Μοίρα περιπολίας των Ανατολικών Ακτών, πέριξ των Ηνωμένων Πολιτειών, στο Βρετανικό Στόλο της Μεσογείου και σε πλοία του Μητροπολιτικού Στόλου της Μεγάλης Βρετανίας. Το 1788 έλαβε το βαθμό του σημαιοφόρου[8].

Στις 28 Μαΐου 1793, προήχθη σε ανθυποπλοίαρχο και τοποθετήθηκε ως αξιωματικός σηματονόμος στην φρεγάτα ”HMS Queen Charlotte”, ναυαρχίδα του Στόλου της Μάγχης, με ναύαρχο τον Richard Howe, 1ο κόμη του Howe (1726-1799), ως διοικητή [9]. Από τη θέση αυτή, την 1η Ιουνίου 1794, έλαβε μέρος στη νικηφόρα για τους Βρετανούς 4η ναυμαχία του Ushant εναντίον των Γάλλων[10]. Η δράση του Codrington στην ναυμαχία αυτή, εκτιμήθηκε και οδήγησε στις 7 Οκτωβρίου 1794, στην προαγωγή του σε πλωτάρχη, για να ακολουθήσει στις 6 Απριλίου 1795, η προαγωγή του σε αντιπλοίαρχο[11].

Ο αντιπλοίαρχος Codrington, τοποθετήθηκε κυβερνήτης της κορβέτας ”HMS Babet” και πολέμησε στη νικηφόρα για τους Βρετανούς ναυμαχία του Groix, στις 23 Ιουνίου 1795[12]. Εκεί διακρίθηκε και πάλι για τη γενναιότητα και τις διοικητικές του ικανότητες, και επιβραβεύθηκε με τον διορισμό του ως κυβερνήτη της φρεγάτας ”HMS Druid”, τον Ιούλιο του 1796[13].

Ως κυβερνήτης της φρεγάτας ”HMS Druid”, ο Codrington ανέλαβε ως τον Ιανουάριο του 1797 αποστολές περιπολίας στο Στενό της Μάγχης και στις ακτές της Πορτογαλίας[14]. Σε μία από τις αποστολές αυτές, στις 7 Ιανουαρίου 1797, σε συνεργασία με τις φρεγάτες ”HMS Doris” και ”HMS Unicorn”, αιχμαλώτισε στο Στενό της Μάγχης, τη γαλλική φρεγάτα ”Ville de l’Orient”, η οποία μετέφερε 400 ουσάρους που είχαν ως αποστολή να ενωθούν με τους Ιρλανδούς επαναστάτες[15].

Μετά από τη  επιτυχή έκβαση αυτής της αποστολής, μετατέθηκε σε υπηρεσίες ξηράς του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, και παρέμεινε εκεί ως τον Μάιο του 1802. Την περίοδο αυτή επεδίωξε τη μετάταξή του στο Βρετανικό Εμπορικό Ναυτικό, χωρίς όμως αποτέλεσμα[16].

Εν τω μεταξύ, ήδη από τα τέλη του 1797, ο Codrington και τα αδέλφια του William John Codrington και Caroline Codrington, κληρονόμησαν την περιουσία του θείου τους Christopher Bethell. Στην περιουσία αυτή συμπεριλαμβανόταν και μία φυτεία στην Antigua[17].

Μετά την Ειρήνη της Αμιένης στις 27 Μαΐου 1802, ο Codrington τοποθετήθηκε κυβερνήτης του πλοίου γραμμής ”HMS Orion”[18]. Τον Δεκέμβριο του 1802 νυμφεύθηκε την Jane Hall, κόρη βρετανικής οικογένειας του Kingston της Τζαμάικα, με την οποία απέκτησε 3 γιους. Το στρατηγό William John Codrington (1804 – 1884), το ναυτικό δόκιμο Edward Codrington (1805-1822) και το ναύαρχο Henry John Codrington (1808 – 1877)[19].

Την άνοιξη του 1805, το πλοίο γραμμής ”HMS Orion” εντάχθηκε στον Βρετανικό Στόλο στον οποίο είχε ανατεθεί να αποκλείσει τον λιμένα του Cadiz[20]. Διοικητής του στόλου ήταν ο μεγάλος και εμβληματικός ναύαρχος Horatio Nelson και ο Codrington ήταν ο πλέον άμεσος συνεργάτης του[21].

Κατά τη Ναυμαχία του Trafalgar, η οποία έλαβε χώρα στις 21 Οκτωβρίου 1805 και έληξε νικηφόρα για τους Βρετανούς, ο Codrington αιχμαλώτισε το γαλλικό πλοίο ”Swiftsure”[22]. Στη συνέχεια προσπάθησε να αιχμαλωτίσει την ισπανική ναυαρχίδα ”Principe de Asturias”, χωρίς επιτυχία[23]. Αμέσως μετά κατόρθωσε να αναγκάσει με συνεχείς κανονιοβολισμούς το γαλλικό πλοίο ”Intrepide”, το μόνο πλοίο της Βόρειας Μοίρας του Γαλλο-ισπανικού Στόλου που είχε διαφύγει ανέπαφο, να παραδοθεί[24].

Μετά τη ναυμαχία του Trafalgar, η βρετανική ασφαλιστική εταιρεία Lloyd’s, προσέφερε ως δώρο από ένα αναμνηστικό ξίφος στους κυβερνήτες των πλοίων που έλαβαν μέρος σε αυτήν, καθώς και από 10 λίρες στους κατώτερους αξιωματικούς[25]. Ο Codrington αρνήθηκε να παραλάβει το ξίφος, καθώς υποστήριζε ότι πέραν των αξιωματικών, έπρεπε να λάβουν χρήματα και οι απλοί ναύτες, οι οποίοι πολέμησαν γενναία[26].

Το 1808, ο Codrington συνεργάσθηκε με τους Ισπανούς εναντίον των Γάλλων στη Μεσόγειο θάλασσα. Την περίοδο αυτή διοικούσε μια μοίρα, η οποία κατέστρεφε γαλλικά πλοία και διενεργούσε καταδρομικές επιχειρήσεις στις γαλλικές ακτές[27]. Στη συνέχεια, από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο του 1809, συμμετείχε στην επιχείρηση του Walcheren στην Ολλανδία, η οποία είχε σκοπό να ανοίξει ακόμη ένα μέτωπο κατά των Γάλλων και να ανακουφίσει τους Αυστριακούς που πολεμούσαν εναντίον του Γαλλικού στρατού στην ξηρά[28]. Η επιχείρηση όμως αυτή απέτυχε και οι Βρετανοί, ανάμεσά τους κι ο Codrington, επέστρεψαν στην πατρίδα τους με σημαντικές απώλειες[29].

Από τον Μάιο έως τον Ιούνιο του 1811, ο Codrington ανέλαβε διοικητής μοίρας του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου. Την περίοδο αυτή ήταν υπεύθυνος για την ενίσχυση της Tarragona, την οποία πολιορκούσε η στρατιά του Γάλλου στρατηγού Louis-Gabriel Suchet[30]. Ο Codrington είχε την πεποίθηση ότι ο μαρκήσιος του Campo Verde (και στρατιωτικός διοικητής της Tarragona), δεν ήταν ικανός να υπερασπισθεί την περιοχή. Έτσι αφού μελέτησε την κατάσταση, ο Codrington, βοήθησε τον Βρετανό στρατιωτικό Charles William Doyle να σχεδιάσει την υποστήριξη των πολιορκημένων[31].

Σύμφωνα με το σχέδιο και τις ενέργειες του Codrington, η Tarragona ενισχύθηκε με 6.300 Ισπανούς πεζούς και 291 πυροβολητές. Συγχρόνως, η μοίρα του υποστήριζε τους πολιορκημένους με την μεταφορά στρατού και πολεμοφοδίων, αλλά και με την διενέργεια νυκτερινών βομβαρδισμών κατά των γαλλικών θέσεων[32].

Με την κατάληψη της Tarragona από τους Γάλλους, στις 29 Ιουνίου 1811, παρά το σφοδρό εχθρικό πυρ, ο Codrington συνέβαλε στη διάσωση άνω των 600 ανθρώπων, ενώ φρόντισε προσωπικά για την επανένωση οικογενειών οι οποίες είχαν χωρισθεί κατά την εκκένωση της πόλης[33].

Μετά την αποχώρηση από την Tarragona, ο Codrington ανέλαβε σειρά από πολιτικές πρωτοβουλίες, με σκοπό να μην διαλυθεί η Καταλανική Πολιτοφυλακή όπως σχεδίαζε o Ισπανός στρατηγός Luis Roberto de Lacy[34].

Admiral Sir Edward Codrington. Επιχρωματισμένη λιθογραφία του Thomas Lawrence.

Την περίοδο 1814 – 1815, ο Codrington, που είχε εν τω μεταξύ προαχθεί σε αρχιπλοίαρχο, υπηρέτησε στη Μοίρα Βορείου Αμερικής και Δυτικών Ινδιών του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού ως κυβερνήτης του πλοίου ”HMS Tonnant”, υπό τις διαταγές του ναυάρχου Alexander Inglis Cochrane[35] (θείου του Φιλέλληνα και μετέπειτα αρχηγού του Ελληνικού στόλου το 1827, Thomas Cochrane). Από τη θέση αυτή, με αρχικό ορμητήριο τις Βερμούδες[36], έλαβε μέρος στον Αμερικανοβρετανικό πόλεμο του 1812, και συμμετείχε στις επιχειρήσεις εναντίον της Washington, της Βαλτιμόρης και της Νέας Ορλεάνης[37]. Οι διοικητικές του ικανότητες και οι αξιέπαινες υπηρεσίες του, συνέβαλαν στην προαγωγή του σε υποναύαρχο στις 4 Ιουνίου 1814. Στη συνέχεια, το 1815 η Βρετανική Κυβέρνηση τον τίμησε με το μετάλλιο του Ιππότη Ταξιάρχη του Τάγματος του Λουτρού[38].

Στις 10 Ιουλίου 1821, σε αναγνώριση της μακράς θητείας του και των υπηρεσιών του, η Βρετανική Κυβέρνηση προβίβασε τον Codrington σε αντιναύαρχο και τον τίμησε με το Χρυσό Στρατιωτικό Σταυρό[39], ενώ τον Φεβρουάριο του 1822, η Βασιλική Εταιρεία τον τίμησε με τον τίτλο του Εταίρου[40].

Η περίοδος αυτή ήταν εξαιρετικά κρίσιμη για την πορεία του Codrington. Η έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως το 1821 συμπίπτει περίπου χρονικά με την τραγική απώλεια του γιου του Edward Codrington, δοκίμου αξιωματικού της φρεγάτας ”HMS Cambrian”. Ο γιός του πνίγηκε όταν το πλοίο του αντιμετώπισε μία κακοκαιρία κοντά στην Ύδρα το Νοέμβριο του 1822. Ήδη από την περίοδο αυτή ο Codrington αναπτύσσει ένα έντονο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στην Ελλάδα και προοδευτικά, Φιλελληνικά αισθήματα[41].

Από το 1822 έως το 1826 υπηρέτησε σε επιτελικές υπηρεσίες στην Μεγάλη Βρετανία. Την περίοδο αυτή συμπεριλαμβανόταν στους συνδρομητές της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, που ιδρύθηκε το 1823, και ήταν από τους χορηγούς των εράνων που πραγματοποιούσε το φιλελληνικό κομιτάτο του Λονδίνου. Μάλιστα από το καλοκαίρι του 1826, είχε πυκνή αλληλογραφία με τον αρχηγό του Ελληνικού Στρατού, στρατηγό Richard Church, τον αρχηγό του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, ναύαρχο Thomas Cochrane, 10ο κόμη του Dundonald και τον πλοίαρχο Frank Abney Hastings, κυβερνήτη της ”Καρτερίας”, του πρώτου ατμοκίνητου πολεμικού πλοίου στην Ελλάδα[42]. Η αλληλογραφία αυτή ήταν αποφασιστικής σημασίας για την καλλιέργεια του Φιλελληνισμού του μεγάλου ναυάρχου Codrington. Παράλληλα όμως, είχε την ευκαιρία να μελετήσει και να κατανοήσει όσα ελάμβαναν χώρα στην Ελλάδα, την δυναμική των εξελίξεων, τις ισορροπίες δυνάμεων, την γεωστρατηγική της περιοχής, τον ρόλο των Τούρκων και των Αιγυπτίων και την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών της Επανάστασης. Οι γνώσεις αυτές αποδείχθηκαν ιδιαίτερα χρήσιμες, τόσο για τον ίδιο ως στρατιωτικό, όσο και για το μέλλον του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.

Μετά τον Απρίλιο του 1826, η έξοδος του Μεσολογγίου συγκλόνισε  καθοριστικά την Ευρώπη και πυροδότησε την πλέον κρίσιμη και εντατική φάση του διεθνούς Φιλελληνικού κινήματος. Η κοινή γνώμη και ο τύπος έβλεπαν ότι η Ελληνική Επανάσταση έσβηνε και απαιτούσαν μία δυναμική παρέμβαση υπέρ των Ελλήνων.

Κάτω από την πίεση αυτή και μία σειρά άλλων παραγόντων, οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία) αποφάσισαν να επέμβουν. Η κίνηση αυτή εξυπηρετούσε την Ρωσία, η οποία επιδίωκε την εξασθένηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την μείωση των εδαφών της, και παράλληλα την σύσταση ενός ανεξαρτήτου Ορθοδόξου Χριστιανικού κράτους, στο οποίο θα μπορούσε να ασκεί επιρροή. Οι Βρετανοί και οι Γάλλοι εδέχοντο μία διαρκώς διογκούμενη πίεση από τα φιλελληνικά κινήματα για να βοηθήσουν τους ομόθρησκους Ευρωπαίους και να ελευθερώσουν την κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού. Παράλληλα, οι βιαιοπραγίες των Τούρκων, οι σφαγές των Ελληνικών πληθυσμών στη Χίο, την Κάσο, τα Ψαρά, το Μεσολόγγι, κλπ., και τέλος η πολιτική «καμένης γης», βίαιου εξισλαμισμού και μαζικής μεταφοράς του Ελληνικού πληθυσμού στην Αφρική, που υλοποιούσε ο Ιμπραήμ, δεν μπορούσαν να αγνοηθούν από την πολιτισμένη Δύση. Όταν ανέλαβε στην Μεγάλη Βρετανία πρωθυπουργός ο μεγάλος Φιλέλληνας George Canning, οδήγησε με πρωτοβουλίες του τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις στην υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου στις 6 Ιουλίου 1827.

Υπενθυμίζεται ότι η Μεγάλη Βρετανία είχε ήδη υπογράψει το Πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης το 1826 με την Ρωσία, και ότι τώρα ενέτασσε τους Γάλλους στην υπόθεση με στόχο να χειραγωγηθεί σε κάποιο βαθμό η Ρωσία[43]. Η Συνθήκη απαιτούσε από την Πύλη άμεση ανακωχή και τη δημιουργία μιας αυτόνομης Ελλάδας, φόρου υποτελής στο Σουλτάνο.

Παράλληλα, οι τρείς δυνάμεις συμφώνησαν να στείλουν τους στόλους τους στην Ελλάδα, με εντολή να επιβάλουν την εφαρμογή της Συνθήκης του Λονδίνου.

Ο Ναύαρχος Codrington είχε διορισθεί ήδη από τον Δεκέμβριο του 1826, διοικητής του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου και κατέπλευσε στη Μάλτα την 1η Φεβρουαρίου 1827, επιβαίνοντας στη ναυαρχίδα ”HMS Asia”[44]. Με την ιδιότητα του αρχηγού του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου, η πρώτη του αποστολή ήταν να ακολούθησε την πολιτική του προκατόχου του, ναυάρχου Harry Burrard-Neale για την προστασία των Βρετανών υπηκόων και των Επτανήσων, που αποτελούσαν τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας[45]. Συγχρόνως, συνεχίζει την αλληλογραφία με τον Church, τον Cochrane, τον Hastings και άλλους αξιωματούχους των Ελληνικών δυνάμεων, λειτουργώντας κατά κάποιον τρόπο ως σύνδεσμος των Ελλήνων με τη Βρετανική κυβέρνηση[46].

Ο Ναύαρχος Admiral Sir Edward Codrington. Πίνακας του Hugh Patterson (1805/1806–1871)

Στις 19 Ιουνίου 1827, μετά την υποβολή υπομνήματος και σχετικού αιτήματος του Stratford Canning, Βρετανού πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη και συγγενούς του George Canning, ο Βρετανικός Στόλος της Μεσογείου, απέπλευσε από τη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα στις αρχές Ιουλίου, με αποστολή να επιβάλει την Συνθήκη του Λονδίνου[47].

Η συνθήκη αυτή, προέβλεπε τη σύναψη συμφωνίας ειρήνης μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, με βασικό όρο τον άμεσο τερματισμό των εχθροπραξιών. Υπήρχε όμως και ένα μυστικό, άκρως σημαντικό, άρθρο, βάσει του οποίου, αν η τουρκική πλευρά δεν απαντούσε ή απέρριπτε τη μεσολάβηση, οι Μεγάλες Δυνάμεις θα αναγνώριζαν την Ελληνική Ανεξαρτησία και θα λάμβαναν κάθε απαραίτητο μέτρο για τον τερματισμό των συγκρούσεων, ιδανικά χωρίς να αναλάβουν στρατιωτική δράση[48]. Με δεδομένο όμως ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν σαφώς και κατηγορηματικά αντίθετη με τους όρους της Συνθήκης, ενώ υλοποιούσε παράλληλα ένα σχέδιο συστηματικής εξόντωσης του Ελληνισμού, ο όρος αυτός ουσιαστικά προέβλεπε την χρήση στρατιωτικών μέσων. Γι’αυτόν εξάλλου τον λόγο είχαν συγκεντρωθεί οι τρείς στόλοι στην περιοχή.

Για την ακρίβεια, το μυστικό πρωτόκολλο της Συνθήκης απαρτίζετο από τρία άρθρα, σύμφωνα με τα οποία η Υψηλή Πύλη είχε διορία ενός μηνός για να αποδεχθεί την παρέμβαση των τριών Δυνάμεων. Μετά την πάροδο της διορίας, οι τρεις πολεμικοί στόλοι ήταν εξουσιοδοτημένοι να αναλάβουν οιαδήποτε ενέργεια έκριναν απαραίτητη για να επιβάλουν την ειρήνευση. Σύμφωνα με τον τύπο, οι ενέργειες αυτές θα εντάσσονταν στο πλαίσιο των «φιλικών σχέσεων» με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην πράξη όμως, από την στιγμή που ήταν γνωστή η αδιαλλαξία των Τούρκων και του Ιμπραήμ, προδιέγραφαν μία μεγάλης κλίμακας στρατιωτική παρέμβαση.

Μάλιστα η Συνθήκη ανέθετε στη Γαλλία να επιβάλει την ειρήνη στην ξηρά, ουσιαστικά προβλέποντας την εκδίωξη των δυνάμεων του Ιμπραήμ. Σύμφωνα με την Συνθήκη του Λονδίνου, η νέα χώρα που θα προέκυπτε θα ήταν «η κλασσική Ελλάς», που θα περιελάμβανε την Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες, την Αττική και μέρος της Στερεάς Ελλάδας και την Εύβοια.

Το περιεχόμενο της Συνθήκης, συμπεριλαμβανομένου του μυστικού άρθρου, δημοσιεύθηκε στους ”Times” του Λονδίνου, στις 12 Ιουλίου 1827[49]. Ολόκληρη η Συνθήκη δημοσιεύθηκε στην «Ανεξάρτητο Εφημερίδα της Ελλάδος» στις 6 Αυγούστου 1827.

Ο μεγάλος Βρετανός πολιτικός και πρωθυπουργός George Canning, στον οποίο η Ελλάδα οφείλει την ανεξαρτησία της, είχε ήδη λάβει τις αποφάσεις του, και είχε δώσει σαφείς οδηγίες στον μεγάλο Ναύαρχο Codrington.

Όταν στις 8 Αυγούστου 1827 απεβίωσε ο George Canning, που ήταν ο ουσιαστικός πρωτεργάτης της συνεννόησης των τριών χωρών, ο Metternich και οι φίλα προσκείμενοι σε αυτόν κύκλοι της Ευρώπης πανηγύρισαν, θεωρώντας δεδομένη τη διάλυση της συμμαχίας. Η Συνθήκη είχε όμως στηθεί σε γερές βάσεις[50].

Την ίδια περίοδο, ο Ιμπραήμ Πασάς στην Πελοπόννησο και οι Τούρκοι στην Στερεά Ελλάδα, επέμεναν ότι η Επανάσταση είχε κατασταλεί. Τρομοκρατούσαν τους κατοίκους, κατέστρεφαν χωριά και καλλιέργειες, υποχρέωναν τους Έλληνες να προσκυνήσουν, ενώ χιλιάδες πολιτών συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν μεθοδικά ως σκλάβοι στην Αίγυπτο.

Στους κύκλους των Ευρωπαίων Φιλελλήνων, και στην Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ήταν πλέον σαφές ότι οι Τούρκοι σκόπευαν να ερημώσουν την Πελοπόννησο από τους Έλληνες και να εγκαταστήσουν εκεί Αιγύπτιους μουσουλμάνους. Παράλληλα, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ και ο κυβερνήτης της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή, πατέρας του Ιμπραήμ Πασά, σχεδίαζαν μία τελική επίθεση εναντίον της Ύδρας, την οποία θεωρούσαν τον κεντρικό τροφοδότη των αγωνιζομένων Ελλήνων[51] και τελευταίο προπύργιο του αγώνα. Με τα δεδομένα αυτά, η κάθοδος του συμμαχικού στόλου στην Ελλάδα και η σύγκρουση με Τούρκους και Αιγύπτιους, ήταν αναπόφευκτη.

Η ναυμαχία στο Ναυαρίνο. Πίνακας από τον κύκλο του βρετανού ζωγράφου Thomas Whitcombe (συλλογή ΕΕΦ).

Έτσι στις 5 Αυγούστου 1827 ο βρετανικός στόλος, με επικεφαλής τον Codrington, και ο γαλλικός, με επικεφαλής τον De Rigny, έφθασαν στο Ναύπλιο. Εκεί, ανήγγειλαν επίσημα στην Ελληνική κυβέρνηση τη Συνθήκη του Λονδίνου. Παράλληλα, ζήτησαν να μεταφερθεί η πρωτεύουσα του κράτους στην Αίγινα, πράγμα που έγινε[52].

Ο Ναύαρχος Codrington έφθασε στο Ναυαρίνο στις 12 Σεπτεμβρίου 1827. Εκεί συναντήθηκε με τον Ιμπραήμ πασά, και του εξήγησε τις θέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Στη συνέχεια μετέφερε τον στόλο του στη Ζάκυνθο. Στο Ναυαρίνο παρέμεινε μια φρεγάτα με αποστολή να περιπολεί και να παρακολουθεί τις κινήσεις των Τουρκο-αιγυπτίων.

Στον κόλπο του Ναυαρίνου, είχε αναπτυχθεί ο επιβλητικός τουρκο-αιγυπτιακός στόλος, που απαρτίζετο από 88 πλοία που διέθεταν 2.180 κανόνια. Συνολικά υπήρχαν 3 θωρηκτά, 17 φρεγάτες, 30 κορβέτες, 28 μπρίκια, 5 σκούνες και 5 πυρπολικά, και επιπλέον, 41 μεταγωγικά[53]. Αρχηγός των Τούρκων ήταν ο Ταχήρ Μπέης και των Αιγυπτίων ο Μουσταφά Μπέης κι ο Μωχαρέμ μπέης. Ο Ιμπραήμ έβλεπε ότι ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος υπερείχε σε δύναμη πυρός, και θεώρησε ότι θα μπορούσε να στήσει μία παγίδα στους συμμάχους στο Ναυαρίνο. Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος υπερτερούσε αριθμητικά σε κανόνια και ταυτόχρονα υποστηριζόταν από επάκτια πυροβολεία[54]. Τα πυρά των πυροβολητών τους όμως αποδείχθηκαν στην πορεία σε μεγάλο βαθμό άστοχα. Αντίθετα οι βολές των συμμάχων ήταν πολύ εύστοχες.

Τα γεγονότα αποδεικνύουν όμως τόσο τα φιλελληνικά αισθήματα του μεγάλου Codrington, όσο και την αποστολή που του είχε αναθέσει ο άλλος μεγάλος Φιλέλληνας George Canning. Θεωρητικά η αποστολή του Codrington ήταν να επιβάλει μία εκεχειρία, και την κατάπαυση πυρός και από τα δύο μέρη. Παρόλα αυτά, ο Codrington συμφώνησε να επιτρέψει στον Άγγλο ναύαρχο και ανιψιό του παλιού του διοικητή, Thomas Cochrane, να συνεχίσει καθοριστικής σημασίας πολεμικές επιχειρήσεις στον Κορινθιακό κόλπο. Έτσι ο μεγάλος Φιλέλληνας Hastings επέτυχε ανενόχλητος να διαλύσει ολόκληρο τον Τουρκικό στόλο στον Κορινθιακό κόλπο. Η νίκη αυτή ήταν απαραίτητη για την πρόοδο των επιχειρήσεων για την απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδας. Ομοίως ο Codrington επέτρεψε στις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις να δημιουργήσουν επαναστατικές εστίες στην Ήπειρο, και στον Στρατηγό Church να στείλει στρατό εναντίον της Πάτρας και των τουρκικών θέσεων στην δυτική Στερεά Ελλάδα.

Είναι σαφές λοιπόν ότι στον Codrington οφείλουν οι Έλληνες την ενσωμάτωση των εδαφών της Στερεάς Ελλάδας στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος.

Στο τέλος Σεπτεμβρίου 1827 οι στόλοι Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας, καθώς και ο Ρωσικός στόλος, ο οποίος είχε μόλις φθάσει, αγκυροβόλησαν έξω από τη Σφακτηρία[55].

Όταν στις 1 και 4 Οκτωβρίου, επιχείρησε ο ίδιος ο Ιμπραήμ, να κινηθεί με τον στόλο του προς την υπό αποκλεισμό Πάτρα, ο Codrington τον ανάγκασε να επιστρέψει άπρακτος στο Ναυαρίνο. Η σύγκρουση ήταν πλέον θέμα ημερών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ιμπραήμ αγνοούσε τους απεσταλμένους του συμμαχικού στόλου, και το αίτημά τους να συμμορφωθεί με την Συνθήκη του Λονδίνου και να τηρήσει τις υποσχέσεις του για εκεχειρία. Μάλιστα ο Ιμπραήμ δεν είχε πεισθεί για την αποφασιστικότητα των συμμάχων, και έτσι όταν πληροφορήθηκε ότι ελληνικά πλοία επιτίθεντο στα παραθαλάσσια οχυρά των Τούρκων στον Κορινθιακό, έστειλε 49 πολεμικά πλοία για να ενισχύσουν την Πάτρα κα να καταδιώξουν τον Ελληνικό στόλου του Hastings.

Σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε λάβει από τον Cochrane, o Hastings επιχειρούσε  στην περιοχή σε συνεργασία με τον Church στην ξηρά, για να ελευθερώσουν περιοχές της Στερεάς Ελλάδας. Ο Codrington εξοργίσθηκε, διότι ο Ιμπραήμ είχε δώσει το λόγο της τιμής του ότι δεν θα μετακινούσε κανένα πλοίο του από  το Νεόκαστρο, μέχρι να λάβει οδηγίες.

Τότε ο μεγάλος Βρετανός ναύαρχος έδρασε με αποφασιστικότητα και κινήθηκε εναντίον του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Μόλις 4 Βρετανικά πλοία που διέθεταν συνολικά 170 πυροβόλα, συνάντησαν δεκαπλάσια εχθρικά πλοία στον Άραξο, που διέθεταν 1.200 πυροβόλα. Η τόλμη του Codrington ήταν απίστευτη. Η ναυαρχίδα «Asia» άρχισε ένα σφοδρό κανονιοβολισμό εναντίον των πλοίων του Ιμπραήμ. Αμέσως τα 49 πλοία του εχθρού άλλαξαν κατεύθυνση και επέστρεψαν στη βάση τους.

Οι 3 ναύαρχοι πραγματοποίησαν μία σύσκεψη στις 6 Οκτωβρίου. Όλοι επιθυμούσαν να επισπευσθεί η ανάληψη δράσης, καθώς δεν ήθελαν να τους βρει ο χειμώνας στο Ναυαρίνο. Την περίοδο αυτή έλαβαν και μια επιστολή από τον Κολοκοτρώνη, που τους ενημέρωνε ότι οι άνδρες του Ιμπραήμ προέβαιναν σε γενοκτονία στη Μεσσηνία. Με αυτήν την αφορμή έστειλαν τον συνταγματάρχη Peter Cradock, για να επιδώσει τελεσίγραφο στον Ιμπραήμ, ούτως ώστε να δεχθεί κατάπαυση του πυρός και να δρομολογηθεί η αποχώρηση των στρατευμάτων του. Ο Ιμπραήμ απέφυγε να συναντήσει τον Cradock, κι έτσι οι ναύαρχοι αποφάσισαν να εισέλθουν στον Κόλπο του Ναυαρίνου, ούτως ώστε να εκδιώξουν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο που βρισκόταν εκεί[56]. Ο Ιμπραήμ γνώριζε ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τον συμμαχικό στόλο σε ανοικτή θάλασσα, και είχε στήσει μία παγίδα, αποσκοπώντας αλαζονικά σε μία μεγάλη νίκη εναντίον των συμμάχων. Είχε διατάξει τα πλοία του σε σχηματισμό ημικυκλίου, με στόχο να οργανώσει μία σημαντική δύναμη πυρός, αξιοποιώντας και το σημαντικό παράκτιο πυροβολικό.

Στις αρχές Οκτωβρίου, ενώθηκαν τα ρωσικά και τα γαλλικά πλοία με τα βρετανικά, και σχηματίσθηκε ο συμμαχικός στόλος, υπό την διοίκηση του Ναυάρχου Codrington. Όμως και πάλι ο ενιαίος στόλος υστερούσε σε σχέση με αυτόν του εχθρού. Ο ενιαίος συμμαχικός στόλος διέθετε 27 πλοία με 1.258 κανόνια (10 θωρηκτά, 10 φρεγάτες, 4 μπρίκια και 3 σκούνες), με τα οποία όφειλε να αντιμετωπίσει τα κανόνια των πλοίων του εχθρού, αλλά και αυτά των οχυρών που έβαλαν από την ακτή. Η συμμαχική δύναμη απαρτιζόταν από 12 βρετανικά πλοία, συγκεκριμένα τα: ”Asia” (ναυαρχίδα), ”Genoa», ”Albion», ”Darmouth», ”Cabrian», ”Glasgow», “Talbot», ”Rose», ”Mosquito», ”Brisk», ”Philomel” και ”Hind», 8 ρωσικά, τα: ”Azov” (ναυαρχίδα), ”Ezekiel», ”Cangut», ”Aleksandr», ”Provornoy», ”Elena», ”Konstantin” και ”Kastor” και 7 γαλλικά: ”Sirene” (ναυαρχίδα), ”Scipion», ”Trident», ”Breslaw», ”Armide», ”Daphne” και ”Alkyone»[57]. Αρχηγός των συμμαχικών δυνάμεων ήταν ο Codrington, ο οποίος έφερε το βαθμό του αντιναυάρχου, ενώ οι De Rigny και Heyden, ήταν υποναύαρχοι.

Πίνακας του John Christian Schetky (British 1778-1874), του 19ου αιώνα. Παρουσιάζει την ναυμαχία στο Ναυαρίνο. Στο κέντρο του πίνακα παρουσιάζεται ένα από τα πλοία που συμμετείχε στον Βρετανικό στόλο. Το H.M.S. Talbot, του οποίου κυβερνήτης ήταν ο Hon. F. Spencer. Αξίζει να σημειωθεί ότι λίγα χρόνια αργότερα, ανέλαβε κυβερνήτης στο πλοίο αυτό ο Henry Codrington, ο γιός του Ναυάρχου Codrington, που είχε πολεμήσει με τον πατέρα του στο Ναυαρίνο, και είχε τραυματισθεί σοβαρά.

Στις 8 Οκτωβρίου, ο Codrington διέταξε τον στόλο να εισέλθει στον κόλπο του Ναυαρίνου και τα πλοία να αγκυροβολήσουν σε συγκεκριμένες θέσεις μπροστά από αυτά του εχθρού. Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα τεταμένη. Τα πλοία της Βρετανικής μοίρας είχαν τοποθετηθεί στο κέντρο. Ακολούθησαν τα Γαλλικά και τα Ρωσικά. Ο Ιμπραήμ έστειλε απεσταλμένο στον Codrington και ζήτησε επιτακτικά την άμεση αποχώρηση του συμμαχικού στόλου, υπενθυμίζοντας ότι δεν είχε δώσει άδεια για να εισέλθει στο Ναυαρίνο. Ο υπερήφανος και γενναίος Codrington απάντησε ότι «ήρθε για να δώσει διαταγές και όχι για να λάβει» και ξεκαθάρισε με κατηγορηματικό τρόπο, πως οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια των Τουρκο-αιγυπτίων θα οδηγούσε άμεσα σε σύγκρουση και στην καταστροφή του στόλου τους.

Ο Ιμπραήμ ανέμενε αυτήν την σύγκρουση και θεωρούσε ότι είχε στήσει μία παγίδα στον συμμαχικό στόλο.

Από την άλλη όμως ο Codrington είχε μελετήσει την κατάσταση και ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξος, παρά την συντριπτική αριθμητική ισχύ του αντιπάλου. Ο συμμαχικός στόλος διέθετε «υψηλότερα» σκάφη, εξοπλισμένα με ταχύτερα πυροβόλα με μεγαλύτερη εμβέλεια και εξαιρετικά εκπαιδευμένους και εμπειροπόλεμους πυροβολητές. Επιπλέον, λόγω της θέσης του, είχε δυνατότητες ελιγμών σε αντίθεση με τα στοιβαγμένα και αγκυροβολημένα οθωμανικά πλοία.

Όταν εισήλθε ο συμμαχικός στόλος στον κόλπο, ο Codrington έστειλε αντιπροσώπους στον Ιμπραήμ για να του ζητήσει να επιστρέψουν οι στόλοι των Οθωμανών στις βάσεις τους. Οι Τούρκοι στα Δαρδανέλια και οι Αιγύπτιοι στην Αλεξάνδρεια. Στην αντιπροσωπεία συμμετείχε και ο Έλληνας πλοηγός Πέτρος Μικέλης, τον οποίο δολοφόνησαν Τούρκοι ναύτες[58].

Επίσης, ο Βρετανός κυβερνήτης της φρεγάτας «Dartmouth», που είχε εισέλθει πρώτη στον κόλπο με αποστολή αγγελιαφόρου, υψώνοντας λευκή σημαία, εντόπισε ένα τουρκικό πυρπολικό που εκινείτο προς το μέρος του[59].  Αμέσως έστειλε ένα απόσπασμα για να ζητήσει την απομάκρυνσή του, το οποίο δέχθηκε πυρά με αποτέλεσμα να φονευθεί ο υποπλοίαρχος Fitzroy[60], και να τραυματισθούν ορισμένοι ναύτες, ενώ οι Τούρκοι άναψαν φωτιά στο πυρπολικό. Τότε, ο πλοίαρχος Fellows, κυβερνήτης του ”Darmouth”, έστειλε άλλο πλοιάριο, το οποίο βύθισε το εχθρικό πυρπολικό[61].

Οι φρεγάτες «Sirene» και «Dartmouth», απάντησαν στις προκλήσεις με πυροβολισμούς. Τότε τα τουρκο-αιγυπτιακά πλοία άρχισαν να κανονιοβολούν την «Sirene», ενώ η “Asia” δέχθηκε τα πυρά της τουρκικής ναυαρχίδας και η ναυμαχία του Ναυαρίνου άρχισε. Ήταν η τελευταία ναυμαχία στην ιστορία μεταξύ ιστιοφόρων πλοίων.

Λεπτομερείς περιγραφές της μάχης αναφέρουν ότι τα πλοία ήταν τόσο κοντά μεταξύ τους, ώστε εμπλέκονταν τα ξάρτια τους, ενώ οι ναύτες έβαλαν ακόμη και με πιστόλια.

Ένα άλλο τουρκικό πυρπολικό επιτέθηκε στο γαλλικό θωρηκτό «Skipion» και παραλίγο να επιτύχει να το πυρπολήσει. Σώθηκε την τελευταία στιγμή μετά από παρέμβαση του γαλλικού θωρηκτού «Trident». Το «Sirene» βύθισε την αιγυπτιακή φρεγάτα «Isania» και εξουδετέρωσε τα πυροβόλα της αριστερής πλευράς της εισόδου του λιμανιού. Τα βρετανικό πλοίο «Albion» και το ρωσικό «Azov», κινδύνευσαν. Τότε το γαλλικό θωρηκτό «Breslaw» παρενέβη και βύθισε το θωρηκτό «Γκιου Ρεβάν», που αποτελούσε την ναυαρχίδα του ναυάρχου Ταχίρ πασά, που διοικούσε το στόλο, στη θέση του Ιμπραήμ. Το «Breslaw» βύθισε και άλλες τέσσερις εχθρικές φρεγάτες.

Η ναυαρχίδα του Codrington «Asia», εξουδετέρωσε το θωρηκτό «Φάχτι Μπάρι» και τη φρεγάτα «Γκεριέρ», με τη βοήθεια του ρωσικού «Azov», το οποίο με την σειρά κατέστρεψε τρεις εχθρικές φρεγάτες και μια κορβέτα. Σε λιγότερο από δυο ώρες, τα τρία θωρηκτά και σχεδόν όλες οι οθωμανικές φρεγάτες είχαν βυθισθεί ή είχαν καταστραφεί ολοσχερώς. Ο συμμαχικός στόλος συνέχισε να κανονιοβολεί για άλλες δυο ώρες και τα μικρότερα εχθρικά πλοία. Το 90% του τεράστιου τουρκο-αιγυπτιακού στόλου βυθίσθηκε από τα πυρά των συμμάχων, ενώ πολλά από τα πλοία που σώθηκαν καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Οθωμανούς για να μην τα αιχμαλωτίσουν οι σύμμαχοι.

Μέχρι τις 5 η ώρα το απόγευμα τα περισσότερα τουρκοαιγυπτιακά πλοία είχαν καταστραφεί ή παραδοθεί.

Τουλάχιστον 4.000 Οθωμανοί σκοτώθηκαν και περισσότεροι από 2.000 τραυματίσθηκαν, ενώ οι σύμμαχοι είχαν 181 νεκρούς και 480 τραυματίες (272 Βρετανοί, 184 Γάλλοι και 198 Ρώσοι σκοτώθηκαν ή τραυματίσθηκαν). Οι σύμμαχοι είχαν υποστεί πολλές ζημιές, αλλά δεν είχε βυθισθεί κανένα πλοίο του στόλου τους.

Ο ναύαρχος De Rigny ανέφερε ότι ”στην ιστορία δεν υπήρξε μεγαλύτερη καταστροφή στόλου». Στη διάρκεια της μάχης η ναυαρχίδα ”Asia” είχε δεχθεί πάνω από 170 βολές και είχε πάθει ζημιές σε πολλά σημεία.

Παρουσιάζεται ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο για την ναυμαχία στο Ναυαρίνο. Πρόκειται για το προσωπικό χειρόγραφο ημερολόγιο του Βρετανού Ναυάρχου Henry Gage Morris, που μετατέθηκε ως νέος αξιωματικός στο HMS Glasgow το 1826, και συμμετείχε στη ναυμαχία στο Ναυαρίνο, υπό τον κυβερνήτη James Ashley Maude, 178 σελίδες. Περιέχει 3 χάρτες, ένας εκ των οποίων συμπληρώνεται με υδατογραφία, μέγεθος folio, καλύπτει την περίοδο 1826-28 (Συλλογή ΕΕΦ).

Η νίκη ήταν πλέον οριστική και αποφασιστική, και ο Nαύαρχος Codrington ήταν ο μεγάλος νικητής και ήρωας του Ναυαρίνου.

Ο Codrington ολοκλήρωσε την αποστολή του δέκα μήνες αργότερα, όταν επέβαλε μετά από διαπραγματεύσεις στους Αιγυπτίους να δεχθούν την οριστική συμφωνία αποχώρησης από την Ελλάδα. Μία αναχώρηση που πραγματοποιήθηκε όταν έφθασε για να την επιβλέψει στρατός 14.000 Γάλλων στην Πελοπόννησο, ένα χρόνο μετά τη ναυμαχία. Ο Σουλτάνος κήρυξε «ιερό πόλεμο», και έδωσε έτσι αφορμή στον Τσάρο να κηρύξει πόλεμο και να τον αναγκάσει να δεχθεί την ελληνική αυτονομία με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης.

Οι Έλληνες αξιοποίησαν τον ρωσοτουρκικό πόλεμο και την αποχώρηση των Αιγυπτίων για να επικρατήσουν στη Στερεά Ελλάδα και να επιτύχουν την πλήρη ανεξαρτησία τους με τη σύσταση του πρώτου Ελληνικού κράτους.

Την επομένη ημέρα της ναυμαχίας, οι σύμμαχοι απαίτησαν από τον Ιμπραήμ, που είχε προλάβει να καταφύγει στα ορεινά της Μεσσηνίας, να διατάξει κατάπαυση του πυρός, υπό την απειλή κήρυξης γενικευμένου πολέμου. Οι Οθωμανοί αποδέχθηκαν και έτσι υπεγράφη ανακωχή στην ναυαρχίδα του Codrington. Ο μεγάλος Βρετανός ναύαρχος απέστειλε λεπτομερή έκθεση στο Βρετανικό Ναυαρχείο, στην οποία ανέφερε εμπεριστατωμένα την ανάγκη της ναυμαχίας, τόσο για την προστασία των Ελληνικών πληθυσμών που υπέφεραν από τους Τουρκοαιγυπτίους, όσο και για την τήρηση των όρων της Συνθήκης του Λονδίνου. Αφετέρου επισύναψε αναφορές υφισταμένων του, όπως του υποναυάρχου Rowan Hamilton, οι οποίες επιβεβαίωναν τις πράξεις του Ιμπραήμ[62].

Μετά την υπογραφή της ανακωχής με τους Τουρκοαιγυπτίους και την αποστολή της έκθεσης στο Βρετανικό Ναυαρχείο, ο Codrington και ο Βρετανικός Στόλος της Μεσογείου, κατέπλευσαν στη Μάλτα, με σκοπό την αναδιοργάνωση. Παρέμειναν εκεί έως το Μάιο του 1828, οπότε και επανήλθαν στην Πελοπόννησο και επανενώθηκαν με τους Γάλλους και τους Ρώσους, με σκοπό την ειρηνική αποχώρηση του Ιμπραήμ Πασά, ο οποίος έθετε διαρκώς προσκόμματα[63] και ουσιαστικά αρνείτο να αποχωρήσει. Έτσι, στις 25 Ιουλίου 1828, στην Αλεξάνδρεια ο Codrington κατέληξε μετά από διαπραγματεύσεις στη συνθήκη της 6ης Αυγούστου 1828, σύμφωνα με την οποία τα στρατεύματα του Ιμπραήμ θα εκκένωναν την Πελοπόννησο[64].

Στη Βρετανία (και σε όλη την Δύση) η νίκη των συμμάχων έγινε δεκτή με ενθουσιασμό.

Παρτιτούρα μουσικού έργου με τίτλο: “L’Echo de Navarin” (τα νέα από το Ναυαρίνο), του G. Kuhn. Στίχοι του Alphonse Jarry (Συλλογή ΕΕΦ).

Τον Ιανουάριο του 1828 άλλαξε η Κυβέρνηση στο Λονδίνο, και η εξουσία πέρασε στον δούκα του Wellington (νικητή του Ναπολέοντα στο Βατερλό). Με δεδομένο τον φόβο καθόδου της Ρωσίας στη Μεσόγειο, η στάση άλλαξε για τους τύπους. Ο Wellington χαρακτήρισε τη ναυμαχία στο Ναυαρίνο “απροσδόκητη” και “ατυχές γεγονός”. Η κίνηση αυτή ήταν αναγκαία σε πολιτικό επίπεδο για να διατηρηθούν οι διπλωματικές σχέσεις με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Ο στόχος είχε όμως επιτευχθεί. Η Ελλάδα θα ήταν πλέον μία ελεύθερη χώρα.

Αξίζει να αναφερθούν μερικά περιστατικά από τις κρίσιμες ώρες της μεγάλης ναυμαχίας στο Ναυαρίνο. Ο μεγάλος ναύαρχος Codrington στεκόταν διαρκώς όρθιος αγέρωχος στο κατάστρωμα της ναυαρχίδας του “Asia”, παρά το ότι αποτελούσε εύκολο στόχο για τους σκοπευτές του εχθρού, επειδή ήταν ιδιαίτερα ψηλός και επιβλητικός. Ο Τούρκος Ταχίρ πασάς είχε δώσει εντολή σε επίλεκτους σκοπευτές, προσφέροντας τεράστιες αμοιβές, να τον σκοτώσουν. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να χτυπήσουν το καπέλο του, το μανίκι του και το ρολόι του. Ο Βρετανός ναύαρχος δεν σταμάτησε στιγμή να ηγείται και να μάχεται. Ακόμη και όταν ο γιος του, ο δόκιμος Henry Codrington, που υπηρετούσε και αυτός στην “Asia”, τραυματίστηκε σοβαρά, ο Ναύαρχος έλειψε για λίγα λεπτά για να τον δει. Αμέσως μετά επανήλθε στη θέση του, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος. Ακόμη υπενθυμίζεται ότι για τη γενναιότητά του, ο γιός του τιμήθηκε και με τo Γαλλικό μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής[65].

Πίνακας και φωτογραφία του Henry John Codrington. Έγινε υποναύαρχος το 1857 και στη συνέχεια ήταν ο Ναύαρχος Επιθεωρητής στη Μάλτα 1858-63, και Διοικητής στο Πλύμουθ από το 1869-72.

Ο μεγάλος Βρετανός ναύαρχος και ο γιός του, αποτελούν και αυτοί ηρωικές μορφές του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.

Στην Κωνσταντινούπολη οι πρεσβευτές των τριών συμμάχων ζήτησαν στον Σουλτάνο να δεχθεί τη Συνθήκη του Λονδίνου, σε διαφορετική περίπτωση θα αποχωρούσαν. Τελικά οι 3 πρεσβευτές αποχώρησαν από την Κωνσταντινούπολη στις 8 Δεκεμβρίου 1827, καθώς δεν είχαν πάρει σαφή απάντηση από τους Οθωμανούς.

Με την επιστροφή του στην Μεγάλη Βρετανία, το Σεπτέμβριο του 1828, ο Codrington τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Το αιτιολογικό ήταν ότι αμέλησε να διενεργήσει πλήρεις ελέγχους στα πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου που διασώθηκαν στο Ναυαρίνο, με αποτέλεσμα να επιτύχουν οι Οθωμανοί τη μεταφορά Ελλήνων σκλάβων από την Πελοπόννησο προς την Αλεξάνδρεια με πλοία του στόλου του Ιμπραήμ που αποχωρούσαν. Είχε προηγηθεί σάλος στο Κοινοβούλιο και την κοινή γνώμη όταν τους πρώτους μήνες του 1828 έφθασαν οι πληροφορίες ότι 5.500 Έλληνες από την Πελοπόννησο, κυρίως γυναίκες και παιδιά, πωλούνταν στα σκλαβοπάζαρα της Αλεξάνδρειας, κάτι που έφερε σε δύσκολη θέση τη Βρετανική κυβέρνηση. Ο Ναύαρχος Codrington εξήγησε ότι οι συνθήκες που επικρατούσαν μετά την ναυμαχία δεν επέτρεψαν τη διενέργεια νηοψίας σε όλα τα πλοία[66].

Στη συνέχεια ακολούθησε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828 – 1829 και η Μεγάλη Βρετανία που φοβόταν το ενδεχόμενο καθόδου των Ρώσων στη Μεσόγειο, αντιμετώπισε πλέον την νίκη στο Ναυαρίνο με μία επιβεβλημένη συγκράτηση, με δεδομένο ότι οι Οθωμανοί αποτελούσαν ανάχωμα κατά της Ρωσίας[67].

Επί της ουσίας όμως, η ναυμαχία στο Ναυαρίνο αποτελούσε ένα πολύ καλά μελετημένο σχέδιο και στρατηγική επιλογή του George Canning, το οποίο εκτέλεσε με επιτυχία ο μεγάλος ναύαρχος Edward Codrington. Η οδηγία ήταν να εκδιώξει τον Ιμπραήμ με την διπλωματική γλώσσα, και εάν αυτό δεν αρκεί με την ισχύ των όπλων.

Το 1831 ο Codrington τοποθετήθηκε διοικητής της Εκπαιδευτικής Μοίρας του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού. To 1832 εξελέγη βουλευτής των Φιλελευθέρων στον Devonport, και τιμήθηκε από το Βρετανό βασιλέα Γουλιέλμο Δ’, με το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Λουτρού. Την ίδια εποχή προσκλήθηκε από το Ρώσο Αυτοκράτορα Νικόλαο Α’ στην Αγία Πετρούπολη, όπου τιμήθηκε με τον Σταυρό του Αγίου Γεωργίου 2ας Τάξεως για τη δράση του[68]. Ταυτόχρονα, τον συνόδευε και ο γιος του, υποπλοίαρχος Henry Codrington, ο οποίος τιμήθηκε με το Παράσημο του Αγίου Βλαδιμήρου για τη γενναιότητά του στο Ναυαρίνο[69].

Το 1834, υποβλήθηκε στο Βρετανικό Κοινοβούλιο πρόταση μομφής κατά του Codrington για το Ναυαρίνο. Η κίνηση αυτή είχε σαφώς ένα προσχηματικό χαρακτήρα. Ο Codrington απέδειξε την αθωότητά του και μάλιστα κατόρθωσε να επιβάλει να ψηφισθεί απόφαση για την παροχή 60.000 λιρών ως αποζημίωση, στους αξιωματικούς και ναύτες που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία του Ναυαρίνου[70].

Το 1839, ο Codrington προήχθη σε ναύαρχο, τιμήθηκε με το Ναυτικό Μετάλλιο Γενικής Υπηρεσίας και τοποθετήθηκε αρχηγός του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, με έδρα το Portsmouth[71]. Ο βασιλέας της Ελλάδος Όθων τον τίμησε με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος των Ιπποτών του Σωτήρος, αναγνωρίζοντας την συνεισφορά του υπέρ της Ελλάδος[72]. Συγχρόνως, τιμήθηκε και ο γιος του, αντιπλοίαρχος Henry Codrington[73].

Το μετάλλιο του βρετανικού ναυτικού. Το συγκεκριμένο μετάλλιο είχε απονεμηθεί στον James Collier ο οποίος είχε υπηρετήσει ως Quarter-Master στο πλοίο H.M.S. Psyche στην Java και στο πλοίο H.M.S. Genoa στο Ναυαρίνο (συλλογή ΕΕΦ).

Το 1847 η βρετανική κυβέρνηση θέσπισε ένα μετάλλιο το οποίο απένειμε σε όσους ναυτικούς συμμετείχαν σε ναυμαχίες την περίοδο 1793-1840. Το μετάλλιο Γενικής Υπηρεσίας Ναυτικού θεσπίστηκε για να απονεμηθεί στους επιζώντες των Ναπολεόντειων Πολέμων και σε όσους συμμετείχαν σε ναυμαχίες μέχρι το 1840.

Το μετάλλιο είναι κυκλικό, διαμέτρου 36 mm, κατασκευασμένο από άργυρο. Στην πρόσθια όψη φέρει την κεφαλή της βασίλισσας Βικτωρίας και την επιγραφή “VICTORIA REGINA 1848”. Δεν φέρει την κεφαλή του βασιλέως που βρισκόταν στην εξουσία όταν έγιναν οι ναυμαχίες για τις οποίες δόθηκε το μετάλλιο. Στην οπίσθια όψη φέρεται η Βρετανία, με μορφή γυναίκας, που κρατά τρίαινα και κάθεται πάνω σε θαλάσσιο ίππο. Η ταινία του μεταλλίου, λευκή με γαλάζια άκρα, αναρτάται από οριζόντια μεταλλική μπάρα. Αποτελεί έργο του Βρετανού χαράκτη William Wyon. Επί της ταινίας τοποθετούνται μεταλλικές διεμβολές, που φέρουν ονόματα ή ημερομηνίες ναυμαχιών, μικρότερης κλίμακας μαχών, ναυτικών επιχειρήσεων ή πλοίων που υπηρέτησε ο τιμώμενος. Σημειώνεται ότι απονεμήθηκαν 1142 μετάλλια στους επιζώντες (το 1848) της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου.

Ο ναύαρχος Edward Codrington απεβίωσε στο Λονδίνο το 1851 σε ηλικία 81 ετών. Ετάφη αρχικά στον Ναό του Αγίου Πέτρου στην Πλατεία Eaton, αλλά το 1954 τα οστά του επανετάφησαν στο Κοιμητήριο του Brookwood στο Surrey. Προς τιμήν του υπάρχουν μία αναμνηστική πλάκα στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο και ένας οβελίσκος στην Πύλο (Ναυαρίνο) της Πελοποννήσου.

Μνημείο στην Πύλο αφιερωμένο στον Ναύαρχο Codrington και στους Ναυάρχους De Rigny και Hayden.

Παράλληλα, πολλές οδοί φέρουν το όνομά του σε πολλές Ελληνικές πόλεις.

Η οδός Codrington στην Αθήνα, στο σημείο που τέμνει την Γ Σεπτεμβρίου.

Τέλος, τιμήθηκε το 1927 από τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, με την έκδοση γραμματοσήμου, το οποίο έφερε τη μορφή του.

Γραμματόσημο του 1927, το οποίο εξέδωσαν τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, επ’ αφορμή των 100 ετών από τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Εικονίζεται ο αρχηγός του συμμαχικού στόλου, ναύαρχος Edward Codrington.

Μετά από ενέργειες της Ελληνικής κυβερνήσεως, της πόλεως του Brighton και φιλελλήνων Βρετανών, το 2009 τοποθετήθηκε μία τιμητική πλάκα στην οικία του μεγάλου Ναυάρχου.

Το αρχοντικό Codrington και Hampton. Μια μπλε πινακίδα προς τιμή του μεγάλου Ναυάρχου αποκαλύφθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, στο 140 Western Road, Hampton Lodge, Brighton, από τον Έλληνα Πρέσβη στο Ηνωμένο Βασίλειο, παρουσία του Δημάρχου του Brighton & Hove και ενός τεράστιου αριθμού άλλων τοπικών και διεθνών αξιωματούχων.

Η Ελλάδα και η ΕΕΦ, τιμούν τον γενναίο Φιλέλληνα Ναύαρχο Edward Codrington, του οποίου η συνεισφορά, και αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου, ήταν καταλυτική για την ανεξαρτησία της Ελλάδος και την κυριαρχία των αξιών και του πολιτισμού που αυτή πρεσβεύει.

 

Παραπομπές

[1] Cokayne, George Edward, ”Complete Baronetage (1707–1800)”, εκδ. William Pollard and Co, Exeter, 1906, 5ος τόμος.
[2] Βλ. στο ίδιο.
[3] Burke, John, ”A General and Heraldic Dictionary of the Peerage and Baronetage of the British Empire”, εκδ. H. Colburn and R. Bentley, Λονδίνο, 1832, α’ τόμος, σελ. 270.
[4] Chisholm, Hugh, ”Codrington, Christopher”, εγκ. ”Encyclopædia Britannica”, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 6ος τόμος, σελ. 636.
[5] Williams, M. J., Fisher, David R., Thorne, R., ”The History of Parliament: the House of Commons 1790-1820”, εκδ. Boydell and Brewer, Suffolk, 1986.
[6] Burke, John, ”A General and Heraldic Dictionary of the Peerage and Baronetage of the British Empire”,εκδ. H. Colburn and R. Bentley, Λονδίνο, 1832, α’ τόμος, σελ. 270.
[7] Codrington, Edward, ”Memoir of the Life of Admiral Sir Edward Codrington: With Selections from His Public and Private Correspondence”, εκδ. Longmans, Green & Co., Λονδίνο, 1873, α’ τόμος, σελ. 2.
[8] Βλ. στο ίδιο.
[9] Βλ. στο ίδιο, σελ. 25.
[10] Hannay, David, ”Codrington, Sir Edward», εγκ.”Encyclopædia Britannica”, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 6ος τόμος, σελ. 636.
[11] Βλ. στο ίδιο.
[12] Winfield, Rif,” British Warships in the Age of Sail 1793–1817: Design, Construction, Careers and Fates”, εκδ. Seaforth Publishing, Barnsley, 2008, σελ. 214.
[13] Βλ. στο ίδιο, σελ. 199.
[14] Βλ. στο ίδιο.
[15] Βλ. στο ίδιο, σελ. 200.
[16] White, Collin, ”The Trafalgar captains. Their lives and memorials”, εκδ. Naval Institute Press, Annapolis, 2005.
[17] Βλ. στο ίδιο.
[18] Βλ. στο ίδιο.
[19] Heathcote, Tony, ”The British Admirals of the Fleet 1734–1995”, εκδ. Pen & Sword, Barnsley, 2002.
[20] Codrington, Edward, ”Memoir of the Life of Admiral Sir Edward Codrington: With Selections from His Public and Private Correspondence”, εκδ. Longmans, Green & Co., Λονδίνο, 1873, α’ τόμος, σελ. 46.
[21] Heathcote, Thomas H., ”Nelson’s Trafalgar captains and their battles. A biographical and historical dictionary”, εκδ. Pen & Sword Maritime, Barnsley, 2005.
[22] Clayton, Tim, Craig, Phil, ”Trafalgar: The Men, The Battle, The Storm”, εκδ. Hodder and Stoughton, Λονδίνο, 2004.
[23] Martín, Luis Aragón, ”Militares y Navíos Españoles que participaron en Trafalgar”, εκδ. Ministerio de Defensa, Μαδρίτη, 2005, σελ. 3.
[24] Codrington, Edward, ”Memoir of the Life of Admiral Sir Edward Codrington: With Selections from His Public and Private Correspondence”, εκδ. Longmans, Green & Co., Λονδίνο, 1873, α’ τόμος, σελ. 99.
[25] Woodhouse, Christopher Montague, ”The Battle of Navarino”, εκδ. Hodder and Stoughton, Λονδίνο, 1965, σελ. 33.
[26] Βλ. στο ίδιο.
[27] Heathcote, Tony, ”The British Admirals of the Fleet 1734–1995”, εκδ. Pen & Sword, Barnsley, 2002.
[28] Howard, Martin R., ”Walcheren 1809: The Scandalous Destruction of a British Army”, εκδ. Pen & Sword, Barnsley, 2012.
[29] Βλ. στο ίδιο.
[30] Suchet, Louis Gabriel, ”Memoirs of the War in Spain, from 1808 to 1814”, εκδ. Henry Colburn, Λονδίνο, 1829, α’ τόμος, σελ. 330.
[31] Codrington, Edward, ”Memoir of the Life of Admiral Sir Edward Codrington: With Selections from His Public and Private Correspondence”, εκδ. Longmans, Green & Co., Λονδίνο, 1873, α’ τόμος, σελ. 211.
[32] Βλ. στο ίδιο.
[33] Βλ. στο ίδιο.
[34] De Lacy-Bellingari, Edward, ”The roll of the house of Lacy: pedigrees, military memoirs and synoptical history of the ancient and illustrious family of De Lacy, from the earliest times, in all its branches, to the present day”, εκδ. Waverly Press, Camden, 1928, 8ος τόμος.
[35] Codrington, Edward, ”Memoir of the Life of Admiral Sir Edward Codrington: With Selections from His Public and Private Correspondence”, εκδ. Longmans, Green & Co., Λονδίνο, 1873, α’ τόμος, σελ. 309.
[36] Βλ. στο ίδιο, σελ. 310.
[37] Βλ. στο ίδιο, σελ. 329.
[38] Heathcote, Tony, ”The British Admirals of the Fleet 1734–1995”, εκδ. Pen & Sword, Barnsley, 2002.
[39] Codrington, Edward, ”Memoir of the Life of Admiral Sir Edward Codrington: With Selections from His Public and Private Correspondence”, εκδ. Longmans, Green & Co., Λονδίνο, 1873, α’ τόμος.
[40] Βλ. στο ίδιο.
[41] Heathcote, Tony, ”The British Admirals of the Fleet 1734–1995”, εκδ. Pen & Sword, Barnsley, 2002.
[42] St Clair, William, ”That Greece Might Still Be Free: The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008, σελ. 331.
[43] Βλ. στο ίδιο.
[44] Heathcote, Tony, ”The British Admirals of the Fleet 1734–1995”, εκδ. Pen & Sword, Barnsley, 2002.
[45] Cokayne, George Edward, ”Complete Baronetage (1707–1800)”, εκδ. Alan Sutton Publishing, Λονδίνο, 1983, 5ος τόμος, σελ. 148.
[46] St Clair, William, ”That Greece Might Still Be Free : The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008, σελ. 331.
[47] Woodhouse, Christopher Montague, ”The Battle of Navarino”, εκδ. Hodder and Stoughton, Λονδίνο, 1965.
[48] Βλ. στο ίδιο.
[49] Woodhouse, Christopher Montague, ”The Battle of Navarino”, εκδ. Hodder and Stoughton, Λονδίνο, 1965.
[50] Βλ. στο ίδιο.
[51] Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος, ”Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία. Πολιτική και στρατηγική των Ελλήνων και της οθωμανικής αυτοκρατορίας 1821-1832”, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 1996.
[52] Βλ. στο ίδιο.
[53] Κουτσονίκας, Λάμπρος, ”Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος, σελ. 359.
[54] Κόκκινος, Διονύσιος, ”Η Ελληνική Επανάστασις”, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1959, σελ. 263.
[55] Μελετόπουλος, Μελέτης, ”Ο άρχοντας με τα πολλά πρόσωπα”, εκδ. Καπόν, Αθήνα, 2017.
[56] Βλ. στο ίδιο.
[57] Βλ. στο ίδιο.
[58] Εφ.”Πρωία”, Αθήνα, φύλλο 25ης Μαρτίου 1882.
[59] Βλ. στο ίδιο, σελ. 360.
[60] Βασδραβέλλης, Ι. Κ., ”Η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων και η ναυμαχία του Ναυαρίνου”, εκδ. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 1973.
[61] Βλ. στο ίδιο.
[62] Brewer, David, ”The Greek War of Independence. The Struggle for Freedom from Ottoman Oppression and the Birth of the Modern Greek Nation”, εκδ. The Overlook Press, Νέα Υόρκη, 2001.
[63] Βλ. στο ίδιο.
[64] Βλ. στο ίδιο.
[65] Heathcote, Tony, ”The British Admirals of the Fleet 1734–1995”, εκδ. Pen & Sword, Barnsley, 2002.
[66] Codrington, Edward, ”Memoir of the Life of Admiral Sir Edward Codrington: With Selections from His Public and Private Correspondence”, εκδ. Longmans, Green & Co., Λονδίνο, 1873, β’ τόμος.
[67] Λούκος, Χρήστος, ”Ιωάννης Καποδίστριας”, εκδ. εφ.”Τα Νέα”, Αθήνα, 2009, σελ. 74.
[68] Heathcote, Tony, ”The British Admirals of the Fleet 1734–1995”, εκδ. Pen & Sword, Barnsley, 2002
[69] O’Byrne, William Richard, ”A Naval Biographical Dictionary”, εκδ. J. Murray, Λονδίνο, 1849, σελ. 17.
[70] Heathcote, Tony, ”The British Admirals of the Fleet 1734–1995”, εκδ. Pen & Sword, Barnsley, 2002
[71] Hannay, David, ”Codrington, Sir Edward», εγκ. ”Encyclopædia Britannica”, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 6ος τόμος, σελ. 636.
[72] Βλ. στο ίδιο.
[73] O’Byrne, William Richard, ”A Naval Biographical Dictionary”, εκδ. J. Murray, Λονδίνο, 1849, σελ. 17.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές:

  • Cokayne, George Edward, ”Complete Baronetage (1707–1800)”, εκδ. William Pollard and Co, Exeter, 1906, 5ος τόμος.
  • Λούκος, Χρήστος “Ιωάννης Καποδίστριας”, εκδ. εφ.”Τα Νέα”, Αθήνα, 2009.
  • O’Byrne, William Richard, ”A Naval Biographical Dictionary”, εκδ. J. Murray, Λονδίνο, 1849.
  • Hannay, David, ”Codrington, Sir Edward», εγκ.”Encyclopædia Britannica”, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 6ος τόμος.
  • Brewer, David, ”The Greek War of Independence. The Struggle for Freedom from Ottoman Oppression and the Birth of the Modern Greek Nation”, εκδ. The Overlook Press, Νέα Υόρκη, 2001.
  • Codrington, Edward, ”Memoir of the Life of Admiral Sir Edward Codrington: With Selections from His Public and Private Correspondence”, εκδ. Longmans, Green & Co., Λονδίνο, 1873, β’ τόμος.
  • Heathcote, Tony, ”The British Admirals of the Fleet 1734–1995”, εκδ. Pen & Sword, Barnsley, 2002.
  • Κουτσονίκας, Λάμπρος, ”Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος.
  • Κόκκινος, Διονύσιος, ”Η Ελληνική Επανάστασις”, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1959, σελ. 263.
  • Βασδραβέλλης, Ι. Κ., ”Η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων και η ναυμαχία του Ναυαρίνου”, εκδ. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 1973.
  • Εφ.”Πρωία”, Αθήνα, φύλλο 25ης Μαρτίου 1882.
  • Μελετόπουλος, Μελέτης, ”Ο άρχοντας με τα πολλά πρόσωπα”, εκδ. Καπόν, Αθήνα, 2017.
  • Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος, ”Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία. Πολιτική και στρατηγική των Ελλήνων και της οθωμανικής αυτοκρατορίας 1821-1832”, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 1996.
  • Woodhouse, Christopher Montague, ”The Battle of Navarino”, εκδ. Hodder and Stoughton, Λονδίνο, 1965.
  • St Clair, William, ”That Greece Might Still Be Free : The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Books, Λονδίνο, 2008.
  • Anderson, M.S., ”The Eastern Question, 1774-1923: A Study in International Relations”, εκδ. Macmillan, Νέα Υόρκη, 1966.
  • Codrington, Edward, ”Memoir of the Life of Admiral Sir Edward Codrington: With Selections from His Public and Private Correspondence”, εκδ. Longmans, Green & Co., Λονδίνο, 1873, α’ τόμος.
  • De Lacy-Bellingari, Edward, ”The roll of the house of Lacy: pedigrees, military memoirs and synoptical history of the ancient and illustrious family of De Lacy, from the earliest times, in all its branches, to the present day”, εκδ. Waverly Press, Camden, 1928, 8ος τόμος.
  • Suchet, Louis Gabriel, ”Memoirs of the War in Spain, from 1808 to 1814”, εκδ. Henry Colburn, Λονδίνο, 1829, α’ τόμος.
  • Martín, Luis Aragón, ”Militares y Navíos Españoles que participaron en Trafalgar”, εκδ. Ministerio de Defensa, Μαδρίτη, 2005.
  • Howard, Martin R., ”Walcheren 1809: The Scandalous Destruction of a British Army”, εκδ. Pen & Sword, Barnsley, 2012.
  • Clayton, Tim, Craig, Phil, ”Trafalgar: The Men, The Battle, The Storm”, εκδ. Hodder and Stoughton, Λονδίνο, 2004.
  • Burke, John, ”A General and Heraldic Dictionary of the Peerage and Baronetage of the British Empire”, εκδ. H. Colburn and R. Bentley, Λονδίνο, 1832, α’ τόμος.
  • Winfield, Rif,” British Warships in the Age of Sail 1793–1817: Design, Construction, Careers and Fates”, εκδ. Seaforth Publishing, Barnsley, 2008.
  • Heathcote, Thomas H., ”Nelson’s Trafalgar captains and their battles. A biographical and historical dictionary”, εκδ. Pen & Sword Maritime, Barnsley, 2005.
  • White, Collin, ”The Trafalgar captains. Their lives and memorials”, εκδ. Naval Institute Press, Annapolis, 2005.
  • Williams, M. J., Fisher, David R., Thorne, R., ”The History of Parliament: the House of Commons 1790-1820”, εκδ. Boydell and Brewer, Suffolk, 1986.
  • Chisholm, Hugh, ”Codrington, Christopher”, εγκ.”Encyclopædia Britannica”, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 6ος τόμος.

 

Προσωπογραφία του Στρατηγού Sir Richard Church, του ζωγράφου Σπυρίδωνος Προσαλέντη (1830-1895). 19ος αιώνας (συλλογή ΕΕΦ)

 

Ο Richard Church (1784- 1873), ήταν Βρετανός στρατιωτικός, σημαντικός Φιλέλληνας, καθώς και εκ των πρώτων οργανωτών του Ελληνικού Στρατού.

Ήταν δευτερότοκος γιος του Matthew Church, εμπόρου από το Cork της Ιρλανδίας και της Anne Dearman[1].

Στις 3 Ιουλίου 1800, σε ηλικία 16 ετών, κατατάχθηκε στον Βρετανικό Στρατό ως ανθυπασπιστής  και τοποθετήθηκε στο 13ο Σύνταγμα Πεζικού του Somerset[2]. Πολέμησε κατά των Γάλλων στη μάχη του Φερρόλ στη Βόρειο Ισπανία το 1800 και στην εκστρατεία στην Αίγυπτο υπό τον στρατηγό sir Ralph Abercromby, το 1801[3]. Μετά την αποχώρηση των Γαλλικών στρατευμάτων από την Αίγυπτο, επέστρεψε στην Μεγάλη Βρετανία, και το 1802 τοποθετήθηκε στο 37ο Σύνταγμα Πεζικού ως υπολοχαγός[4].

Στο πλαίσιο των Ναπολεόντειων Πολέμων, το 1805 η μονάδα του Church στάλθηκε για να υπερασπισθεί τη Σικελία, ενώ στις 7 Ιανουαρίου του 1806, ο ίδιος ο Church, φέρων το βαθμό του λοχαγού, τοποθετήθηκε στο Βασιλικό Σύνταγμα Κυνηγών της Κορσικής. Εκεί ήταν για πρώτη φορά υπεύθυνος για την διοίκηση ξένων στρατευμάτων, στρατολογημένων από τον τοπικό πληθυσμό. Τον Οκτώβριο του 1808 έγινε Βοηθός Γενικός Φροντιστής στη Σικελία. Το 1809 προήχθη σε Γενικό Φροντιστή και τοποθετήθηκε ως αξιωματικός στην αποστολή που κατέλαβε τα Ιόνια νησιά υπό τον στρατηγό Sir John Oswald[5]. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1809, τοποθετήθηκε ως ταγματάρχης στο Ελληνικό Ελαφρύ Πεζικό του Βρετανικού στρατού, ενώ στις 19 Νοεμβρίου 1812 προήχθη σε αντισυνταγματάρχη στο 1ο  Ελληνικό Σύνταγμα Ελαφρού Πεζικού του Δούκα της Υόρκης[6].

Ο Richard Church ως αξιωματικός του Ελληνικού Ελαφρού Πεζικού του Δούκα της Υόρκης στα Επτάνησα σε πίνακα του 1813.

Ο Church ήταν ήδη ιδιαίτερα έμπειρος στη διοίκηση ξένων στρατευμάτων και έκανε χρήση της εμπειρίας του αυτής για να διοικήσει αποτελεσματικά τα στρατεύματα που είχαν στρατολογηθεί από Έλληνες. Μάλιστα η εμπειρία του αυτή, συνέβαλε στο να δημιουργηθεί το 2ο Ελληνικό Σύνταγμα Ελαφρού Πεζικού του Δούκα της Υόρκης, το οποίο χρησιμοποιήθηκε το 1813 για την κατάληψη των Παξών[7]. Στις τάξεις των μονάδων αυτών που διοικούσε ο Church, συμμετείχαν στρατιώτες και αξιωματικοί, που προέρχονταν από φυγάδες αρματωλούς από την ηπειρωτική Ελλάδα, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Church είχε καλλιεργήσει φιλική σχέση με τον μετέπειτα στρατιωτικό ηγέτη της Ελληνικής επανάστασης, και διατηρούσε τακτική αλληλογραφία, η οποία συνέβαλε στην διαρκή ενημέρωσή του και στην καλλιέργεια του Φιλελληνισμού του[8].

Αφού τελείωσαν οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι, μετά από παράπονα της οθωμανικής διοίκησης, διαλύθηκαν τα ελληνικά στρατεύματα τα οποία είχε οργανώσει ο Church με άλλους Βρετανούς αξιωματικούς. Τα μέλη τους όμως είχαν ήδη αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία από την λειτουργία, οργάνωση και εκπαίδευση τακτικού στρατού. Την εμπειρία αυτή αξιοποίησε ο Κολοκοτρώνης, αλλά και άλλοι αγωνιστές που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πριν και μετά την Επανάσταση του 1821, ο Church υπηρέτησε στη Μάλτα, στη Νάπολη, στη Σικελία, στην Καλαβρία. Ήταν παρών στην μάχη της Μάιντα, στην άμυνα του Κάπρι, όπου τραυματίσθηκε στο κεφάλι, στην κατάληψη της Ίσκιας, στην αποστολή στα Επτάνησα, στην κατάληψη της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς. Στη μάχη της Αγίας Μαύρας τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό του χέρι, το οποίο χτυπήθηκε από σφαίρα[9].

Μετά τη θητεία του στα Επτάνησα, ο Church τοποθετήθηκε σε αποστολή της Βρετανικής κυβέρνησης στους συμμαχικούς στρατούς Αυστρίας και Πρωσίας και στη συνέχεια υπηρέτησε ως σύνδεσμος μεταξύ των Βρετανικών και των Αυστριακών Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίες είχαν ως ορμητήριο την Ιταλία, το 1814 -1815[10]. Ταυτόχρονα, έλαβε μέρος ως στρατιωτικός εμπειρογνώμων στο Συνέδριο της Βιέννης, όπου υποστήριξε την παραμονή των Επτανήσων υπό Βρετανική διοίκηση, αλλά και της Πάργας και άλλων πρώην βενετικών πόλεων, που ήταν τότε υπό την κατοχή του Αλή Πασά[11]. Για τη δράση του στα Επτάνησα, την Ιταλία και την Βιέννη, έλαβε το 1815 από τη Βρετανική κυβέρνηση τον τίτλο του Εταίρου του Τάγματος του Λουτρού[12].

Ο Church επέστρεψε στην Ιταλία το 1817, μετά από προσφορά της κυβέρνησης του Βασιλείου των Δύο Σικελιών. Με την άδεια της βρετανικής κυβέρνησης, ανέλαβε στην Ιταλία τη θέση υποστρατήγου στο Σικελικό Στρατό, καθώς και τη θέση του επιθεωρητή των στρατευμάτων των ξένων, στην υπηρεσία του βασιλιά Φερδινάνδου Α΄ των Δύο Σικελιών. Υπηρέτησε στην Απουλία με έδρα το Λέτσε, όπου κατάφερε να σταματήσει τη δράση των τοπικών ληστάρχων οι οποίοι δρούσαν μέχρι τότε ανεξέλεγκτοι. Η επιτυχημένη θητεία του, του έφερε αναγνώριση και τους τίτλους του ιππότη του Τάγματος του Αγίου Φερδινάνδου της Νάπολης και το Μεγαλόσταυρο του Ευγενεστάτου Στρατιωτικού Τάγματος του Αγίου Γεωργίου των Δύο Σικελιών[13].

Το τέλος της σταδιοδρομίας του Church στην Ιταλία υπαγορεύθηκε από τις πολιτικές αναταραχές που ξέσπασαν εκεί. Μετά από την επιτυχημένη θητεία του στην Απουλία, δόθηκε στον Church η διοίκηση του 9ου Τάγματος στη Σικελία με έδρα το Παλέρμο, στις αρχές Ιουλίου του 1820. Όταν ο Church πήγε στο Παλέρμο, δεν του επετράπη να πάρει μαζί του το στράτευμα των ξένων, παρά την επιθυμία του, δεδομένου ότι τους εμπιστευόταν ότι θα είναι πιστοί σε αυτόν. Έτσι, όταν άρχισε τοπικά η επανάσταση, οι καρμπονάροι επαναστάτες θέλησαν να τον συλλάβουν. Ο Church κατάφερε να αποφύγει τη σύλληψη και γύρισε στη Νάπολη στις 23 Ιουλίου 1820, όπου συνελήφθη από τους επαναστάτες, οι οποίοι είχαν πάρει και εκεί την εξουσία. Φυλακίσθηκε εκεί για ένα χρονικό διάστημα και ελευθερώθηκε μετά από δίκη στην οποία βρέθηκε αθώος. Έτσι το 1821 επέστρεψε στην Μεγάλη Βρετανία, όπου τιμήθηκε με τον τίτλο του Ιππότη Διοικητή του Βασιλικού Τάγματος των Γουέλφων του Ανοβέρου[14].

Ο Church παντρεύτηκε στις 17 Αυγούστου 1826 στο Worthing, την Marie-Anne Wilmot, κόρη του Robert Wilmot, 2ου βαρονέτου του Osmaston[15]. Την  ίδια περίοδο δημοσίευσε τις αναμνήσεις του από την επανάσταση στο Παλέρμο[16].

Παράλληλα, όλον αυτόν τον καιρό διατηρούσε αλληλογραφία με τον Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε μία σχέση αλληλοεκτίμησης. Μάλιστα, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης, οι οποίες ξεκίνησαν  στην Επίδαυρο στις 6 Απριλίου 1826, ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να αναλάβει ο Church  αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού. Η συνέχιση των προπαρασκευαστικών εργασιών της Εθνοσυνέλευσης που είχε προγραμματισθεί για τον Αύγουστο του 1826, καθυστέρησε, εξαιτίας της δυσμενούς κατάστασης της χώρας. Η τελική ημερομηνία για την επίσημη έναρξη της Γ’ Εθνοσυνέλευσης αποφασίσθηκε μετά από διαβουλεύσεις του Church με τον Κολοκοτρώνη (τον οποίο συνάντησε στο Καστρί της Κυνουρίας[17]), του Βρετανού ναυάρχου Thomas Cochrane (ο οποίος ανέλαβε αρχηγός του Ελληνικού Στόλου[18]) και του Βρετανού ναυάρχου Rowan Hamilton. Εν τέλει η Γ’ Εθνοσυνέλευση συγκλήθηκε και τυπικά στην Τροιζήνα, στις 19 Μαρτίου 1827[19], και έλαβε χώρα εκεί, από τον Μάρτιο ως τον Απρίλιο του  1827[20].

Η πρόταση του Κολοκοτρώνη υπέρ του Church υπερψηφίσθηκε κατά την διάρκεια της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί, ότι την πρόταση αυτή υποστήριξε και ο άλλος μεγάλος στρατιωτικός ηγέτης της Ελληνικής Επανάστασης, ο Γ. Καραϊσκάκης. Πράγμα που επιβεβαιώνει επιστολή με την υπογραφή του («καραησκάκις») προς την Γ’ Εθνοσυνέλευση, που έχει σταλεί από το Κερατσίνι, στις 2 Απριλίου 1827. Σε αυτήν, κατά την διάρκεια της Γ’ Εθνοσυνέλευσης, ο Γ. Καραϊσκάκης προτείνει να ανατεθεί η αρχιστρατηγία στον Richard Church: «… Διά τοῦτο βάζω ὑπόψιν τῆς Σ(εβαστῆς) Συνελεύσεως, τό ἄτομον τοῦ ἐξοχωτάτου στρατηγοῦ ῥικάρδου ζόρζι, τό ὁποῖον ἔχομεν βεβαίας πληροφορίας ὅτι εἶναι τό ὄντι ἄξιον τοιούτου ἐπιφορτίσματος, ὅστις ἔχων τελείαν ἰδέαν τῶν Ἑλλ. στρατιωτικῶν φρονημάτων, ἔχω ὅλην τήν βεβαιότητα ὅτι θέλει διευθύνει τά Ἑλλ. στρατεύματα, θέλει τά ἑνώσει, καί θέλει τά συγκεντρώσει πρός ἀντίκρουσιν τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, καί ἑπομένως θέλει προξενήσει τήν ἐλευθέρωσιν τῶν ἀθηνῶν καί ὅλης τῆς πατρίδος…».

Ιδιόχειρη επιστολή του Γ. Καραϊσκάκης, με την οποία υποστηρίζει και αυτός την τοποθέτηση του Church στην θέση του αρχιστρατήγου του Ελληνικού Στρατού. (συλλογή ΕΕΦ).

Πρώτη αποστολή των Cochrane και Church, ήταν η ενίσχυση του Καραϊσκάκη που μαχόταν στο Φάληρο και το Κερατσίνι, για να λύσουν την πολιορκία της Ακρόπολης. Στην φάση αυτή, οι Τουρκικές δυνάμεις είχαν υπεροπλία, ενώ τους ευνοούσε και η μορφολογία του εδάφους που αποτελούσε ένα ανοικτό πεδίο μάχης. Έτσι, η αποστολή αυτή ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις των  Ελλήνων[21] να υφίστανται σημαντικές απώλειες. Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη και τη διάλυση του Ελληνικού στρατού, ο Church έδειξε τόλμη και μέγιστη σύνεση. Κατάφερε να σώσει τους άνδρες που ήταν σκορπισμένοι στα παράλια, φρόντισε για την επιβίβασή τους σε πλοία και τη συγκέντρωσή τους στο Φάληρο και στον Πειραιά και στη συνέχεια οργάνωσε την μεταφορά τους στη Σαλαμίνα, όπου συγκεντρώθηκε μετά από λίγο το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων[22].

Στη συνέχεια η Αντικυβερνητική Επιτροπή, ανέθεσε στον Church τη στρατιωτική διοίκηση του Ναυπλίου. Μετά από μερικούς μήνες ο Church τοποθετήθηκε στο φρούριο της Κορίνθου. Από εκεί μετατέθηκε στο Διακοπτό της Βοστίτσας (σημερινό Αίγιο) και ύστερα στην Ανατολική Ελλάδα, όπου έμεινε μέχρις ότου αφίχθηκε στην Ελλάδα ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας[23].

Μετά την άφιξη του Καποδίστρια, ο Church στάλθηκε στη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Η αποστολή του ήταν να ελευθερώσει το μεγαλύτερο δυνατό τμήμα της ευρύτερης περιοχής, προκειμένου να διευκολυνθεί ο Καποδίστριας κατά την διαπραγμάτευση των συνόρων του ελεύθερου Ελληνικού κράτους. Την περίοδο 1828 – 1829, ο Church συντόνισε πολλές επιχειρήσεις των στρατευμάτων της Δυτικής Ελλάδος σε συνεργασία και με τη βοήθεια του Ελληνικού στόλου στον οποίο συμμετείχε ο μεγάλος Φιλέλληνας Hastings με την «Καρτερία» και άλλα πέντε πολεμικά[24]. Με τις κινήσεις αυτές επετεύχθη ο αποκλεισμός του Αμβρακικού Κόλπου, κυριεύθηκε η Βόνιτσα, το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι. Οι επιχειρήσεις αυτές απετέλεσαν, τις τελευταίες πράξεις του πολέμου για την απελευθέρωση της Ελλάδος, που καθόρισαν και τα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους στη Στερεά Ελλάδα.

Με την έλευση του Όθωνoς στην Ελλάδα, η κυβέρνηση του Σπυρίδωνος Τρικούπη προσέφερε στον Church τη θέση του πρέσβη στη Ρωσία, κάτι που δεν αποδέχθηκε όμως ο Ρώσος Τσάρος[25].

Η Ελλάδα τίμησε το 1833 τον Church με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος των Ιπποτών του Σωτήρος[26]. Στη συνέχεια ο Church διορίσθηκε  Σύμβουλος της Επικρατείας και το 1836, τοποθετήθηκε Γενικός Επιθεωρητής του Ελληνικού Στρατού. Τον Φεβρουάριο του 1843, προΐστατο επί του τιμητικού αγήματος στην κηδεία του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη[27].

Στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, ο Church επιλέχθηκε ανάμεσα από τους Συμβούλους της Επικρατείας που ήταν επαναστάτες, ως διαμεσολαβητής μεταξύ αυτών και του Όθωνος. Μάλιστα, την επόμενη ημέρα συνυπέγραψε την προκήρυξη του Συμβουλίου της Επικρατείας που ευχαριστούσε το λαό και τη φρουρά των Αθηνών για τη συμπεριφορά τους, και ανακήρυσσε την 3η Σεπτεμβρίου ως εθνική εορτή. Ήταν ο τέταρτος υπογράφων μετά τον Μαυρομιχάλη, τον Κουντουριώτη και το Νοταρά[28].

Ένα μήνα μετά, τον Οκτώβριο του 1843, εξελέγη πληρεξούσιος του Ζυγού Αιτωλίας στην Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση της Γ’ Σεπτεμβρίου, αντιπροσωπεύοντας μια περιοχή από τα μέρη της Δυτικής Ελλάδας που απελευθέρωσε το 1828-1829 και επιλέχθηκε ως μέλος της Γερουσίας[29].

Μία συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης του 1844 στην οποία συμμετείχε ο Church, έχει μείνει στην ιστορία. Σε αυτήν κορυφώθηκε η σύγκρουση των αυτοχθονιστών με τους ετεροχθονιστές. Οι πρώτοι υποστήριζαν πως στο Δημόσιο μπορούσαν να διορίζονται μόνον όσοι κατάγονταν από τις απελευθερωμένες περιοχές της Ελλάδος. Οι υποστηρικτές των ετεροχθόνων ζητούσαν τα δικαιώματα να ισχύουν για όλους τους Έλληνες. Ο Church τάχθηκε με την πλευρά των ετεροχθόνων, συνεπής με το πνεύμα του φιλελληνισμού και όχι αυτό των σκοπιμοτήτων. Παραμένει θρυλική η αγόρευσή του για το ζήτημα αυτό, διότι αυτή περιείχε μόνο μια λέξη: «Γκαϊντούρια!», που εξέφραζε την αγανάκτησή του από τη στάση των αυτοχθονιστών βουλευτών.

Ο Church αποσύρθηκε σε ηλικία 60 ετών το 1844 από τα στρατιωτικά πράγματα. Παρέμεινε όμως γερουσιαστής μέχρι την κατάργηση της Γερουσίας το 1864[30].

Το 1854, προήχθη σε επίτιμο στρατηγό του Ελληνικού Στρατού[31], προκειμένου να τιμηθεί για τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια του Αγώνα και στα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του νέου Ελληνικού κράτους.

Ο στρατηγός Richard Church απολάμβανε την εκτίμηση της Ελληνικής και της Βρετανικής κοινωνίας της εποχής του και τον επεσκέπτετο τακτικά ο βασιλέας Γεώργιος Α’, κατά τα τελευταία έτη της ζωής του[32]. Ο Church απεβίωσε μετά από ασθένεια την Πέμπτη 8 Μαρτίου 1873 και τάφηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη στις 15 Μαρτίου 1873[33]. Η κηδεία έγινε με καθυστέρηση σε αναμονή του ανιψιού του, που αναμενόταν από την Αγγλία. Η νεκρώσιμη ακολουθία έλαβε χώρα στον προτεσταντικό ναό στην οδό Φιλελλήνων παρουσία του βασιλέως και πλήθους επισήμων. Το μνημείο του τάφου, απέναντι από τον ιερό ναό του Αγίου Λαζάρου, φέρει αγγλική επιγραφή στο μπροστινό τμήμα και την αντίστοιχη ελληνική στο πίσω μέρος: «Richard Church, General, who having given himself and all he had, to rescue a Christian race from oppression, and to make Greece a nation, lived for her service, and died among her people, rests here in peace and faith» «Ώδε κείται εν ειρήνη και πίστει ο Στρατηγός Ριχάρδος Τσωρτζ αφιερώσας εαυτόν και πάντα τα εαυτού υπέρ της από της δουλείας απελευθερώσεως φυλής χριστιανικής, συντελέσας ίνα η Ελλάς κατασταθή έθνος, ζήσας όπως υπηρετήση αυτήν και αποβιώσας μεταξύ του λαού αυτής». Επιτάφιο λόγο εκφώνησε στις 15 Μαρτίου 1873, ο υπουργός Δικαιοσύνης Παναγιώτης Χαλκιόπουλος[34] και μετά στα αγγλικά, ο μετέπειτα Εθνικός Ευεργέτης και τότε διπλωμάτης, Ιωάννης Γεννάδιος[35].

Η ΕΕΦ και η Ελλάδα τιμούν τη μνήμη του στρατηγού Richard Church, σημαίνοντος ευγενούς Βρετανού Φιλέλληνα, ο οποίος αγωνίσθηκε για τα Ελληνικά δίκαια και που τιμήθηκε για τη δράση του αυτή με υψηλές θέσεις ευθύνης στο νέο Ελληνικό κράτος, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα την εκτίμηση και το σεβασμό της τότε Ελληνικής κοινωνίας.

Α’ Κοιμητήριο Αθηνών. Ο τάφος του στρατηγού Richard Church.

 

Παραπομπές

[1] Jewers, Arthur John, “Wells Cathedral: its monumental inscriptions and heraldry: together with the heraldry of the palace, deanery, and vicar’s close: with annotations from wills, registers, etc., and illustrations of arms”, εκδ.  Nichel and Hughes, Λονδίνο, 1892.
[2] Philipart, John, “The Royal Military Calendar”, εκδ. A.J. Valpy, Λονδίνο, 1820, δ’ τόμος, σελ. 436 -437.
[3]  Βλ. στο ίδιο.
[4] Jewers, Arthur John, “Wells Cathedral: its monumental inscriptions and heraldry: together with the heraldry of the palace, deanery, and vicar’s close: with annotations from wills, registers, etc., and illustrations of arms”, εκδ.  Nichel and Hughes, Λονδίνο, 1892.
[5] Dakin, Douglas, “The Greek struggle for independence, 1821-1833”, εκδ. University of California Press, Berkley, 1973, σελ. 33.
[6]  Βλ. στο ίδιο.
[7]  Chartrand, Rene, Courcelle, Patrice, “Émigré & Foreign Troops in British Service 1803 – 1815”, εκδ. Osprey, Λονδίνο, 2000, σελ. 20.
[8] “Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη”, εκδ. Ελευθερουδάκη, Αθήνα,  1931, 12ος τόμος.
[9] Philipart, John, ‘’The Royal Military Calendar’’, εκδ. A.J. Valpy, Λονδίνο, 1820, δ’ τόμος, σελ. 436 -437.
[10] Church, R. W., “Occasional Papers selected from the ‘’Guardian’’, the ‘’Times’’ and the ‘’Saturday Review’’ 1846-1890”, εκδ. Macmillan, Λονδίνο, 1897.
[11] Church, E.M., “Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece”, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
[12] Εγκυκλοπαίδεια ’Brittanica’, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 6ος τόμος, σελ. 325.
[13] Jewers, Arthur John, “Wells Cathedral: its monumental inscriptions and heraldry: together with the heraldry of the palace, deanery, and vicar’s close: with annotations from wills, registers, etc., and illustrations of arms”, εκδ.  Nichel and Hughes, Λονδίνο, 1892.
[14]
[15] Περ. ‘’The Gentleman’s Magazine’’, φύλλο Αυγούστου 1826, Λονδίνο, 1826.
[16] Church, Richard, “Lieutenant General Sir Richard Church’s personal narrative of the revolution at Palermo, in the year 1820”, εκδ. περ. ‘’Monthly Magazine’’, Λονδίνο, 1826.
[17] St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 326.
[18] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 421.
[19] Μάμουκας, Ανδρέας, “Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος. Ήτοι, συλλογή των περί την αναγεννώμενην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από του 1821 μέχρι του 1832”, εκδ. Τυπογραφίας Ηλίου Χριστοφίδου ‘’Η αγαθή τύχη’’, Πειραιάς, 1839, τόμος 7ος.
[20] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 410.
[21] Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως”, εκδ. Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος, σελ. 331.
[22] Χρυσανθόπουλος, Φώτιος  (Φωτάκος), “Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των εξώθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της επαναστάσεως”, εκδ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888, σελ. 260.
[23] Βλ. στο ίδιο.
[24]  Αλληλογραφία Church – Υψηλάντη, Συλλογή Βλαχογιάννη, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, Φάκελος 290.
[25] Church, E.M., ‘’Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece’’, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
[26] Κλάδης, Α. Ι., ‘’Επετηρίς του Βασιλείου της Ελλάδος’’, εκδ. Βασιλική Τυπογραφία & Λιθογραφία, Αθήνα, 1837.
[27]  Εφ. ‘’Η Ταχύπτερος Φήμη’’, φύλλο 3ης Φεβρουαρίου 1843, Αθήνα, 1843.
[28] Church, E.M., ‘’Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece’’, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
[29]  Βλ. στο ίδιο.
[30]  Γράψας, Κ.Μ. , ‘’Ελληνική Πολιτική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1948, β’ τόμος, σελ. 12.
[31] ‘’Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος’’ , ΦΕΚ 10ης Φεβρουαρίου 1854, Αθήνα, 1854 , Β.Δ. 6/1854.
[32] Εφ. ‘’Αιών’’, φύλλο 5ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
[33] Εφ. ‘’Αλήθεια’’, φύλλο 9ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
[34] Εφ. ‘’Αιών’’, φύλλο 21ης  Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
[35] Εφ. ‘’Εφημερίς των Συζητήσεων ‘’, φύλλο 15ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Jewers, Arthur John, “Wells Cathedral: its monumental inscriptions and heraldry: together with the heraldry of the palace, deanery, and vicar’s close: with annotations from wills, registers, etc., and illustrations of arms”, εκδ. Nichel and Hughes, Λονδίνο, 1892.
  • Philipart, John, “The Royal Military Calendar”, εκδ. J. Valpy, Λονδίνο, 1820, δ’ τόμος.
  • Dakin, Douglas, “The Greek struggle for independence, 1821-1833”, εκδ. University of California Press, Berkley, 1973.
  • Chartrand, Rene, Courcelle, Patrice, “Émigré & Foreign Troops in British Service 1803 – 1815”, εκδ. Osprey, Λονδίνο, 2000.
  • “Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη”, εκδ. Ελευθερουδάκη, Αθήνα, 1931, 12ος τόμος.
  • Church, R. W., “Occasional Papers selected from the ’Guardian’, the ’Times’ and the ’Saturday Review’ 1846-1890”, εκδ. Macmillan, Λονδίνο, 1897.
  • Church, E.M., “Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece”, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
  • Εγκυκλοπαίδεια ‘’Brittanica’’, εκδ. Cambridge University Press, Λονδίνο, 1911, 6ος τόμος.
  • Περ. “The Gentleman’s Magazine”, φύλλο Αυγούστου 1826, Λονδίνο, 1826.
  • Church, Richard, “Lieutenant General Sir Richard Church’s personal narrative of the revolution at Palermo, in the year 1820”, εκδ. περ. “Monthly Magazine”, Λονδίνο, 1826.
  • “Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • Μάμουκας, Ανδρέας, “Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος. Ήτοι, συλλογή των περί την αναγεννώμενην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από του 1821 μέχρι του 1832”, εκδ. Τυπογραφίας Ηλίου Χριστοφίδου “Η αγαθή τύχη”, Πειραιάς, 1839, τόμος 7ος.
  • Κουτσονίκας, Λάμπρος, “Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως”, εκδ. Δ.Καρακατζάνη, Αθήνα, 1863, δ’ τόμος.
  • Χρυσανθόπουλος, Φώτιος (Φωτάκος), “Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των εξώθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της επαναστάσεως”, εκδ. Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888.
  • Αλληλογραφία Church – Υψηλάντη, Συλλογή Βλαχογιάννη, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, Φάκελος 290.
  • Κλάδης, Α. Ι., “Επετηρίς του Βασιλείου της Ελλάδος”, εκδ. Βασιλική Τυπογραφία & Λιθογραφία, Αθήνα, 1837.
  • Εφ. “Η Ταχύπτερος Φήμη”, φύλλο 3ης Φεβρουαρίου 1843, Αθήνα, 1843.
  • Γράψας, Κ.Μ., “Ελληνική Πολιτική Εγκυκλοπαίδεια”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1948, β’ τόμος.
  • “Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος”, ΦΕΚ 10ης Φεβρουαρίου 1854, Αθήνα, 1854 , Β.Δ. 6/1854.
  • Εφ. “Αιών”, φύλλο 5ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
  • Εφ. “Αλήθεια”, φύλλο 9ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
  • Εφ. Αιών”, φύλλο 21ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.
  • Εφ. “Εφημερίς των Συζητήσεων”, φύλλο 15ης Μαρτίου 1873, Αθήνα, 1873.

 

Πορτραίτο του Winckelmann, έργο της Angelika Kauffmann (1764)

 

“In Gegenden, wo die Künste geblüht haben, sind auch die schönsten Menschen gezeugt worden“ (“Σε περιοχές, όπου άνθισαν οι τέχνες, δημιουργήθηκαν και οι ομορφότεροι άνθρωποι”).

Ο Johann Joachim Winckelmann (1717 – 1768) υπήρξε ο πρώτος Γερμανός αρχαιολόγος, με τη σημερινή έννοια του όρου, και σημαντικός δάσκαλος της τέχνης. Το κυριότερο έργο του, “Ιστορία της αρχαίας τέχνης” (Geschichte der Kunst des Alterthums, 1764) αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της επιστήμης της Αρχαιολογίας και της σύγχρονης Ιστορίας της τέχνης. Εξόπλισε την Aρχαιολογία με την επιστημονική μέθοδο, αποκαθαίροντάς την από τον αρχαιοδιφικό ερασιτεχνισμό που ως τότε την καθήλωνε σε ασχολία “ευγενών κυρίων”. Ρηξικέλευθα για την εποχή του, πρόταξε την υπεροχή της ελληνικής, κλασικής αρχαιότητας, έναντι της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής, και θεμελίωσε τον γερμανικό κλασικισμό πάνω στην ελληνική αρχαιολατρία. Δολοφονήθηκε υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες σε ηλικία μόλις 50 ετών στην Τεργέστη. Την ημέρα αυτή έφερε στις αποσκευές του τα αγαπημένα από τη νιότη του βιβλία, που καθόρισαν όλη του τη σκέψη και πορεία: αυτά του Ομήρου.

Ο Winckelmann γεννήθηκε σχεδόν 70 χρόνια πριν τη Γαλλική Επανάσταση και 100 πριν την Ελληνική. Ήταν ο πλέον διάσημος γιός της πόλης του Stendal (από το Altmark, Sachsen-Anhalt) της Πρωσίας. Υπήρξε ένα αυθεντικά φιλελεύθερο και πρωτοπόρο πνεύμα που επηρέασε τους μεγαλύτερους άνδρες της Γερμανίας (Lessing, Goethe, Herder, Schiller), τον Λόρδο Βύρωνα, ακόμη και τους θιασώτες της Γαλλικής Επανάστασης και αργότερα του Ναπολέοντος. Ο ίδιος ο Goethe χαρακτήρισε τον 18ο αιώνα “εκατονταετία του Winckelmann”, ορίζοντας έτσι το μέτρο της σπουδαιότητάς του. Η επιτυχία αυτή είναι άξια θαυμασμού, αν αναλογισθεί κανείς ότι ο Johann Joachim Winckelmann γεννήθηκε σε μια φτωχή και εξαθλιωμένη από τον Τριακονταετή Πόλεμο (1618 – 1648) πρωσική πόλη, ως μοναχογιός ενός υποδηματοποιού. Παρόλα αυτά, η εκπαίδευση του μονάκριβου γιου της οικογένειας ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των γονιών του, οι οποίοι τον έστελναν στο δημοτικό σχολείο λατινικών της πόλης τους (städtische Lateinschule). Χάρη στη συμμετοχή του σε μία χορωδία απόρων μαθητών, κατορθώνει να αποκτήσει τα βιβλία του και ελεύθερη πρόσβαση στα μαθήματα. Εκεί γνωρίζει τον σχεδόν τυφλό διευθυντή του σχολείου, Esaias Wilhelm Tappert, του οποίου γίνεται έμπιστος βοηθός και του διαβάζει βιβλία. Αυτή η εμπειρία, καθώς και η πρόσβαση που αποκτά ο νεαρός Winckelmann στη σχολική βιβλιοθήκη, την οποία επιβλέπει, του προσφέρουν την πρώτη γνωριμία με σημαντικά γραπτά Άγγλων και Γάλλων συγγραφέων, τα οποία σταδιακά θα ξυπνήσουν μέσα του την ιδέα της πολιτικής ελευθερίας. Η αντίληψη που έχει από νωρίς σχηματίσει άλλωστε για την Πρωσία είναι ότι πρόκειται για μία χώρα δεσποτείας, στην οποία, όπως θα αναφέρει κατοπινά, έχει “νιώσει τη σημαίνει σκλαβιά”.

WINCKELMANN, Johann Joachim, λιθογραφία (συλλογή ΕΕΦ)

Mε παρότρυνση του Tappert, o δεκαοκτάχρονος Winckelmann μεταβαίνει τον Μάρτιο του 1735 για γυμνασιακές σπουδές στο Βερολίνο (Cöllnisches Gymnasium zu Berlin), όπου παραμένει έως το φθινόπωρο του 1736. Εκεί μελετά την θεωρία του κρατικού συντάγματος, βιογραφίες επιστημόνων, φυσικές επιστήμες, και διευρύνει τις γνώσεις του για την ελληνική γλώσσα και γραμματεία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απαρχή του Φιλελληνισμού του εντοπίζεται σε αυτή τη γόνιμη περίοδο της νεότητας του. Στην φάση αυτή γνωρίζει τον αντιπρόεδρο του Γυμνασίου, Christian Tobias Damm, ο οποίος ειδικεύεται στη Μυθολογία. Ο Damm μεταλαμπαδεύει την αγάπη του για τα ομηρικά έπη στον Winckelmann, αγάπη η οποία αποτελεί εφαλτήριο της βαθιάς του ενασχόλησης με την αρχαιότητα, την τέχνη και τη φιλοσοφία της. Ο Όμηρος θα παραμείνει ο αγαπημένος του συγγραφέας ως τον θάνατό του. Το Νοέμβριο του 1736 επιστρέφει στην πόλη του και συνεχίζει τις σπουδές του στο Salzwedeler Gymnasium, ενώ παράλληλα διδάσκει ελληνικά. Ο πρύτανης του σχολείου Bake τον χαρακτηρίζει “ανήσυχο και ασταθές άτομο” (homo vagus et inconstans).

Τον Απρίλιο του 1738 εγγράφεται φοιτητής Θεολογίας στο Halle, όπου με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολουθεί τις διαλέξεις του Alexander Gottlieb Baumgarten (1714–1762), ιδρυτή της Αισθητικής στη Γερμανία. Επίσης επισκέπτεται το σεμινάριο του γιατρού και φιλολόγου Johann Heinrich Schulze (1687–1744) για τις ελληνικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες σύμφωνα με τα αρχαία νομίσματα. Από εδώ ίσως θα αρχίσει να εξελίσσει την ικανότητά του για λεπτομερή περιγραφή των μερών των έργων τέχνης, όπως λ.χ. στην περίφημη περιγραφή του συμπλέγματος του Λαοκόοντος από την “Ιστορία της αρχαίας τέχνης” (Geschichte der Kunst des Alterthums, 1764). Για παράδειγμα, η εμμονή του στην εξονυχιστική καταγραφή των μερών του ανθρωπίνου σώματος, ως βάση για την ανάλυση αγαλμάτων της αρχαίας ελληνικής τέχνης (π.χ. για τον Απόλλωνα του Belvedere) και ως οδηγός για την αισθητική τους προσέγγιση, σχετίζεται με τις σύντομες σπουδές του Ιατρικής στο πανεπιστήμιο της Jena (Μάιος 1741), τις οποίες ωστόσο δεν ολοκλήρωσε. Ως δεύτερο λόγο της εμμονής του με το κάλλος του ανθρώπινου σώματος, κυρίως του ανδρικού, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς και την ομοφυλοφιλία του, η οποία βεβαιώνεται από πολλούς μελετητές του βίου του.

Τα χρόνια που ακολουθούν εργάζεται ως ιδιωτικός δάσκαλος ελληνικών και λατινικών για οικογένειες, προκειμένου να βιοπορίζεται. Παράλληλα, πραγματοποιεί φιλολογικές, φιλοσοφικές και ιστορικές μελέτες, οι οποίες σήμερα σώζονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας στο Παρίσι (Bibliothèque nationale de France, Paris). Την περίοδο αυτή της ζωής του θεωρεί ως μάλλον επαχθή. Εργάσθηκε ως δάσκαλος και αντιπρύτανης στη Lateinschule Seehausen (1742). Όμως, η θέρμη με την οποία δίδασκε τα ελληνικά, δεν έβρισκε ανταπόκριση στη νεολαία της πρωσικής επαρχίας, στην οποία ο Winckelmann ένιωθε να ασφυκτιά εξαιτίας των περιορισμένων διανοητικών της οριζόντων. Αναφέρεται δε ότι ο ίδιος εργαζόταν εξαντλητικά, σε βαθμό κατάρρευσης.

Η πρόταση του κόμητα Heinrich von Bünau, να μεταβεί στο Schloss Nöthnitz κοντά στη Δρέσδη και να αναλάβει χρέη βιβλιοθηκονόμου σε μια πολύ σημαντική, δημόσια προσβάσιμη ιδιωτική βιβλιοθήκη της εποχής, θα του προσφέρει διέξοδο από την ανία του Seehausen. Στη ζωή του Winckelmann προέκυπτε συχνά η εμφάνιση σημαντικών προσώπων με κύρος, τα οποία του προσέφεραν διόδους προσωπικής εξέλιξης. Κατά πάσα πιθανότητα ο Winckelmann ήταν ένας χαρακτήρας ευάρεστος και εκλεπτυσμένος, με δυνατότητα ευελιξίας στις κοινωνικές συναναστροφές του. Σύντομα λοιπόν εντυπωσίασε και τον πρεσβευτή του Πάπα και επισκέπτη της βιβλιοθήκης, Alberico Archinto, ο οποίος τον προσκάλεσε στη Ρώμη για να αναλάβει χρέη βιβλιοθηκονόμου στο Βατικανό. Η θέση αυτή είχε μεγάλη σημασία για τον Winckelmann, διότι η βιβλιοθήκη στο Βατικανό αποτελούσε το κέντρο της παγκόσμιας γνώσης. Ο Archinto θέτει ως όρο για την αποδοχή του στο Βατικανό, την αποκήρυξη του λουθηρανισμού εκ μέρους του Winckelmann και τον προσηλυτισμό του στον καθολικισμό, κάτι που ο Winckelmann δέχεται χωρίς αντίρρηση προκειμένου να διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες στη Ρώμη. Εκεί θα αφοσιωθεί απρόσκοπτα στη δια ζώσης μελέτη των καλλιτεχνικών έργων, ως “Augenmensch” (“άνθρωπος του βλέμματος”, οπτικός τύπος).

Η Ρώμη συντελεί καθοριστικά στην ανάδυση του ιστορικού τέχνης και αρχαιολόγου Winckelmann. Εκεί γνωρίζει τον πρώιμο κλασικιστή ζωγράφο Anton Raphael Mengs, στην οικία του οποίου διαμένει, με τον οποίον μοιράζεται την ίδια αγάπη για την ελληνική τέχνη. Κατόπιν γνωρίζει τη νεαρή Γερμανίδα καλλιτέχνη Angelica Kauffmann (1741-1807), η οποία εκ μέρους του Johann Kaspar Füßli (1706–1782), Ελβετού ζωγράφου, φιλοτεχνεί το πορτραίτο του το 1764.

Kauffmann, Angelika, λιθογραφία (συλλογή ΕΕΦ)

Ως προστατευόμενος του Archinto αποκτά διασυνδέσεις με ιταλικούς κύκλους μελετητών και έχει τη δυνατότητα να επισκέπτεται τις βιβλιοθήκες τους. Mετά τον θάνατο του Archinto, ο Winckelmann γίνεται προστατευόμενος του καρδιναλίου Alessandro Albani, o oποίος συμβάλλει καθοριστικά στον διορισμό του Winckelmann ως επιτρόπου των αρχαιοτήτων της Ρώμης (1763), θέση με υψηλότατη επιρροή και κύρος. Αναλαμβάνει ξεναγήσεις υψηλά ιστάμενων προσώπων στην αρχαία Ρώμη και πραγματοποιεί αρχαιολογικά ερευνητικά ταξίδια. Μεταξύ 1758 -1767 ολοκληρώνει τέσσερα ταξίδια στις κατεστραμμένες από την έκρηξη του Βεζουβίου πόλεις Πομπηία, Ηerculaneum και Σταβίες. Με τις αναφορές για τις ανασκαφές στις πόλεις του Βεζούβιου, ο Winckelmann ανέπτυξε ένα πρώτο σχήμα για την επιστημονική περιγραφή των ανασκαφών. Στο Paestum αντικρύζει για πρώτη φορά ελληνικούς ναούς, γεγονός που τον συναρπάζει. Αποτυπώνει τις εμπειρίες του στο έργο “Anmerkungen über die Baukunst der Alten“ (“Σημειώσεις για την αρχιτεκτονική των αρχαίων”, 1761).

Στις αρχές του 1764 εμφανίζεται το κύριο έργο του Winckelmann, η «Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας»( Geschichte der Kunst des Alterthums). Στο έργο αυτό, παρουσιάζει την εξέλιξη της τέχνης με βάση την ακολουθία των περιόδων του στιλ, χρησιμοποιώντας ως κύριο παράδειγμα την ελληνική τέχνη. Διακρίνει τις παρακάτω εποχές στην αρχαία ελληνική τέχνη και στην αρχαία λογοτεχνία: (α) την εποχή του «αρχαϊκού ύφους», με τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια από όλες (7ος-6oς αι. π.Χ.), (β) την εποχή του υψηλού ύφους, η οποία εκφράζει την καλλιτεχνική κορύφωση της κλασικής εποχής του 5ου αι. με εκπροσώπους της τον Φειδία, τον Πραξιτέλη, τον Λύσιππο και τον Απελλή, (γ) την εποχή του “ωραίου ύφους” του Πραξιτέλη, και, τέλος (δ) την εποχή της παρακμής της αρχαίας τέχνης και λογοτεχνίας. Η αξία του έργου του έγκειται στην ακριβή περιγραφή των χαρακτηριστικών κάθε καλλιτεχνικής περιόδου. Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησε ένα μεθοδολογικό εργαλείο ταξινόμησης των έργων, όχι αποκλειστικά για την επιστήμη της κλασικής αρχαιολογίας. Στον πυρήνα του έργου του βρίσκονται οι εντυπωσιακές και λεπτομερείς περιγραφές των καλλιτεχνικών αριστουργημάτων.

Ακολουθώντας τη διάταξη του Winckelmann ως σήμερα, αναφερόμαστε στις δυο κύριες εποχές της ελληνικής τέχνης (5ος και 4ος αι. π.Χ.), ως κλασικές. Αυτή η διάταξη προέρχεται από τον αρχαίο κλασικισμό. Επηρεάσθηκε και ο ίδιος από τον συγγραφέα Πλίνιο, ο οποίος θεώρησε ότι η ελληνική τέχνη άρχισε να πέφτει σε μαρασμό μετά την εποχή του Αλεξάνδρου. Το φιλελεύθερο πνεύμα του Winckelmann συνέδεε την αρνητική εξέλιξη της παρακμής των τεχνών με την ανάδυση των μοναρχιών μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου. Η παρακμή της τέχνης σχετίζεται με την απώλεια του δημοκρατικού κοινού και την ανάδυση μίας τέχνης της ιδιωτείας, για ιδιωτική χρήση. Θεωρεί δηλαδή ότι η τέχνη οδηγείται σε αδιέξοδο όταν πέφτει στα χέρια της ιδιωτικής επίδειξης, ενώ προϋπόθεση για την ύπαρξη της υψηλής τέχνης, είναι η πολιτική ελευθερία.

WINCKELMANN, Johann Joachim, λιθογραφία (συλλογή ΕΕΦ)

 

Ο Φιλελληνισμός του Winckelmann ήταν απόρροια της ανάγκης του για πολιτική ελευθερία

Για τον Winckelmann τα αρχαία ελληνικά αγάλματα αποτελούν το ύψιστο ιδανικό της τέχνης. Αυτό το αξίωμα διατυπώνει για πρώτη φορά στο έργο του «Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και τη γλυπτική» (“Gedanken über die Nachahmung der griechischen Werke in der Malerey und Bildhauerkunst ”, 1756). Τα ελληνικά έργα χαρακτηρίζουν “ευγενική απλότητα και ήρεμο μεγαλείο” («edle Einfalt und stille Größe» ). Προτρέπει τους καλλιτέχνες να μιμηθούν τα έργα της αρχαιότητας, κατά το αριστοτελικό μιμείσθαι: όχι μηχανικά, αλλά δημιουργικά, με τρόπο που οδηγεί στη γνώση.

Και αν στην εποχή μας, η ιδέα της υπεροχής της κλασικής αρχαιότητας μοιάζει αυτονόητη, τούτο δεν ίσχυε καθόλου στην εποχή του Winckelmann. Ήταν η δική του τόλμη που ανέδειξε την κλασική ελληνική αρχαιότητα έναντι της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής. Γεννημένος σε μία χώρα την οποία θεωρούσε δεσποτική, ο νεαρός Winckelmann εντοπίζει στην αττική δημοκρατία το πρότυπο της πολιτικής ελευθερίας. Θέτει την Ελληνική δημοκρατία στον αντίποδα του ρωμαϊκού δεσποτισμού και ορίζει την εποχή του Περικλή ως την πρώτη περίοδο άνθησης της ελληνικής τέχνης. Αυτή ήταν μία ρηξικέλευθη αντίληψη για την εποχή του, καθώς η γαλλική κουλτούρα της περιόδου, η οποία γνώριζε διάδοση και στις γερμανικές αυλές, θεμελίωνε την καταγωγή της στη ρωμαϊκή αρχαιότητα. O διαφωτιστής Winckelmann αντιπαραβάλλει την ελληνική δημοκρατία και τέχνη, στον ρωμαϊκό δεσποτισμό, τη βαριά τέχνη του μπαρόκ, και την επιφανειακή και α-πολίτικη του ροκοκό. Εδώ, δεν πρόκειται μόνον για αισθητικές προτιμήσεις, αλλά και για πολιτικές, καθώς η αισθητική και φιλοσοφική υπεροχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης συνδέεται άρρηκτα με τη δημοκρατία του Περικλέους.

Είναι σημαντικό επίσης το γεγονός, ότι μέχρις ότου ο Winckelmann επαναφέρει την αρχαία τέχνη στο ύψος στο οποίο πρέπει να τοποθετείται, ο χριστιανισμός τη λοιδορούσε για την παρακμή και την εξαφάνισή της.

Με τις τοποθετήσεις του λοιπόν υπέρ της αρχαίας ελληνικής τέχνης, εγκαινιάζει μία διαμάχη μεταξύ των θιασωτών της ρωμαϊκής και των υπέρμαχων της αρχαιοελληνικής τέχνης. Οι τελευταίοι αποτελούσαν τους “εκσυγχρονιστές” της εποχής του. Ο Winckelmann ορίζει τη θεμελίωση του γερμανικού κλασικισμού πάνω στην ελληνική αρχαιολατρία, διαφοροποιούμενος από τον γαλλικό και ιταλικό κλασικισμό που στρέφονταν στη ρωμαϊκή αρχαιότητα. Η μεταστροφή αυτή ισοδυναμούσε με πνευματική επανάσταση.

WINCKELMANN, Johann Joachim, λιθογραφία (συλλογή ΕΕΦ)

Για τον Winckelmann είναι σημαντική η ηθική επιρροή της αρχαιοελληνικής τέχνης, τόσο για τον καλλιτέχνη, όσο και για τον δέκτη της. Ο καλλιτέχνης οδηγείται μέσω της μίμησής της στη γνώση: “πρέπει να αισθανθεί τη δύναμη του πνεύματος, την οποία εγχάραξε στο μάρμαρο”. Ενώ εκείνος που αντικρύζει τα αγάλματα, βρίσκει σε αυτά παραδείγματα για μια συγκεκριμένη στάση ζωής. Το “ήρεμο μεγαλείο” του Λαοκόοντος λ.χ. έχει ηθική επιρροή στον παρατηρητή του, καθώς ο Λαοκόων δεν εγείρει “καμιά τρομερή φωνή, όπως διακηρύττει ο Βιργίλιος” για τον ήρωα. “Δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο το άνοιγμα του στόματος, περισσότερο πρόκειται για ανήσυχο αναστεναγμό (…) η δυστυχία του φθάνει ως την ψυχή του, όμως ευχόμαστε, ακριβώς όπως αυτός ο σπουδαίος άνδρας, έτσι και εμείς να μπορούμε να αντέξουμε τη δυστυχία”. Αντιστοίχως ο δέκτης λοιπόν μαθαίνει να υπομένει τα δεινά του με σεμνό τρόπο.

Το “ήρεμο μεγαλείο” του Λαοκόοντος

O Winckelmann θεωρεί ότι για τους Έλληνες, η καλλιτεχνία και η σοφία για τον κόσμο, είναι έννοιες ταυτόσημες. Αγαπημένο πρότυπό του είναι ο Σωκράτης, ο οποίος εκτός από φιλόσοφος ήταν και γλύπτης. Ο συνδυασμός τέχνης και φιλοσοφίας είναι ό,τι καθιστά τα ελληνικά έργα άξια προς μίμηση. Στόχος απαιτητικός στην επίτευξη του:

«Το υψηλότερο πρότυπο της τέχνης για τους σκεπτόμενους ανθρώπους είναι ο άνθρωπος, ή έστω η εξωτερική του εμφάνιση, και αυτό είναι τόσο δύσκολο να ερευνηθεί για τον καλλιτέχνη, όσο είναι για τους σοφούς η διερεύνηση του εσωτερικού τους, και το πιο δύσκολο είναι αυτό που δεν φαίνεται, είναι το κάλλος, επειδή στην πραγματικότητα, δεν εμπίπτει στον αριθμό και το μέτρο».

(Erinnerung über die Betrachtung der Werke der Kunst, 1759)

Ο Winckelmann θαυμάζει την ιδιαιτερότητα των Ελλήνων, την “ευγενική και ευέλικτη ευγένειά τους, που συνοδεύουν μια ζωντανή και χαρούμενη ύπαρξη”. Και θυμίζει ότι: “σε περιοχές όπου άνθισαν οι τέχνες, δημιουργήθηκαν επίσης και οι ομορφότεροι άνθρωποι.”

«In Gegenden, wo die Künste geblüht haben, sind auch die schönsten Menschen gezeugt worden».

(Schriften über die Nachahmung der alten Kunstwerke, 1756)

Ο Winckelmann συνέχισε να εργάζεται στην ιστορία της τέχνης καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το 1767 δημοσίευσε τις «Σημειώσεις για την Ιστορία της Αρχαίας Τέχνης» (Anmerkungen über die Geschichte der Kunst des Alterthums, Dresden 1767).

Winckelmann J., «Histoire de l’art chez les anciens», Saillant, Paris, 1766. Πρόκειται για την πρώτη έκδοση του έργου του Winckelmann στα Γαλλικά (συλλογή ΕΕΦ).

Το πρώτο του έργο αντιπροσώπευε ένα προκαταρκτικό στάδιο για την αναθεωρημένη δεύτερη έκδοση της Ιστορίας της Τέχνης. Το βιβλίο έκανε την εμφάνισή του μετά το θάνατο του στη Βιέννη το 1776.

«Winckelmann J.J., Geschichte der Kunst des Altertums” (Ιστορία της αρχαίας τέχνης), Βιέννη, 1776. Tο έργο που θεμελίωσε την Ιστορία τέχνης ως ξεχωριστό επιστημονικό κλάδο. Ο Winckelmann ορίζει εδώ την κλασική αρχαία τέχνη ως ιδανικό πρότυπο, άξιο μίμησης από τους σύγχρονους καλλιτέχνες (συλλογή ΕΕΦ).

Στο ίδιο έτος χρονολογείται και το σπουδαίο του έργο «Monumenti antichi inediti, spiegati ed illustrati», που περιλαμβάνει μη δημοσιευμένα αρχαία μνημεία, το οποίο έτυχε θετικής αποδοχής από το κοινό. Στο έργο του αυτό προέβη σε λεπτομερείς περιγραφές μη δημοσιευμένων μνημείων και βάσισε την ερμηνεία των παραστάσεων στο μυθολογικό τους πλαίσιο, ανοίγοντας νέους δρόμους στην αρχαιολογική ερμηνευτική. Το 1763 παρουσίασε μέρος του έργου του στον Πάπα Clemens XII. Φαίνεται να ήταν στο αποκορύφωμα της καριέρας του. Ήταν ήδη επίσημο μέλος πολυάριθμων Ακαδημιών, μεταξύ άλλων των: Accademia di Cortona, η Accademia di San Luca στη Ρώμη, της Εταιρεία Αρχαιοτήτων στο Λονδίνο και της Ακαδημίας του Göttingen.

Ο απρόσμενος και τραγικός θάνατος του τάραξε πολλούς στην Ευρώπη, καθώς ο Winckelmann ήταν άνθρωπος που έχαιρε γενικής και ειλικρινούς αποδοχής. Μια τυχαία γνωριμία στο λιμάνι της Τεργέστης με τον άνθρωπο του υποκόσμου Arcangeli, στάθηκε μοιραία.

Ο πενηντάχρονος τότε Winckelmann επιθυμούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του και να επισκεφθεί μια σειρά από επιφανείς του φίλους και ιδρύματα στη Γερμανία. Ετσι έφυγε από τη Ρώμη στις 10 Απριλίου 1768 και διέσχισε τις Άλπεις με τον γλύπτη φίλο του Bartolomeo Cavaceppi. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αρρώστησε αιφνιδίως και αποφάσισε να επιστρέψει στη Ρώμη. Οι φίλοι του τον οδήγησαν στο Regensburg, και στη συνέχεια στη Βιέννη, όπου έγινε δεκτός από την Αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία. Μετά ταξίδευσε στην Τεργέστη για να πάρει ένα πλοίο στην Ανκόνα και να μεταβεί στη Ρώμη. Λόγω καθυστέρησης του πλοίου, αναγκάσθηκε να παραμείνει σε ξενοδοχείο της Τεργέστης. Στις 8 Ιουνίου 1768 δολοφονήθηκε στο δωμάτιο όπου διέμενε, από τον Francesco Arcangeli, ο οποίος είχε προηγουμένως καταδικασθεί για κλοπή. Στην απολογία του ο Arcangeli δήλωσε ότι στις αποσκευές του θύματος βρήκε κάποια βιβλία γραμμένα σε μια αλλόκοτη γλώσσα: ήταν τα ομηρικά έπη. Ο δολοφόνος του εκτελέσθηκε στις 20 Ιουλίου 1768.

Η άδικη και πρόωρη δολοφονία του δεν επέτρεψε στον μεγάλο φιλέλληνα Winckelmann να ταξιδεύσει στην Ελλάδα. Ο πρώτος στην ιστορία αρχαιολόγος δεν κατάφερε να επισκεφθεί ποτέ τον Παρθενώνα, ούτε να περιηγηθεί στην Ολυμπία, την ανασκαφή της οποίας διακαώς επιθύμησε. Ο πνευματικός κόσμος της Ευρώπης συγκλονίσθηκε από την απρόσμενη απώλειά του. Ο Goethe αναφέρεται, συντετριμμένος, στα απομνημονεύματα του στην είδηση του θανάτου του Winckelmann, που έπεσε “σαν ένα χτύπημα βροντής σε καθαρό ουρανό”. Ενώ ο Γερμανός διαφωτιστής Gotthold Ephraim Lessing, ο οποίος στο έργο του “Λαοκόων ή περί των ορίων της ζωγραφικής και της ποίησεως” (Laokoön oder Über die Grenzen der Malerei und Poesie, 1767) αντέκρουσε θέσεις του Winckelmann, έγραψε, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του τελευταίου, ότι με ευχαρίστηση θα του χάριζε χρόνια από τη ζωή του.

Το 1822, ο Antonio Bosa σχεδίασε και έκτισε προς τιμήν του ένα ταφικό μνημείο στο νεκροταφείο San Giusto στην Τεργέστη.

Το κενοτάφιο του Antonio Bosa στη μνήμη Winckelmann

Επίσης φιλοτεχνήθηκαν πολυάριθμα μεταθανάτια πορτρέτα του μεγάλου αυτού ανθρώπου. Μεταξύ 1777–1782 o γλύπτης από την πόλη Gotha Friedrich Wilhelm Eugen Döll, με την υποστήριξη των φίλων του Winckelmann, Anton Raphael Mengs, Johann Friedrich Reiffenstein και Anton von Maron, δημιούργησε τρεις εκδοχές μιας προτομής του. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα ο Winckelmann τιμήθηκε με προτομές και αγάλματα σε όλη την Ευρώπη.

Προτομή του Winckelmann από τον γλύπτη Friedrich Wilhelm Doell

Ο θεμελιωτής της κλασικής αρχαιολογίας ως σύγχρονης επιστήμης τιμάται ως σήμερα. Η επέτειος των γενεθλίων του (9 Δεκεμβρίου) εορτάζεται σε όλα τα γερμανικά αρχαιολογικά ινστιτούτα ανά τον κόσμο. Οι κλασικοί αρχαιολόγοι πραγματοποιούν σειρά διαλέξεων που δημοσιεύονται στα “προγράμματα Winckelmann” (“Winckelmannprogramme“). Επίσης, το τμήμα της Κλασικής Αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου ονομάζεται “Ινστιτούτο Winckelmann”. Από το 1929 το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο απονέμει το Μετάλλιο Winckelmann, παράδοση που ενστερνίσθηκε από το 1960 και εξής και η γενέτειρα πόλη του, Stendal. Στο Stendal, επίσης, ιδρύθηκε το 1940 η Winckelmann-Gesellschaft, με σκοπό τη διάδοση του έργου του πιο σπουδαίου συμπατριώτη τους, η οποία μάλιστα φέρει την ευθύνη για το μουσείο προς τιμήν του από το 2000 κι έπειτα.

Άγαλμα του Winckelmann, Winckelmannplatz, Stendal, Γερμανία

Μολονότι δεν επισκέφθηκε ποτέ την Αθήνα, οι Έλληνες τιμούν τη μνήμη του με έναν μικρό δρόμο, νοτιοανατολικά του πρώτου νεκροταφείου της Αθήνας, την οδό Βίνκελμαν.

Οδός Βίνκελμαν στην Αθήνα

Ο μέγιστος αυτός επιστήμων, ο άνθρωπος του πνεύματος και της διανόησης, προσδιόρισε την αρχαία Ελλάδα και το σύστημα τέχνης, πολιτισμού, δημοκρατίας και αξιών, που αυτή πρεσβεύει, ως την κοιτίδα του πολιτισμού του δυτικού κόσμου. Έτσι έθεσε τον θεμέλιο λίθο για μία σειρά από τρομερές εξελίξεις στην Ευρώπη. Ο νεοκλασικισμός, ο διαφωτισμός, ο ρομαντισμός, και τέλος, ο φιλελληνισμός, στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στο έργο και στις ιδέες αυτού του ευγενούς αυτού ανθρώπου.

Ειδικά σε ότι αφορά την Ελλάδα, το έργο του Winckelmann απετέλεσε την σπίθα που πυροδότησε μία σειρά από διεργασίες που εν τέλει οδήγησαν στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

Η ΕΕΦ και οι Έλληνες τιμούν τον Johann Joachim Winckelmann στον οποίο οφείλουν τόσοι αυτοί, όσο και ολόκληρος ο δυτικός κόσμος, την ελευθερία της Ελλάδας.

 

Πηγές και Βιβλιογραφία:

  • Johann Joachim Winckelmann, Gedanken über die Nachahmung der griechischen Werke in der Malerey und Bildhauerkunst.Zweyte vermehrte Auflage. Walther, Dresden/Leipzig 1756.
  • Erika Simon, Der Philhellenismus des Johann Joachim Winckelmann, Würzburg, http://www.europa-zentrum-wuerzburg.de/, Griechisch-Deutsche Initiative.
  • Martin Disselkamp/ Fausto Testa (Hg.), Winckelmann- Handbuch. Leben- Werk- Wirkung. J.B.Metzler Verlag, Stuttgart, 2017.
  • Wolfgang von Wangenheim, Der verworfene Stein, Verlag Matthes-Seitz, Berlin 2005.
  • www.winckelmann-gesellschaft.com.
  • Spiros Moskovou, 300 χρόνια γερμανική ελληνολατρεία, Deutsche Welle (ηχητικό απόσπασμα).
  • Δημήτρης Καλαντζής, Ο γιός του τσαγκάρη που έκανε την Ευρώπη να λατρέψει την Αρχαία Ελλάδα.
  • Mιχάλης Α. Τιβέριος, Ιωάννης-Ιωακείμ Βίνκελμαν (Johann Joachim Winckelmann), ο θεμελιωτής της Αρχαιολογίας, 24 γράμματα.
  • Αλέξανδρος Κεσίσογλου, Ο Winckelmann και η εποχή μας, ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Νοεμβρίου 2008.

 

Στρατηγός Thomas Gordon. Λιθογραφία του Γερμανού στρατιωτικού και Φιλέλληνα Krazeisen (συλλογή ΕΕΦ).

 

Ο Thomas Gordon (1788 – 1841), ήταν Βρετανός στρατιωτικός, σημαίνων Φιλέλληνας και εκ των πρώτων διοικητών του Ελληνικού Στρατού.

Γεννήθηκε στο Cairness House της πόλης Lonmay, στην κομητεία Aberdeenshire της Σκωτίας. Ήταν γιος του γαιοκτήμονα Charles Gordon, άρχοντα του Buthlaw  και του  Cairness και της Christian Forbes, λαίδης του  Ballogie[1]. Σπούδασε στο κολλέγιο Eton και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης[2].

Με την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης το 1808, κατατάχθηκε στο Σύνταγμα Ιππικού Royal Scots Greys, από το οποίο παραιτήθηκε το Μάιο του 1810 με το βαθμό του ιλάρχου[3].

Στις 26 Αυγούστου 1810, φιλοξενήθηκε από τον Αλή Πασά στα Ιωάννινα, ενώ μεταξύ του 1810 και του 1812, ταξίδευσε στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τη Μικρά Ασία, την Περσία, το Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία και τη Λιβύη[4].

Το 1813 υπηρέτησε αρχικά ως λοχαγός στο Ρωσικό Γενικό Επιτελείο και στη συνέχεια τοποθετήθηκε στην Ρωσική Στρατιά, η οποία στάθμευε στο Μεκλεμβούργο. Την Στρατιά αυτή την διοικούσε (μετά από συμφωνία της Ρωσικής και της Αυστριακής κυβέρνησης), ο Αυστριακός στρατηγός, κόμης Ludwig Georg Thedel von Wallmoden-Gimborn (1769-1862)[5].

Στις αρχές του 1814, ο Gordon επέστρεψε στην πατρίδα του, ενώ το 1815 ταξίδευσε ξανά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί γνώρισε την Ελληνίδα Βαρβάρα Κανά, την οποία κατόπιν νυμφεύθηκε. Έτσι η σύζυγός του απέκτησε τον τίτλο της βαρόνης [6].

Ο γάμος αυτός, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα ταξίδια τον έφεραν κοντά στην Ελλάδα. Μάλιστα ο Gordon είχε γνωρίσει τους αδελφούς Αλέξανδρο και Δημήτριο Υψηλάντη στο Βουκουρέστι. Έτσι ο Gordon  ανέπτυξε προοδευτικά ένα έντονο ενδιαφέρον για την Ελλάδα και έναν Φιλελληνισμό[7].

Στις αρχές του 1821, σε ένδειξη τιμής για την πολυσχιδή δράση του, ο Thomas Gordon τιμήθηκε με τον τίτλου του Εταίρου της Βασιλικής Εταιρείας της Μεγάλης Βρετανίας. Την περίοδο αυτή, διέμενε με την οικογένειά του στο Παρίσι, όπου πληροφορήθηκε την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Τότε, αποδεικνύοντας τον γνήσιο Φιλελληνισμό του, ο Gordon ανέλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες,  πριν οργανωθεί συντονισμένη δράση των Φιλελλήνων στη Μεγάλη Βρετανία. Συνδέθηκε με Φιλέλληνες Γάλλους αξιωματικούς με τους οποίους αποφάσισε να μεταβεί στην Ελλάδα. Για τον σκοπό αυτό αγόρασε όπλα και πολεμοφόδια, και ναύλωσε με δικά του έξοδα πλοίο στη Μασσαλία, με το οποίο ο εξοπλισμός και οι Φιλέλληνες έφθασαν στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 1821[8].

Εφημερίδα SCHWAEBISCHER MERKUR, Nr. 290, 5. Δεκεμβρίου 1821. Η εφημερίδα αναφέρει ότι ο Gordon έφθασε στο Μοριά με Άγγλους και Γάλλους αξιωματικούς και φορτίο όπλων και πυρομαχικών. Ακολουθείται από 1500 Έλληνες εκπαιδευμένους κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα (συλλογή ΕΕΦ).

Με την άφιξή του στην Ελλάδα, ο Gordon τοποθετήθηκε στο επιτελείο του Δημητρίου Υψηλάντη ως επιτελάρχης. Από την θέση αυτή έλαβε μέρος σε πολλές πολεμικές επιχειρήσεις, οι οποίες είχαν ως σκοπό την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς. Όταν η υπόθεση είχε πλέον κριθεί, ο Gordon, οι περισσότεροι Φιλέλληνες, και ο ίδιος ο Υψηλάντης, ανέλαβαν άλλες αποστολές και δεν παρέστησαν στην είσοδο των Ελλήνων στην Τριπολιτσά, την 23η Σεπτεμβρίου 1821[9].

Ο Gordon είχε δυσαρεστηθεί από τις βιαιότητες που ακολούθησαν την κατάληψη της Τριπολιτσάς. Για τον λόγο αυτό κυρίως, επέστρεψε με την άδεια του Υψηλάντη, το Νοέμβριο του 1821 μέσω Ζακύνθου στη χώρα του[10].

Τον Νοέμβριο του 1822 η Προσωρινή Ελληνική Κυβέρνηση της Ερμιόνης του απέστειλε επιστολή ζητώντας του να επιστρέψει[11]. Ο Gordon αρνήθηκε, διότι δεν ήταν ακόμη έτοιμος. Όμως όταν συστήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1823 η Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου, ο Gordon ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της. Από την θέση αυτή συνέβαλε στην αποστολή πολεμικού υλικού στην Ελλάδα[12]. Μάλιστα την ίδια εποχή, ο Gordon κατάληξε μετά από ώριμη αξιολόγηση της κατάστασης και των προοπτικών του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, στην ιδέα ότι ο Φιλελληνισμός πρέπει να αποτελεί μία ενιαία, αποφασιστική και συνεχή στρατηγική σε όλα τα επίπεδα και όχι να είναι ευκαιριακά και αποσπασματικά, υπόθεση ορισμένων μόνο ανθρώπων[13].

Επίσης, ήταν σημαντικός ο ρόλος που διαδραμάτισε ο Gordon για την αποστολή του Λόρδου Βύρωνος και του αντισυνταγματάρχη Leicester FitzGerald Charles Stanhope, 5ου κόμη του Harrington, στην Ελλάδα[14]. Υπενθυμίζεται ότι οι δύο αυτοί Φιλέλληνες είχαν διορισθεί (μαζί με τον Λάζαρο Κουντουριώτη), μέλη της Επιτροπής Διαχείρισης του πρώτου δανείου που θα ελάμβαναν την περίοδο αυτή οι επαναστατημένοι Έλληνες[15].

Με τη σύναψη του πρώτου δανείου η ελληνική αντιπροσωπεία ζήτησε και πάλι από τον Gordon να επιστρέψει[16] στην Ελλάδα. Ο Gordon αρνήθηκε και αυτήν την φορά, κυρίως επειδή τον έθλιβε ο εμφύλιος που είχε ξεσπάσει στην Ελλάδα. Το 1826 οι Έλληνες αντιπρόσωποι στο Λονδίνο τον έπεισαν να μεταβεί στην Ελλάδα, με στόχο την προώθηση της ενότητας των Ελλήνων και την επιβολή πειθαρχίας στις στρατιωτικές δυνάμεις. Έφθασε στο Ναύπλιο στις 11 Μαΐου του 1826, όπου έτυχε ευμενούς υποδοχής. Στην Ελλάδα ο Gordon σκόπευε να βοηθήσει τον σημαίνοντα Γάλλο Φιλέλληνα Charles Fabvier στην αναδιοργάνωση του Τακτικού Στρατού. Παράλληλα, ήθελε να προετοιμάσει την κατάσταση για την άφιξη στην Ελλάδα του εμβληματικού ναυάρχου Thomas Cochrane, 10ου κόμη του Dundonald, ο οποίος τοποθετήθηκε αρχηγός του Ελληνικού Στόλου[17].

Ένα άλλο σκέλος της αποστολής του Gordon ήταν να συνοδεύσει την προτελευταία δόση του δευτέρου βρετανικού δανείου προς την Ελλάδα, η οποία ανερχόταν σε 14.000 λίρες. Μάλιστα, διατήρησε τον απόλυτο έλεγχο διαχείρισής του ποσού αυτού, και συνετέλεσε στην ορθολογική διανομή του, Μάλιστα φρόντισε τα χρήματα αυτά να φθάσουν σε ανθρώπους οι οποίοι ήταν πρόσφυγες από διάφορα μέρη της Ελλάδος, όπως οι Σουλιώτες[18].

Το Ιανουάριο του 1827, μετά από πρόταση του Μακρυγιάννη και απόφαση του προέδρου της Διοικητικής Επιτροπής Ανδρέα Ζαΐμη, ανέλαβε τη διοίκηση του εκστρατευτικού σώματος, το οποίο, είχε ως αντικειμενικό στόχο να συνεργασθεί με τις δυνάμεις που διοικούσαν οι Καραϊσκάκης και Church στην Αττική, προκειμένου να επιτευχθεί η λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης[19].

Εφημερίδα ALLGEMEINE ZEITUNG, μαζί με Beilage Nr. 50, 19 Φεβρουαρίου 1827. Περιέχει ολόκληρη επιστολή του Gordon από τη Ζάκυνθο, στην οποία αναφέρει τι έχει πράξει από την άφιξή του, το Μάιο 1826, τις ανάγκες που υπάρχουν, τις δυσκολίες, την αποστολή Κολοκοτρώνη στη Γαστούνη, το Φαβιέρο που στηρίζεται από τους Γάλλους φιλέλληνες, το ελληνικό ναυτικό. Αναφέρεται στην άφιξη του Cochrane στην Ελλάδα και στα φιλελληνικά κομιτάτα. Παρουσιάζει απολογισμό της κεντρικής επιτροπής της φιλανθρωπικής εταιρείας του Παρισιού προς όλες τις ελληνικές λέσχες για τη συνολική βοήθεια που παρείχε για το ελληνικό θέμα το 1825 και 1826 (συλλογή ΕΕΦ).

Στις  3 και 4 Μαρτίου 1827, ο Gordon διακρίθηκε στην μάχη της Καστέλας στον Πειραιά και συνέβαλε στη δημιουργία του στρατοπέδου της Καστέλας[20]. Επίσης, στις 13 Απριλίου 1827, είχε σημαντική συμβολή στην απελευθέρωση της Ιεράς Μονής του Αγίου Σπυρίδωνος στον Πειραιά, με αποτέλεσμα την διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των Ελληνικών στρατοπέδων στην Καστέλα και το Κερατσίνι[21].

Αυτή η εξέλιξη οδήγησε τον Church να τοποθετήσει τον Gordon αρχηγό του επιτελείου του[22]. Μετά τη μάχη του Αναλάτου την 24η Απριλίου 1827, ο Gordon περιορίσθηκε στο έργο της επιμελητείας μέχρι τον Ιούλιο του 1827, οπότε εντέλει επέστρεψε στη Μεγάλη Βρετανία.

Εν τω μεταξύ, ο Gordon είχε αναπτύξει ένα έντονο ενδιαφέρον για την κλασσική ιστορία και την αρχαιολογία. Έτσι τον Ιανουάριο του 1828 ονομάσθηκε μέλος της Εταιρείας Αρχαιοδιφών της Σκωτίας[23].

Ο Gordon επανήλθε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1828, και ως τον Φεβρουάριο του 1831 διηύθυνε τις ανασκαφές στον ναό της Ήρας στο Άργος[24]. Την περίοδο αυτή έκτισε την οικία του στην νυν οδό Γόρδωνος 14. Το κτίσμα αυτό αναπαλαιώθηκε το 1982 και βρίσκεται πλέον στην κυριότητα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών[25].

Ο Gordon επέστρεψε ξανά στην πατρίδα του τον Φεβρουάριο του 1831, με σκοπό να αφοσιωθεί στη συγγραφή του έργου του ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, το οποίο ολοκλήρωσε τον Ιανουάριο του 1833[26].

Ιστορία της ελληνικής επανάστασης και των πολέμων και εκστρατειών που προέκυψαν από τους αγώνες των Ελλήνων πατριωτών για τη χειραφέτηση της χώρας τους από τον τουρκικό ζυγό. Τόμος I & II. Δεύτερη έκδοση. Gordon, Thomas, F.R.S. Εκδόθηκε από τους William Blackwood και T. Cadell, Εδιμβούργο και Λονδίνο, 1834 (συλλογή ΕΕΦ).

Η «Ιστορία» του στρατηγού Gordon χαρακτηρίζεται ως ένα από τα εγκυρότερα και σοβαρότερα έργα για την ελληνική επανάσταση. Διαθέτει σημαντικό σε έκταση υλικό και παρέχει ολοκληρωμένη, μετριοπαθή και αντικειμενική εικόνα, λόγω και της συμμετοχής του ιδίου στα γεγονότα. Το βιβλίο του έτυχε εξαρχής γενικής αποδοχής και επηρέασε καταλυτικά ιστορικούς όπως είναι οι Σπυρίδων Τρικούπης και Τζορτζ Φίνλεϊ.

Ο Gordon επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1833, μετά την άφιξη του βασιλέα Όθωνα. Την περίοδο αυτή τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος για τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια του Αγώνα[27] των Ελλήνων.

Ο αντιστράτηγος Τόμας Γκόρντον

Το 1834 τοποθετήθηκε πρόεδρος του Στρατοδικείου του Ελληνικού Στρατού.  Την ίδια περίοδο, η Βασιλική Ασιατική Εταιρεία της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας, τον ανακηρύσσει επίτιμο μέλος της[28]. Το 1837 ο Gordon προήχθη σε υποστράτηγο του Ελληνικού Στρατού, και ανακηρύχθηκε μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Φυσικής Ιστορίας[29].

Ο Thomas Gordon, εξαιτίας της κακής του υγείας, αποστρατεύθηκε από τον Ελληνικό Στρατό τον Ιανουάριο του 1839. Μετά την αποστρατεία του, πήγε στην Αγία Πετρούπολη, όπου τιμήθηκε από το Ρώσο αυτοκράτορα με τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ[30]. Από την Αγία Πετρούπολη επέστρεψε στην Μεγάλη Βρετανία. Τον Ιανουάριο του 1840 ταξίδευσε για λίγο στην Ελλάδα, όπου χρίσθηκε μέλος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, καθώς και της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας[31].

Ο στρατηγός Thomas Gordon, απεβίωσε στο Cairness House της πόλης Lonmay, στην κομητεία Aberdeenshire της Σκωτίας από νεφρική ανεπάρκεια, στις 20 Απριλίου 1841. Με τη διαθήκη του, άφησε το αρχείο του και την οικία του στον γιο του Charles Wilkinson Gordon, αξιωματικό του Βρετανικού Στρατού. Η εγγονή του τελευταίου, Marjorie Gordon, το 1938 πούλησε το Cairness House και δώρισε το αρχείο της οικογενείας Gordon στο Πανεπιστήμιο του Aberdeen[32].

Η ΕΕΦ και η Ελλάδα τιμούν τη μνήμη του στρατηγού Thomas Gordon, σημαίνοντος ευγενούς Βρετανού Φιλέλληνα, ο οποίος αγωνίσθηκε για τα Ελληνικά δίκαια. Ο σημαντικός αυτός άνδρας τιμήθηκε με υψηλές θέσεις ευθύνης στο νέο Ελληνικό κράτος, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα την αναγνώριση, την εκτίμηση και το σεβασμό της Ελληνικής κοινωνίας, καθώς και της ακαδημαϊκής κοινότητας, τόσο της Ελλάδας, όσο και της Μεγάλης Βρετανίας.

 

Παραπομπές

[1] Δωροβίνης, Βασίλης, ‘’Το σπίτι του στρατηγού Thomas Gordon στο Άργος, Ι’’, εκδ. περ. ‘’Αρχαιολογία’’, Αθήνα, 1993,  τεύχος 47, σελ. 80.
[2] Δρούλια, Έλλη, ‘’Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1990, γ’ τόμος, σελ. 134-135.
[3] Βλ. στο ίδιο.
[4] ‘’Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw‘’, φάκελος υπ’αριθμ. 1160, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
[5] Pallua-Gall, Julian, ‘’Allgemeine Deutsche Biographie‘’, εκδ. Duncker & Humblot, Λειψία, 1896, 40ος τόμος, σελ. 761-762.
[6] Goodwin, Gordon, ‘’Gordon, Thomas (1788-1841)’’, εκδ. Dictionary of National Biography, Λονδίνο, 1900, 22ος τόμος.
[7] Βλ. στο ίδιο.
[8] St Clair, William, ‘’That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 138.
[9] Persat, Maurice, ‘’Memoires du Commandant Persat. 1806 à 1844‘’, εκδ. Librairie Plon, Παρίσι, 1910, σελ. 87-88.
[10] Gordon, Thomas, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. ΜΙΕΤ , Αθήνα, 2015, α’ τόμος.
[11] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1857, α’ τόμος, σελ. 132.
[12]  Dakin, Douglas, ‘’O αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833’’, μτφρ. Ρένας Σταυρίδου-Πατρικίου, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1989, σελ. 141.
[13] St Clair, William, ‘’That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 138.
[14] Lovell, Ernest J., ‘’His Very Self and Voice, Collected Conversations of Lord Byron’’, εκδ. MacMillan, Νέα Υόρκη, 1954, σελ. 369.
[15] ‘’Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου’’, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
[16] ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος, σελ. 161.
[17] Βλ. στο ίδιο, σελ. 421.
[18] Gordon, Thomas, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. MΙΕΤ, Αθήνα, 2015.
[19] Τρικούπης, Σπυρίδων, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος, σελ. 118.
[20] Κασομούλης, Νικόλαος, ‘’ Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 -1833’’, εκδ. Α. Ι. Βάρσου, Αθήνα, 1941, β’ τόμος, σελ. 484.
[21] Βλ. στο ίδιο.
[22] Church, E.M., “Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece”, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
[23] Kasdagli, Α. Ε., “The papers of Thomas Gordon of Cairness (1788-1841)”, εκδ. περ. ‘’Northern Scotland’’, Εδιμβούργο, 1994, τεύχος 14, σελ. 109 -114.
[24] Κουμαδωράκης , Οδυσσέας, ‘’Άργος το πολυδίψιον‘’,  εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
[25] ‘’Εφημερίς της Κυβερνήσεως’’, Αθήνα, ΦΕΚ Δεκεμβρίου 1982.
[26] Δρούλια, Έλλη, ‘’Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1990, γ’ τόμος, σελ. 134-135.
[27] “Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw”, φάκελος υπ’ αριθμ.2757, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
[28] “Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw”, φάκελος υπ’ αριθμ. 3193, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
[29] “Υπηρεσιακή αλληλογραφία υποστρατήγου Thomas Gordon”, φάκελος 107, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα.
[30] Kasdagli, Α. Ε., “Exploring the papers of the Scottish philhellene Thomas Gordon (1788-1841)”, εκδ. Kambos: Cambridge Papers in Modern Greek, Λονδίνο, 1995, σελ. 65.
[31] Βλ. στο ίδιο.
[32] “Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw”, φάκελος υπ’ αριθμ. 3193, Πανεπιστήμιο Aberdeen.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Δωροβίνης, Βασίλης, ‘’Το σπίτι του στρατηγού Thomas Gordon στο Άργος, Ι’’, εκδ. περ. ‘’Αρχαιολογία’’, Αθήνα, 1993, τεύχος 47.
  • Δρούλια, Έλλη, ‘’Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1990, γ’ τόμος.
  • ‘’Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw‘’, φάκελος υπ’ αριθμ. 1160, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
  • Pallua-Gall, Julian, ‘’Allgemeine Deutsche Biographie ‘’, εκδ. Duncker & Humblot, Λειψία, 1896, 40ος τόμος.
  • Goodwin, Gordon, ‘’Gordon, Thomas (1788-1841)’’, εκδ. Dictionary of National Biography, Λονδίνο, 1900, 22ος τόμος.
  • St Clair, William, ‘’That Greece Might Still be Free: The Philhellenes in the War of Independence’’, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • Persat, Maurice, ‘’Memoires du Commandant Persat. 1806 à 1844 ‘’, εκδ. Librairie Plon, Παρίσι, 1910.
  • Gordon, Thomas, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2015, α’ τόμος.
  • ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1857, α’ τόμος.
  • Dakin, Douglas, ‘’O αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833’’, μτφρ. Ρένας Σταυρίδου-Πατρικίου, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1989.
  • Lovell, Ernest J., ‘’His Very Self and Voice, Collected Conversations of Lord Byron’’, εκδ. MacMillan, Νέα Υόρκη, 1954.
  • ‘’Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου’’, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
  • ‘’Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1971, γ’ τόμος.
  • Τρικούπης, Σπυρίδων, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος.
  • Κασομούλης, Νικόλαος, ‘’Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 -1833’’, εκδ. Α. Ι. Βάρσου, Αθήνα, 1941, β’ τόμος.
  • Church, E.M., “Chapters in an Adventurous Life: Sir Richard Church in Italy and Greece”, εκδ. William Blackwood & Sons, Λονδίνο, 1895.
  • Kasdagli, Α. Ε., ‘’The papers of Thomas Gordon of Cairness (1788-1841)’’, εκδ. περ. ‘’Northern Scotland’’, Εδιμβούργο, 1994,  τεύχος 14.
  • Κουμαδωράκης , Οδυσσέας, ‘’Άργος το πολυδίψιον ‘’, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • ‘’Εφημερίς της Κυβερνήσεως’’, Αθήνα, ΦΕΚ Δεκεμβρίου 1982.
  • ‘’Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw‘’, φάκελος υπ’ αριθμ. 2757, Πανεπιστήμιο Aberdeen.
  • ‘’Archive of the Gordon Family of Cairness and Buthlaw‘’, φάκελος υπ’ αριθμ. 3193, Πανεπιστήμιο
  • ‘’Υπηρεσιακή αλληλογραφία υποστρατήγου Thomas Gordon’’, φάκελος 107, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα.
  • Kasdagli, Α. Ε., ‘’Exploring the papers of the Scottish philhellene Thomas Gordon (1788-1841)’’, εκδ. Kambos: Cambridge Papers in Modern Greek, Λονδίνο, 1995.

 

Antonio Figueira d’Almeida. Πορτραίτο αγνώστου. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Ο Antonio Figueira d’ Almeida (1784-1847), ήταν Πορτογάλος στρατιωτικός και Φιλέλληνας, από τους οργανωτές του Ελληνικού Ιππικού[1], του οποίου ήταν και αρχηγός.

Γεννήθηκε στην Πορτογαλική πόλη Elvas. Από το 1807 έως το 1813, υπηρέτησε ως αξιωματικός του Πορτογαλικού Ιππικού και ύστερα ως αξιωματικός της Λουζιτανικής Λεγεώνας και του Βασιλικού Εθελοντικού Τάγματος της Άγγλο – Πορτογαλικής Στρατιάς υπό το Βρετανό στρατηγό Arthur Wellesley, 1ο Δούκα του Wellington[2]. Την περίοδο αυτή, πολέμησε εναντίον των Γάλλων, οι οποίοι είχαν εισβάλλει στην Ισπανία και την Πορτογαλία, στο πλαίσιο των Ναπολεοντείων Πολέμων. Μάλιστα, διακρίθηκε ιδιαίτερα στις μάχες του Bussaco[3] και της Τουλούζης[4], οι οποίες έλαβαν χώρα τον Σεπτέμβριο του 1810 και τον Απρίλιο του 1814.

Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1810 με αρχές της δεκαετίας του 1820, ο Almeida άρχισε να αναπτύσσει τα Φιλελληνικά του ενδιαφέροντα[5]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Πορτογαλία δεν υπήρξε σημαντικός οργανωμένος Φιλελληνισμός. Σε αντίθεση με την Μεγάλη Βρετανία, τα Γερμανικά κρατίδια, την Γαλλία και τα Ιταλικά κράτη. Το έντονο ενδιαφέρον του Almeida για την Ελληνική Επανάσταση, τον οδήγησε τελικά τον Σεπτέμβριο του 1825 να μεταβεί στην Ελλάδα και να καταταγεί στον Τακτικό Στρατό. Την εποχή αυτή, την διοίκηση του Τακτικού Στρατού είχε αναλάβει ένας άλλος σημαίνων Φιλέλληνας, ο Γάλλος στρατιωτικό Charles Fabvier (1783-1855)[6].

Στην Ελλάδα ο Almeida έφερε το βαθμό του Συνταγματάρχη. Στις 18 Ιουλίου 1826 έλαβε μέρος στην νικηφόρα για τους Έλληνες, μάχη του Γαρέα Μαντινείας. Εκεί διακρίθηκε ως διοικητής του Ιππικού του Τακτικού Στρατού. Μάλιστα, λόγω της δράσης του, απέσπασε τα εύσημα του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος πρότεινε την χρήση του Ιππικού και σε άλλες υπηρεσίες[7]. Όμως, εξαιτίας της δύσκολης κατάστασης που επικρατούσε στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο, τελικά το Ιππικό παρέμεινε οργανικό μέρος του Τακτικού Στρατού[8].

Τον Ιανουάριο του 1827, ο  Almeida έλαβε επίσης μέρος στην μάχη του Διστόμου[9], στην οποία και πάλι νίκησαν οι Ελληνικές δυνάμεις. Μετά την μάχη αυτή, μετατέθηκε στο Ναύπλιο και στη συνέχεια έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Χίου, πάντα υπό τις διαταγές του Fabvier, τον Ιανουάριο του 1828[10].

Μετά την αποτυχία της εκστρατείας στη Χίο, και τον έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, ο Almeida διορίσθηκε επιθεωρητής του Ιππικού, επιφορτισμένος με το καθήκον της αναδιοργάνωσής του. Στη συνέχεια, στις 22 Ιανουαρίου 1830, τοποθετήθηκε φρούραρχος Ναυπλίου[11].  Από τη θέση αυτή, συνέβαλε το Σεπτέμβριο του 1831, στη σύλληψη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη (ενός εκ των δολοφόνων του Καποδίστρια), ο οποίος είχε καταφύγει στην οικία του Γάλλου πρέσβη Rouen, και στη διατήρηση της τάξης στο Ναύπλιο[12].

Το 1832, λόγω της δράσης του κατά τον απελευθερωτικό Αγώνα, χρίσθηκε Επίτιμος Πολίτης του Ναυπλίου και πολιτογραφήθηκε Έλληνας από την Ε’ Εθνοσυνέλευση[13]. Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο βασιλέας Όθων, τον Ιανουάριο του 1833, ο Almeida τοποθετήθηκε φρούραρχος στην Αίγινα[14].

Το 1836, ο Almeida υπηρέτησε με τον βαθμό του Συνταγματάρχη ως στρατιωτικός διοικητής Μεσολογγίου. Η σημαντική δράση του κατά την Ελληνική Επανάσταση έτυχε αναγνώρισης. Ομοίως και η εργασία του στο Μεσολόγγι. Μάλιστα στο πλαίσιο αυτό βοήθησε στην καταστολή της τοπικής εξέγερσης, η οποία έλαβε χώρα στις αρχές του 1836. Για τους λόγους αυτούς, προήχθη σε υποστράτηγο, και το 1839 τοποθετήθηκε ως στρατιωτικός διοικητής Ναυπλίου[15].

Στο Ναύπλιο νυμφεύθηκε την αδελφή του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, Ζωή Μαυροκορδάτου, με την οποία, απέκτησε 2 παιδιά[16]. Τον Εμμανουήλ Almeida και τον Δημήτριο Almeida. Γιος του τελευταίου, ήταν ο Αντώνιος Almeida ο νεότερος, εκ των ιδρυτών του Ομίλου Αντισφαιρίσεως Αθηνών το 1895. Ο Αντώνιος Almeida έπεσε ηρωικά στην μάχη του Κιλκίς – Λαχανά στις 20 Ιουνίου 1913[17], συνεχίζοντας την ένδοξη ιστορία της οικογένειάς του και την προσφορά της στην Ελλάδα.

Ο Antonio Figueira d’Almeida, απεβίωσε το 1847 στη Μπατάλια της Βενετίας[18].

Ο Almeida ήταν ένας σημαντικός Φιλέλληνας, με ωφέλιμη και πολυεπίπεδη προσφορά προς την Ελλάδα και τις κοινές αξίες στις οποίες στηρίζεται η Ευρώπη. Ο Almeida πολιτογραφήθηκε Έλληνας και η οικογένειά του συμμετείχε σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες της Ελλάδας. Η ΕΕΦ και η Ελλάδα τιμούν τον μεγάλο αυτό Φιλέλληνα και η μνήμη του συνδέει την Ελλάδα με το φίλο λαό της Πορτογαλίας.

 

Παραπομπές

[1] Βυζάντιος, Χρήστος Σ., “Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμέτεσχεν ο Τακτικός Στρατός από του 1821 μέχρι του 1833”, εκδ. Κ. Αντωνιάδη, Αθήνα, 1874.
[2] Chartrand, Rene, Younghusband, Bill, “The Portuguese Army of the Napoleonic Wars”, εκδ. Osprey, Λονδίνο, 2000.
[3] Muir, Rory, “Tactics and the Experience of Battle in the Age of Napoleon”, εκδ. Yale University Press, New Haven, 2008.
[4] Fortescue, John William, “History of the British Army: 1814–1815”, εκδ. MacΜillan, Λονδίνο, 1920.
[5] “Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου”, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
[6] Βυζάντιος, Χρήστος Σ., “Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμέτεσχεν ο Τακτικός Στρατός από του 1821 μέχρι του 1833”, εκδ. Κ. Αντωνιάδη, Αθήνα, 1874.
[7] Βλ. στο ίδιο.
[8] Γενικό Επιτελείο Στρατού, “Ιστορία Ιππικού – Τεθωρακισμένων”, εκδ. Τυπογραφείο Ελληνικού Στρατού, Αθήνα, 1995.
[9] “Αρχείον στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη (1826-1827)”, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα, 1996.
[10] Σπηλιάδης, Νικόλαος, “Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσι εις την νέαν ελληνικήν ιστορίαν 1821-1843”,  εκδ . Χ. Νικολαΐδου – Φιλαδελφέως, Αθήνα, 1857, γ’ τόμος.
[11] “Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Larousse –Britannica”, εκδ. Δομή, Αθήνα, 1999, 5ος τόμος.
[12]  Λούκος, Χρήστος, ‘’Ιωάννης Καποδίστριας’’, εκδ. εφ. ‘’Τα Νέα’’, Αθήνα, 2009, σελ. 109.
[13] “Τα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας”, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1974, 5ος τόμος.
[14] “Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Larousse – Britannica”, εκδ. Δομή, Αθήνα, 1999, 5ος τόμος.
[15]  Βλ. στο ίδιο.
[16]  Βλ. στο ίδιο.
[17]  Σκιαδάς, Ελευθέριος, “100 χρόνια Όμιλος Αντισφαίρισης Αθηνών 1895-1995”, εκδ. Μικρός Ρωμηός, Αθήνα, 1995.
[18] “Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Larousse –Britannica”, εκδ. Δομή, Αθήνα, 1999, 5ος τόμος.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Βυζάντιος, Χρήστος Σ., ‘’Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμέτεσχεν ο Τακτικός Στρατός από του 1821 μέχρι του 1833’’, εκδ. Κ. Αντωνιάδη, Αθήνα, 1874.
  • Chartrand, Rene, Younghusband, Bill, ‘’The Portuguese Army of the Napoleonic Wars’’, εκδ. Osprey, Λονδίνο, 2000.
  • Muir, Rory, ‘’Tactics and the Experience of Battle in the Age of Napoleon’’, εκδ. Yale University Press, New Haven, 2008.
  • Fortescue, John William, ‘’History of the British Army: 1814–1815’’, εκδ. MacΜillan, Λονδίνο, 1920.
  • ‘’Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου’’, επιμ. Εμμ. Πρωτοψάλτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα, τόμος 3.
  • Σπηλιάδης, Νικόλαος, ‘’Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσι εις την νέαν ελληνικήν ιστορίαν 1821-1843’’, εκδ . Χ. Νικολαϊδου – Φιλαδελφέως, Αθήνα, 1857, γ’ τόμος.
  • ‘’Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Larousse – Britannica’’, εκδ. Δομή, Αθήνα, 1999, 5ος τόμος.
  • ‘’Τα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1974, 5ος τόμος.
  • Σκιαδάς, Ελευθέριος, ‘’100 χρόνια Όμιλος Αντισφαίρισης Αθηνών 1895-1995’’, εκδ. Μικρός Ρωμηός, Αθήνα, 1995.
  • Τρικούπης, Σπυρίδων, ‘’Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως’’, εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2007, δ’ τόμος.
  • Γενικό Επιτελείο Στρατού, ‘’Ιστορία Ιππικού- Τεθωρακισμένων’’, εκδ. Τυπογραφείο Ελληνικού Στρατού, Αθήνα, 1995.
  • “Αρχείον στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη (1826-1827)”, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα, 1996.
  • Λούκος, Χρήστος, ‘’Ιωάννης Καποδίστριας’’, εκδ. εφ. ‘’Τα Νέα’’, Αθήνα, 2009

 

Ο Ελβετός Φιλέλληνας Amadeus Emmanuel Hahn (συλλογή ΕΕΦ)

 

Ο Amadeus Emmanuel Hahn (1801-1867), ήταν Ελβετός στρατιωτικός και Φιλέλληνας, από τους πλέον διακεκριμένους , τόσο κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, όσο και κατά τα πρώτα έτη της ύπαρξης του νέου Ελληνικού κράτους.

Υπηρέτησε ως αξιωματικός του Ελβετικού Στρατού, την περίοδο 1818-1823[1]. Την ίδια εποχή, εντάχθηκε εκ των πρώτων, στο Φιλελληνικό κομιτάτο της Βέρνης[2]. Λίγο αργότερα, το Κομιτάτο αυτό του ανέθεσε το 1825 να μεταβεί στην Ελλάδα[3]. Όταν έφθασε, κατετάγη στον Λόχο των Φιλελλήνων και ανέλαβε σύντομα δράση. Μεταξύ άλλων ανέλαβε να εμψυχώνει και να στηρίζει πολλούς νέους Φιλέλληνες, και διακρίθηκε για τη διάσωση των ζωών πολλών συντρόφων του, οι οποίοι είχαν αποπειραθεί να αυτοκτονήσουν. Ένας από τους λόγους ήταν η επιδημία ελονοσίας που είχε ενσκήψει στην Κόρινθο και η οποία, λόγω της έλλειψης ιατρικών μέσων, ήταν αδύνατο να αντιμετωπισθεί[4].

Ο Amadeus Emmanuel Hahn, έλαβε μέρος στην 2η μάχη της Τριπολιτσάς  και στη μάχη του Ωρωπού το 1825[5]. Λίγο αργότερα, έλαβε μέρος στην πολιορκία της Ακροπόλεως το 1826. Ήταν στο σώμα των 500 Ελλήνων και Φιλελλήνων που έσπασαν τις γραμμές των Τούρκων πολιορκητών, και εισήλθαν υπό τον Γάλλο Φιλέλληνα Στρατηγό Charles Fabvier στην Ακρόπολη, μεταφέροντας τρόφιμα και πυρομαχικά στους πολιορκημένους Έλληνες.

Έμεινε στην Ακρόπολη για έξι μήνες, περίοδο κατά την οποία βίωσε την πλήρη εξαθλίωση των πολιορκημένων Ελλήνων, εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων και πολεμοφοδίων[6]. Στη συνέχεια, πολέμησε στη μάχη του Αναλάτου την 24η Απριλίου 1827 (από όπου μετά την ελληνική ήττα κατέφυγε άρρωστος στον Πόρο, για να αναρρώσει[7]), και αργότερα στις μάχες στον Ωρωπό και στην Θήβα, ενώ εν τέλει έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Χίου υπό τις διαταγές του Φιλέλληνα Στρατηγού Charles Fabvier, το 1828[8].

Την ίδια περίοδο συγγράφει το βιβλίο “Brief des Philhellenen Em. Hahn aus Griechenland”, δια του οποίου πληροφορεί την κοινή γνώμη της χώρας του για την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα[9].

Με την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους το 1830, ο Hahn συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Ελλάδα. Μάλιστα, την ίδια περίοδο επανασυνδέθηκε με τον παλαιό του φίλο και μετέπειτα κτηματία της Εύβοιας, Edward Noel, ανιψιό του Λόρδου Βύρωνος[10].

Το 1833 υπηρέτησε ως φρούραρχος στην Πάτρα[11].

Το 1837 προήχθη σε λοχαγό του Πεζικού[12]  και τοποθετήθηκε διοικητής στο 4ο Τάγμα Ακροβολιστών του Ελληνικού Στρατού[13].

Το 1843 υπηρέτησε ως φρούραρχος της Πύλου (τότε Ναυαρίνο), ενώ το 1844 προήχθη σε συνταγματάρχη, τιμής ένεκεν χάρη στις  υπηρεσίες που είχε προσφέρει στον Αγώνα[14].

Το 1845, για λόγους υγείας, έλαβε αναρρωτική άδεια και επισκέφθηκε για λίγο την πατρίδα του, την Ελβετία[15].

Στις 27 Οκτωβρίου 1845, νυμφεύθηκε στην Αθήνα την Πρωσίδα βαρόνη Maria Des Granges (1826-1849), η οποία απεβίωσε τον Ιούλιο του 1849, εξαιτίας επιπλοκών στην εγκυμοσύνη[16]. Ο τάφος της, βρίσκεται στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1854, προήδρευσε της επιτροπής του Υπουργείου Στρατιωτικών, η οποία είχε την ευθύνη της σύνταξης του κανονισμού του στρατού, ενώ το 1855, διετέλεσε υπασπιστής του βασιλέως της Ελλάδος Όθωνος[17].

Το 1857 προήχθη σε υποστράτηγο, ενώ το 1860 τοποθετήθηκε επιθεωρητής του Πεζικού[18].

Λόγω προβλημάτων υγείας, ο Amadeus Emmanuel Hahn, παραιτήθηκε από τον Ελληνικό Στρατό το 1865, φέρων το βαθμό του αντιστρατήγου. Επέστρεψε στη Βέρνη, όπου απεβίωσε στις 22 Ιουνίου 1867[19].

Η ΕΕΦ, τιμά τη μνήμη του Amadeus Emmanuel Hahn, σημαίνοντος Φιλέλληνα, ο οποίος αγωνίσθηκε για την Ανεξαρτησία της Ελλάδος και την οργάνωση του νέου Ελληνικού κράτους, το  οποίο υπηρέτησε  με σημαντικές  θέσεις ευθύνης.

 

Παραπομπές

[1] ‘’Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας, Αθήνα, 1930, 6ος τόμος, σελ.565.
[2] Hahn, Amadeus Emmanuel, ‘’Memoiren über seine Beteiligung am griechischen Freiheitskampf’’, εκδ. Berner Taschenbuch, Βέρνη, 1870.
[3] ‘’Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια’’, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας, Αθήνα, 1930, 6ος τόμος, σελ.565.
[4] St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 161.
[5] ”Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια”, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας, Αθήνα, 1930, 6ος τόμος, σελ.565.
[6] Reber, Karl, “Emanuel Amenaeus Hahn- ein verkannter Schweizer Philhellene“, εκδ. περ. Hellas Freunde, Βέρνη, Ιανουάριος 2009, σελ.12.
[7] Hahn, Amadeus Emmanuel, ”Memoiren über seine Beteiligung am griechischen Freiheitskampf“, εκδ. Berner Taschenbuch, Βέρνη, 1870.
[8] Βλ. στο ίδιο.
[9] St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008, σελ. 362.
[10] Reber, Karl, ‘’Emanuel Amenaeus Hahn- ein verkannter Schweizer Philhellene’’, εκδ. περ. Hellas Freunde, Βέρνη, Ιανουάριος 2009, σελ.12
[11] Reber, Karl, ‘’Emanuel Amenaeus Hahn- ein verkannter Schweizer Philhellene’’, εκδ. περ. Hellas Freunde, Βέρνη, Ιανουάριος 2009, σελ.13
[12] ‘’ Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος’’, Αθήνα, 30 Μαΐου 1837, Φ.Ε.Κ. υπ’ αριθμ. 20, σελ.88.
[13] Reber, Karl, ‘’Emanuel Amenaeus Hahn- ein verkannter Schweizer Philhellene’’, εκδ. περ. Hellas Freunde, Βέρνη, Ιανουάριος 2009, σελ.13
[14] Βλ. στο ίδιο
[15] Βλ. στο ίδιο.
[16] Βλ. στο ίδιο.
[17] Βλ. στο ίδιο.
[18]”Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια”, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας, Αθήνα, 1930, 6ος τόμος, σελ.565.
[19] Βλ. στο ίδιο.

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • ”Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια”, εκδ. Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας, Αθήνα, 1930, 6ος τόμος.
  • Hahn, Amadeus Emmanuel, “Memoiren über seine Beteiligung am griechischen Freiheitskampf“, εκδ. Berner Taschenbuch, Βέρνη, 1870.
  • St Clair, William, “That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence”, εκδ. Open Book Publishers, Λονδίνο, 2008.
  • “Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος”, Αθήνα, 30 Μαΐου 1837, Φ.Ε.Κ. υπ’ αριθμ. 20.
  • Reber, Karl, “Emanuel Amenaeus Hahn- ein verkannter Schweizer Philhellene“, εκδ. περ. Ηellas Freunde, Βέρνη, Ιανουάριος 2009.

 

Στρατιωτικοί από την Κορσική της περιόδου 1800 – 1817

 

Ο Gambini Pasquale είναι ήταν ένας γενναίος Φιλέλληνας μαχητής που πέθανε ηρωικά στις μάχες στην περιοχή των Αθηνών. Κατάγονταν από την πόλη Corte της Κορσικής από μεγάλη οικογένεια διακεκριμένων στρατιωτικών.

Στη βιβλιογραφία αναφέρεται συχνά στα ελληνικά ως «Γκαμπίνι Πασκουάλε». Η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια αναφέρει ότι έφθασε στην Ελλάδα μαζί με τον Φιλέλληνα Ιταλό Joseph Abbati και άλλους συμπατριώτες του, στην αρχή του Αγώνα. Η άποψη όμως αυτή δεν φαίνεται να ευσταθεί, καθώς μνημονεύεται στις πηγές πολύ αργότερα.

Αρχικά, ο William St Clair στο έργο του “That Greece might still be free”, κατατάσσει τον Gambini ανάμεσα σε μια δωδεκάδα περίπου Ιταλών επαναστατών που καταδικάσθηκαν σε θάνατο στην πατρίδα τους, ερήμην, εξαιτίας της συμμετοχής τους στα επαναστατικά κινήματα του 1821 και λόγω των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Οι υπόλοιποι ήταν οι Collegno, Rosarol, Santa Rosa, Palma, Romei, Barandier, και άλλοι.

Επιπλέον, ο Vergé-Franceschi Michel, σκιαγραφώντας τη ζωή του Gambini πριν αυτός εμφανισθεί στην Ελλάδα, τον αποκαλεί Gambini «ο Ερυθρός». Δηλαδή ο επαναστάτης. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο Gambini είχε προσκολληθεί στον Κορσικανό κλέφτη-επαναστάτη, Gallocchio, και ότι στη συνέχεια κατέφυγε στην Ελλάδα όπου έλαβε μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων, πολεμώντας εναντίων των Τούρκων.

Περισσότερες πληροφορίες για τον Gambini και τον Gallocchio παρέχει ο Silvani Paul. Από την ξένη βιβλιογραφία, αλλά κυρίως από την Ιστορία του νησιού της Κορσικής, προκύπτει ότι ο «Pascal Gambini» (όπως αναφέρεται), ήρθε στην Ελλάδα μαζί με έναν άλλο συμπατριώτη του Φιλέλληνα, τον Gallocchio. Ο τελευταίος φαίνεται μάλιστα ότι υπηρέτησε σαν «καπετάνιος στον Μοριά». Αναφέρεται ότι κάποια στιγμή επέστρεψε για προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους στην Κορσική, όπου και δολοφονήθηκε.

Χωρικοί από την Κορσική των αρχών του 19ου αιώνα

O Elie Papadacci αναφέρεται «στους κλέφτες-επαναστάτες Gallocchio και Pascal Gambini που κατατάχθηκαν στα ελληνικά στρατεύματα». Τοποθετεί τη δράση τους στην Ελλάδα μόλις το έτος 1826, γεγονός που δεν έχει επίσης εξακριβωθεί. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι η παρουσία τους τεκμηριώνεται μετά το 1824, καθόσον το 1823 ο Pascal Gambini εμφανίζεται ως συντάκτης και υπογράφων επαναστατικής προκήρυξης στην Κορσική. Την προκήρυξη δημοσιεύει η Valérie Sottocasa σε μελέτη της.

Από όλες τις ανωτέρω πηγές, προκύπτει ότι ο Gambini έμεινε στην Ελλάδα για ένα σχετικά σύντομο διάστημα, από το 1824 ή το 1826 το αργότερο, μέχρι το 1827.

Επιπλέον, στα αρχεία του Λόρδου Gordon που διατηρούνται στο Πανεπιστήμιο του Aberdeen, συναντάμε επιστολή του Gambini και άλλων φιλελλήνων η οποία απευθύνεται στον Gordon. Οι φιλέλληνες τον ενημερώνουν ότι ικανοποίησαν την επιθυμία του και κατέφθασαν στο Αμπελάκι, πόλη της Πελοποννήσου, με την ελπίδα να μπορέσουν να καταστούν χρήσιμοι στον Συνταγματάρχη Φαβιέρο, αρχηγό του Τακτικού Στρατού της Ελλάδας. Η επιστολή χρονολογείται στις 12 Μαρτίου 1827. Θα μπορούσε επομένως κάποιος να υποθέσει ότι πιθανόν ο Gambini να ήρθε στην Ελλάδα ύστερα από προτροπή και γνωριμία με τον Λόρδο Gordon. Δεν υπάρχουν πάντως περισσότερα στοιχεία για να υποστηρίξουν αυτήν την εκδοχή.

Σε κάθε περίπτωση, η πιο αξιόπιστη πηγή σχετικά με αυτόν τον Φιλέλληνα, παραμένει, όπως συμβαίνει συχνά, ο βιογράφος των φιλελλήνων, Henri Fornèsy. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο Gambini πέθανε, αφού πρώτα βασανίσθηκε από τους Τούρκους στα Πατήσια των Αθηνών, στις 6 Μαΐου 1827. Ο Herni Fornèsy γράφει στις σημειώσεις του για τον Gambini ακριβώς τα ακόλουθα:

«Ο πιο άξιος, δεδομένης της γενναιότητάς του, να φέρει με τιμή τη σημαία των Φιλελλήνων στο Φάληρο, όπου πιάστηκε αιχμάλωτος. Υπηρετούσε στον Λόχο των Φιλελλήνων, τον οποίο οι Έλληνες πολεμιστές αποκαλούσαν «Λόχο του Πασχάλη». Ο θάνατός του ήταν θάνατος ήρωα, και ιδού οι βασικότερες λεπτομέρειες. Αφού τον έπιασαν αιχμάλωτο οι Τούρκοι, μετά την καταστροφική ήττα στους Τρεις Πύργους ή Ακρωτήριο Κόλλια, και αφού είχε με ατρόμητη γενναιότητα προσπαθήσει να αμυνθεί μόνος απέναντι σε πολυάριθμους εχθρικούς ιππείς, τον οδήγησαν ενώπιον του Ρεσίτ Πασά, στο στρατόπεδό του στα Πατήσια, στην Αθήνα. Λόγω του υψηλού αναστήματός του, οι Τούρκοι τον είχαν περάσει για τον Λόρδο Cochrane, λάθος που θα μπορούσε να του σώσει τη ζωή. Όμως, ο γενναίος Κορσικανός πολεμιστής δεν δέχθηκε καθόλου να συναινέσει σε μία τέτοια απάτη. Ένας μαρτυρικός, αλλά ένδοξος, θάνατος ήταν στην ψυχή του περισσότερο προτιμητέος, από το να διατηρήσει την ύπαρξή του εξαγοράζοντάς την βασισμένος πάνω σε ένα ψέμα.  Ανάμεσα στους πολυάριθμους αιχμαλώτους που έπεσαν εκείνη την ίδια ημέρα στα χέρια των Τούρκων, ήταν κι ο νεαρός αρχηγός, Δημήτριος Καλλέργης. Ο Πασάς έφερε μπροστά του τον Gambini, προκειμένου να εξακριβώσει την ταυτότητά του και το πραγματικό του όνομα. Αφού πλέον δεν υπήρχε η οποιαδήποτε αμφιβολία, μετά και τη διαβεβαίωση του Καλλέργη, αποφασίσθηκε η εκτέλεση του Gambini, του οποίου το κεφάλι θα πήγαινε να βρει εκείνα των τόσων άλλων συμπολεμιστών του. Ο Gambini μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του καθίστατο αντικείμενο θαυμασμού και ηρωισμού, καταρώμενος τους τυράννους Τούρκους και ενθαρρύνοντας τους Έλληνες που έλαχαν την ίδια τύχη με εκείνον, να υπομείνουν τον θάνατό τους με θάρρος, και με τη βεβαιότητα ότι οι «αδελφοί» συμπολεμιστές τους δεν θα αργούσαν να εκδικηθούν τους εχθρούς για τον χαμό τους». 

Παρόμοιες πληροφορίες για τον Gambini και τον ηρωικό θάνατό του αναπαράγει η Michelle Averoff στο άρθρο της για τους Φιλέλληνες, καθώς επίσης και ο Μπάμπης Άννινος στη σχετική του μελέτη στα Ιστορικά Σημειώματα.

Πολλά στοιχεία σχετικά με τον Gambini Pasquale παρέχονται και από τον Thomas Douglas Whitcombe, στο έργο του Campaign of the Falieri and Piraeus in the Year 1827. Ο Whitcombe αποκαλεί τον Gambini με το μικρό του όνομα «Pasqual», και αναφέρει ότι ο συγκεκριμένος πολεμιστής είχε την καλή φήμη ότι ήταν πολύ γενναίος και ότι είχε υπερασπίσει με ανδρεία τη σημαία των Φιλελλήνων. Περιγράφει με γλαφυρότητατη γενναία συμμετοχή του στη μάχη του Φαλήρου και επιπλέον, επιβεβαιώνει τις συνθήκες του θανάτου του. Ο Douglas Whitcombe κάνει ιδιαίτερη μνεία στην προσπάθεια των Τούρκων να αιχμαλωτίσουν τον Gambini ζωντανό, δεδομένου ότι είχαν την εντύπωση ότι επρόκειτο για τον Λόρδο Cochrane, όπως σημειώνει και ο Fornèsy. Αναφέρεται στο θάρρος που έδειξε πριν από την καταδίκη του, στην πάλη του με Τούρκους τους οποίους δεν φοβήθηκε και αντιμετώπισε ατρόμητα ακόμη και την τελευταία στιγμή της ζωής του, καθώς και στην ύστατη επιθυμία του και προσπάθειά του να δώσει κουράγιο στους αιχμάλωτους συμπολεμιστές του. Αυτό που είναι εντυπωσιακό, είναι ότι ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι ο Gambini, παρά το ορμή της δράσης του, είχε ευγενικούς τρόπους και ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στους συμπολεμιστές του.

Η ήττα στο Φάληρο, όπου 1.500 Έλληνες και Φιλέλληνες πολεμιστές βρήκαν τον θάνατο, ήταν μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία του Αγώνα για την Ελληνική Ανεξαρτησία. Η ήττα αυτή ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας του Τακτικού Σώματος και των Φιλελλήνων να συνεργασθούν με τις υπόλοιπες δυνάμεις των Ελλήνων υπό κοινή διοίκηση. Στη μάχη αυτή, από τους 26 φιλέλληνες που πολέμησαν, σώθηκαν μόνο οι 4. Επιπλέον, η ελληνική βιβλιογραφία προσδιορίζει τον αριθμό των αιχμαλώτων γύρω στους 240 στο σύνολο, ενώ ο Douglas Whitcombe αναφέρει ότι ανέρχονταν γύρω στους 300.

Ο ηρωικός θάνατος του Gambini αναφέρεται τέλος και σε ιταλική βιβλιογραφία, καθόσον ήταν Κορσικανός. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε έργα που είναι αφιερωμένα στους Ιταλούς πολεμιστές που έχασαν τη ζωή τους πολεμώντας μακριά από την πατρίδα τους. Ένα από αυτά είναι το έργο του Atto Vannucci, του 1877, με τίτλο «I martiri della libertà italiana dal 1794 al 1848» (τόμος 3). Αλλά και το βιβλίο του Oreste Ferdinando Tencajoli, με τίτλο «La Corsica : curiosità e notizie storiche, con numerose illustrazioni nel testo».

Η καταγωγή της οικογένειας Gambini ήταν από την πόλη Corte της Κορσικής. Φαίνεται ότι ήταν μια μεγάλη οικογένεια διακεκριμένων στρατιωτικών, δεδομένου ότι στα γαλλικά αρχεία που αφορούν τη Λεγεώνα της Τιμής συναντάμε τέσσερα παρασημοφορημένα μέλη της: τον Gambini  Jean Baptiste που γεννήθηκε το 1792, τον Gambini Dominique που γεννήθηκε το 1845, τον Gambini Epaminondas Dominique που γεννήθηκε το 1855, και τον Gambini Pierre François που γεννήθηκε το 1891.

O επαναστάτης – πολεμιστής Gambini Pasquale, αγωνίσθηκε στην Ελλάδα στο πλευρό των Ελλήνων, και θυσίασε με θάρρος τη ζωή του για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Δυστυχώς μέχρι σήμερα λίγοι γνωρίζουν κάτι για τον σημαντικό και ηρωικό αυτόν Φιλέλληνα. Η ΕΕΦ και οι Έλληνες τιμούν την συνεισφορά του μεγάλου αυτού ήρωα.

 

Πηγές – Βιβλιογραφία

  • Ψηφιοποιημένα αρχεία του Πανεπιστήμιου του Aberdeen http://calms.abdn.ac.uk/DServe/dserve.exe?dsqServer=Calms&dsqIni=Dserve.ini&dsqApp=Archive&dsqDb=Catalog&dsqCmd=NaviTree.tcl&dsqField=RefNo&dsqItem=MS%201160/20/591#HER
  • Averoff Michelle, «Les Philhellènes», Bulletin de l’Association Guillaume Budé, no 3, Octobre 1967, σσ. 312-332.
  • Barth Wilhelm – Max Kehrig-Korn, Die Philhellenenzeit, von der Mitte des 18 Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias am 9 Oktober 1831, εκδ. Hueber, Munchen, 1960.
  • Βάση δεδομένων των παρασήμων του Τάγματος της Λεγεώνας της Τιμής http://wwwcoulture.gouv.fr/documentation/leonore/leonore.htm, Dossiers LΗ061/1, LH1066/2, LH 1066/3, 19800035/108/13540.
  • Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας, Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοιτύπων, χειρόγραφο υπ΄ αρ. 1.697: Henri Fornèsy, «Le monument des philhellènes», 1860.
  • Correspondance inédite officielle et confidentielle de Napoléon Bonaparte, Paris, C.L.F. Panckoucke, 1819.
  • Elliot Charles William James (επιμ.), Campaign of the Falieri and Piraeus in the year 1827, or Journal of a volunteer, being the personal account of Captain Thomas Douglas Whitcombe, Athens, [Gennadeion Monographs, vol. 5], Princeton 1992.
  • Gordon Thomas, History of the Greek Revolution, 1, London, William Blackwood, Edinburg & T. Cadell, Strand, 1844.
  • Histoire illustrée de la Corse, Pillet, 1863.
  • Oreste Ferdinando Tencajoli, La Corsica : curiosità e notizie storiche, con numerose illustrazioni nel testo, Modernissima Libreria Internazionale, Roma, 1931.
  • Papadacci Elie, Les bandits corses, honneur et dignité, Claire Vigne, 1994.
  • Robiquet F., Recherches Historiques et Statistiques sur La Corse, Paris-Rennes, 1835.
  • Silvani Paul, Bandits Courses, du mythe à la réalité, Albiana, 2010.
  • Sottocasa Valérie, Les brigands, criminalité et protestation politique (1750-1850), Presses Universitaires de Rennes, 1994.
  • St-Clair William, That Greece might still be free – The Philhellenes in the War of Independence, τόμος 1, εκδ. Oxford University Press, London-New York,
  • Vannucci Atto ; I martiri della libertà italiana dal 1794 al 1848, tome 3, Milano, Bortoloti E. C., 1877.
  • Vergé-Franceschi Michel, Le voyage en Corse, R. Laffront, 2009.
  • Άννινος Μπάμπης, Ιστορικά σημειώματα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1925.
  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Βίκτορ Δουσμανής, 1926, Πυρσός, τόμος 8, σ. 413).
  • Παπαρηγόπουλος Κωνσταντίνος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα, Εκ της Τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά, 1853.
  • Τρικούπης Σπυρίδωνας, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Δ΄, Λονδίνο, 1857.